8 Φεβ 2018

Τόμας Μορ-Ένας “κομμουνιστής” στην αυλή του Ερρίκου Η’

Ο όρος “Ουτοπία” είναι γνωστός στους περισσότερους, λιγότερο όμως και ο δημιουργός του, ο φιλόσοφος και νομικός Τόμας Μορ, που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1478. Ο Μορ, εκτός από συγγραφέας του ομώνυμου έργου, υπήρξε και σημαντικός πολιτικός άνδρας της εποχής του, που διέπρεψε στο πλευρό του βασιλιά Ερρίκου Η’, για να συγκρουστεί αργότερα μαζί του, μη διστάζοντας να πεθάνει για τις πεποιθήσεις του. Γιος δικαστή, πραγματοποίησε αρχικά κλασικές σπουδές στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ αργότερα σπούδασε νομική στο Λονδίνο. Ασχολούμενος με τη δικηγορία από το 1501, μέσα στα επόμενα χρόνια έγινε μέλος του Κοινοβουλίου και αναρριχήθηκε σε σειρά δικαστικών και διοικητικών αξιωμάτων, με κορυφαίο εκείνο του αρχικαγκελαρίου, στο οποίο αναδείχθηκε το 1529, αποτελώντας έναν από τους στενότερους συμβούλους του βασιλιά Ερρίκου Η’. Για ένα διάστημα υπήρξε δόκιμος σε μοναστήρι, ωστόσο αποφάσισε ότι η ασκητική ζωή δεν του ταιριάζε και πραγματοποίησε δύο γάμους, αποκτώντας τέσσερα παιδιά με την πρώτη σύζυγό του, την οποία έχασε μετά από έξι χρόνια γάμου, και μια θετή κόρη από τον πρώτο γάμο της δεύτερης γυναίκας του.
Είχε συγγραφική δραστηριότητα σε διάφορα είδη, από έργα θρησκευτικής πολεμικής μέχρι ποίηση, ωστόσο το έργο που καθιέρωσε την υστεροφημία του ανά τους αιώνες δεν είναι άλλο από την “Ουτοπία” (Utopia), την οποία αρχικά σκόπευε να ονομάσει με το λατινικό όρο “Nusquam”, δηλαδή “πουθενά”, ωστόσο με παρέμβαση του στενού του φίλου κι ανθρωπιστή λόγιου Έρασμου, το βιβλίο πήρε τον τίτλο που όλοι γνωρίζουμε από τα συνθετικά “ού” και “τόπος”, για την ακρίβεια λεγόταν” De optimo statu rei publicae deque nova insula Utopia” (Περί της βέλτιστης πολιτείας και περί της νέας νήσου Ουτοπίας” . Στο βιβλίο ο Μορ, εμπνευόμενος από την πλατωνική “Πολιτεία”, αλλά και από την περίοδό του στο μοναστήρι,  προτείνει μια μορφή κομμουνιστικής κοινωνίας στο ομώνυμο νησί, στην οποία έχει καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία, καθώς η γη ανήκει σε όλους, και η εργάσιμη ημέρα περιορίζεται στις έξι ώρες, χωρίς όμως να υπάρχει ανοχή στην οκνηρία. Το όραμα του Μορ δεν ήταν απλώς μια διανοητική άσκηση, αλλά μια καταγγελία των κοινωνικών συνθηκών της εποχής του, τις οποίες ο ίδιος περιέγραφε ως “συνωμοσία των πλουσίων” οι οποίο χαρακτηρίζονται “άπληστοι, αδίστακτοι, άχρηστοι”. Οι ευγενείς κατηγορούνται ως κηφήνες που ζουν από τη δουλειά άλλων, ενώ οι χωρικοί εκδιώκονται από τα χωράφια τους για να ικανοποιηθούν οι αχόρταγες βλέψεις των αφεντικών τους. Ακόμα και οι μονάρχες δε θα έπρεπε να διαθέτουν πάνω από χίλιες λίβρες χρυσού, ενώ θεωρούσε ότι η καταλληλότερη χρήση των πολύτιμων μετάλλων ήταν η μετατροπή τους σε δοχεία νυχτός. Ο πόλεμος θα καταργούνταν μέσω της διάλυσης του στρατού, ενώ θα υπήρχε πρόσβαση στην παιδεία και στην υγεία για όλους, όπως και καθολικό δικαίωμα ψηφοφορίας. Αν και δικηγόρος ο ίδιος, ευαγγελιζόταν ότι στην ιδανική κοινωνία της Ουτοπίας η παρουσία τους θα ήταν περιττή. Τα ηθικά πρότυπα της Ουτοπίας ήταν σε γενικές γραμμές αυστηρά και απαρέγκλιτα, όπως φαίνεται από την πρόβλεψη για κατάργηση μπιραριών και πορνείων, καθώς και η μετατροπή των μοιχών σε σκλάβους. Από την άλλη ωστόσο, στην Ουτοπία οι υποψήφιοι σύζυγοι και των δύο φύλων είχαν το δικαίωμα να δουν τους επίδοξους συντρόφους τους γυμνούς πριν το γάμο, μέτρο που σαφώς αντιστρατευόταν την απόλυτη σεξουαλική αυστηρότητα του καιρού του. Για τη θέση της γυναίκας υπήρχαν αντιφατικές προβλέψεις, διότι από τη μια τους χορηγούνταν δικαιώματα όπως εκείνο της χειροτονίας, από την άλλη όφειλαν σε συγκεκριμένες εορταστικές ημέρες να πέφτουν στα γόνατα των συζύγων τους για να απολογηθούν για τυχόν πλημμελή φροντίδα του νοικοκυριού τους.
Εξώφυλλο της Ουτοπίας, από έκδοση του 1563
Αν κι ο Μορ συγγραφικά υποστήριζε την ανεξιθρησκεία, έστω υπό όρους, στα πολιτικά και θρησκευτικά του καθήκοντα υπήρξε από τους πιο απηνείς διώκτες των αιρετικών, όπως θεωρούνταν τότε οι οπαδοί των νεοεμφανιζόμενων ιδεών της λουθηρανικής Μεταρρύθμισης. Πεδίο δράσης του υπήρξε κυρίως η λογοκρισία κατά προτεσταντικών εντύπων, περιλαμβανομένης της καύσης αυτών, αλλά και συλλήψεις ατόμων ύποπτων για προτεσταντικές συμπάθειες, κάποιοι εκ των οποίων κατέληξαν στην πυρά. Η φλογερή του πίστη στον καθολικισμό τον οδήγησε το 1532 στην παραίτησή του από το αξίωμα του αρχικαγκελαρίου, καθώς διαφωνούσε με την πολιτική του βασιλιά, ο οποίος είχε έρθει σε ρήξη με τον πάπα της Ρώμης, αυτοαναγορευόμενος σε επικεφαλής της Αγγλικανικής Εκκλησίας, όπως ονομάστηκε έκτοτε. Τα επόμενα χρόνια η επίμονη άρνησή του να δώσει όρκο πίστης στο βασιλιά ως θρησκευτικό ηγέτη, αλλά και να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του γάμου του Ερρίκου με την Άννα Μπολεϋν (που υπήρξε και η αφορμή για τη δημιουργία της αγγλικανικής εκκλησίας, όταν ο πάπας αρνήθηκε να ακυρώσει το γάμο του βασιλιά με την πρώτη σύζυγο, Αικατερίνη της Αραγωνίας), οδήγησαν τελικά στη δίκη του για εσχάτη προδοσία και την εκτέλεσή του δι’αποκεφαλισμού τον Ιούλη του 1535. Αναφέρεται ότι τα τελευταία του λόγια ήταν πως πέθαινε ως “καλός υπηρέτης του βασιλιά και πρώτος του Κυρίου”. Ο Έρασμος, με όλη την κριτική που του είχε ασκήσει κατά καιρούς για την σκληρή του στάση απέναντι στο λουθηρανισμό, τον απεκάλεσε στο άκουσμα του θανάτου του “omnium horarum homum”, δηλαδή άνθρωπο όλων των εποχών. To 1935 ανακηρύχθηκε άγιος της Καθολικής Εκκλησίας. Η μορφή και η σκέψη του Μορ, με τους αναπόφευκτους περιορισμούς και αντιφάσεις που υπαγόρευαν τόσο η κοινωνική του θέση όσο και οι συνθήκες της εποχής, άσκησαν από νωρίς γοητεία στο κομμουνιστικό κίνημα. Ο Ένγκελς για παράδειγμα, στις προπαρασκευαστικές του σημειώσεις για το έργο “Αντι-Ντύρινγκ”, αναφέρεται ως εξής στον Άγγλο στοχαστή: “Ως τώρα, βία-από εδώ και στο εξής, κοινωνικότητα. Ένας καθαρά ευσεβής πόθος, το αίτημα για “δικαιοσύνη”. Ο Μορ το απαίτησε πριν 360 χρόνια κι ακόμα να πραγματοποιηθεί. Ο Καρλ Κάουτσκυ, δεκαετίες πριν τη ρήξη του με το μαρξισμό, το 1888, αφιέρωσε ολόκληρο βιβλίο στο Μορ, με τίτλο “Ο Τόμας Μορ και η Ουτοπία του”. Η σημαντικότερη αναγνώριση ωστόσο ήλθε από τον ίδιο το Λένιν, ο οποίος συμπεριέλαβε τον Τόμας Μορ μεταξύ των 18 ονομάτων του λεγόμενου “Οβελίσκου των Επαναστατών Στοχαστών”, που ανεγέρθηκε στο πάρκο Αλεξανδρόφσκυ του Κρεμλίνου το 1918, ως φόρος τιμής σε στοχαστές “που προώθησαν την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από την καταπίεση, την αυθαιρεσία και την εκμετάλλευση”. Ήταν το πρώτο μνημειακό γλυπτό της νεαρής τότε σοβιετικής εξουσίας, το οποίο απομακρύνθηκε το 2013 για να αντικατασταθεί από αντίγραφο του αρχικού μνημείου, που είχε ανεγερθεί το 1914 και ήταν αφιερωμένο στη δυναστεία των Ρομανώφ.

Αγαπημένοι ΟνοματοΜάχοι: Επί μακεδονικού εδάφους, Όλοι Μαζί, το χώμα της Μακεδονίας είναι δικό τους και δικό μας!



Στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης υπήρχε το στρατόπεδο Στρεμπενιώτη. Στην Καλαμαριά το στρατόπεδο Νταλίπη.

Στρεμπενιώτης, Νταλίπης, Κύρου, Γκόνος, Γκογκολάκης κ.α. και φυσικά ο καπετάν Κώττας ήταν μακεδονομάχοι, αγαπημένοι ονοματομάχοι (τέτοιοι είστε! μάχεστε για το όνομα,βλέπετε το δέντρο, χάνετε το δάσος).
Μάλιστα ο ξακουστός Κώττας όταν τον πήγαν για κρεμάλα οι Τούρκοι απαίτησε να του λύσουν τα χέρια. Ανέβηκε μόνος του στο ικρίωμα και φώναξε:
Да живее гръцко Ντα ζίβι Γκ(ά)ρτσκο! (Ζήτω το ελληνικό), και
κλώτσησε μόνος του το υποπόδιο.

Αυτοί οι μακεδονομάχοι ήταν σλαβόφωνοι με ελληνική όμως συνείδηση. Στα συλλαλητήρια σας αυτούς δεν τους μνημονεύσατε και πολύ. Δεν ήταν λοιπόν μόνο ο Μελάς.

Οι Βούλγαροι τους λέγανε Γραικομάνους (μανιώδεις Έλληνες)..
Οι περισσότεροι σλαβόφωνονοι στην μεριά της ελληνικής Μακεδονίας δεν είχαν όλοι καθαρή συνείδηση για το πού ανήκουν σε μια εποχή γενικά πολύ ρευστή. Και γινονοτυσαν μπαλάκι πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Το 19ο αι. όλοι αποκαλούν όλους τους σλαβόφωνους ¨Βούλγαρους¨ (εξ ου κι οι ονοματομάχοι εθνικιστές της Αθήνας όταν παίζουν με ομάδα της Θεσσαλονίκης φωνάζουν ¨Βούλγαροι¨).
Το 1913 η Μακεδονία (ΟΧΙ όλη) προσαρτάται στο ελληνικό βασίλειο. Το 1913 είναι η χρονιά που όλη η γεωργραφική περιοχή της Μακεδονίας διαμελίζεται.

Για αυτό και οι ονοματομάχοι εθνικιστές της Αθήνας φωνάζουν : ¨Ελλάδα είναι μέχρι τη Λαμία, απο κει και πάνω είναι Βουλγαρία¨. 
Γιατί προσαρτήθηκε αργότερα και είχε πολλούς σλαβόφωνους. Και σαν γνήσιοι πατριώτες που κρατούν ελληνικές σημαίες δε θεωρούν τους Μακεδόνες Έλληνες.

Μέχρι το 1919 (Νειγύ) στη Δυτ. Μακεδονία τα 3/4 του πληθυσμού είναι σλαβόφωνοι. Υπολογίζεται ότι 53.000 Σλαβόφωνοι και 348.000 Τουρκόφωνοι εγκατέλειψαν τη Μακεδονία και τη Θράκη μετά το Α΄ΠΠ και τις υποχρεωτικές ανταλλαγές πληθυσμών.

Τα κενά υπερκάλυψαν οι σχεδόν 1εκ. Μικρασιάτες πρόσφυγες που κατοίκησαν και κατοικούν στη Μακεδονία και τη Θράκη, αλλά δεν κρατάει η σκούφια τους από την αρχαία Μακεδονία και δυστυχώς για σας τους ονοματομάχους δεν μπορείτε να τους χρησιμοποιείτε σαν γνήσιους απογόνους των αρχαίων Μακεδόνων.
Όπως δεν μπορείτε να βρείτε μέσα σε αυτό το μωσαικό των λαών της Μακεδονίας κανένα ¨γνήσιο¨απογονο κανενός. Και είναι και τόσο γελοίο να ψάχνεις απογόνους μετά από 2500 χρόνια...

Το 1930 στη Φλώρινα υπήρχαν περ 76.500 σλαβόφωνοι σε σύνολο περ 126000 κατοίκων...
Οι σλαβόφωνοι κάτοικοι της ελληνικής Μακεδονίας κυνηγήθηκαν απάνθρωπα ειδικά από την δικτατορία του Μεταξά, με σκοπό την περιθωριοποίησή τους.
Το 1940 ο αριθμός τους έχει μειωθεί σημαντικά, εντάσσονται οι περισσότεροι στον ΕΛΑΣ και αργότερα στον ΔΣΕ.
Για αυτό και οι ονοματομάχοι εθνικιστές λένε τους κομμουνιστές ¨εαμοβούλγαρους¨.
Μετά το Β ΠΠ πλέον τα πράγματα έχουν ξεκαθαρίσει.
Δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος ούτε μακεδονική γλώσσα ούτε μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα.
Υπάρχει μια Μακεδονία ως γεωγραφικός προσδιορισμός την οποία μοιράζονται τρεις (και 4 μη σας πω) λαοί. Και καλά κάνουν.

Τα σύνορα αυτά που ισχύουν από το 1913 χαράχτηκαν με αίμα. Με το αίμα των λαών της Μακεδονίας.
Για αυτό το πιο σημαντικό από το όνομα είναι τα τρία Σ.
Σύνορα, Σύνταγμα, Σύμβολα.
--Μόνο όταν αυτά εξασφαλιστούν -ότι δε θα ναι διαποτισμένα με αλυτρωτισμούς- εξασφαλίζουμε εμείς τα σύνορά μας.
--Μόνο όταν δε θα λέτε το αλυτρωτικό η ¨Μακεδονία είναι μία και ελληνική¨, εξασφαλίσουν αυτοί τα σύνορά τους.
Οπότε
«Επί μακεδονικού εδάφους, όλοι μαζί, το χώμα της Μακεδονίας είναι δικό τους και δικό μας!(..)» (από το σχόλιο της Έρης Ρίτσου, κόρης του Γ. Ρίτσου για τη Ρωμιοσύνη που ακούστηκε στο συλλαλητήριο της Κυριακής).

ΥΓ: Στην ΠΓΔΜ αλλάζουν τα ονόματα όπως θέλετε κι εσείς κι όπως θέλει και το ΝΑΤΟ με σκοπό να ενταχθεί το κρατίδιο αυτό στο ΝΑΤΟ (που δε θέλουμε εμείς με τα τρία Σ), αλλά ο πρωθυπουργός τους δηλώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να απαλοιφεί η παράγραφος του αλυτρωτισμού από το Σύνταγμά τους.
Τι πετύχατε λοιπόν;
Μια τρύπα στο νερό.
__
Σχόλιο του blog για το "Τι πετύχατε λοιπόν;" της Kατερίνας: 
...Άλλο από το να ξεπλύνετε την εγκληματική νεοναζιστική συμμορία που τής κάνατε παρέα και το "θέλημα" να σας δείχνει στις φωτογραφίες της  αύριο στο δικαστήριο για να αποφύγει την καταδίκη για τα εγκλήματά της ?

«Διαζύγιο με το χθες»





«Αυτό που πρέπει να κάνουμε όλοι μας (...) είναι να πάρουμε οριστικό διαζύγιο με τις συνήθειες και με τις νοοτροπίες του χθες. Να πάρουμε όλοι αποστάσεις από την Ελλάδα του χθες και από τα πρόσωπα που τη σημάδεψαν. Από πρόσωπα, κυκλώματα και πρακτικές, που έβαζαν πρώτα το "εγώ" και μετά το "εμείς"...». Τα παραπάνω είπε, καταχειροκροτούμενος, ο πρωθυπουργός, στο «αναπτυξιακό» συνέδριο της κυβέρνησης στην Πάτρα. Ποιοι τον χειροκρότησαν; Μα όλοι αυτοί που σύμφωνα με τον ίδιο αποτελούν το «χθες». Πρώην και νυν στελέχη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, επιχειρηματίες, τοπικοί παράγοντες, που ο καθένας και όλοι μαζί έχουν συμβάλει στη λαϊκή χρεοκοπία. Εχουμε και λέμε λοιπόν: «Νέο» τα μνημόνια, «νέο» η κατάργηση της απεργίας, «νέο» η κατεδάφιση της Κοινωνικής Ασφάλισης, «νέο» και η εμπλοκή στους ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς, το «ξέπλυμα» του αμερικανικού ιμπεριαλισμού κ.ο.κ... Τέτοιο «σήμερα», είναι να μην το ζηλεύει το «χθες» και να μην το αποθεώνει;

«Πατριωτικό καθήκον» τα συμφέροντα του κεφαλαίου


«Αν χρειάζεται σήμερα, τώρα, κάτι η πατρίδα απ' όλους μας, μέχρι και από τον τελευταίο Ελληνα, αυτό είναι ένας σύγχρονος, αποφασιστικός, ανυποχώρητος πατριωτισμός. Ενας πατριωτισμός, όμως, που απαντά στη δύσκολη συγκυρία, όχι με όρους εμπρηστικής ρητορείας, αλλά με όρους καθημερινής αρετής».
Αυτά τα «πατριωτικά» είπε από το βήμα του 9ου «αναπτυξιακού» συνεδρίου στην Πάτρα ο πρωθυπουργός, καλώντας έως «και τον τελευταίο» εργαζόμενο, αγρότη, επαγγελματία, να στρατευτεί «με αρετή και τόλμη» στους εχθρικούς για τα συμφέροντά του στόχους του κεφαλαίου, των επιχειρηματικών ομίλων.
Στόχοι που για μια ακόμα φορά - όπως πάμπολλες φορές στο παρελθόν - βαφτίζονται «εθνικοί» και «πατριωτικό συμφέρον», για να κρυφτούν το βαθιά ταξικό τους περιεχόμενο, τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Για τον ίδιο άλλωστε λόγο στήνονται και οι κάλπικες διαχωριστικές γραμμές με τα άλλα κόμματα του κεφαλαίου που υπηρετούν εξίσου τους στόχους αυτούς, με τον πρωθυπουργό να επιδίδεται και πάλι σε παραμύθια περί «παλιού» και «νέου», «δικαιοσύνης» και «διαφθοράς», ατάκες όπως ότι «δεν μπορεί να υπάρξει πατριωτισμός της μίζας και της διαφθοράς».
***
Αλλωστε, δίνοντας το «παραμέσα», ο πρωθυπουργός δεν ανέπτυξε τίποτα περισσότερο από τους δύο βασικούς - και εν πολλοίς αλληλοσυμπληρούμενους - στόχους της αστικής τάξης, αυτούς της ανάκαμψης των κερδών της και της «γεωστρατηγικής» της αναβάθμισης, σημειώνοντας ξανά ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ «πετυχαίνει εκεί που οι άλλοι απέτυχαν»:
«Εξορθολογίσαμε τα δημόσια οικονομικά, πετύχαμε πλεονάσματα που κανείς δεν περίμενε ότι θα πετύχουμε (...) Και γι' αυτό, επίσης, όχι μόνο βγάζουμε επιτέλους τη χώρα από αυτήν την μακρόχρονη περιπέτεια των μνημονίων που άλλοι την έριξαν, όχι εμείς. Αλλά ταυτόχρονα με θάρρος και με τόλμη και με αίσθηση του πατριωτικού συμφέροντος, την οδηγούμε ξανά σε ρόλο πρωταγωνιστή στην περιοχή των Βαλκανίων αλλά και σε πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας, σε μια ευρύτατα αποσταθεροποιημένη γειτονιά».
Πώς μεταφράζεται για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα ο «πατριωτισμός» αυτός;
Με ατελείωτες θυσίες γιατί «ο πατριωτισμός δεν είναι δήλωση και ρητορεία... είναι πράξη... συμβολής στα βάρη του κράτους», «πλάτη» δηλαδή ούτως ώστε να φτιαχτούν τα «αναπαυτικά μαξιλαράκια» που ζητάει το κεφάλαιο και να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητά του.
Με παραίτηση από την πάλη για όσα δικαιούνται, από τη διεκδίκηση των σύγχρονων αναγκών τους αλλά και όσων έχασαν τα προηγούμενα χρόνια, γιατί «αυτό που πρέπει να κάνουμε όλοι μας, κόμματα και πολίτες πάνω από όλα, είναι να πάρουμε οριστικό διαζύγιο με τις συνήθειες και με τις νοοτροπίες του χθες».
Να υιοθετήσουν, δηλαδή, οι εργαζόμενοι τις «νέες συνήθειες» και «νοοτροπίες» της εργασιακής ζούγκλας που διαμορφώνουν οι απαιτήσεις των καπιταλιστών και κατοχυρώνουν οι δεκάδες αντεργατικοί νόμοι της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων. Να πάρουν διαζύγιο - με το καλό ή το άγριο, όπως δείχνουν και τα πρόσφατα μέτρα για το χτύπημα του δικαιώματος της απεργίας - από τη συλλογική οργάνωση και πάλη, τη διεκδίκηση, την ταξική πάλη.
Και ταυτόχρονα να δουν ως «πατριωτικό καθήκον» τη στήριξη των δολοφονικών σχεδίων του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της ΕΕ στην περιοχή, αφού μέσα από την όλο και βαθύτερη εμπλοκή σε αυτά που «τρέχει» η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, η ελληνική αστική τάξη διεκδικεί την «αναβάθμιση» της θέσης της, φιλοδοξεί να πιάσει κι εκείνη μια καλή θέση στο «φαγοπότι» που στήνεται σε Ενέργεια και Μεταφορές.
Να δουν - με το κεφάλι ανάποδα - την εμπλοκή στους ανταγωνισμούς αυτούς, τους «αναβαθμισμένους» ρόλους στα εγκληματικά σχέδια, το «κλείσιμο των εκκρεμοτήτων» για την «ευρωατλαντική ολοκλήρωση» των Βαλκανίων και όλα τα υπόλοιπα που οξύνουν περαιτέρω τους ανταγωνισμούς με τα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα ως... εγγύηση ειρήνης και σταθερότητας.
***
Απ' όπου κι αν τα πιάσει κανείς τα «εθνικά» οράματα του κεφαλαίου, σημαίνουν ένταση της εκμετάλλευσης, γενίκευση της φτώχειας, νέους μεγάλους κινδύνους για το λαό. Οσες επικλήσεις κι αν κάνουν οι καπιταλιστές και οι κυβερνήσεις τους, κοινά συμφέροντα εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων ούτε υπήρξαν ούτε πρόκειται να υπάρξουν. Για τους εργαζόμενους, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, μοναδικό «καθήκον» είναι να χαράξουν το δικό τους δρόμο, σε σύγκρουση με το κεφάλαιο και την εξουσία του, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους.

Ο δήμαρχος Μπουτάρης και η παραχάραξη της Ιστορίας





Στη Θεσσαλονίκη του Μάη του '36, του Τάσου Τούση, του Γρηγόρη Λαμπράκη και του Γιώργη Τσαρουχά. Στη Θεσσαλονίκη των αντιΝΑΤΟικών πορειών, του 30% ανεργίας και προσφάτως των αγροτικών κινητοποιήσεων, ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης εγκαινίασε, στις 31/01/2018, το μουσείο του Ολοκαυτώματος, αφιερωμένο στα θύματα της εβραϊκής κοινότητας από τους ναζί κατακτητές. Ως είθισται, από τα εγκαίνια του μουσείου δεν θα μπορούσε να λείπει η ομιλία του δημάρχου για το Ολοκαύτωμα. Μια ομιλία αισθητικά και φιλολογικά προσεγμένη, που όμως επιχείρησε κατά τον χειρότερο τρόπο να ξαναγράψει την ιστορία της Κατοχής κατά το δοκούν.


Στην ιστορία της Κατοχής του κυρίου Μπουτάρη απουσιάζει ολοκληρωτικά η ΕΑΜική Αντίσταση και όχι μόνο. Απουσιάζει η αλληλεγγύη του ελληνικού λαού προς το εβραϊκό στοιχείο, η οποία μάλιστα καλύπτεται από ένα σκοτεινό πέπλο συλλογικής ευθύνης αφού: «Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους», μπροστά στις απηνείς διώξεις των Εβραίων. Ετσι, λοιπόν, συλλογικά ο ελληνικός λαός φταίει. Φταίει, γιατί κατά τον κύριο Μπουτάρη έμεινε θεατής μπροστά στο δράμα των συνανθρώπων του. Δεν καταλάβατε λάθος! Ο ίδιος λαός που γέννησε ένα από τα σημαντικότερα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στην Ευρώπη του Δευτέρου Παγκοσμίου, υπήρξε απλώς ένοχος θεατής στο δράμα των Εβραίων συμπολιτών του. Ξέχασε μάλλον ο κύριος Μπουτάρης την αυτοθυσία του ΕΑΜ Θεσσαλονίκης όταν προσπαθούσε να περισώσει τους διωκόμενους Εβραίους της πόλης. Ξέχασε ότι το ΕΑΜ τούς καλούσε στο βουνό για να σωθούν και να πολεμήσουν τους διώκτες τους, ενώ οι πρόεδροι του Εβραϊκού Συμβουλίου της πόλης, Σάμπυ Σαλτιέλ και Τσβι Κόρετς, κώφευαν εμπιστευόμενοι τις ναζιστικές αρχές, που ήδη το 1943 είχαν δείξει το πρόσωπό τους. Ετσι, για τον κύριο Μπουτάρη, ο Πούλος, ο Κίτσα Μπαζάκ και ο Δάγκουλας υπήρξαν ίδιοι με τον αγωνιστή δάσκαλο Δημήτρη Καββάδα και με τον διευθυντή της Αστυνομίας Θεσσαλονίκης Μιχάλη Μαντούβαλο, που σε συνεννόηση με το ΕΑΜ φυγάδευε διά θαλάσσης διωκόμενους Εβραίους.

Μάλιστα, κατά τον κύριο Μπουτάρη, δεν υπήρξαν μάλλον ούτε Εβραίοι αντιστασιακοί, όπως ο κομμουνιστής Μωυσής Μπουρλάς, που σημειώνει στα απομνημονεύματά του: «Δεν φόρεσα ούτε στιγμή το κίτρινο άστρο. Γυρνούσα στις συνοικίες και στην πόλη μαζί με Χριστιανούς για να στρατολογήσουμε νέες και νέους Εβραίους για ν' ανέβουν στο βουνό, στην Αντίσταση». Μαζί του εκατοντάδες Εβραίοι προσχώρησαν στον ΕΛΑΣ, ενώ «μετριούνται στα δάκτυλα αυτοί που πήγαν στον αντικομμουνιστικό ΕΔΕΣ»1.

Αλλά και σε ευρύτερη κλίμακα, ο κύριος Μπουτάρης δεν θυμήθηκε τους Εβραίους της Χαλκίδας, που σώθηκαν σχεδόν όλοι χάρη στη Νομαρχιακή Επιτροπή του ΕΑΜ και στο 7ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Τους Εβραίους της Κέρκυρας, που φυγαδεύτηκαν μαζικά από το ΕΑΜ στην Ηπειρο και την Αιτωλοακαρνανία και στάθηκαν μετέπειτα στο πλευρό των πολιτικών κρατουμένων, που η αστική δημοκρατία «τάιζε» καθημερινά στην κρεατομηχανή των εκτελεστικών αποσπασμάτων, και εκατοντάδες άλλους Εβραίους της Αθήνας, των Τρικάλων, του Βόλου και της Λάρισας, που το ΕΑΜ φυγάδευσε στα βουνά. Φαίνεται πως ο αρχιραβίνος της Αθήνας, Ελιάου Μπαρζιλάι, δεν βρέθηκε ποτέ στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ και δεν έστειλε στην ΠΕΕΑ ευχαριστήριο τηλεγράφημα2, ο «Κεραυνός» Δαυίδ Ααρών δεν πολεμούσε με τον ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη, η Καπετάνισα Σαρίκα της Εύβοιας δεν σήκωσε ποτέ τα όπλα του ΕΛΑΣ ενάντια στους διώκτες της και η φωτογραφία του αντάρτη Λουί Κοέν δίπλα στα συντρίμμια ενός γερμανικού αεροπλάνου δεν τραβήχτηκε ποτέ.

Απέναντι σε αυτήν την επιδιωκόμενη λήθη, αξίζει να υπενθυμίσουμε τα παρακάτω λόγια του αρχιραβίνου του Βόλου Μωΰσή Πεσάχ:
«Η παγκόσμιος Ιστορία του Εβραϊσμού και η νεωτέρα τοιούτη θα μνημονεύουν μεταξύ των άλλων και εις ιδιαίτερον κεφάλαιον το σημαντικόν γεγονός της διασώσεως των Εβραίων της Ελλάδος, οίτινες κατέφυγον με την προστασίαν του ΕΛΑΣ και την παρασχεθείσαν εις αυτούς συνδρομήν και υποστήριξην κατά την διάρκειαν του σκληρού διωγμού των υπό των βαρβάρων Γερμανών. (...) ουδέποτε θα λησμονήσωμεν την μεγάλην αυτήν ευεργεσίαν ης ετύχαμεν εκ μέρους του ηρωικού εθνικού στρατού του ΕΛΑΣ και των οπαδών των λοιπών απελευθερωτικών οργανώσεων του ΕΑΜ ως και της προστάτιδος των θυμάτων του φασισμού και μάνας των φτωχών Εθνικής Αλληλεγγύης, της ειρηνοφίλου Εθνικής Πολιτοφυλακής, της ΕΠΟΝ της ελπίδος αυτής του έθνους και όλων των πραγματικών Ελλήνων συμπατριωτών μας...»3.

Εκτός, όμως, από ασθενή ιστορική μνήμη, ο κύριος Μπουτάρης μάλλον στερείται και βασικών γνώσεων Ιστορίας εν γένει. Δεν γνωρίζει, καθώς φαίνεται, πως στην Ιστορία δεν υπάρχουν ενιαία εθνικά σύνολα ή εθνικές «ομοψυχίες» και πως κανένα κράτος που βρέθηκε σε συνθήκες θανάτου, πείνας και κατοχής κάτω από τη ναζιστική μπότα, δεν υπήρξε απαλλαγμένο από συνεργάτες του κατακτητή. Φαινόμενα όπως η σφαγή της Παραμυθιάς υπήρξαν και στο Οραντούρ Σιρ Γκλάν και στο Βίλνιους, ακόμη και στο Μπάμπι Γιαρ. Μήπως άραγε δεν ήταν η αμερικανική ΙΒΜ που έστησε το σύστημα εξόντωσης των ναζιστικών στρατοπέδων; Μήπως δεν είναι η σημερινή «JP Morgan» που χρηματοδότησε τον Χίτλερ μαζί με το ίδρυμα «Ροκφέλερ»; Και ο κατάλογος είναι τεράστιος. Ομως, στην πραγματικότητα, ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης ούτε ασθενή ιστορική μνήμη έχει, ούτε του είναι άγνωστη η ΕΑΜική Αντίσταση. Ο λόγος του αποτελεί μέρος μιας σύγχρονης προσπάθειας, που εντός κρίσης, επιχειρεί να συσκοτίσει και να ξαναγράψει την Ιστορία της ταξικής πάλης και των αγώνων του ελληνικού λαού, προκειμένου αυτός να μη διδαχτεί ποτέ παραδείγματα που του είναι χρήσιμα στο σήμερα. Να μη διδαχτεί να οργανώνεται και να αγωνίζεται για τα δίκαια της τάξης του και να επιλέγει πάντα τις αλυσίδες του αντί των όπλων. Αλλωστε, ο κύριος Μπουτάρης είναι γνωστός επιχειρηματίας και ο λόγος του δεν θα μπορούσε παρά να εκφράζει τα συμφέροντα της δικής του τάξης. Μιας τάξης που σωρηδόν συνεργάστηκε με τον κατακτητή και πλούτισε από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου. Μιας τάξης που στο λόγο του κυρίου Μπουτάρη επιρρίπτει στον ελληνικό λαό ευθύνες που αναλογούν αποκλειστικά σε εκείνη.

Σημειώσεις:
1. John O. Iatrides, πρόλογος στον Στίβεν Μπόουμαν, «Η αντίσταση των Εβραίων στην κατοχική Ελλάδα», εκδ. «Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος», Αθήνα, 2012, σελ. 13
2 . Γιάννης Ανδρικόπουλος, «1944 Κρίσιμη χρονιά», τόμ. Α', εκδ. «Διογένης», Αθήνα, 1974, σελ. 271
3. Αναγέννηση (Βόλος), 6-1-1945

Διαμάντης Θεόφιλος
Υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κρύβουν την ουσία




Την ώρα που εκατοντάδες ασθενείς που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας συνωστίζονται σε «κοινωνικά φαρμακεία» ή καταχρεώνονται για να εξασφαλίσουν την απαραίτητη φαρμακευτική θεραπεία, ακούνε ξανά για «βαλίτσες» γεμάτες με εκατομμύρια ευρώ που διακινούν φαρμακοβιομήχανοι.
Την ώρα που οι εργαζόμενοι ζουν καθημερινά ένα Γολγοθά για να εκτελέσουν την πιο απλή συνταγή γιατρού, βομβαρδίζονται από τη σκανδαλολογία και τις αναφορές στις «μίζες». Οι ίδιοι που ευθύνονται για την άθλια κατάσταση που επικρατεί στην Υγεία, δηλαδή οι φαρμακοβιομήχανοι, οι επιχειρηματικοί όμιλοι στην Υγεία που την έχουν κάνει πανάκριβο εμπόρευμα, όπως και οι αστικές κυβερνήσεις που θωρακίζουν τη «νόμιμη» κερδοφορία τους, μοστράρουν τώρα στο λαό τις «παράνομες» συναλλαγές. Στόχος τους είναι να κρυφτεί η ουσία, το πραγματικό σκάνδαλο, που είναι η εμπορευματοποίηση του Φαρμάκου.
Είναι φανερό ότι ο πόλεμος που ξεσπάει γύρω από τη «Novartis» έχει πολλές προεκτάσεις. Από τη μία, είναι σίγουρο ότι σκάνδαλα τέτοιου μεγέθους δεν «σκάνε» επειδή απλά κάποιοι φιλοτιμήθηκαν να μιλήσουν. Πάντα, αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου επιχειρηματικών, έως και γεωπολιτικών παιχνιδιών, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών ανάμεσα σε κορυφαία μονοπώλια. Π.χ. το γεγονός ότι η υπόθεση «Novartis», που αφορά και γερμανικά κεφάλαια, ανακινήθηκε από το κράτος των ΗΠΑ, είναι αρκετό για να καταλάβει κανείς ότι εδώ έχουμε να κάνουμε μεταξύ άλλων και με ακόμη ένα επεισόδιο του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ και σε κράτη της ΕΕ. Θυμίζουμε αντίστοιχες «αποκαλύψεις» που έκαναν οι ΗΠΑ πέρυσι για τη «Volkswagen» κ.λπ.
Κανείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια στο γεγονός ότι η σκανδαλολογία λειτουργεί καταλυτικά και στην αναδιάταξη του αστικού πολιτικού σκηνικού, σε μια περίοδο που έτσι κι αλλιώς τέτοιες διεργασίες είναι στην ημερήσια διάταξη. Αυτό φάνηκε και με αφορμή την αντιπαράθεση για το Σκοπιανό και το πώς αυτή αξιοποιείται για την επιτάχυνση πολιτικών εξελίξεων, οι οποίες δεν αφήνουν αδιάφορα τα αστικά επιτελεία εντός και εκτός Ελλάδας.
Η σκανδαλολογία αξιοποιείται για να φορτωθεί στα «σκάνδαλα», στη «διαφθορά», στις «μίζες» όλη η κακοδαιμονία που ζουν οι εργαζόμενοι, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Οι επιπτώσεις της κρίσης, η αντιλαϊκή επίθεση, τα μνημόνια, οι άμεσες επιπτώσεις τους στο σύστημα Υγείας και Πρόνοιας με τις δραματικές περικοπές, που διαμορφώνουν άθλιες συνθήκες. Μάλιστα, διαβάσαμε στον φιλοκυβερνητικό Τύπο ότι το σκάνδαλο που αποκαλύπτεται είναι τόσο μεγάλο, που ο λαός δεν θα είχε φορτωθεί το ένα μνημόνιο από τα τρία, αν οι πολιτικοί έλεγαν όχι σε αυτές τις μίζες! Με τέτοιες ανοησίες προσπαθούν να κουκουλώσουν για ακόμη μια φορά ότι η πολιτική των μνημονίων εφαρμόζεται παντού σε όλα τα κράτη της ΕΕ και όχι μόνο, ότι τα μεγαλύτερα «μνημόνια» απ' όλα είναι το καπιταλιστικό κέρδος, η ΕΕ και άλλοι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί. Να κουκουλώσουν επίσης το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν είναι πουθενά «υγιής» και «αδιάφθορος», παντού βρωμάει και ζέχνει από σκάνδαλα, αφού το σκάνδαλο των σκανδάλων είναι το κέρδος για λογαριασμό των ομίλων που βγαίνει από το ξεζούμισμα των εργαζομένων.
Οσο σημαντικό είναι για το λαό να διαλευκανθεί πλήρως αυτή η υπόθεση και κανένας υπεύθυνος να μην πέσει στα μαλακά, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλο τόσο σημαντικό είναι να μη λειτουργήσει ως βολικό άλλοθι κάλυψης της αντιλαϊκής πολιτικής.
Και κυρίως να μην επιτρέψει ο λαός σε όλη αυτήν την μπόχα που αναδύεται να σκεπάσει το μέγα σκάνδαλο, που είναι η παραγωγή και εμπορία του Φαρμάκου με σκοπό το καπιταλιστικό κέρδος. Οσο συμβαίνει αυτό, το Φάρμακο θα είναι απλησίαστο για την εργατική τάξη και ταυτόχρονα θα μαίνεται ο πόλεμος ανάμεσα στις πολυεθνικές για το ποια θα κυριαρχήσει, θα αναπαράγεται η διαφθορά. Βλέποντας αυτήν τη μεγάλη εικόνα, οι εργαζόμενοι αντί να ψάχνουν «ουτοπικά» έναν καπιταλισμό χωρίς διαφθορά, να παλέψουν για να ξηλώσουν την αιτία της διαφθοράς και των σκανδάλων, που είναι η ίδια η καπιταλιστική ιδιοκτησία.

7 Φεβ 2018

“Η Χρυσή Αυγή είναι ένα κακέκτυπο του Χιτλερισμού-Ναζισμού” – Όταν ο Μίκης κατακεραύνωνε τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής

Το θυμήθηκε μια συντρόφισσα στον τοίχο της και το βρήκε από το πολύτιμο αρχείο του Ριζοσπάστη. Μια δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη από το -όχι και τόσο μακρινό- 2015, όπου χαρακτήριζε τους χρυσαυγίτες κακέκτυπο των ναζί και του χιτλερισμού, καταδικάζοντας κατηγορηματικά τη θεωρία των δύο άκρων και την προσπάθεια εξομοίωσης του φασισμού με τον κομμουνισμό, που έγινε ο νεκροθάφτης του πρώτου, όπως σημειώνεται στη γραπτή δήλωση.
Η δήλωση αυτή είχε δοθεί στη δημοσιότητα τον Ιούλιο του 15′ από το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης τότε είχε προταθεί ως μάρτυρας κατηγορίας για τη δίκη της Χρυσής Αυγής, από την πολιτική αγωγή των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ που είχαν δεχτεί τη δολοφονική επίθεση των νεοναζί στο Πέραμα. Άραγε τι θα έλεγε στη δίκη αυτή ο Μ. Θεοδωράκης, ως μάρτυρας κατηγορίας; Ότι οι νεοναζί αγαπάνε την πατρίδα τους, αλλά με έναν τρόπο εριστικό;
Ακολουθεί το κείμενο της δήλωσης του Μίκη Θεοδωράκη.
«Η Χρυσή Αυγή από την άποψη της ιδεολογίας, της οργάνωσης και των εκδηλώσεών της είναι ένα κακέκτυπο του Χιτλερισμού – Ναζισμού. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι ο Ναζισμός μπορεί να στηρίζεται στη φασιστική θεωρία του Μουσολίνι, όμως στην πράξη εξελίχθηκε από τον Αδόλφο Χίτλερ σε μια τεράστια εγκληματική μηχανή, που ξεπερνά σε βαρβαρότητα όλες τις απάνθρωπες πράξεις μέσα στην παγκόσμια Ιστορία. Ο Χίτλερ, καλλιεργώντας συστηματικά τα εγκληματικά ένστικτα των οπαδών του, δημιούργησε μιαν απάνθρωπη μηχανή φόβου, πόνου και θανάτου με την ομαδική εξόντωση εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς διάκριση εθνοτήτων, φυλών και ηλικιών.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο φασισμός όσο και ο ναζισμός είχαν ως βασικό τους στόχο την εξόντωση του κομμουνισμού. Δεν υπολόγισαν όμως σωστά τη θέληση των λαών και την απόφαση της Ιστορίας να είναι ο κομμουνισμός ο νεκροθάφτης τους. Μπροστά σ’ αυτή την τιτάνια μάχη ανάμεσα στους δύο θανάσιμους εχθρούς, η προσπάθεια ορισμένων μαύρων πολιτικών αντιπάλων σήμερα να εξομοιώσουν αυτούς τους δύο, καταντά γελοία και βλάσφημη απέναντι στους χιλιάδες νεκρούς, που με επικεφαλής τον Κόκκινο Στρατό έμπηξαν την κόκκινη σημαία στην καρδιά του τέρατος στο Βερολίνο, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η σημαντική ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής οφείλεται στη βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση που πλήττει τη χώρα και το λαό μας τουλάχιστον τα πέντε τελευταία χρόνια σε συνδυασμό με την αδυναμία της πολιτικής εξουσίας που αντί να βρει λύσεις στα μεγάλα προβλήματα που μας καταδυναστεύουν, μας οδηγεί σε όλο και βαθύτερες δοκιμασίες. Εννοείται ότι δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και την πολύπλευρη στήριξη που είχε η Χρυσή Αυγή από μηχανισμούς του συστήματος και από διάφορα συμφέροντα εντός και εκτός Ελλάδος.
Για όποιον έχει μελετήσει την σύγχρονη Ιστορία και ειδικά της Γερμανίας, αυτή η ανοδική πορεία της Χρυσής Αυγής είναι πανομοιότυπη με την άνοδο και την πλήρη επικράτηση του Χίτλερ, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη βαθιά εθνική, οικονομική και κοινωνική κρίση στη δεκαετία του 1920-1930 και την αγωνία και το θυμό του γερμανικού λαού εκείνης της εποχής.
Ενα από τα κύρια ιδεολογικά όπλα του Γερμανού δικτάτορα υπήρξε η φυλετική του θεωρία, ο ρατσισμός. Η Χρυσή Αυγή τον μιμείται και σ’ αυτό το σημείο σπέρνοντας το μίσος κατά των ξένων μεταναστών με πράξεις βίαιες, που προσβάλλουν το λαό και τη χώρα μας και που έχουν ως βάση τη φυλετική θεωρία του Ναζισμού.
Για την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας, ο Χίτλερ επέλεξε έναν διπλό δρόμο: Την παράνομη τρομοκράτηση και τη νόμιμη συμμετοχή στο ανώτατο όργανο εξουσίας, τη γερμανική βουλή.
Και στο σημείο αυτό η τακτική της Χρυσής Αυγής είναι πανομοιότυπη με εκείνη των Χιτλερικών – Ναζιστών.
Οι Γερμανοί είχαν οργανώσει Ομάδες Εφόδου, στην αρχή άοπλες και στη συνέχεια με οπλισμό και στρατιωτική πειθαρχία. Ξεκίνησαν με μερικές εκατοντάδες για να φτάσουν στα δύο εκατομμύρια την εποχή της ανόδου του Χίτλερ στην εξουσία. Οι ομάδες αυτές κατ’ αρχήν έκαναν τη εμφάνισή τους με καθημερινές στρατιωτικού τύπου παρελάσεις, για να φτάσουν αργότερα σε επιθέσεις, ξυλοδαρμούς και καταστροφές μαγαζιών και Συναγωγών. Ακόμα και σε φόνους.
Το ίδιο και η Χρυσή Αυγή οργάνωσε τις δικές της Ομάδες Εφόδου με ομοιόμορφες στολές και στρατιωτική πειθαρχία, με στρατιωτικά γυμνάσια, στρατιωτικές παρελάσεις και βίαιες ενέργειες, ξυλοδαρμούς, καταστροφές, μαχαιρώματα και τέλος με φόνους, όπως αυτός του Παύλου Φύσσα.
Από ένα σημείο και πέρα άρχισαν να εξοπλίζονται με πολεμικά όπλα και να εξελίσσονται σε τακτικό στρατό με εκπαίδευση αξιωματικών. Αυτός ο μεγάλος εξοπλισμός φανερώνει τις διασυνδέσεις τους με σημαντικά ελληνικά και προ παντός ξένα κέντρα ναζιστικής ιδεολογίας.
Οπως προαναφέραμε, στο δρόμο προς την κατάκτηση της απόλυτης δικτατορικής εξουσίας και κατά το παράδειγμα του Χίτλερ, σχημάτισαν κόμμα ακολουθώντας το νόμιμο τρόπο της εισόδου στη Βουλή των Ελλήνων με στόχο να καταλύσουν με τη βοήθεια των Ομάδων Εφόδου, οι οποίες όπως φαίνεται προκαλούν δέος και εντυπωσιάζουν ορισμένα στρώματα της Κοινωνίας, ώστε να αυξάνεται η εκλογική τους δύναμη.
Προς την κατεύθυνση αυτή βοηθούν, όπως είπαμε, και οι τραγικές συνθήκες μέσα στις οποίες έχουν ρίξει το λαό μας οι σύγχρονες πολιτικές συγκυρίες.
Η λύση θα ήταν να περιλάβουν οι συντάκτες του σημερινού Συντάγματος ένα άρθρο που να απαγορεύει την οποιασδήποτε μορφής δημόσια έκφραση της ναζιστικής εγκληματικής ιδεολογίας και πρακτικής, δεδομένου ότι και η χώρα μας υπήρξε θύμα της ναζιστικής θηριωδίας. Η παράλειψη ενός τέτοιου άρθρου οδηγεί σε τραγικο-κωμικές καταστάσεις όπως η τωρινή παρουσία βουλευτών που έρχονται από τις φυλακές σιδηροδέσμιοι για να αγορεύσουν και να ψηφίσουν.
Προσωπικά θεωρώ την κατάσταση αυτή ως βλασφημία (με τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό) απέναντι στην ιερότητα αυτού του ανώτατου οργάνου της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Βουλής των Ελλήνων.
Στην περίοδο 1967 – 1974 βιώσαμε την τραγωδία της στρατιωτικής δικτατορίας.
Θα πρέπει όμως να υπογραμμίσω στο σημείο αυτό, ότι η δικτατορία που οραματίζονται οι κατηγορούμενοι εκπρόσωποι της Χρυσής Αυγής θα ήταν δεκάδες φορές χειρότερη. Γιατί ο Παπαδόπουλος είχε μοναδικό του στήριγμα τις ένοπλες δυνάμεις, ενώ η Χρυσή Αυγή έχει, όπως και ο Χίτλερ, και την συμπαράσταση πολλών εξαπατημένων Ελλήνων ψηφοφόρων.
Αθήνα 20/4/2015
Μίκης Θεοδωράκης».
Και το ρητορικό ερώτημα είναι: τι έχει αλλάξει στο μεσοδιάστημα από όσα πολύ σωστά σημειώνει στη δήλωσή του ο Μίκης Θεοδωράκης και οι νεοναζί έγιναν… “εριστικοί πατριώτες”;

Αθύρματα του λαϊκισμού



Ένα από όλα όσα εκνευρίζουν έναν σκεπτόμενο άνθρωπο είναι και η καραμέλλα τού λαϊκισμού. Δεν είναι καθόλου σπάνιο το φαινόμενο να βλέπουμε τους αρχηγούς των δυο ισχυρότερων (και όχι μόνο) κομμάτων τού κοινοβουλίου να τσακώνονται για το αν και ποιος από τους δυο είναι λαϊκιστής. Το φαινόμενο είναι παλιό και, βεβαίως, δεν έχουμε την αποκλειστικότητά του στην Ελλάδα. Σ' όλον τον κόσμο σχεδόν τα ίδια γίνονται. Θα έλεγε κανείς ότι μετά τον πόλεμο επικράτησε παγκοσμίως ο λαϊκισμός. Δεν θα είχε άδικο.

Εφ' όσον λαϊκίζω σημαίνει παριστάνω τον λαϊκό, υποδύομαι τον άνθρωπο του λαού, είναι λογικό να προσθέσουμε και το νοιάζομαι δήθεν για τον λαό. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές χώρες (της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένης) υπήρξαν και υπάρχουν συντηρητικά κόμματα στο όνομα των οποίων περιλαμβάνεται ο όρος "λαϊκός". Τρία γνωστά παραδείγματα στον τόπο μας είναι το -πάλαι ποτέ κραταιό- δεξιό "Λαϊκό Κόμμα", ο ακραία δεξιός "Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός" και η ναζιστική εγκληματική πολιτική οργάνωση "Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή". Και, βέβαια, μη ξεχνάμε ότι στο ευρωκοινοβούλιο τα δεξιά κόμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης συγκροτούν την πολυπληθέστερη ομάδα του, η οποία ονομάζεται "Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα".


Η επικράτηση των λαϊκιστών στο μεταπολεμικό δυτικό σκηνικό εξελίχθηκε σε πλήρη κυριαρχία τους μετά την ήττα τού σοσιαλισμού στα τέλη τού προηγούμενου αιώνα. Μοιραία, λοιπόν, εφ' όσον η εξουσία βρέθηκε στα χέρια εκείνων που υποκρίνονταν πως νοιάζονται για τον λαό, συν τω χρόνω επικράτησαν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις οι οποίες σηματοδότησαν την άνοδο των κλειστών κοινωνιών αντί των ανοιχτών. Για να το πούμε πιο απλά, η λαϊκιστική εξουσία εξελίχθηκε σε εξουσία επί του λαού και όχι σε λαϊκή εξουσία.

Σ' αυτό συνέτεινε τα μέγιστα η πολυθρύλητη παγκοσμιοποίηση, τόσο σε πολιτικό όσο -κυρίως- σε οικονομικό επίπεδο. Χάρη στην "φιλολαϊκή" πολιτική των λαϊκιστών, γινόμαστε μάρτυρες του φαινομένου να ευημερούν τα κράτη και να δυστυχούν οι πολίτες τους. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ, την ισχυρότερη χώρα του κόσμου, σχεδόν ένας στους έξι κατοίκους επιβιώνει χάρη στα κουπόνια σίτισης ενώ στην Γερμανία, την ατμομηχανή της Ευρώπης με τα τεράστια πλεονάσματα, τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενοι (εργαζόμενοι, όχι άνεργοι!) ζουν στα όρια της φτώχειας ή και κάτω από αυτά.

Χάρη στις δήθεν λαϊκές πολιτικές επιλογές, άρχισε να εμφανίζεται τελευταία και το απίστευτο φαινόμενο διόγκωσης της ανεργίας σε χώρες όπου η αμοιβή της εργασίας δεν ξεπερνάει το ένα δολλάριο ημερησίως, όπως το Μπαγκλαντές, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες. Και χάρη σ' αυτές τις επιλογές θερίζει η πείνα σε χώρες των οποίων οι οικονομικοί δείκτες αποτελούν όνειρο για πολλούς, όπως η Ινδία και η Βραζιλία.

Το χειρότερο σύμπτωμα αυτών των επιλογών είναι η καταρράκωση των μεγάλων λαϊκών μαζών. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει, όταν χάνει την δουλειά του και γίνεται παρίας, όταν αδυνατεί να στηρίξει την οικογένειά του ή να ταΐσει τα παιδιά του, χάνει όχι μόνο την αυτοπεποίθησή του αλλά και την αξιοπρέπειά του. Χάνει την προσωπικότητά του, την ταυτότητά του. Γίνεται άθυρμα. Κι έτσι μετασχηματίζεται σε χωράφι όπου καρπίζουν παράσιτα και σαπρόφυτα πάσης φύσεως, όπως ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, ο φασισμός.

Απότοκο αυτής της εξέλιξης είναι το φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως σε πρώην σοσιαλιστικές χώρες, όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία, η Ουκρανία κλπ., χώρες όπου η εξουσία βρίσκεται στα χέρια δημοκρατικά εκλεγμένων λαϊκιστών. Η ταχύτητα, η αποφασιστικότητα και η προκλητικότητα με την αποία αυτοί οι "λαϊκοί" ηγέτες αποδομούν το κράτος δικαίου και τα λαϊκά δικαιώματα σοκάρει πολλές φορές ακόμη και την ακραία νεοφιλελεύθερη ηγεσία τής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτά τα φαινόμενα γίνονται εντονώτερα σε χώρες που έχουν οικονομικά προβλήματα, όπως η Ελλάδα. Σ' αυτές τις χώρες, δίπλα στην πολιτική τυραννία εγκαθίσταται και η οικονομική, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο δίδυμο το οποίο αποδομεί την ίδια την δημοκρατία. Κι όσο περισσότερο αποδομείται η πραγματική δημοκρατία, τόσο εδραιώνονται οι λαϊκιστές ηγέτες, εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των μεγάλων λαϊκών μαζών, οι όποιες όμως έχουν ήδη καταντήσει άθυρμα στα χέρια τους, όπως σημειώσαμε πρωτύτερα.

Αν όλα όσα είπα ακούστηκαν στον αναγνώστη κάπως αφοριστικά ή έστω υπερβολικά, ας αναλογιστεί το δημοψήφισμα του 2015 και θα καταλάβει τι θέλω να πω. Ο τρόπος με τον οποίο το Όχι ενός ολόκληρου λαού μετατράπηκε σε Ναι (δήθεν προς το συμφέρον του) από έναν ηγέτη, ο οποίος μετά από λίγο επανεκλέχτηκε πανηγυρικά παρά την αυθαιρεσία του, είναι χαρακτηριστικός.


Αντί για επίλογο, αντιγράφω ένα απόσπασμα από τον επίλογο των "Απομνημονευμάτων" του δωσίλογου πρωθυπουργού Γεωργίου Τσολάκογλου, ο οποίος πίστευε μέχρι τέλους ότι υπηρέτησε τον ελληνικό λαό και εξέφρασε την βούλησή του. Δυστυχώς, ο συγγραφέας δεν σημειώνει πουθενά αν οι διαπραγματεύσεις του με τους γερμανούς κράτησαν λιγώτερο ή περισσότερο από 17 ώρες...
Δικαιούμαι να νομίζω ότι εις τον ιδιότυπον αγώνα, που ανέλαβον, επετέλεσα το καθήκον μου, προέταξα τα στήθη μου, προήσπισα τα εθνικά και τ' ανθρώπινα δικαιώματα του Λαού, εμόχθησα διά την επιβίωσιν της φυλής και εχάραξα την αντίστασιν. Εν τω μέσω της γενικής εξαθλιώσεως και εν τω μέσω πλανών και παρεξηγήσεων, δεν επηρεάσθημεν από την επικρατούσαν σύγχισιν, αλλά παρεμείναμεν οι σθεναροί λειτουργοί της ανωτέρας ηθικής και διοικητικής αντιλήψεως και οι γρανιτώδεις βράχοι, προ των οποίων εθραύοντο και ωπισθοχώρουν τα διαρκή κύματα των επιδιωκόντων το σάρωμα όλων και την ισοπέδωσιν. Αλλοίμονον αν επ' ελάχιστον εκλονιζόμεθα. (...) Αισθάνομαι υπερηφάνειαν (...) υφίσταμαι τα πάντα αγογγύστως, επειδή το "βάσταξα" κατά την πρωθυπουργίαν μου "Ελληνικό".
[Γεωργίου Κ. Σ. Τσολάκογλου, "Απομνημονεύματα", εκδόσεις Ακροπόλεως, 1959]

χαιρετά ναζιστικα

Θα μπορούσε να είναι τρολιά, hoax, αλλά δυστυχώς η πραγματικότητα ξεπερνά πολλές φορές και την πιο νοσηρή φαντασία.
Μια ελληνική βιοτεχνία διαφημίζει στα αποκριάτικα -και όχι μόνο- προϊόντα της που κόβουν την ανάσα, κατά τα λεγόμενα της ίδιας της εταιρίας, μια ναζιστική στολή για παιδιά! Προφανώς η ανάσα εδώ κόβεται από τη ναζιστική μπόχα, γιατί δυσκολευόμαστε να σκεφτούμε κάποιον άλλο λόγο.
Η περιγραφή του προϊόντος δεν το αναφέρει πουθενά ως “ναζιστική στολή”. Αλλά το υψωμένο χέρι του παιδιού που χαιρετά ναζιστικα και η σβάστικα στο περιβραχιόνιό του δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας. Ένα άλλο συγκριτικό πλεονέκτημα του προϊόντος, για τους φασίστες που ενδιαφέρονται ίσως να την αγοράσουν είναι η ελληνική του κατασκευή, ώστε να νιώθουν εθνικά υπερήφανοι που ενισχύουν τις ελληνικές επιχειρήσεις -με προϊόντα για τους ναζί.
Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως το προϊόν δεν υπάγεται στην κατηγορία των αποκριάτικων στολών, αλλά αυτών για την “28η Οκτωμβρίου”, όπως αναφέρεται, πιθανότατα για να ταυτιστεί ακόμα περισσότερο ο υποψήφιος αγοραστής της στολής με την επιχείρηση.
Ακόμα κι αν η δικαιολογία είναι πως η σχολή προορίζεται για θεατρικά δρώμενα, παιδικές παραστάσεις κτλ (όπου κάποιος πρέπει να παίζει το ρόλο του κακού Γερμανού), η επιχείρηση γνωρίζει πολύ καλά το αγοραστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται και φροντίζει να το δείξει με το κατάλληλο στήσιμο της διαφήμισης.
Κι έτσι έχουμε ιδανικό συνδυασμό του τερπνού με το ωφέλιμο, και του επιχειρησιακού κέρδους με την εθνική περηφάνια, που είναι όμως λίγο σύνθετη έννοια και μπλέκει ενίοτε και με το δωσιλογισμό…

Φρήντριχ Έμπερτ: Ένας επάξιος προδότης της (εργατικής) τάξης του

Ο Φρήντριχ Έμπερτ γεννημένος σαν σήμερα το 1871 στη Χαϊδελβέργη, κερδίζει μέχρι σήμερα την αναγνώριση της γερμανικής αστικής τάξης και της ιστοριογραφίας της για τη “μετριοπάθειά” του στις κρίσιμες για την εξουσία της καμπές στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κυρίως αμέσως μετά τη λήξη του, όταν -“μετριοπαθώς” πάντα -τσάκισε με τη συνεργασία του στρατού την εξέγερση των Σπαρτακιστών. Δεν είναι τυχαίο ότι το παλαιότερο πολιτικό ίδρυμα της Γερμανίας, που ιδρύθηκε το 1925, το Friedrich-Ebert-Stiftung φέρει το όνομά του και διαθέτει παραρτήματα σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Ήταν γιος αρχιράφτη και σε ηλικία 14 ετών ξεκίνησε την εκπαίδευσή του ως σελοποιός. Από το 1889 εντάσσεται στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) και ξεκινάει τη συνδικαλιστική του δράση στο χώρο των σελοποιών. Λόγω της δραστηριότητας του αυτής, δέχεται συχνά ενοχλήσεις της αστυνομίας κι αλλάζει τακτικά τόπους κατοικίας και δουλειάς. Το 1893 αναλαμβάνει συντάκτης της “Εφημερίδας των πολιτών της Βρέμης”, του τοπικού κομματικού οργάνου, ενώ ένα χρονο αργότερα γίνεται επικεφαλής του SPD στην πόλη, ενώ η αναρρίχησή του στο κόμμα τον φέρνει το 1905 στο Βερολίνο, όπου γίνεται γραμματέας του. Το 1912 εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής στο Ράιχσταγκ και μετά το θάνατο του ιστορικού συνιδρυτή του SPD Άουγκουστ Μπέμπελ το 1913 αναλαμβάνει μαζί με τον Χούγκο Χάαζε την ηγεσία του κόμματος. Με το ξέσπασμα του Α’Παγκοσμίου πολέμου, ο Έμπερτ τάχθηκε υπέρ των πολεμικών πιστώσεων, μάλιστα έχασε δυο από τους τρεις γιους του στη μάχη (ο τρίτος και συνονόματός του Φρίντριχ Έμπερτ, ακολούθησε αρχικά τα πολιτικά χνάρια του πατέρα του στο SPD, μετά τον πόλεμο ωστόσο τάχθηκε υπέρ της συνένωσης σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών στο Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα -SED-στην επικράτεια της μετέπειτα ΓΛΔ, διετέλεσε μάλιστα δήμαρχος του Αν.Βερολίνου από το 1948 ως το 1967. Η μοναχοκόρη του Έμπερτ Αμαλία έφυγε από τη ζωή μόλις 31 ετών). Αντίθετα ο Χούγκο Χάαζε και η μειοψηφία που τον στήριζε εσωκομματικά (ανάμεσα της κι ο Καρλ Λήμπκνεχτ) είχε ταχθεί από την πρώτη στιγμή κατά του πολέμου, διαφωνία που οδήγησε τελικά στη διάσπαση του κόμματος, με την ίδρυση του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (USPD) το 1917, από τους κόλπους του οποίου προήλθε το Γενάρη του ’19 και το ΚΚΓ.
Με τη σύζυγο Λουίζα και τους τρεις γιους του, Φρήντριχ, Γκέοργκ και Χάινριχ (1898)
Το Γενάρη του 1918, κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης ως τότε αντιπολεμικής απεργίας στο Βερολίνο κι άλλες περιοχές, με συμμετοχή ενός εκατομμυρίου εργατών, έπαιξε διαλυτικό ρόλο, εμφανιζόμενος αρχικά να υποστηρίζει την απεργία, μόνο και μόνο για να συμβάλει στο γρήγορο τερματισμό της, επικαλούμενος προσχηματικά ότι “δε βοηθούσε στην ταχεία επίτευξη ειρήνης”. Από το φθινόπωρο του ’18 εντείνει τις προσπάθειες του για σχηματισμό κυβέρνησης σε συνεργασία με τους αστούς, ενώ εμφανίστηκε διατεθειμένος αρχικά ακόμα και για τη διατήρηση της μοναρχίας. Το φάσμα της Οχτωβριανής Επανάστασης κι ο κίνδυνος εξάπλωσης της στη Γερμανία τον στοίχειωνε, όπως φαίνεται και στην ομιλία που απηύθυνε σε ηγετικά στελέχη του SPD, που εμφανίζονταν διστακτικά στο ενδεχόμενο ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών: „Αν δε θελήσουμε τώρα συνεννόηση με τα αστικά κόμματα και την κυβέρνηση, τότε θα αφήσουμε τα πράγματα να πάρουν το δρόμο τους, τότε θα καταφύγουμε στην επαναστατική τακτική, θα σταθούμε στα πόδια μας και θα αφήσουμε τη μοίρα μας στο Κόμμα της Επανάστασης. Όποιος έζησε τα πράγματα στη Ρωσία, δε μπορεί να εύχεται στο όνομα των συμφερόντων του προλεταριάτου, να συμβεί σε εμάς μια τέτοια εξέλιξη. Αντίθετα, πρέπει να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά, πρέπει να δούμε αν θα αποκτήσουμε αρκετή επιρροή ώστε να επιβάλουμε τα αιτήματα μας και αν γίνεται, να τα συνδέσουμε με τη σωτηρία της χώρας μας, γιατί είναι το αναθεματισμένο μας χρέος και καθήκον να το κάνουμε.”
Βλέποντας ότι οι διαθέσεις του κόσμου τρέπονταν σε δυνάμει επαναστατική κατεύθυνση, άλλαξε στάση στο θέμα της μοναρχίας, εξορκίζοντας τον τότε αρχηγό του κράτους, πρίγκηπα Μαξιμιλιανό της Βάδης, να ωθήσει τον Κάιζερ σε παραίτηση και να εμπιστευτεί το SPD για να αποσοβήσει κοινωνικά ανατρεπτικές εξελίξεις: ” Αν ο αυτοκράτορας δεν παραιτηθεί, η κοινωνική επανάσταση είναι αναπότρεπτη. Αλλά εγώ δεν τη θέλω, τη μισώ μάλιστα σαν πανούκλα” . Καταλύτης των εξελίξεων ήταν η εξέγερση των ναυτών στο Κίελο, στις αρχές Νοέμβρη, που γρήγορα επεκτάθηκε σε όλη τη Γερμανία (η “Νοεμβριανή επανάσταση” όπως αποκαλείται στη γερμανική ιστοριογραφία)κι έτσι στις 9.11.1918 ο Κάιζερ παραιτείται κι ο πρίγκηπας αναθέτει στον Έμπερτ την καγκελαρία.
Απευθυνόμενος στο πλήθος το Νοέμβρη του 1918, στην πύλη του Βραδεμβούργου
Ύψιστη προτεραιότητα του νέου καγκελαρίου ήταν η αποτροπή μιας επανάληψης της επανάστασης του Οκτώβρη στη Γερμανία. Δεδομένου ότι πολλά από τα συμβούλια εργατών και στρατιωτών που είχαν σχηματιστεί στις μεγάλες πόλεις απαιτούσαν την ενότητα των δύο σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, έπεισε τον Χούγκο Χάαζε να μπει μαζί με το USPD στο λεγόμενο Συμβούλιο των Πληρεξούσιων του Έθνους (Rat der Volksbeauftragten), με επόμενο άμεσο στόχο τη διεξαγωγή εκλογών για Εθνοσυνέλευση. Το Συμβούλιο των Πληρεξουσίων θα ασκούσε θεωρητικά έλεγχο στους υπουργούς των αστικών κομμάτων που συμμετείχαν στην κυβέρνηση. Αν και θεωρητικά ισότιμος, ο ρόλος του Χάαζε κατέστη σύντομα απλά διακοσμητικός.
Στις 10 Νοέμβρη, ο αρχηγός της Ανώτατης Στρατιωτικής Δίοικησης (OHL) Βίλχελμ Γκρύνερ πρότεινε τηλεφωνικά στον Έμπερτ εξ ονόματος του στρατού τη στήριξη του στην κυβέρνηση, με αντάλλαγμα τη διατήρηση της Ανώτατης Διοίκησης ως είχε. Κοινός στόχος των δύο ανδρών ήταν η αιματηρή καταστολή του ριζοσπαστισμού των Γερμανών εργατών και στρατιωτών, παρότι οι επιμέρους στοχεύσεις ήταν διαφορετικές: ο Έμπερτ ήλπιζε-μάταια όπως απέδειξε η ιστορική πορεία-να καταστήσει το στρατό έμπιστο όργανο της αστικής δημοκρατίας, ενώ ο Γκρύνερ να αποκαταστήσει τον πολιτικό ρόλο του στρατού, ιδρύοντας έναν πόλο που θα αντιστρατευόταν το-“προδοτικό” για τους στρατιωτικούς, κοινοβουλευτικό πολίτευμα.  Η νέα αυτή συμμαχία σύντομα δοκιμάστηκε στην πράξη, όταν ο στρατός κατ’εντολή του καγκελαρίου άνοιξε πυρ τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς κατά στασιαστών ναυτών που είχαν καταλάβει το λεγόμενο “Ανάκτορο του Βερολίνου”, ιστορικό κτίριο στο κέντρο της πόλης, γεγονός που στάθηκε αφορμή για διάλυση της εύθραυστης συμμαχίας με το USPD. Αποκορύφωμα βέβαια της αντεπαναστατικής σύμπραξης σοσιαλδημοκρατίας και στρατού ήταν η βίαιη καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το Γενάρη του 1919, με τραγικό επίλογο τη δολοφονία των Λούξεμπουργκ και Λήμπκνεχτ από τα παραστρατιωτικά σώματα των Φράικορπς, με άμεση προσωπική συνέργεια του σοσιαλδημοκράτη υπουργού αμύνης Γκούσταβ Νόσκε.
Για τις συνθήκες των ημερών, ο Χούγκο Χάαζε, ο οποίος, χωρίς να συμφωνεί με τους Σπαρτακιστές είχε προσπαθήσει να μεσολαβήσει για την αποφυγή της αιματοχυσίας μεταξύ των επαναστατών και της κυβέρνησης, έγραφε στην ξαδέρφη του: „Δεν μπορείς να φανταστείς την κατάσταση στο Βερολίνο. Η Λευκή Τρομοκρατία κυριαρχεί όπως μόνο στο πάλαι ποτέ τσαρικό καθεστώς…Οι Λάνστμπεργκ, Σάιντεμαν και Έμπερτ, που παριστάνουν τους θεματοφύλακες της νομιμόητας, αφήνουν το ασκέρι, που μάζεψαν και φανάτισαν από στοιχεία παλιών αξιωματικών και υπαξιωματικών και γιόκες αστών, να κάνει ό,τι θέλει”.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το SPD κέρδισε τις εκλογές στις 19 Γενάρη 1919, σχηματίζοντας κυβέρνηση με το καθολικό Κεντρώο Κόμμα και τους φιλελεύθερους. Στις 11 Φλεβάρη ο Έμπερτ ορκίστηκε πρόεδρος του Ράιχ της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Στην εναρκτήρια ομιλία του δεν δίστασε να επικαλεστεί την εργατική του καταγωγή και την πίστη του στις σοσιαλιστικές ιδέες. Λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλη του 1919, η κυβέρνησή του έδειξε πλήρη ανοχή στην αιματηρή καταστολή της βραχύβιας “Δημοκρατίας των Συμβουλίων” του Μονάχου, καθιστώντας τη βαυαρική πρωτεύουσα έκτοτε οριστικά σφηκοφωλιά ακραίων εθνικιστών και του εκκολαπτόμενου ναζιστικού κινήματος.
Μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος του Καπ στις αρχές του 1920, χάρη σε γενική απεργία στην οποία είχε καλέσει και η κυβέρνησή του, κατέστειλε το λεγόμενο “Κόκκινο στρατό του Ρουρ”, ο οποίος υποστηριζόταν από το USPD, κι απαιτούσε εκτός από την αντιμετώπιση των πραξικοπηματιών, την κοινωνικοποίηση της βαριάς βιομηχανίας, η καρδιά της οποίας βρισκόταν στο Ρουρ. Στις εκλογές του 1920 το SPD βγήκε αποδυναμωμένο, σχημάτισε ωστόσο εκ νέου κυβέρνηση συμμαχίας με αστικά κόμματα. Η δεύτερη θητεία του σημαδεύτηκε από σειρά προβλημάτων στην εσωτερική κι εξωτερική πολιτική, κάτι που οδήγησε σε άρση εμπιστοσύνης των αντιδραστικών κύκλων που τον στήριζαν στα πρώτα χρόνια της εξουσίας του. Αυτή η αλλαγή εκφράστηκε όχι μόνο με την αποχώρηση του SPD από την κυβέρνηση, αλλά και  με τη λεγόμενη δίκη του Μαγδεβούργου στις αρχές του 1925, η οποία ξεκίνησε με αφορμή μήνυση του Έμπερτ κατά δημοσιογράφου που τον κατηγόρησε ως συνυπαίτιο της στρατιωτικής ήττας του ’18. Στη διάρκεια της δίκης, ο Γκρύνερ κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, γνωστοποιώντας για πρώτη φορά δημόσια την τηλεφωνική τους συνομιλία το Νοέμβρη εκείνης της χρονιάς. Το δικαστήριο καταδίκασε μεν το δημοσιογράφο για προσβολή αρχηγού κράτους, δέχτηκε ωστόσο ότι η ουσία των κατηγοριών του περί εσχάτης προδοσίας ευσταθούσαν, επικαλούμενο τον-στην πραγματικό απεργοσπαστικό βέβαια- ρόλο του Έμπερτ στη γενική απεργία του Γενάρη. Εξαιτίας της δίκης ο Έμπερτ ανέβαλε επέμβαση σκωληκοειδίτιδας, κι έτσι στις 28 Φλεβάρη κατέληξε κατά τη διάρκεια του χειρουργείου λόγω περιτονίτιδας.

TOP READ