24 Φεβ 2012

ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ Εθνικό Σύστημα Ανασφάλιστων



ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Εθνικό Σύστημα Ανασφάλιστων
Χωρίς υγειονομική περίθαλψη ο ένας στους έξι και διογκώνεται συνεχώς ο αριθμός τους
Χιλιάδες περίμεναν υπομονετικά για ημέρες για να έχουν την ευκαιρία να εξεταστούν από γιατρούς...
Οι εικόνες των απεγνωσμένων θυμάτων του τυφώνα Κατρίνα που γέμιζαν τα στάδια και σόκαραν την οικουμένη, αναβίωσαν στο Λος Αντζελες στα μέσα του Αυγούστου. Αυτή τη φορά, δε χρειάστηκε ένα φυσικό φαινόμενο για να αποκαλύψει με τον πλέον τραγικό τρόπο την απόλυτη και φονική ένδεια του καπιταλιστικού συστήματος.
Δεκάδες χιλιάδες Αμερικανοί εργαζόμενοι, πολλοί εξ αυτών πρόσφατα απολυμένοι, «πλημμύρισαν» για οκτώ ημέρες το στάδιο Ινγκλεγουντ, την πρώην έδρα της ομάδας μπάσκετ των Λέικερς, αναζητώντας δωρεάν ιατρική βοήθεια σε αυτήν την έκτακτη «ελεύθερη κλινική». Το γεγονός διοργανώθηκε από μια φιλανθρωπική οργάνωση, την Remote Area Medical, που προσφέρει ιατρική βοήθεια σχεδόν αποκλειστικά στις φτωχές χώρες του Τρίτου Κόσμου, ενώ τη χρηματοδότηση ανέλαβε ομάδα κινηματογραφικών και μουσικών παραγωγών. Στις οκτώ μέρες που λειτούργησε αυτή η ανοικτή κλινική, σύμφωνα με τα στοιχεία της οργάνωσης, κατόρθωσε να δει 14.561 ασθενείς. Πραγματοποιήθηκαν8.775 γενικές εξετάσεις, αντιμετώπισε 3.182 οδοντιατρικά περιστατικά (πραγματοποίησε 2.274 εξαγωγές, κατόρθωσε να σώσει 5.438 δόντια και να κάνει 1.889 καθαρισμούς), πραγματοποιήθηκαν 2.266 οφθαλμολογικές εξετάσεις και φτιάχτηκαν 1.984 ζευγάρια γυαλιά. Η συνολική αξία της ιατρικής βοήθειας που παρασχέθηκε έφτασε το ποσό των2.281.383 δολαρίων.
«Σούπερ Μάρκετ»
Πολλοί Αμερικανοί αναγκάζονται να ταξιδεύουν στην Κόστα Ρίκα, για απλές οδοντιατρικές πράξεις
Η εικόνα αυτή αποτελεί μόνο ένα θραύσμα της κοινωνικής κρίσης που δονεί τις ΗΠΑ, αφού σε κάθε πόλη και σε κάθε γωνιά των Ηνωμένων Πολιτειών, όσο αυξάνεται η ανεργία και ο αριθμός των αστέγων, διογκώνεται ακόμη περισσότερο η ήδη ανικανοποίητη ανάγκη για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς το υφιστάμενο σύστημα Υγείας θεωρείται ως το πλησιέστερο και πλέον αντιπροσωπευτικό του «ελεύθερου - ιδιωτικού» μοντέλου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ασθενείς, αλλά και τους επαγγελματίες Υγείας.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των πολιτών (74%) είναι ασφαλισμένοι σε ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Είτε ομαδικά και μέσω του εργοδότη τους, είτε ατομικά και με δική τους πρωτοβουλία. Ομως, είναι ήδη πολλοί αυτοί που έχουν μεν εργασία, αλλά λόγω της φτώχειας εξαναγκάζονται να μην πληρώνουν συνειδητά την ασφαλιστική τους εισφορά, για να «αυξάνουν» το μισθό τους.
Με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία, λειτουργούν περισσότερες από 1.000 ασφαλιστικές εταιρείες και «προσφέρεται» ένας τεράστιος αριθμός προγραμμάτων υγείας στους Αμερικανούς πολίτες. Τα προγράμματα αυτά συνθέτουν ένα απέραντο σούπερ μάρκετ από «πακέτα υπηρεσιών υγείας» που το καθένα απευθύνεται σε συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα, μπορεί να διαφέρει από πολιτεία σε πολιτεία όσον αφορά το εύρος των παρεχόμενων υπηρεσιών, χρησιμοποιεί διαφορετικά κριτήρια και έχει διαφορετική τιμή. Τα προγράμματα αυτά συνήθως διαφέρουν στον τρόπο παροχής των υπηρεσιών, στον τρόπο χρηματοδότησης, στον τρόπο αμοιβής των εργαζομένων στα νοσοκομεία.
...με ουρές και αντίσκηνα στα πεζοδρόμια
Το ύψος της κάλυψης, του ασφαλίστρου και το ποσό συμμετοχής του εργαζόμενου σε αυτό είναι αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
Οι φτωχοί, οι ηλικιωμένοι και οι ανάπηροι είναι ασφαλισμένοι μέσω των πολιτειακών προγραμμάτωνMedicare και Μedicaid.
Στην περίπτωση που το άτομο είναι άνω των 65 ετών ή έχει κριθεί ανάπηρος, η κάλυψη γίνεται από το κρατικό πρόγραμμα Μedicare που χρηματοδοτείται όχι πλήρως από την κυβέρνηση,αλλά και από το δικαιούχο.
Εάν το άτομο έχει περιορισμένους οικονομικούς πόρους ή είναι χρονίως πάσχον ή παιδί, αποκτά κάλυψη από το πρόγραμμα Μedicaid. Χρηματοδοτείται από εθνικούς ή πολιτειακούς φόρους και καλύπτει όλο το φάσμα των υπηρεσιών υγείας με συμβάσεις με νοσοκομεία και ιδιώτες γιατρούς, αλλά με συγκεκριμένα πλαφόν δαπάνης ανά ασφαλισμένο ετησίως.
Ο υπόλοιπος πληθυσμός πρέπει να καταφύγει στην ελεύθερη αγορά...
Medicare για όλους
Αυτό το απέραντο και αδηφάγο σούπερ μάρκετ δήλωσε ότι «θέλει να μεταρρυθμίσει» ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Προβάλλει τις μεταρρυθμίσεις ως «δημιουργία εθνικού συστήματος Υγείας», αλλά σε καμία περίπτωση βέβαια δεν εννοεί ένα δημόσιο σύστημα που θα παρέχει καθολικές υπηρεσίες Υγείας.
Τι όμως προβλέπει η «μεταρρύθμιση»; Προβλέπει ότι ο μέσος Αμερικανός πολίτης θα δεσμευτεί να έχει ασφαλιστήριο συμβόλαιο Υγείας με μια ασφαλιστική εταιρεία, τουλάχιστον για τις βασικές ανάγκες. Και όσοι από αυτούς είναι οικονομικά ανήμποροι να αντεπεξέλθουν σε αυτό το «έξοδο» θα έχουν κρατικές επιδοτήσεις, ανάλογα με τα εισοδήματά τους.
Επίσης, θα δημιουργηθεί ένας κρατικός ασφαλιστικός φορέας, τον οποίο ο πολίτης θα μπορεί να επιλέγει, καταβάλλοντας ασφάλιστρα αντί να προσφεύγει στις ιδιωτικές εταιρείες. Ομως, αυτός ο κρατικός ασφαλιστικός φορέας θα λειτουργεί πάντα στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς και του ανταγωνισμού.
Οχι λοιπόν ένα καθολικό εθνικό σύστημα Υγείας, αλλά ένα Medicare για όλους. Ενα σύστημα δηλαδή που θα καλύπτει τις ελάχιστες ανάγκες των ασφαλισμένων και στο οποίο βασικό ρόλο θα εξακολουθήσουν να παίζουν οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Και μάλιστα με «επιτροπές», στις οποίες θα προσφεύγουν οι ασφαλισμένοι για να ζητήσουν κάλυψη των αναγκών τους και οι οποίες θα αποφασίζουν ανάλογα!
«Ιδιωτικό το σύστημα»
Παρ' όλα αυτά, ακόμη και αυτή τη «μερική» αλλαγή περί του δημόσιου χαρακτήρα των ασφαλιστικών φορέων, ο Πρόεδρος Ομπάμα την αναίρεσε εν μέρει, ξεκαθαρίζοντας πρόσφατα ότι «ο δημόσιος χαρακτήρας του ασφαλιστικού συστήματος δεν είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της μεταρρύθμισης».
Η διαμάχη εντός του Κογκρέσου έχει μεταφερθεί για το Σεπτέμβρη και δύο είναι τα αντικείμενα συζήτησης σχετικά με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου. Το ένα συνδέεται με το γεγονός ότι το 1/6 του πληθυσμού των ΗΠΑ δεν έχει υγειονομική περίθαλψη. Το άλλο συνδέεται με το υπερβολικά υψηλό κόστος της περίθαλψης, παρά το γεγονός της αδυναμίας πλήρους κάλυψης των Αμερικανών πολιτών.
Το κεντρικό πρόβλημα για την κυβέρνηση Ομπάμα είναι ότι ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να στηρίζεται σε αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, το κόστος και τον υψηλό αριθμό των ανασφάλιστων. Χαρακτηριστικά τα οποία συγκρούονται. Οι αλλαγές θα κοστίσουν 100 έως 200 δισ. δολάρια ετησίως, ώστε να προσφερθεί στοιχειώδης υγειονομική κάλυψη σε όλους, ενώ, σύμφωνα με το νομοσχέδιο τα 2/3 των κονδυλίων για την Υγεία θα εξοικονομηθούν από τη μείωση των τωρινών δαπανών, ενώ το υπόλοιπο θα εξοικονομηθεί από την ακύρωση ορισμένων φοροαπαλλαγών που είχε προωθήσει η κυβέρνηση Μπους, όπως για παράδειγμα αυξημένες εισφορές των ανώτερων εισοδηματικά στρωμάτων, ένας φόρος που θα ξεκινά από το 1% για όσες οικογένειες έχουν εισόδημα πάνω από 150.000 ετησίως και θα φτάνει κλιμακωτά στο 5,4% για όσες ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο.

Χρ. Μ.


ΗΠΑ Κερδοσκοπώντας πάνω στη ζωή και το θάνατο


ΗΠΑ
Κερδοσκοπώντας πάνω στη ζωή και το θάνατο
«Ουρά» ανέργων που ψάχνουν για δουλειά σε γραφείο στην Αμερική
Οταν ο δρ Εντι Πάουελ έχασε και τα δύο του πόδια εξαιτίας μίας ενδονοσοκομειακής λοίμωξης, βρέθηκε σε τρομακτικά δύσκολη οικονομική κατάσταση. Χρειαζόταν απεγνωσμένα χρήματα για να μπορέσει να εξακολουθήσει να ασκεί το επάγγελμά του και να διατηρήσει το ιατρείο του, καθώς και να στηρίζει τα τρία του παιδιά που σπούδαζαν ιατρική. Η απόγνωση τον οδήγησε στο να πουλήσει την ασφάλεια ζωής του, όπως αναφέρει πρόσφατο ρεπορτάζ του τηλεοπτικού δικτύου «ABCNews»: «Για ένα ασφαλιστήριο ζωής αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων έλαβα μερικές εκατοντάδες χιλιάδες» θα δηλώσει ο δρ Πάουελ.
Η ασφαλιστική εταιρεία «Coventry», θα ομαδοποιήσει το ασφαλιστήριο ζωής του δρ Πάουελ μαζί με άλλα και θα τα πουλήσει σε τράπεζες και σε αντισταθμιστικά κεφάλαια υψηλού κινδύνου (hedge funds*) ως επενδύσεις, που πόνταραν στο γρήγορο θάνατο του δρα Πάουελ αλλά και των υπολοίπων που πούλησαν τα ασφαλιστήρια ζωής προκειμένου να αποκομίσουν κέρδη. Κάθε μήνα σχεδόν ένας υπάλληλος της «Coventry» τηλεφωνεί στον δρ Πάουελ για να διαπιστώσει εάν ακόμη αναπνέει. Ο 61χρονος δρ Πάουελ από την άλλη πλευρά αναγνωρίζοντας το «ηλίθιο λάθος» του, δηλώνει αποφασισμένος να απαντά στον υπάλληλο της «Coventry» για πολύ καιρό: «Η γιαγιά μου έφτασε τα 115... έχουμε πολλά χρόνια μέχρι να πεθάνει ο δρ Πάουελ».
Ομόλογα «θανάτου»
Η περίπτωση του δρα Πάουελ δεν είναι η μοναδική ούτε ακραία. Οι φτωχοί ή ηλικιωμένοι εργαζόμενοι που δεν μπορούν πια να πληρώνουν τα ασφάλιστρά τους πληθαίνουν ολοένα, καθώς επιδεινώνεται διαρκώς η απελπιστική οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει εκατομμύρια άνθρωποι λόγω τη ασυδοσίας του καπιταλιστικού συστήματος.
Οταν η βιομηχανία των στεγαστικών δανείων στην Αμερική «έσκασε» το 2008, οι επενδυτικές τράπεζες της Γουόλ Στριτ άρχισαν να ψάχνουν για την επόμενη μεγάλη ιδέα που θα τους αποφέρει χρήματα και καθώς φαίνεται, όπως αναφέρει δημοσίευμα των «New York Times», πιστεύουν ότι τη βρήκαν. Αγοράζουν ασφαλιστικά συμβόλαια ζωής, κερδοσκοπώντας με τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων. «Καθορίζουν την τιμή ανάλογα με το προσδόκιμο ζωής του ασφαλισμένου. Υστερα μετατρέπουν αυτό το ασφαλιστήριο σε επενδυτικό προϊόν (ομόλογα) και το πουλάνε σε άλλους επενδυτές» αναφέρει το δημοσίευμα των «New York Times» προσθέτοντας ότι συνεχίζουν να καταβάλλουν το ασφάλιστρο προσδοκώντας στα κέρδη που θα αποκομίσουν μόλις ο ασφαλισμένος πεθάνει.Κι όσο νωρίτερα πεθάνει, τόσο περισσότερα θα είναι τα κέρδη τους: «Αν ένα ασφαλιστήριο αξίας ενός εκατομμυρίου δολαρίων αγοραστεί έναντι 400.000 δολαρίων κι ο αγοραστής έχει καταβάλει για ασφάλιστρα 100.000 δολάρια μέχρι την ώρα που θα πεθάνει ο ασφαλισμένος, θα του απομείνει κέρδος μισό εκατομμύριο δολάρια».
Στέλεχος των ασφαλιστικών εταιρειών δήλωνε κυνικά πριν λίγο καιρό στην εφημερίδα «Wall Street Journal» ότι την τελευταία πενταετία τα ασφαλιστήρια που έχουν μετατραπεί σε ομόλογα έχουν φτάσει τα 40 δισεκατομμύρια, αλλά το νούμερο αυτό αποτελεί ακόμη ένα πολύ μικρό μερίδιο των χρηματιστηριακών συναλλαγών «μίας βιομηχανίας πολλών τρισεκατομμυρίων», η οποία μάλιστα δεν ενέχει κανένα ρίσκο!
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που ωθούν στην εκτίμηση ότι η νέα αγορά ομολογοποιημένων ασφαλειών ζωής θα αποδειχθεί εκτός από ασφαλής, εξαιρετικά κερδοφόρα. Κατ' αρχάς, με την απελπιστική οικονομική κατάσταση που αντιμετωπίζουν εκατομμύρια άνθρωποι, θα αυξάνεται διαρκώς η ομάδα φτωχών ή ηλικιωμένων που δε θα μπορούν να πληρώνουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Μπορεί επίσης να έχουν άμεση ανάγκη ρευστού για να καλύψουν υποθήκες, ιατρικά έξοδα ή άλλες άμεσες ανάγκες για τους εαυτούς τους ή τους συγγενείς τους. Καθώς η οικονομική κρίση βαθαίνει, η ανεργία αυξάνεται, οι κατασχέσεις οικιών αυξάνονται αναμένεται να αυξηθούν όσοι θέλουν να απεμπολήσουν την ασφάλισή τους με χαμηλό κόστος.
Ενας δεύτερος λόγος είναι πως οι επενδυτές στοιχηματίζουν ότι οι ασφαλισμένοι θα πεθάνουν νωρίτερα από ό,τι υπολόγιζαν οι ασφαλιστικές εταιρείες που τους πρόσφεραν συμβόλαια - δηλαδή στοιχηματίζουν ότι η καμπύλη του προσδόκιμου ζωής του πληθυσμού θα σημειώσει ραγδαία πτώση. Το προσδόκιμο ζωής στις Ηνωμένες Πολιτείες ήδη παραμένει στάσιμο τα τελευταία χρόνια, ειδικά στις επαρχιακές περιοχές. Αν και το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε ελάχιστα το 2007, την τελευταία χρονιά για την οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, η τάση αυτή καταγραφόταν πριν το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης.
Βαρβαρότητα
Η πιο σημαντική συνέπεια της οικονομικής κρίσης θα είναι η τεράστια πτώση του βιοτικού επιπέδου του αμερικανικού λαού. Οι μισθοί και οι συντάξεις πέφτουν μόνιμα. Η δυνατότητα ομάδων της εργατικής τάξης να αποκτούν ένα καλύτερο επίπεδο ζωής παίρνοντας δάνεια χάρη στις ψηλές τιμές των κατοικιών έχει εξανεμιστεί, και οι υπόλοιπες μορφές πίστωσης επίσης παύουν να προσφέρονται. Ολ' αυτά αναπόφευκτα συνεπάγονται πως κατά μέσον όρο, πολλοί εργαζόμενοι θα πεθάνουν νωρίτερα.
Και τέλος, οι επενδυτές αναμένουν μεγάλες περικοπές στις κρατικές δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την πρόνοια, ως αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών του Ομπάμα για τη «μεταρρύθμιση» του συστήματος υγείας. Αφού παρέδωσε τρισεκατομμύρια δολάρια στις τράπεζες, η αμερικανική άρχουσα τάξη θέλει να περικόψει τις κοινωνικές δαπάνες, ειδικά για τα προγράμματα «Medicare» (κρατική ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ηλικιωμένων) και «Medicaid» (υγειονομική περίθαλψη). Οπως δήλωσε ο πρόεδρος Ομπάμα τον Ιούνη, «το κόστος της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αποτελεί απειλή για την οικονομία μας. Είναι ένα μεγεθυνόμενο βάρος για τις οικογένειες και τις επιχειρήσεις στη χώρα μας. Είναι μια ωρολογιακή βόμβα για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Και είναι αβάστακτο για τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Ανάμεσα στις λέξεις για «αποτελεσματικότερο σύστημα Υγείας» και τις «αχρείαστες εξετάσεις», οι επενδυτές γνωρίζουν πολύ καλά ότι το κύριο μέσο για τη μείωση του κόστους δεν είναι παρά η περικοπή παροχών και υπηρεσιών. Ολες οι προτάσεις που συζητήθηκαν στο Κογκρέσο επικεντρώθηκαν ειδικά στην περιστολή του κόστους του προγράμματος «Medicare». Τα κυβερνητικά προγράμματα δημόσιας υγείας, περιλαμβανομένου του «Medicare», υπήρξαν ένας από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής στη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Το ενδιαφέρον για τα «ομόλογα του θανάτου», πέρα από τη μακάβρια σημασία του, αποτελεί σύμπτωμα ενός γενικότερου φαινομένου: της αδηφαγίας του κεφαλαίου και της άρχουσας τάξης. Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς πιο γραφική ενσάρκωση της περιγραφής του Καρλ Μαρξ για το χαρακτήρα της άρχουσας τάξης που πλουτίζει «όχι λόγω της παραγωγής, αλλά διότι ενθυλακώνει τον ήδη διαθέσιμο πλούτο των άλλων». Η σημερινή παγκόσμια καπιταλιστική κρίση συνδέεται στενά με την αύξηση της δύναμης χρηματιστικού κεφαλαίου που συγκέντρωσε αμύθητα πλούτη με διαδικασίες που ελάχιστα πλέον σχετίζονται με την παραγωγή πραγματικής αξίας. Η μεγέθυνση της κερδοσκοπικής φούσκας που αποτέλεσαν τα δάνεια «υψηλού ρίσκου» για την απόκτηση κατοικίας αποτέλεσε εξάλλου μια προσπάθεια απόσπασης πλούτου από εκείνους που δεν είχαν. Η σημερινή κούρσα για την ανάπτυξη της αγοράς των ασφαλειών ζωής είναι η πιο πρόσφατη, αλλά όχι ασφαλώς η τελευταία, κερδοσκοπική ζαριά με την ίδια λογική.
Οι κυβερνητικές πολιτικές της τελευταίας περιόδου - υπό τον Μπους όσο και υπό τον Ομπάμα - όχι μόνο απέτυχαν να περιορίσουν την κυριαρχία αυτής της «αριστοκρατίας» αλλά στην πραγματικότητα την ενίσχυσαν, καθώς οι μεγαλύτερες τράπεζες μεγέθυναν το μονοπωλιακό τους έλεγχο στον αμερικανικό χρηματοοικονομικό τομέα. Το γεγονός ότι ο χρηματοπιστωτικός τομέας επανακάμπτει - ενδεικτικό είναι ότι οι τράπεζες καταγράφουν ρεκόρ κερδών σε σχέση με το 2008 - καθώς οι συνθήκες για την εργατική τάξη επιδεινώνονται, εκατομμύρια άνθρωποι πετιούνται έξω από τα σπίτια τους και τις δουλειές τους, σχολεία κλείνουν και κοινωνικές παροχές περικόπτονται, δεν είναι κάτι τυχαίο, δεν είναι ατύχημα. Οι δύο αυτές διαδικασίες σχετίζονται άμεσα, αποκαλύπτοντας συνάμα όλος το εύρος της βαρβαρότητας του καπιταλιστικού συστήματος.
________________________________
*Πρόκειται για εταιρείες, κυρίως οφ-σορ, που δεν υπάγονται σε έλεγχο ή εποπτεία, κατέχουν κεφάλαια και διενεργούν κερδοσκοπικές συναλλαγές (πωλήσεις «αέρα», «αρμπιτράζ» κλπ.) υψηλού κινδύνου για αποκόμιση κερδών ή αυξημένες αποδόσεις. Εχουν τη δυνατότητα να ενεργούν συναλλαγές, πολλαπλάσιες των οικονομικών τους δυνατοτήτων χρησιμοποιώντας δανειακά κεφάλαια και πιστωτικά παράγωγα.

Χρ. Μ.


«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ» ΠΛΟΥΤΟΣ Αυξάνεται επικίνδυνα όπως και η ... φτώχεια!


«ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ» ΠΛΟΥΤΟΣ
Αυξάνεται επικίνδυνα όπως και η ... φτώχεια!
Στο διάστημα 1980 - 2005, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (ομόλογα, μετοχές κ.λπ.), που συγκεντρώνουν στα χέρια τους μικρές μειοψηφίες των σύγχρονων Κροίσων του κεφαλαίου, αυξήθηκαν κατά 1.166%!
Οπου ρίξει το βλέμμα του το κεφάλαιο, που με λύσσα αναζητά νέους χώρους επένδυσης, βλέμμα δολοφονικό, η κοινωνία αρχίζει να μετρά τραγωδίες...
Associated Press
Στον έναν πόλο της κοινωνίας, σ' αυτόν των λαϊκών στρωμάτων, συσσωρεύεται πολύ μεγάλη φτώχεια, επειδή στον άλλο κοινωνικό πόλο, αυτόν των κεφαλαιοκρατών, συσσωρεύεται πάρα πολύς πλούτους.
Αν ο παραπάνω νόμος ίσχυε μία φορά την περίοδο του πρώιμου καπιταλισμού, σήμερα ισχύει εκατό και χίλιες φορές. Το επιβεβαιώνουν τα επίσημα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία στα τελευταία 25 χρόνια, από το 1980 μέχρι και το 2005, τα περιουσιακά χρηματοοικονομικά στοιχεία (μετοχές, ομόλογα κ.λπ.) διεθνώς που κατέχουν μικρές μειοψηφίες που παγκόσμιου πληθυσμού, αυξήθηκαν κατά 1.166% (δες παρακάτω). Από την άλλη, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, οι άνθρωποι που λιμοκτονούν (δαπανούν λιγότερα από 2 δολάρια τη μέρα) ξεπερνούν τα 2 δισεκατομμύρια. Στο σημερινό παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, η παραγόμενη υπεραξία ξεχειλίζει από όλες τις πλευρές. Ο πλούτος που νέμονται μικρές ομάδες κεφαλαιοκρατών είναι τέτοιος, που δεν ξέρουν τι να τον κάνουν. Αλλά πώς φτάσαμε ως εδώ; Αξίζει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ενα παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι κάποιος ξεκινάει μια νέα επιχείρηση. Προκαταβάλλει 8.000 ευρώ με τα οποία αγοράζει μέσα παραγωγής και τις αναγκαίες εργατικές δυνάμεις. Το κεφάλαιό του, για να κάνει μια πλήρη περιστροφή (σε αυτήν υπολογίζεται ο χρόνος παραγωγής του εμπορεύματος, ίσος με 8 βδομάδες και ο χρόνος κυκλοφορίας, μέχρι να καταλήξει στην αγορά, ίσος με 2 βδομάδες) χρειάζεται 10 βδομάδες. Ο επιχειρηματίας, για τις ανάγκες της παραγωγής, κάθε βδομάδα, δαπανά 1.000 ευρώ. Αρα, το ποσό των 8.000 ευρώ που προκατέβαλε, του αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των 8 βδομάδων, χρόνος που είναι αναγκαίος για την παραγωγή του εμπορεύματος. Το πρόβλημα που δημιουργείται γι' αυτόν, είναι, ότι τις δύο βδομάδες που το εμπόρευμά του βρίσκεται στο στάδιο της κυκλοφορίας, στο δρόμο για την αγορά, δεν έχει το αναγκαίο κεφάλαιο για να συνεχίσει την παραγωγική διαδικασία.
Οπότε, στο διάστημα αυτό, ή θα σταματήσει την παραγωγή, λύση ατελέσφορη και απορριπτέα για την επιχειρηματική λογική, ή θα αναγκαστεί να εξεύρει τις 2.000 ευρώ, ώστε την 9η και 10η βδομάδα (χρόνος κυκλοφορίας του κεφαλαίου) το κεφάλαιο να συνεχίσει να αξιοποιείται. Εστω, ότι τις βρήκε τις 2.000 ευρώ και η παραγωγή συνεχίζεται απρόσκοπτα. Στο τέλος της 10ης βδομάδας, επαναρέουν στην επιχείρηση, τα 8.000 ευρώ, που προήλθαν από την πώληση του εμπορεύματος. Με την πώληση αυτή, ολοκληρώνεται η πρώτη φάση, μιας πλήρους περιστροφής του κεφαλαίου. Στη δεύτερη φάση της περιστροφής, ξοδεύει σταδιακά τα 2.000 ευρώ πρόσθετο κεφάλαιο και τα 8.000 ευρώ. Αλλά στο ενδιάμεσο, μέχρι τη 10η βδομάδα, το υπόλοιπο του κεφαλαίου του κάπου πρέπει να το έχει φυλαγμένο. Το ρόλο αυτό, τον αναλαμβάνει η τράπεζα.
Πρόκειται για ένα απλό παράδειγμα (όπου δεν παίρνεται υπόψη η παραγωγή της υπεραξίας) από το οποίο φαίνεται ότι η βάση του σύγχρονου πιστωτικού συστήματος, είναι το βιομηχανικό κεφάλαιο. Οτι οι προκαταβολές του παραγωγικού κεφαλαίου και αναζήτηση πρόσθετου κεφαλαίου, δικαιολογούν το ρόλο ύπαρξης και λειτουργίας των σύγχρονων τραπεζών.
Γιγαντώθηκε η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση...
Το παράδειγμα που αναφέραμε αντιστοιχεί στις πρώτες φάσεις της λειτουργίας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, που μπορούμε να την τοποθετήσουμε στα τέλη του 17ου - αρχές του 18ου αιώνα. Από τότε ο καπιταλισμός προόδευσε... Η βιομηχανική επανάσταση και στη συνέχεια η έκρηξη των νέων τεχνολογιών, η υποταγή τους στο κεφάλαιο, το οποίο τις χρησιμοποιεί για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, η καταλήστευση επί αιώνες των αποικιών, αλλά και η ίδια η πρόοδος του πιστωτικού συστήματος, το οποίο συγκεντρώνει τις σκόρπιες καταθέσεις των μικροαποταμιευτών και τις μετατρέπει σε μια γιγάντια δύναμη, στην υπηρεσία του βιομηχανικού και του εμπορικού κεφαλαίου, έχουν οδηγήσει τη συσσώρευση του κεφαλαίου σε πρωτοφανή επίπεδα.
Σε μια ενδιαφέρουσα ομιλία του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Ν. Γκαργκάνας, στο Ελληνοβρετανικό Επιμελητήριο στις 11 Ιούλη με θέμα «Διεθνές Πιστωτικό Σύστημα: Προκλήσεις και Προοπτικές», παρέθεσε τα ακόλουθα στοιχεία, που αφορούν στην πορεία της αύξησης του παγκόσμιου πλούτου: «Πρώτον, τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν τραπεζικές καταθέσεις, ιδιωτικά και κρατικά χρεόγραφα και μετοχικούς τίτλους, έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά τόσο ως απόλυτο μέγεθος όσο και ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η αξία των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ήταν 12 τρισεκατομμύρια δολάρια ή περίπου το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 1980, 64 τρισεκ. δολάρια ή περίπου το 200% του παγκόσμιου ΑΕΠ στο τέλος του 1995 και 140 τρισεκατομμύρια δολάρια ή πάνω από 300% του παγκόσμιου ΑΕΠ στο τέλος του 2005».
...και η κερδοσκοπία
Πάντα κατά τον κ. Γκαργκάνα, «τα λεγόμενα "παράγωγα" (δηλαδή μια νέα κατηγορία σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων που βασίζονται σε/ ή "παράγονται" από παραδοσιακά χρεόγραφα, μετοχικούς τίτλους, συνάλλαγμα κ.λπ.), έχουν παρουσιάσει εκπληκτική εξέλιξη, καθώς η ονομαστική αξία τους σχεδόν εικοσαπλασιάστηκε μεταξύ του 1995 και του 2006, οπότε έφτασε τα 327 τρισεκατομμύρια δολάρια ή περίπου το 600% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ το 1980 ήταν αμελητέα».
Πρόκειται για εντυπωσιακά στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν με απόλυτο και ευθύ τρόπο, τη δύναμη πυρός που έχει συγκεντρώσει στα χέρια του το πολυεθνικό τραπεζικό κεφάλαιο. Το ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία (καταθέσεις, ομόλογα, μετοχές) που διαχειρίζονται σήμερα οι διεθνείς τράπεζες, είναι κατά πολύ μεγαλύτερα από την αξία του παγκόσμιου ΑΕΠ (300% στην πρώτη περίπτωση και 600% στην περίπτωση των διαβόητων "παράγωγων") απλώς καταδεικνύει τις αχαλίνωτες κερδοσκοπικές τάσεις του σύγχρονου καπιταλισμού, ο οποίος μέσα από το «φούσκωμα» των τιμών στις διάφορες αγορές (Χρηματιστήρια, αγορές ομολόγων κ.λπ.) και τα συνακόλουθα σκαμπανεβάσματα των τιμών, ξεπουπουλιάζει τους μικρούς παίκτες, αυτούς που πίστεψαν στο παραμύθι του εύκολου και άκοπου πλουτισμού.
Το σύστημα λειτουργεί με την αρχή της γεωμετρικής προόδου. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αντιστοιχούσαν το 2005 στο 300% του παγκόσμιου ΑΕΠ και τα «παράγωγα» χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία στηρίζονται στις διακυμάνσεις των τιμών των ομολόγων, των χρηματιστηριακών δεικτών, των μετοχών, του συναλλάγματος, αντιστοιχούν στο 600% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Το ίδιο το σύστημα, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, προσομοιάζει σήμερα με μια γιγάντια κερδοσκοπική φούσκα. Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο ζει και τρέφεται από την κερδοσκοπία.
Προβλήματα... αξιοποίησης
Κατ' αρχάς, τα ίδια τα στοιχεία της συγκέντρωσης πρωτόγνωρου πλούτου, που διαχειρίζονται σήμερα οι διεθνείς τράπεζες, επιβεβαιώνουν μια μεγάλη αλήθεια. Οτι οι υλικές προϋποθέσεις για το πέρασμα από τον καπιταλισμό σε μια ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, στη σοσιαλιστική κοινωνία, είναι υπερώριμες. Η ίδια η εξέλιξη της πορείας του συστήματος το επιβεβαιώνει. Η ολιγαρχία του διεθνούς κεφαλαίου έχει σήμερα στα χέρια της μια τεράστια συγκέντρωση πλούτου. Πλούτος, ο οποίος αν διατιθόταν για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών, για να έχουν όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη, τροφή, στέγη, καθαρό πόσιμο νερό, υγειονομική περίθαλψη, αξιοπρεπή δουλιά, εκπαίδευση, θα λειτουργούσε σαν μια τεράστια προωθητική δύναμη, που θα κινούσε τις κοινωνίες μπροστά.
Αν ο πλούτους αυτός βρισκόταν στην υπηρεσία κοινωνικών αναγκών, θα άνοιγε νέους ορίζοντες στην ανθρωπότητα. Η κεφαλαιοκρατική του όμως αξιοποίηση, όχι μόνο δεν επιτρέπει την επίλυση οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων, αλλά, ακόμα χειρότερα, λειτουργεί σαν μια δύναμη, απόλυτα εχθρική προς τις κοινωνικές ανάγκες. «Ο ανταγωνιστικός κοινωνικός χαρακτήρας του υλικού πλούτου - η αντίθεσή του προς την εργασία, σαν μισθωτή εργασία - εκφράζεται στην ιδιοκτησία του κεφαλαίου σαν τέτοια»*. Με άλλα λόγια, ο κοινωνικά παραγόμενους πλούτος, μέσα σε καπιταλιστικό κέλυφος, δεν προσφέρεται για την επίλυση των οξύτατων κοινωνικών προβλημάτων της ανθρωπότητας, αλλά για να αναπαράγει σε συνεχώς διευρυνόμενους κύκλους την ανταγωνιστική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας. Πιο άπλα, ο τεράστιος αυτός πλούτος, χρησιμοποιείται από τους κατόχους του, για να τους φέρει μεγαλύτερο πλούτο, και από την άποψη αυτή, δημιουργούνται σήμερα για την ανθρωπότητα μια σειρά έκρυθμες και επικίνδυνες καταστάσεις.
Η κεφαλαιοκρατική αξιοποίηση του πλούτου ευθύνεται σήμερα για την οξεία μορφή που έχει πάρει το αποκαλούμενο φαινόμενο του θερμοκηπίου, η αλλαγή των κλιματικών αλλαγών. Η ανάγκη αξιοποίησης του «λανθάνοντος» κεφαλαίου, που συσσωρεύεται από την καπιταλιστική παραγωγή, ευθύνεται για τους δεκάδες πολέμους που βρίσκονται σε εξέλιξη σήμερα στον πλανήτη. Η ανάγκη αξιοποίησης του πλεονάζοντος κεφαλαίου, που με χυδαιότητα διαφημίζουν σήμερα οι κάτοχοί του και οι πληρωμένοι λακέδες τους, απαιτεί τη δημιουργία νέων αγορών. Το πλεονάζον αυτό κεφάλαιο θα τοποθετηθεί στις πρώην ΔΕΚΟ, αλλά και πάλι περισσεύει. Ρίχνει το βλέμμα του στις παραλίες, οι οποίες, ω! του θαύματος, γεμίζουν φράκτες, στα δάση, τα οποία... ξαφνικά παίρνουν φωτιά, στους ορεινούς όγκους, οι οποίοι μεταμορφώνονται σε χιονοδρομικές πίστες, δρόμους, ξενοδοχεία. Οπου ρίξει το βλέμμα του το κεφάλαιο που με λύσσα αναζητά νέους χώρους επένδυσης, βλέμμα δολοφονικό, η κοινωνία αρχίζει να μέτρα τραγωδίες. Είπαμε, οι υλικές προϋποθέσεις σήμερα για να περάσει η ανθρωπότητα σε ανώτερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης είναι υπερώριμες...
* Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο» (τόμος τρίτος σελ. 449).

Θανάσης ΚΑΝΙΑΡΗΣ


Από τη δράση του Κόμματος σ' ένα χώρο δουλιάς στα 1980


Από τη δράση του Κόμματος σ' ένα χώρο δουλιάς στα 1980
Σα σηκωνόταν το βαπόρι κομμάτι - κομμάτι στο ναυπηγείο, το βλέπαμε και λέγαμε μεταξύ μας: Για κοίτα, τι καταφέρνουμε με τη δουλιά μας. Σα να μην το πιστεύαμε ότι μπορούσαμε. Σα να θέλαμε να πειστούμε και εμείς, που το φτιάχναμε, πως τούτο το έργο είναι δικό μας. Παράξενο, μα όχι ανεξήγητο. Γιατί αυτό το έργο ήταν δικό μας, μα δε μας ανήκε. Ξέραμε πως με τη δουλιά μας κάναμε κατορθώματα σαν το βαπόρι, μα το βαπόρι ήταν του εφοπλιστή και η δουλιά μας του ναυπηγείου, γιατί αυτοί πλήρωναν, είχαν τα λεφτά, τον πλούτο. Εμείς; Τίποτα παραπάνω και τίποτα λιγότερο από τη δουλιά μας. Που μας την έπαιρναν για ένα μεροκάματο. Και τι μεροκάματο! Του τρόμου και της φωτιάς! Να μπαίνεις το πρωί στο ναυπηγείο και να μην ξέρεις αν θα σχολάσεις... Αλλιώς πού τα βρήκαν τα λεφτά; Και σα να ξεστράτιζε κάποτε αυτή η κουβέντα μπροστά στο δικό μας κατόρθωμα αναφωνούσαμε: Τι θα 'καναν αυτοί που παίρνουν τον κόπο μας και τη ζωή μας χωρίς εμάς; Αλήθεια, τι μπορούν να κάνουν; Ενώ εμείς χωρίς αυτούς; Θαύματα. Ετσι τα βλέπαμε τότε, στ' Αμπελάκια της Σαλαμίνας.
Οταν «δέναμε» το σίδερο...
Η δουλιά στο ναυπηγείο κόλαση. Το καλοκαίρι, όταν ο ήλιος ανεβάσει θερμοκρασία στους 40 βαθμούς, η λαμαρίνα γιανγκίνι1, 60 βαθμούς και βάλε. Και συ να την παλεύεις να γίνει βαπόρι. Μα, και το σκεπαστό ήταν όλο λαμαρίνα. Ψηνόσουν σε φούρνο κι αυτό το 'λεγαν δουλιά. Και στο καρνάγιο2, πάνω στο βαπόρι; Οχτάωρο στους 40 υπό σκιάν χωρίς σκιά είναι μαρτύριο. Και να 'ταν μόνον η φωτιά του ήλιου...

Το χτίσιμο του βαποριού θέλει το ίδιο φωτιά. Φωτιά να λιώνει σίδερο. Για να κόψεις τη λαμαρίνα, δουλεύει ο κόφτης με τ' οξυγόνο και την ασετιλίνη. Να συναρμολογήσεις τα κομμάτια, θέλει ηλεκτροκόλληση, τσιμπίδα τη λέει ο μάστορας και μαζί με τη φλόγα στους 3.000 βαθμούς, βγάζει και ακτινοβολία. Μα, το μέταλλο πρέπει να 'ναι καθαρό για να το δουλέψεις. Και το χτυπά η αμμοβολή για να φύγει η σκουριά. Φωτιά και σίδερο μαζί κι ιδρώτας ασταμάτητος. Και εκείνη η σκόνη της αμμοβολής σού κόβει την ανάσα.
Μα και το χειμώνα δεν είναι καλύτερα. Το σίδερο παγώνει. Μηδέν θερμοκρασία... Και η σόμπα με τα ξύλα, δική μας κατασκευή, αγκομαχάει να στείλει τη θέρμη της, μα δεν τα καταφέρνει. Ο χώρος ανοιχτός κι η θάλασσα με τον αέρα στην μπούκα του ναυπηγείου.
Σ' αυτήν την κόλαση παίζεις τη ζωή «κορόνα γράμματα». Τρέμεις μην πιάσει φωτιά το ντακίμι3από την αναρρόφηση, την ώρα που δουλεύει ο κόφτης και σκάσει η μπουκάλα της ασετιλίνης γιατί δεν έχει βαλβίδα αντεπιστροφής. Και όταν σκάσει, είναι σκέτη βόμβα διασποράς.... Αλλά και οι σκαλωσιές στο βαπόρι δεν πάνε πίσω. Πρόχειρες, χωρίς προστασία και ασφάλεια. Και ολόγυρα, οι γερανοί να κουβαλούν πάνω από τα κεφάλια μας τα κομμάτια των βαποριών, που κρέμονταν σαν τον χάρο ζωντανό κάθε μέρα κι όλη μέρα.
Και αν έλεγες κουβέντα για δικαιώματα, «σ' έτρωγαν» αυθωρεί και παραχρήμα... Πού να μιλήσεις ανοιχτά... Διευθυντής ένας απόστρατος του Πολεμικού Ναυτικού, που έσπερνε φόβο...
Ηταν στα 1980. Στήναμε, θυμάμαι, δυο κοντέινερ - φορτηγά,4 ένα φέρι - μποτ παντόφλα5και ένα εκπαιδευτικό του Πολεμικού Ναυτικού, ταυτόχρονα.
Κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, με πρωθυπουργό τον Ράλλη και ο κατ' όνομα υπουργός Εργασίας Λάσκαρης να θέλει να καταργήσει την πάλη των τάξεων! Τέτοια φιλοδοξία... Για να κάνουν τη δουλιά τους τ' αφεντικά χωρίς σκοτούρες από το κίνημα... Με τους απόστρατους στις Διευθύνσεις των επιχειρήσεων... Και σήμερα, με το ΠΑΣΟΚ, τα ίδια και χειρότερα. Ο βιολιτζής άλλαξε, μα ο χαβάς είναι ο ίδιος.

Η δουλιά - δουλιά, η κόλαση - κόλαση και η αγανάκτηση να περισσεύει. Το μεροκάματο του τρόμου φτηνό, πού να φτάσει να θρέψει οικογένεια. Μ' όποιον εργάτη μιλούσες, σου 'λεγε: Δεν πάει άλλο, κάτι πρέπει να γίνει. Και τι μπορούσε να γίνει; Αγώνας, αλλά πώς;
Να πάμε γι' απεργία
Ετσι άρχισε να ζυμώνεται η ιδέα της απεργίας. Ηταν και η δική μας δουλιά με τους εργάτες, που πάσχιζε να φουντώσει τη δύναμή τους, που είναι καταλαγιασμένη, σα να την έχουν υπνωτίσει. «Κρυφή» δουλιά, γιατί με τη φανερή σ' έτρωγε ο απόστρατος...
Οι δυνάμεις μας λίγες, στα δάχτυλα των δυο χεριών. Είχαμε και μερικές εφεδρείες. Η δουλιά γινόταν μ' όλες τις προφυλάξεις. Καθένας στο πόστο του. Σε ποιον θα μιλήσεις ανοιχτά, σε ποιον θα δοκιμάσεις με τρόπο να μιλήσεις, για να δεις «τι καπνό φουμάρει», να μετρήσεις αγωνιστικές διαθέσεις, να δημιουργήσεις εκεί που δεν υπάρχουν... Δουλιά και μέσα στο χώρο, μα και εκτός δουλιάς... Μαζί και η απ' έξω βοήθεια των συντρόφων.
Η ανταπόκριση από τους εργάτες; Ο εργάτης, σαν τον αφουγκραστείς και του μιλήσεις στη γλώσσα του, σαν του πεις αυτά που είναι τα δίκια του, θα σε πάει ο ίδιος στο «διά ταύτα». Στο τι κάνουμε. Και από δω ξεκινά η δική σου δουλιά.
Ετσι αρχίσαμε να μιλάμε για την απεργία. Το ρίξαμε στον κόσμο, για να δούμε, αν το κάνει δικό του ζήτημα. Δεν ήταν και εύκολο. Γιατί, θα μου πείτε, ποιος δεν το 'θελε; Μα, το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Καθένας ρωτούσε στην κουβέντα: Συμφωνούν όλοι; Θα έρθουν όλοι; Και μεις έπρεπε να το εξασφαλίσουμε, πείθοντάς τους γι' αυτό που καθένας χωριστά είχε αμφιβολία. Επρεπε να γίνει δική τους υπόθεση. Να πειστούν καθένας από τον συνάδελφό του για τη συμμετοχή τους στη μάχη που θα δίναμε. Δεν τους έφτανε η εμπιστοσύνη σ' αυτά που τους λέγαμε. Επρεπε να σπάσει η αμφιβολία. Η πείρα τους δεν έφτανε να δώσει τη δύναμη της κοινής συνείδησης του αγώνα σ' όλους τους εργάτες. Συνείδηση, που για καθέναν χωριστά ήταν στα σπάργανα.

Σωματείο στο χώρο δεν υπήρχε. Τα κλαδικά της Ζώνης (τότε δεν υπήρχε ακόμη το σημερινό συνδικάτο), όσο και αν ήταν το αποκούμπι, δούλευαν χωριστά. Ηταν και ο συσχετισμός δύναμης όχι σ' όλα ευνοϊκός. Και δεν είχε να κάνει μόνο με τα εκλεγμένα στελέχη της ΝΔ. Μα και μ' αυτά του ΠΑΣΟΚ και κάποιες περίεργες συμπράξεις τους με τους εργατοπατέρες «Διάκους»6. Ητανε, βλέπεις, ο καιρός που προαλειφόταν το ΠΑΣΟΚ για την εξουσία και έδινε εξετάσεις στους κυρίαρχους. Και σ' αυτό που έδινε εξετάσεις, ήταν ένα: «Μπορεί να κάνει ζάφτι το κίνημα;».
Ξέραμε πως μόνο αν καταφέρναμε την εξασφάλιση ενότητας δράσης των εργατών του ναυπηγείου μπορούσε να γίνει και κοινή συνδικαλιστική δράση των κλαδικών σωματείων και απεργιακή κάλυψη. Που ήταν σημαντικό ζήτημα για την επιτυχία μιας απεργίας, αν την αποφασίζαμε.
Βγήκαν ορισμένοι, δυο ή τρεις από τις δυνάμεις μας πιο μπροστά. Και μετρήσαμε μια σειρά λόγους για το ποιοι θα 'ναι αυτοί. Από το προσωπικό κύρος καθενός, μέχρι την ικανότητα να συσπειρώνει, να εκλαϊκεύει, αλλά και, στο ενδεχόμενο απόλυσης, ποιος θα έχει τα λιγότερα προβλήματα από την άποψη των υποχρεώσεων της ζωής (οικογένεια, παιδιά κλπ.).
Κύρος είχαμε όλοι. Ηταν καθήκον να το έχουμε. Οχι με την κουβέντα. Ο εργάτης σε μέτραγε με τη δουλιά σου. Ησουν καλός στη δουλιά; Σε σεβόταν. Και είμαστε πρώτοι στη δουλιά. Το 'χαμε κριτήριο και φιλοδοξία μαζί. Να μην μπορεί ο εργοδηγός σου να σου βρει κουσούρια. Αυτό μας έσωσε μετά και από την απόλυση.
Να χτίσουμε γερό Κόμμα
Ενα ξεχωριστό και ανεξάρτητα από την απεργία καθήκον, ήταν η ιδιαίτερη δράση για την ανάπτυξη της Οργάνωσης. Από την κουβέντα για την πολιτική του Κόμματος, έως την οικονομική ενίσχυση και πάνω απ' όλα τη διάδοση του «Ριζοσπάστη». Να ξεχωρίσουμε οπαδούς δραστήριους, να ενισχύσουμε την πολιτική επιρροή με συσπείρωση εργατών στο Κόμμα, να οργανώσουμε εργάτες στο Κόμμα, να στρατολογήσουμε. Και η διάδοση του «Ριζοσπάστη» δεν ήταν εύκολη δουλιά. Να μπει μέσα στο ναυπηγείο, αλλά και να δοθεί σε ανθρώπους μέσα στο χώρο δουλιάς ήταν δύσκολο. Μα, έπρεπε να γίνει. Ηταν συστατικό στοιχείο της δουλιάς για την ανάπτυξη της ΚΟΒ, για τη στρατολογία. Ηταν δοκιμασία και για μας και για τους μέλλοντες συντρόφους μας. Και έπρεπε να γίνει με τρόπο, που να μην το πάρουν χαμπάρι και μας «καρφώσουν». Γιατί δεν έλειπαν οι ρουφιάνοι...
Το περίπτερο στο Πέραμα (είναι εκεί ακόμη) έπρεπε να μας φέρνει καθημερινά τρία φύλλα, (τόσα μπορούσαμε να δίνουμε τότε πέρα από τα δικά μας) και ένας έπρεπε καθημερινά να τα μεταφέρει μέσα στο χώρο και να τα μοιράζει, χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι. Πώς θα έμπαιναν μέσα στο χώρο;
Και, όμως, ήταν εύκολο. Ο «Ρίζος» έμπαινε στον κόρφο μας, κάτω από το πουκάμισο και με τρόπο, που να μη δίνει στόχο. Τα καταφέρναμε καλά. Και μέσα στο χώρο είχαμε συμφωνήσει τον τρόπο που θα τον δίναμε στους οπαδούς, έτσι που να μην γίνουμε αντιληπτοί.
Είχε μπει Ιούλης μήνας. Τα σινιάλα από τους εργάτες για την απεργία καλά. Μα, υπήρχε ακόμη ένα ζήτημα σημαντικό: Πότε πρέπει να γίνει η απεργία για να έχει πιθανότητες επιτυχίας; Πώς μπορεί να πιεστεί η εργοδοσία; Γιατί αν δεν κάνει πίσω και τραβήξει η απεργία, αυτοί που θα 'ναι σε δύσκολη θέση είναι οι εργάτες. Επρεπε να μάθουμε τι γίνεται με τα βαπόρια. Υπάρχουν προθεσμίες για να πέσουν στη θάλασσα και αν εξαντληθούν υπάρχουν ρήτρες; Και το μάθαμε. Τώρα ήμασταν σχεδόν έτοιμοι.
Μόνο που χρειαζόταν και μια γενική δοκιμή. Αφορμή ψάχναμε να βρούμε. Γενική δοκιμή για να μετρήσουμε στην πράξη διαθέσεις. Αφορμή μεγάλη ήταν η έλλειψη νερού στο κατακαλόκαιρο, κάποτε και για τρεις μέρες. Αλλά στις 28 Ιούλη του '80, η εργοδοσία της ΕΤΜΑ δολοφονούσε την Σωτηρία Βασιλακοπούλου έξω από το εργοστάσιο. Τώρα δε θέλαμε αφορμή. Υπήρχε αιτία απάντησης στην εργοδοσία όχι μόνο της ΕΤΜΑ.
Στις 29 Ιούλη το πρωί, οι συνήθειές μας άλλαξαν πηγαίνοντας στη δουλιά. Επρεπε τώρα να συνδυάσουμε την απάντηση στη δολοφονία με τη γενική δοκιμή. Μοιράσαμε τους χώρους για να κάνουμε δουλιά, καλώντας σε στάση εργασίας. Οι δυο που βγαίνανε πιο ανοιχτά και δυο παλιοί εργάτες, οπαδοί του Κόμματος, που το πρότειναν οι ίδιοι. Είχαμε τρία τέταρτα καιρό για να οργανώσουμε στάση εργασίας. Αν υπήρχαν δυσκολίες, έπρεπε οι τέσσερις να ανταλλάξουν γνώμη μετά την κουβέντα στους χώρους, για το αν θα προχωρήσουμε. Δε χρειάστηκε πολύ. Σε μία ώρα μετά το ξεκίνημα της δουλιάς, το ναυπηγείο «νέκρωσε». Φαινόταν αυθόρμητο, αλλά ήταν οργανωμένο. Εγινε συγκέντρωση και μιλήσαμε για το λόγο της στάσης, που ήταν συμβολική για μια ώρα. Οταν το πήρε χαμπάρι η Διεύθυνση έστειλε τον απόστρατο με απειλές και εκβιασμούς. Μα, τα γεγονότα πήραν το δρόμο που επέβαλε η θέληση των εργατών. Ηταν ένα βήμα ωριμότητας.
Εγινε μάχη...
Μετά τις άδειες του καλοκαιριού, αρχές Σεπτέμβρη, έγινε γενική συνέλευση, αποφασίστηκαν τα αιτήματα και ο χρόνος της απεργίας. Αλλά δεν ήταν «αναίμακτη». Μόλις κοινοποιήθηκε στην εργοδοσία, η ίδια προχώρησε σε απολύσεις. Τέσσερις συνολικά, αυτοί που φαίνονταν σαν επικεφαλής της κίνησης στη στάση εργασίας του Ιούλη.
Η συμμετοχή στην απεργία καθολική. Πρώτο αίτημα, πλέον, η ανάκληση των απολύσεων. Τότε γίνεται δεύτερο βήμα επίθεσης από την εργοδοσία. Κάποιον από τους απολυμένους τον θεώρησαν αδύνατο κρίκο. Του κάνουν πρόταση να πάρει αυτός και οι άλλοι τρεις απολυμένοι 350.000 δραχμές πάνω από την αποζημίωση, προκειμένου να φύγουν από τη δουλιά. Αν πετύχαινε, έσπαγε το ηθικό των εργατών, έσπαγε η απεργία. Και πού να ξανασηκώσει κεφάλι το κίνημα... Το ποσό μεγάλο για την εποχή. Το μέσο μεροκάματο ήταν τότε στο χώρο 1.100 δραχμές. Μα, δεν είχε κανείς σκοπό να λερώσει το κούτελο στο βούρκο του κλεμμένου από τ' αφεντικά πλούτου, «πουλώντας» τους συναδέλφους τους και τον αγώνα. «Η τιμή τιμή δεν έχει και χαράς τον που την έχει». Και δεν την παζάρεψαν. Για να κοιτούν ίσια στα μάτια το συνάδελφο και να δένονται στην αξία της ταξικής αλληλεγγύης. Αυτή τους η περηφάνια δε χωρά να ζυγιαστεί ούτε μ' όλο τον πλούτο του κόσμου. Βγήκαν και οι τέσσερις μπροστά στους εργάτες με το κεφάλι ψηλά και το καταγγείλανε.
Μα και οι εργοδηγοί δεν υπόγραφαν. Γιατί να υπογράψουν απόλυση για τους καλύτερους εργάτες και μαστόρους; Που δεν κάνουν κοπάνες από τη δουλιά; Που είναι συνεπείς σε όλα; Αυτά είπαν και υπογραφή δεν έβαλαν.
Η απεργία κράτησε σαράντα μέρες. Μπήκαμε στο ναυπηγείο νικητές ως προς την ικανοποίηση των αιτημάτων της απεργίας.
Μα η δική μας δράση δε σταματούσε εκεί που έφταναν τα καθήκοντα για την απεργία. Η διάδοση του «Ριζοσπάστη» συνεχίστηκε ακόμη πιο εντατικά. Αυξήθηκαν τα φύλλα. Το ίδιο και η ιδιαίτερη δουλιά με τους οπαδούς, που ήταν μπροστάρηδες στον αγώνα. Αλλωστε, για μας, η υπόθεση της απεργίας ήταν ένα το κρατούμενο. Το μέτρημα, όμως, της δικής μας δουλιάς ήταν διαφορετικό. Πόσο δυνάμωσε το Κόμμα;
Βοήθησε και η καθημερινή παρουσία του συντάκτη από το Εργατικό Τμήμα της εφημερίδας, αλλά και το γεγονός ότι ο «Ριζοσπάστης», με το ρεπορτάζ από τη 40ήμερη απεργία, ήταν ο καθημερινός σύντροφος των εργατών. Οι πιο πολλοί, καθημερινά, μας ζητούσαν να τον διαβάσουν. Βεβαίως, λιγότεροι αγόραζαν. Ο φόβος συνέχιζε να υπάρχει, παρά το γεγονός ότι είχαν σπάσει τα «στεγανά» με το Κόμμα και την εφημερίδα.
Ο Γιώργος περνά στο δικό μας κατώφλι
Μα, δε μας έφτανε ούτε αυτό. Οργανώσαμε εργάτες στην ΚΟΒ; Εναν από τους τρεις «Ριζοσπάστες» τον αγόραζε καθημερινά ο Γιώργος. Καλός εργάτης, συνεπής στη δουλιά του, χαιρόσουν να τον έχεις βοηθό, και μάλλον χαμηλών τόνων. Μα έκανε καλή δουλιά, όπως και εμείς μαζί του. Ηταν μια από τις στρατολογίες, που έγιναν στη διάρκεια της απεργίας. Τη δουλεύαμε ένα χρόνο πριν. Καθημερινά, ασίγαστα, τραβώντας την κουβέντα έξω από τα στενά όρια της κατάστασης στο χώρο δουλιάς. `Η, πιο σωστά, δέναμε την πραγματικότητα της ζωής στο ναυπηγείο με την πολιτική και την εξουσία της πλουτοκρατίας. Φτάναμε με απλό τρόπο να τον κάνουμε να συνειδητοποιήσει, όχι μόνο την ανάγκη διεκδίκησης των δικαιωμάτων, αλλά το γιατί δεν ικανοποιούνται αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εργοδοσία πλουτίζει από τη δουλιά μας. Και αυτό πρέπει να το αλλάξουμε. Μα, δε φτάνουν οι αγώνες των συνδικάτων για μια τέτοια ριζική αλλαγή. Χρειάζεται να αλλάξει η κοινωνία. Γι' αυτό θέλει ισχυρό ΚΚΕ. Οχι μόνο με την ψήφο. Μα, και με τη συμμετοχή στις γραμμές του ολοένα και περισσότερων εργατών. Γιατί η κοινωνική απελευθέρωση θέλει σκληρούς αγώνες, αντίστασης και ανατροπής της εξουσίας των εργοδοτών. Και ο Γιώργος άκουγε και συμφωνούσε. Ωσπου ήρθε η ώρα της μεγάλης απόφασης. Βοήθησε και η απεργία, ο αγώνας. Μα, χωρίς την προηγούμενη κρυφή, δραστήρια, στοχοπροσηλωμένη δουλιά, με το «Ρίζο», με την κουβέντα, με την οικονομική δουλιά, με τη χρέωση να κάνει δουλιά ο ίδιος σε άλλους εργάτες, δε θα γινόταν το ποιοτικό βήμα της ένταξης στις γραμμές του Κόμματος. Και δεν ήταν η μοναδική στρατολογία. Η ΚΟΒ δυνάμωσε κι άλλο, σχεδόν διπλασιάστηκε. Το Κόμμα αύξησε την πολιτική, αλλά και εκλογική επιρροή του στις εκλογές του 1981. Αυξήθηκε η κυκλοφορία του «Ριζοσπάστη». Και όλ' αυτά εκφράστηκαν στην επόμενη μεγάλη κινητοποίηση στα 1982. Κράτησε πολλούς μήνες. Και ανεξάρτητα από την έκβασή της, το πιο μεγάλο όφελος ήταν η δύναμη που έδωσαν οι εργάτες στο Κόμμα.
1. Γιανγκίνι: Υπερβολική θερμότητα, καταστροφική, από φωτιά.
2. Καρνάγιο: Το μέρος, δίπλα στη θάλασσα, όπου κατασκευάζεται το βαπόρι, έτσι που να μπορεί να καθελκυστεί όταν είναι έτοιμο.
3. Ντακίμι. Σημαίνει δυο πράγματα κολλητά, δίπλα - δίπλα. Ονομάζεται έτσι, γιατί τα λάστιχα του κόφτη είναι δυο μαζί, ένα για το οξυγόνο και ένα για την ασετιλίνη.
4. Κοντέινερ: Βαπόρι που μεταφέρει τα κοντέινερ.
5. Φέρι - μποτ παντόφλα: Αυτά που κάνουν κοντινές αποστάσεις, μεταφέροντας αυτοκίνητα.
6. Διάκος: Εργατοπατέρας συνδικαλιστής στους ελασματουργούς του Πειραιά.

Λ.




ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΓΕΝΑΡΗ - ΟΚΤΩΒΡΗ 1994
Το έλλειμμα ξεπέρασε τα 11 δισ. δολάρια
Συνεχίζεται η διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος, που αποτελεί σήμα κινδύνου για τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας, ενώ διευρύνεται και ο εξωτερικός δανεισμός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, που στο 10μηνο του 1994 έφτασε τα 6,164 δισ. δολάρια
Στα 11,031 δισ. δολάρια εκτινάχτηκε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας το δεκάμηνο Γενάρη - Οκτώβρη 1994. Σε απειλητικά επίπεδα εξάλλου κινείται και ο δημόσιος εξωτερικός δανεισμός, ο οποίος σε σχέση με το 1992, αυξήθηκε κατά 113,2% και κατά33,3% ως προς το 1993.Στοιχεία ενδεικτικά, τα οποία απεικονίζουν ανάγλυφα τη χρεοκοπία της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και τα αδιέξοδα της ελληνικής οικονομίας, η οποία κινδυνεύει με περιθωριοποίηση και αφανισμό της παραγωγικής της βάσης. Τα οικονομικά προγράμματα "πειθαρχίας" που έχει επιβάλει το δυτικοευρωπαϊκό κεφάλαιο μέσω του Κοινοτικού Διευθυντηρίου, σε συνδυασμό με τους άνισους όρους ανταγωνισμού, επιδρούν καταλυτικά και διαβρωτικά και στις οικονομικές συναλλαγές της χώρας με το εξωτερικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, το δεκάμηνο Γενάρη - Οκτώβρη 1994:
  • Οι εξαγωγές έφτασαν τα 4,220 δισ. δολάρια, έναντι 4,170 δισ. το 1993 και 5,029δισ. δολάρια το 1992.
  • Οι εισαγωγές έφτασαν τα 15,251 δισ. δολάρια έναντι 14,384 δισ. το 1993 και16,684 δισ. δολάρια το 1992.
  • Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου έφτασε τα 11,031 δισ. δολάρια έναντι 10,214δισ. το 1993 και 11,655 δισ. δολάρια το 1992.
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, το εμπορικό έλλειμμα είναι μεγαλύτερο κατά 8% σε σχέση με το 1993, αλλά αρκετά μικρότερο από το 1992. Η εξέλιξη αυτή απεικονίζει το βάθεμα της οικονομικής ύφεσης μεταξύ 1992 και 1994, η οποία οδήγησε σε μείωση τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών. Οι τελευταίες, πάντως, μειώθηκαν με ταχύτερους ρυθμούς, απ' ό,τι οι εισαγωγές, κάτι που εξηγείται από την επιτάχυνση της εισαγωγικής διείσδυσης ξένων εμπορευμάτων στην ελληνική αγορά σε συνδυασμό με τη μειωμένη παραγωγή εμπορευμάτων του ελληνικού μεταποιητικού τομέα.
Επικίνδυνη έξαρση όμως παρουσιάζει και η προσφυγή του δημόσιου τομέα στον εξωτερικό δανεισμό για την κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Μεταξύ του 1992 και του 1994ο εξωτερικός δανεισμός του ευρύτερου δημόσιου τομέα και της Τράπεζας της Ελλάδος, αυξήθηκε κατά 113%. Ειδικότερα ο εξωτερικός δανεισμός από 2,890 δισ. δολάρια το 1992, και 4,623 δισ. το 1993, το 1994 έφτασε τα 6,164 δισ. δολάρια. Τις αντίστοιχες περιόδους, τα ποσά που καταβλήθηκαν για την αποπληρωμή παλαιότερων δανείων του δημοσίου, ήταν 3,973 δισ. δολάρια ('92), 3,758 δισ. δολάρια ('93) και 4,776 δισ. δολάρια το 1994. Αυξημένα κατά 68% παρουσιάζονται επίσης και τα χρεολύσια εξωτερικού του ιδιωτικού τομέα, τα οποία από 300 εκατ. δολάρια το 1993, το 1994 έφτασαν τα 503 εκατ. δολάρια.
Το Ισοζύγιο Πληρωμών "διασώζεται" από την καλή πορεία των άδηλων συναλλαγών, οι οποίες παρουσιάζουν θετικό ισοζύγιο 11,382 δισ. δολάρια. Στη θετική αυτή πορεία συνέβαλαν οι καθαρές μεταβιβάσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση (4,140 δισ. δολάρια), το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα (3,450 δισ. δολάρια), τα μεταναστευτικά εμβάσματα (2,049 δισ. δολάρια), οι μεταφορές (1,559 δισ. δολάρια) κλπ.
Τέλος, τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας με ημερομηνία 30/10/94 έφτασαν τα 13,365 δισ. δολάρια έναντι 6,862 δισ. δολάρια το 1993.

Ανάπτυξη - μαρτύριο για το λαό


Ανάπτυξη - μαρτύριο για το λαό
Παπαγεωργίου Βασίλης
«Θα υπάρξουν συνεχείς διαπραγματεύσεις για πολλά θέματα, όπως είναι το φορολογικό νομοσχέδιο, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών και η μείωση του συνολικού κόστους εργασίας». Αυτή είναι η απάντηση που έδωσε, χτες, ο εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ, Γ. Μιχελάκης, όταν ρωτήθηκε (στον ΑΝΤ1) πώς θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα η ΝΔ αν κερδίσει τις εκλογές. Πράγματι, αυτό είναι το «στίγμα» της πολιτικής που θα εφαρμόσει, για την οποία φυσικά δε θα υπάρξει καμία διαπραγμάτευση, αφού ήδη έχει δεσμευτεί «ενυπόγραφα» ο πρόεδρος της ΝΔ στην τρόικα ότι το νέο μνημόνιο θα αποτελέσει το οικονομικό πρόγραμμα της κυβέρνησης της ΝΔ. Ο εκπρόσωπος Τύπου επιβεβαιώνει απλά ότι η συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης, μέσω της σφαγής δίχως τέλος στους μισθούς, της κατάργησης των Συλλογικών Συμβάσεων, θα συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση, ενώ συμπληρωτικά θα επιδιώξει να απαλλάξει πλήρως τους επιχειρηματικούς ομίλους από εργοδοτικές εισφορές αλλά και φόρους στα κέρδη. Πάνω σε αυτά θα στηριχθεί η «μελλοντική ανάπτυξη» που επαγγέλλεται ο πρόεδρος της ΝΔ, δηλαδή στα ατέλειωτα μέτρα εξαθλίωσης του λαού. Τους πυλώνες αυτής της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης περιέγραψε με παραστατικό τρόπο ο τομεάρχης Ανάπτυξης, Κ. Χατζηδάκης, δηλώνοντας (στον ΣΚΑΪ) ότι «για να πετύχεις τους στόχους για την ανάπτυξη χρειάζονται δύο πράγματα, το πρώτο είναι κατάλληλο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα και το δεύτερο είναι ανταγωνιστικότητα». Και δε δίστασε να γίνει πιο συγκεκριμένος: «Οπως κανένας δεν πάει να κόψει ξύλα μέσα σε ένα φλεγόμενο δάσος έτσι και κανένας δεν θα κάνει επένδυση σε μια χώρα στην οποία υπάρχει πολιτική αστάθεια και κοινωνική ένταση». Αλίμονο αν ο λαός τους επιτρέψει να πετύχουν τις «προϋποθέσεις» της ανάπτυξης. Θα έχει υπογράψει την καταδίκη του.

Ετοιμάζουν σόου αποπροσανατολισμού


Ετοιμάζουν σόου αποπροσανατολισμού
Γρηγοριάδης Κώστας
Νέο σόου ετοιμάζουν για την ερχόμενη βδομάδα τα αστικά επιτελεία στην Ελλάδα, προκειμένου να κοροϊδέψουν το λαό ότι η κρίση καμιά σχέση δεν έχει με τον καπιταλισμό που υπερασπίζονται και υπηρετούν, αλλά είναι «παρενέργεια» του πολιτικού συστήματος και ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αναμόρφωσή του. Υστερα από πρόσκληση της Κεντρικής Ενωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ), στις 29 Φλεβάρη θα επισκεφτούν την Αθήνα οι Ιταλοί δήμαρχοι που ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να προσφέρουν τον μισθό τους στην Ελλάδα, για να τη βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την κρίση! Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα, οι δυο δήμαρχοι θα συναντηθούν μεταξύ άλλων και με τον υπουργό Εσωτερικών Τ. Γιαννίτση, με το στέλεχος δηλαδή μιας κυβέρνησης που διευθύνει την επίθεση της ΕΕ και της πλουτοκρατίας σε βάρος του λαού, καταδικάζοντάς τον να πτωχεύσει. Η κίνησή τους είναι αντίστοιχη με αυτή του Προέδρου της Δημοκρατίας να παραιτηθεί του μισθού του, γεγονός που ακόμα και συμβολικά παραπέμπει στο συμπέρασμα ότι οι σπατάλες και η κακοδιαχείριση είναι αυτά που έφεραν την κρίση και πως αυτή θα ξεπεραστεί αν αντιμετωπιστούν τέτοια φαινόμενα. Αρα, στον «αφρό» τα μονοπώλια και η εξουσία τους, η πολιτική και τα κόμματα που την υπηρετούν. Αμέριστη υπεράσπιση στον καπιταλισμό που σε κρίση και ανάπτυξη, ταΐζει το κεφάλαιο με εργατικές λαϊκές κατακτήσεις για να μακροημερεύει και να κερδοσκοπεί. Να μην ανεχτεί ο λαός την κοροϊδία. Αλληλεγγύη στην πάλη του είναι να πρωτοστατήσει ο καθένας από το πόστο του για να αναπτυχθεί η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή πάλη σε εθνικό επίπεδο, να ξεσκεπαστούν στα μάτια του λαού οι πραγματικές αιτίες της κρίσης στην Ελλάδα, στην Ιταλία και παντού. Τα άλλα όλα είναι για λαϊκή κατανάλωση και αποπροσανατολισμό και αυτό αποδεικνύει το γεγονός ότι κινήσεις όπως αυτή των δυο δημάρχων ή οι συγκεντρώσεις της περασμένης Κυριακής με το σύνθημα «είμαστε όλοι Ελληνες», προβάλλονται και αγκαλιάζονται από τους αστούς, τα κόμματα και τα ΜΜΕ τους, τους θύτες δηλαδή του λαού.

Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ


Β.Ι. ΛΕΝΙΝ: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΥ
ΟΙ ΚΡΙΣΕΙΣ
Οικονομική κρίση στη δεκαετία του 1930: Αυστριακοί ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι φαγώσιμο.Την ίδια εποχή το σιτάρι σάπιζε στα χωράφια αθέριστο
Το τρίτο λαθεμένο συμπέρασμα του Σισμόντι από την όχι σωστή θεωρία, που αντέγραψε από τον Ανταμ Σμιθ, είναι η θεωρία για τις κρίσεις. Από την αντίληψη του Σισμόντι, ότι η συσσώρευση (η αύξηση της παραγωγής γενικά) καθορίζεται από την κατανάλωση, και από τη λαθεμένη ερμηνεία της πραγματοποίησης όλου του κοινωνικού προϊόντος (του εισοδήματος, που αποτελείται από το μερίδιο των εργατών και το μερίδιο των κεφαλαιοκρατών) βγήκε φυσιολογικά και αναπόφευκτα η θεωρία, ότι οι κρίσεις οφείλονται στην αναντιστοιχία παραγωγής και κατανάλωσης. Ο Σισμόντι επέμενε απόλυτα στη θεωρία αυτή. Τη δανείστηκε και ο Ροντμπέρτους, αλλάζοντας λίγο τη διατύπωσή της: εξηγούσε τις κρίσεις λέγοντας ότι ενώ αυξάνει η παραγωγή ελαττώνεται το μερίδιο του προϊόντος που παίρνουν οι εργάτες, και ταυτόχρονα όλο το κοινωνικό προϊόν το χώριζε εξίσου λαθεμένα, όπως και ο Α. Σμιθ, σε μισθό εργασίας και «πρόσοδο» (σύμφωνα με την ορολογία του η «πρόσοδος» είναι η υπεραξία, δηλ. το κέρδος και η γαιοπρόσοδος μαζί). Η επιστημονική ανάλυση της συσσώρευσης στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία1 και της πραγματοποίησης του προϊόντος υπέσκαψε όλες τις βάσεις της θεωρίας αυτής, δείχνοντας ταυτόχρονα ότι ακριβώς στην εποχή που προηγείται από τις κρίσεις η κατανάλωση των εργατών αυξάνει, ότι η υποκατανάλωση (που εξηγεί τάχα τις κρίσεις) υπήρχε στα πιο διαφορετικά οικονομικά καθεστώτα, ενώ οι κρίσεις αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνον ενός καθεστώτος - του κεφαλαιοκρατικού. Η θεωρία αυτή εξηγεί ότι οι κρίσεις οφείλονται σε μιαν άλλη αντίθεση, και συγκεκριμένα, στην αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής (που έχει κοινωνικοποιηθεί από τον καπιταλισμό) και στον ιδιωτικό, τον ατομικό τρόπο ιδιοποίησης. Η βαθιά διαφορά ανάμεσα σ' αυτές τις θεωρίες φαίνεται, θα έλεγε κανείς, μόνη της, εμείς όμως πρέπει να σταθούμε πιο λεπτομερειακά σ' αυτή, γιατί ακριβώς οι Ρώσοι οπαδοί του Σισμόντι προσπαθούν να σβήσουν τη διαφορά αυτή και να μπερδέψουν τα πράγματα.
Γαλλία, δεκαετία του '30: Ουρές ανέργων έξω από τα γραφεία φοιτητικών οργανώσεων για τη συνδρομή των ανέργων - κλειστά ελλείψει συνεισφορών
Οι δυο θεωρίες, για τις κρίσεις, που εξετάζουμε, δίνουν εντελώς διαφορετική εξήγηση στις κρίσεις. Η πρώτη θεωρία τις εξηγεί με την αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση της εργατικής τάξης, η δεύτερη - με την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Η πρώτη, συνεπώς, βλέπει τη ρίζα του φαινομένου έξω από την παραγωγή (σ' αυτό οφείλονται, λ.χ., οι γενικές επιθέσεις του Σισμόντι ενάντια στους κλασικούς, ότι αγνοούν την κατανάλωση και ασχολούνται μόνο με την παραγωγή), η δεύτερη τη βλέπει ακριβώς στους όρους της παραγωγής. Για να είμαστε σύντομοι, η πρώτη εξηγεί τις κρίσεις με την υποκατανάλωση (Unterkonsumption), η δεύτερη - με την αναρχία της παραγωγής. Ετσι, και οι δυο θεωρίες, εξηγώντας τις κρίσεις με την αντίθεση που υπάρχει μέσα στο ίδιο το οικονομικό καθεστώς, διαφωνούν πέρα για πέρα σχετικά με τον καθορισμό της αντίθεσης αυτής. Γεννιέται όμως το ερώτημα: η δεύτερη θεωρία αρνιέται το γεγονός της αντίθεσης ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση το γεγονός της υποκατανάλωσης; Φυσικά, όχι. Αναγνωρίζει απόλυτα το γεγονός αυτό, του παραχωρεί όμως τη δευτερεύουσα θέση που του ταιριάζει, σαν γεγονός αναφερόμενο μόνο στη μια υποδιαίρεση της όλης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Διδάσκει, ότι το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει τις κρίσεις, που οφείλονται σε μιαν άλλη, πιο βαθιά, πιο βασική αντίθεση του σύγχρονου οικονομικού συστήματος και συγκεκριμένα στην αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Συνεπώς, τι να πει κανείς για τους ανθρώπους που, ενώ στην ουσία υποστηρίζουν την πρώτη θεωρία, προσπαθούν να καλυφθούν, επικαλούμενοι το γεγονός ότι oι εκπρόσωποι της δεύτερης διαπιστώνουν αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση; Είναι ολοφάνερο, ότι οι άνθρωποι αυτοί δε μελέτησαν καλά τη βάση της διαφοράς των δυο θεωριών και δεν κατάλαβαν όπως πρέπει τη δεύτερη θεωρία. Στους ανθρώπους αυτούς ανήκει λ.χ., ο κ. Ν. -ον (δε μιλάμε πια για τον κ. Β. Β.). Οτι ανήκουν στους οπαδούς του Σισμόντι, αυτό το έχει κιόλας τονίσει στη φιλολογία μας ο κ. Τουγκάν - Μπαρανόβσκι («Οι βιομηχανικές κρίσεις», σελ. 477, με την παράξενη επιφύλαξη όσον άφορα τον κ. Ν. -ον: «προφανώς»). Ο κ. Ν. -ον, όμως, μιλώντας για «περιορισμό της εσωτερικής αγοράς» και για «μείωση της λαϊκής καταναλωτικής ικανότητας» (κεντρικά σημεία των απόψεών του), επικαλείται ωστόσο τους εκπροσώπους της δεύτερης θεωρίας, που διαπιστώνουν το γεγονός της αντίθεσης ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση, το γεγονός της υποκατανάλωσης. Είναι ευνόητο ότι τα επιχειρήματα του είδους αυτού δείχνουν απλώς μιαν ικανότητα που χαρακτηρίζει γενικά το συγγραφέα αυτό, την ικανότητα να παραθέτει αταίριαστες περικοπές και τίποτα περισσότερο. Λογουχάρη, όλοι οι αναγνώστες, που ξέρουν τα «Δοκίμιά» του θα θυμούνται, βέβαια, την «περικοπή» του που λέει ότι «οι εργάτες σαν αγοραστές εμπορεύματος, έχουν μεγάλη σημασία για την αγορά, όταν όμως οι εργάτες παρουσιάζονται σαν πουλητές του εμπορεύματός τους, δηλ. της εργατικής δύναμης, τότε η κεφαλαιοκρατική κοινωνία έχει την τάση να περιορίζει στο κατώτατο όριο την τιμή αυτού του εμπορεύματος» («Δοκίμια». σελ. 178), θα θυμούνται επίσης ότι ο κ. Ν. -ον θέλει να συμπεράνει από δω και τον «περιορισμό της εσωτερικής αγοράς» (ib., σελ. 203 κ. ά.) και τις κρίσεις (σελ. 298 κ.ά.). Παραθέτοντας όμως την περικοπή αυτή (που, όπως εξηγήσαμε, δεν αποδείχνει τίποτα), ο συγγραφέας μας εκτός απ' αυτό παραλείπει το τέλος της υποσημείωσης, απ' όπου πήρε την περικοπή του. Η περικοπή αυτή ήταν μια σημείωση που είχε προστεθεί στο χειρόγραφο του II μέρους του II τόμου του «Κεφαλαίου». Η σημείωση αυτή είχε προστεθεί «για ν' αναπτυχθεί αργότερα πιο διεξοδικά» και ο εκδότης του χειρογράφου τη μετάφερε στην υποσημείωση. Η σημείωση αυτή ύστερα από τα λόγια που αναφέραμε παραπάνω, λέει: «Ωστόσο όλα αυτά αφορούν μόνον το επόμενο μέρος»2, δηλ. το τρίτο μέρος. Και τι είναι αυτό το τρίτο μέρος; Είναι ακριβώς το μέρος που περιλαβαίνει την κριτική της θεωρίας του Α. Σμιθ για τα δυο μέρη του όλου κοινωνικού προϊόντος (μαζί με το σχόλιο για τον Σισμόντι, που αναφέραμε πιο πάνω) και την ανάλυση της «αναπαραγωγής και της κυκλοφορίας όλου του κοινωνικού κεφαλαίου», δηλ. της πραγματοποίησης του προϊόντος. Κι έτσι, ο συγγραφέας μας, για να υποστηρίξει τις απόψεις του, που επαναλαβαίνουν όσα λέει ο Σισμόντι, παραθέτει μια σημείωση, η οποία αφορά «μόνο το μέρος» που αναιρεί τον Σισμόντι: «μόνο το μέρος», που δείχνει ότι οι κεφαλαιοκράτες μπορούν να πραγματοποιήσουν την υπεραξία και ότι είναι ανοησία να συμπεριλαβαίνει κανείς το εξωτερικό εμπόριο στην ανάλυση της πραγματοποίησης...
Καταυλισμός ανέργων. Αυστρία 1932
Στο άρθρο του Εφρούσι γίνεται μια άλλη προσπάθεια να εξαλειφθεί η διαφορά ανάμεσα στις δυο θεωρίες και να υποστηριχτεί η παλιά ρομαντική σαβούρα με παραπομπές στις νεότατες θεωρίες. Ο Εφρούσι αναφέρει τη θεωρία των κρίσεων του Σισμόντι και τονίζει ότι δεν είναι σωστή («Ρούσκογε Μπογκάτστβο» τεύχος 7, σελ. 162). Οι υποδείξεις του είναι εξαιρετικά ασαφείς και αντιφατικές. Από το ένα μέρος, επαναλαβαίνει τα επιχειρήματα της αντίθετης θεωρίας, λέγοντας ότι με τα είδη της άμεσης κατανάλωσης δεν εξαντλείται η εθνική ζήτηση. Από το άλλο μέρος, ισχυρίζεται ότι η εξήγηση, που δίνει ο Σισμόντι στις κρίσεις, «αναφέρεται απλώς σ' ένα από τα πολλά περιστατικά, που δυσκολεύουν τη διανομή της εθνικής παραγωγής ανάλογα με τη ζήτηση του πληθυσμού και την αγοραστική του ικανότητα». Συνεπώς, ο αναγνώστης καλείται να πιστέψει ότι η εξήγηση των κρίσεων, βρίσκεται ακριβώς στη «διανομή» και ότι το λάθος του Σισμόντι περιορίζεται στην ανεπαρκή υπόδειξη των αίτιων, που δυσκολεύουν τη διανομή αυτή! Το κυριότερο όμως δε βρίσκεται αυτού... «Ο Σισμόντι - λέει ο Εφρούσι - δε στάθηκε στην εξήγηση που αναφέρθηκε πιο πάνω. Στην 1η κιόλας έκδοση των "Nouveaux Principes" βρίσκουμε ένα πολύ διδαχτικό κεφάλαιο με τον τίτλο "De la connaissance du marche"3. Στο κεφάλαιο αυτό ο Σισμόντι μας αποκαλύπτει τις βασικές αιτίες της παραβίασης της ισορροπίας ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση (σημειώστε το αυτό!) με μια σαφήνεια, που στη ζήτημα αυτό τη συναντούμε μόνο σε λίγους οικονομολόγους» (ib.). Και, παραθέτοντας περικοπές για το ότι ο εργοστασιάρχης δεν μπορεί να ξέρει την αγορά, ο Εφρούσι λέει: «Σχεδόν το ίδιο λέει και ο Ενγκελς» (σελ. 163) - ακολουθεί μια περικοπή, που δείχνει ότι ο εργοστασιάρχης δεν μπορεί να ξέρει τη ζήτηση. Παραθέτοντας κατόπι και άλλες περικοπές σχετικά με «άλλα εμπόδια για την αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση» (σελ. 164), ο Εφρούσι βεβαιώνει ότι «στις περικοπές αυτές δίνεται η ίδια εκείνη εξήγηση των κρίσεων, που γίνεται όλο και επικρατέστερη»! Και κάτι παραπάνω: ο Εφρούσι έχει τη γνώμη ότι «στο ζήτημα για τις αιτίες των κρίσεων της εθνικής οικονομίας έχουμε όλο το δικαίωμα να θεωρούμε τον Σισμόντι θεμελιωτή των απόψεων, που αργότερα αναπτύσσονται με μεγαλύτερη συνέπεια και σαφήνεια» (σελ. 168).
Η κλεισμένη Τράπεζα Κρεντιτανστάλτ έχει μεταβληθεί σε κατάλυμα ανέργων. Αυστρία 1932
Mε όλα αυτά όμως ο Εφρούσι δείχνει ότι δεν κατάλαβε καθόλου το ζήτημα! Τι είναι οι κρίσεις; Υπερπαραγωγή, παραγωγή εμπορευμάτων, που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν δεν μπορούν να βρουν ζήτηση. Αν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να βρουν ζήτηση, σημαίνει ότι ο εργοστασιάρχης, παράγοντάς τα, δεν ήξερε τη ζήτηση. Γεννιέται τώρα το ερώτημα μήπως το να υποδείχνει κανείς τον όρο αυτό της δυνατότητας των κρίσεων σημαίνει εξήγηση των κρίσεων; Ο Εφρούσι δεν καταλάβαινε τη διαφορά ανάμεσα στην υπόδειξη της δυνατότητας και στην εξήγηση της αναγκαιότητας του φαινομένου; Ο Σισμόντι λέει: οι κρίσεις, είναι ενδεχόμενες, επειδή ο εργοστασιάρχης δεν ξέρει τη ζήτηση ξεσπούν υποχρεωτικά, επειδή στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν μπορεί να υπάρχει ισορροπία παραγωγής και κατανάλωσης (δηλ. δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί το προϊόν). Ο Ενγκελς λέει: ξεσπούν οι κρίσεις, επειδή ο εργοστασιάρχης δεν ξέρει τη ζήτηση, ξεσπούν υποχρεωτικά, όχι γιατί δεν μπορεί γενικά να πραγματοποιηθεί το προϊόν. Αυτό δεν είναι σωστό: το προϊόν μπορεί να πραγματοποιηθεί. Οι κρίσεις ξεσπούν υποχρεωτικά, επειδή ο συλλογικός χαρακτήρας της παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίηση: Και να, βρίσκεται ένας οικονομολόγος, που βεβαιώνει ότι ο Ενγκελς λέει «σχεδόν το ίδιο», ότι ο Σισμόντι δίνει «την ίδια εξήγηση για τις κρίσεις»! «Για το λόγο αυτό μου προξενεί κατάπληξη - γράφει ο Εφρούσι - ότι ο κ. Τουγκάν - Μπαρανόβσκι... δεν είδε το πιο σπουδαίο και πολύτιμο στη θεωρία του Σισμόντι» (σελ. 168). Toυ κ. Τουγκάν-Μπαρανόβσκι όμως τίποτα δεν του διέφυγε4. Αντίθετα, τόνισε με απόλυτη ακρίβεια τη βασική αντίθεση στην οποία ανάγει το ζήτημα η καινούρια θεωρία (σελ. 455 κ.ά.), και ξεκαθάρισε τη σημασία του Σισμόντι, ο οποίος υπέδειξε πρωτύτερα την αντίθεση, που εκδηλώνεται στις κρίσεις, δεν μπόρεσε όμως να της δώσει σωστή εξήγηση (σελ. 457: ο Σισμόντι έδειξε πριν από τον Ενγκελς ότι οι κρίσεις πηγάζουν από τη σύγχρονη οργάνωση της οικονομίας, σελ. 491: ο Σισμόντι διατύπωσε τους όρους της δυνατότητας των κρίσεων, όμως «κάθε δυνατότητα δε μετατρέπεται σε πράξη»). Ενώ ο Εφρούσι δεν κατάλαβε τίποτα απ' όλα αυτά κι αφού τα στοίβαξε όλα στον ίδιο σωρό, «απορεί», γιατί δημιουργείται σύγχυση! «Είναι αλήθεια - λέει ο οικονομολόγος του "Ρούσκογε Μπογκάτστβο" - ότι στον Σισμόντι δε συναντούμε τις διατυπώσεις, που τώρα έχουν γενικά πολιτογραφηθεί, όπως "αναρχία της παραγωγής", "έλλειψη σχεδιασμού (Planlosigkeit) της παραγωγής", η ουσία όμως που κρύβεται πίσω από τις εκφράσεις αυτές σημειώνεται σ' αυτόν απόλυτα καθαρά» (σελ. 168). Με πόση ευκολία ο νεότατος ρομαντικός αναβιώνει το ρομαντικό του παλιού καιρού! Πρόκειται για διαφορά στα λόγια! Στην πράξη ο Εφρούσι δεν καταλαβαίνει τα λόγια, που επαναλαβαίνει. «Αναρχία της παραγωγής», «Ελλειψη σχεδιασμού της παραγωγής», τι δείχνουν αυτές οι εκφράσεις; Την αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Και ρωτάμε τον καθένα που ξέρει την οικονομική φιλολογία που εξετάζουμε, παραδεχόταν την αντίθεση αυτή ο Σισμόντι ή ο Ροντμπέρτους; Εβγαζαν το συμπέρασμα ότι οι κρίσεις οφείλονται στην αντίθεση αυτή; Οχι, δεν το έβγαζαν και δεν μπορούσαν να το βγάλουν, γιατί κανένας τους δεν καταλάβαινε καθόλου την αντίθεση αυτή. Τους ήταν εντελώς ξένη η ίδια η ιδέα ότι δεν μπορεί να στηρίζει κανείς την κριτική του καπιταλισμού σε φράσεις για γενική ευημερία5, ή για μη σωστή οργάνωση «της κυκλοφορίας, που αφέθηκε στον ίδιο τον εαυτό της»6, αλλά ότι είναι απαραίτητο να τη στηρίζει στο χαρακτήρα της εξέλιξης των σχέσεων παραγωγής.
Διαδήλωση εργατών στις αρχές του 20ού αιώνα. «Δουλειά ή εξέγερση. Ή το ένα ή το άλλο» γράφει το πανό
Εμείς καταλαβαίνουμε πολύ καλά γιατί οι δικοί μας Ρώσοι ρομαντικοί βάζουν όλα τα δυνατά τους, για να εξαλείψουν τη διαφορά ανάμεσα στις δυο θεωρίες, των κρίσεων, που αναφέραμε. Αυτό γίνεται, επειδή με τις παραπάνω θεωρίες συνδέεται αμεσότατα και στενότατα η διαφορετική από άποψη αρχών στάση απέναντι στον καπιταλισμό. Πράγματι, αν αποδώσουμε τις κρίσεις στην αδυναμία να πραγματοποιηθούν τα προϊόντα, στην αντίθεση ανάμεσα στην παραγωγή και στην κατανάλωση, καταλήγουμε έτσι στην άρνηση της πραγματικότητας, παραδεχόμαστε ότι ο δρόμος, που ακολουθεί ο καπιταλισμός, είναι ασύμφορος, διακηρύσσουμε ότι ο δρόμος αυτός είναι «λαθεμένος» και αρχίζουμε ν' αναζητάμε «άλλους δρόμους». Αποδίδοντας τις κρίσεις στην αντίθεση αυτή, πρέπει να παραδεχτούμε ότι όσο περισσότερο αναπτύσσεται η αντίθεση, τόσο πιο δύσκολο είναι να βγούμε από αυτή. Και είδαμε με πόσο μεγάλη αφέλεια διατύπωσε ο Σισμόντι αυτήν ακριβώς τη γνώμη, λέγοντας ότι, αν το κεφάλαιο συσσωρεύεται αργά, το πράγμα είναι επιτέλους υποφερτό, αν όμως συσσωρεύεται γρήγορα, καταντά ανυπόφορο. Απεναντίας, αν αποδώσουμε τις κρίσεις στην αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης, παραδεχόμαστε έτσι την πραγματικότητα και την προοδευτικότητα του κεφαλαιοκρατικού δρόμου και απορρίπτουμε τις αναζητήσεις «άλλων δρόμων» σαν ανόητο ρομαντισμό. Παραδεχόμαστε έτσι πως όσο περισσότερο αναπτύσσεται η αντίθεση αυτή τόσο πιο εύκολα θα βγούμε από αυτήν, και ότι η διέξοδος βρίσκεται ακριβώς στην ανάπτυξη του δοσμένου συστήματος.
Συσσίτιο στη Νέα Υόρκη το 1932
Οπως βλέπει ο αναγνώστης, κι εδώ συναντούμε διαφορά «απόψεων»...
Είναι εντελώς φυσικό το ότι οι ρομαντικοί μας ψάχνουν να βρουν θεωρητικές επαληθεύσεις των απόψεών τους. Είναι εντελώς φυσικό το ότι οι αναζητήσεις αυτές τους οδηγούν στην παλιά σαβούρα, που την πέταξε από πολύν καιρό η Δυτική Ευρώπη. Είναι εντελώς φυσικό, το ότι νιώθοντάς το αυτό, προσπαθούν ν' αποκαταστήσουν τη σαβούρα αυτή, πότε εξωραΐζοντας ανοιχτά τους ρομαντικούς της Δυτικής Ευρώπης, πότε προσπαθώντας να μπάσουν λαθραία το ρομαντισμό κάτω από τη σημαία αταίριαστων και διαστρεβλωμένων περικοπών. Γελιούνται όμως οικτρά, αν νομίζουν ότι ένα τέτοιο λαθρεμπόριο θα μείνει αξεσκέπαστο.
Τελειώνοντας μ' αυτό την έκθεση της βασικής θεωρητικής διδασκαλίας του Σισμόντι και των κυριότερων θεωρητικών συμπερασμάτων, που έβγαλε απ' αυτήν, πρέπει να κάνουμε μια μικρή προσθήκη πάλι σχετικά με τον Εφρούσι. Σ' ένα άλλο άρθρο του για τον Σισμόντι (συνέχεια του πρώτου) λέει: «Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον (σε σύγκριση με τη θεωρία για το εισόδημα από το κεφάλαιο) παρουσιάζουν οι απόψεις του Σισμόντι για τα διάφορα είδη εισοδημάτων» («Ρούσκογε Μπογκάτστβο» τεύχος 8, σελ. 42). Ο Σισμόντι, λέει, όπως και ο Ροντμπέρτους, χωρίζει το εθνικό εισόδημα σε δύο μέρη: «το ένα μέρος το παίρνουν οι κάτοχοι της γης και των εργαλείων παραγωγής, το άλλο οι εκπρόσωποι της εργασίας» (ib.). Ακολουθούν περικοπές, όπου ο Σισμόντι μιλάει για έναν τέτοιο χωρισμό όχι μόνο του εθνικού εισοδήματος, αλλά και όλου του προϊόντος: «Η ετήσια παραγωγή, ή το αποτέλεσμα όλων των εργασιών, που εκτελεί το έθνος στη διάρκεια ενός χρόνου, αποτελείται επίσης από δύο μέρη» κ.τ.λ. («Nouveaux Principes», I, 105, η περικοπή υπάρχει στο «Ρούσκογε Μπογκάτστβο», τεύχος 8, σελ. 43). «Τα σημεία που παραθέσαμε - συμπεραίνει ο οικονομολόγος μας - αποδείχνουν καθαρά ότι ο Σισμόντι έχει αφομοιώσει στο ακέραιο (!) την ταξινόμηση εκείνη του εθνικού εισοδήματος, που παίζει τόσο σπουδαίο ρόλο στους νεότατους οικονομολόγους και συγκεκριμένα το χωρισμό του εθνικού εισοδήματος σε εισόδημα, που στηρίζεται στην εργασία και σε εισόδημα που βγαίνει χωρίς εργασία - arbeitsloses Einkommen. Αν και, μιλώντας γενικά, οι απόψεις του Σισμόντι στο ζήτημα του εισοδήματος δεν είναι πάντοτε σαφείς και συγκεκριμένες, πάντως διαφαίνεται σ' αυτές η επίγνωση της διαφοράς, που υπάρχει ανάμεσα στο εισόδημα του ατομικού νοικοκυριού και στο εισόδημα της εθνικής οικονομίας» (σελ. 43).
Φτωχοί μαύροι στις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930 που μετανάστευσαν από τις αγροτικές μεσοδυτικές περιοχές στην Καλιφόρνια, περιμένουν στην ουρά κάποια βοήθεια για να επιβιώσουν. Τραγική ειρωνεία: Πίσω τους η γιγαντοαφίσα προπαγανδίζει τον «τέλειο» αμερικάνικο τρόπο ζωής...
Η παραπάνω περικοπή - θα πούμε εμείς σχετικά μ' αυτό - αποδείχνει καθαρά ότι ο Εφρούσι έχει αφομοιώσει πέρα για πέρα τη σοφία των γερμανικών εγχειριδίων, παρ' όλα αυτά όμως (και ίσως γι' αυτόν ακριβώς το λόγο), δεν είδε καθόλου τη θεωρητική δυσκολία, που υπάρχει στο ζήτημα του εθνικού εισοδήματος σε διάκριση από το ατομικό. Ο Εφρούσι εκφράζεται πολύ απρόσεχτα. Είδαμε ότι στο πρώτο μέρος του άρθρου του ονόμαζε «νεότατους οικονομολόγους» τους θεωρητικούς ορισμένης σχολής. Ο αναγνώστης του με το δίκιο του θα νομίσει ότι και τούτη τη φορά πρόκειται για τους ίδιους. Στην πραγματικότητα όμως ο συγγραφέας εννοεί εδώ κάτι το εντελώς διαφορετικό. Σαν νεότατοι οικονομολόγοι φιγουράρουν τώρα οι Γερμανοί από καθέδρας σοσιαλιστές. Η υπεράσπιση του Σισμόντι συνίσταται στο ότι ο συγγραφέας πλησιάζει τη θεωρία του Σισμόντι στη θεωρία τους. Ποια είναι η θεωρία αυτών των «νεότατων» αυθεντιών του Εφρούσι;
-- Οτι το εθνικό εισόδημα χωρίζεται σε δύο μέρη.
Η θεωρία όμως αυτή είναι του Ανταμ Σμίθ και σε καμιά περίπτωση των «νεότατων οικονομολόγων»! Χωρίζοντας το εισόδημα σε μισθό εργασίας, σε κέρδος και σε γαιοπρόσοδο (βιβλίο Ι, κεφ. VI «Ο πλούτος των εθνών», βιβλίο II, κεφ. ΙΙ), ο Α. Σμιθ αντιπαράθετε τα δυο τελευταία στο πρώτο, ακριβώς σαν εισόδημα χωρίς αντίστοιχη εργασία, ονόμαζε και τα δυο κρατήσεις από την εργασία (βιβλίο Ι, κεφάλαιο VIII) και αμφισβητούσε τη γνώμη ότι το κέρδος είναι και αυτό μεροκάματο για μια εργασία ειδικής φύσης (βιβλίο, Ι, κεφάλαιο VI). Και ο Σισμόντι, και ο Ροντμπέρτους, και οι «νεότατοι» συγγραφείς των γερμανικών εγχειριδίων επαναλαμβάνουν απλώς τη θεωρία αυτή του Σμιθ. Η διαφορά μεταξύ τους βρίσκεται μόνο στο ότι ο Α. Σμιθ καταλάβαινε ότι δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει τελείως το εθνικό εισόδημα από το εθνικό προϊόν καταλάβαινε ότι έπεφτε σε αντίθεση όταν δεν συμπεριλάβαινε στο τελευταίο το σταθερό κεφάλαιο (σύμφωνα με τη σύγχρονη ορολογία), που το συμπεριλάβαινε ωστόσο στο ατομικό προϊόν. Οι «νεότατοι» όμως οικονομολόγοι, επαναλαβαίνοντας το λάθος του Α. Σμιθ, περιβάλανε απλώς τη θεωρία του μ' ένα πιο πομπώδικο σχήμα («ταξινόμηση του εθνικού εισοδήματος») κι έχαναν τη συναίσθηση της αντίθεσης, μπροστά στην οποία σταμάτησε ο Α. Σμιθ. Αυτές οι μέθοδες μπορεί να είναι σοφές, δεν είναι όμως καθόλου επιστημονικές.
Εργάτης, σκαρφαλωμένος στην άκρη μιας δοκού, κατά τη διάρκεια της κατασκευής κτιρίου (Empire State Building). Νέα Υόρκη, 1930
Παραπομπές:
1. Σχετικά με τη θεωρία, ότι στην κεφαλαιοκρατική οικονομία όλο το προϊόν αποτελείται από δυο μέρη, συναντούμε στον Α. Σμιθ και στους μεταγενέστερους οικονομολόγους τη λαθεμένη αντίληψη της «συσσώρευσης ατομικού κεφαλαίου». Και, συγκεκριμένα, αυτοί δίδασκαν ότι η συσσωρευμένη μερίδα του κέρδους ξοδεύεται ολοκληρωτικά για μισθό εργασίας, ενώ στην πραγματικότητα ξοδεύεται: 1) για σταθερό κεφάλαιο και 2) για μισθό εργασίας. Ο Σισμάντι επαναλαβαίνει κι αυτό το λάθος των κλασικών.
2. «Das Kapital», ΙΙ Band, S. 304 («Το Κεφάλαιο», τόμ. ΙΙ, σελ. 304. Η Σύντ.) Ρωσική μετάφραση, σελ. 232. Η υπογράμμιση δική μας.
3. - «Για τη γνώση της αγοράς». Η Σύντ.
4. Στην «Ανάπτυξη του καπιταλισμού» (σελ. 16 και 19) (βλ. Απαντα 4η ρωσ. έκδ., τόμ. 3ος, κεφάλαιο 1, παρ. VI. Η Σύντ.) Εχω κιόλας σημειώσει τις ανακρίβειες και τα λάθη του κ. Τουγκάν - Μπαρανόβσκι, που τον έκαναν να περάσει αργότερα ολοκληρωτικά στο στρατόπεδο των αστών οικονομολόγων. (Υποσημείωση του συγγραφέα στην έκδοση του 1908. Η Σύντ.).
5. Ct. Sismondi. 1. c, I, 8 (πρβλ. Σισμόντι, στο σημείο απ' όπου πάρθηκε η περικοπή, Ι, 8, Η Σύντ.)
6. Ροντμπέρτους. Με την ευκαιρία αυτή ας σημειώσουμε ότι ο Μπερνστάιν, παλινορθώνοντας γενικά τις προλήψεις της αστικής οικονομίας, έφερε σύγχυση και στο ζήτημα αυτό με τον ισχυρισμό ότι η θεωρία του Μαρξ για τις κρίσεις δε διαφέρει και πολύ από τη θεωρία του Ροντμπέρτους («Die Voraussetzungen elc.» Stuttg. 1899, S. 67 («Οι προϋποθέσεις κ.τ.λ.». Στουτγάρδη, 1899, σελ. 67. Η Σύντ.)) και ότι ο Μαρξ έρχεται σε αντίθεση με τον ίδιο τον εαυτό του, όταν αναγνωρίζει σαν τελευταία αιτία των κρίσεων την περιορισμένη κατανάλωση των μαζών. (Σημείωση του συγγραφέα στην έκδοση του 1908. Η Σύντ.).


Ανεργοι στην πόλη της Νέας Υόρκης την περίοδο της οικονομικής κρίσης, 1934


Περιμένοντας για ψωμί, στο Βερολίνο (δεκαετία '30)

TOP READ