8 Ιουλ 2012

Αποκρατικοποιήσεις: Μονόδρομος για τα μονοπώλια, αδιέξοδο για το λαό


Αποκρατικοποιήσεις: Μονόδρομος για τα μονοπώλια, αδιέξοδο για το λαό
Αιχμή του δόρατος της πολιτικής της νέας κυβέρνησης είναι η προώθηση των αποκρατικοποιήσεων. Εμφανίζεται αποφασισμένη να επιταχύνει την εφαρμογή της πολιτικής της ΕΕ για την απελευθέρωση και τις αποκρατικοποιήσεις που εφαρμόζεται από τα κόμματα του ευρωμονόδρομου όλο το προηγούμενο διάστημα. Ανακοίνωσε ως βασικό στόχο της πολιτικής της την επιτάχυνση της ποικιλόμορφης εκποίησης ενός σημαντικότατου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, που περιλαμβάνει κρατική συμμετοχή ή πλήρη ιδιοκτησία επιχειρήσεων, υποδομών, μονοπωλιακά δικαιώματα και ακίνητα. Ο κατάλογος είναι σχεδόν ατελείωτος και ενδεικτικά μόνο περιλαμβάνει κομμάτια από ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΠΕ, ΔΕΣΦΑ και ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΛΤΑ, ΕΑΣ, ΟΣΕ, ΛΑΡΚΟ, την ΑΤΕ και τις επιχειρήσεις που ελέγχει όπως η ΕΒΖ, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τους οδικούς άξονες της χώρας, χιλιάδες ακίνητα του Δημοσίου, με κορωνίδα το Ελληνικό, δικαιώματα εξόρυξης μεταλλευμάτων και υδρογονανθράκων σε όλη τη χώρα. Οι μορφές εκποίησης ποικίλλουν από την πώληση μέρους ή όλου μέχρι την εκμίσθωση, αξιοποιώντας και τη νέα νομική μορφή του δικαιώματος επιφάνειας.
Οι σιδηρόδρομοι, και ειδικότερα η ΤΡΑΙΝΟΣΕ, το κομμάτι του ΟΣΕ που έχει αναλάβει την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου, μαζί με τον οργανισμό κρατικών λαχείων, το δίδυμο ΔΕΠΑ - ΔΕΣΦΑ που ελέγχει το φυσικό αέριο στη χώρα, το πρώην Αεροδρόμιο στο Ελληνικό, το ολυμπιακό κέντρο ραδιοτηλεόρασης και τα λιμάνια στον Πειραιά και στη Θεσσαλονίκη, αποτελούν τη πρώτη γενναία δόση αποκρατικοποιήσεων που με έναν σχεδόν μαγικό τρόπο υπόσχονται να λύσουν όλα τα προβλήματα, καθώς η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων έχει αναγορευθεί στη νέα «πανάκεια», που μπορεί να οδηγήσει, αν πιστέψουμε στα κυβερνητικά χείλη, στην «πολυπόθητη» μείωση του δημόσιου τομέα, στην ελάφρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, στην τόνωση της ανάπτυξης, στη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας, στην προσέλκυση δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ νέων επενδύσεων.

Κοντολογίς, αν πιστέψουμε τις κυβερνητικές εξαγγελίες, οι αποκρατικοποιήσεις του συνόλου σχεδόν της περιουσίας του κράτους θα λύσουν ταυτόχρονα, το πρόβλημα του χρέους, των ελλειμμάτων, της κρίσης, της ανεργίας.Είναι όμως τα πράγματα πραγματικά έτσι;
Ο πραγματικός στόχος των αποκρατικοποιήσεων
Γενικά, η πολιτική ιδιωτικοποίησης - πώλησης κρατικών επιχειρήσεων και της ακίνητης περιουσίας του κράτους καθορίζεται από τις ιστορικά διαμορφωμένες ανάγκες κερδοφορίας και διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου και όχι - όπως θέλουν να την εμφανίσουν - ως αποτέλεσμα αυθαίρετων πολιτικών επιλογών της μιας ή της άλλης κυβέρνησης ή της τρόικας. Δεν επιβάλλεται εκτάκτως από το υπέρογκο δημόσιο δανεισμό, αν και φυσικά η υπαρκτή ανάγκη διαχείρισης του δημόσιου χρέους επιταχύνει και ως ένα βαθμό μεταβάλλει τους όρους μιας σειράς ιδιωτικοποιήσεων κρατικής περιουσίας.
Στην πραγματικότητα, η ιδιωτικοποίηση κρατικής περιουσίας ήταν δρομολογημένη και σε σημαντικό μέρος πραγματοποιήθηκε τις δύο τελευταίες δεκαετίες στο πλαίσιο της πολιτικής του ευρωμονόδρομου, πολύ πριν την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης, πολύ πριν τα μνημόνια και την τρόικα. Για παράδειγμα, η απελευθέρωση στρατηγικών τομέων της οικονομίας όπως η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες κ.λπ. δεν ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης, αλλά ξετυλίχθηκε όλο το προηγούμενο διάστημα, ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του '90.

Η πολιτική ιδιωτικοποίησης της κρατικής περιουσίας αποτελεί ένα βασικό μηχανισμό ενίσχυσης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου απελευθερώνοντας πεδία οικονομικής δραστηριότητας, όπου μπορούν να τοποθετηθούν τα υπερσυσσωρευμένα κέρδη των ομίλων και ταυτόχρονα μια πηγή άμεσων πόρων για το χρέος, όπου προβλέπεται να κατευθυνθούν σχεδόν αποκλειστικά τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις. Ομως, οι αποκρατικοποιήσεις έχουν βαθύτερη στόχευση, και η προώθησή τους δεν οφείλεται στο υψηλό χρέος και στην κακή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Για το λόγο αυτό προωθήθηκαν, όλο το προηγούμενο διάστημα, σε ολόκληρη την Ευρώπη, από την Ελλάδα και την Ιταλία, μέχρι τη Σουηδία και τη Φινλανδία.
Η στρατηγική της απελευθέρωσης τομέων της οικονομίας και της αποκρατικοποίησης των πρώην κρατικών μονοπωλίων είναι ένας από τους δύο βασικούς μηχανισμούς, με τους οποίους το μεγάλο κεφάλαιο σε ολόκληρη την ΕΕ επιχειρεί να αναστρέψει την πτώση του μέσου ποσοστού κέρδους, να ξεπεράσει την κρίση, να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητά του. Αποτελεί συνεπώς στρατηγική ανάγκη του μεγάλου κεφαλαίου, και για το λόγο αυτό κωδικοποιείται ως στρατηγική κατεύθυνση της ΕΕ, ξεκινώντας από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ενώ εξειδικεύεται περαιτέρω σε επόμενες επεξεργασίες της.
Πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεων όπως διαμορφώθηκε από το Μνημόνιο

Στην Ελλάδα, το γενικό πλαίσιο της απελευθέρωσης και των αποκρατικοποιήσεων εξειδικεύθηκε περαιτέρω με το περίφημο «Μεσοπρόθεσμο» και συμπληρώθηκε από το Μνημόνιο ΙΙ.
Στα πλαίσια αυτά προβλέπεται η ποικιλότροπη εκποίηση ενός σημαντικότατου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου, που περιλαμβάνει κρατική συμμετοχή ή πλήρη ιδιοκτησία επιχειρήσεων, υποδομών, μονοπωλιακά δικαιώματα και ακίνητα. Οι μορφές εκποίησης ποικίλλουν από την πώληση μέρους ή όλου μέχρι την εκμίσθωση. Το «Μεσοπρόθεσμο» (ΜΠΔΣ) προέβλεπε συνολικά έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ. ευρώ μέχρι το 2015, ενώ καθόριζε το βασικό θεσμικό πλαίσιο των αποκρατικοποιήσεων, εισάγοντας ως όχημα των ιδιωτικοποιήσεων το ταμείο αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, στο οποίο θα μεταβιβαστούν όλα τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, εισήγαγε το θεσμό της επιφάνειας, με τον οποίο ο επενδυτής αυξάνει σημαντικά την κερδοφορία του, αφού δεν αγοράζει το ακίνητο αλλά ουσιαστικά το μισθώνει, ενώ στο ΜΠΔΣ υπήρχε και ένας αναλυτικός κατάλογος περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου προς αποκρατικοποίηση.
Το δεύτερο Μνημόνιο (Φλεβάρης του 2012) δεν περιλαμβάνει νέο κατάλογο περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου προς πώληση/αποκρατικοποίηση που να εξειδικεύει περαιτέρω τον κατάλογο που περιελάμβανε το ΜΠΔΣ του Ιουλίου 2011 (ο οποίος άλλωστε ήταν ενδεικτικός κατάλογος και όχι αποκλειστικός), αλλά εξειδικεύει περαιτέρω τη διαδικασία αποκρατικοποιήσεων στη βάση των ακόλουθων αξόνων, αναθεωρώντας τη χρονική εξέλιξη του στόχου των αποκρατικοποιήσεων και προβλέποντας 4,5 δισ. για το 2012, 7,5 δισ. για το 2013 και 15 δισ. για το 2015 αντανακλώντας τις αντικειμενικές εξελίξεις στην οικονομία που καθιστούσαν ανέφικτο το στόχο του ΜΠΔΣ. Ταυτόχρονα, προβλέπει ως υποχρέωση της κυβέρνησης να προχωρά σε πώληση όσων μεριδίων έχει σε επιχειρήσεις, προκειμένου να «πιάνονται» οι στόχοι, και επιβάλλει τη μεταβίβαση στο ταμείο αξιοποίησης όλων των περιουσιακών στοιχείων. Ουσιαστικά, ανοίγει το δρόμο για αποκρατικοποίηση όλης της κρατικής περιουσίας, αφού το κριτήριο δεν είναι οι προσφορές, αλλά η επίτευξη των οικονομικών στόχων. Τέλος, η κυβέρνηση αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην προχωρήσει σε θέσπιση διατάξεων που θα παρεμποδίζουν τις αποκρατικοποιήσεις, ενώ καθίσταται υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να τροποποιήσει κατάλληλα το νομικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας του 2008, ώστε να αρθούν ακόμα και οι στοιχειώδεις δικλίδες που περιείχε σχετικά με τον έλεγχο που ασκεί το ελληνικό κράτος στις επιχειρήσεις αυτές.
Η στρατηγική της τρικομματικής διακυβέρνησης για τις αποκρατικοποιήσεις

Το νέο κυβερνητικό πρόγραμμα για τις αποκρατικοποιήσεις κινείται στον κεντρικό άξονα που έχει αποτυπωθεί στο ΜΠΔΣ και το Μνημόνιο ΙΙ, ενώ οι τέσσερις ειδικοί άξονες για τις αποκρατικοποιήσεις που περιέχει, που παρατίθενται παρακάτω, εξειδικεύουν συγκεκριμένες πλευρές του γενικότερου πλαισίου.
«Διαδικασία αποκρατικοποιήσεων - εγγυήσεις διαφάνειας».
Η «διαφάνεια» στις αποκρατικοποιήσεις αποτελεί καταρχήν προπαγανδιστικό χειρισμό που επιχειρεί να τοποθετήσει τη διαχωριστική γραμμή στο γνωστό δίλημμα διαφάνεια -αδιαφάνεια, διαφθορά κ.ο.κ. και να στρέψει την προσοχή μακριά από τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης πολιτικής αποκρατικοποιήσεων που συνίσταται στην εκχώρηση κρατικών υποδομών και επιχειρήσεων στο μεγάλο κεφάλαιο, με στόχο τη δημιουργία νέων πεδίων κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο. Είναι μια προσπάθεια να εμφανιστούν οι αποκρατικοποιήσεις ως κάτι «φυσικό, δεδομένο και καταρχάς επωφελές για όλους» και να φορτώσουν όλες τις επιπτώσεις της πολιτικής της απελευθέρωσης στην αδιαφάνεια και στη διαφθορά.
«Σύνδεση με την ανάπτυξη και όχι μόνο με εισπρακτικούς στόχους».
Από τη μια, η επίκληση στην ανάπτυξη κινείται στη γνωστή προπαγανδιστική τακτική που θέλει να παρουσιάσει την καπιταλιστική ανάπτυξη σαν ανάπτυξη για όλους, σαν μια αταξική διαδικασία που είναι καταρχάς φιλολαϊκή. Στην πραγματικότητα, η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι ανάπτυξη για τα μονοπώλια και για τους εργαζόμενους ισοδυναμεί με σχετική και απόλυτη εξαθλίωση. Η ανάπτυξη όλο το διάστημα πριν την οικονομική κρίση βασίστηκε πάνω σε επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων (αντιασφαλιστικοί νόμοι, πενιχρές αυξήσεις 77 λεπτά την ημέρα, συχνά κάτω και από τον επίσημο πληθωρισμό). Η καπιταλιστική ανάπτυξη θα έρθει μόνο με όρους θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλίων, δηλαδή με όρους θωράκισης της ανταγωνιστικότητας των ομίλων των κρατών - μελών της ΕΕ με άλλες δυνάμεις όπως Κίνα και Ινδία όπου η αξία της εργατικής δύναμης είναι πολύ μικρότερη. Για το λόγο αυτό, βασικός άξονας για τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας των ομίλων είναι η διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης. Ετσι, τα αναπτυξιακά κριτήρια όχι απλά δεν είναι εν δυνάμει φιλολαϊκά, αλλά αντίθετα είναι κατ' ανάγκη αντιλαϊκά.
Από την άλλη, η επίκληση αναπτυξιακών κριτηρίων θα επιτρέψει και την προνομιακή μεταχείριση συγκεκριμένων ομίλων από το ελληνικό κράτος, αφού το κριτήριο της εξαγοράς θα είναι διανθισμένο με επιπλέον αναπτυξιακά κριτήρια.
«Διατήρηση της κυριότητας του κράτους στα δίκτυα και αξιοποίηση του θεσμού των συμβάσεων παραχώρησης για βασικές υποδομές / Ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ρυθμιστικές αρχές».
Η διατήρηση της κυριότητας των δικτύων στο κράτος και η παραχώρηση - χρήσης στην πραγματικότητα - των υποδομών στο μεγάλο κεφάλαιο στοχεύει στην αύξηση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου. Το τελευταίο απλά θα αξιοποιεί υποδομές που έχουν γίνει με κρατικούς πόρους, και την ίδια στιγμή θα επιδοτείται για την επέκταση των υποδομών αφού αυτές δεν θα είναι ιδιόκτητες. Η μακροχρόνια παραχώρηση δεν αναιρεί καμία από τις αρνητικές συνέπειες της πώλησης, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνει την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου που θα επενδύσει στις εν λόγω υποδομές. Τέλος, νομοτελειακά οδηγεί σε απαξίωση των υποδομών, αφού η συντήρησή τους θα γίνεται με γνώμονα την κερδοφορία του κεφαλαίου για το χρονικό διάστημα παραχώρησής τους, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα μακροχρόνιας αποκατάστασης της φθοράς.
Το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ρυθμιστικές αρχές επίσης δεν έχει στόχο να λύσει τα προβλήματα για το λαό που δημιουργούν οι αποκρατικοποιήσεις, η απελευθερωμένη αγορά, η όξυνση του ανταγωνισμού. Από τη μια, κάθε ρυθμιστική αρχή κινείται με γνώμονα τη θωράκιση της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της «απελευθερωμένης αγοράς». Από την άλλη, κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο δεν μπορεί να αναιρέσει την όξυνση του ανταγωνισμού, την αναγκαία καταστροφή τμήματος του κεφαλαίου στην κρίση, τη δημιουργία μονοπωλίων μέσα από τον ίδιο τον ανταγωνισμό.
«Επίσπευση με άμεσες ενέργειες, κυρίως των περιπτώσεων όπου η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα συνδέεται με επενδύσεις σε υποδομές και θέσεις εργασίας. Π.χ. λειτουργικό έργο ΟΣΕ».
Αποκαλύπτεται η αποφασιστικότητα της νέας κυβέρνησης να επιταχύνει τις αποκρατικοποιήσεις αξιοποιώντας ως πρόσχημα «τις θέσεις εργασίας» σε εκείνους τους τομείς που προκρίνει ως ιδιαίτερα κερδοφόρους το μεγάλο κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα,οι αποκρατικοποιήσεις δε θα συνοδευτούν με νέες θέσεις εργασίας αλλά κυρίως με δραστική περικοπή θέσεων εργασίας, προκειμένου να γίνουν οι αποκρατικοποιούμενες επιχειρήσεις κερδοφόρες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ΟΣΕ, όπου προκειμένου να προχωρήσει η αποκρατικοποίηση, το προσωπικό του έχει ήδη μειωθεί κατά 55% και οι αποδοχές του κατά 45%. Επίσης, όποιες νέες θέσεις εργασίας αναπτυχθούν θα είναι θέσεις εργασίας με μισθούς πείνας και ελαστικές εργασιακές σχέσεις, αφού η καπιταλιστική κερδοφορία πατάει πάνω σ' αυτές τις προϋποθέσεις.
Αποκρατικοποιήσεις και λαϊκό εισόδημα
Οι αποκρατικοποιήσεις θα έχουν πολλαπλές αρνητικές επιπτώσεις στα λαϊκά εισοδήματα και στη ζωή των λαϊκών στρωμάτων γενικότερα.
Θα οδηγήσουν άμεσα σε νέες αυξήσεις τιμών σε μια σειρά εμπορεύματα και υπηρεσίες που παρέχονται από τις προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, η ιδιωτικοποίηση της ΕΥΔΑΠ και των επιχειρήσεων ύδρευσης γενικότερα θα οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών στο νερό, αντίστοιχα στις μεταφορές (εισιτήρια τρένου, τέλη σε αεροδρόμια και λιμάνια που θα οδηγήσουν σε αυξήσεις σε ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια, νέα διόδια), αύξηση στα ταχυδρομικά τέλη και στα τέλη του φυσικού αερίου, στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ηδη έχουν δρομολογηθεί μεγάλες αυξήσεις στα εισιτήρια του ΟΣΕ, προκειμένου να γίνει ελκυστικός για τους επενδυτές, ενώ η αποτίμηση με όρους αγοράς, δηλαδή με όρους εξασφαλισμένης κερδοφορίας, θα εκτινάξει τις τιμές περαιτέρω. Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι στις αποκρατικοποιούμενες επιχειρήσεις θα γνωρίσουν νέα επιδείνωση των εργασιακών σχέσεών τους, με μετατροπή σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου και μεγάλο κύμα απολύσεων που προβλέπονται από την έκθεση της Κομισιόν μετά τη 12μηνη εργασιακή εφεδρεία.
Οδηγούν σε καταστροφή του περιβάλλοντος και επιδείνωση των συνθηκών ζωής των εργαζομένων. Απώλεια και των τελευταίων αδόμητων εκτάσεων στο εσωτερικό αστικών ιστών που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών (λ.χ. Ελληνικό). Αλλαγή χρήσης σε εκτάσεις που τώρα αξιοποιούνται με ήπιες χρήσεις και παρέχουν σχετικά φτηνές υπηρεσίες (π.χ. κάμπινγκ στα Καμένα Βούρλα, κάμπινγκ Παλιουρίου). Οριστικός αποκλεισμός της χρησιμοποίησης των Ολυμπιακών χώρων για τις ανάγκες μαζικού λαϊκού αθλητισμού.
Τέλος, η πώληση μεταλλευτικών δικαιωμάτων (λ.χ. του χρυσού στη Χαλκιδική) παραδίδει την εξόρυξη του εγχώριου πλούτου στους πολυεθνικούς ομίλους, ενώ η προωθούμενη διαδικασία εκχώρησης των δικαιωμάτων εξόρυξης υδρογονανθράκων ωφελεί αποκλειστικά τους πετρελαϊκούς ομίλους στους οποίους θα καταλήξουν αυτά τα δικαιώματα. Επιπλέον, η δρομολογούμενη ολοκλήρωση της πώλησης των ΕΛΠΕ προικοδοτεί τον αγοραστή με το πλουσιότατο αρχείο υποθαλάσσιων ερευνών, που σχετίζεται με δικαιώματα άντλησης υποθαλάσσιων υδρογονανθράκων. Επίσης, το κλείσιμο του ΙΓΜΕ συνεπάγεται την κατάργηση ενός κρατικού φορέα διερεύνησης των σχετικών μεταλλευτικών αποθεμάτων
Μονόδρομος η αντεπίθεση του λαϊκού κινήματος
Απέναντι στην άμεση επιδείνωση που θα επιφέρει η προώθηση των αποκρατικοποιήσεων, ο λαός δεν πρέπει να παραμείνει παθητικός θεατής των εξελίξεων. Πρέπει να βάλει αποφασιστικά τη σφραγίδα του στις εξελίξεις.
Να προτάξει ένα αγωνιστικό, ριζοσπαστικό πλαίσιο πάλης κατά των αποκρατικοποιήσεων, δίνοντας με κάθε μορφή μάχες για να μην εκχωρηθεί κανένας στρατηγικός τομέας της οικονομίας στο μονοπωλιακό κεφάλαιο, για να μην ιδιωτικοποιηθεί ούτε σπιθαμή κρατικής γης, υποδομών, επιχειρήσεων. Να οργανώσει την πάλη ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις και στην επέκτασή τους, για να μην πουληθεί καμιά μονάδα της ΔΕΗ, κανένα λιγνιτικό πεδίο στο μεγάλο κεφάλαιο, για να μην ιδιωτικοποιηθεί ο μεταλλευτικός και ορυκτός πλούτος της χώρας, για να μην πουληθεί η Λάρκο, να μη δοθούν στο μεγάλο κεφάλαιο τα δικαιώματα εξόρυξης υδρογονανθράκων. Να οργανώσει την πάλη του στη βάση της καθολικής αναμέτρησης και ρήξης με τη στρατηγική της ΕΕ και του ΣΕΒ για την «απελευθέρωση» στρατηγικών τομέων της οικονομίας, οργανώνοντας την πάλη για κατοχύρωση της ενέργειας, της μεταφοράς, της επικοινωνίας ως κοινωνικά αγαθά, σε αντίθεση με την εμπορευματοποίησή τους, με ενιαίους αποκλειστικά κρατικούς φορείς σε όλους τους τομείς στρατηγικής σημασίας (ενέργεια, μεταφορές κ.λπ.), οι οποίοι θα αποτελούν λαϊκή περιουσία και θα υπηρετούν τις λαϊκές ανάγκες. Να οργανώσει την πάλη του στην κατεύθυνση ρήξης και ανατροπής με την εξουσία των μονοπωλίων και την ΕΕ που στηρίζει αυτήν την εξουσία, στην κατεύθυνση αποδέσμευσης απ' την ΕΕ και διαγραφής του χρέους με εργατική - λαϊκή εξουσία. Ο λαός μπορεί και πρέπει να πιστέψει στη δύναμή του.

Του
Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*
*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ


ΕΝΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΕΝΤΟΠΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΧΙΓΚΣ


ΕΝΔΕΧΕΤΑΙ ΝΑ ΕΝΤΟΠΙΣΤΗΚΕ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΔΙΟ ΧΙΓΚΣ
Σημαντική ανακάλυψη στο CERN
Γραφική απεικόνιση σύγκρουσης πρωτονίων που παράγει μποζόνιο Χιγκς μέσα στον ανιχνευτή του πειράματος ATLAS του CERN
Μια σημαντική ανακοίνωση έκαναν την περασμένη Τετάρτη οι ερευνητές του CERN σε επιστημονικό σεμινάριο σωματιδιακής φυσικής στη Μελβούρνη της Αυστραλίας. Δύο από τα πειράματα που πραγματοποιούνται στοCERN (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Πυρηνικής Ερευνας), το πείραμαATLAS και το πείραμαCMS, διαπίστωσαν με μεγάλη πιθανότητα την ύπαρξη ενός νέου, άγνωστου ως σήμερα, υποατομικού σωματιδίου, που δεν αποκλείεται να είναι το περιβόητο σωματίδιο Χιγκς. Το σωματίδιο που σχετίζεται με το μέγεθος της μάζας ηρεμίας των άλλων σωματιδίων και κατ' επέκταση με τη μάζα όλων των υλικών σωμάτων.
«Τα αποτελέσματα είναι προκαταρκτικά, αλλά το σήμα των 5 σίγμα (σ.σ. μία στο εκατομμύριο να πρόκειται για τυχαία και μη σημαντική διακύμανση) στην περιοχή των 125 GeV (σ.σ. δισεκατομμύρια ηλεκτρονιοβόλτ) που παρατηρούμε είναι συνταρακτικό. Πρόκειται για ένα νέο σωματίδιο. Γνωρίζουμε ότι πρέπει να είναι μποζόνιο και είναι το βαρύτερο μποζόνιο που έχει βρεθεί ποτέ. Οι συνέπειες (σ.σ. για τη σωματιδιακή φυσική) είναι πολύ σημαντικές και ακριβώς γι' αυτό το λόγο πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε όλες τις μελέτες και τους ελέγχους αντιπαραβολής», δήλωσε ο εκπρόσωπος του πειράματος CMS, Τζο Ινκαντέλα.
«Δηλώσαμε πέρσι ότι το 2012 είτε θα βρίσκαμε ένα νέο σωματίδιο, που θα έμοιαζε στο Χιγκς, είτε θα αποκλείαμε την ύπαρξη του σωματιδίου Χιγκς, όπως αυτό προβλέπεται από το Καθιερωμένο Μοντέλο. Με όλη την απαραίτητη επιφύλαξη, μου φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο διακλάδωσης: Η παρατήρηση αυτού του νέου σωματιδίου δείχνει το δρόμο στο μέλλον προς μια πιο λεπτομερή κατανόηση αυτού που βλέπουμε στα δεδομένα», είπε από τη μεριά του ο διευθυντής Ερευνας του CERN, Σέρτζιο Μπερτολούτσι.
Τι είναι το σωματίδιο Χιγκς
Ο πυρήνας του μεγαλύτερου υπεραγώγιμου σωληνοειδούς μαγνήτη, στο CMS, ένα από τα πειράματα του CERN
Γιατί το πρωτόνιο και το νετρόνιο έχουν πολύ μεγαλύτερη μάζα από το ηλεκτρόνιο; Γιατί έχουν τη μάζα που διαπιστώνουμε ότι έχουν; Με ποιες αλληλεπιδράσεις εκδηλώνεται σε υποατομικό επίπεδο το φυσικό μέγεθος της μάζας; Το Καθιερωμένο Μοντέλο των υποατομικών σωματιδίων, η θεωρία που περιγράφει όλα τα γνωστά σωματίδια, είχε ήδη από τη δεκαετία του 1960 ένα μεγάλο κενό. Σύμφωνα με την πιο απλή ερμηνεία της προέλευσης του φυσικού μεγέθους της μάζας, έπρεπε να υπάρχει ένα ακόμη σωματίδιο, υπεύθυνο για τη δημιουργία ενός πεδίου, που αλληλεπιδρώντας με τα υπόλοιπα σωματίδια, να προκαλεί την εκδήλωση του μεγέθους της μάζας. Τη θεωρία αυτού του πεδίου διατύπωσε ο Βρετανός Πίτερ Χιγκς, απ' όπου το πεδίο και το σωματίδιο πήραν το όνομά τους. Ανεξάρτητα από τον Χιγκς, ανάλογες θεωρίες διατύπωσαν την ίδια περίοδο δύο ακόμα επιστημονικές ομάδες.
Εκτός από τις θεωρίες του πεδίου Χιγκς, υπάρχουν δύο άλλες ομάδες θεωριών που επιδιώκουν να δώσουν εξήγηση στις πειραματικά μετρούμενες μάζες των υποατομικών σωματιδίων. Η μια ομάδα θεωριών προβλέπει την ύπαρξη του μηχανισμού εκδήλωσης της ιδιότητας της μάζας, αλλά όχι του σωματιδίου Χιγκς, ενώ η άλλη προτείνει εντελώς διαφορετικούς, πιο σύνθετους μηχανισμούς. Το γεγονός ότι η θεωρία του Χιγκς προσφέρει την εξήγηση με τις λιγότερες εικασίες, σε συνδυασμό με κάποιες επιβεβαιώσεις παράπλευρων προβλέψεών της, έκανε τους ερευνητές να στρέψουν την προσοχή τους σε αυτήν και να πείσουν τις χώρες που χρηματοδοτούν το CERN να κατασκευάσουν το Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων, μια τεράστια μηχανή ανάλογου κόστους, που θα ήταν ικανή να συνθέσει ένα σωματίδιο Χιγκς. Σ' αυτήν, δύο αντίθετα κινούμενες δέσμες πρωτονίων επιταχύνονται τόσο, ώστε, όταν συγκρουστούν, τα επίπεδα της εκλυόμενης ενέργειας να αντιστοιχούν στο υψηλό ενεργειακό ισοδύναμο της μάζας του σωματιδίου Χιγκς (σύμφωνα με την εξίσωση E=mc2 του Αϊνστάιν). Η σύγκρουση πραγματοποιείται μέσα σε ειδικές συσκευές (ανιχνευτές), που καταγράφουν όλες τις συνθέσεις και διασπάσεις σωματιδίων που προκύπτουν, από τη συντριβή των πρωτονίων.
Στο κέντρο ο Πήτερ Χιγκς, μεταξύ επιστημόνων του CERN, αμέσως μετά τη συνέντευξη Τύπου στις εγκαταστάσεις του Οργανισμού στη Γενεύη, στις 4 Ιούλη
Το σωματίδιο Χιγκς λέγεται και μποζόνιοΧιγκς, επειδή ανήκει σε μία από τις δύο βασικές κατηγορίες υποατομικών σωματιδίων (η άλλη είναι τα φερμιόνια), εκείνη που ακολουθεί τη στατιστική Μποζ-Αϊνστάιν και απαρτίζεται από τα σωματίδια φορείς πεδίων (άρα και των σχετικών δυνάμεων). Στα μποζόνια ανήκουν, επίσης, τα φωτόνια και τα γλουόνια. Τα περισσότερα από τα μποζόνια είναι σύνθετα σωματίδια, με εξαίρεση έξι απ' αυτά, μεταξύ των οποίων και το σωματίδιο Χιγκς. Το εύρημα του CERN, είτε πρόκειται για το Χιγκς, είτε όχι, είναι το μποζόνιο με τη μεγαλύτερη μάζα που έχει ανακαλυφθεί ποτέ. Πέρα από το Χιγκς, υπάρχουν και άλλα υποατομικά σωματίδια που προβλέπονται από τη θεωρία, αλλά δεν έχουν ανακαλυφθεί ως τώρα, όπως το βαρυτόνιο, το σωματίδιο φορέας της βαρυτικής αλληλεπίδρασης.
Βρέθηκε πράγματι το αναζητούμενο μποζόνιο;
Οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται την ύπαρξη ενός σωματιδίου και καταλαβαίνουν τη φύση του από την τροχιά που εμφανίζει, το χρόνο που διατηρείται μέχρι να διασπαστεί σε άλλα σωματίδια, το είδος των σωματιδίων στα οποία διασπάται κ.λπ. Επειδή μέσα στον καταγραφέα του επιταχυντή συγκρούονται δύο αντίθετα κινούμενα ρεύματα πρωτονίων και όχι δύο μεμονωμένα πρωτόνια, τα συμβάντα που παρατηρούνται είναι πάρα πολλά και χρειάζεται ένα τεράστιο υπολογιστικό σύστημα για να επεξεργαστεί το «βουνό» των παραγόμενων δεδομένων, ώστε να εντοπιστεί η «βελόνα στα άχυρα», ή κάτι που μοιάζει με «βελόνα». Η πολυεπίπεδη επεξεργασία των προκαταρκτικών συμπερασμάτων είναι απαραίτητη μέχρι να βγουν τα τελικά συμπεράσματα, όπως απέδειξε και το πρόσφατο φιάσκο με τα νετρίνα, που υποτίθεται ότι κινούνταν γρηγορότερα από το φως.
Σύγκρουση δεσμών πρωτονίων μέσα στον ανιχνευτή CMS του CERN, από την οποία παράχθηκαν 4 ηλεκτρόνια υψηλής ενέργειας (πράσινες γραμμές και κόκκινοι πύργοι). Το φαινόμενο αυτό που καταγράφτηκε το 2011, δείχνει να έχει τα χαρακτηριστικά που αναμένονται από τη διάσπαση του μποζονίου Χιγκς και συμβαδίζει με τις διαδικασίες που προβλέπει το Καθιερωμένο Μοντέλο.
Εκείνο που έχει σημασία, είναι ότι δύο ξεχωριστά πειράματα διαπίστωσαν πληθώρα ασυνήθιστων συμβάντων στην περιοχή ενεργειών των 125-126 GeV (δισεκατομμυρίων ηλεκτρονιοβόλτ), σαφή ένδειξη της εμφάνισης ενός άγνωστου μέχρι τώρα φευγαλέου σωματιδίου, με χαρακτηριστικά τέτοια, που σε μια πρώτη ανάγνωση ταιριάζουν με εκείνα του μποζονίου Χιγκς.
Μια αναλογία
Η προσπάθεια να βρεθούν αναλογίες φαινομένων, που συμβαίνουν σε μη άμεσα αντιληπτές περιοχές της φυσικής πραγματικότητας, με φαινόμενα της καθημερινότητας του μακρόκοσμου, εμπεριέχει πάντα κινδύνους υπεραπλούστευσης ή παρερμηνείας. Ωστόσο, συχνά μπορεί να βοηθήσει στην εκλαϊκευμένη παρουσίαση επιστημονικών ανακαλύψεων, που αλλιώς θα παρέμεναν ουσιαστικά απρόσιτες για τους ανθρώπους που δεν έχουν το απαραίτητο επιστημονικό υπόβαθρο.
Το πεδίο Χιγκς μπορεί να παρομοιαστεί με ένα συμπαντικό ωκεανό μέσα στον οποίο υπάρχουν και «κολυμπούν» όλα τα άλλα σωματίδια της ύλης. Τα ζώα της θάλασσας που έχουν πιο υδροδυναμικό σχήμα, όπως ο ξιφίας, συναντούν μικρότερη αντίσταση, επειδή αλληλεπιδρούν λιγότερο με το νερό (το εκτοπίζουν λιγότερο), ενώ άλλα ζώα που δεν έχουν ιδιαίτερα υδροδυναμικό σχήμα κινούνται πιο αργά και με δυσκολία, καθώς αλληλεπιδρούν με μεγαλύτερη ποσότητα νερού. Τα μποζόνια Χιγκς είναι το ανάλογο των μορίων νερού, τα ελαφρά υποατομικά σωματίδια είναι τα υδροδυναμικά θαλάσσια ζώα, που συναντούν μικρότερη αντίσταση και εμφανίζουν μικρότερη μάζα ηρεμίας και τα βαριά υποατομικά σωματίδια εκείνα που συναντούν μεγαλύτερη αντίσταση και έτσι εμφανίζονται να έχουν μεγαλύτερη μάζα. Η αλληλεπίδραση μεταξύ υποατομικών σωματιδίων και μποζονίων Χιγκς δεν έχει να κάνει με το μέγεθος του σωματιδίου, αλλά μόνο με τη φύση του. Ετσι, το ηλεκτρόνιο και το κορυφαίο κουάρκ είναι δύο σωματίδια με περίπου το ίδιο μέγεθος, ωστόσο το πρώτο έχει ελάχιστη μάζα, ενώ το δεύτερο έχει τη μεγαλύτερη μάζα από όλα τα γνωστά σωματίδια (εκατοντάδες χιλιάδες φορές μεγαλύτερη του ηλεκτρονίου).
Η μάζα είναι ένα θεμελιώδες μέγεθος που δείχνει την ποσότητα της ύλης, αλλά δεν είναι αυτή καθαυτή η φιλοσοφική κατηγορία που ονομάζουμε ύλη. Η θεωρία του πεδίου Χιγκς είναι μια ερμηνεία του τρόπου με τον οποίο η ύλη εκδηλώνει την ιδιότητά της, που ονομάζεται μάζα ηρεμίας. Είτε αποδειχτεί οριστικά η θεωρία του πεδίου Χιγκς, είτε αποδειχτεί αύριο σωστή κάποια άλλη θεωρία ερμηνείας της μάζας ηρεμίας των υποατομικών σωματιδίων, με κανένα τρόπο δεν αμφισβητείται η υλικότητα της φυσικής πραγματικότητας. Αντίθετα, η επιστήμη κάνει βήματα στην κατανόηση της αέναα κινούμενης ύλης, έτσι που μεγέθη όπως οι μάζες ηρεμίας των υποατομικών σωματιδίων να μην είναι αριθμοί, που απλώς «έτσι είναι», αλλά να εξηγούνται από τη βαθύτερη δομή της ύλης και εν προκειμένω από την αλληλεπίδραση των υποατομικών σωματιδίων με τα σωματίδια Χιγκς.
Βαθύτερη κατανόηση της ύλης
Η επιβεβαίωση της ύπαρξης του πεδίου Χιγκς θα είναι μια ακόμα απόδειξη της υλικότητας της αντικειμενικής πραγματικότητας και της δυνατότητας της ανθρώπινης νόησης να την κατανοήσει, μια ακόμα επιβεβαίωση ότι κάθε φαινόμενο που παρατηρείται στη φύση είναι αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης υλικών σωματιδίων, συμπεριλαμβανομένων των σωματιδίων ακτινοβολίας (φωτόνια), που σύμφωνα με τη θεωρία έχουν μηδενική μάζα ηρεμίας, αλλά μη μηδενική ορμή.
Η ανακάλυψη ενός άγνωστου σωματιδίου είναι βασική έρευνα και όπως κάθε βασική έρευνα σε αντίθεση με την εφαρμοσμένη, δεν θα έχει άμεση επίπτωση στην παραγωγή και την καθημερινή ζωή. Ομως, όπως επανειλημμένα έχει αποδειχτεί, αργά ή γρήγορα η βασική έρευνα οδηγεί με άμεσο ή έμμεσο τρόπο σε πρακτικές εφαρμογές. Οταν γίνονταν οι πρόοδοι στα θεωρητικά μαθηματικά, που αξιοποίησε αργότερα ο Αϊνστάιν για να διατυπώσει τη θεωρία της Σχετικότητας, κανείς δεν φανταζόταν ότι θα έβρισκαν και τέτοια χρήση. Οταν διατυπωνόταν η θεωρία της Σχετικότητας, κανείς δε φανταζόταν ότι λίγο αργότερα θα συνέβαλε μαζί με άλλες θεωρίες και πειραματικές μελέτες για να γίνει καθημερινότητα η πυρηνική ενέργεια, οι πυρηνικές βόμβες, τα ραδιενεργά ισότοπα για ιατρικούς σκοπούς κ.τ.λ. Η ανακάλυψη ενός νέου σωματιδίου, του φωτονίου, τη δεκαετία του 1920, οδήγησε στα λέιζερ, που βρίσκονται σήμερα σε πληθώρα καταναλωτικών ηλεκτρονικών συσκευών και εργαλειομηχανών, εφαρμογές στη φωτοχημεία, τη μικροσκοπία υψηλής ανάλυσης και σε επιστημονικές προόδους όπου τα συμπυκνώματα Μποζ-Αϊνστάιν, η κβαντική θεωρία πεδίου και η πιθανοκρατική ερμηνεία της κβαντικής μηχανικής.
Η γνώση της ύπαρξης του Χιγκς και των χαρακτηριστικών του θα τροφοδοτήσει μελέτες για άλλα θέματα της φυσικής υποατομικών σωματιδίων, που μπορεί να οδηγήσουν σε ακόμα πιο σημαντικές ανακαλύψεις. Βέβαια, παρά τη σημασία της, η ανακάλυψη του σωματιδίου Χιγκς (εφόσον επιβεβαιωθεί), δεν πρόκειται να δώσει απαντήσεις σε προβλήματα της φυσικής όπως π.χ. η ενοποίηση της κβαντικής χρωμοδυναμικής, της ηλεκτροασθενούς επίδρασης και της βαρύτητας. Το Χιγκς δεν δίνει την απάντηση σε όλα.
«Σωματίδιο του Θεού»...
Ο Τύπος και γενικότερα τα αστικά ΜΜΕ αναφέρονται στο σωματίδιο Χιγκς, ως «το σωματίδιο του Θεού». Η υιοθέτηση της ονομασίας δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι «πουλάει», είναι «πιασάρικο», όπως λέγεται στην αργκό της δημοσιογραφίας. Είναι χαρακτηριστικό δείγμα της ταχυδακτυλουργικής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας μπροστά στα μάτια του κόσμου, τηρώντας τη ...δημοσιογραφική δεοντολογία. Δείχνει πώς μέσω της σημειολογίας, μέσω της υιοθέτησης ενός «αθώου» χαρακτηρισμού, που άλλοι έδωσαν και η πλειοψηφία των επιστημόνων απεχθάνεται, τα αστικά ΜΜΕ πετυχαίνουν να εμφανίζουν το μαύρο άσπρο και στην προκειμένη περίπτωση την επιστήμη να επιβεβαιώνει τη θεολογία, αν όχι να γίνεται θεραπαινίδα της. Γιατί οι αστικές γραφίδες ξέρουν ότι στον μη ειδικό, εκείνο που συνήθως θα μείνει μετά από μερικές μέρες είναι ο «πιασάρικος» όρος, ότι το σωματίδιο Χιγκς είναι υπό μία έννοια απόδειξη της θεϊκής παρέμβασης, κάτι σαν την «πνοή» που δίνει ουσία (ζωή) στην ύλη. Με άλλα λόγια, το αντιδραστικό κίνημα του Δημιουργισμού που ντύνει τη θεολογία με το μανδύα της επιστημονικοφάνειας, δεν εμφανίζεται πάντα ως τέτοιο, αλλά λανθάνει και μέσα σε ανύποπτα ρεπορτάζ, ειδήσεις και αρθρογραφία.
Η ονομασία «σωματίδιο του Θεού» («God Particle») για το μποζόνιο Χιγκς διαδόθηκε κυρίως μετά τη χρήση του όρου στον τίτλο βιβλίου εκλαΐκευσης της σωματιδιακής φυσικής, του Αμερικανού φυσικού Λέον Λέντερμαν και με δεδομένο ότι το Χιγκς παίζει κεντρικό ρόλο σε αυτόν τον κλάδο φυσικής και την κατανόηση της δομής της ύλης. Οπως δήλωσε ο συγγραφέας, ήταν δεδομένη η άρνηση του εκδότη να δεχτεί την ονομασία «καταραμένο σωματίδιο» («Goddamned Particle»), που θα ταίριαζε περισσότερο, καθώς αποδείχτηκε πολύ δύσκολο να εντοπιστεί, απαιτήθηκαν γι' αυτό μηχανήματα αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ και δουλειά χιλιάδων επιστημόνων επί δεκαετίες.
Από εντελώς διαφορετική σκοπιά, κριτική στην ονομασία «σωματίδιο του Θεού» άσκησε και η εκκλησία, μέσω άρθρου του μητροπολίτη Πειραιά Σεραφείμ. Αφορμή φαίνεται να ήταν η ερμηνεία από ορισμένα ΜΜΕ του όρου «God Particle» όχι ως «σωματίδιο του Θεού», αλλά ως «σωματίδιο Θεός», που δοθείσας της ευκαιρίας οδήγησε το μητροπολίτη σε επίθεση κατά της δαρβινικής θεωρίας της εξέλιξης, συνολικά της επιστημονικής αντίληψης για τον κόσμο, αλλά και σε εκτιμήσεις του τύπου: «Αν είχε όμως τέτοια ευφυΐα (σ.σ. το σωματίδιο!) γιατί να συνεντευξιάζονται εκ προσώπου του οι συγκεκριμένοι και όχι το ίδιο;».
...και «Μεγάλη Εκρηξη»
Πέρα από την έμμεση προσπάθεια μέσω της ονομασίας «σωματίδιο του Θεού», υπάρχει και πιο άμεση απόπειρα να εμφανιστεί η επιστήμη να αποδεικνύει τάχα τα θεολογικά δόγματα. Το Χιγκς μπορεί να παρατηρηθεί μόνο σε πολύ υψηλές ενέργειες, όπως αυτές που επιτεύχθηκαν στο CERN. Τέτοιες ενέργειες, προβλέπει για τις πρώτες στιγμές της συγκρότησης του παρατηρήσιμου σήμερα μέρους του σύμπαντος, η θεωρία της «Μεγάλης Εκρηξης», σύμφωνα με την οποία όλη η ύλη ήταν πριν από 13,75 δισεκατομμύρια χρόνια συγκεντρωμένη σε ένα σημείο απειροελάχιστων διαστάσεων (σημειακή ανωμαλία). Για απροσδιόριστο λόγο το υλικό σημείο εξερράγη τη συγκεκριμένη στιγμή και σχηματίστηκαν τα υποατομικά σωματίδια και στην πορεία τα αστέρια και οι γαλαξίες, που έκτοτε απομακρύνονται μεταξύ τους διογκώνοντας το χώρο, ο οποίος θεωρείται πεπερασμένος. Ενώ υιοθετούν εξωεπιστημονικές αυθαιρεσίες ως βάση της θεωρίας της «Μεγάλης Εκρηξης», οι οπαδοί της θεωρούν εκτός εμβέλειας της επιστήμης ερωτήματα του τύπου: τι υπάρχει έξω από το χώρο και αρνούνται να απαντήσουν. Στην πορεία η θεωρία αυτή, που προϋποθέτει μορφές ύπαρξης της ύλης που δεν έχουν παρατηρηθεί και φυσικά δεν πρόκειται ποτέ να παρατηρηθούν, τροποποιήθηκε με τη λεγόμενη «πληθωριστική φάση», μια φάση εκθετικής διόγκωσης της «φούσκας» του σύμπαντος, που υποτίθεται ότι εκδηλώθηκε λίγες στιγμές μετά την έκρηξη.
Βασικό στοιχείο που οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας της «Μεγάλης Εκρηξης», κυρίαρχο σήμερα αλλά όχι μοναδικό κοσμολογικό μοντέλο, είναι οι αστρονομικές παρατηρήσεις που δείχνουν τους ορατούς σε μας γαλαξίες να απομακρύνονται από τη Γη, όπως τουλάχιστον ερμηνεύονται τα δεδομένα μετατόπισης προς το ερυθρό των φασματικών γραμμών του φωτός τους, με βάση το φαινόμενο Ντόπλερ. Με άλλα λόγια, η Γη επανέρχεται ως το κέντρο του κόσμου. Και ενώ με ευκολία κάνει αποδεκτή την υπόθεση για αόρατη «σκοτεινή ύλη» και «σκοτεινή ενέργεια», ώστε να ερμηνευτούν ανεξήγητες αστρονομικές παρατηρήσεις, που υποδηλώνουν θεωρητικά κενά, η κυρίαρχη κοσμολογία δεν συζητά καν για το ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιου άγνωστου παράγοντα, πέραν του φαινομένου Ντόπλερ, που να ευθύνεται για τη μετατόπιση των φασματικών γραμμών.
Η θεωρία της «Μεγάλης Εκρηξης» αφορά το ορατό σύμπαν και όχι ολόκληρο το (άπειρο) σύμπαν, όπως αυθαίρετα την επεκτείνουν ορισμένοι, ενώ προϋποθέτει εξωτικές μορφές ύλης, για τις οποίες η επιστήμη δεν γνωρίζει τίποτα. Ακόμα και η ίδια η θεωρία δεν δίνει καμιά εξήγηση για τις αρχικές συνθήκες, παρά μόνο για την εξέλιξη της ύλης ως τις σημερινές της μορφές. Φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει πειραματική απόδειξη για την ύπαρξη της σημειακής ανωμαλίας.
Πρόκειται για θεωρία που από την αρχή περιβλήθηκε (με ευθύνη και ιδεαλιστών επιστημόνων) με το «κουστούμι» της Δημιουργίας και παρουσιάστηκε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως η επιστημονική θεωρία, που δείχνει πώς ο Θεός έδωσε την αρχική ώθηση στον κόσμο, αφού καθόρισε με κάθε λεπτομέρεια τους νόμους λειτουργίας του. Εδώ έρχεται να «κολλήσει» και το «σωματίδιο του Θεού», που τάχα θα μας αποκαλύψει το μυστικό της δημιουργίας, αφού έπαιξε, σύμφωνα με τη θεωρία της «Μεγάλης Εκρηξης», κρίσιμο ρόλο στα πρώτα στάδια σχηματισμού των υποατομικών σωματιδίων «καθορίζοντας» τη μάζα τους.
Η επιστήμη δεν έχει καμία απόδειξη - και ούτε μπορεί να έχει, γιατί είναι εκτός ορίων του αντικειμένου της - ότι το σύμπαν δημιουργήθηκε και δεν προϋπήρχε, σε μια αέναη εξέλιξη και ενδεχομένως εναλλαγή μορφών. Η ύπαρξη του σύμπαντος μπορεί να πάρει μόνο φιλοσοφική απάντηση, είτε αυτή που δίνει η επιστημονική κοσμοθεωρία του διαλεκτικού υλισμού, είτε αυτή που δίνουν οι παραλλαγές της μεταφυσικής και του ιδεαλισμού.
Το οριστικό συμπέρασμα των επιστημόνων του CERN σχετικά με το αν το φευγαλέο σωματίδιο, που παρατηρήθηκε στον Μεγάλο Επιταχυντή Αδρονίων, είναι πράγματι το σωματίδιο Χιγκς, αναμένεται να βγει το ερχόμενο φθινόπωρο.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ Μια επικερδής επιχείρηση...


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Μια επικερδής επιχείρηση...
...και ακριβό προϊόν για όσους τους παρακολουθήσουν
Η εκμετάλλευση των θεατών - τουριστών σε κάθε τομέα είναι από τους πρώτους και πιο επικερδείς στόχους των πολυεθνικών (φωτ. από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας το 2004)
Κάτι λιγότερο από 3 εβδομάδες απέμειναν προκειμένου να ανοίξει η αυλαία των φετινών Ολυμπιακών Αγώνων που θα διεξαχθούν στο Λονδίνο από τις 27 Ιούλη έως τις 17 Αυγούστου. Μια διοργάνωση που φυσικά και αυτή όπως και οι αμέσως προηγούμενες δεν ξέφυγε από το γενικότερο πνεύμα της εμπορευματοποίησης του αθλητισμού. Τέτοιου είδους διοργανώσεις, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες αλλά και το Μουντιάλ ποδοσφαίρου, αποτελούν το βαρύ πυροβολικό προκειμένου να στηθεί ένα πανηγύρι κερδών για πολυεθνικές και χορηγούς. Οσον αφορά μάλιστα τους Ολυμπιακούς Αγώνες το αλισβερίσι ξεκινάει με την ανάδειξη της διοργανώτριας χώρας, κορυφώνεται κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών και στην τελική ευθεία -που περιλαμβάνει την ίδια την τέλεση των αγώνων- γράφεται ο -επίσης ιδιαίτερα κερδοφόρος- επίλογος.
Εργα υποδομής, ασφάλεια (κυρίως τα τελευταία χρόνια), διαφημίσεις, άλλα λειτουργικά θέματα και φυσικά η εκμετάλλευση των θεατών, των τουριστών στην πόλη που διεξάγονται οι αγώνες, αλλά και των τηλεθεατών που θα στηθούν στις οθόνες, είναι οι βασικοί τομείς που στήνεται το κυνήγι του κέρδους.
Ξεζούμισμα των θεατών
Με τις πολυεθνικές να λύνουν και να δένουν, ακόμη και το φαγητό είναι είδος πολυτελείας για εκείνους που θα παρακολουθήσουν από κοντά τους αγώνες. Ολα είναι πλέον μπίζνες. Κάθε παροχή υπηρεσιών κατέχει και την τιμή της. Με κύρια αφορμή το αγωνιστικό κομμάτι, τα πάντα κινούνται γύρω από τον καταναλωτισμό. Για παράδειγμα, οι Αγώνες που θα φιλοξενηθούν στο Λονδίνο έχουν ήδη ανέβει ψηλά στη λίστα με τις πιο ακριβές διοργανώσεις όσον αφορά τον τομέα της εξυπηρέτησης των θεατών. Ακόμα και δύο από τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου -η... βρώση και η πόση- τις ημέρες των αγώνων θα αποτελούν ένα... ακριβό σπορ. Για παράδειγμα, το μπουκαλάκι νερό θα κοστίζει δύο ευρώ. Ενώ ένα μικρό μπουκάλι μπίρας 5,20 και ένα ποτήρι κρασί 6 ευρώ! Το παραδοσιακό αγγλικό ποτήρι τσαγιού θα χρεώνεται 2,5 ευρώ και ένα αντίστοιχο με καφέ 3 ευρώ! Η Οργανωτική Επιτροπή των Αγώνων του Λονδίνου, παρά τις αντιδράσεις του κόσμου και των Μέσων Ενημέρωσης, επιμένει πως οι τιμές είναι «λογικές και προσιτές» για όλους...
«Βαριά βιομηχανία» κέρδους το φαγητό
Πέρα από το συνωστισμό οι τουρίστες στο Λονδίνο θα έχουν να αντιμετωπίσουν και τις ακριβές τιμές στο φαγητό (φωτ. από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας 2004)
Την ίδια ώρα οι αρμόδιοι προσπαθούν μέσα από το κυνήγι για το κέρδος κατά τη διάρκεια των αγώνων να συνδυάσουν το «τερπνόν μετά του ωφελίμου» για τα μετέπειτα έσοδα. Κατά τη διάρκεια των αγώνων θα προσφέρονται περίπου 150 διαφορετικά πιάτα, κυρίως για «την ανάδειξη και τη ποιότητα της βρετανικής κουζίνας». Τι θα είναι αυτά; Ρολό χοιρινού, μπακαλιάρος με τηγανητές πατάτες, κρεατόπιτα με πατάτες και σος, διαφόρων ειδών σάντουιτς, σαλάτες και γενικότερα μαγειρική με προϊόντα που λατρεύουν οι Βρετανοί.
Οσο για τις τιμές τους; Κυμαίνονται ανάμεσα στα 7 και τα 10 ευρώ το λιγότερο. Μια ιδιαίτερα επικερδής για τους επιχειρηματίες διαφήμιση, αλλά εξίσου ακριβή γι' αυτούς που θα πρέπει απλά... να φάνε κάτι.
Η Επιτροπή συμπληρώνει πως οι μερίδες που θα μοιραστούν σε 40 τοποθεσίες στη Βρετανία θα είναι 14 εκατομμύρια και θα αποτελέσουν τη μεγαλύτερη τροφοδοσία στον κόσμο σε καιρό ειρήνης.
Μάλιστα το φαγητό φαίνεται να συγκαταλέγεται και στη «βαριά βιομηχανία» κέρδους των αγώνων, καθώς πέρα από την εξυπηρέτηση των θεατών σε αυτό το θέμα εξίσου εντυπωσιακά είναι τα νούμερα που αφορούν την αντίστοιχη για τους αθλητές, τα μέλη των αποστολών (συνοδοί, προπονητές, γιατροί κλπ), δημοσιογράφους, εργαζόμενους στις αθλητικές εγκαταστάσεις κλπ.

Τα νούμερα τα οποία απασχολούν τους διοργανωτές είναι πραγματικά τεράστια. Αν αναλογιστούμε πως θα υπάρξουν 955 αγωνίσματα, οι αθλητές και οι επίσημοι κάθε χώρας φτάνουν στα 23.900 άτομα, συν 20.600 δημοσιογράφους. Και φυσικά τα 9 εκατομμύρια πουλημένα εισιτήρια.
Οσο για τη... λίστα των τροφίμων; Διαβάστε και τα θα καταλάβετε: υπολογίζεται ότι θα χρειαστούν 25.000 ψωμάκια, 232 τόνοι πατάτες και περισσότεροι από 82 τόνοι θαλασσινών. Τα πουλερικά θα είναι λίγο περισσότερα (31 τόνοι), λίγο παραπάνω από 100 τόνοι κρέατος και 75.000 λίτρα γάλακτος. Επίσης, 19 τόνοι αυγών, 21 τόνοι τυριού και περισσότεροι από 330 τόνοι φρούτων και λαχανικών. Και όλα αυτά μόνο για το ολυμπιακό χωριό.
Απλησίαστα και τα ταξί
Και βέβαια το κυνήγι του κέρδους για όσους βρεθούν στην αγγλική πρωτεύουσα τις ημέρες των αγώνων δεν σταματάει μόνο στο θέμα του φαγητού. Μια σειρά από υπηρεσίες για τους τουρίστες έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε όχι να εξυπηρετήσουν τους θεατές αλλά να αποτελέσουν το μέσο κερδοφορίας για εταιρείες και επιχειρηματίες. Ενας βασικός μάλιστα τομέας είναι αυτός των μεταφορών. Οπως δείχνουν τα στοιχεία, απλησίαστα θα είναι τα κλασικά μαύρα ταξί στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια των αγώνων, στα οποία υπήρξε αύξηση κομίστρων το προηγούμενο διάστημα περίπου 15%. Και όλα αυτά ενώ τα ταξί του Λονδίνου είναι ήδη από τα πιο ακριβά στον κόσμο. Για διαδρομή 1,6 χιλιομέτρων παίρνουν από 6-9,5 ευρώ, ενώ από το αεροδρόμιο «Χίθροου» ως το κέντρο της πόλης η τιμή μπορεί να φτάσει τα 93 ευρώ. Και βέβαια, αν αλογιστεί κανείς και το κόστος μετάβασης για κάποιων εκτός Λονδίνου συν τα έξοδα διαμονής σε ξενοδοχείο ή ξενώνα (παρά κάποιες ελάχιστες προσφορές), τότε καταλαβαίνει γιατί (και οι συγκεκριμένοι) Ολυμπιακοί Αγώνες είναι μια πολύ πολύ ακριβή παράσταση γι' αυτούς που την παρακολουθούν, αλλά και ιδίατερα επικερδής γι' αυτούς που τη διοργανώνουν.

Ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ


Ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ


«Το ΚΚΕ έδωσε την μάχη κόντρα στο ρεύμα της φοβίας και μοιρολατρίας, των ποικιλώνυμων απειλών (από την έξωση από την ευρωζώνη ως την ακυβερνησία), και της αυταπάτης που συστηματικά καλλιέργησε ο ΣΥΡΙΖΑ. Ανέδειξε στον λαό τον χαρακτήρα της κρίσης και των προϋποθέσεων για διέξοδο υπέρ των εργαζομένων, τις προϋποθέσεις για να συμμετέχει το ΚΚΕ στην διακυβέρνηση, που συνδέονται με την αποδέσμευση, την μονομερή διαγραφή του χρέους, την κοινωνικοποίηση, δηλαδή την διακυβέρνηση της εργατικής λαϊκής εξουσίας. Εδωσε την μάχη αυτή παίρνοντας υπόψη τον κίνδυνο του εκλογικού κόστους.
Η παραμικρή όμως υποχώρηση του Κόμματος στην πίεση για συμμετοχή σε κυβέρνηση διαχείρισης της κρίσης θα οδηγούσε στον αφοπλισμό και στην υποχώρηση-ήττα του εργατικού κινήματος, στη ματαίωση της προσπάθειας για την συγκρότηση ισχυρής κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας που συγκρούεται με την πολιτική γραμμή των μονοπωλίων, των ιμπεριαλιστικών ενώσεων της ΕΕ, του ΝΑΤΟ. Θα ακύρωνε κάθε προσπάθεια για συσπείρωση στην πάλη για τα καθημερινά προβλήματα που οξύνονται όλο και πιο πολύ, στην προοπτική της εργατικής λαϊκής εξουσίας.
Το ΚΚΕ θα βρισκόταν σε μια πρακτική ακύρωσης της συνέπειας και σταθερότητας λόγων και έργων, καθώς από το Κόμμα ζητούνταν επιζήμιες, καθοριστικά λαθεμένες υποχωρήσεις τόσο από το πρόγραμμά του όσο και από τα άμεσα καθήκοντα πάλης» (Από την Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ, «Πρώτη τοποθέτηση για το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου 2012», «Ριζοσπάστης», 19/6/2012).
Το ζήτημα «συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση» είναι στρατηγικό ζήτημα. Ετσι, σε συνθήκες που το αστικό κράτος είναι κυρίαρχο, η συμμετοχή του επαναστατικού Κόμματος της εργατικής τάξης στην κυβέρνηση σημαίνει συμμετοχή στη διαχείριση των υποθέσεων του κεφαλαίου. Στην επεξεργασία και άσκηση πολιτικής στην κοινωνία του κεφαλαίου. Ολοι όσοι προεκλογικά, αλλά και μετά τις εκλογές έβαζαν αυτό το ζήτημα, της ανάδειξης δηλαδή μιας «αριστερής» κυβέρνησης και το κάλεσμα της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων για την ανάδειξη μιας τέτοιας κυβέρνησης, στο ερώτημα σε όφελος ποιας τάξης θα λειτουργεί και θα δρα αυτή η κυβέρνηση, απαντούσαν: Θα πάρει μέτρα ανακούφισης του λαού από τις συνέπειες της κρίσης. Αλλά εδώ προκύπτει επίσης το ερώτημα: Μπορεί μια κυβέρνηση στον καπιταλισμό να το διαχειρίζεται σε όφελος του λαού; Πολύ περισσότερο, σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης, που καταστρέφει παραγωγικές δυνάμεις, καταστρέφει δηλαδή και εργατική δύναμη, με την ανεργία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση να απλώνονται με γεωμετρική πρόοδο, και ταυτόχρονα το κεφάλαιο να πασχίζει να σωθεί από την καταστροφική δύναμη της κρίσης; Δηλαδή, τη στιγμή που πασχίζουν οι καπιταλιστές, οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι να διατηρήσουν πάση θυσία τις επιχειρήσεις τους - και σ' αυτό συμβάλλει και η αντεργατική αντιλαϊκή πολιτική που μειώνει μισθούς, διευκολύνει τις απολύσεις, επιβάλλει ελαστικές εργασιακές σχέσεις, όπως π.χ. η εκ περιτροπής εργασία, έτσι που σε συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας να μπορούν να πάρουν μέτρα αντισταθμίσματος της χασούρας των κερδών τους από την πάμφθηνη εργατική δύναμη, καταναλώνοντας δηλαδή ολοένα και μικρότερο μέρος του κεφαλαίου για πληρωμή των εργατών...
Επομένως, και σ' αυτό το ζήτημα εκφράζεται η οξύτατα ανειρήνευτη ταξική αντίθεση καπιταλιστών - εργατικής τάξης. Αλλωστε, μια κυβέρνηση, με δεδομένη την ιδιοκτησία των καπιταλιστών, είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει πολιτική ενίσχυσης της κερδοφορίας τους αφού νόμος κίνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ο νόμος του κέρδους. Πολιτική κόντρα σ' αυτό το νόμο σημαίνει καταστροφή του κεφαλαίου. Επομένως, μια κυβέρνηση, ακόμη και με συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος, σε αστικές συνθήκες, αντικειμενικά δεν μπορεί να εφαρμόσει πολιτική κόντρα στους νόμους που κινούν αυτή την κοινωνία, κόντρα στο νόμο του κέρδους. Να γιατί λέμε ότι η συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση είναι στρατηγικό ζήτημα. Στην προκειμένη περίπτωση, συμμετοχή του ΚΚΕ σε κυβέρνηση και με το κράτος και την οικονομία στα χέρια των αστών σημαίνει ότι το ΚΚΕ αλλάζει στρατηγική και γίνεται κόμμα αστικής διαχείρισης, άρα απεμπολεί τον ταξικό πολιτικό αγώνα για να πάρει η εργατική τάξη την εξουσία, και υποτάσσει την ίδια την εργατική τάξη στους καπιταλιστές, και το κίνημά της σε μέσο διαιώνισης του καπιταλισμού. Γιατί μέσω αστικοκοινοβουλευτικών εκλογών ανατροπή του καπιταλισμού δε γίνεται. Με μια τέτοια ενέργεια θα καλλιεργούσε όμως αυτήν την αυταπάτη. Οχι συγκέντρωση των δυνάμεων για ρήξη - ανατροπή, αλλά εκλογές για ανάδειξη κυβέρνησης που θα διαχειρίζεται την καπιταλιστική κοινωνία για να εφαρμόζει τάχα πολιτική υπέρ της εργατικής τάξης, του λαού!..
Υπάρχουν δυνάμεις που αυτοαποκαλούνται αριστερές όπως η ΚΟΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες που έβαζαν το στόχο ανατροπής των αντιλαϊκών κυβερνήσεων με ένα πρόγραμμα που δε θα είναι πρόγραμμα εργατικής εξουσίας, αλλά μιας κυβέρνησης η οποία θα εφαρμόσει πρόγραμμα ανακούφισης του λαού, και μάλιστα τη θεωρούσαν ως εφαλτήριο για την εργατική εξουσία ή μεταβατικό στάδιο συγκέντρωσης των δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Βεβαίως, στην πορεία η ΚΟΕ την εγκατέλειψε, γιατί αφομοιώνεται στο ΣΥΡΙΖΑ, η δε ΑΝΤΑΡΣΥΑ εγκατάλειψε φραστικά την κυβέρνηση, χωρίς να εγκαταλείψει την ουσία της. Για παράδειγμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην επιστολή της προς το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ για συνεργασία των αριστερών δυνάμεων, που δημοσίευσε το ΠΡΙΝ στις 11 Μάρτη 2012, έβαζε το ζήτημα ως εξής: «Οι πολιτικοί "άξονες" για την κοινή αριστερή και αγωνιστική δράση που προτείνει σε ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, στην ανατρεπτική Αριστερά και σε όλα τα αγωνιζόμενα ρεύματα και δυνάμεις, είναι οι παρακάτω: Ανατροπή των μνημονίων, των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ. Παύση πληρωμών προς τους πιστωτές, μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους. Εθνικοποίηση - κρατικοποίηση όλων των τραπεζών και των μεγάλων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό και λαϊκό έλεγχο. Εξοδος από το ευρώ, την ΟΝΕ και την ΕΕ. Ριζική μείωση του χρόνου εργασίας, σταθερή εργασία με αυξήσεις σε μισθούς, συντάξεις, εισόδημα εργαζομένων και λαού σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου» προτείνοντας τη συγκρότηση «ενός αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της αντιδραστικής επίθεσης του κεφαλαίου, της ΕΕ, του ΔΝΤ και των κυβερνήσεών τους».
Ουσιαστικά, χωρίς να το λέει, πρότεινε μια κυβέρνηση διαχείρισης σε αστικά πλαίσια, μιλώντας ταυτόχρονα για «ρήξη και ανατροπή της αντιδραστικής επίθεσης του κεφαλαίου» αλλά αυτή η ρήξη έφτανε μέχρι την αναδιανομή «σε βάρος των κερδών του κεφαλαίου» και όχι κατάργησή τους. Αρα άφηνε άθικτη την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Ετσι όμως καλείς την εργατική τάξη, το λαό, με την ψήφο, να αναδείξουν μια κυβέρνηση που θα θεωρούν ότι είναι φιλολαϊκή, με την αυταπάτη ότι θα μπορεί να εφαρμόζει πολιτική ενάντια στα κέρδη του κεφαλαίου, άρα υπονόμευσής του, αλλά αντικειμενικά δε θα μπορεί να το κάνει, άρα δε θα μπορεί να είναι φιλολαϊκή.
Προβάλλουν την άποψη ότι μια τέτοια κυβέρνηση, με το παραπάνω πλαίσιο ως πρόγραμμα θα είναι σε όφελος της εργατικής τάξης, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, γιατί θα παλεύει να το εφαρμόσει, αλλά στην ανειρήνευτη ταξική αντίθεση «καπιταλιστές - εργατική τάξη», «μονοπώλια - λαός», η λύση υπέρ της μιας ή της άλλης τάξης σημαίνει σύγκρουση. Αρα απαιτεί ανάλογο συσχετισμό δυνάμεων. Που σημαίνει ότι αυτός ο συσχετισμός δυνάμεων έχει διαμορφωθεί μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης υπέρ της εργατικής τάξης και του κόμματός της. Αρα θα έχει ήδη εκφραστεί μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο εργατικό κίνημα. Δηλαδή, οργανωμένη εργατική τάξη, σχεδόν καθολικά, συμμαχία με τα πρωτοπόρα τμήματα των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, όργανα πάλης της συμμαχίας, ανάπτυξη αγώνων με όρους μαζών σε αντιμονοπωλιακή αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, διαμορφωμένη δηλαδή συνείδηση και έκφραση στην πράξη, ανατρεπτική.
Υπάρχουν σήμερα στην Ελλάδα έστω ενδείξεις ότι το εργατικό κίνημα, η ταξική πάλη αναδεικνύει μία τέτοια πραγματικότητα; «Είναι φανερό ότι οι αγώνες που αναπτύχθηκαν δεν μπόρεσαν να δώσουν μεγαλύτερο βάθος και σταθερότητα στο ριζοσπαστισμό, καθώς δεν απέκτησαν τη μαζικότητα και κυρίως την οργάνωση και τον πολιτικό προσανατολισμό που απαιτούν οι συνθήκες. Αν και το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια είχε σημαντική άνοδο και κινητοποιήσεις πανευρωπαϊκής απήχησης, δεν είχε ούτε τον προσανατολισμό ούτε τη μαζικότητα - οργανωτικότητα, ώστε άμεσα να απειλεί την αστική εξουσία του κεφαλαίου», εκτιμά η ΚΕ του ΚΚΕ στην Απόφαση για το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιούνη. Και σ' αυτό δεν υπάρχει άλλη εκτίμηση.
Ορισμένοι «αριστεροί» μιλούν για την αναγκαιότητα προβολής του ζητήματος της κυβέρνησης σε αστικές συνθήκες και της κατάκτησής της ως μια «στιγμή» στη μεταβατική διαδικασία για την επανάσταση, για την εργατική εξουσία. Αυτή η τακτική είναι η ίδια που παρουσιάσαμε πιο πάνω με παράδειγμα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και είναι λογική που υποτάσσει τη στρατηγική στην εξυπηρέτηση ενός στόχου, συγκέντρωσης δυνάμεων στη γραμμή του ΚΚΕ λένε κάποιοι, αλλά τελικά οδηγεί στο ρεφορμισμό, αφού αντικειμενικά στο όνομα μιας εκλογικής αναμέτρησης καλείς την εργατική τάξη να επιλέξει κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, δηλαδή συγκέντρωση δυνάμεων σε κυβέρνηση στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αυτό απαντά και στην άποψη που λέει ότι ναι μεν η εποχή είναι εποχή του ιμπεριαλισμού, του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, ναι μεν δεν υπάρχει ενδιάμεσος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά άλλο το αντικειμενικό στοιχείο με βάση το χαρακτήρα της εποχής, άλλο η πολιτική που θα ωριμάζει τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή τη συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την ανατροπή του καπιταλισμού. Και εδώ το ζήτημα της κυβέρνησης, λένε, είναι κρίκος. Αλλά είναι κρίκος ενίσχυσης του κυβερνητισμού και των αυταπατών ότι με κοινοβουλευτική διαδικασία μπορεί να γίνονται ρήξεις μέσα στον καπιταλισμό και μέσω αυτής της διαδικασίας στην πορεία να αφαιρεθεί η ιδιοκτησία και η εξουσία από τα μονοπώλια. Αντικειμενικά αυτός ο κρίκος είναι κρίκος υποβιβασμού της ταξικής συνείδησης και κατά συνέπεια ταξικής πάλης στο μέτρο και στο επίπεδο διατήρησης του συστήματος.
Αυτά τα ζητήματα δεν είναι καινούρια. Εχουν μπει μπροστά στο Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, στα Κομμουνιστικά Κόμματα, από τότε που η ίδρυση και ανάπτυξή τους σε κάθε καπιταλιστική χώρα έθεσε ανοιχτά το ζήτημα της επαναστατικής κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, έχοντας λύσει το ζήτημα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση», υπέρ της επανάστασης.
Σήμερα στο ένθετο Ιστορία παρουσιάζουμε τέσσερα κείμενα του Β.Ι.Λένιν με τίτλο «Ο Β.Ι. ΛΕΝΙΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟ». Περιλαμβάνονται τα εξής κείμενα με χρονολογική σειρά:
  • Το άρθρο στην εφημερίδα «Εχο» με ημερομηνία 28 Ιούνη 1906 με τίτλο: «Ξανά για το ζήτημα της κυβέρνησης από τη Δούμα». Το άρθρο κάνει κριτική στην υιοθέτηση από τους οπορτουνιστές του συνθήματος κυβέρνηση από τη Δούμα που προέβαλαν τότε οι αστοί καντέτοι. (Β.Ι. Λένιν, Απαντα τ. 13 σελ. 263-267).
  • Το κείμενο με τίτλο «Πρόλογος στη Ρωσική μετάφραση της μπροσούρας του Β. Λίμπκνεχτ «Κανένας συμβιβασμός, καμιά εκλογική συμφωνία!», με ημερομηνία Δεκέμβρης του 1906. Πρόκειται για κείμενο που αναδεικνύει τους κίνδυνους για το εργατικό κίνημα που εμπεριέχουν οι συμμαχίες με αστικά κόμματα και εκπροσώπους της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής. (Β.Ι. Λένιν, Απαντα τ. 14 σελ. 223-229).
  • Απόσπασμα από το άρθρο με τίτλο: «Οι εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κομμουνιστική Διεθνής», τεύχη 7-8, το Δεκέμβρη του 1919. Το άρθρο αναφέρεται στις εκλογές για την Συντακτική Συνέλευση (δηλαδή για το σώμα που θα προχωρούσε στη συγκρότηση αστικού συντάγματος) που είχαν προκηρυχθεί πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και πραγματοποιήθηκαν το Νοέμβρη του 1917. Σε αυτές τις εκλογές οι μπολσεβίκοι απέσπασαν το 25% ενώ οι μενσεβίκοι και οι εσέροι το 62%. Η Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε από τους μπολσεβίκους το Γενάρη του 1918 ως όργανο που δεν εξέφραζε τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων εφόσον είχε εδραιωθεί η εξουσία των Σοβιέτ. Στο άρθρο αναδεικνύονται μια σειρά ζητήματα που αφορούν το ζήτημα της έννοιας της πλειοψηφίας, του ρόλου του αστικού κοινοβουλίου κ.λπ. (Β.Ι. Λένιν, Απαντα τ. 40 σελ. 1-24).
  • Απόσπασμα από τις Θέσεις που ενέκρινε το 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (6-25 Ιουλίου 1919) και στη διαμόρφωση των οποίων είχε πρωταγωνιστικό ρόλο ο Λένιν. Πρόκειται για το μέρος των Θέσεων που έχει τίτλο: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός». Στο κείμενο αυτό δίνονται αναλυτικά οδηγίες για το πώς θα πρέπει να αναπτύξουν τα ΚΚ την κοινοβουλευτική τους τακτική έτσι ώστε να υπηρετούν πράγματι το στρατηγικό τους στόχο, ξεπερνώντας τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες των παλιών σοσιαλδημοκρατικών εργατικών κομμάτων της Β' Διεθνούς. (Περιέχεται στην έκδοση «Η Κομμουνιστική Διεθνής», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 110-123).
ΞΑΝΑ ΓΙΑ TO ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΥΜΑ
«Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέγουμε» - μ' αυτό το συλλογισμό προσπαθούσαν και προσπαθούν πάντα να δικαιολογηθούν οι οπορτουνιστές. Είναι αδύνατο να πετύχεις μονομιάς κάτι το μεγάλο. Πρέπει ν' αγωνίζεσαι για το μικρό μα κατορθωτό. Πώς όμως θα καθορίσεις αν ένα πράγμα είναι κατορθωτό; Με το αν συμφωνούν τα περισσότερα πολιτικά κόμματα ή οι περισσότερο «έγκυροι» πολιτικοί. Οσο περισσότεροι πολιτικοί παράγοντες συμφωνούν για μια κάποια μικρή βελτίωση, τόσο ευκολότερα μπορούμε να την πετύχουμε, τόσο πιο κατορθωτή είναι αυτή. Δεν πρέπει να είσαι ουτοπιστής, επιδιώκοντας το μεγάλο. Πρέπει να είσαι ρεαλιστής πολιτικός, να ξέρεις να συντάσσεσαι μ' εκείνους που διεκδικούν το μικρό, και αυτό το μικρό θα διευκολύνει την πάλη για το μεγάλο. Εμείς βλέπουμε το μικρό σαν τον πιο σίγουρο σταθμό στην πάλη για το μεγάλο.
Ετσι σκέπτονται όλοι οι οπορτουνιστές, όλοι οι ρεφορμιστές, σε διάκριση από τους επαναστάτες. Ετσι ακριβώς σκέπτονται οι σοσιαλδημοκράτες της δεξιάς πτέρυγας για το σχηματισμό κυβέρνησης από τη Δούμα. Το αίτημα συντακτική συνέλευση είναι μεγάλο αίτημα. Αυτό δεν μπορούμε να το πετύχουμε τώρα. Το αίτημα αυτό κάθε άλλο παρά όλοι το υποστηρίζουν συνειδητά1. Αντίθετα υπέρ του σχηματισμού κυβέρνησης από τη Δούμα τάσσεται όλη η Κρατική Δούμα, άρα η τεράστια πλειοψηφία των πολιτικών παραγόντων - άρα «όλος ο λαός». Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέγουμε ανάμεσα στο σημερινό κακό και στην πιο μικρή θεραπεία του, γιατί την «πιο μικρή» θεραπεία τη θέλουν οι πιο πολλοί απ' αυτούς που είναι γενικά δυσαρεστημένοι από το σημερινό κακό. Και αφού θα 'χουμε πετύχει το μικρό θα διευκολύνουμε την πάλη μας για το μεγάλο.
Το ξαναλέμε: Αυτός είναι ο βασικός, ο τυπικός συλλογισμός όλων των οπορτουνιστών σε όλο τον κόσμο. Τι συμπέρασμα βγαίνει κατ' ανάγκην από το συλλογισμό αυτό; Το συμπέρασμα ότι δε χρειάζεται κανένα επαναστατικό πρόγραμμα, κανένα επαναστατικό κόμμα, καμιά επαναστατική τακτική. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις και μόνο μεταρρυθμίσεις. Δε χρειάζεται επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Χρειάζεται ένα κόμμα δημοκρατικών και σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων. Κι αλήθεια: Δεν είναι μήπως φανερό πως θα υπάρχουν πάντα στον κόσμο άνθρωποι που θα θεωρούν ότι αυτό που υπάρχει δεν είναι ικανοποιητικό; Φυσικά θα υπάρχουν πάντα. Δεν είναι επίσης φανερό πως την πιο μικρή βελτίωση αυτής της μη ικανοποιητικής κατάστασης θα τη θέλουν πάντα οι πιο πολλοί από τους δυσαρεστημένους; Φυσικά, πάντα οι πιο πολλοί. Συνεπώς δουλειά δική μας, δουλειά των πρωτοπόρων και «συνειδητών» ανθρώπων είναι να υποστηρίζουμε πάντα τις πιο μικρές διεκδικήσεις για τη θεραπεία του κακού. Αυτή είναι η πιο σίγουρη, η πιο πρακτική δουλειά, ενώ όλες οι άλλες συζητήσεις για κάποιες «θεμελιακές» διεκδικήσεις κτλ. δεν είναι παρά λόγια «ουτοπιστών», «επαναστατικές κενολογίες». Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέγουμε και πάντα πρέπει να διαλέγουμε ανάμεσα στο υπάρχον κακό και στο μετριοπαθέστερο από τα συνηθισμένα σχέδια θεραπείας του.
Ετσι ακριβώς σκέπτονταν οι Γερμανοί οπορτουνιστές σοσιαλδημοκράτες. Υπάρχει, έλεγαν, το σοσιαλφιλελεύθερο ρεύμα που ζητάει την κατάργηση των έκτακτων νόμων εναντίον των σοσιαλιστών, τον περιορισμό της διάρκειας της εργάσιμης μέρας, την ασφάλιση από τις αρρώστιες κτλ. Τα αιτήματα αυτά τα υποστηρίζει και μια αρκετά μεγάλη μερίδα της αστικής τάξης. Μην την απωθείτε με άστοχες ενέργειες, δώστε της το χέρι, υποστηρίξτε την. Τότε θα είστε ρεαλιστές πολιτικοί, θα προσφέρετε ένα μικρό μεν, αλλά πραγματικό όφελος στην εργατική τάξη και από την τακτική σας δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τα κούφια λόγια για «επανάσταση». Ετσι κι αλλιώς επανάσταση δεν πρόκειται να κάνετε τώρα. Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέγουμε ανάμεσα στην αντίδραση και στη μεταρρύθμιση, ανάμεσα στην πολιτική του Βίσμαρκ και στην πολιτική της «κοινωνικής αυτοκρατορίας».
Παρόμοια με τους μπερνσταϊνικούς σκέπτονταν και οι Γάλλοι μινιστεριαλιστές σοσιαλιστές. Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέγουμε ανάμεσα στην αντίδραση και στους αστούς ριζοσπάστες που υπόσχονται μια σειρά από πρακτικά εφαρμόσιμες μεταρρυθμίσεις. Είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίζουμε αυτούς τους ριζοσπάστες, να υποστηρίζουμε τις κυβερνήσεις τους. Οσον αφορά τα λεγόμενα για κοινωνική επανάσταση, δεν είναι παρά αερολογίες των «μπλανκιστών», των «αναρχικών», των «ουτοπιστών» κλπ.
Ποιο είναι το βασικό λάθος όλων αυτών των οπορτουνιστικών συλλογισμών; Οτι στους συλλογισμούς αυτούς αντικαθίσταται ουσιαστικά η σοσιαλιστική θεωρία της ταξικής πάλης, σαν μοναδικού πραγματικού κινητήρα της ιστορίας, με την αστική θεωρία της «αλληλέγγυας», της «κοινωνικής» προόδου. Σύμφωνα με τη θεωρία του σοσιαλισμού, δηλαδή του μαρξισμού (για μη μαρξιστικό σοσιαλισμό δεν μπορεί κανείς να μιλάει τώρα στα σοβαρά), πραγματικός κινητήρας της ιστορίας είναι η επαναστατική πάλη των τάξεων. Οι μεταρρυθμίσεις είναι το δευτερεύον αποτέλεσμα της πάλης αυτής, δευτερεύον γιατί οι μεταρρυθμίσεις αυτές εκφράζουν τις αποτυχημένες απόπειρες να εξασθενήσει, να αμβλυνθεί αυτή η πάλη κτλ. Σύμφωνα με τη θεωρία των αστών φιλοσόφων, κινητήρας της προόδου είναι η αλληλεγγύη όλων των στοιχείων της κοινωνίας, που ένιωσαν την «ατέλεια» του ενός ή του άλλου θεσμού. Η πρώτη θεωρία είναι υλιστική, η δεύτερη ιδεαλιστική. Η πρώτη είναι επαναστατική, η δεύτερη ρεφορμιστική. Η πρώτη θεμελιώνει την τακτική του προλεταριάτου στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες, η δεύτερη την τακτική της αστικής τάξης.
Από τη δεύτερη θεωρία απορρέει η τακτική των αστών προοδευτικών της αράδας: Υποστήριζε παντού και πάντα «ό,τι είναι το καλύτερο». Διάλεγε ανάμεσα στην αντίδραση και στην άκρα δεξιά των δυνάμεων που αντιπολιτεύονται την αντίδραση αυτή. Από την πρώτη θεωρία απορρέει η αυτοτελής επαναστατική τακτική της πρωτοπόρας τάξης. Εμείς σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να περιορίσουμε τα καθήκοντά μας στην υποστήριξη των πιο διαδομένων συνθημάτων της ρεφορμιστικής αστικής τάξης. Εφαρμόζουμε αυτοτελή πολιτική, προβάλλοντας συνθήματα μόνο για κείνες τις μεταρρυθμίσεις που συμφέρουν αναντίρρητα στην επαναστατική πάλη, που ανεβάζουν αναντίρρητα την αυτοτέλεια, τη συνειδητότητα και τη μαχητική ικανότητα του προλεταριάτου. Μόνο με μια τέτοια τακτική εξουδετερώνουμε τις μεταρρυθμίσεις από τα πάνω, που είναι πάντα μεσοβέζικες, πάντα υποκριτικές και συνοδεύονται πάντα με αστικές ή αστυνομικές παγίδες.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Μονάχα με μια τέτοια τακτική προωθούμε πραγματικά το έργο των σοβαρών μεταρρυθμίσεων. Αυτό φαίνεται παράδοξο, μα το παράδοξο αυτό το επιβεβαιώνει ολόκληρη η ιστορία της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας: Η τακτική των ρεφορμιστών εξασφαλίζει κατά το χειρότερο τρόπο την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και το πραγματοποιήσιμο αυτών των μεταρρυθμίσεων. Η τακτική της επαναστατικής ταξικής πάλης εξασφαλίζει κατά τον καλύτερο τρόπο και το ένα και το άλλο. Στην πραγματικότητα τις μεταρρυθμίσεις τις επιβάλλει ίσα ίσα η επαναστατική ταξική πάλη, η αυτοτέλειά της, η μαζική της δύναμη, ο πεισματικός χαρακτήρας της. Μόνο στο βαθμό που η πάλη αυτή είναι ισχυρή είναι πραγματοποιήσιμες και οι μεταρρυθμίσεις, που πάντα είναι απατηλές, διπρόσωπες, διαποτισμένες από ζουμπατοφικό πνεύμα. Συγχωνεύοντας τα συνθήματά μας με τα συνθήματα της ρεφορμιστικής αστικής τάξης εξασθενίζουμε το έργο της επανάστασης και, επομένως, και το έργο των μεταρρυθμίσεων, γιατί εξασθενίζουμε έτσι την αυτοτέλεια, τη σταθερότητα και τη δύναμη των επαναστατικών τάξεων.
Μπορεί να βρεθεί αναγνώστης που ίσως πει: Προς τι να επαναλαμβάνουμε αυτό το άλφα - βήτα της διεθνούς επαναστατικής σοσιαλδημοκρατίας; Επειδή το ξεχνούν η «Γκόλος Τρουντά» και πολλοί σύντροφοι μενσεβίκοι.
Ο σχηματισμός κυβέρνησης από τη Δούμα ή καντέτικης κυβέρνησης είναι μια τέτοια απατηλή, διπρόσωπη, ζουμπατοφική μεταρρύθμιση. Το να ξεχνάς την πραγματική της σημασία, σαν απόπειρας συναλλαγής των καντέτων με την απολυταρχία, σημαίνει ότι αντικαθιστάς το μαρξισμό με τη φιλελεύθερη - αστική φιλοσοφία της προόδου. Υποστηρίζοντας μια τέτοια μεταρρύθμιση, συγκαταλέγοντάς την στα συνθήματά μας, εξασθενίζουμε έτσι και την καθαρότητα της επαναστατικής συνείδησης του προλεταριάτου, και την αυτοτέλειά του, και την μαχητική του ικανότητα. Υποστηρίζοντας ολοκληρωτικά τα παλιά επαναστατικά συνθήματά μας, δυναμώνουμε έτσι την πραγματική πάλη, δυναμώνουμε συνεπώς και την πιθανότητα της μεταρρύθμισης και τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί αυτή προς όφελος της επανάστασης και όχι της αντίδρασης. Καθετί το ψεύτικο και υποκριτικό στη μεταρρύθμιση αυτή το πετάμε στους καντέτους. Καθετί το θετικό που μπορεί να περιέχει το αξιοποιούμε εμείς οι ίδιοι. Μόνο με μια τέτοια τακτική θα μπορέσουμε να επωφεληθούμε από τις τρικλοποδιές που βάζουν ο ένας στον άλλον οι κ. κ. Τρέποφ και Ναμπόκοφ για να ρίξουμε και τους δυο αξιότιμους αυτούς ακροβάτες στο λάκκο. Μόνο με μια τέτοια τακτική η ιστορία θα πει για μας, όπως είπε ο Βίσμαρκ για τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες: «Αν δεν υπήρχαν οι σοσιαλδημοκράτες δε θα υπήρχε κοινωνική μεταρρύθμιση». Αν δεν υπήρχε επαναστατικό προλεταριάτο δε θα υπήρχε η 17 του Οχτώβρη. Αν δεν υπήρχε ο Δεκέμβρης δε θα σταματούσαν όλες οι προσπάθειες ματαίωσης της σύγκλησης της Δούμας. Μα θα 'ρθει κι ένας άλλος Δεκέμβρης που θα καθορίσει τις παραπέρα τύχες της επανάστασης.
Επίλογος. Το άρθρο αυτό είχε γραφτεί πια όταν διαβάσαμε το κύριο άρθρο στο 6ο φύλλο της «Γκόλος Τρουντά». Οι σύντροφοι διορθώνουν το λάθος τους. Θέλουν, προτού η κυβέρνηση από τη Δούμα πάρει στα χέρια της τα χαρτοφυλάκια, να απαιτήσει και να επιτύχει και την κατάργηση σε όλη τη χώρα του στρατιωτικού νόμου και των κάθε λογής έκτακτων μέτρων, και γενική αμνηστία, και αποκατάσταση όλων των ελευθεριών. Πολύ καλά, σύντροφοι! Ζητήστε από την ΚΕ να περιλάβει αυτούς τους όρους στην απόφασή της σχετικά με την κυβέρνηση από τη Δούμα. Δοκιμάστε να το κάνετε αυτό σεις οι ίδιοι και τότε θα δείτε ότι προτού υποστηρίξετε κυβέρνηση από τη Δούμα ή καντέτικη Κυβέρνηση πρέπει να απαιτήσετε και να πετύχετε η Δούμα ή οι καντέτοι να μπουν στον επαναστατικό δρόμο. Προτού υποστηρίξετε τους καντέτους πρέπει να απαιτήσετε και να πετύχετε να πάψουν οι καντέτοι να είναι καντέτοι.
«Εχο», άρ. φύλλου 6,
28 του Ιούνη 1906
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της εφημερίδας «Εχο».
Σημειώσεις:
1. Το αίτημα αυτό το υποστηρίζει το πιο μικρό μέρος της Δούμας.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΡΩΣΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΜΠΡΟΣΟΥΡΑΣ ΤΟΥ Β. ΛΙΜΠΚΝΕΧΤ «ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ!»
Η μπροσούρα του Λίμπκνεχτ, που προσφέρεται σε μετάφραση στο Ρώσο αναγνώστη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σήμερα, στις παραμονές των εκλογών για τη δεύτερη Δούμα, τώρα που το ζήτημα των εκλογικών συμφωνιών ενδιαφέρει ζωηρά και το εργατικό κόμμα και την κοινή γνώμη της φιλελεύθερης αστικής τάξης.
Δε θα σταθούμε εδώ στη σημασία από γενική άποψη της μπροσούρας του Λίμπκνεχτ. Ο αναγνώστης πρέπει να συμβουλευτεί το έργο του Φρ. Μέρινγκ για την ιστορία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και μια σειρά άλλα έργα των Γερμανών συντρόφων μας, για να καταλάβει καλά τη σημασία αυτή και να κατανοήσει σωστά ορισμένα σημεία της μπροσούρας, που σηκώνουν παρερμηνεία, αν παρθούν έξω από τις τοτινές συνθήκες, αν δεν παρθεί υπόψη το πότε και πώς ειπώθηκαν.
Σημασία έχει για μας να σημειώσουμε εδώ τον τρόπο σκέψης του Λίμπκνεχτ. Σημασία έχει να δείξουμε, με τι τρόπο ο Λίμπκνεχτ αντιμετώπιζε το ζήτημα των συμφωνιών, για να βοηθήσουμε το Ρώσο αναγνώστη να φτάσει μόνος του στη λύση του ζητήματος που μας ενδιαφέρει, του ζητήματος των συνασπισμών με τους καντέτους.
Ο Λίμπκνεχτ δεν αρνιέται καθόλου ότι οι συμφωνίες με τα αστικά - αντιπολιτευόμενα κόμματα είναι «ωφέλιμες» και από την άποψη των «κοινοβουλευτικών πληρεξουσίων» και από την άποψη της προσέλκυσης «συμμάχου» (δήθεν συμμάχου) ενάντια στον κοινό εχθρό, την αντίδραση. Μα εδώ ακριβώς φανερώνεται ο αληθινά πολιτικός νους και ο δοκιμασμένος σοσιαλδημοκρατισμός του παλαίμαχου των Γερμανών σοσιαλιστών, ότι δηλαδή δεν περιορίζεται στις σκέψεις αυτές. Εξετάζει και το εξής: Μήπως ο «σύμμαχος» είναι κρυφός εχθρός, οπότε είναι πολύ επικίνδυνο να τον αφήσουμε να μπει στις γραμμές μας; Παλεύει πραγματικά και πώς παλεύει ο σύμμαχος αυτός ενάντια στον κοινό εχθρό; Μήπως η ωφέλεια από τις συμφωνίες, από την άποψη της αύξησης του αριθμού των κοινοβουλευτικών πληρεξουσίων, φέρνει ζημιά στα μονιμότερα και σπουδαιότερα καθήκοντα του προλεταριακού κόμματος;
Ας πάρουμε έστω αυτά τα τρία ζητήματα που ανάφερα τώρα κι ας δούμε, αν καταλαβαίνει τη σημασία τους ένας τέτοιος, λόγου χάρη, υπερασπιστής των συμφωνιών των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών με τους καντέτους σαν τον Πλεχάνοφ. Θα δούμε ότι ο Πλεχάνοφ βάζει το ζήτημα των συμφωνιών σε απίστευτα στενή βάση. Οι καντέτοι θέλουν να παλέψουν ενάντια στην αντίδραση, άρα... συμφωνία με τους καντέτους! Πέρα απ' αυτό ο Πλεχάνοφ δεν πηγαίνει. Την παραπέρα εξέταση του ζητήματος τη θεωρεί δογματισμό. Δεν είναι παράξενο ότι ένας σοσιαλδημοκράτης, που τόσο ξέχασε τις απαιτήσεις της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, βρέθηκε γείτονας και συνεργάτης με τους αποστάτες της σοσιαλδημοκρατίας όπως είναι οι κ.κ. Προκοπόβιτς και οι άλλοι δημοσιολόγοι της «Τοβάριστς». Δεν είναι παράξενο που ακόμη και οι ομοϊδεάτες αυτού του σοσιαλδημοκράτη σε ζητήματα αρχών, οι μενσεβίκοι, ή σιωπούν συγχυσμένοι, μη τολμώντας να βροντοφωνάξουν αυτό που σκέπτονται για τον Πλεχάνοφ, και αποδοκιμάζοντάς τον στις συγκεντρώσεις των εργατών, ή τον ειρωνεύονται ανοιχτά, όπως οι μπουντιστές στη «Volkszeitung» και στο «Νάσα Τριμπούνα».
Ο Λίμπκνεχτ μάς διδάσκει ότι ο σοσιαλδημοκράτης πρέπει να ξέρει να αποκαλύπτει και όχι να κρύβει τις επικίνδυνες πλευρές κάθε συμμάχου που προέρχεται από την αστική τάξη. Σ' εμάς, όμως, οι μενσεβίκοι φωνάζουν ότι δεν πρέπει να παλεύουμε ενάντια στους καντέτους, αλλά ενάντια στο μαυροεκατονταρχίτικο κίνδυνο! Πόσο ωφέλιμο θα ήταν για τους ανθρώπους αυτούς, αν καλοσκέπτονταν τα λόγια του Λίμπκνεχτ: «Τα ανόητα και σκληρά μέτρα βίας των αστυνομικών πολιτικών, οι διώξεις που προβλέπει ο νόμος ενάντια στους σοσιαλιστές, ο δρακόντειος νόμος, ο νόμος που στρέφεται ενάντια στα κόμματα που κηρύσσουν την ανατροπή, μπορούν να προκαλούν μέσα μας ένα αίσθημα αποστροφής και οίκτου, τον εχθρό όμως, που μας άπλώνει το χέρι του για εκλογική συμφωνία και χώνεται ανάμεσά μας σαν φίλος και αδελφός, αυτόν τον εχθρό και μόνο αυτόν πρέπει να φοβόμαστε».
Οπως βλέπετε, και ο Λίμπκνεχτ έχει υπόψη του τα μέτρα βίας των αστυνομικών, τους μαυροεκατονταρχίτικους νόμους. Κι όμως λέει θαρρετά στους εργάτες: Οχι αυτόν τον εχθρό, αλλά την εκλογική συμφωνία με τον ψευτοφίλο πρέπει να φοβόμαστε. Γιατί ο Λίμπκνεχτ σκεπτόταν έτσι; Γιατί θεωρούσε πάντα ότι η δύναμη των αγωνιστών είναι πραγματική δύναμη, μόνο όταν είναι δύναμη συνειδητών εργατικών μαζών. Και τη συνείδηση των μαζών δεν τη διαφθείρουν η βία και οι δρακόντειοι νόμοι, τη διαφθείρουν οι ψευτοφίλοι των εργατών, οι φιλελεύθεροι αστοί που αποτραβούν τις μάζες από τον πραγματικό αγώνα με κούφιες φράσεις για αγώνα. Οι μενσεβίκοι μας και ο Πλεχάνοφ δεν καταλαβαίνουν ότι η πάλη ενάντια στους καντέτους είναι πάλη για την απαλλαγή της συνείδησης των εργατικών μαζών από τις απατηλές καντέτικες ιδέες και προλήψεις σχετικά με την ένωση της λαϊκής ελευθερίας με την παλιά εξουσία.
Ο Λίμπκνεχτ υπογράμμιζε τόσο έντονα το μεγάλο αυτό κίνδυνο από τους ψευτοφίλους σε σύγκριση με τους ανοιχτούς εχθρούς, ώστε έλεγε: «Η ψήφιση ενός νέου νόμου ενάντια στους σοσιαλιστές θα ήταν μικρότερο κακό, απ' ό,τι η συγκάλυψη της ταξικής αντίθεσης και των κομματικών συνόρων, εξαιτίας των εκλογικών συμφωνιών».
Μεταφράστε τη φράση αυτή του Λίμπκνεχτ στη γλώσσα της ρωσικής πολιτικής στα τέλη του 1906: «Η μαυροεκατονταρχίτικη Δούμα θα ήταν μικρότερο κακό απ' ό,τι η συγκάλυψη της ταξικής αντίθεσης και των κομματικών συνόρων, εξαιτίας των εκλογικών συμφωνιών με τους καντέτους». Τι άγριες κραυγές θα ξεσήκωναν ενάντια στον Λίμπκνεχτ για μια τέτοια φράση οι δημοσιολόγοι της «Τοβάριστς» και των παρόμοιων εφημερίδων, που μεταπήδησαν από το σοσιαλισμό στους φιλελεύθερους! Πόσες φορές ακούσαμε στις εργατικές συγκεντρώσεις και από τις σελίδες των μενσεβίκικων εκδόσεων τέτοιες ακριβώς «επικρίσεις» ενάντια στους μπολσεβίκους και παρόμοιες σκέψεις, σαν τις επικρίσεις που έτυχε να υποστεί και ο Λίμπκνεχτ! Αλλά οι μπολσεβίκοι φοβούνται τις κραυγές αυτές και τις επικρίσεις αυτές τόσο λίγο, όσο λίγο τις φοβόταν και ο Λίμπκνεχτ. Μόνο κακοί σοσιαλδημοκράτες μπορούν να μιλούν περιφρονητικά για τη ζημιά που προξενούν στις εργατικές μάζες οι φιλελεύθεροι προδότες της λαϊκής ελευθερίας, που με τις εκλογικές συμφωνίες θέλουν να πλευρίσουν τις μάζες αυτές.
Με την ευκαιρία, λίγα λόγια για την προδοσία αυτή του φιλελευθερισμού. Οι οπορτουνιστές μας, μαζί και ο Πλεχάνοφ, φωνάζουν: Είναι αδιακρισία να μιλά κανείς ακόμη και τώρα για προδοσία του φιλελευθερισμού. Ο Πλεχάνοφ έγραψε μάλιστα ολόκληρη μπροσούρα, για να διδάξει στους αδιάκριτους σοσιαλιστές - εργάτες ευγενική συμπεριφορά προς τους καντέτους. Ως ποιο βαθμό στερούνται πρωτοτυπίας οι σκέψεις του Πλεχάνοφ, ως ποιο βαθμό έχουν ξεφτίσει λόγω της πολυχρησίας από τους Γερμανούς ακόμη φιλελεύθερους αστούς οι πλεχανοφικές φράσεις, το δείχνει σαφέστερα από καθετί άλλο η μπροσούρα του Λίμπκνεχτ. Αποδείχνεται ότι ο Πλεχάνοφ «είχε σαν ατού» ενάντια στους επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες το ίδιο εκείνο παιδικό παραμύθι για το λύκο και το βοσκό, με το οποίο οι Γερμανοί οπορτουνιστές δοκίμαζαν να τρομάξουν τον Λίμπκνεχτ: Εσείς, λέει, θα συνηθίσετε τους πάντες ν' ακούνε τις φωνές σας, «λύκος! λύκος!», έτσι, που σαν έρθει ο λύκος, να μη σας πιστέψει κανείς. Ο Λίμπκνεχτ απάντησε εύστοχα στους πολυάριθμους Γερμανούς ομοϊδεάτες του τωρινού Πλεχάνοφ: «Οπως και να 'χει το πράγμα, οι προσεκτικοί άνθρωποι περιφρουρούν τα συμφέροντα του κόμματος, όχι χειρότερα απ' ό,τι οι είρωνες».
Ας πάρουμε το δεύτερο ζήτημα που σημειώσαμε: Παλεύει άραγε πραγματικά η φιλελεύθερη τάξη, δηλαδή οι καντέτοι, ενάντια στο μαυροεκατονταρχίτικο κίνδυνο και πώς παλεύει; Ο Πλεχάνοφ δεν ξέρει ούτε να τοποθετήσει το ζήτημα αυτό, ούτε να το λύσει με μια προσεκτική εξέταση της πολιτικής των καντέτων στην επαναστατική Ρωσία. Από τη «γενική έννοια» της αστικής επανάστασης ο Πλεχάνοφ, παραβιάζοντας το άλφα-βήτα του μαρξισμού, βγάζει τη συγκεκριμένη στάση των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών απέναντι στους καντέτους, αντί να βγάζει τη γενική έννοια των αμοιβαίων σχέσεων της αστικής τάξης, του προλεταριάτου και της αγροτιάς στη σύγχρονη Ρωσία από τη μελέτη των πραγματικών ιδιομορφιών της ρωσικής επανάστασης.
Ο Λίμπκνεχτ μάς διδάσκει να κρίνουμε διαφορετικά. Οταν γινόταν λόγος για την πάλη της φιλελεύθερης αστικής τάξης ενάντια στην αντίδραση, απαντούσε, εξετάζοντας το πώς αυτή πάλευε. Και έδειχνε - στην μπροσούρα που παρουσιάζουμε και σε πολλά άλλα άρθρα - ότι οι Γερμανοί φιλελεύθεροι (ακριβώς όπως οι δικοί μας οι καντέτοι) «προδίδουν την ελευθερία», ότι προσεγγίζουν τους «γιούνκερ (τσιφλικάδες) και τον κλήρο», ότι δεν μπόρεσαν να σταθούν επαναστάτες σε μια επαναστατική εποχή.
«Από τη στιγμή - λέει ο Λίμπκνεχτ - που το προλεταριάτο αρχίζει να εμφανίζεται ως τάξη, η οποία έχει ξεχωρίσει από την αστική τάξη και είναι εχθρική προς αυτήν εξαιτίας των συμφερόντων της, από τότε η αστική τάξη παύει να είναι δημοκρατική».
Και όμως, οι οπορτουνιστές μας, χλευάζοντας την αλήθεια, αποκαλούν τους καντέτους (ακόμη και στις αποφάσεις των κομματικών σοσιαλδημοκρατικών συνδιασκέψεων) δημοκράτες, παρόλο που οι καντέτοι αρνούνται στο πρόγραμμά τους το δημοκρατισμό, αναγνωρίζουν την Ανω Βουλή κτλ., παρόλο που πρότειναν στην Κρατική Δούμα τους δρακόντειους νόμους κατά των συγκεντρώσεων και καταπολέμησαν το σχηματισμό, χωρίς την άδεια των αρχών, τοπικών επιτροπών γης με βάση την καθολική, άμεση, ίση και μυστική ψηφοφορία.
Ο Λίμπκνεχτ επέκρινε πολύ δικαιολογημένα τη χρησιμοποίηση της λέξης επανάσταση, χωρίς να δίνεται σ' αυτή το αληθινό της περιεχόμενο. Οταν ο ίδιος μιλούσε για επανάσταση, πίστευε πραγματικά σ' αυτήν, εξέταζε πραγματικά όλα τα ζητήματα και όλα τα μέτρα τακτικής όχι μόνο από την άποψη των συμφερόντων της στιγμής, μα και από την άποψη των θεμελιακών συμφερόντων όλης της επανάστασης. Ο Λίμπκνεχτ, όπως και οι Ρώσοι επαναστάτες σοσιαλδημοκράτες, έτυχε να δοκιμάσει τα δύσκολα περάσματα από την άμεση επαναστατική πάλη στο άθλιο, απαίσιο, αισχρό μαυροεκατονταρχίτικο σύνταγμα. Ο Λίμπκνεχτ ήξερε να προσαρμόζεται στα δύσκολα αυτά περάσματα, ήξερε να δουλεύει για το προλεταριάτο σε κάθε λογής συνθήκες, ακόμη και στις χειρότερες. Μα στις περιπτώσεις αυτές δεν πανηγύριζε, επειδή περνούσε από την πάλη ενάντια στο αισχρό σύνταγμα στη δουλειά μέσα στις συνθήκες του συντάγματος αυτού, δεν ειρωνευόταν εκείνους που έκαναν το παν για να μην επιτρέψουν να δει το φως ένα τέτοιο «σύνταγμα». Ο Λίμπκνεχτ δε θεωρούσε «σύνεση» το να δώσει το γρηγορότερο μια κλοτσιά στην επανάσταση που πέφτει (έστω και αν πέφτει προσωρινά), για να προσαρμοστεί το συντομότερο σ' ένα κουτσοσύνταγμα. Οχι, ο παλαίμαχος της επανάστασης θεωρούσε «σύνεση» ενός αρχηγού του προλεταριάτου το να περάσει τελευταίος απ' όλους τους μικρόψυχους και δειλούς αστούς στην πολιτική της «προσαρμογής» σε εκείνο που γεννιέται από τις προσωρινές ήττες της επανάστασης. «Η πρακτική πολιτική - λέει ο Λίμπκνεχτ - μας υποχρέωνε να προσαρμοζόμαστε στους θεσμούς της κοινωνίας στην οποία ζούμε: Μα κάθε νέο βήμα στο δρόμο της προσαρμογής στο σημερινό κοινωνικό καθεστώς το κάναμε με κόπο και γινόταν μόνο με μεγάλη σύνεση. Αυτό προκαλούσε αρκετές ειρωνείες από διάφορες πλευρές. Εκείνος όμως που φοβάται να βαδίσει σ' αυτήν την κατωφέρεια, είναι πάντως πιο σίγουρος σύντροφος από εκείνον που ειρωνεύεται τη σύνεσή μας».
Μην ξεχνάτε τα χρυσά αυτά λόγια, σύντροφοι εργάτες, που μποϊκοτάρατε τη Δούμα του Βίτε. Να θυμάστε πιο συχνά τα λόγια αυτά, όταν οι αξιοθρήνητοι σχολαστικοί θα ειρωνεύονται μπροστά σας την αποχή από τη Δούμα, ξεχνώντας ότι κάτω από τη σημαία της αποχής από τη Δούμα του Μπουλίγκιν άναψε το πρώτο (και μέχρι τώρα το μοναδικό, αλλά είμαστε βέβαιοι όχι και το τελευταίο) λαϊκό κίνημα ενάντια σε παρόμοιους θεσμούς. Ας υπερηφανεύονται οι προδότες καντέτοι ότι αυτοί νωρίτερα απ' όλους συγκατατέθηκαν να συρθούν με την κοιλιά και να προσκυνήσουν τους νόμους της αντεπανάστασης. Το συνειδητό προλεταριάτο θα είναι υπερήφανο που περισσότερο απ' όλους υπεράσπιζε τις θέσεις του, κρατώντας ψηλά τη σημαία και βάδιζε σε ανοιχτή μάχη, θα είναι υπερήφανο που έπεφτε μονάχα κάτω από τα βαριά χτυπήματα στη μάχη, που περισσότερο απ' όλους προσπαθούσε και καλούσε το λαό να ξεσηκωθεί ακόμη μια φορά, να ριχτεί μαζικά και να πνίξει τον εχθρό!
* * *
Τέλος, ας περάσουμε στο τρίτο και τελευταίο από τα ζητήματα που σημειώσαμε. Δε ζημιώνουν άραγε οι εκλογικές συμφωνίες αυτό που μας είναι ιδιαίτερα πολύτιμο: Την «καθαρότητα των αρχών» του σοσιαλδημοκρατισμού; Αλίμονο! Στο ερώτημα αυτό η ρωσική πολιτική πραγματικότητα έδωσε ήδη την απάντησή της, απάντηση με γεγονότα, που κάνουν τους συνειδητούς εργάτες να κοκκινίζουν από ντροπή.
Οι μενσεβίκοι διαβεβαίωναν στις αποφάσεις τους, ορκίζονταν σε θεούς και δαίμονες στις συνελεύσεις, ότι κάνουν συμφωνίες μόνο σε τεχνικά ζητήματα, ότι συνεχίζουν την ιδεολογική πάλη ενάντια στους καντέτους, ότι με κανέναν τρόπο, σε καμιά περίπτωση δε θα υποχωρήσουν ούτε και στο ελάχιστο από τη σοσιαλδημοκρατική θέση τους, από τα καθαρά προλεταριακά συνθήματά τους.
Και τι έγινε; Δεν είναι κανείς άλλος παρά ο Πλεχάνοφ εκείνος που πήγε στον προθάλαμο των καντέτικων εφημερίδων, για να προσφέρει στο λαό το «μέσο» σύνθημα, ούτε καντέτικο, ούτε σοσιαλδημοκρατικό, που όλους ευχαριστεί και κανέναν δεν αδικεί: «Κυρίαρχη Δούμα». Δεν έχει σημασία ότι το σύνθημα αυτό εξαπατά ανοιχτά το λαό, του ρίχνει στάχτη στα μάτια, φτάνει μόνο να επιτευχθεί συμφωνία με τους φιλελεύθερους τσιφλικάδες! Οι καντέτοι όμως έδιωξαν περιφρονητικά τον Πλεχάνοφ, οι σοσιαλδημοκράτες του γύρισαν τις πλάτες, άλλοι σαστισμένοι και άλλοι με αγανάκτηση. Εμεινε τώρα μόνος και χύνει το δηλητήριό του, βρίζοντας τους μπολσεβίκους για «μπλανκισμό», τους δημοσιολόγους της «Τοβάριστς» για «έλλειψη σεμνότητας», τους μενσεβίκους για έλλειψη διπλωματικότητας, βρίζοντας τους πάντες εκτός από τον εαυτό του! Τον καημένο τον Πλεχάνοφ, πόσο σκληρά δικαιώθηκαν στο πρόσωπό του τα καθαρά και ξάστερα, τα περήφανα και κοφτά λόγια του Λίμπκνεχτ για τη ζημιά που προξενούν στα ζητήματα αρχών οι συμφωνίες!
Κι ο «σύντροφος» Βασίλιεφ (που αγνάντευε κι αυτός την επανάσταση από την ελβετική κουζίνα) πρότεινε στην «Τοβάριστς» (17 του Δεκέμβρη), επικαλούμενος απευθείας τον Πλεχάνοφ, να διαλυθεί απλούστατα το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και προσωρινά - μόνο προσωρινά! - να συγχωνευθεί με τους φιλελεύθερους. Ναι, δεν τόνιζε άδικα ο Λίμπκνεχτ ότι και στο δικό τους κόμμα είναι ζήτημα αν ήθελε κανείς την παρέκκλιση «από τις κομματικές αρχές». Το ζήτημα δεν είναι τι θέλει κανείς, αλλά πού οδηγεί το κόμμα η δύναμη των πραγμάτων από μια λαθεμένη ενέργεια. Κι ο Πλεχάνοφ είχε τις πιο καλές προθέσεις: Μονιασμένοι και αγαπημένοι με τους καντέτους ενάντια στο μαυροεκατονταρχίτικο κίνδυνο, μα βγήκε μόνο αίσχος και ντροπή για τη σοσιαλδημοκρατία.
Σύντροφοι εργάτες, διαβάζετε πιο προσεκτικά την μπροσούρα του Βίλχελμ Λίμπκνεχτ και ελέγχετε αυστηρότερα εκείνους που σας συνιστούν τις καταστροφικές για το προλεταριάτο και για την υπόθεση της ελευθερίας συμφωνίες με τους καντέτους!
Δεκέμβρης του 1906
Ν. Λένιν
Δημοσιεύτηκε το 1907 στην μπροσούρα που εκδόθηκε στην Πετρούπολη από το εκδοτικό «Νόβαγια ντούμα»
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το κείμενο της μπροσούρας
«ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ
Η αντιπαραβολή των εκλογών για τη Συντακτική Συνέλευση του Νοέμβρη 1917 και της ανάπτυξης της προλεταριακής επανάστασης στη Ρωσία από τον Οχτώβρη του 1917 ως το Δεκέμβρη του 1919 μας δίνει τη δυνατότητα να βγάλουμε συμπεράσματα σχετικά με τον αστικό κοινοβουλευτισμό και την προλεταριακή επανάσταση κάθε καπιταλιστικής χώρας. Θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε σύντομα ή, τουλάχιστο, να σημειώσουμε τα κυριότερα από τα συμπεράσματα αυτά.
1. Το καθολικό εκλογικό δικαίωμα αποτελεί δείκτη της ωριμότητας των διαφόρων τάξεων στην κατανόηση των καθηκόντων τους. Δείχνει πώς σκέπτονται οι διάφορες τάξεις να λύσουν τα προβλήματά τους. Η ίδια η επίλυση των προβλημάτων αυτών δεν κατορθώνεται με τις ψηφοφορίες, αλλά με όλες τις μορφές της ταξικής πάλης μέχρι και τον εμφύλιο πόλεμο.
2. Οι σοσιαλιστές και οι σοσιαλδημοκράτες της II Διεθνούς ακολουθούν την άποψη της χυδαίας μικροαστικής δημοκρατίας, συμμεριζόμενοι την πρόληψή της ότι τάχα η ψηφοφορία μπορεί να λύσει τα θεμελιακά ζητήματα της πάλης των τάξεων.
3. Η συμμετοχή στον αστικό κοινοβουλευτισμό είναι απαραίτητη στο κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου για τη διαφώτιση των μαζών, που κατορθώνεται με τις εκλογές και την πάλη των κομμάτων στη Βουλή. Να περιορίζει όμως κανείς την πάλη των τάξεων στην πάλη μέσα στη Βουλή ή να θεωρεί την πάλη μέσα στη Βουλή σαν την ανώτατη, την αποφασιστική, στην οποία υποτάσσονται οι άλλες μορφές πάλης, σημαίνει να περνά στην πραγματικότητα με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο.
4. Ενα τέτοιο πέρασμα με το μέρος της αστικής τάξης κάνουν στην πραγματικότητα οι εκπρόσωποι και οι οπαδοί της II Διεθνούς και όλοι οι ηγέτες της λεγόμενης «ανεξάρτητης» γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, όταν, αναγνωρίζοντας στα λόγια τη δικτατορία του προλεταριάτου, υποβάλλουν στην πράξη με την προπαγάνδα τους στο προλεταριάτο την ιδέα ότι πρέπει πρώτα να κερδίσει την επίσημη έκφραση της θέλησης της πλειοψηφίας του πληθυσμού στις συνθήκες του καπιταλισμού (δηλ. την πλειοψηφία των ψήφων στην αστική Βουλή) για να γίνει μετά το πέρασμα της πολιτικής εξουσίας στο προλεταριάτο.
Ολες οι κραυγές των Γερμανών «ανεξάρτητων» σοσιαλδημοκρατών και των άλλων ηγετών του σάπιου σοσιαλισμού ενάντια στη «δικτατορία της μειοψηφίας» και τα παρόμοια, κραυγές που έχουν αυτήν την αφετηρία, δείχνουν απλώς την ανικανότητα αυτών των ηγετών να καταλάβουν τη δικτατορία της αστικής τάξης, που στην πραγματικότητα κυριαρχεί ακόμη και στις πιο δημοκρατικές αστικές δημοκρατίες, και την ανικανότητα να καταλάβουν τους όρους της συντριβής της με την ταξική πάλη του προλεταριάτου.
5. Η ανικανότητα αυτή βρίσκεται κυρίως στα παρακάτω: ξεχνούν πως τα αστικά κόμματα κυριαρχούν σε τεράστιο βαθμό χάρη στο ότι εξαπατούν τις μάζες του πληθυσμού, χάρη στην καταπίεση του κεφαλαίου. Σ' αυτό προστίθεται ακόμη η αυταπάτη σχετικά με την ουσία του καπιταλισμού, αυταπάτη που είναι χαρακτηριστική κυρίως για τα μικροαστικά κόμματα, που συνήθως θέλουν να αντικαταστήσουν την ταξική πάλη με λίγο ή πολύ καλυμμένες μορφές συμφιλίωσης των τάξεων.
«Ας εκδηλωθεί πρώτα η πλειοψηφία του πληθυσμού σε συνθήκες διατήρησης της ατομικής ιδιοκτησίας, δηλ. σε συνθήκες διατήρησης της εξουσίας και καταπίεσης του κεφαλαίου, υπέρ του κόμματος του προλεταριάτου - μόνο τότε το κόμμα αυτό μπορεί και πρέπει να πάρει την εξουσία» - έτσι λένε οι μικροαστοί δημοκράτες, οι πραγματικοί υπηρέτες της αστικής τάξης, που αυτοκαλούνται «σοσιαλιστές».
«Ας ανατρέψει πρώτα το επαναστατικό προλεταριάτο την αστική τάξη, ας τσακίσει το ζυγό του κεφαλαίου, ας συντρίψει τον αστικό κρατικό μηχανισμό - τότε το προλεταριάτο που κέρδισε τη νίκη θα μπορέσει να κατακτήσει γρήγορα τη συμπάθεια και την υποστήριξη της πλειοψηφίας των εργαζόμενων μη προλεταριακών μαζών, ικανοποιώντας τα αιτήματά τους σε βάρος των εκμεταλλευτών» - λέμε εμείς. Το αντίθετο θα είναι στην ιστορία μια σπάνια εξαίρεση (αλλά και σε μια τέτοια εξαίρεση η αστική τάξη μπορεί να καταφύγει στον εμφύλιο πόλεμο, όπως έδειξε το παράδειγμα της Φινλανδίας).
6. Είτε με άλλα λόγια: «Πρώτα θα αναλάβουμε την υποχρέωση να αναγνωρίσουμε την αρχή της ισότητας ή της συνεπούς δημοκρατίας σε συνθήκες διατήρησης της ατομικής ιδιοκτησίας και του ζυγού του κεφαλαίου (δηλ. της ουσιαστικής ανισότητας σε συνθήκες τυπικής ισότητας) και πάνω σ' αυτή τη βάση θα επιδιώκουμε την απόφαση της πλειοψηφίας» - έτσι λέει η αστική τάξη και τα φερέφωνά της, οι μικροαστοί δημοκράτες, που αυτοκαλούνται σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες.
«Πρώτα η ταξική πάλη του προλεταριάτου γκρεμίζει, κατακτώντας την κρατική εξουσία, τα βάθρα και τις βάσεις της ουσιαστικής ανισότητας, κι έπειτα το προλεταριάτο που νίκησε τους εκμεταλλευτές παίρνει με το μέρος του όλες τις εργαζόμενες μάζες και τις οδηγεί προς την εξάλειψη των τάξεων, δηλ. προς τη μοναδικά - σοσιαλιστική ισότητα που δεν είναι απάτη» - λέμε εμείς.
7. Σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες, παράλληλα με το προλεταριάτο ή με το τμήμα εκείνο του προλεταριάτου που κατανόησε τα επαναστατικά του καθήκοντα και είναι ικανό να παλέψει για την πραγματοποίησή τους, υπάρχουν πολυάριθμα μη συνειδητά προλεταριακά, μισοπρολεταριακά, μισομικροαστικά στρώματα των εργαζόμενων μαζών, που ακολουθούν την αστική τάξη και την αστική δημοκρατία (καθώς και τους σοσιαλιστές της II Διεθνούς), εξαπατημένα απ' αυτή, μην πιστεύοντας στις δυνάμεις τους ή στις δυνάμεις του προλεταριάτου, μην κατανοώντας τη δυνατότητα ικανοποίησης των ζωτικών αναγκών τους σε βάρος της απαλλοτρίωσης των εκμεταλλευτών.
Τα στρώματα αυτά των εργαζομένων και εκμεταλλευομένων προμηθεύουν στην πρωτοπορία του προλεταριάτου συμμάχους, που μαζί μ' αυτά το προλεταριάτο αποκτά τη σταθερή πλειοψηφία του πληθυσμού. Το προλεταριάτο όμως μπορεί να κατακτήσει αυτούς τους συμμάχους μόνο με τη βοήθεια ενός οργάνου, όπως είναι η κρατική εξουσία, δηλ. μόνο ύστερα από την ανατροπή της αστικής τάξης και τη συντριβή του κρατικού μηχανισμού της.
8. Η δύναμη του προλεταριάτου σε οποιαδήποτε καπιταλιστική χώρα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη απ' ό,τι το ποσοστό του προλεταριάτου στο σύνολο του πληθυσμού. Αυτό συμβαίνει, γιατί το προλεταριάτο κυριαρχεί οικονομικά στα κέντρα και στα νευραλγικά σημεία ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού, και γιατί το προλεταριάτο, οικονομικά και πολιτικά, εκφράζει τα πραγματικά συμφέροντα της τεράστιας πλειοψηφίας των εργαζομένων στον καπιταλισμό.
Γι' αυτό το προλεταριάτο, ακόμη και όταν αποτελεί τη μειοψηφία του πληθυσμού (ή όταν η συνειδητή και η πραγματικά επαναστατική πρωτοπορία του προλεταριάτου αποτελεί τη μειοψηφία του πληθυσμού), είναι ικανό και να ανατρέψει την αστική τάξη και να τραβήξει ύστερα με το μέρος του πολλούς συμμάχους μέσα από τις μάζες εκείνες των μισοπρολεταρίων και των μικροαστών που ποτέ δεν θα ταχθούν προκαταβολικά υπέρ της κυριαρχίας του προλεταριάτου, δεν θα κατανοήσουν τους όρους και τα καθήκοντα αυτής της κυριαρχίας και μόνο από την παραπέρα πείρα τους θα πειστούν για το αναπόφευκτο, την ορθότητα, το νομοτελειακό χαρακτήρα της προλεταριακής δικτατορίας.
9. Τέλος, σε κάθε καπιταλιστική χώρα υπάρχουν πάντα πολύ πλατιά στρώματα μικροαστών, που αναπόφευκτα ταλαντεύονται ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Το προλεταριάτο για να νικήσει πρέπει, πρώτο, να διαλέξει σωστά τη στιγμή της αποφασιστικής επίθεσης ενάντια στην αστική τάξη, παίρνοντας υπόψη, ανάμεσα στ' άλλα, τη διάσπαση που υπάρχει ανάμεσα στην αστική τάξη και στους μικροαστούς συμμάχους της ή την αστάθεια της συμμαχίας τους κ.τ.λ. Το προλεταριάτο, δεύτερο, πρέπει ύστερα από τη νίκη του να εκμεταλλευτεί αυτές τις ταλαντεύσεις της μικροαστικής τάξης έτσι που να την ουδετεροποιήσει, να την εμποδίσει να πάει με το μέρος των εκμεταλλευτών, να ξέρει να κρατηθεί ορισμένο διάστημα παρά τις ταλαντεύσεις της και τα λοιπά και τα παρόμοια.
10. Ενας από τους απαραίτητους όρους προετοιμασίας του προλεταριάτου για τη νίκη του είναι η μακρόχρονη και επίμονη, αμείλικτη πάλη ενάντια στον οπορτουνισμό, στο ρεφορμισμό, στο σοσιαλσοβινισμό και στις παρόμοιες αστικές επιδράσεις και ρεύματα που είναι αναπόφευκτα, εφόσον το προλεταριάτο δρα μέσα σε καπιταλιστικό περιβάλλον. Δίχως αυτή την πάλη, δίχως την προκαταρκτική πλήρη νίκη κατά του οπορτουνισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, δεν μπορεί ούτε λόγος να γίνει για δικτατορία του προλεταριάτου. Ο μπολσεβικισμός δεν θα νικούσε την αστική τάξη στα 1917 - 1919, αν δεν είχε μάθει προηγούμενα στα 1903 - 1917 να νικά και να διώχνει αμείλικτα από το κόμμα της προλεταριακής πρωτοπορίας τους μενσεβίκους, δηλ. τους οπορτουνιστές, τους ρεφορμιστές, τους σοσιαλσοβινιστές.
Και αποτελεί τώρα πολύ επικίνδυνη αυταπάτη - και κάποτε καθαρή εξαπάτηση των εργατών - η αναγνώριση στα λόγια της δικτατορίας του προλεταριάτου από τους ηγέτες των Γερμανών «ανεξάρτητων» ή των Γάλλων λονγκετιστών κτλ., που στην πραγματικότητα συνεχίζουν την παλιά, τη συνηθισμένη πολιτική των παραχωρήσεων και των μικροπαραχωρήσεων στον οπορτουνισμό, του συμβιβασμού μ' αυτόν, της δουλοπρέπειας απέναντι στις προκαταλήψεις της αστικής δημοκρατίας (της «συνεπούς δημοκρατίας» ή της «καθαρής δημοκρατίας» όπως λένε), του αστικού κοινοβουλευτισμού και τα λοιπά.
16. XII. 1919.
Δημοσιεύτηκε το Δεκέμβρη του 1919 στο περιοδικό «Κομμουνιστίτσεσκι Ιντερνατσιονάλ», τεύχ. 7 - 8
Υπογραφή: Ν. Λένιν
Δημοσιεύεται σύμφωνα με το χειρόγραφο, που παραβλήθηκε με το κείμενο του περιοδικού.

TOP READ