29 Οκτ 2014

Αθέατες όψεις του οπορτουνισμού Ι: Η σημειωτικοποίηση

 Αθέατες όψεις του οπορτουνισμού Ι: Η σημειωτικοποίηση

Αρχική δημοσίευση, Lenin Reloaded,11/2/2014. Αναδημοσιεύεται επ αφορμή της υπόκρουσης του "ύμνου του ΕΑΜ" από τον δήμαρχο των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο Χαλάνδρι.
---

Το ζήτημα του οπορτουνισμού, της "διείσδυσης της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα" κατά έναν από τους ορισμούς του, απασχολεί έντονα την κομμουνιστική θεωρία από την εποχή του Λένιν. Η κεντρικότητά του αντανακλάται στο πολύ εκτεταμένο τμήμα που αφιερώνει στο θέμα η έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ Θεωρητικά ζητήματα στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ, στον τόμο Ο σύγχρονος δεξιός οπορτουνισμός, επίσης της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς και στην αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και τον Ριζοσπάστη σε τακτική βάση.

Θα ήθελα ωστόσο να αφιερώσω λίγο χώρο στην εξέταση κάποιων σχετικά αθέατων, λιγότερο συζητημένων και όχι ακόμα αποκρυσταλλωμένων στην θεωρητική ανάλυση όψεων του οπορτουνισμού. Σ' αυτό το πρώτο μέρος θέλω να αναφερθώ σε αυτό που θα αποκαλέσω "σημειωτικοποίηση." Με αυτόν τον όρο αναφέρομαι σε ένα ζήτημα που έχει πολλές μορφές έκφανσης. Ας πάρω μία συγκεκριμένη ως παράδειγμα. Τον Δεκέμβρη του 2013, ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε ένα ιδιαίτερα εκνευρισμένο άρθρο για το συνέδριο του ΚΕΑ (Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς) που επικύρωσε και την υποψηφιότητα του Αλέξη Τσίπρα για την Προεδρία της Κομισσιόν. Ο εκνευρισμός αφορούσε το γεγονός ότι οι σύνεδροι, που μεταξύ άλλων επιτέθηκαν στην σοσιαλιστική Κούβα για "έλειμμα ανθρώπινων δικαιωμάτων", είχαν το θράσος να το ρίξουν στα "Μπαντιέρα Ρόσα" και να τραγουδάνε "eviva il comunismo e la liberta."

Ο Ριζοσπάστης προσεγγίζει το γεγονός από τη σκοπιά της λενινιστικής κριτικής στην χρήση της επαναστατικής ρητορικής "επί ματαίω", από χώρους που καμία πολιτική σχέση δεν έχουν με την παράδοση που καταχρώνται. Το ζήτημα όμως της σχέσης του οπορτουνισμού με την κομμουνιστική παράδοση δεν περιλαμβάνει μόνο τις διαστάσεις της κατάχρησης, του σφετερισμού και της ουσιαστικής γελοιοποίησης αυτής της παράδοσης, καθώς και της εξαπάτησης του ακροατηρίου: όλες αυτές οι διαδικασίες εξαρτώνται από μια πρότερη διαδικασία, αυτή της αναγωγής της κομμουνιστικής παράδοσης σε μια σειρά από "σημεία" τα οποία έχουν τη λειτουργία μεταμοντέρνων "σουβενίρ". Πραγμοποιούνται, και πραγμοποιούμενα, αποσπώνται από κάθε οργανικό πλαίσιο αναφοράς και κάθε αναφορά στην συλλογική εμπειρία και μετατρέπονται σε κενά απτών πολιτικών δεσμεύσεων σημαίνοντα, όπως τα γνωστά και ευρέως διαδεδομένα μπλουζάκια "Τσε" ή "CCCP." Αυτή είναι η διαδικασία που ονομάζω "σημειωτικοποίηση".

Η σημειωτικοποίηση προϋποθέτει ότι το κομμουνιστικό παρελθόν είναι ουσιαστικά ένας σωρός από ερείπεια, θραύσματα τα οποία έχουν χάσει κάθε λειτουργική σημασία και κάθε σύνδεση με μια ολότητα -- με ένα σύνολο πεποιθήσεων, αξιών, τρόπων σκέψης και δράσης, κλπ. Με άλλα λόγια, είναι μια διαδικασία στην οποία η "νοσταλγία" είναι απλώς η άλλη πλευρά της άρνησης της συνάφειας του παρελθόντος με το παρόν. "Νοσταλγείς" ακριβώς στον βαθμό που ταυτόχρονα υπογραμμίζεις πως αυτό που νοσταλγείς είναι νεκρό, οριστικά ξεπερασμένο και συνεπώς επίσης "ακίνδυνο", σαν κάποια βαλσαμωμένη αρκούδα ή τίγρη την οποία μετατρέπεις, με όλο το θράσος του ζωντανού απέναντι στους νεκρούς, σε διακόσμηση.

Ακριβώς λόγω των σιωπηρών της προϋποθέσεων όμως, η σημειωτικοποίηση εξηγεί και ορισμένα φαινομενικά παράδοξα φαινόμενα. Παράδειγμα: από όλα τα ελληνικά κόμματα της λεγόμενης αριστεράς, το ΚΚΕ είναι αναντίρρητα αυτό το οποίο έχει πιο ρητή και εμφατική σχέση με τον Σοβιετισμό, με την θετική αποτίμηση της ΕΣΣΔ, του υπαρκτού σοσιαλισμού, κλπ, ενώ άλλα κόμματα είναι είτε ρητά αντισοβιετικά (ΣΥΡΙΖΑ) είτε κριτικότερα διακείμενα προς την ΕΣΣΔ (ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Σημειωτικά όμως, και εξαιρώντας βέβαια την πολιτική ουσία του σφυροδρέπανου και όσων αυτό συμβολίζει, το ΚΚΕ είναι επίσης το ελληνικό κόμμα με την μικρότερη σχέση με την "σοβιετική σημειολογία", την "σοβιετική αισθητική" στην προπαγάνδα του (εκτός από όταν παρουσιάζει υλικό με ρητά ιστορική σχέση με την ΕΣΣΔ, όπως το φετινό αντιφασιστικό ημερολόγιο). Ας πάρουμε κάποιες ενδεικτικές αφίσες:

ΚΚΕ/ΠΑΜΕ:

ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ:




ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ:


Η σύγκριση είναι νομίζω αρκετά εύγλωττη: Οι αφίσες του αντισοβιετικού ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και του έντονα κριτικού απέναντι στον υπαρκτό σοσιαλισμό ΝΑΡ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποπνέουν έναν έντεχνο και πειστικό σοβιετισμό, καθώς δανείζονται άμεσα στοιχεία από τον σοβιετικό κονστροκτουβισμό, την αισθητική proletkult, ακόμα και αυτούσια πόστερ ή εικόνες από την πρώτη περίοδο της Ρωσικής επανάστασης· αντίθετα, οι αφίσες του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ δεν έχουν καμία συγκροτητική αισθητική αρχή και οδηγούνται πολύ περισσότερο από το περιεχόμενο (λεκτικό ή οπτικό) παρά από υφολογικά κριτήρια. Επικεντρώνονται είτε στην απλή παράταξη πληροφοριών (αφίσες ΠΑΜΕ) είτε στην πρόταξη της εικόνας της εργατικής τάξης (αφίσες ΚΚΕ), χωρίς όμως να παραπέμπουν σε καμία συγκεκριμένη αισθητική. Γι αυτό άλλωστε είναι και οι λιγότερο ελκυστικές για το αισθητικά εκπαιδευμένο μάτι.

Όσο πιο έντονος ο ιδεολογικός αντισοβιετισμός λοιπόν, τόσο πιο έντονη η παρουσία της ΕΣΣΔ ως "σημείου"· και αντίστροφα, όσο πιο έντονη η σημασία του σοβιετισμού ως απτής πολιτικής ιδεολογίας, της ΕΣΣΔ ως ιδεολογικής πυξίδας, τόσο πιο υποτονισμένη η σημασία τους "αισθητικά", σημειολογικά: ακριβώς επειδή η "σημειωτικοποίηση" παραπέμπει στην απονέκρωση της ιστορίας σε "επικράτεια των σημείων", το ΚΚΕ είναι το κόμμα με τον χαμηλότερο βαθμό σημειωτικοποίησης του κομμουνιστικού παρελθόντος, για αυτό και το λιγότερο "σημειωτικά ελκυστικό".

Ανάλογα παραδείγματα, ασφαλώς, μπορούν να εντοπιστούν παντού στον πολιτικό χώρο. Η εικόνα του αντικομμουνιστή Ζίζεκ με το πόστερ του Στάλιν πίσω του είναι ήδη γνωστή, όπως είναι και οι απόπειρες του να συσχετιστεί σημειολογικά με τον Λένιν· αξίζει να σημειώσει κανείς πόσο ολοκληρωτικά παράδοξο θα φαινόταν αν η "σταλινική" Παπαρήγα ή ο Κουτσούμπας πόζαραν μπροστά σε πόστερ του Στάλιν ή μιμούνταν πόζες του Λένιν:

Όπως συμβαίνει γενικότερα στον μεταμοντερνισμό, η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος μετατρέπεται για τον οπορτουνισμό σε αντικείμενο σημειωτικού κανιβαλισμού. Ο κανιβαλισμός είναι κεντρικής σημασίας έννοια για την σημειολογική πολιτική του οπορτουνισμού: ανθρωπολογικά, είναι μέρος του θριάμβου πάνω στον ηττημένο αντίπαλο· παρόμοια, ο οπορτουνιστικός κανιβαλισμός του κομμουνιστικού παρελθόντος είναι ακριβώς ένδειξη νίκης πάνω στον ιστορικό κομμουνισμό. Ταυτόχρονα, ο κανιβαλισμός είναι "εγκόλπωση", "ενσωμάτωση" του ηττημένου αντιπάλου· παρομοίως, ο σημειολογικός κανιβαλισμός του οπορτουνισμού είναι μέσο "ενσωμάτωσης", μετατροπής σε κάτι ακίνδυνο, ελεγχόμενο, του κομμουνιστικού "άλλου"· ο κανιβαλισμός είναι φόνος και συνάμα πένθος για το φόνο, απόπειρα να κρατηθεί το ίχνος του ακίνδυνου πλέον νεκρού ως "σουβενίρ" --εξού και η αποτρόπαια κανιβαλική συνήθεια για "σουβενίρ" των θυμάτων, από συρρικνωμένα κεφάλια ως δόντια, τρίχες της κεφαλής, κλπ· παρομοίως, στον σημειολογικό κανιβαλισμό του οπορτουνισμού, η κομμουνιστική ιστορία "πενθείται" ως τρόπαιο, ως βίαια αποσπασμένη από το σώμα ανάμνηση του τώρα πια τεμαχισμένου, κατακερματισμένου (ακριβώς σε "σημεία") σώματος (θυμηθείτε εδώ και το κατεξοχήν αντικομμουνιστικό "τρόπαιο", τα κομμάτια απ' το τείχος του Βερολίνου). Όπως ο κυριολεκτικός κανιβαλισμός, ο σημειολογικός κανιβαλισμός υποδηλώνει ταυτόχρονα σαδιστική βία και φαντασιακή ταύτιση με το αντικείμενο αυτής της βίας (τον άλλο, που καταπίνω και μετατρέπω στον εαυτό μου), έχει δηλαδή σαδιστικό και ταυτόχρονα ναρκισσιστικό χαρακτήρα: είναι μια ακραία μορφή ταυτόχρονου μίσους για τον άλλο και ναρκισιστικής λιμπίντο τόσο ανεξέλεγκτης που μετατρέπει αυτόν τον μισητό άλλο σε κομμάτι του δικού μου Εγώ (σκεφτείτε εδώ τις αλλόκοτες εκδηλώσεις καθημερινής λατρείας που συνοδεύονται απ' την φονική φράση "θα σε φάω!").

Χωρίς αυτήν την χαρακτηριστικά νοσηρή ψυχική δυναμική, ο οπορτουνισμός δεν θα ήταν ποτέ σε θέση να κινητοποιήσει την επιθυμία, να ικανοποιήσει την φαντασιακή λιμπίντο του οπορτουνιστή· αν ο κομμουνισμός ήταν απλώς κάτι προς απόρριψη και απαξίωση, ο οπορτουνισμός θα έχανε αμέσως ένα τεράστιο κομμάτι απ' τη γοητεία του. Για αυτό και η διαδικασία της σημειωτικοποίησης δεν είναι απλό επιφαινόμενο στον οπορτουνισμό, αλλά κλειδί στους τρόπους με τους οποίους ελκύει και μαγεύει τα ασυνείδητα θύματά του, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων προέρχεται από τη νεολαία, που βρίσκει σ' αυτόν μια αντανάκλαση της δικής της αμφιθυμίας απέναντι στον κομμουνισμό: της συμμόρφωσης με τη διαταγή της κυρίαρχης ιδεολογίας να τον απαξιώσει και να τον περιθωριοποιήσει, και ταυτόχρονα, της απόλαυσης της απαγορευμένης επιθυμίας για αυτόν μέσα από "ακίνδυνα" υποκατάστατα.

Ακριβώς στον βαθμό που η σημειωτικοποίηση είναι επίσης εμπορευματοποίηση, ικανοποιεί στο επίπεδο του φαντασιακού επιθυμίες που απαγορεύονται και λογοκρίνονται "στο πραγματικό". Κι έτσι, ένα σεβαστό κομμάτι της (μικρο)αστικής κοινωνίας μπορεί να βρει έκφραση για τις αμφιθυμίες του και να τις διαπραγματευτεί σιγοτραγουδώντας "Μπαντιέρα Ρόσα" ενώ απαξιώνει στην πράξη με κάθε μέσο αυτό που τραγουδά, και μάλιστα χωρίς καν να έχει συνείδηση της ύπαρξης κάποιου είδους αντίφασης. Άλλωστε, όπως μας θυμίζει και η "Καταστροφή του Λόγου" του Λουκάτς, ο φασισμός ήταν ακριβώς ιδεολογικά "αποδεκτός σοσιαλισμός": σοσιαλισμός που απαξίωνε και κατέστελλε τον σοσιαλισμό, που μετέφραζε τον σοσιαλισμό σε "επιθυμία για τη συλλογικότητα" και την επιθυμία για τη συλλογικότητα σε επιθυμία για υπακοή στον αυταρχικό μονοπωλιακό καπιταλισμό του Ράιχ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος

Ο ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος
«Πρέπει να γίνει για λόγους βιωσιμότητας, όχι επάχθειας, η οποία ούτως ή άλλως ορίζεται από διεθνείς συνθήκες στις οποίες δεν εμπίπτει το ελληνικό χρέος παρά μόνο σε ελάχιστο ποσοστό. Το αν το "κούρεμα" θα γίνει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο (σ.σ. επιμήκυνση ή άλλες διευκολύνσεις), είναι επουσιώδες». Τα παραπάνω - σύμφωνα με το «Βήμα της Κυριακής» - είπε μεταξύ άλλων ο βουλευτής, τομεάρχης Ανάπτυξης και κατά τον Τσίπρα μελλοντικός υπουργός Οικονομικών του ΣΥΡΙΖΑ, Γ. Σταθάκης, αναλύοντας τις θέσεις του κόμματος για μια σειρά από ζητήματα σε συνέλευση της κομματικής οργάνωσης Εξαρχείων.
Είναι προφανές πως η εποχή που «αχός βαρύς» ακουγόταν απ' την Κουμουνδούρου και πέφταν «κουμπουριές» για τα μνημόνια, το χρέος κ.ά., έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Σήμερα, η ρητορική του ΣΥΡΙΖΑ περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τη διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση του χρέους, με όποιον τρόπο μπορεί αυτή να επιτευχθεί, ως ζήτημα απ' το οποίο εξαρτά τη δυνατότητα του αστικού κράτους να στηρίζει την ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Στόχος ύπαρξης κάθε δύναμης που επιδιώκει διαχείριση του σημερινού αντιλαϊκού δρόμου του κεφαλαίου και της ΕΕ. Μάλιστα, ο ίδιος ο Γ. Σταθάκης είχε δηλώσει πρόσφατα στο «ΜΕΓΚΑ» ότι θα πληρώσουν όλο το χρέος προς το ΔΝΤ και θα διαπραγματευτούν μείωση με την ΕΕ.
***
Η εξέλιξη των πραγμάτων επιβεβαιώνει πόσο κάλπικα ήταν τα διλήμματα με τα οποία βομβάρδιζε το λαό, για να τον εγκλωβίσει στη «φάκα» του συστήματος με «δόλωμα» μια «νέα», «άφθαρτη» και δήθεν «αριστερή» δύναμη, που θα έφερνε τα πάνω κάτω προς όφελος του λαού. Σήμερα, το να ψάχνει κανείς για διαφορές ανάμεσα στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και στην πρόταση της κυβέρνησης για μείζονα ζητήματα που άπτονται της στρατηγικής του κεφαλαίου και καθορίζουν τη ζωή του λαού, μοιάζει σαν να ψάχνει «ψύλλο στ' άχυρα».
Οι λεονταρισμοί για «σύσταση επιτροπής ελέγχου του χρέους», που θα διαχωρίσει το «νόμιμο» απ' το «παράνομο» και «επαχθές» - οι οποίοι βεβαίως κι όταν διατυπώνονταν συσκότιζαν ότι το χρέος προκλήθηκε από την καθ' όλα νόμιμη στον καπιταλισμό πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων του κεφαλαίου - πήγαν περίπατο. Μαζί τους και αυτοί για «διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους». Σήμερα, το χρέος που σώρευσε η πλουτοκρατία αναγνωρίζεται πλήρως απ' τον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα χρεωμένο στο λαό. Η έγνοια που κυριαρχεί πια στην Κουμουνδούρου είναι πώς θα τακτοποιηθούν τα χρωστούμενα ώστε να συνεχίζεται ο - αναγκαίος για κάθε καπιταλιστικό κράτος - δανεισμός, δηλαδή να διαμορφώνει νέο χρέος που θα φορτώνεται στις πλάτες του λαού.
***
Δεν πρόκειται για υποχώρηση, όπως ίσως κάποιος αφελώς θεωρήσει, κάτω από πιέσεις που πιθανολογήσει ότι του ασκούνται. Στην πραγματικότητα η θέση του ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος ακολουθούσε πάντα και ευθυγραμμιζόταν με τη θέση που κάθε φορά έπαιρνε το πάνω χέρι στο πλαίσιο του προβληματισμού και των αντιθέσεων στο εσωτερικό της αστικής τάξης. Εξάλλου, ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έθεσε ζήτημα διαγραφής χρέους επειδή ο λαός δεν έχει καμιά ευθύνη για την πρόκλησή του, άρα ούτε και για την αποπληρωμή του. Πάντα, το έθετε σε συνάρτηση με την ανάγκη του ντόπιου κεφαλαίου να στηριχθεί η κερδοφορία του και απ' τον κρατικό κορβανά. Ηταν αυτό το στοιχείο ακριβώς που καθόριζε τον αντιλαϊκό χαρακτήρα της πρότασής του, ως πρότασης ενισχυτικής των υπαίτιων για την καπιταλιστική κρίση, το χρέος, τα βάσανα που ταλανίζουν την εργατική - λαϊκή οικογένεια.
Εξάλλου, ήδη απ' το Νοέμβρη του 2012 ο Αλ. Τσίπρας ομολογούσε «ταύτιση στο θέμα της διαγραφής του χρέους με το ΔΝΤ». Και νωρίτερα φέτος ομολογούσε τι είναι αυτό που τους «καίει»: «Θα χρειαζόταν μια ρήτρα για την αποπληρωμή των δανείων, που να συνδέεται με την ανάπτυξη: Αν το ΑΕΠ είναι θετικό, πληρώνουμε, αλλιώς όχι. Θα ήταν αναγκαίο και ένα new european deal, ένα μεγάλο πακέτο επενδύσεων για την ανάπτυξη - ιδίως στον ευρωπαϊκό Νότο - που να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψη».
***
Ταυτόχρονα βεβαίως, κοροϊδεύοντας το λαό, έδινε ρεσιτάλ υποκρισίας, ισχυριζόμενος ότι το Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ απέρριψε την πρόταση για ολική διαγραφή του χρέους, επειδή: «Η θέση για ολική διαγραφή ξεχνά ότι το χρέος είναι ταξικό και δίνει συγχωροχάρτι σε αυτούς που το δημιούργησαν πλουτίζοντας. Αντί, λοιπόν, να το σβήσουμε λογιστικά, να φορολογήσουμε αυτούς που πλούτισαν φορτώνοντας το λαό με χρέος (...) Οι επιλογές λοιπόν ήταν, διαγράφουμε και ξεχνάμε ή ζητάμε να το πληρώσουν αυτοί που το δημιούργησαν»!!!
Σήμερα, ο Γ. Σταθάκης ομολογεί ποιους θα καλέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να το πληρώσουν, όταν στη συνέλευση της ΚΟ Εξαρχείων, χαριτολογώντας αποκαλύπτει «θα αλλάξουμε το κίνημα "δεν πληρώνω" σε "πληρώνω"»... Γιατί άλλωστε, όπως διαβεβαίωνε τα αρπακτικά ο Αλ. Τσίπρας τον περασμένο Μάρτη, «...εμείς δεν είμαστε μπαταχτσήδες».
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα αξιώνει απ' το λαό να ενταφιάσει με τα ίδια του τα χέρια την προοπτική να γίνει κυρίαρχος του τόπου και του πλούτου που παράγει, την ευημερία που μπορούν να του εγγυηθούν οι υπαρκτές δυνατότητες κάλυψης των αναγκών του. Οι διαφωνίες του με την κυβέρνηση είναι τεχνοοικονομικές αφού στην πραγματικότητα και αυτός συνεχίζει στον ίδιο δρόμο του «σκάσε και πλήρωνε» για το λαό.
Πραγματική απάντηση από την πλευρά των εργαζομένων στο ζήτημα του χρέους δίνει μόνο η πρόταση για μονομερή διαγραφή όλου του χρέους με αποδέσμευση από την ΕΕ, με το λαό κυρίαρχο στην εξουσία και τον πλούτο που παράγει στα χέρια του.

Τα «συχαρίκια» του Αλέξη

Τα «συχαρίκια» του Αλέξη


«Ο λαός της Βραζιλίας μίλησε, ανταμείβοντας το Εργατικό Κόμμα Βραζιλίας με μια τέταρτη στη σειρά εκλογή», σημειώνει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, σε μήνυμά του προς την Ντίλμα Ρουσέφ συγχαίροντάς την για τη νέα της νίκη.
Κι επειδή ο «αριστερός» ΣΥΡΙΖΑ μελετά προσεκτικά τις ανακατατάξεις και διεργασίες στα ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, το μήνυμα σημειώνει πως «ο σημαντικός ρόλος της Βραζιλίας στην παγκόσμια σκηνή είναι ένας αποφασιστικός παράγοντας για κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, καθώς και για αλληλεγγύη, σταθερότητα και ειρήνη». Ετσι, απλά και σύντομα εξωραΐζεται ο ρόλος της καπιταλιστικής Βραζιλίας, που συμμετέχει «με τα μπούνια» στις ενδοϊμπεριαλιστικές «κόντρες», αλλά και «ειρηνευτικές αποστολές» (π.χ. Αϊτή) της «Νέας Τάξης Πραγμάτων», ο ρόλος της καπιταλιστικής Βραζιλίας που πρωτοστατεί σε μια σειρά διακρατικές καπιταλιστικές ενώσεις, εντείνοντας την κούρσα των ανταγωνισμών σε Νότια Αμερική και όλο τον κόσμο. Η Βραζιλία των μεγάλων αντιθέσεων, των ανερχόμενων κεφαλαίων που κερδίζουν έδαφος σε μια σειρά ηπείρους ενώ ο λαός της χώρας βουλιάζει στις στερήσεις, είναι ένα ακόμα πρότυπο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Δε μας εκπλήσσει. Η αξιωματική αντιπολίτευση δε χάνει ευκαιρία να συγχαρεί μια σειρά ανερχόμενα ιμπεριαλιστικά και αστικά κέντρα, αναζητώντας (και οικοδομώντας) αντιλαϊκές συμμαχίες για όταν θα αναλάβει τα ηνία της αστικής εξουσίας.

28 Οκτ 2014

Η ταινία της επετείου: Ψηλά τα χέρια Χίτλερ

 Η ταινία της επετείου: Ψηλά τα χέρια Χίτλερ

Μια ταινία -πραγματικό βιβλίο για την κατοχή στην Ελλάδα, που πρέπει να ξαναδούμε όλοι προσεκτικά. Μιλάει για την πείνα, για την ζωή των απλών ανθρώπων, αλλά και για τις διαφορετικές τακτικές αντίστασης από τις συνεργαζόμενες με τους Άγγλους αστικές δυνάμεις, που επιδίδονται σε μια μάχη επαγγελματιών ουσιαστικά κατασκόπων, από την μία, και του μεγαλειώδους λαϊκού κινήματος του ΕΑΜ που οργανώνει μαζικές απεργίες, συλλαλητήρια και εν τέλη αντάρτικο (η ταινία δεν αναφέρεται σε αυτό) από την άλλη,  βγάζοντας στο προσκήνιο της αντίστασης τον ίδιο τον λαό.

Όλα τα παραπάνω πλαισιωμένα από τις ερμηνείες των καταπληκτικών κομμουνιστών ηθοποιών Θανάση Βέγγου και Βασίλη Διαμαντόπουλου, σε σκηνοθεσία του Ροβήρου Μανθούλη.
Μια ταινία που είναι αδύνατο να ξεχωρίσει το δράμα από την κωμωδία, και που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ.

Είδος: Kωμωδία
Παραγωγής: 1962
Διάρκεια: 85'
Χρώμα: Ασπρόμαυρο

Συντελεστές :
Ροβήρος Μανθούλης 
Σκηνοθέτης
Διουνύσης Μηλας
Σεναριογράφος
Βασίλης Διαμαντόπουλος 
Ηθοποιός
Μίρκα Καλαζοπούλου 
Ηθοποιός
Θανάσης Βέγγος 
Ηθοποιός
Βάσος Ανδρονίδης
Ηθοποιός
Βασίλης Ανδρεόπουλος
Ηθοποιός
Ελένη Καρπέτα
Ηθοποιός
Νάσος Κεδράκας
Ηθοποιός
Γιάννης Καλατζόπουλος
Ηθοποιός
Γιώργος Ρώης
Ηθοποιός
Κώστας Σταυρινουδάκης
Ηθοποιός

Όποτε από την ραδιοφωνική εκπομπή ακουστεί η λέξη κομμουνισμός... (Του Θύμιου Καλαμούκη)

 Όποτε από την ραδιοφωνική εκπομπή ακουστεί η λέξη κομμουνισμός... (Του Θύμιου Καλαμούκη)

Κουτάκια 
 
Όποτε από την ραδιοφωνική εκπομπή ακουστεί η λέξη κομμουνισμός, αρχίζει βροχή μηνυμάτων, που συγκλίνουν σε δύο βασικές κατηγορίες απόψεων. Πρώτον ότι ο κομμουνισμός δεν πρόκειται να έρθει ποτέ στην Ελλάδα και δεύτερον σε όποια χώρα εφαρμόστηκε, ο λαός πείνασε, κακοπέρασε, βασανίστηκε, ξεδοντιάστηκε, κατακρεουργήθηκε, πέθανε και ξανά πέθανε.

Με επίγνωση ότι πέρασε πια η εποχή όπου μπορούσαμε να ανταλλάξουμε πολιτισμένα διαφορετικές απόψεις, αλλά και με βαθειά γνώση ότι τέτοιου τύπου θέματα, δεν αναλύονται από το ραδιόφωνο, μέσα από έναν μονόλογο, χωρίς ζωντανό διάλογο και διαφωνίες, προσπαθώ μερικές φορές να ψελλίσω ορισμένες απόψεις, αλλά το μετανιώνω αμέσως, λόγω των παραπάνω συνθηκών.

Εδώ όμως μπορούμε να πούμε περισσότερα. (κυρίως Εγώ!)


1. Όποιος μιλάει θετικά, για τον κομμουνισμό, δεν σημαίνει ότι είναι και κομμουνιστής. Όποιος μιλάει δηλαδή για μια διαφορετική κοινωνία που υπήρξε κάποτε, ή μπορεί να υπάρξει στο μέλλον, δεν σημαίνει ότι συμφωνεί  απόλυτα με όποιον άλλον μιλάει για τα ίδια ή παρεμφερή θέματα. Αυτό γιατί, πάντα θα βρεθούν οι τύποι με τα κουτάκια στο μυαλό, που θα σε αντιμετωπίσουν σαν να αντιμετώπιζαν τον αρχιτέκτονα του τείχους του Βερολίνου…

2. Όποιος μιλάει θετικά, για τις σοσιαλιστικές κοινωνίες έτσι όπως τις γνωρίσαμε (και με τον τρόπο που τις γνωρίσαμε και τις γνωρίζουμε), δεν σημαίνει ότι συμφωνεί απόλυτα με οτιδήποτε συνέβαινε εκεί. Το μυαλό καθενός, αφαιρεί και προσθέτει, ότι νομίζει. Άλλωστε αυτό κάνει και η σημερινή κυρίαρχη ιδεολογία και προπαγάνδα, αφαιρώντας από την συγκεκριμένη εποχή… τα πάντα! Τα κουτάκια στα μυαλά μερικών δεν μπορούν να χωρέσουν την πιθανότητα, μέσα σε 60 χρόνια, να υπήρξε κάτι καλό. Πρέπει να το θέσεις με ερώτηση, για να αποσπάσεις την διστακτική απάντηση, «Εντάξει δεν ήταν όλα για πέταμα…».

3. Όποιος μιλάει θετικά για το σοσιαλιστικό πείραμα, δεν σημαίνει ότι το προτείνει και ως άμεση λύση, για την Ελλάδα του μνημονίου, ως άμεση απάντηση για τον άνεργο ή τον απολυμένο.

4.Όποιος μιλάει θετικά, για τις σοσιαλιστικές κοινωνίες, γνωρίζει ότι αναφέρεται σε κοινωνίες που ξεκίνησαν ουσιαστικά την δεκαετία του 1920 και του 1940, ότι διήρκεσαν 70 χρόνια (Σοβιετική Ένωση) και 40 περίπου χρόνια (υπόλοιπη Ευρώπη). Η σύγκριση λοιπόν των θετικών και αρνητικών,  εκείνων των κοινωνιών, θα γίνει με τα αντίστοιχα θετικά και αρνητικά των δυτικών κοινωνιών, των ίδιων δεκαετιών. Διότι οι τύποι με τα κουτάκια, συγκρίνουν το επίπεδο ζωής της Ανατολικής Γερμανίας του 70,  με το σημερινό iPhone 5…

5. Όποιος μιλάει θετικά για τον σοσιαλισμό του 20ου αιώνα, δεν εννοεί να εφαρμοστεί μηχανιστικά στην Ελλάδα, κάθε εποχής. Οι τύποι με τα κουτάκια, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι τα κοινωνικά συστήματα δεν είναι έπιπλα για να μεταφερθούν από χώρα σε χώρα.

6. Όποιος μιλάει θετικά για τον σοσιαλισμό δεν ταυτίζεται με όποιον αγιοποιεί τον σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, ή δεν αναγνωρίζει προβλήματα και λάθη.

Οι τύποι με τα κουτάκια τέλος δεν μπορούν να καταλάβουν τα εξής:

Ότι παρά τα μεγάλα λάθη και παραλείψεις, σε εκείνο το σύστημα, δεν υπήρχαν αφεντικά. (και αυτός είναι ο βασικός λόγος που πολεμά ακόμη και την ανάμνηση το τωρινό σύστημα και η προπαγάνδα των αφεντικών…).

Ότι παρά τα μεγάλα λάθη του, εκείνο το σύστημα μέσα σε 70 χρόνια, αλλά και από τα πρώτα 20, αντιμετώπισε και έλυσε θέματα, όπως της εργασίας για όλους, παιδείας, υγείας, δωρεάν ρεύματος, ζεστού νερού, στέγης, φροντίδας, σύνταξης, επιδόματος μητρότητας, και πολλά άλλα που ο καπιταλισμός δεν έλυσε στα 250 χρόνια ύπαρξής του. (και όχι μόνο δεν έλυσε αλλά τα τελευταία 15 χρόνια παίρνει πίσω ότι έδωσε…)

Ότι αν τις δεκαετίες 60, 70 και 80, δόθηκαν παροχές και χτίστηκαν κοινωνικά κράτη στην δυτική Ευρώπη, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ανταγωνισμό προς το ανατολικό μπλοκ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το ξεδόντιασμα οτιδήποτε κοινωνικού ξεκίνησε μετά το 1989.

Ξέρω απολύτως τι σκέφτεστε, όσοι διαβάζετε, με κουτάκια ή χωρίς. Καλά όλα αυτά αλλά εκεί δεν είχαν ελευθερία. Θα συμφωνήσω, (αν και χρειάζεται ένα άλλο τεράστιο κείμενο για την έννοια της ελευθερίας, την ψευδαίσθηση της ελευθερίας και τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων). Στο κουτάκι το δικό μου δεν υπάρχει σοσιαλιστική κοινωνία, χωρίς ελευθερία, λόγου, κινήσεων, έκφρασης, αντίδρασης, δημιουργίας, σάτιρας. Στο κουτάκι το δικό μου ο λαός υπερασπίζεται τις κατακτήσεις του και δεν παρακολουθεί αποχαυνωμένος το ξεπούλημα της ζωής του, από αμφιλεγόμενες ηγεσίες… Στο κουτάκι το δικό μου δεν υπάρχουν τείχη, δεν υπάρχουν υπηρεσίες παρακολούθησης. Και εκεί σε διάφορους βαθμούς και με διάφορους τρόπους, υπήρχαν. Αυτό όμως δεν θα με τυφλώσει, ώστε να μηδενίσω το σύνολο. Ούτε θα με κάνει να ξεχάσω πανανθρώπινα αιτήματα, για δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ισότητα, αλληλεγγύη. Ούτε να αγνοήσω εκπληκτικά, μοναδικά επιτεύγματα, που ειδικά με τα σημερινά δεδομένα της κρίσης, φαντάζουν ως παράδεισος! Ούτε θα με αποτρέψει από μια νέα δοκιμή, χωρίς τα παραπάνω… (για όλους τους ξεροκέφαλους).

Και όπως και να έχει, αν δεν θέλετε να χτίσουμε (σοσιαλισμό), πάμε να γκρεμίσουμε. Να γκρεμίσουμε την σημερινή βαρβαρότητα, που λέγεται καπιταλισμός και μας εξοντώνει κάθε μέρα που περνά, κάθε ώρα και λεπτό.

ΥΓ. Χαλαρώστε οι αντιφρονούντες. Όταν έρθει η ώρα… δεν θα έχουμε τα ξεπερασμένα Γκουλάγκ. Η ζωή έχει προχωρήσει και ο καπιταλισμός μας έχει αφήσει πλούσια κληρονομιά στο θέμα, εξόντωση!

Του Θύμιου Καλαμούκη Από την “Ελληνοφρένεια”, 24.11.2012
αναδημοσίευση από xkarxeio.wordpress.com και kke4ever.blogspot.com
 

Το μεταξικό καθεστώς, ο Μεταξάς και η 28η Οκτώβρη 1940

 Το μεταξικό καθεστώς, ο Μεταξάς και η 28η Οκτώβρη 1940

του  Θανάση Παπαρήγα
Ποια ήταν η κατάσταση της Ελλάδας κατά τη στιγμή που αρχίζει γι’ αυτήν ο Β' Παγκό­σμιος Πόλεμος με την ιταλική εισβολή, στις 28 Οκτώβρη 1940;
Από πάνω από 4 χρόνια κυριαρχεί το καθε­στώς της 4ης Αυγούστου. Το καθεστώς αυτό είναι ένα καθαρά δικτατορικό καθεστώς, που έχει επιβληθεί στις 4 Αυγούστου 1936 από τον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά και το βα­σιλέα Γεώργιο το Β'. Για το πώς έφθασαν τα πράγματα να γίνει πρωθυπουργός ο Μεταξάς ή ακόμη και να επιστρέφει ο ίδιος ο Γεώργιος στην Ελλάδα, όπου ως ακόμη το Νοέμβρη του 1935 επικρατεί το ρεπούμπλικανικό καθε­στώς, είναι μια ολόκληρη ιστορία για την οποία πολλά έχουν γραφεί και η οποία δεν θα μας απασχολήσει εδώ.
Το μεταξικό1 καθεστώς ήταν ένα καθε­στώς πολύ παρόμοιο με τα υπόλοιπα καθεστώ­τα, τα οποία επιβάλλονται στην Ανατολική και Κεντρική (ή ακόμη και στην Δυτική) Ευρώπη της εποχής από τις συνδυασμένες δυνάμεις της Βρετανίας και της Γερμανίας, σε μια ύστα­τη προσπάθεια να γεφυρωθούν οι αντιθέσεις μεταξύ των δυο εν λόγω δυνάμεων και να γίνει δυνατή η συνεργασία τους σε ένα στόχο που ακόμη φαίνεται κοινός: Την επίθεση ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Από την άποψη αυτή η εικόνα της Ελλά­δας, καθώς πλησιάζει ο Β' Παγκόσμιος Πόλε­μος, διαφέρει εντελώς χαρακτηριστικά και «απότομα» από εκείνη της περιόδου των πα­ραμονών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε μια εντελώς σαφή και πασιφανή προσπάθεια των δυνάμεων των κυρίαρχων τάξεων και των διεθνών συμμάχων τους να ενώσουν τις γραμμές τους, όσο αυτό είναι δυνατό. Αυτή η προσπάθεια εκφράζεται μέσω της συμμαχίας Γεωργίου του Β', που εί­ναι ο τοποτηρητής της Βρετανίας, και του Ιω. Μεταξά, που θεωρείται ο άνθρωπος της Γ ερ­μανίας2. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε την ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ Κων­σταντίνου του Α', πατέρα του Γεωργίου, προ­σανατολισμένου προς τις Κεντρικές Αυτοκρα­τορίες, και του Ελ. Βενιζέλου, προσανατολι­σμένου προς την Αντάντ, σύγκρουση που παίρνει χαρακτήρα ανοιχτού εμφυλίου πολέ­μου και στον οποίο ο ρόλος και του I. Μεταξά είναι από τους πρωτεύοντες. Οι λόγοι αυτής της όντως εντυπωσιακής διαφοράς είναι προ­φανείς: Σε συνθήκες νέας παγκόσμιας σύ­γκρουσης, που όλα δείχνουν ότι επίκειται, ο θορυβημένος από όσα είχαν συμβεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίαρχος συνασπισμός το πρώτο που σκέπτεται είναι η κατά το δυνατόν συσπείρωση των γραμμών του, για να αποφύγει τυχόν επανάληψή τους, δηλ. να αποφύγει τις επαναστατικές αναταραχές.
Ο διφυής αυτός χαρακτήρας του καθεστώ­τος της 4ηςΑυγούστου είναι μια υπόθεση ιδιαί­τερα πολύπλοκη. Η διασταύρωση των διαφό­ρων επιρροών καθόλου δεν σημαίνει ισότιμη επιρροή. Κυρίαρχη επιρροή παραμένει πάντα και απαρέγκλιτα η βρετανική. Οι Βρετανοί έχουν φέρει το Γεώργιο. Οι Βρετανοί έχουν προωθήσει το Μεταξά ύστερα από συμφωνία μαζί του ότι θα εφαρμόσει τα σχέδιά τους. Μέσα στην κυβέρνηση τα φιλοβρετανικά στοι­χεία κυριαρχούν αποφασιστικά, ενώ οποιαδή- ποτε υπερβολική φιλογερμανική εκδήλωση αντιμετωπίζεται δραστικά, όπως θα δείξουν οι περιπτώσεις Ζαβιτσιάνου, Πλατή και άλλες. Τη βρετανική πρωτοκαθεδρία γνωρίζουν καλά και οι ίδιοι οι Γερμανοί, όπως δείχνουν οι αναφο­ρές του πρεσβευτή της Ναζιστικής Γερμανίας στην Αθήνα Έρμπαχ. Παράλληλα η γερμανική επιρροή όχι μόνο υπάρχει αλλά και, από το 1935  και μετά, ενισχύεται θεαματικά. Αυτό δεν είναι εντελώς ξένο προς τη βρετανική πολιτική (που θέλει ακριβώς να «δώσει κάτι» στη Γερμανία, για να δημιουργήσει κίνητρο συνεργασίας), αλλά έχει και άλλους λόγους: Η οικονομική και δημοσιονομική πολιτική των Ναζιστικών κυ­βερνήσεων είναι μια πραγματική «οικονομική αυτοκτονία» που οδηγεί τη Γερμανία κατευθεί­αν στην καταστροφή ή, ακριβέστερα, σε μια κατάσταση όπου ο πόλεμος θα είναι εντελώς αναπόφευκτος. Μέχρι όμως να γίνει αυτό, δη­μιουργεί κάποιες αγορές για τα βασικά εξαγωγικά προϊόντα των εξαρτημένων από τον ιμπε­ριαλισμό χωρών. Γ ια την Ελλάδα αυτό σημαίνει διέξοδο για τα ελληνικά καπνά, που είναι και το βασικό ελληνικό εξαγωγικό προϊόν του μεσο­πολέμου. Έτσι μέσω των αγορών των καπνών και του συστήματος CLEARING, η Γερμανία επιβάλλει την κυριαρχία της στο ελληνικό εξα­γωγικό και εισαγωγικό εμπόριο, πράγμα που άλλωστε συμβαίνει στην εποχή αυτή σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο. Το περιβόητο τότε “γερμανικό CLEARING” γίνεται βασικός οικο­νομικός πνεύμονας για το καθεστώς της 4ης Αυγούστου3.
Τα ελάχιστα που γράψαμε παραπάνω για το θέμα οπωσδήποτε δεν το εξαντλούν. Και αυτά όμως τα ελάχιστα αρκούν, για να υπο­γραμμίσουν κάτι που, κατά την ταπεινή μας γνώμη, δεν έχει προσεχθεί όσο πρέπει και όσο του αξίζει: Την οριστική ήττα των «ιταλιζουσών» δυνάμεων της κυρίαρχης τάξης.
Πράγματι αυτή ακριβώς η ήττα ήταν ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Σήμερα ελάχιστη σημασία φαίνεται να δίνεται στο γεγονός ότι όλη η πε­ρίοδος των παραμονών του καθεστώτος (με αποκορύφωμα το 1935) ήταν μια περίοδος έντονης προσπάθειας ιταλικής διείσδυσης και κυριαρχίας στην Ελλάδα. Σε μερικές στιγμές τα πράγματα έφθασαν ως το σημείο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η χώρα βρισκόταν στα πρόθυρα κατάληψης από τα ιταλικά στρα­τεύματα. Τα σχέδια αυτά σκόνταψαν στην άμεση βρετανική αντίδραση. Η Βρετανία πο­ντάρει στη Γερμανία, όχι στην Ιταλία. Δεν βλέ­πει λόγους να κάνει παραχωρήσεις στην τε­λευταία4. Όπως όλα δείχνουν, η αντιπαράθεση αυτή (που άλλωστε εξελίσσεται μέσα σε συν­θήκες έντονα δυσμενούς συσχετισμού δυνά­μεων για την Ιταλία) καταλήγει σε ένα συμβιβα­σμό την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1935, όταν η Βρετανία δίνει την Αιθιοπία στους Ιταλούς, αλλά τους αρνείται κάθε ρόλο στην Ελλάδα.
Αν η απόκρουση των ιταλικών προσπα­θειών πριν την 4η Αυγούστου πρέπει σήμερα να είναι φανερή, όχι λιγότερο σημαντικές ήταν οι εξελίξεις στον τομέα των ελληνοϊταλικών σχέσεων στη διάρκεια της τελευταίας. Το ότι οι εξελίξεις αυτές δεν είναι καθόλου γνωστές ή είναι γνωστές μόνο σε μερικούς ειδήμονες περί το θέμα δεν είναι παράξενο: Και οι δυο πλευρές, δηλ. και η ελληνική και η ιταλική είχαν κάθε συμφέρον να κρατήσουν αυτές τις εξελίξεις όσο το δυνατόν πιο δια­κριτικές. Το γεγονός της επιβολής και στις δυο χώρες δικτατορικών καθεστώτων διευ­κόλυνε την επιχείρηση της σιωπής. Άλλωστε η επιβολή των καθεστώτων αυτών είχε και στις δύο χώρες σαν ένα από τους πιο σημα­ντικούς λόγους της και την απελευθέρωση των χεριών των κυρίαρχων δυνάμεων στους ελιγμούς τους.
Το πιο έντονο χαρακτηριστικό των σχέσε­ων αυτών ήταν η αδιάλλακτη εχθρότητά τους. Ο Μεταξάς υπήρξε ο πρώτος'Ελληνας πρωθυ­πουργός, που αποδέχθηκε και συνυπέγραψε το Μάη του 1936 (δηλ. πριν ακόμη γίνει δικτά­τορας) την αντιΐταλική αιχμή των μυστικών πρωτοκόλλων του Βαλκανικού Συμφώνου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι το καθεστώς της
Αυγούστου, που είναι σε πολύ δύσκολη οι­κονομική θέση και εκλιπαρεί (χωρίς πάντα να εξασφαλίζει) την οικονομική ενίσχυση της Βρετανίας και της Γερμανίας, αποκρούει αθό­ρυβα αλλά απολύτως αποφασιστικά τις προ­σπάθειες ιταλικής οικονομικής διείσδυσης. Μερικές από αυτές τις ενέργειες ήταν τέτοιας φύσης, ώστε θα προκαλέσουν ακόμη και ιτα- λογερμανικές αντιπαραθέσεις μετά την κατά­ληψη της χώρας μας από τα αξονικά στρατεύ­ματα το 1941.
Η στάση αυτή έχει πολλά αίτια. Η κυρίαρχη βρετανική επιρροή δεν είναι ασφαλώς από τα λιγότερο σημαντικά. Όσο οι βρετανογερμανι-κές σχέσεις δεν έχουν φθάσει στο αδιέξοδο, η Βρετανία επιτρέπει (και ως ένα βαθμό ευνοεί) παραχωρήσεις προς τη Γερμανία, αλλά μόνο προς αυτή. Κάθε σκέψη παραχωρήσεων στην Ιταλία που, χωρίς να είναι σε θέση να προσφέ­ρει τίποτε, απειλεί τους βρετανικούς δρόμους στρατηγικής επικοινωνίας στην Ανατολική Με­σόγειο αποκλείεται. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μεταξάς αισθάνεται κατά περιόδους την ανά­γκη να εκθέσει την κατάσταση αυτή της ψυ­χρής εχθρότητας στους εκπροσώπους της βρετανικής πρεσβείας. Οι παράγοντες αυτοί συμπλέκονται και με παράγοντες σχετικούς με τη βαλκανική πολιτική. Η Ιταλία τείνει να προ­σεγγίζει βαλκανικές δυνάμεις, που ανησυχούν την Αθήνα σαν φορείς βλέψεων αλλαγών των συνόρων.
Εδώ υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, που απλώς προσέθετε ακόμη ένα πονοκέφαλο στην ήδη βεβαρημένη από σοβαρές αντινο­μίες κεφαλή του καθεστώτος: Το μεταξικό κα­θεστώς, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί, για διαφόρους λόγους, να μιμηθεί τη Ναζιστική Γερμανία5, μιμείται στα μορφικά του χαρακτη­ριστικά τη Μουσσολινική Ιταλία, την οποία φο­βάται και απεχθάνεται.
Καθώς μπαίνει το 1939, η κατάσταση φαί­νεται πολύ τεταμένη. Οι ηγετικοί παράγοντες του καθεστώτος δεν έχουν καμμία απολύτως αυταπάτη για το ότι η κατάσταση πηγαίνει κα­τευθείαν για πόλεμο. Π.χ., ο Γεώργιος ο Β', σε συνάντησή του με ξένους δημοσιογράφους το Γενάρη του 1939, εκφράζει την όντως προφη­τική άποψη ότι ο πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα στο 1939 και τίποτε δεν μπορεί να τον εμποδί­σει6. σχέσε­ων αυτών ήταν η αδιάλλακτη εχθρότητά τους. Ο Μεταξάς υπήρξε ο πρώτος 'Ελληνας πρωθυ­πουργός, που αποδέχθηκε και συνυπέγραψε το Μάη του 1936 (δηλ. πριν ακόμη γίνει δικτά­τορας) την αντιΐταλική αιχμή των μυστικών πρωτοκόλλων του Βαλκανικού Συμφώνου. Είναι χαρακτηριστικό το ότι το καθεστώς της
Αυγούστου, που είναι σε πολύ δύσκολη οι­κονομική θέση και εκλιπαρεί (χωρίς πάντα να εξασφαλίζει) την οικονομική ενίσχυση της Βρετανίας και της Γερμανίας, αποκρούει αθό­ρυβα αλλά απολύτως αποφασιστικά τις προ­σπάθειες ιταλικής οικονομικής διείσδυσης. Μερικές από αυτές τις ενέργειες ήταν τέτοιας φύσης, ώστε θα προκαλέσουν ακόμη και ιτα- λογερμανικές αντιπαραθέσεις μετά την κατά­ληψη της χώρας μας από τα αξονικά στρατεύ­ματα το 1941.
Η στάση αυτή έχει πολλά αίτια. Η κυρίαρχη βρετανική επιρροή δεν είναι ασφαλώς από τα λιγότερο σημαντικά. Όσο οι βρετανογερμανικές σχέσεις δεν έχουν φθάσει στο αδιέξοδο, η Βρετανία επιτρέπει (και ως ένα βαθμό ευνοεί) παραχωρήσεις προς τη Γερμανία, αλλά μόνο προς αυτή. Κάθε σκέψη παραχωρήσεων στην Ιταλία που, χωρίς να είναι σε θέση να προσφέ­ρει τίποτε, απειλεί τους βρετανικούς δρόμους στρατηγικής επικοινωνίας στην Ανατολική Με­σόγειο αποκλείεται. Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Μεταξάς αισθάνεται κατά περιόδους την ανά­γκη να εκθέσει την κατάσταση αυτή της ψυ­χρής εχθρότητας στους εκπροσώπους της βρετανικής πρεσβείας. Οι παράγοντες αυτοί συμπλέκονται και με παράγοντες σχετικούς με τη βαλκανική πολιτική. Η Ιταλία τείνει να προ­σεγγίζει βαλκανικές δυνάμεις, που ανησυχούν την Αθήνα σαν φορείς βλέψεων αλλαγών των συνόρων.
Εδώ υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα, που απλώς προσέθετε ακόμη ένα πονοκέφαλο στην ήδη βεβαρημένη από σοβαρές αντινο­μίες κεφαλή του καθεστώτος: Το μεταξικό κα­θεστώς, καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορεί, για διαφόρους λόγους, να μιμηθεί τη Ναζιστική Γερμανία5, μιμείται στα μορφικά του χαρακτη­ριστικά τη Μουσσολινική Ιταλία, την οποία φο­βάται και απεχθάνεται.
Καθώς μπαίνει το 1939, η κατάσταση φαί­νεται πολύ τεταμένη. Οι ηγετικοί παράγοντες του καθεστώτος δεν έχουν καμμία απολύτως αυταπάτη για το ότι η κατάσταση πηγαίνει κα­τευθείαν για πόλεμο. Π.χ., ο Γεώργιος ο Β', σε συνάντησή του με ξένους δημοσιογράφους το Γενάρη του 1939, εκφράζει την όντως προφη­τική άποψη ότι ο πόλεμος θα ξεσπάσει μέσα στο 1939 και τίποτε δεν μπορεί να τον εμποδί­σει6.
Η καταστροφή της Ισπανικής Δημοκρατίας το Μάρτη του 1939, στην οποία καταστροφή η Ιταλία ήταν μεταξύ των πρωταγωνιστών, δυνα­
μώνει την ελληνική αγωνία, καθώς πολλοί δι­πλωματικοί εκπρόσωποι της χώρας στο εξωτε­ρικό διατυπώνουν το φόβο ότι τώρα η Ιταλία θα στραφεί προς άλλους στόχους - ποιους, άραγε;
Το Πάσχα του 1939 η κατάσταση παίρνει αγωνιώδη τροπή: Οι Ιταλοί έχουν καταλάβει την Αλβανία και η Αθήνα είναι ακλόνητα πεπει­σμένη ότι η Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα επίκειται. Ο Μεταξάς, επίσης ακλόνητα πεπει­σμένος, γράφει στο ημερολόγιό του ότι έχει πάρει μια «τρομεράν απόφασιν» σε τέτοια πε­ρίπτωση, αλλά δυστυχώς δεν διευκρινίζει ποια ακριβώς.
Η εισβολή τελικά δεν θα γίνει προς μεγάλη ανακούφιση της Αθήνας. Όπως φαίνεται, αυτό δεν ήταν άσχετο με παρέμβαση της Γερμανίας, που δεν θέλει αναταραχή στα Βαλκάνια αυτή τη στιγμή.
Την 1η Σεπτέμβρη 1939 η γερμανική ει­σβολή στην Πολωνία αρχίζει το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ιταλία, δεν παίρνουν αμέσως μέρος σ’ αυτόν. Η θέση του καθεστώτος όμως γίνεται ιδιαίτερα λεπτή, καθώς ο πόλεμος αρχίζει σαν βρετανογερμανική σύγκρουση. Μερικά θερμοκέφαλα φιλογερμανικά στοιχεία, ιδιαίτερα στο στρατό, προ­σπαθούν να επιβάλουν «γερμανικό» προσανα­τολισμό, ενώ η υπεροχή της βρετανικής επιρ­ροής γίνεται εντελώς φανερή.
Το Σεπτέμβρη του 1939 το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο, που λήγει, δεν ανανεώνεται7. Γίνο­νται δηλώσεις, που θεωρούνται ικανοποιητικές από τα δυο μέρη.
Σε συνέχεια έχουμε τη διεύρυνση του πο­λέμου, την επέκτασή του στη Δυτική Ευρώπη και - κορυφή των εξελίξεων - την πτώση της Γαλλίας το Μάη - Ιούνη του 1940. Με τις εξελί­ξεις στη Γαλλία έχουμε και νέο μπλέξιμο, καθώς η Ιταλία μπαίνει στον πόλεμο κηρύσσο ντάς τον στη Γαλλία και τη Βρετανία στις 10.6.40. Η εξέλιξη αυτή δεν έχει καθόλου δια- φύγει την προσοχή της Αθήνας. Οι σημειώσεις του Οκτώβρη του 1940 στο ημερολόγιο του Μεταξά δείχνουν σαν να περιμένει ιταλική ει­σβολή από στιγμή σε στιγμή.
Η αγωνία αυτή για τις ιταλικές κινή­σεις έχει δημιουργήσει και μερικά από τα πιο μεγάλα ερωτηματικά της 4ηςΑυ γούστου.
Ερώτημα 1°: Γιατί η στρατιωτική προετοιμασία της χώρας δεν ήταν καλ­λίτερη;
Η κατάσταση που παρέλαβε ο Με­ταξάς στον τομέα αυτό ήταν κάθε άλλο παρά λαμπρή και, στη διάρκεια του κα­θεστώτος του, αναγγέλθηκαν πολλές προσπάθειες για τη διόρθωσή της.
Όπως όμως λένε φίλοι ή ακόμη και επι­τελείς της 4ης Αυγούστου, τα αποτελέ­σματα των προσπαθειών αυτών ήταν
πολύ μέτρια.
Ερώτημα 2°: Γιατί η έλλειψη στρατιωτικής προετοιμασίας ήταν ιδιαίτερα έντονη προς την πλευρά της Ιταλίας;
Τα μεγαλύτερα στρατιωτικά έργα της 4ηςΑυγούστου ήταν τα συνοριακά οχυρά της Μακεδονίας. Προς την πλευρά της Ηπείρου, δεν υπάρχει καμμία προετοιμασία, καλά-καλά δεν υπάρχουν ούτε στρατιωτικές μονάδες. Η κατάσταση δεν αλλάζει ούτε μετά το Μάρτη του 1939, όταν η Ιταλία καταλαμβάνει την Αλ­βανία και έτσι η ελληνική επαφή μαζί της γίνε­ται άμεση. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι φόβοι ιταλικής εισβολής είναι άμεσοι και η απόφαση του Μεταξά για αντίσταση στην Ιτα­λία είναι ειλημμένη.
Η στάση του Μεταξά στις θυελλώδεις εκεί­νες εξελίξεις έχει γίνει πολλές φορές αντικεί­μενο σχολίων και σκέψεων. Από μια άποψη αυτό είναι λίγο παράξενο: η αντίσταση στον ξένο εισβολέα δεν είναι άραγε κάτι το αυτο­νόητο για τον κάθε Έλληνα αλλά πολύ περισ­σότερο για τον πρωθυπουργό;
Η πραγματική αιτία αυτής της συζήτησης βρίσκεται σε ένα πραγματικό γεγονός: Πέρα από τις απόψεις, βλέψεις ή προτιμήσεις του I. Μεταξά, το καθεστώς του οποίου ήταν ηγέτης δεν είχε ιδιαίτερη σχέση με την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Δεν είχε στο επίκε­ντρό του καμμία  τέτοια αποστολή. Η αποστολή του ήταν πολύ σαφής και πρέπει, αναγνωρίζο­ντας και του «στραβού το δίκιο», να πούμε ότι και ο - κατά τα άλλα τετραπέρατος και ικανό­τατος - Μεταξάς την είχε με ακρίβεια συνειδη­τοποιήσει και την έλεγε καθαρότατα: η περι­φρούρηση, στο δικό του μικρό «χώρο ευθύ­νης», του συνολικού οικοδομήματος της ιμπε­ριαλιστικής αντεπανάστασης από τους κλονισμούς που απειλούσε να επιφέρει ο νέος γύρος αναδιανομής του κόσμου, που έχει πια γίνει αναπόφευκτος.
Έτσι εξηγείται και ο μόνιμος και μέχρι υστε­ρίας φόβος, που παρουσιάζεται στο ημερολό­γιο του Μεταξά, γι’ αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «το καθεστώς μου». Ήξερε καλλίτερα από τον καθένα ότι ήταν αναλώσιμος και ότι η τύχη του καθοριζόταν από τους ξένους. Γι’ αυτό στόχος του ήταν η Ελλάδα να μείνει μακριά από τον πόλεμο. Σ’ αυτό είχε την υποστήριξη και της κυρίαρχης τάξης. Από την άλλη, ο Μεταξάς έχει πλήρη συνείδηση ότι, αν η είσοδος στον πόλεμο γίνει αναπόφευκτη, θα είναι είσοδος στο πλευρό της Βρετανίας. Σε περίπτωση πραγματικού κινδύνου, μας είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι θα είχε εν ψυχρώ συναινέσει στην κατάληψη της χώρας από τα ξένα στρα­τεύματα. Ωστόσο στη στάση του οι συνολικοί καταναγκασμοί (και ιδιαίτερα οι ιδεολογικοί) του καθεστώτος του θα πρέπει να είχαν κατα- θλιπτικό 6άρος: Πώς να ηγηθείς της απελευ­θερωτικής πάλης, όταν κύριος εχθρός σου είναι η ελευθερία και ο κύριος στόχος σου είναι η εξυπηρέτηση των στόχων της αντεπαναστα- τικής αντίδρασης; Πού να δρεις τη δύναμη να στηριχθείς στις μάζες για ένα αγώνα αποφασι­στικό και ίσως μοιραίο; Έναν αγώνα, προσθέ­τουμε, που παρουσιάζει και μεγάλες αντικει­μενικές δυσχέρειες, γιατί η αντιπαράθεση με τις τεράστιες δυνάμεις, που απειλούν μια μικρή και αδύνατη χώρα, δεν είναι και τόσο εύ­κολο πράγμα.
Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι στο στήθος του Μεταξά, όπως και όλης της κυ­ρίαρχης τάξης, χτυπούν δυο καρδιές:
1) Η ταξική ηττοπάθεια. Δεμένη μέσα από χιλιάδες νήματα με την ξένη εξάρτηση, η κυ­ρίαρχη τάξη δεν μπορεί να ελπίζει σε αποφασι­στική αντιπαράθεση με αυτή. Ο ίδιος ο Μετα­ξάς, αν πιστέψουμε φίλους του που μας μετα­δίδουν συζητήσεις μαζί του πριν ακόμη την 4Π Αυγούστου, δικαιολογεί την απόφασή του να δεχθεί να γίνει «σκεύος εκλογής» με το επιχεί­ρημα «η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, τι μπορεί να κάνει». Δεν ήταν άλλωστε ο μόνος. Ο στρα­τηγός Αλ. Παπάγος δεν ήταν καθόλου φιλικός προς τον Άξονα. Αντίθετα έχει γίνει στόχος των ανθρώπων του, που οργανώνουν παρά­σταση στην κυβέρνηση, αν όχι και απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος, για να τον διώ­ξουν. Βλέπει καθαρά τον κίνδυνο που επέρχε­ται. Ωστόσο, αν αληθεύουν όσα του αποδίδουν συνάδελφοί του, δεν βλέπει τίποτε άλλο σαν δυνατότητα από «μερικούς πυροβολισμούς για την τιμή των όπλων». Δεν πρόκειται για ατομι­κή δειλία ή ανικανότητα. Πρόκειται για τη συλ­λογική στάση μιας ιστορικής δύναμης που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα ιστορικά της όρια.
2)              Η διάθεση αντίστασης. Οι εξελίξεις κα­ταλήγουν να κάνουν εντελώς ανασφαλές αυτό που η κυρίαρχη τάξη θεωρεί συμφέρον της. Οι δεσμοί με τους ξένους άλλωστε δεν αντιστρα- τεύονται κατ’ ανάγκην εντελώς την προσπά­θεια αντίστασης, καθώς, όπως είδαμε, η κυ­ρίαρχη βρετανική επιρροή αντιτάσσεται στις ιταλικές βλέψεις.
Πιασμένοι ανάμεσα σε αντιφατικές δυνά­μεις ο I. Μεταξάς και ο κόσμος του, εν μέρει γαλβανισμένοι και από τη στάση μιας λαϊκής μάζας που δεν δείχνει διαθέσεις συνθηκολό­γησης, αφήνονται για μια στιγμή στη μέθη της
νίκης. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικό ότι, όταν με τη γερμανική εισβολή του Απρίλη 1941 η βι­αιότητα των αντιθέσεων φθάνει στο έπακρο και οι αντικειμενικές δυσχέρειες μεγαλώνουν ξεπερνώντας τα «κιλά» της, η πατρικιακή αυτή αγωνιστική διάθεση δεν αντέχει τις δοκιμα­σίες. Η χώρα και ο λαός εγκαταλείπονται στην τύχη τους και οι ξένοι αφήνονται να τα τακτο­ποιήσουν όλα με το δικό τους τρόπο8, θα γίνει εκείνο που ο Μεταξάς φοβόταν περισσό­τερο από οτιδήποτε άλλο: Την πάλη για την ελευθερία θα αναλάβουν οι δυνάμεις εκείνες, που το καθεστώς του είχε αναλάβει να εξο­ντώσει.
«Άλλαι μεν βουλαί ανθρώπων, άλλα δε θεός κελεύει». Εκπρόσωπος δυνάμεων που έχουν αποδεχθεί και αναλάβει άλλους ρόλους, ο I. Μεταξάς ήλθε από την ίδια την ανεξέλε­γκτη και απρόβλεπτη κίνηση της Ιστορίας, του τελικού κριτή όλων μας, σε ένα ρόλο που δεν του ταίριαζε και που ο ίδιος έβλεπε με φόβο, σαν επικίνδυνο για το καθεστώς του9. Από αυτό το αξιοπερίεργο φαινόμενο της ελληνι­κής ιστορίας, πρέπει να διδαχθούμε ότι μπρο­στά μας η Ιστορία επιφυλάσσει ακόμη πολλές στροφές και ότι, ακόμη και σε εποχές ευτελι­σμού και εξευτελισμού, όπως ήταν η εποχή του Μεταξά και είναι και η δική μας, κανείς δεν ξέρει τι τέξεται η επιούσα.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1].Ο χαρακτηρισμός έχει δώσει λαβή σε ως τώρα πολλές και όχι αβάσιμες συζητήσεις. Ποιος κυριαρχούσε στην 4"Αυγούστου: Ο Μετα­ξάς ή ο Γεώργιος ο Β'; Ως ένα Βαθμό αναντίρρη­ τα και οι δύο. Ωστόσο υπάρχουν κρίσιμες στιγ­μές, όπου ο Γ εώργιος εμφανίζεται να δίνει «κο­φτές» εντολές, που ο Μεταξάς δεν τολμά να παρακούσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα τέ­τοιο φαινόμενο παρουσιάζεται σε μια κρισιμό­τατη περίοδο: Τον Οκτώβρη του 1938. Κάτω από την επίδραση του περιβόητου συμφώνου του Μονάχου, που έχει υπογράφει στις 30.9.1938, ο Μεταξάς γράφει στο Γεώργιο, που βρίσκεται στο Λονδίνο, και του ζητά κατά την επιστροφή του να περάσει από τη Γερμανία και να συναντήσει τον Αδ. Χίτλερ. Η απαντητική επιστολή του Γεωργίου γραμμένη σε ιδιαίτερα απότομο ύφος, που έρχεται σε άμεση αντίθεση με το ικετευτικό ύφος του Μεταξά, περιείχε μια άρνηση τόσο «κοφτή», ώστε ο Μεταξάς δεν τόλμησε να επανέλθει.
2.Η περιβόητη «γερμανοφιλία του Μεταξά’ήταν (και εξακολουθεί να είναι) μια από τις πιο πολυσυ­ζητημένες πλευρές της 4ηςΑυγούστου. Πολλοί την αμφισβητούν. Ένα είναι βέβαιο: Το ημερολό­γιο του Μεταξά περιέχει εκφράσεις μιας όχι απλώς υστερικής αλλά κυριολεκτικά πυρετικής γερμανοφιλίας. Από την άλλη μεριά, οι σημειώ­σεις αυτές του Μεταξά έρχονται σε τόσο αβυσ­σαλέα αντίθεση με την πρακτική του πολιτική, ώστε μόνο δυο λογικές εξηγήσεις υπάρχουν: Ή ο Μεταξάς κυνικά «κοροϊδεύει την κοινωνία» ή δεν είναι εντελώς καλά στα μυαλά του. Ούτε η μια ούτε η άλλη αποκλείεται, δεν αποκλείονται μάλι­στα ούτε και οι δυο μαζί. Οι σημειώσεις όμως αυτές δείχνουν και κάτι άλλο: Οτι ο Μεταξάς, ένα μυαλό κατά τα άλλα κάθε άλλο παρά δεύτερης κατηγορίας, έχει αφομοιώσει πολύ καλά τα μαθή­ματα της σχολής στελεχών του μονοπωλιακού κεφαλαίου της δεκαετίας του 30: Δηλ., τα μαθή­ματα αντεπαναστατικής πολιτικής τακτικής, που αποτελούν και τον πυρήνα του καθεστώτος του.
3.Είναι πολύ πιθανό ότι ο διφυής αυτός χαρα­κτήρας του καθεστώτος και η κατάσταση νευρι­κής εκκρεμότητας μεταξύ Βρετανίας και Γερ­μανίας βρίσκεται πίσω από ένα χαρακτηριστικό του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που μόνο η παρεμβολή του πολέμου έθεσε σε δεύτερη μοίρα: Την ανικανότητα χάραξης συστηματικής οικονομικής πολιτικής.
4.Η στάση άλλωστε και της Γαλλίας, που χαρα­κτηρίζεται από ενδοτικότητα προς τη Γ ερμανία και απόλυτη αδιαλλαξία προς την Ιταλία, ασφα­λώς δεν είναι άσχετη με τα παραπάνω.
5.Το ότι το κατάλαβε δείχνει ότι ούτε ό Μετα­ξάς ούτε το καθεστώς του είχαν τυχάρπαστο χαρακτήρα. Ήταν ένα πολύ προσεκτικά προε­τοιμασμένο καθεστώς από το σύνολο του κυ­ρίαρχου συνασπισμού εξουσίας, ο οποίος θέτει στην υπηρεσία του όλα τα εκλεκτά μυαλά που διαθέτει.
6.Φυσικά, αυτό μπορεί να αναγνωσθεί και σαν απόδειξη ότι τα «λάθη» τους δεν ήταν στην πραγματικότητα λάθη.
7.Πρόκειται για το Σύμφωνο που είχε υπογρά­ψει ο Ελ. Βενιζέλος το 1929 - “30.
8.Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι όλα αυτά γί­νονται χωρίς τον I. Μεταξά, που έχει πεθάνει στις 29.1.41. Ενδιαφέρον έχει ένα ερώτημα, στο οποίο δεν θα μάθουμε ποτέ την απάντηση: Τι θα είχε αλήθεια κάνει ο Μεταξάς, αν είχε προλάβει τη γερμανική επίθεση;

9.Στην προσωπική πολιτική του I. Μεταξά, υπάρχει ίσως και ένας άλλος παράγων: ζέρουμε καλά ότι ο Μεταξάς, αν και από νεαρή ηλικία είχε ακολουθήσει το στρατιωτικό κλάδο, ήταν άνθρωπος εύθραυστης υγείας. Οι τελευταίες φωτογραφίες του που διαθέτουμε είναι του Νο­έμβρη του 1940, δηλ. λίγες μόνο ημέρες μετά την έναρξη των επιχειρήσεων. Δείχνουν έναν άνθρωπο εντελώς καταβεβλημένο και, ίσως, ετοιμοθάνατο. Μήπως άραγε το γνώριζε και ο ίδιος και αφήνει τα πράγματα να κυλήσουν με τη σκέψη και, ίσως, την ελπίδα ότι δεν θα είναι αυτός που  θα χρειαστεί να κάνει τις δύσκολες επιλογές;

TOP READ