26 Ιουλ 2012

Σχετικά με την ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας»


Σχετικά με την ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας»
Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο γεγονός ότι όπως κάθε κοινωνία, έτσι και ο καπιταλισμός, εξελίσσεται με δικούς αντικειμενικούς εσωτερικούς νόμους, ανεξάρτητους από τη θέληση των ανθρώπων που δρουν όμως διά μέσου της δράσης των ανθρώπων. Για παράδειγμα, ο νόμος της υπεραξίας είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Οι καπιταλιστές παράγουν για να αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερη μάζα υπεραξίας και όχι για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Επομένως, η πολιτική που ασκείται στον καπιταλισμό, επιδιώκει την αναπαραγωγή των υλικών όρων ύπαρξης της κοινωνίας, δηλαδή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, υπηρετεί τους εσωτερικούς δικούς του αντικειμενικούς νόμους ανάπτυξης, προκειμένου να αναπαράγεται το κεφάλαιο. Αρα η καπιταλιστική ανάπτυξη συνοδεύεται από την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και των φορέων τους. Εχει σημασία αυτό το ζήτημα, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, αφ' ενός γιατί δε γίνεται πάντα κατανοητό, αφ' ετέρου γιατί η αστική τάξη επιδιώκει τη συγκάλυψή του, ως ένα από τα μέσα που συμβάλλουν στη διατήρηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, παρουσιάζοντας την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ως ουδέτερη ταξικά διαδικασία, η οποία ωφελεί και την αστική τάξη και την εργατική τάξη, προβάλλοντας το ζήτημα της ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας με τον όρο «εθνική ανάπτυξη».
«Η άρχουσα τάξη και τα κόμματά της προβάλλουν τον όρο "ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας" και στη βάση αυτή θέλουν να υποτάξουν την εργατική τάξη στα δικά τους συμφέροντα. Το ίδιο επιδιώκουν, αναγορεύοντας ως εθνικό στόχο την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ζητούν θυσίες από τους εργαζόμενους για το λεγόμενο κοινό στόχο, η Ελλάδα να μπει στο σκληρό πυρήνα των ισχυρών χωρών, να ανεβάσει το διεθνή ρόλο της»1.
Η «ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας» βρίσκεται μόνιμα και σταθερά στο επίκεντρο της προπαγάνδας της άρχουσας τάξης, ενώ προβάλλεται με ιδιαίτερη ένταση κάθε φορά που το κεφάλαιο στην Ελλάδα θέτει στρατηγικούς στόχους, τέτοιους, που η εξασφάλισή τους του δίνει τη δυνατότητα να αναπαράγεται με καλύτερους όρους και από καλύτερες θέσεις, στα πλαίσια της περιφερειακής και διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς. Για παράδειγμα, η ένταξη στην ΕΟΚ το 1980, ονομάστηκε εθνικός στόχος. Το ίδιο και η ένταξη στην ΟΝΕ και στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα το Ευρώ, το 2001.
«Το κεφάλαιο, με βάση αναπαραγωγής του την Ελλάδα, ενδιαφέρεται να βελτιώσει τις προϋποθέσεις ανταγωνισμού του στις περιφερειακές και στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, με αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου, με επίτευξη χαμηλότερων τιμών εμπορευμάτων, με εξαγωγές βιομηχανικού, εμπορικού κεφαλαίου. Μια ορισμένη εξαγωγή κεφαλαίου μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση κεφαλαίου στη χώρα από την οποία γίνεται η εξαγωγή, να φέρει δευτερογενώς νέα επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής σε αυτήν. Το ερώτημα, αν και κατά πόσο θα ωφεληθεί η εργατική τάξη από μια τέτοια συγκεκριμένη εξέλιξη, απαντιέται με το χαρακτήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, δηλαδή της αναπαραγωγής των όρων εκμετάλλευσης, με τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση κλπ.»2.
Ετσι, παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια, όπως εκτιμούν και τα οικονομικά επιτελεία της άρχουσας τάξης, με βάση τα στοιχεία της ίδιας της αστικής στατιστικής στην οικονομία, (αύξηση του ΑΕΠ), ή με βάση αύξηση των διαστάσεων του κεφαλαίου διαφόρων μονοπωλιακών ομίλων, τραπεζών, κατασκευαστικών εταιριών, (π.χ. εξαγορά Τράπεζας Εργασίας από τη Γιούρομπανκ, του «Μαμιδάκη» από τα ΕΛΠΕ, της ΜΕΤΚΑ από τη «Μυτιληναίος»), το κεφάλαιο στην Ελλάδα να αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα να μεγαλώνει η ανεργία, να μειώνονται οι μισθοί, να υπάρχει αδυναμία κάλυψης στοιχειωδών αναγκών της εργατικής οικογένειας σε ζητήματα Υγείας, Εκπαίδευσης, αλλά και γενικότερα διαβίωσης.
Η εξαγωγή κεφαλαίου, ως γνώρισμα του καπιταλισμού στο ανώτατο μονοπωλιακό του στάδιο, στοχεύει στην απόσπαση μεγαλύτερης μάζας κερδών από τη δράση του στις χώρες στις οποίες εξάγεται, εξασφαλίζοντας φτηνότερη εργατική δύναμη, φτηνότερες πρώτες ύλες, ενέργεια κλπ. Ταυτόχρονα, παίρνοντας μερίδιο στην καπιταλιστική αγορά μιας χώρας δημιουργεί προϋποθέσεις να δυσκολέψει τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις ή και να τις εκτοπίσει. Σ' αυτό συμβάλλει και η εξαγωγή εμπορευμάτων.
Και η Ελλάδα εξάγει κεφάλαια στις γειτονικές βαλκανικές χώρες,(Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, ΠΓΔΜ, Αλβανία) όπου βρίσκονται πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, π.χ. (ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, «Ιντρακόμ», «Ιντρασόφτ», ΤΙΤΑΝ, «Μυτιληναίος, ΦΑΓΕ, ΔΕΛΤΑ, «Ιντρακάτ» κλπ).
Η Ελλάδα είναι, επίσης, χώρα στην οποία εξάγονται κεφάλαια από ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες και εμπορεύματα. Μέσω δε αυτής της διαδικασίας, το κεφάλαιο στην Ελλάδα διαπλέκεται με το κεφάλαιο από άλλες χώρες, είτε είναι οι ΗΠΑ, είτε η Γερμανία κλπ., γεγονός που δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις εξαγωγής κεφαλαίου και εμπορευμάτων από την Ελλάδα, αλλά και τη δυνατότητα να δρα από καλύτερες θέσεις στον ανταγωνισμό. Αυτή η δυνατότητα που είναι μικρότερη για καπιταλιστικές οικονομίες σε υποδεέστερη θέση, όπως της Ελλάδας, σε σχέση με ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες, οδηγεί και στις στρατηγικές επιλογές, π.χ. για την ένταξη στην ΟΝΕ.
«Η καπιταλιστική επιχείρηση ως ιδιωτικό ή κρατικό μονοπώλιο δρα σε συνθήκες ευνοϊκών θεσμικών ρυθμίσεων για διαπλοκή του ελληνικού κεφαλαίου με το διεθνικό κεφάλαιο. Ετσι, τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου δένονται ακόμα περισσότερο με το διεθνικό, τα συμφέροντα της αστικής τάξης με τα διακρατικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, με τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Οι εξαγωγές και συγχωνεύσεις ενσωματώνουν τις παραπάνω κινήσεις και συμβάλλουν στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Στον τομέα π.χ. των κατασκευών τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε η τάση συνένωσης των ελληνικών επιχειρήσεων μεταξύ τους με διάφορες άμεσες ή έμμεσες μορφές και με το επιχείρημα ότι ενώνονται για να είναι ισχυρές, ώστε να ανταγωνιστούν τις ξένες και να παίξουν ρόλο στην "εθνική οικονομία'" να υπηρετήσουν τους Ελληνες εργαζόμενους. Ανεξάρτητα από διαθέσεις και προθέσεις οι επιλογές αποδείχτηκαν ότι δεν είχαν σχέση με τον πατριωτισμό»3.
Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σημαίνει αύξηση των διαστάσεων του κεφαλαίου, μέσω της εξαγοράς μιας επιχείρησης από μια άλλη ή μέσω της συγχώνευσής τους,(π.χ. η «Ελληνική Τεχνοδομική» εξαγόρασε την «Τεχνική Εταιρία Βόλου» και συγχωνεύτηκαν με την «Ακτωρ»). Οσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις του κεφαλαίου ενός μονοπωλίου τόσο μεγαλύτερες είναι οι δυνατότητες να αποκομίζει μεγαλύτερα κέρδη, να παίρνει μεγαλύτερα μερίδια στην αγορά, να εκτοπίζει ανταγωνιστές. Σημαίνει, λοιπόν, μεγαλύτερες δυνατότητες αναπαραγωγής του, σε συνθήκες ανταγωνισμού, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες, π.χ. ύφεσης, ή κρίσης.
Επομένως, η συγχώνευση επιχειρήσεων, δεν οφείλεται στη διάθεση των καπιταλιστών να αναπτυχθεί η εθνική οικονομία, προκειμένου να ευημερήσει η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, αλλά γιατί αν, π.χ. οι κατασκευαστικές εταιρίες δεν κάνουν κοινοπραξίες, αν δεν κάνουν συγχωνεύσεις, για να μεγαλώσουν οι διαστάσεις του κεφαλαίου τους, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν ομοειδείς επιχειρήσεις, που όντας σε πλεονεκτικότερη θέση παίρνουν τα μεγάλα έργα. Γιατί έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν φτηνότερες τιμές σε πρώτες ύλες, να συνάπτουν με τα αντίστοιχα μονοπώλια πιο μακροχρόνιες συμφωνίες, να αντεπεξέρχονται στις ανάγκες κατασκευής μεγάλων έργων, λόγω καλύτερης οργάνωσης της δουλιάς, καλύτερων μέσων παραγωγής κλπ.
«Η αστική πολιτική εξουσία με τη στρατηγική και τις κάθε φορά διαμορφούμενες επιλογές προσπαθεί να διασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου και στη βάση αυτή προβάλλει την ανάπτυξη της "εθνικής οικονομίας". Συγκαλύπτει συνειδητά ότι πάγια επιδίωξή της και πάνω απ' όλα είναι η αναπαραγωγή των ταξικών σχέσεων, της εργατικής τάξης ως εκμεταλλευόμενης και της αστικής ως εκμεταλλεύτριας. Και στη χώρα μας, όπως συνέβη με όλες τις καπιταλιστικές χώρες, η καπιταλιστική αναπαραγωγή περιλαμβάνει και την ενσωμάτωση με διάφορες μορφές (πλήρη καταστροφή, υποταγή με μορφές συνεργασίας ανισότιμες, υπεργολαβίες κλπ.) άλλων μορφών παραγωγής όπως του μικρού παραγωγού ή και του συνεταιρισμού των μικρών παραγωγών, των εμπόρων»4.
Η υποταγή των μικρών παραγωγών με διάφορες μορφές, αποκαλύπτει και το γεγονός ότι το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τη μισθωτή εργασία, αλλά εκμεταλλεύεται και τους μικρούς παραγωγούς, είτε είναι αγρότες είτε ΕΒΕ. Για παράδειγμα, στα ναυπηγεία, υπάρχουν τομείς δουλιάς που δίνονται σε υπεργολάβους, αλλά από τη δουλιά των υπεργολάβων κερδίζει περισσότερα η μεγάλη επιχείρηση, ελάχιστα ο υπεργολάβος, ενώ τα τμήματα της εργατικής τάξης είναι ακόμη πιο καταπιεσμένα. Η συγκέντρωση π.χ. στο εμπόριο και η δημιουργία μεγάλων εμπορικών ομίλων εκτοπίζει τους μικρούς αυτοαπασχολούμενους εμπόρους.
Συμπερασματικά, η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, την οποία προβάλλει η άρχουσα τάξη, προβάλλοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι απ' αυτήν θα ωφεληθούν και η αστική τάξη και η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, δεν είναι τίποτα άλλο από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, των σχέσεων εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας της υποταγής των μικροπαραγωγών στο κεφάλαιο. Γι' αυτό και η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα κανένα συμφέρον δεν έχουν να κάνουν θυσίες για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, αλλά να οργανώνουν το δικό τους αγώνα, στο δικό τους κοινωνικοπολιτικό μέτωπο για την ανατροπή του καπιταλισμού, των σχέσεων εκμετάλλευσης.
1,2,3,4. Από τη διάλεξη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2002 σελ 97-98).

Σχετικά με την ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας»



Στο προηγούμενο άρθρο αναφερθήκαμε στο γεγονός ότι όπως κάθε κοινωνία, έτσι και ο καπιταλισμός, εξελίσσεται με δικούς αντικειμενικούς εσωτερικούς νόμους, ανεξάρτητους από τη θέληση των ανθρώπων που δρουν όμως διά μέσου της δράσης των ανθρώπων. Για παράδειγμα, ο νόμος της υπεραξίας είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Οι κΣχετικά με την ανάπτυξη της «εθνικής οικονομίας»απιταλιστές παράγουν για να αποσπούν ολοένα και μεγαλύτερη μάζα υπεραξίας και όχι για την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Επομένως, η πολιτική που ασκείται στον καπιταλισμό, επιδιώκει την αναπαραγωγή των υλικών όρων ύπαρξης της κοινωνίας, δηλαδή των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, υπηρετεί τους εσωτερικούς δικούς του αντικειμενικούς νόμους ανάπτυξης, προκειμένου να αναπαράγεται το κεφάλαιο. Αρα η καπιταλιστική ανάπτυξη συνοδεύεται από την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και των φορέων τους. Εχει σημασία αυτό το ζήτημα, από τη σκοπιά της εργατικής τάξης, αφ' ενός γιατί δε γίνεται πάντα κατανοητό, αφ' ετέρου γιατί η αστική τάξη επιδιώκει τη συγκάλυψή του, ως ένα από τα μέσα που συμβάλλουν στη διατήρηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, παρουσιάζοντας την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ως ουδέτερη ταξικά διαδικασία, η οποία ωφελεί και την αστική τάξη και την εργατική τάξη, προβάλλοντας το ζήτημα της ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας με τον όρο «εθνική ανάπτυξη».
«Η άρχουσα τάξη και τα κόμματά της προβάλλουν τον όρο "ανάπτυξη της εθνικής μας οικονομίας" και στη βάση αυτή θέλουν να υποτάξουν την εργατική τάξη στα δικά τους συμφέροντα. Το ίδιο επιδιώκουν, αναγορεύοντας ως εθνικό στόχο την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Ζητούν θυσίες από τους εργαζόμενους για το λεγόμενο κοινό στόχο, η Ελλάδα να μπει στο σκληρό πυρήνα των ισχυρών χωρών, να ανεβάσει το διεθνή ρόλο της»1.
Η «ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας» βρίσκεται μόνιμα και σταθερά στο επίκεντρο της προπαγάνδας της άρχουσας τάξης, ενώ προβάλλεται με ιδιαίτερη ένταση κάθε φορά που το κεφάλαιο στην Ελλάδα θέτει στρατηγικούς στόχους, τέτοιους, που η εξασφάλισή τους του δίνει τη δυνατότητα να αναπαράγεται με καλύτερους όρους και από καλύτερες θέσεις, στα πλαίσια της περιφερειακής και διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς. Για παράδειγμα, η ένταξη στην ΕΟΚ το 1980, ονομάστηκε εθνικός στόχος. Το ίδιο και η ένταξη στην ΟΝΕ και στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα το Ευρώ, το 2001.
«Το κεφάλαιο, με βάση αναπαραγωγής του την Ελλάδα, ενδιαφέρεται να βελτιώσει τις προϋποθέσεις ανταγωνισμού του στις περιφερειακές και στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, με αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου, με επίτευξη χαμηλότερων τιμών εμπορευμάτων, με εξαγωγές βιομηχανικού, εμπορικού κεφαλαίου. Μια ορισμένη εξαγωγή κεφαλαίου μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση κεφαλαίου στη χώρα από την οποία γίνεται η εξαγωγή, να φέρει δευτερογενώς νέα επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής σε αυτήν. Το ερώτημα, αν και κατά πόσο θα ωφεληθεί η εργατική τάξη από μια τέτοια συγκεκριμένη εξέλιξη, απαντιέται με το χαρακτήρα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, δηλαδή της αναπαραγωγής των όρων εκμετάλλευσης, με τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση κλπ.»2.
Ετσι, παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια, όπως εκτιμούν και τα οικονομικά επιτελεία της άρχουσας τάξης, με βάση τα στοιχεία της ίδιας της αστικής στατιστικής στην οικονομία, (αύξηση του ΑΕΠ), ή με βάση αύξηση των διαστάσεων του κεφαλαίου διαφόρων μονοπωλιακών ομίλων, τραπεζών, κατασκευαστικών εταιριών, (π.χ. εξαγορά Τράπεζας Εργασίας από τη Γιούρομπανκ, του «Μαμιδάκη» από τα ΕΛΠΕ, της ΜΕΤΚΑ από τη «Μυτιληναίος»), το κεφάλαιο στην Ελλάδα να αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα να μεγαλώνει η ανεργία, να μειώνονται οι μισθοί, να υπάρχει αδυναμία κάλυψης στοιχειωδών αναγκών της εργατικής οικογένειας σε ζητήματα Υγείας, Εκπαίδευσης, αλλά και γενικότερα διαβίωσης.
Η εξαγωγή κεφαλαίου, ως γνώρισμα του καπιταλισμού στο ανώτατο μονοπωλιακό του στάδιο, στοχεύει στην απόσπαση μεγαλύτερης μάζας κερδών από τη δράση του στις χώρες στις οποίες εξάγεται, εξασφαλίζοντας φτηνότερη εργατική δύναμη, φτηνότερες πρώτες ύλες, ενέργεια κλπ. Ταυτόχρονα, παίρνοντας μερίδιο στην καπιταλιστική αγορά μιας χώρας δημιουργεί προϋποθέσεις να δυσκολέψει τις ανταγωνιστικές επιχειρήσεις ή και να τις εκτοπίσει. Σ' αυτό συμβάλλει και η εξαγωγή εμπορευμάτων.
Και η Ελλάδα εξάγει κεφάλαια στις γειτονικές βαλκανικές χώρες,(Ρουμανία, Βουλγαρία, Σερβία, ΠΓΔΜ, Αλβανία) όπου βρίσκονται πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, π.χ. (ΟΤΕ, Εθνική Τράπεζα, «Ιντρακόμ», «Ιντρασόφτ», ΤΙΤΑΝ, «Μυτιληναίος, ΦΑΓΕ, ΔΕΛΤΑ, «Ιντρακάτ» κλπ).
Η Ελλάδα είναι, επίσης, χώρα στην οποία εξάγονται κεφάλαια από ισχυρότερες καπιταλιστικές χώρες και εμπορεύματα. Μέσω δε αυτής της διαδικασίας, το κεφάλαιο στην Ελλάδα διαπλέκεται με το κεφάλαιο από άλλες χώρες, είτε είναι οι ΗΠΑ, είτε η Γερμανία κλπ., γεγονός που δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις εξαγωγής κεφαλαίου και εμπορευμάτων από την Ελλάδα, αλλά και τη δυνατότητα να δρα από καλύτερες θέσεις στον ανταγωνισμό. Αυτή η δυνατότητα που είναι μικρότερη για καπιταλιστικές οικονομίες σε υποδεέστερη θέση, όπως της Ελλάδας, σε σχέση με ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες, οδηγεί και στις στρατηγικές επιλογές, π.χ. για την ένταξη στην ΟΝΕ.
«Η καπιταλιστική επιχείρηση ως ιδιωτικό ή κρατικό μονοπώλιο δρα σε συνθήκες ευνοϊκών θεσμικών ρυθμίσεων για διαπλοκή του ελληνικού κεφαλαίου με το διεθνικό κεφάλαιο. Ετσι, τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου δένονται ακόμα περισσότερο με το διεθνικό, τα συμφέροντα της αστικής τάξης με τα διακρατικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, με τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Οι εξαγωγές και συγχωνεύσεις ενσωματώνουν τις παραπάνω κινήσεις και συμβάλλουν στη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.
Στον τομέα π.χ. των κατασκευών τα προηγούμενα χρόνια υπήρξε η τάση συνένωσης των ελληνικών επιχειρήσεων μεταξύ τους με διάφορες άμεσες ή έμμεσες μορφές και με το επιχείρημα ότι ενώνονται για να είναι ισχυρές, ώστε να ανταγωνιστούν τις ξένες και να παίξουν ρόλο στην "εθνική οικονομία'" να υπηρετήσουν τους Ελληνες εργαζόμενους. Ανεξάρτητα από διαθέσεις και προθέσεις οι επιλογές αποδείχτηκαν ότι δεν είχαν σχέση με τον πατριωτισμό»3.
Συγκεντροποίηση του κεφαλαίου σημαίνει αύξηση των διαστάσεων του κεφαλαίου, μέσω της εξαγοράς μιας επιχείρησης από μια άλλη ή μέσω της συγχώνευσής τους,(π.χ. η «Ελληνική Τεχνοδομική» εξαγόρασε την «Τεχνική Εταιρία Βόλου» και συγχωνεύτηκαν με την «Ακτωρ»). Οσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις του κεφαλαίου ενός μονοπωλίου τόσο μεγαλύτερες είναι οι δυνατότητες να αποκομίζει μεγαλύτερα κέρδη, να παίρνει μεγαλύτερα μερίδια στην αγορά, να εκτοπίζει ανταγωνιστές. Σημαίνει, λοιπόν, μεγαλύτερες δυνατότητες αναπαραγωγής του, σε συνθήκες ανταγωνισμού, ακόμη και σε δύσκολες συνθήκες, π.χ. ύφεσης, ή κρίσης.
Επομένως, η συγχώνευση επιχειρήσεων, δεν οφείλεται στη διάθεση των καπιταλιστών να αναπτυχθεί η εθνική οικονομία, προκειμένου να ευημερήσει η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, αλλά γιατί αν, π.χ. οι κατασκευαστικές εταιρίες δεν κάνουν κοινοπραξίες, αν δεν κάνουν συγχωνεύσεις, για να μεγαλώσουν οι διαστάσεις του κεφαλαίου τους, δεν μπορούν να ανταγωνιστούν ομοειδείς επιχειρήσεις, που όντας σε πλεονεκτικότερη θέση παίρνουν τα μεγάλα έργα. Γιατί έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν φτηνότερες τιμές σε πρώτες ύλες, να συνάπτουν με τα αντίστοιχα μονοπώλια πιο μακροχρόνιες συμφωνίες, να αντεπεξέρχονται στις ανάγκες κατασκευής μεγάλων έργων, λόγω καλύτερης οργάνωσης της δουλιάς, καλύτερων μέσων παραγωγής κλπ.
«Η αστική πολιτική εξουσία με τη στρατηγική και τις κάθε φορά διαμορφούμενες επιλογές προσπαθεί να διασφαλίσει τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου και στη βάση αυτή προβάλλει την ανάπτυξη της "εθνικής οικονομίας". Συγκαλύπτει συνειδητά ότι πάγια επιδίωξή της και πάνω απ' όλα είναι η αναπαραγωγή των ταξικών σχέσεων, της εργατικής τάξης ως εκμεταλλευόμενης και της αστικής ως εκμεταλλεύτριας. Και στη χώρα μας, όπως συνέβη με όλες τις καπιταλιστικές χώρες, η καπιταλιστική αναπαραγωγή περιλαμβάνει και την ενσωμάτωση με διάφορες μορφές (πλήρη καταστροφή, υποταγή με μορφές συνεργασίας ανισότιμες, υπεργολαβίες κλπ.) άλλων μορφών παραγωγής όπως του μικρού παραγωγού ή και του συνεταιρισμού των μικρών παραγωγών, των εμπόρων»4.
Η υποταγή των μικρών παραγωγών με διάφορες μορφές, αποκαλύπτει και το γεγονός ότι το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τη μισθωτή εργασία, αλλά εκμεταλλεύεται και τους μικρούς παραγωγούς, είτε είναι αγρότες είτε ΕΒΕ. Για παράδειγμα, στα ναυπηγεία, υπάρχουν τομείς δουλιάς που δίνονται σε υπεργολάβους, αλλά από τη δουλιά των υπεργολάβων κερδίζει περισσότερα η μεγάλη επιχείρηση, ελάχιστα ο υπεργολάβος, ενώ τα τμήματα της εργατικής τάξης είναι ακόμη πιο καταπιεσμένα. Η συγκέντρωση π.χ. στο εμπόριο και η δημιουργία μεγάλων εμπορικών ομίλων εκτοπίζει τους μικρούς αυτοαπασχολούμενους εμπόρους.
Συμπερασματικά, η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, την οποία προβάλλει η άρχουσα τάξη, προβάλλοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι απ' αυτήν θα ωφεληθούν και η αστική τάξη και η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, δεν είναι τίποτα άλλο από την αναπαραγωγή του κεφαλαίου, των σχέσεων εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας της υποταγής των μικροπαραγωγών στο κεφάλαιο. Γι' αυτό και η εργατική τάξη και τ' άλλα λαϊκά στρώματα κανένα συμφέρον δεν έχουν να κάνουν θυσίες για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, αλλά να οργανώνουν το δικό τους αγώνα, στο δικό τους κοινωνικοπολιτικό μέτωπο για την ανατροπή του καπιταλισμού, των σχέσεων εκμετάλλευσης.
1,2,3,4. Από τη διάλεξη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» (ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2002 σελ 97-98).

Ο ιμπεριαλισμός εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό



Ο ιμπεριαλισμός εποχή περάσματος στο σοσιαλισμό
Στο προηγούμενο άρθρο αναφέραμε ότι δεν μπορεί να ξεσπάσει επανάσταση σε ανώριμες συνθήκες, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να επικρατήσει. Το ξέσπασμα της επανάστασης σημαίνει ότι οι αντιφάσεις του συστήματος έχουν ωριμάσει. Η θέση του ιστορικού υλισμού δεν είναι βολονταριστική, όπως κριτικάρεται από διάφορες μικροαστικές αντιλήψεις. Παίρνει υπόψη τη διαλεκτική σχέση του αντικειμενικού - υποκειμενικού στην ιστορική κίνηση.
«Ο Λένιν, στηριζόμενος σε αυτήν τη θέση, υιοθέτησε στην ιστορική περιοδολόγηση του καπιταλισμού την άποψη (που επεξεργάστηκαν άλλοι μαρξιστές) για τρεις εποχές στην ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού, άσχετα από τις επιμέρους ιδιαιτερότητες χωρών και περιοχών, με κριτήριο την πάλη των τάξεων, ποιανής τάξης το κίνημα μπορεί να δώσει κοινωνική πρόοδο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που χρησιμοποιεί ως συμβατικά και σχετικά ορόσημα τις κοινωνικές επαναστάσεις και πολέμους. Στον τόμο 26, σελίδα 143 και στο άρθρο του Λένιν "Κάτω από ξένη σημαία" αναφέρεται: "Η συνηθισμένη διαίρεση των ιστορικών εποχών, που έχει πολλές φορές γίνει στη μαρξιστική φιλοσοφία και που επαναλήφθηκε από τον Κάουτσκι είναι η παρακάτω: 1) 1789-1871 2) 1871-1914 3) 1914-".
Εννοείται ότι εδώ, όπως και παντού στη φύση και στην κοινωνία τα όρια είναι συμβατικά και κινητά σχετικά και όχι απόλυτα. Εμείς δεν παίρνουμε παρά κατά προσέγγιση τα πολύ σημαντικά και χτυπητά ιστορικά γεγονότα που τα θεωρούμε ορόσημα των μεγάλων ιστορικών κινημάτων.
Η πρώτη εποχή, από τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση έως το γαλλοπρωσικό πόλεμο, είναι η εποχή της ανόδου της αστικής τάξης, της ολοκληρωτικής νίκης της. Είναι η ανοδική γραμμή της αστικής τάξης, των αστικοδημοκρατικών κινημάτων γενικά, των αστικοεθνικών ειδικά, η εποχή της γρήγορης συντριβής των φεουδαρχικών απολυταρχικών θεσμών που έφαγαν τα ψωμιά τους.
Η δεύτερη εποχή είναι η εποχή της ολοκληρωτικής κυριαρχίας και της παρακμής της αστικής τάξης, η εποχή του περάσματος από την προοδευτική αστική τάξη στο αντιδραστικό και αντιδραστικότατο χρηματιστικό κεφάλαιο. Είναι η εποχή της προετοιμασίας και της αργής συγκέντρωσης δυνάμεων από τη νέα τάξη, από τη σύγχρονη δημοκρατία.
Η τρίτη εποχή που μόλις αρχίζει βάζει την αστική τάξη "στην ίδια κατάσταση" που βρίσκονταν οι φεουδάρχες την πρώτη εποχή. Είναι η εποχή του ιμπεριαλισμού και των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Είναι η εποχή των εργατικών επαναστάσεων»(από τη διάλεξη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2002, σελ. 94).
Ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή όπου η μόνη τάξη που το κίνημά της μπορεί να δώσει κοινωνική πρόοδο είναι η εργατική τάξη και ο αγώνας της για το σοσιαλισμό. «Ο καπιταλισμός από προοδευτικός που ήταν έγινε τώρα αντιδραστικός, ανέπτυξε σε τέτοιο βαθμό τις παραγωγικές δυνάμεις, που η ανθρωπότητα πρέπει είτε να περάσει στο σοσιαλισμό, είτε επί χρόνια ή και επί δεκαετίες να υφίσταται την ένοπλη πάλη των "μεγάλων" Δυνάμεων, για την τεχνητή διατήρηση των αποικιών, των μονοπωλίων, των προνομίων και της κάθε λογής καταπίεσης» (Λένιν, «Σοσιαλισμός και πόλεμος», Απαντα τ. 26 σελ. 320, γράφτηκε στα 1915).
Την ιστορική εποχή που έχει ήδη αρχίσει με συμβατικό όριο το 1914, χρονιά έναρξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, σημαίνει ότι έχει αρχίσει να διαμορφώνεται το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Γι' αυτό το καθήκον που βάζει μπροστά της η ανθρωπότητα είναι το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Διαφορετικά, θα υφίσταται κάθε λογής καταπίεση. Ο Λένιν εδώ μιλάει καθαρά για την ωριμότητα των υλικών όρων για το πέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας στο σοσιαλισμό, από τη σκοπιά της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και κυρίως του ίδιου του καταπιεζόμενου ανθρώπου ή πιο σωστά της καταπιεζόμενης τάξης, που είναι η κυριότερη παραγωγική δύναμη. Επομένως το καθήκον της ανθρωπότητας είναι καθήκον της εργατικής τάξης ως ηγέτιδας δύναμης στη σοσιαλιστική επανάσταση.
Εδώ χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός στο ανώτατο στάδιό του. Είναι μια ολόκληρη ιστορική εποχή στην εξέλιξη του καπιταλισμού και χαρακτηρίζει τις καπιταλιστικές κοινωνίες, σ' όλες τις καπιταλιστικές χώρες, ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού σ' αυτές, ανεξάρτητα από τη μεταξύ τους ανισόμετρη ανάπτυξη.
«Στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι ενταγμένες όλες οι καπιταλιστικές χώρες, ανεξάρτητα του επιπέδου ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, ανεξάρτητα με ποιες μορφές και τρόπους γίνεται η ένταξη, η ενσωμάτωση, δηλαδή αν γίνεται μέσω της ένταξης στις διακρατικές περιφερειακές, παγκόσμιες καπιταλιστικές ενώσεις ή μέσα από προγράμματα "βοήθειας" των παγκόσμιων ιμπεριαλιστικών οργανισμών, μέσα από τις αναβαθμισμένες διακρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις, την εξαγωγή κεφαλαίων και εμπορευμάτων, μέσω των στρατιωτικών επεμβάσεων και του πολέμου γενικότερα, με ανοιχτές ή συγκαλυμμένες επεμβάσεις στη διαμόρφωση ή αναπαλαίωση του πολιτικού συστήματος κλπ.
Στις καπιταλιστικές ενώσεις, γενικότερα στο διεθνές σύστημα του ιμπεριαλισμού, κυριαρχούν σχέσεις κυριαρχίας και υποτέλειας, οι οποίες γίνονται όλο και οξύτερες και καταπιεστικές. Η ισοτιμία και η σύγκλιση, η ισόμετρη ανάπτυξη που διακηρύσσονται είναι φενάκη και αυταπάτη από τη στιγμή που μιλάμε για καπιταλιστικό σύστημα σε εθνικό και διεθνικό πεδίο που έχει ως σύμφυτο γνώρισμά του την ανισόμετρη ανάπτυξη, τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οπωσδήποτε τη βασική αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής από τη μια και την ατομική (ιδιωτική, κρατική, εταιρική) καπιταλιστική συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και του κοινωνικού πλούτου σε όλο και λιγότερους από την άλλη.
Η θέση μιας χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από το κριτήριο της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, αλλά συνολικά από την οικονομική της ισχύ, την πολιτική και στρατιωτική της ισχύ. Στους κόλπους του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος γίνονται βεβαίως και ανακατατάξεις και αλλαγές στη θέση και το ρόλο μιας χώρας, ανάλογα πώς εξελίσσονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, οι άξονες και αντιάξονες, παίζουν ρόλο οι τοπικές και περιφερειακές εξελίξεις κλπ., επηρεάζονται βεβαίως και από την πρόοδο και τις κατακτήσεις των λαϊκών κινημάτων, τις εσωτερικές εξελίξεις στο συσχετισμό δύναμης της μιας ή της άλλης χώρας» (από τη διάλεξη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2002, σελ. 91-92).
Ας δούμε πώς τα δίνει όλ' αυτά ο Λένιν στο έργο του «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» (Λένιν, «Απαντα» τ.26, σελ.361-362, γραμμένο στα 1915).«Ο καπιταλισμός σημαίνει ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και αναρχία στην παραγωγή... Το μοίρασμα (σ.σ. το εδαφικό ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη) δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά παρά "σύμφωνα με τη δύναμη". Η δύναμη όμως αλλάζει με την πορεία της οικονομικής εξέλιξης. Υστερα από το 1871 η Γερμανία δυνάμωσε 3-4 φορές πιο γρήγορα από την Αγγλία και τη Γαλλία. Η Ιαπωνία δυνάμωσε δώδεκα φορές πιο γρήγορα από τη Ρωσία. Για να ελεγχθεί η πραγματική δύναμη ενός καπιταλιστικού κράτους, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει άλλο μέσο εκτός από τον πόλεμο. Ο πόλεμος δεν αντιφάσκει στις βάσεις της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά είναι η άμεση και αναπόφευκτη ανάπτυξη αυτών των βάσεων. Στις συνθήκες του καπιταλισμού είναι αδύνατη μια ισόμετρη οικονομική ανάπτυξη των διαφόρων οικονομιών και των διαφόρων κρατών. Στις συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχουν άλλα μέσα για την αποκατάσταση από καιρό σε καιρό της παραβιασμένης ισορροπίας, εκτός από τις κρίσεις στη βιομηχανία και τους πολέμους στην πολιτική.
Φυσικά είναι δυνατές προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη. (...)
Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη καπιταλιστική χώρα».
Στις τωρινές επίσης συνθήκες, οι διάφορες αναπτυσσόμενες λεγόμενες χώρες (Ασίας, Αφρικής), ορισμένες πρώην σοσιαλιστικές, δένονται με χιλιάδες νήματα με διεθνείς ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα), ή και ξεχωριστά κράτη, μέσω της λεγόμενης οικονομικής βοήθειας, ή δανείων. Μπορεί η οικονομία τους να εξαρτιέται από τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, να μην είναι αναπτυγμένη, αλλά ανεξάρτητα από το επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων, έχουν ήδη περάσει στο ιμπεριαλιστικό στάδιο. Ας θυμηθούμε τη Ρωσία αρχές του 20ού αιώνα (βλέπε προηγούμενο άρθρο, «Ρ», 16/3). Επίσης ο διεθνής ρόλος της Ρωσίας έχει σχέση και με τη στρατιωτική της ισχύ.
Επίσης παρατηρούμε ότι η κρίση του καπιταλισμού χτυπά και τις ισχυρές καπιταλιστικές οικονομίες, (ΗΠΑ, Ιαπωνία,Γερμανία, Γαλλία), ενώ σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ, οι αντιθέσεις οξύνονται όσο ποτέ στο μεταπολεμικό παρελθόν ανάμεσα στα διάφορα ιμπεριαλιστικά κέντρα, ακόμη και εντός ενός απ' αυτά της ΕΕ, φανερώνοντας ότι δεν μπορεί να επέλθει συμφωνία μεταξύ τους. Επίσης φαίνεται ότι οι συσχετισμοί μεταξύ τους αλλάζουν, πάνε να διαμορφωθούν διαφορετικοί ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί, με πυρήνες τους αμερικανοεγγλέζικο και γαλλογερμανικό άξονες. Καθένας άξονας επιδιώκει να τραβήξει και άλλα καπιταλιστικά κράτη (π.χ. οι Αμερικανοεγγλέζοι κράτη-μέλη της ΕΕ όπως την Ισπανία, Πορτογαλία, κλπ αλλά και διάφορες υπό ένταξη στην ΕΕ χώρες). Η Ρωσία επίσης βρίσκεται στο επίκεντρο, διαπάλης, ενώ φαίνεται να κλίνει προς στο γαλλογερμανικό άξονα. Ολ' αυτά για μια διαφορετική μοιρασιά εδαφών με πόλεμο.

Μετοχική εταιρία και μονοπώλιο



Μετοχική εταιρία και μονοπώλιο
Στο προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για τη μετοχική εταιρία και το συνεταιριστικό εργοστάσιο στον καπιταλισμό, ως οικονομικές μορφές, τις οποίες διερεύνησε ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο», που «πιστοποιούν ότι η εξέλιξη των σχέσεων παραγωγής έφτασε σε ένα ανώτατο στάδιο, επομένως δεν υπάρχει άλλο περιθώριο αλλαγής μορφής για να "χωρέσουν" τις αναπτυσσόμενες παραγωγικές δυνάμεις. Πρόκειται για την έναρξη του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, του ιμπεριαλισμού ή της εποχής του χρηματιστικού κεφαλαίου».
Ο Ενγκελς στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου»,(σελ. 552 - 553), αναφέρει διευκρινιστικά, σχετικά με τη διερεύνηση από τον Μαρξ της μορφής της μετοχικής εταιρίας στον καπιταλισμό και το γεγονός ότι οδηγεί στο μονοπώλιο, τα εξής:
«Από τότε που ο Μαρξ έγραψε τα παραπάνω, (σ.σ. για τη μετοχική εταιρία) έχουν, όπως είναι γνωστό, αναπτυχθεί νέες μορφές της βιομηχανικής επιχείρησης, που εκπροσωπούν το δεύτερο και τον τρίτο βαθμό της μετοχικής εταιρίας. Στην καθημερινά αυξανόμενη ταχύτητα, με την οποία μπορεί να αυξηθεί σήμερα η παραγωγή σε όλους τους τομείς της μεγάλης βιομηχανίας αντιτάσσεται η διαρκώς αυξανόμενη βραδύτητα της επέκτασης της αγοράς γι' αυτά τα αυξημένα προϊόντα. Αυτά που παράγει η βιομηχανία μέσα σε λίγους μήνες είναι ζήτημα αν η αγορά μπορεί να τα απορροφήσει μέσα σε λίγα χρόνια... Οι συνέπειες είναι γενική χρόνια υπερπαραγωγή, χαμηλές τιμές, κέρδη που πέφτουν ή ακόμα και κέρδη που εξαφανίζονται ολότελα. Κοντολογίς, η ανέκαθεν περιβόητη ελευθερία του συναγωνισμού βρίσκεται στα τελευταία της και υποχρεώνεται να αναγγείλει η ίδια την ολοφάνερη σκανδαλώδη χρεοκοπία της. Και γίνεται αυτό μάλιστα με το ότι σε κάθε χώρα οι μεγαλοβιομήχανοι ενός ορισμένου κλάδου συνενώνονται σε ένα καρτέλ για τη ρύθμιση της παραγωγής... Σε μεμονωμένες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν, μάλιστα, από καιρό σε καιρό και διεθνή καρτέλ, όπως λ.χ. ανάμεσα στην αγγλική και γερμανική σιδηροπαραγωγή. Αλλά ακόμα και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους και αποκαθιστούσε πάλι το συναγωνισμό. Ετσι, σε μερικούς κλάδους, στους οποίους το επέτρεπε η βαθμίδα της παραγωγής, έφθασαν ως το σημείο να συγκεντρώσουν σε μια μεγάλη μετοχική εταιρία με ενιαία διεύθυνση όλη την παραγωγή αυτού του κλάδου. Στην Αμερική αυτό έγινε ήδη πολλές φορές, στην Ευρώπη το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτού του είδους ως τώρα είναι το παράδειγμα του "United Alcali Trust", που συνένωσε στα χέρια μιας μόνο φίρμας όλη τη βρετανική παραγωγή αλκαλικών. Οι πρώην ιδιοκτήτες των - πάνω από τριάντα - ξεχωριστών εργοστασίων πήραν για όλες τους τις εγκαταστάσεις σε μετοχές την αξία τους, όπως εκτιμήθηκε, συνολικά κάπου 5 εκατομμύρια λίρ. στ., που αποτελούν το πάγιο κεφάλαιο του τραστ. Η τεχνική διεύθυνση βρίσκεται στα ίδια ως τώρα χέρια, η διαχειριστική διεύθυνση όμως είναι συγκεντρωμένη στα χέρια της Γενικής Διεύθυνσης. Το κυκλοφοριακό κεφάλαιο (floating capital) ύψους κάπου ενός εκατομμυρίου λίρ. στ. διατέθηκε για πούληση στο κοινό. Ετσι το συνολικό κεφάλαιο του τραστ έφτασε τα 6 εκατομμύρια λίρ. στ. Ετσι στον κλάδο αυτό, που αποτελεί τη βάση όλης της χημικής βιομηχανίας, ο συναγωνισμός στην Αγγλία αντικαταστάθηκε από το μονοπώλιο, που προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους».
Η εμφάνιση της μετοχικής επιχείρησης, ως αποτελέσματος της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, είναι η βάση εμφάνισης και ανάπτυξης των μονοπωλίων, που αναπτύσσονται και σε διεθνικό επίπεδο, όπως παραστατικά το περιγράφει ο Ενγκελς και όπως αργότερα ανέπτυξε και ο Λένιν.
Σ' αυτή την παραστατική περιγραφή του Ενγκελς, αναδεικνύονται μια σειρά ζητήματα όπως αυτό της κρίσης. Η υπερπαραγωγή και η αδυναμία της αγοράς να την απορροφήσει, η πτώση των κερδών, ακόμη και η εξαφάνιση κερδών. Αυτή η κατάσταση αποτυπώνει τα σημάδια της οικονομικής κρίσης στον καπιταλισμό. Η αδυναμία της αγοράς να απορροφήσει την παραγωγή και μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης οφείλεται στο γεγονός ότι κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, επιδιώκοντας να αυξήσει τα κέρδη της, (οι καπιταλιστές παράγουν για το κέρδος, αυτός ο νόμος κινεί τον καπιταλισμό), αυξάνει την παραγωγή, χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων αν τα εμπορεύματα θα πουληθούν στην αγορά, χωρίς να γνωρίζει τις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής στο σύνολό τους. Απ' αυτή την άποψη η παραγωγή είναι άναρχη. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση από την εργατική τάξη έχει ένα όριο, το οποίο δημιουργείται από τις σχέσεις εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας και όχι από την αναγκαιότητα κάλυψης όλων των αναγκών της. Για παράδειγμα, η άνοδος της ανεργίας, αντικειμενική τάση στον καπιταλισμό, η μείωση των μισθών, η αύξηση των τιμών μειώνουν την αγοραστική δύναμη. Ετσι εμφανίζεται η υπερπαραγωγή, που δεν μπορεί να πουληθεί στην αγορά.
Αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της όξυνσης της βασικής αντίθεσης του καπιταλισμού, ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της παραγωγής και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της. Η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά τα αποτελέσματά της, τα κέρδη, τα ιδιοποιείται η κάθε καπιταλιστική επιχείρηση, το κάθε μονοπώλιο. Εχει την τάση να αυξάνει την παραγωγή για περισσότερα κέρδη, αλλά η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει όλη την παραγωγή. Ετσι, επέρχεται η οικονομική κρίση, με την τεράστια καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και πρώτ' απ' όλα της εργατικής δύναμης.
Για παράδειγμα, στις σύγχρονες συνθήκες, εμφανίζονται κλάδοι ολόκληροι με ζημιές στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες, (τηλεπικοινωνίες, πληροφορική, ενέργεια, αερομεταφορές, χάλυβας στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ιαπωνία, τη Γερμανία, τη Γαλλία). Ετσι σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Εργασίας των ΗΠΑ για την ανεργία, το ποσοστό της έφτασε το 6% το μεγαλύτερο της τελευταίας επταετίας. Υπολογίζεται ότι οι αμερικανικές επιχειρήσεις έχουν περικόψει περισσότερες από ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας στη διάρκεια της ύφεσης που άρχισε το Μάρτη του 2001. Επίσης έως τα μέσα του 2002 είχαν καταθέσει αίτηση πτώχευσης 113 αμερικάνικες εταιρίες εισηγμένες στο χρηματιστήριο, ενώ αναμένονταν έως το τέλος του 2002 να προστεθούν άλλες 200. Είναι ρεκόρ της 10ετίας. Στη Γερμανία υπολογιζόταν ότι οι πτωχεύσεις εταιριών θα ξεπερνούσαν τις 40.000 στον ίδιο χρόνο. Εχουμε, λοιπόν, καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.
Βεβαίως, άλλο παράδειγμα καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων είναι η αναγκαστική μείωση της αγροτικής παραγωγής, μέσα από τους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τις ποσοστώσεις και τα πρόστιμα, αν η παραγωγή αυξηθεί, μέτρα που οδηγούν στο ξεκλήρισμα της αγροτιάς.
Ο καπιταλισμός, εκτός από την καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, εμποδίζει την ανάπτυξή τους, αν δεν του αποφέρουν κέρδη. Παράδειγμα, τα ιατρικά μηχανήματα, και εξοπλισμοί, που η πλατιά αξιοποίησή τους θα βελτίωνε αποφασιστικά την υγεία του λαού, υπάρχουν και χρησιμοποιούνται μόνο στο βαθμό που η υγεία εμπορευματοποιείται αποφέροντας κέρδη, (ιδιωτικά νοσοκομεία, εργαστήρια κλπ.).
Αλλο ζήτημα που περιγράφει ο Ενγκελς είναι η εμφάνιση του μονοπωλίου, που σημαίνει κατάργηση του ελεύθερου συναγωνισμού, ανάμεσα στους ατομικούς καπιταλιστές, αφού μετοχική εταιρία και μονοπώλιο σημαίνει συλλογική ιδιοκτησία κεφαλαίου. Ετσι, μερικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις, αντί να επιδιώκουν, καθεμιά ξεχωριστά, μέσω του ανταγωνισμού να απαλλοτριώσει η μια την άλλη, συνενώνουν τις δυνάμεις τους. Αυτό απαιτεί η αυξανόμενη κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Μ' αυτό τον τρόπο απαλλοτριώνουν μικρότερους καπιταλιστές. Ετσι το μονοπώλιο κυριαρχεί. Αλλά δεν καταργεί το συναγωνισμό, («και αυτή η μορφή της κοινωνικοποίησης της παραγωγής δεν επαρκούσε. Η αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στις διάφορες φίρμες διασπούσε πολύ συχνά τη συνένωσή τους», λέει ο Ενγκελς).
Ολα αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής. Αποδεικνύουν ότι η βασική αντίθεση του καπιταλισμού έχει οξυνθεί στο έπακρο. Αυτή η πραγματικότητα αποκαλύπτει την αναγκαιότητα της αλλαγής των σχέσεων παραγωγής.
Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η εξέλιξη, δηλαδή η μετοχική εταιρία, το μονοπώλιο, «προπαρασκεύασε με τον πιο ευχάριστο τρόπο τη μελλοντική απαλλοτρίωση από μέρους της συνολικής κοινωνίας, του έθνους». Είναι η μορφή που αποκαλύπτει τις δυνατότητες οργάνωσης της κοινωνικής παραγωγής στο επίπεδο ολόκληρης της χώρας, («της συνολικής κοινωνίας, του έθνους», ή όπως έλεγε ο Μαρξ σε μια «σε περισσότερο ή λιγότερο εθνική κλίμακα»). Απ' αυτή τη σκοπιά είναι μεταβατική μορφή για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Ο μπαρμπα - Κώστας


Ο μπαρμπα - Κώστας





Ενας υπέροχος άνθρωπος



Παπαγεωργίου Βασίλης



Ηταν άθεος, «ασεβής», φυσικά μόνο στα «θεία», γιατί σεβόταν πάρα πολύ όλους τους συνανθρώπους του, τους συγγενείς του, τους γείτονες, τους συναδέρφους του! Απλά δεν ήθελε να έχει πάρε - δώσε με «θεούς και δαίμονες», όπως έλεγε.


Ο λόγος για τον μπαρμπα - Κώστα. Μπορεί το μυαλό ορισμένων να πάει στον Βάρναλη... Οχι! Τούτος ο μπαρμπα - Κώστας δεν ήταν ούτε ποιητής ούτε σπουδαγμένος. Τούτος ήταν μια άλλη περίπτωση. «Μισώ τους θεούς κι αγαπώ τους ανθρώπους», έλεγε. Την πρώτη φράση τη δανείστηκε από τον τραγικό ποιητή μας Αισχύλο και τελικά την οικειοποιήθηκε. Τη δεύτερη την έκανε βίωμα στην καθημερινότητα της ζωής του. Ηταν το αποτέλεσμα του περισσεύματος της καρδιάς του. Οσοι τον ξέραμε, υποστηρίζαμε ότι είναι «χριστιανός», καλύτερος τουλάχιστον από κάποιους «χριστεπώνυμους»..!


Είχε μια «αδυναμία»: Εβαζε πάντοτε το μυαλό του να δουλεύει λογικά, γι' αυτό και διέγραφε μονοκοντυλιάς σχεδόν όλα τα δόγματα, τα θρησκευτικά, τα πολιτικά, των μεγάλων και σοφών ανδρών της Ιστορίας..! Προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του, να πλουτίσει τις γνώσεις του, να κρίνει, να συγκρίνει, ν' αξιολογήσει, ν' απορρίψει τα μεν, να προκρίνει τα δε, να... να... Ασίγαστο πνεύμα! Η επιμονή του «έσπαγε κόκαλα»! Διάβαζε αδιάκοπα, μπας και ανακαλύψει την αλήθεια, την προσωπική του, μα και τις αλήθειες των συνανθρώπων του. Εψαχνε για την κοινή, την αντικειμενική αλήθεια! Πάλευε ενάντια στο άδικο, στην εκμετάλλευση, στον πόλεμο, στο ψέμα. Διέγραφε τη λύση των ατομικών και κοινωνικών προβλημάτων με τη βοήθεια του «από μηχανής θεού», οποιασδήποτε υπερφυσικής δύναμης. Και τούτο γιατί πίστευε στη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού και της επιστήμης, της κοινωνικής οργάνωσης και μάλιστα μέσα σε μια αταξική κοινωνία! Οσο ζούσε δεν είδε φως, μια ακτίνα, έστω, φωτός προς αυτή την κατεύθυνση. Κι όμως, αν και ήταν ελάχιστοι οι συναγωνιστές του συγκριτικά με το μέγα πλήθος της αντίθετης άποψης (του βολέματος, του ατομικισμού, της ελπίδας για θεϊκή παρέμβαση στη λύση των προβλημάτων, της αρπαχτής και του τζόγου για εύκολο πλουτισμό, κ.ο.κ.), αυτός δεν το 'βαζε κάτω. Αντί να πηγαίνει στην εκκλησιά και γονυπετής να προσεύχεται για να σωθεί η ψυχή του (φυσικά και των άλλων...), αντί να κοιτάξει το «συμφέρον» του, να εξασφαλίσει δηλαδή μια θέση στην «αιώνια Βασιλεία των Ουρανών», αυτός έμεινε για πάντα αδιόρθωτος! Ασεβής με τα «θεία», αμφισβητούσε τα ιερά δόγματα της θρησκείας μας (και προπαντός τις εντολές, τα προστάγματα και τις βουλήσεις του Ιερατείου). Τα χρήματά του - όσα του περίσσευαν - τα ξόδευε για τους συνανθρώπους του και όχι όπως έκαναν άλλοι, οι οποίοι τα κατέθεταν στον κορβανά του Ιερατείου..! Κακό του κεφαλιού του, θα μου πείτε!


Ποιος ξέρει, τώρα που πέθανε ο μπαρμπα - Κώστας, πού να πήγε! Στον Παράδεισο ή στην Κόλαση; Κατά πώς λένε οι «ειδικοί» της εκκλησίας μας: Δεν μπορεί να πάει κανένας στον Παράδεισο - όσο καλός άνθρωπος και να 'ναι, με κριτήριο δηλαδή τις πράξεις του - αν δεν πιστεύει στο θεό και κυρίως αν δεν εκτελεί με συνέπεια τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Βέβαια, αυτός δεν πήγαινε στην εκκλησία (δηλαδή στους ναούς), την οποία ονόμαζε «μαγαζάκι», τη μικρή εκκλησία, και «σούπερ - μάρκετ», τη μεγάλη, λόγω περισσοτέρων εσόδων! Τους παπάδες τους αμφισβητούσε ως επαγγελματίες! «Αν πιστεύουν πραγματικά στο θεό τους», έλεγε, «να προσφέρουν δωρεάν τις υπηρεσίες τους στους πιστούς και να πληρώνονται ως εργαζόμενοι από την οποιαδήποτε εργασία τους. Να πληρώνονται, δε, κατόπιν συμφωνίας από τους πιστούς για κάποια "μυστήρια", που θα κάνουν στον ελεύθερο χρόνο τους, σαν υπερωρίες». Κάτι που ο καθένας μπορεί να υποθέσει ότι έτσι θα γίνει, όταν θα χωριστεί η εκκλησία από το κράτος. Αυτό το 'χα συζητήσει αρκετές φορές μαζί του. «Μα, αν δεν πληρώνονται οι ιερείς από το κράτος», τον ρωτούσα «πώς θα ζουν τις οικογένειές τους; Περιμένοντας τη "φιλευσπλαχνία" των πιστών;». «Να πάνε να δουλέψουν», μου απαντούσε κατηγορηματικά. «Η προσευχή και τα μυστήρια δεν είναι επάγγελμα», μου τόνιζε. «Αυτά πρέπει να γίνονται στον ελεύθερο χρόνο τους, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι που πιστεύουν και αγαπούν κάτι: στον ελεύθερο χρόνο τους κάποιοι ασχολούνται με την τοπική και τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, με τις τέχνες και τον πολιτισμό, μη επαγγελματικά και όχι σε οικονομική βάση προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους εκπολιτιστικούς ή τους εθνικοτοπικούς συλλόγους, αγωνίζονται στο συνδικαλισμό, κ.λπ. Αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους, γιατί αγαπούν και πιστεύουν κάτι, και μάλιστα ό,τι κάνουν το κάνουν αφιλοκερδώς, χωρίς σκοπιμότητα και ιδιοτέλεια! Πολλές φορές, μάλιστα, εργάζονται σκληρά και αγωνίζονται αδιάκοπα, με αποτέλεσμα να χάνουν χρήματα, χρόνο, την υγεία τους κι αυτά να είναι έμμεσα σε βάρος της οικογένειας και της δουλειάς τους. Υποψιάζομαι...», μου έλεγε, «ότι ένας σημαντικός αριθμός παπάδων θα πετάξει τα ράσα μετά το χωρισμό εκκλησίας και κράτους. Δε θα τους συμφέρει, πλέον, η "ερασιτεχνική" ιεροσύνη! Σαν επαγγελματίες παπάδες έβγαζαν περισσότερα χρήματα. Είχαν ένα και δυο μισθούς, μαζί με τα τυχερά τους. Και κάποιοι απ' αυτούς που είναι και εκπαιδευτικοί βγάζουν και τρεις μισθούς! Και θα ρωτάνε μερικοί, όταν θα βλέπουν αργότερα τους παπάδες να παραιτούνται: "Μα είναι δυνατό να μην πίστευαν στο θεό αυτοί οι παπάδες τόσα χρόνια;"».


Αυτά και άλλα πολλά έλεγε ο μπαρμπα - Κώστας... Και τον θυμάμαι με νοσταλγία, γιατί ήταν θυμόσοφος, μα και υπέροχος και καλοκάγαθος άνθρωπος! Μα πάνω απ' όλα είχε κοινωνική ηθική και συνείδηση. Κάτι που λείπει σε πολλούς από μας! Τον άκουγα προσεχτικά σε ό,τι κι αν έλεγε. Διάβαζα τα βιβλία που μου πρότεινε. Πίστευε στον άνθρωπο και στις επιστήμες! Χαιρόταν όταν «ανακάλυπτε» κάποιο νέο βιβλίο, το οποίο πρότεινε στους φίλους του να το διαβάσουν και στη συνέχεια, αν ήθελαν, να συζητήσουν το περιεχόμενό του.


Ο αθεόφοβος φρόντισε και για το θάνατο του. «Σιχαίνομαι τα σκουλήκια», μου 'λεγε. «Οταν πεθάνω, δε θέλω να φάνε το σώμα μου. Από την άλλη θέλω να βοηθήσω τους συνανθρώπους μου, μέσα από την Ιατρική Επιστήμη». Το 'φερε από δω, το 'φερε από κει, απευθύνθηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έλαβε την παρακάτω επιστολή, την οποία φωτοτύπησα για να την έχω. Βρήκε το θάρρος και το κουράγιο και ξέφυγε από τη μέγκενη των παραδόσεών μας, των ιερών και των οσίων μας και με το σώμα του, τώρα, κάνουν μαθήματα, στην Ιατρική Σχολή οι φοιτητές, οι αυριανοί γιατροί μας!


Να τι γράφει η επιστολή:


«Αγαπητέ κ. Δρούγο,


Λάβαμε την υπεύθυνη δήλωση δωρεάς του σώματός σας προς το Ανατομείο για την εκπαίδευση των φοιτητών και την ανατομική έρευνα.


Η προσφορά σας αυτή προς το κοινωνικό σύνολο τιμά εσάς και τη σύζυγό σας, που είχε την καλοσύνη να συνυπογράψει τη σχετική δήλωση.


Παρακαλώ εκ μέρους του Ανατομείου και των φοιτητών που σπουδάζουν τις Ιατρικές Επιστήμες, δεχτείτε τις θερμότερες ευχαριστίες μας».


Ο μπαρμπα - Κώστας δεν έχει τάφο. Εξω από το σπίτι του, στο περιβόλι τους, ανάμεσα στ' αγριόχορτα και στις τριανταφυλλιές, η σύζυγός του, σεβάσμια κυρα - Κατερίνη, άγιος άνθρωπος, έβαλε μια μικρή μαρμάρινη επιγραφή:


«Εδώ έζησε και πέθανε ο Κώστας Δρούγος (γεν. 1912). Μισούσε τους θεούς και αγαπούσε τους ανθρώπους, και περισσότερο γι' αυτούς αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή! Εσβησε ήσυχα στις 5 Μαρτίου 2002».


Ηταν μια υπέροχη μορφή ο μπαρμπα - Κώστας, με τις αδυναμίες και τα λάθη του, με τις μικρές και μεγάλες πράξεις του, σ' αυτόν τον κόσμο «το μικρό το μέγα», που έζησε και πέρασε, χωρίς να ξεχωρίσει ιδιαίτερα, σχεδόν πάντοτε μαζί με τους άλλους, με την ομάδα, τους συντρόφους και συναγωνιστές του!


Οσο ζω θα μένει στη μνήμη και στην καρδιά μου!


Του
Θανάση ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

Η απανθρωπιά και η χυδαιότητα του καπιταλισμού


Η απανθρωπιά και η χυδαιότητα του καπιταλισμού
Παπαγεωργίου Βασίλης
Στην κρίση του, όταν χάνει κάθε πρόσχημα, ο καπιταλισμός εμφανίζει όλο το μέγεθος της απανθρωπιάς, του κυνισμού, της σαπίλας και της ανήθικης δυσωδίας του. Χαρακτηριστικά που λαμβάνουν τεράστιες διαστάσεις όταν οι αστικές κυβερνήσεις και τα ΜΜΕ τους «διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους» για το «δικαίωμα» στην εργασία... όταν πρόκειται να σπάσουν απεργίες, όπως στην περίπτωση της «Χαλυβουργίας».
Στη γειτονική Ιταλία το κεφάλαιο εμφανίζεται ακόμη πιο «εφευρετικό» στην καταβαράθρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Εκεί, όπως αναμεταδίδουν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, η πολυεθνική «Nestle» «πρότεινε» στους εργάτες της βιομηχανίας «Perugina» μείωση ωραρίου, υποσχόμενη σε αντάλλαγμα... να προσλάβει τα παιδιά τους! Συγκεκριμένα η εργοδοσία πρότεινε οι εργαζόμενοι που «ενδιαφέρονται», να δεχθούν μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου από 40 στις 30 ώρες ώστε να μπορέσουν να αρχίσουν να απασχολούνται και τα παιδιά τους, με συμβάσεις, σε μια πρώτη φάση, ορισμένου χρόνου.
Φυσικά, «δεν πρόκειται για κίνηση βοήθειας και αλληλεγγύης που φέρνει πιο κοντά τις διάφορες γενιές. Μοιράζεται στα δυο μια θέση εργασίας, χωρίς να μπορεί να δοθεί ούτε ένας αξιοπρεπής μισθός», κατήγγειλε, εύστοχα, ένας εργάτης 52 ετών. Ενώ, νεότεροι συνάδελφοί του θυμίζουν ότι ο μέσος όρος ηλικίας στο εργοστάσιό τους είναι τα 35 χρόνια. Οπότε... «για ποιες προσλήψεις γίνεται λόγος;» αναρωτιούνται.
Ο εμπαιγμός και η χυδαιότητα του μονοπωλίου είναι ολοφάνερα. Οχι μόνο στοχεύει στη γνωστή «σαλαμοποίηση» των θέσεων εργασίας για να μειώσουν κι άλλο τα μεροκάματα - κρατώντας σε εργασιακή αλλά και πολιτική και συνδικαλιστική ομηρία τους εργάτες - αλλά και το κάνει χτυπώντας το ευαίσθητο θέμα των παιδιών τους, της νέας «βάρδιας» της εργατικής τάξης. Βέβαια, η ελληνική κυβέρνηση, προεξέχοντος του πρωθυπουργού, Αντ. Σαμαρά, μετά και τη στάση έναντι του αγώνα των χαλυβουργών, στην παραπάνω απανθρωπιά του μονοπωλίου θα έβλεπαν αυτό που είδε και η «Nestle» με την ανακοίνωσή της: «Πρόκειται για μια σοβαρή, θαρραλέα και υπεύθυνη πρόταση, σε μια φάση δυσκολίας για την οικονομία, όχι μόνο στην περιφέρεια Περούτζια της Ιταλίας αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη»...

Στο «ζενίθ» οι αντιθέσεις εντός και εκτός Ευρωζώνης


Στο «ζενίθ» οι αντιθέσεις εντός και εκτός Ευρωζώνης
Τακτικισμοί και αντεγκλήσεις στο φόντο της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης
Η ισπανική οικονομία βυθίζεται στην κρίση, βάζοντας «φωτιά στα τόπια» της Ευρωζώνης και παγκόσμια
Κλιμακώνονται οι τακτικισμοί ανάμεσα στα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, στο φόντο των ισχυρών ανταγωνισμών και των φυγόκεντρων τάσεων που γεννά το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να ερμηνευτούν και οι δηλώσεις του αντικαγκελάριου της Γερμανίας Φ. Ρέσλερ, ο οποίος επέμεινε και χτες ότι το κόστος της Γερμανίας και συνολικά της Ευρωζώνης από μια ενδεχόμενη αποχώρηση της Ελλάδας, δεν είναι πλέον τόσο«τρομακτικό».
Οι δηλώσεις του, όπως και άλλων αξιωματούχων της ζώνης του ευρώ, αποτελούν ταυτόχρονα μέσο πίεσης στον ελληνικό και τους άλλους λαούς να δεχτούν τη σφαγή τους, προκειμένου να μακροημερεύσει η λυκοσυμμαχία των μονοπωλίων στη σημερινή της μορφή. Ο Φ. Ρέσλερ είχε δηλώσει τις προάλλες στο δημόσιο κανάλι ARD: «Είμαι περισσότερο από σκεπτικιστής. Αν η Ελλάδα δεν εκπληρώσει αυτά που πρέπει, δεν μπορεί να υπάρξουν άλλες δόσεις», προσθέτοντας ότι το ενδεχόμενο η Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ «δεν είναι πια τρομακτικό».
Τα ίδια επανέλαβε και χτες, σε συνέντευξή στην «Rheinische Post». Ο Ρέσλερ καλεί την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που έχει συνομολογήσει με την τρόικα, διαφορετικά δεν πρόκειται να υπάρξει νέα οικονομική βοήθεια. Σε αυτήν την περίπτωση, ισχυρίζεται, «η Ελλάδα θα κήρυττε στάση πληρωμών και θα έπρεπε να αποφασίσει η ίδια για την παραμονή της στην Ευρωζώνη».
Ενδεικτικό των αντιθέσεων, ανάμεσα σε μερίδες της πλουτοκρατίας στο εσωτερικό της Γερμανίας, είναι και το γεγονός ότι ο βουλευτής των Σοσιαλδημοκρατών, αρμόδιος για τον προϋπολογισμό, Κ. Σνάιντερ, ζήτησε από την καγκελάριο να αποπέμψει τον Ρέσλερ από την κυβέρνηση, επειδή «με την ανεύθυνη φλυαρία του, θέτει σε κίνδυνο τα χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων». Γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη δεν αντιμετωπίζει ενιαία το ενδεχόμενο της αποχώρησης μιας χώρας από την ΕΕ, καθώς οι διάφορες μερίδες προσεγγίζουν το θέμα με κριτήριο τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους.
Δείγμα των ανταγωνισμών στο εσωτερικό της ΕΕ είναι και η προσπάθεια της Ισπανίας να εξασφαλίσει φτηνό χρήμα για τα μονοπώλιά της, που βρίσκονται στη δίνη της βαθιάς κρίσης. Μετά τη συνάντηση που είχε στο Βερολίνο με τον Β. Σόιμπλε, ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών Λουίς ντε Γκίντος συναντήθηκε χτες στο Παρίσι με τον Γάλλο ομόλογό του, την ώρα που το spread του ισπανικού δεκαετούς σκαρφάλωνε σε επιτόκια δανεισμού ύψους 7,6%. Η Ισπανία ζητάει παρέμβαση της ΕΚΤ στην αγορά ομολόγων, αλλά και επίσπευση των ευρωπαϊκών αποφάσεων του Ιούνη, για την εξασφάλιση φθηνότερου χρήματος στα μονοπώλια των χωρών που βυθίζονται στην κρίση.
«Πόλεμος» ΗΠΑ - ΕΕ
Την ενεργοποίηση του προγράμματος αγοράς κρατικού χρέους ζητάει από την ΕΚΤ και τοΔΝΤ. Σύμφωνα με την Wall Street Journal, στην έκθεσή του, το Ταμείο προειδοποιεί την ΕΚΤ ότι οι προσπάθειες να μειώσει το κόστος δανεισμού για Ισπανία και Ιταλία ίσως αποδειχθούν ανεπαρκείς, αν δεν αποδεχθεί απώλειες από τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει. Οπως όλα δείχνουν, ανοίγει ο δρόμος για μια νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, με συμμετοχή αυτή τη φορά της ΕΚΤ και των κρατών που κατέχουν ελληνικά ομόλογα.
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, αποδεχόμενη απώλειες, η ΕΚΤ θα απορροφήσει μέρος του ελληνικού χρέους, βοηθώντας την επιστροφή του προγράμματος σε σωστό δρόμο, ενώ η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους θα βοηθήσει στο να μειωθούν τα επιτόκια δανεισμού σε Ισπανία και Ιταλία.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα και με δεδομένους τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα στις δύο άκρες του Ατλαντικού, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody's,ανακοίνωσε χτες ότι υποβαθμίζει την προοπτική του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), που μέχρι τώρα διατηρεί την κορυφαία βαθμολογία AΑΑ. Η αλλαγή της προοπτικής του ταμείου (EFSF) από σταθερή σε αρνητική, δείχνει ότι η Moody's εξετάζει το ενδεχόμενο συνολικής υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας του ταμείου.
Η Moody's είχε θέσει σε αρνητική προοπτική και τα ομόλογα των τριών χωρών της Ευρωζώνης που διατηρούν το ΑΑΑ, δηλαδή της Γερμανίας, της Ολλανδίας και του Λουξεμβούργου, λόγω της «αυξανόμενης πιθανότητας» να χρειαστούν οικονομική βοήθεια η Ισπανία και η Ιταλία, καθώς και λόγω του κινδύνου αποχώρησης της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Η Moody's υποβάθμισε ακόμα σε «αρνητική» την προοπτική έξι κρατιδίων της Γερμανίας (Βάδη - Βυρτεμβέργη, Βαυαρία, Βόρεια Ρηνανία - Βεστφαλία, Βερολίνο, Βρανδεμβούργο και Σαξονία - Ανχαλτ).
Δίνοντας νέα διάσταση στον ενδοϊμπεριαλιστικό οικονομικό πόλεμο, η Κομισιόν χαρακτήρισε«αντιπερισπασμό για την κατάσταση στις ΗΠΑ» την υποβάθμιση του ΕΤΧΣ. «Είναι ενδιαφέρον αν δούμε ότι πάντα, όταν η δημοσιονομική κατάσταση στις ΗΠΑ γίνεται πιο δύσκολη, ορισμένοι οίκοι αξιολόγησης φέρνουν στο προσκήνιο την Ευρώπη», δήλωσε χαρακτηριστικά η Επίτροπος Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ. Οπως είπε, το χρέος των ΗΠΑ ανέρχεται στο 101% του ΑΕΠ της χώρας και το έλλειμμα στο 7%, ενώ το χρέος της Ευρωζώνης φτάνει στο 91% και το έλλειμμα στο 3%.
«Ο,τι κι αν λένε οι αμερικανικοί οίκοι αξιολόγησης, η Ευρώπη βρίσκεται αταλάντευτα στην πορεία για μια σταθερή δημοσιονομική κατάσταση, με τη στέρεη γερμανική οικονομία ως άγκυρα σταθερότητας και εντυπωσιακή μηχανή ανάπτυξης», είπε η Ρέντινγκ.
Σε Ελλάδα και Κύπρο
Σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα, ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ανταγωνιστικότητας Χ. Αλμούνια, δήλωσε χτες ότι η Ευρωζώνη θα πρέπει να είναι έτοιμη να χορηγήσει περισσότερα χρήματα στην Ελλάδα, με την προϋπόθεση ότι θα τηρήσει τους όρους της δεύτερης δανειακής σύμβασης, θα εφαρμόσει δηλαδή το σύνολο των αντιλαϊκών μέτρων.
Τέλος, σύμφωνα με πληροφορίες του κυπριακού Τύπου, τα στελέχη της τρόικας που βρίσκονται στη χώρα, διαπίστωσαν χάσμα εκτιμήσεων με τα 6 δισ. ευρώ που υπολογίζουν οι κυπριακές αρχές για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ανεβάζοντας το σχετικό κονδύλι στα 11 δισ. ευρώ, ενώ η ΕΚΤ υπολογίζει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών στα 9 δισ. ευρώ.

25 Ιουλ 2012

Ιστορίες από την Ιταλία


Ιστορίες από την Ιταλία





Ιστορία 13η



Γρηγοριάδης Κώστας

Τη μέρα που συνέβηκε αυτό, φύσαγε σιρόκος, ο νοτισμένος αέρας της Αφρικής, κακός άνεμος! Ερεθίζει τα νεύρα, φέρνει κακή διάθεση, να γιατί οι δυο αγωγιάτες, ο Τζουζέπε Τσιρότα και ο Λουίτζι Μέτα, καυγαδίσανε. Ο καυγάς ξέσπασε ξαφνικά, κανένας δεν κατάλαβε ποιος τον ξεκίνησε πρώτος, οι άνθρωποι είδανε μόνο τον Λουίτζι να χιμάει στον Τζουζέπε προσπαθώντας να τον αρπάξει από το σβέρκο και κείνος, μαζεύοντας το κεφάλι στους ώμους και κρύβοντας το χοντρό κόκκινο λαιμό του, να τινάζει τις μαύρες βαριές γροθιές του.




Τους χωρίσανε αμέσως και τους ρωτήσανε:


-- Τι πάθατε;


Μαύρος από το θυμό ο Λουίτζι, φώναξε:


-- Ας επαναλάβει μπροστά σε όλους, αυτός ο ταύρος, ό,τι είπε για τη γυναίκα μου!


Ο Τσιρότα δοκίμασε να το στρίψει, έκρυψε τα ματάκια του, με μια περιφρονητική γκριμάτσα, και κουνώντας το στρογγυλό μαύρο του κεφάλι, αρνήθηκε να ξαναπεί την προσβολή. Ο Μέτα φώναξε τώρα δυνατά:


-- Είπε πως γνώρισε τη γλύκα από τα χάδια της γυναίκας μου!


-- Αχά! κάνανε οι άλλοι. Αυτό δεν είναι αστείο, αυτό είναι σοβαρό. Σύχασε, Λουίτζι! Είσαι ξενομερίτης, μα η γυναίκα σου είναι δικιά μας, τη γνωρίζουμε όλοι μας από παιδί και αν εσύ έχεις αδικηθεί, το λάθος της πέφτει πάνω σε όλους μας, έννοια σου, θα 'μαστε δίκαιοι!


Γυρίσανε κατά τον Τσιρότα.


-- Το 'πες αυτό;


-- Ναι, το 'πα, ομολόγησε.


-- Και είναι αλήθεια;


-- Με ξέρει κανείς να λέω ψέματα;


Ο Τσιρότα ήταν τίμιος άνθρωπος, καλός οικογενειάρχης, η υπόθεση έπαιρνε άσκημο δρόμο, οι άνθρωποι απόμεναν σιωπηλοί και συλλογισμένοι. Ο Λουίτζι πήγε σπίτι και είπε στην Κοντσέτα:


-- Εγώ φεύγω! Δε θέλω να σε ξέρω, εξόν κι αν αποδείξεις πως τα λόγια αυτουνού του αλιτήριου είναι αβανιές.


Αυτή, φυσικά, έκλαψε, μα τα δάκρυα δεν αποδείχνουνε τίποτα. Ο Λουίτζι την παράτησε κι εκείνη απόμεινε μονάχη, με παιδί στην αγκαλιά, δίχως ψωμί και λεφτά.


Τότε μπήκανε στη μέση οι γυναίκες, πρώτη απ' όλες η Κατερίνα, η μανάβισσα, μια πονηρή αλεπού, που είναι, ξέρετε, σαν παλιό σακί γεμάτο κρέας και κόκαλα, δω και κει στραπατσαρισμένο.


-- Σινιόροι, είπε, ακούσατε όλοι σας πως αυτό θίγει την τιμή όλων μας. Δεν είναι παιχνιδάκι στη νύχτα με το φεγγαράκι. Εδώ κινδυνεύει η τύχη δυο μανάδων. Πώς; Εγώ παίρνω την Κοντσέτα σπίτι μου, θα μείνει μαζί μου ώσπου να βρούμε την αλήθεια. Ετσι κι έγινε. Υστερα η Κατερίνα και μια άλλη γριά στρίγκλα, η Λουτσία, που η φωνή της ακούγεται τρία μίλια μακριά, παραλάβανε το φτωχό Τζουζέπε: Τον καλέσανε κοντά τους κι αρχινήσανε να πασπατεύουν την ψυχή του σα να 'τανε κανένα παλιοκούρελο.


-- Ε, λεβέντη, για πες μας, έσμιξες πολλές φορές με την Κοντσέτα;


Ο χοντρός Τζουζέπε φούσκωσε τα μαγουλά του, συλλογίστηκε και είπε:


-- Μια φορά!


-- Αυτό μπορούσες να μας το πεις και δίχως τόση συλλογή, είπε η Λουτσία, σα να μονολογούσε.


-- Και έγινε τούτο, τη νύχτα, το βράδυ για το πρωί; ρώτησε η Κατερίνα σα να 'τανε δικαστής.


Ο Τζουζέπε δίχως να πολυσκεφτεί διάλεξε το βράδυ.


-- Είχε ακόμα φως;


-- Ναι, αποκρίθηκε ο αχμάκης.


-- Ετσι, παναπεί, το είδες το κορμί της;


-- Αμ, πώς!


-- Πες μας, το λοιπόν, πώς είναι!


Εδώ Ο Τζουζέπε κατάλαβε πού τον σπρώχνανε οι ερωτήσεις κι άνοιξε το στόμα του σαν σπουργίτης που πνίγεται μ' ένα κουκκί κριθάρι. Κατάλαβε κι άρχισε να μουρμουρίζει τόσο θυμωμένος που οι αυτάρες του μπλαβίσανε από το αίμα.


-- Τι θέλετε να σας πω; έκανε, μπας και την εξέτασα σαν γιατρός;


-- Τρως τον καρπό και δεν τον αποθαυμάζεις; ρώτησε η Λουτσία. Ομως δε γίνεται να μην παρατήρησες κατιτί το ιδιαίτερο στην Κοντσίτα, του κάνει και γελώντας του κλείνει το μάτι.


-- Ολα γινήκανε τόσο γρήγορα, είπε ο Τζουζέπε, αλήθεια, δεν πρόσεξα τίποτα.


-- Παναπεί πως δεν την άγγιξες! είπε η Κατερίνα, μια καλόκαρδη γερόντισσα, που άμα θέλει όμως γίνεται βράχος.


Κοντολογίς, τον μπέρδεψαν τόσο, που στο τέλος, ο λεβέντης μας έσκυψε την γκλάβα του και ομολόγησε:


-- Δεν έγινε τίποτα, το είπα από κακία.


Οι γριές δεν ξαφνιάστηκαν από την ομολογία του.


-- Το ξέραμε, είπαν και τον στείλανε στο καλό, αφήνοντας το ζήτημα να το κρίνουν οι άντρες.


Την άλλη μέρα συνεδρίασε η εργατική μας κοινότητα. Ο Τσιρότα στεκόταν μπροστά στους εργάτες με την κατηγορία του διασυρμού μιας γυναίκας, μα ο γερο-Τζάκομο Φάσκα, ο σιδεράς, μίλησε αρκετά μαλακά:


-- Πολίτες, σύντροφοι, καλοί άνθρωποι! Αμα θέλουμε δικαιοσύνη, πρέπει να 'μαστε δίκαιοι ο ένας απέναντι στον άλλο. Ας μάθουνε όλοι πως ξέρουμε τι αξίζει αυτό που μας πρέπει και πως η δικαιοσύνη δεν είναι για μας μία κούφια κουβέντα, όπως είναι για τ' αφεντικά μας. Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που συκοφάντησε μια γυναίκα, πρόσβαλε ένα σύντροφο, κατάστρεψε μια οικογένεια και έφερε τη δυστυχία σε μια άλλη, κάνοντας τη γυναίκα του να υποφέρει από ζήλια και ντροπή. Πρέπει να 'μαστε αυστηροί μαζί του. Τι προτείνετε;


Εξήντα εφτά άτομα είπανε με μια φωνή:


-- Να τον διώξουμε από την κοινότητα.


Μα δεκαπέντε βρήκανε πως το μέτρο ήτανε πολύ σκληρό κι άρχισε η συζήτηση. Βραχνιάσανε φωνάζοντας πως, στο κάτω κάτω, κρίνεται η τύχη ενός ανθρώπου και όχι μονάχα ενός: Ητανε, βλέπετε, παντρεμένος και είχε τρία παιδιά. Και σε τι φταίγανε η γυναίκα και τα παιδιά; Είχε σπίτι, αμπέλι, ένα ζευγάρι άλογα και τέσσερα γαϊδούρια για τους ξένους. Ολα αυτά τα είχε αποκτήσει με τον κόπο του και είχε δουλέψει αρκετά. Ο φτωχός ο Τζουζέπε στεκόταν στη γωνιά μονάχος, μαύρος σαν το διάολο ανάμεσα στα παιδιά. Καθότανε στην καρέκλα του σαν αρνάκι, με το κεφάλι σκυμμένο, ζυμώνοντας το καπέλο του με τα χέρια. Είχε ξηλώσει κιόλας την κορδέλα και τώρα πήρε να ξεφτάει το γύρο του με δάχτυλα που χορεύανε σαν τα δάχτυλα του βιολιτζή. Κι όταν τον ρωτήσανε αν είχε να πει τίποτα, σηκώθηκε με δυσκολία και είπε:


-- Ζητάω την επιείκειά σας. Κανένας δεν είναι αναμάρτητος.


Το να με διώξετε από τα χώματα που έχω ζήσει πάνω από τριάντα χρόνους, όπου δουλέψανε οι προγονοί μου, δε θα 'τανε σωστό!


Και οι γυναίκες εναντιωθήκανε στο διώξιμο. Στο τέλος, ο Φάσκα πρότεινε να γίνει έτσι:


-- Σκέφτηκα, σύντροφοι, πως θα τιμωρηθεί καλά αν τον υποχρεώσουμε να βοηθήσει τη γυναίκα του Λουίτζι και το παιδί του, ας της πληρώνει τα μισά απ' όσα κέρδιζε ο Λουίτζι.


Συζητήσανε κάμποσο ακόμα και στο τέλος καταλήξανε σ' αυτό. Ετσι κι ο Τζουζέπε Τσιρότα ήτανε πολύ ευχαριστημένος που τη γλίτωσε τόσο φτηνά. Αλλά και όλοι τους ήτανε πραγματικά ευχαριστημένοι που είχαμε κανονίσει ένα ζήτημα μόνοι μας, δίχως δικαστή, δίχως μαχαίρια. Δε μας αρέσει, σινιόρ, να μπαίνουν τα ζητήματά μας στις εφημερίδες, που στη γλώσσα τους τα λόγια που μπορείς να καταλάβεις είναι τόσο σπάνια όσο και τα δόντια στο στόμα των γερόντων. Ούτε τους δικαστές αγαπάμε που μας είναι ξένοι και τόσο λίγο νιώθουνε τη ζωή και μας μιλάνε σα να 'μαστε τίποτα αγριάνθρωποι, ενώ ελόγου τους είναι άγγελοι του Κυρίου που δε γνωρίζουνε τη γεύση από κρασί και ψάρι και δεν αγγίξανε ποτέ τους γυναίκα! Εμείς είμαστε άνθρωποι απλοί και βλέπουμε τη ζωή απλά.


Ετσι αποφασίσανε: Ο Τζουζέπε Τσιρότα έτρεφε τη γυναίκα του Λουίτζι. Μετά και το παιδί τους. Μα η υπόθεση δεν τέλειωσε εδώ. Οταν ο Λουίτζι έμαθε πως ο Τσιρότα είχε πει ψέματα και πως η γυναίκα του ήταν αθώα, και έμαθε την απόφασή μας, της έγραψε και την κάλεσε να πάει κοντά του.


«Ελα σε μένα και θα ξαναζήσουμε καλά. Μην πάρεις δεκάρα απ' αυτόν τον άνθρωπο κι αν έχεις κιόλας τίποτα παρμένα, να του τα πετάξεις στα μούτρα! Δε σε αδίκησα, γιατί πώς να φανταστώ πως εκείνος ο άνθρωπος μπορούσε να πει ψέματα πάνω σε τέτοιο πράμα, όπως η αγάπη!».


Μα στον Τσιρότα έστειλε άλλο γράμμα:


«Εχω τρεις αδερφούς, και οι τέσσερίς μας ορκιστήκαμε ο ένας στους άλλους να σε σφάξουμε σαν κριάρι, αν φύγεις από το νησί και γυρίσεις στο Σορέντο, στο Καστελαμάρε, στο Τόρε ή όπου αλλού. Μόλις σε βρούμε θα σε σφάξουμε, θυμήσου το!


Αυτό είναι τόσο αληθινό, όσο το ότι οι άνθρωποι της κοινότητάς μας είναι καλοί και τίμιοι άνθρωποι. Η κυρά μου δε χρειάζεται τη βοήθειά σου, ακόμα και το γουρούνι μου δε θέλει το ψωμί σου. Ζήσε, μα μην τολμήσεις να φύγεις από το νησί αν δε σου πω εγώ πως μπορείς!».


Λένε πως ο Τσιρότα έδειξε αυτό το γράμμα στο δικαστή και τόνε ρώτησε αν ο Λουίτζι μπορούσε να πάει φυλακή για τη φοβέρα που του 'κανε, μα εκείνος, φαίνεται, του είπε:


-- Ναι, γίνεται να τόνε βάλουμε φυλακή, μα τ' αδέρφια του θα σε σφάξουν, θα 'ρθουνε εδώ και θα σε σκοτώσουν. Σε συμβουλεύω να περιμένεις. Αυτό είναι το καλύτερο. Ο θυμός δεν είναι σαν την αγάπη. Δε βαστάει πολύ...


Ο δικαστής μπορεί να το 'πε κι έτσι γιατί είναι πολύ καλόκαρδος και έξυπνος άνθρωπος, που γράφει και στίχους, μα δεν το πιστεύω πως ο Τσιρότα πήγε και του 'δειξε το γράμμα. Οχι, ο Τσιρότα είναι, παρ' όλα αυτά, τίμιος, δε θα 'κανε ποτέ μια τέτοια χοντράδα, αφού έτσι θα γινότανε ρεζίλι.


Είμαστε απλοί, εργατικοί άνθρωποι, σινιόρ, έχουμε το δικό μας τρόπο ζωής, τις δικές μας ιδέες και απόψεις. Εχουμε το δικαίωμα να ζήσουμε όπως μας αρέσει, όπως κρίνουμε σωστότερα.


Σοσιαλιστές; Αχ, φίλε μου, ο δουλευτής γεννιέται, νομίζω, σοσιαλιστής, κι ενώ δε διαβάζουμε βιβλία, πάντα τη μυριζόμαστε την αλήθεια, γιατί η αλήθεια μυρίζει πάντα σαν του δουλευτή τον ιδρώτα!


Του Μαξίμ ΓΚΟΡΚΙ

Γκέσα μ', μπλαράκι μ'


Γκέσα μ', μπλαράκι μ'






Με το Λιάκο Γριβέλα γνωριστήκαμε τυχαία, στο Νοσοκομείο της Καρδίτσας. Και, κουβέντα στην κουβέντα, βρήκαμε τη ρίζα μιας παλιάς φιλίας, που κόντευε να ξεχαστεί.




Τα «πέτρινα» χρόνια που ζήσαμε, πόλεμος, Κατοχή, κι ύστερα πάλι πόλεμος, εμφύλιος αυτός ο τελευταίος, αδερφοκτόνος, χειρότερος απ' όλους (ας όψονται οι πολεμοκάπηλοι, Αγγλοι κι Αμερικάνοι), έφαγαν κόσμο πολύ. Και οι άλλοι, όσοι απομείναμε, σκορπίσαμε εδώ κι εκεί, σαν του λαγού τα παιδιά, και ακόμα δεν μπορούμε να ξαναμαζευτούμε...


Είχε φέρει τη μάνα του στο νοσοκομείο, να την εξετάσουν οι γιατροί. Να ιδούν τι έπαθε, τώρα στα γεράματα... Αυτήν, η σιδερόβεργα, ογδόντα χρονώ, και δεν ήξερε ούτε γιατρούς ούτε φάρμακα. Και τώρα, να την περιλάβουν κάτι ζαλάδες, κάτι σφανταλιές, που να μην μπορεί ν' ανοίξει τα μάτια της. Την κρατούσε ο γιος της στην αγκαλιά του, εκεί στον ξυλένιο πάγκο, στον προθάλαμο, κι αυτή καθόταν σαν άρρωστη κότα, ζουπώντας με τα δάχτυλα τα μελίγγια της. Κι άμα την παραζόριζε ο στρόβιλας, σήκωνε ψηλά τα χέρια της και τα τρεμόπαιζε σα λαβωμένες φτερούγες, και παρακαλούσε το Γεραμπή να τη λυπηθεί.


- Οϊ, όι, όι, προσκυνημένε μ'... Τι ήταν ετούτο που με βρήκε.


Ακουσα, εκεί στον προθάλαμο, που φώναξε η νοσοκόμα το όνομα, Γριβέλας, και κάτι κλότσησε μέσα μου.


Τα παλιά τα χρόνια, τα προπολεμικά, που ήταν ακόμα το σπίτι μας αχάλαγο από τους Σούρληδες και τους Βουρλάκηδες, οι μουσαφιραίοι ποτέ δε μας έλειπαν. Προπαντός για τους βουνίσιους, Σαρανταπορίσιους και Σπινασιώτες, το σπίτι μας ήταν μοναστήρι. Τι Βουρλιάδες και Καραβαναίοι, τι Καραμέτοι και Χαλάτσηδες και Γριβέληδες, όλοι εκεί ξεπέζευαν, να περάσουν τη νύχτα τους. Πού να κατεβούν μονομερίς απ' τη Σπινάσα στην Καρδίτσα, να ψωνίσουν, και να γυρίσουν πάλι στο χωριό το ίδιο βράδυ. Ηθελαν 24 ώρες... Δώδεκα να παν, κι άλλες δώδεκα να γυρίσουν πίσω.


Οταν άκουσα, λοιπόν, το όνομα Γριβέλας, τον πλησίασα και ρώτησα διακριτικά:


- Γριβέλας..., απ' τα Σαραντάπορα είστε;


- Απ' τα Σαραντάπορα.


- Το Νίκο Γριβέλα, τι τον είχες;


- Πατέρας μ'! Είπε ξαφνιασμένος. Και χάρηκε που εγώ, ένας ξένος και άγνωστος, γνώριζα τον πατέρα του.


Της γιαγιάς, της έκαναν οι νοσοκόμες μια ένεση και την ξάπλωσαν σ' ένα ράντσο, εκεί στο διάδρομο. Τα κρεβάτια ήταν όλα πιασμένα, παλιά δουλιά... Παγάδιασαν λίγο οι σφανταλιές και οι ζαλάδες, και άνοιξε τα μάτια της.


- Εγώ είμαι απ' τη Σέκλιζα, μανιά. Παιδί του Μήτσιου, του Φυτσιλή.


Τους έδινα γνώρο και άνοιγα τον ντορό, να ξαναβρούμε την παλιά, την ξεχασμένη οικογενειακή φιλία.


- Τον θυμάσαι το Μήτσιο Φυτσιλή;


- Οϊ, ψυχούλα μ'! Εκανε με λαχτάρα. Οϊ, καρδούλα μ'! Το Μήτσιο Φυτσιλή δε θ'μάμαι;... Και ποιος δεν τον θυμάται στα Σαραντάπορα τον πατεράκο σ'! Παιδί τ' Μήτσιου είσαι, α;...


- Ναι, μανιά.


- Οϊ, να σ' έχει γερό η Παναΐα. Και να σε δίνει χίλια καλά...


Ο πατέρας μου ήταν προκομμένος άνθρωπος. Αγρότης προοδευτικός, απ' τους λίγους. Ο,τι πείραμα και ό,τι καινούρια δοκιμή ήθελαν να κάνουν οι γεωπόνοι εκεί στον κάμπο μας και γύρω στα ριζά, αυτόν έβαζαν μπροστά. Ηξερε να μπολιάζει τα δέντρα, ό,τι οπωρικό ήθελες. Δοκίμαζε καινούριες καλλιέργειες, χρησιμοποίησε λιπάσματα, σκαλιστήρια, καινούρια πράματα για τον τόπο μας εκείνον τον καιρό. Είχε και δυο τρία βραβεία κρεμασμένα στον τοίχο, μέσα σε κορνίζα. Κάτι μεγάλα, στρογγυλά μετάλλια με κορδέλες, και χαρτιά, διπλώματα, που έγραφαν: ΧΙΙΙ Διεθνής Εκθεσις Θεσσαλονίκης. Διά τον εκτεθέντα βάμβακα «Ακαλα». Διά τον εκτεθέντα σίτον «Μεντάνα».


Καλοσυνάτος και καταδεκτικός άνθρωπος, τα είχε με όλους καλά, και όλοι τον είχαν σε υπόληψη. Τον είχαν βγάλει και πρόεδρο της Κοινότητας. Πρόθυμος πάντα, να κάνει το καλό, να βοηθεί όποιον είχε την ανάγκη.


Ετοιμάζονταν τότες η Πατρίδα, για τον πόλεμο της Αλβανίας. Είχαν μαζωχτεί κουβάρια τα μαύρα σύννεφα, φως φανάρι ότι έρχονταν, ο μαγκούφης... Δόθηκε διαταγή, να γίνει γενική «ταξινόμηση» των ζώων. Και όσα τα έβγαζαν «ικανά», τά 'παιρνε ο στρατός για τα μεταγωγικά, για τον πόλεμο.


- Επίταξη!... Ακουσαν τη λέξη οι καψοχωριάτες, οι βουνίσιοι, που είχαν τα μουλάρια τα γερά, και τους κόπηκαν τα ήπατα. Τα έφερναν, οι φουκαράδες, συρνάμενα απ' το καπίστρι εκεί στο μεσοχώρι, στην πλατεούλα του σχολείου, όπου ήταν το «Συνεργείον της ταξινομήσεως». Και ήταν σα να έβλεπες τον Αβραάμ, να πηγαίνει απ' το χέρι το γιο του τον Ισαάκ να τον σφάξει, θυσία στον ανελέητο Γεραμπή...


Ηρθε και ο καψο-Νίκος, ο Γριβέλας, σέρνοντας απ' τα καπίστρια τα δυο του τα μουλάρια. Την Γκέσα του και τον Πετράκο του.


Ελεγα τώρα την ιστορία στο γιο του το Λιάκο και στη γριά του, τη μανιά Γριβαίλαινα. Βούρκωσαν τα μάτια τους απ' τη συγκίνηση, που θυμόμασταν τώρα πάλι εκείνα τα χρόνια, τα περασμένα.


- Ηρθε ο μπάρμπα-Νίκος στον πατέρα μου, και τον θερμοπαρακαλούσε. Μήτσιο μ', εσύ μοναχά αν μπορέσεις να με σώσεις... Πάν' τα μπλαράκια μ', θα μου τα πάρουν!... Θα κλείσει το σπιτάκι μ'... Πώς θα τα φέρω βόλτα... Η φαμελιά, τα παιδάκια μ'... Αλλο φορτιάρκο πράμα δεν έχω. Με αυτά οργώνω και σπέρνω εκείνα τα χωραφάκια μου, με αυτά κάνω κανένα αγώι, κάνα κάρβουνο, κάνα λαθραίο μαδέρι για τον κάμπο...


Ο πατέρας μου έκανε ό,τι μπόρεσε. Με το «Συνεργείο» είχε γνωριστεί καλά. Τον ταγματάρχη, που έκανε κουμάντο, τον κτηνίατρο, που εξέταζε τα ζώα, τους είχε πάρει στο σπίτι, τους κέρασε, τους φίλεψε.


- Θέλω να μου κάνεις μια χάρη, είπε στον ταγματάρχη, το διοικητή. Αν περνάει απ' το χέρι σας...


- Ο,τι θέλει ο Μήτσιος! Είπε πρόθυμα ο ταγματάρχης.


- Δεν είναι για μένα, λέει ο πατέρας μου. Εχω εδώ έναν δικό μου, έχει δυο μουλάρια, άγγελοι γραμμένοι... Θα τα πάρετε αυτά σίγουρα, δε γλιτώνουν. Φτωχός άνθρωπος, φαμελίτης. Κάντε ό,τι μπορείτε. Αν περνάει απ' το χέρι σας... ξαναείπε στον ταγματάρχη.


Ο ταγματάρχης με τον κτηνίατρο ζορίστηκαν λιγάκι. Τέλος, το αποφάσισαν. Απ' τα δυο μουλάρια του Γριβέλα, να βγάλουν το ένα τουλάχιστον «ανίκανο». Να μην κλείσουν το σπίτι του φτωχού φαμελίτη.


Ηταν ένας λοχίας, Λαναράς ονόματι, που τα περνούσε από έλεγχο. Αμα ήταν κανένα τσινιάρικο πολύ, του έχωνε τα δυο τα δάχτυλα μέσα στα ρουθούνια, το μάγκωνε σαν τανάλια, και με το άλλο χέρι το γράπωνε απ' το λαγαρό, το νεύρο εκεί στην κοιλιά, στο πισινό ποδάρι, και το 'βλεπες να τρέμει σαν τη βέργα... Και να κόβει από πίσω τα κάτουρα λιανά - λιανά...


Τον πήρε παράμερα ο κτηνίατρος το Λαναρά, τον δασκάλεψε, και τον έβγαλαν «ανίκανο» τον Πέτρο, το αρσενικό μουλάρι του Γριβέλα.


- Εχει καρακούτσι στο μπροστινό ποδάρι, είπε φωναχτά ο Λαναράς στον κτηνίατρο, και του το 'δωσαν να το τραβήξει στην άκρη.


Την Γκέσα, το άλλο μουλάρι του Γριβέλα, το θηλυκό, το έγραψαν στα χαρτιά τους, του πάτησαν και μια σφραγίδα στο λαιμό του με σίδερο καυτό, και το δέσανε μαζί με τ' άλλα, τα επιταγμένα στη σειρά, άκρη - άκρη στο φράχτη, στην αυλή του σχολείου.


Στέκονταν ο μαυρο-Γριβέλας από μακριά, και την αγνάντευε. Και τα μάτια του να ψιχαλίζουν και να μην έχουν σταματημό... Ζωντανός ξεχωρισμός...


Η μούλα γυρνούσε το κεφάλι της, σήκωνε τον περήφανο λαιμό της και τον γύρευε ρουθουνίζοντας. Σα να ζητούσε βοήθεια.


- Γκέσα μ', μπλαράκι μ'!... ξέσπασε ο καημένος ο Νίκος Γριβέλας. Τον πήρε το παράπονο. Και να κόβει το δάκρυ, κορόμηλο...


- Γκέσα μ', γραμμένη μ'! Δε θα σε ματαϊδώ...


Στέκονταν με τον τροβά στον ώμο και την κοίταζε, για τελευταία φορά. Την καμάρωνε από μακριά. Ποδάρι ίσιο και μακρύ, νύχι ολόρθο σαν το ποτήρι. Ο τσιαμπάς, ψηλός, ψαλιδισμένος μερακλίδικα, δοντάκια δοντάκια. Πρόσωπο, γραμμένο... Στήθια, σαν της πέρδικας. Μέση λιανή, καπούλια καταστρόγγυλα, και ουρά, ποτάμι...


- Γκέσα μ', μπλαράκι μ'..., έλεγε και ξανάλεγε. Μονολογούσε, και τα μάτια του δεν τα έπαιρνε από πάνω της.


Υστερα κίνησε στραβά στραβά, και πήγε από πίσω, απ' την όξω μεριά του φράχτη, να την ιδεί από κοντά, για τελευταία φορά. Να την αποχαιρετήσει... Σήκωσε και κείνη το κεφάλι της πάνω απ' το φράχτη, και χλιμίντρισε χαδιάρικα μόλις τον είδε. Εχωσε τη μουσούδα της μέσα στα χέρια του, που έτρεμαν. Επιασε να τρίβει τη μούρη της στον ώμο του. Χαϊδεύονταν, σα μικρό παιδί...


Είχε στο ταγάρι του ένα κομμάτι μπομπότα και λίγο προσφάι, για το δρόμο. Εχωνε το χέρι του στον τροβά, τσάκιζε με τα δάχτυλα λίγη μπομπότα, και την τάιζε στη χούφτα του.


- Γκέσα μ', κορίτσι μ'... Τι ήταν ετούτο που μας βρήκε... Της μιλούσε κι έκλαιγε.


Τον πήρε ο φαντάρος, ο σκοπός, απ' τον ώμο, και τον τράβηξε παραπέρα. Τον λυπήθηκε. Προσπαθούσε να τον παρηγορήσει.


- Τι να κάνουμε, μπάρμπα... Για την Πατρίδα. Ολοι θα κάνουμε θυσίες.


- Για την Πατρίδα, παιδάκι μ'... Ποιος λέει όχι... Εδινε κι ο Γριβέλας κουράγιο στον ίδιο τον εαυτό του.


- Για την Πατρίδα, Γκέσα μ'... Ωρα καλή, Γκέσα μ'... Για την Μπατρίδα... Γυρνούσε τα κουρκουτιασμένα μάτια του κατά τη μούλα, καθώς απομακρύνονταν, και της έκανε κι αυτηνής κουράγιο. Μα, πιο πολύ, προσπαθούσε να δώσει στον εαυτό του παρηγοριά.


- Ωρα καλή σ', Γκέσα μ'. Για την Μπατρίδα. Χαλάλι...


Μα, σε λίγο, η καρδιά του ξεχείλιζε πάλι. Τον έπνιγε το δάκρυ. Τον έκαιγε από μέσα, χόχλος ζεματιστός. Σήκωνε ψηλά τα χέρια του απελπισμένα, γυρνούσε τα μάτια κατά τον ουρανό, και ξεσπούσε σε κλάμα γοερό, σαν κορυφαίος από χορό αρχαίας τραγωδίας.


- Γκέσα μ', γραμμένη μ' πέρδικα! Δε θα σε ματαϊδώ... Ωωωχου, καρδούλα μ', Γκέεσα μ'...


Λυπητερό πράμα. Σου έκοβε την καρδιά.


Πήγε ο πατέρας μου, τον μάλωσε με το μαλακό, τον πήρε και τον έφερε στο σπίτι. Εκατσε συντριμμένος, σαν άδειο τσουβάλι, σ' ένα ξυλένιο σκαμνί. Του έδωσε η μάνα και ήπιε ένα τσίπουρο, δυο, τρία. Σκούπισε με τη χοντροκομμένη παλάμη του τα μάτια.


Στεκόμασταν όλοι τριγύρω του, και κανένας δε μιλούσε.


Υστερα σηκώθηκε βαρύς, συννεφιασμένος. Δεν ήθελε, ούτε να φάει ούτε να πιει. Ελυσε το άλλο μουλάρι, που το είχε δεμένο ο πατέρας μου σ' ένα παλούκι, στην αυλή μας. Μας χαιρέτισε όλους, ευχαρίστησε τον πατέρα μου, και κίνησε για το χωριό.


- Πάει, Πετράκο μ', η Γκέσα μας... Πάει η λαφίνα μας... Εμείς οι δυο θα βγάνουμε τώρα ούλον τον ανήφορο... Κουβέντιαζε στο δρόμο με το μουλάρι του, που το γλίτωσε ο πατέρας μου από την επίταξη.


Το πήρε αγκαλιά, με τα δυο χέρια γύρω στο λαιμό του, και πήγαιναν βαριοπατώντας. Σα να γυρνούσαν από νεκροταφείο, όπου έθαψαν πρόσωπο ακριβό, αγαπημένο...

Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία ενισχύει το κεφάλαιο



Η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία ενισχύει το κεφάλαιο
Εχουμε ήδη αναφερθεί, («Ρ» 15/12/2002), στο ζήτημα «Κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία», που προβάλλεται ως εναλλακτική διέξοδος στη διαχείριση του καπιταλισμού και που κατά τους εμπνευστές του είναι ένας, υποτίθεται, νέος τομέας ανάμεσα στον εμπορευματοποιημένο τομέα της οικονομίας και στις δημόσιες επιχειρήσεις και υπηρεσίες. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει τη δυνατότητα, μέσω άσκησης πίεσης από το κίνημα, της δημιουργίας επιχειρήσεων, που θα παράγουν με κίνητρο όχι μόνο το κέρδος, αλλά και την εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής για τα λαϊκά στρώματα. Κρίκος σ' αυτή τη «θεωρία», για αυτό τον «τομέα οικονομίας», είναι η «κοινωνικά υπεύθυνη επιχείρηση», το «ηθικό εμπόριο». Καπιταλισμός δηλαδή, αλλά «εξανθρωπισμένος». Κάτι σαν την εφαρμογή του συνθήματος «ο άνθρωπος πάνω από τα κέρδη». Επιδίωξη είναι η συγκρότηση και η ενίσχυση ενός κινήματος που δε θα διεκδικεί λύσεις στα λαϊκά προβλήματα από τις κυβερνήσεις και το κράτος, πολύ περισσότερο δε θα διεκδικεί ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής. Αλλά θα διεκδικεί να δίνονται κίνητρα στις επιχειρήσεις, να ενισχύονται δηλαδή, προκειμένου να παρέχουν διαφόρων μορφών κοινωνικές υπηρεσίες. Ενώ ταυτόχρονα οι συμμετέχοντες σ' αυτό το κίνημα θα δρουν οι ίδιοι έτσι ώστε να αναγκάζουν τις επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν μέρος των κερδών τους για κοινωνικές υπηρεσίες ή με κοινωνικά κριτήρια. Κάτι σαν την προπαγάνδα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ προς τους καταναλωτές στην Ελλάδα, από κοινού με τις λεγόμενες οργανώσεις καταναλωτών, για την πάταξη της ακρίβειας με αποχή από την αγορά. Μόνο που εδώ δε συνιστάται αποχή αλλά ενεργητική δράση με συγκεκριμένη κατεύθυνση.
Ας δούμε πώς αναπτύσσεται αυτή λογική: «... πολλοί πολίτες αρνούνται να θεωρήσουν την οικονομία ένα χωριστό κόσμο, στον οποίο οι κανόνες του παιχνιδιού θα έπρεπε να είναι αμετάβλητοι και οι συμπεριφορές υποχρεωτικές. Επιθυμούν να εκφράσουν την κοινωνική τους υπευθυνότητα μέσα από τις οικονομικές πράξεις τους, που σχετίζονται με την παραγωγή, την κατανάλωση, την αποταμίευση και την επένδυση... Οι πιο στρατευμένοι από αυτούς εκφράζουν ήδη αυτές τις απόψεις μέσα από την οικονομική συμπεριφορά τους. Ετσι στη Γαλλία περίπου 30.000 αποταμιευτές έχουν στραφεί στα "αλληλέγγυα χρηματοοικονομικά ιδρύματα" και έχουν τοποθετήσει κάποια χρήματα... Αυτοί οι καταθέτες έχουν ενισχύσει τις αλληλέγγυες επιχειρήσεις με κεφάλαια ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ περίπου. Ετσι έγινε δυνατόν να ιδρυθούν το 2001 περισσότερες από 6.000 εταιρίες και να δημιουργηθούν 12.000 θέσεις εργασίας. Εγινε δυνατόν να στεγαστούν 3.000 οικογένειες που βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση. Προώθησαν επίσης -στη συνοικία τους ή στο χωριό τους- τις δυναμικές τοπικής ανάπτυξης... Αυτό το κίνημα, το οποίο είναι πρόσφατο στη Γαλλία και παλαιότερο στις αγγλοσαξονικές χώρες, εκφράζεται μέσα από την επιτυχία των ηθικών αμοιβαίων κεφαλαίων». («LE MONDE diplomatique», από την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», 8/12/2002).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, υποδεικνύεται να ενισχύονται οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις από τα λαϊκά εισοδήματα. Δηλαδή, τα λαϊκά εισοδήματα να αξιοποιούνται ως κεφάλαιο. Μέσω αυτής της διαδικασίας και με την προοπτική ότι οι επιχειρήσεις θα λύσουν κάποια λαϊκά προβλήματα, η αξιοποίηση των λαϊκών εισοδημάτων ως κεφαλαίου, είναι πράξη αλληλεγγύης σε άλλα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων, αφού οι επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται για τη στέγαση, ή δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, ή συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη. Και ταυτόχρονα υποτίθεται ότι μέσω αυτής της διαδικασίας ασκούνται πιέσεις στις επιχειρήσεις να αναπτύσσουν τέτοιες δράσεις, τόσο με διεκδικητικό κίνημα που προβάλλει τέτοιους στόχους, όσο και με την την ίδια τη λαϊκή παρέμβαση ενίσχυσης, με κεφάλαιο που προέρχεται από τις λαϊκές αποταμιεύσεις, των επιχειρήσεων που υποτίθεται έχουν και τέτοια δράση. Ετσι υποτίθεται ότι το κεφάλαιο, φορέας και δημιουργός των δεινών των εργατών, του λαού, θα ενισχύεται προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτά τα δεινά. Αν είναι δυνατόν!
Η λογική όμως αυτής της «θεωρίας» δε σταματά στη δημιουργία ενός υποτιθέμενου τομέα της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», αλλά στη χρησιμοποίηση αυτού του τομέα και ως μοχλού, υποτίθεται, πίεσης, ώστε ολόκληρη η καπιταλιστική οικονομία να γίνει «κοινωνική και αλληλέγγυα», να γίνει το κεφάλαιο «ηθικό».
Ας δούμε πώς: «... η ανάπτυξη αυτών των κοινωνικά υπεύθυνων οικονομιών δε θα έπρεπε να οδηγήσει στην εγκατάλειψη της ιδέας του επαναπροσανατολισμού της υπάρχουσας οικονομίας. Με τις πράξεις τους ως καταναλωτές ή ως μέτοχοι, οι πολίτες πρέπει να μεταφέρουν στην καρδιά όλων των επιχειρήσεων, τον προβληματισμό σχετικά με τα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και τα χωροταξικά προβλήματα.
Αυτό το κίνημα υπάρχει και -μέσα από τις οργανώσεις καταναλωτών και μετόχων- οργανώνονται πιέσεις για προώθηση της κοινωνικής, της περιβαλλοντικής και της χωροταξικής υπευθυνότητας. Φόρουμ όπως το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, στα οποία συναντώνται, μεταξύ άλλων, όσοι προωθούν την κοινωνική στράτευση των πολιτών μέσα στην οικονομία, αποδεικνύουν τον πλούτο των εμπειριών και των μεν και των δε, (σ.σ. καταναλωτών και μετόχων)». (στο ίδιο).
Αυτή η διαδικασία, έτσι όπως παρουσιάζεται, επιδιώκει να διαμορφώνει λαϊκές συνειδήσεις όχι μόνο στο να αποδεχτούν έναν «καλό, ηθικό καπιταλισμό», αλλά να τον δημιουργήσουν κιόλας στην πράξη. Και μάλιστα όσοι συμβάλλουν, δίνοντας τις λαϊκές αποταμιεύσεις τους σε χρηματοοικονομικά προϊόντα των «ηθικά αμοιβαίων κεφαλαίων», έχουν κίνητρο το κέρδος. Ενώ από κοινού με τους καταναλωτές έχουν το κίνητρο μιας υποτιθέμενης κοινωνικής αλληλεγγύης. Που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος κίνητρό του έχει την απόσπαση του μέγιστου κέρδους. Δεν καλλιεργούνται μόνο αυταπάτες. Καλλιεργούνται συνειδήσεις ενίσχυσης του καπιταλισμού. Βεβαίως, οι καπιταλιστές έρχονται στιγμές που ασχολούνται και με τη «φιλανθρωπία». Αλλά και πάλι όχι χωρίς οικονομικά κίνητρα, είτε είναι φοροαπαλλαγές, είτε κρατικές επιδοτήσεις. Αλλωστε, οι λεγόμενες μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, που έχουν ως περιεχόμενό τους, υποτίθεται, τη δράση σε τομείς κοινωνικών υπηρεσιών διαφόρων μορφών, εντάσσονται σε διάφορα προγράμματα χρηματοδότησης και τέτοια η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει πολλά.
Ταυτόχρονα, επιδιώκεται και η παροχή κινήτρων, στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, από το κράτος, προκειμένου να ενισχύονται τέτοιες πρωτοβουλίες. «Ορισμένα νέα κίνητρα που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον του κράτους και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης γι' αυτό το νέο τρόπο αντιμετώπισης των οικονομικών πράξεων αποτελούν έναν παράγοντα που ευνοεί την αλλαγή κλίμακας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αποτελούν η εμφάνιση περιβαλλοντικών και κοινωνικών κριτηρίων στις προκηρύξεις διαγωνισμών του γαλλικού Δημοσίου... η έκπτωση φόρου 25% για τις συμμετοχές των φορολογουμένων σε αλληλέγγυες επιχειρήσεις», (στο ίδιο).
Φαίνεται πως οι εμπνευστές αυτής της «θεωρίας», αλλά και οι προπαγανδιστές της, επιδιώκουν να αμβλύνουν τις ταξικές αντιθέσεις ενισχύοντας, ταυτόχρονα, το κεφάλαιο. Και ως προς το δεύτερο, αντικειμενικά υπάρχει ολοένα και πιο αυξημένη απαίτηση. Οι σημερινές συνθήκες, συνθήκες κρίσης και οξύτατου ενδομονοπωλιακού ανταγωνισμού, απαιτεί ολοένα και μεγαλύτερη συσσώρευση. Αλλά ως προς την παρέμβαση, ώστε να μην οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις γιατί υπάρχουν αντικειμενικοί παράγοντες όξυνσής τους, επιδιώκουν την απαλλαγή του εργατικού και του λαϊκού κινήματος από το ταξικό του περιεχόμενο και προσανατολισμό, με την αντιπαράθεση ενός κινήματος ενεργητικής ενσωμάτωσης. Βεβαίως, ένα είναι σίγουρο. Οτι καπιταλιστική επιχείρηση και κοινωνική πολιτική είναι ασυμβίβαστα. Αλλά και η παρέμβαση των λαϊκών ανθρώπων, ώστε τα προβλήματά τους να μπουν στην καρδιά της καπιταλιστικής επιχείρησης, ή να κάνουν μέσα από τις οικονομικές τους πράξεις τον καπιταλισμό ανθρώπινο είναι ουτοπία. Ο καπιταλισμός δεν εξανθρωπίζεται. Τα κέρδη δεν μπορούν να μπουν πάνω από τον άνθρωπο, γιατί αυτός ο εργαζόμενος άνθρωπος είναι η πηγή τους. Επομένως, πρέπει να καταργηθούν. Και απέναντι σε τέτοιες θεωρίες περί κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η εργατική τάξη αντιτάσσει την επιστημονική θεωρία και τη δική της ταξική πάλη για κατάργηση των καπιταλιστών και της ιδιοκτησίας τους και τη μετατροπή της σε κοινωνική. Με επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, και οικοδόμηση του σοσιαλισμού με την κατάχτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.

TOP READ