31 Ιουλ 2012

«ΤΣΙΝΕΤΣΙΤΑ» Το στούντιο - «θρύλος» κινδυνεύει


«ΤΣΙΝΕΤΣΙΤΑ»
Το στούντιο - «θρύλος» κινδυνεύει
Το κυνήγι του κέρδους και η πολιτική της εμπορευματοποίησης του Πολιτισμού απειλούν ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά στούντιο της Ευρώπης
Μια «σουρεαλιστική» εικόνα από την πυρκαγιά του 2007: Ηθοποιοί ντυμένοι αρχαίοι Ρωμαίοι για τις ανάγκες τηλεοπτικής σειράς απομακρύνονται από τα σκηνικά
Το κινηματογραφικό στούντιο της «Τσινετσιτά», της «πόλης του κινηματογράφου», έχει «ταυτιστεί» με τη Ρώμη σχεδόν όσο και το Κολοσσαίο. Και ακριβώς όπως το πασίγνωστο αρχαίο μνημείο... απειλείται το ίδιο από την εμπορευματοποίηση. Θυμίζουμε ότι στην περίπτωση του Κολοσσαίου έχουμε την παραχώρηση της χρήσης της εικόνας του επί 50 χρόνια σε έναν μεγαλοβιομήχανο παπουτσιών ως αντάλλαγμα για την χρηματοδότηση της συντήρησής του. Στην περίπτωση της «Τσινετσιτά» έχουμε την απειλή της «σαλαμοποίησης» της παραγωγής με την ταυτόχρονη μετατροπή μέρους της σε «ψυχαγωγικό» εμπορικό «πάρκο».
Βέβαια, όταν μνημεία όπως το Κολοσσαίο και η Πομπηία καταρρέουν με το ιταλικό κράτος να ψάχνει «χορηγούς» για να τα «σώσει», δεν πρέπει να αναμένεται κρατική «ευαισθησία» για κινηματογραφικά πλατό, έστω κι αν πρόκειται γι' αυτά της «Τσινετσιτά», του στούντιο - «θρύλου» που μεγάλωσε ολόκληρες γενιές θεατών με τη μαγεία που μόνο η έβδομη τέχνη μπορεί να δημιουργήσει και που συνδέθηκε με σκηνοθέτες όπως ο Φελίνι, ο Μπερτολούτσι, ο Κόπολα κ.ά. Χωρίς υπερβολή η «Τσινετσιτά» σίγουρα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς του ιταλικού λαού, αλλά αυτό σε τίποτα δεν εμπόδισε την ιταλική κυβέρνηση να αρχίσει το ξεπούλημά της, το οποίο δύο φορές τα τελευταία χρόνια σημαδεύτηκε και από δύο πυρκαγιές, παρολίγον καταστροφικές: Μία το 2007 και μία πριν μόλις μερικές μέρες. Και όλα αυτά στο «φόντο» της πολιτικής της ΕΕ που εμβαθύνει την εμπορευματοποίηση του οπτικοακουστικού τομέα και μετατρέπει τους δημιουργούς σε «υπαλλήλους» των πολυεθνικών. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Ιστορική αναδρομή

Η «Τσινετσιτά» εγκαινιάστηκε το 1937 από τον δικτάτορα Μουσολίνι με προφανείς προπαγανδιστικούς σκοπούς του φασιστικού καθεστώτος, στα πρότυπα της ναζιστικής Γερμανίας. Το «σύνθημα» εξάλλου ήταν: «Ο κινηματογράφος είναι το πιο ισχυρό όπλο». Κάτι που είναι αλήθεια, αλλά που γίνεται και καταστροφικό για τις συνειδήσεις, ανάλογα με τα χέρια που το κρατούν. Το συγκρότημα, στα νοτιοανατολικά της Ρώμης, σχεδιάστηκε ως ένα ολοκληρωμένο κέντρο παραγωγής, με τις εγκαταστάσεις να καλύπτουν τα πάντα, από την κατάρτιση και την παραγωγή ταινιών, μέχρι το post-production (σ.σ. όλο το τεχνικό κομμάτι που ολοκληρώνει την ταινία, όπως μουσική κ.λπ.), από τον αρχιτέκτονα - έναν από τους καλύτερους της εποχής του - Τζίνο Περεσούτι. Θεωρείται δε ένα από τα καλύτερα παραδείγματα μοντερνισμού στην Ευρώπη. Βέβαια, τα πρώτα χρόνια το στούντιο παρήγαγε «ντουζίνες» ιστορικών δραμάτων και προπαγανδιστικών, του φασισμού, ταινιών. Μέσα σε έξι χρόνια γυρίστηκαν σχεδόν... 300 ταινίες!
Το 1943, η Ιταλία συνθηκολόγησε και οι Γερμανοί κατέλαβαν τη χώρα. Λεηλάτησαν την «Τσινετσιτά», με τα απομεινάρια της παραγωγικής της βάσης να μεταφερθούν προσωρινά στη Βενετία. Ο,τι γλίτωσε από τους ναζί, το αποτελείωσαν οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί τα επόμενα δύο χρόνια. Με τη λήξη του πολέμου το 1945 και μέχρι και το 1947, τα στούντιο είχαν μετατραπεί σε καταυλισμούς προσφύγων.
Σκηνικό για τις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» του Μάρτιν Σκορτσέζε
Ηδη, όμως, από το 1943 και μετά άρχισε να διαμορφώνεται η αντιφασιστική - αντιπολεμική συνείδηση στους Ιταλούς κινηματογραφιστές, συνεπικουρούμενη από το αντιστασιακό κίνημα και την εξάπλωση των σοσιαλιστικών ιδεών, συμβάλλοντας σε αυτό που στην πρώτη μεταπολεμική δεκαετία θα γινόταν γνωστό ως το κινηματογραφικό αισθητικό κίνημα του νεορεαλισμού. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι αυτή η σημαντική στροφή στον ιταλικό κινηματογράφο θα γίνει εκτός «Τσινετσιτά», αφού, όπως είδαμε, μέσα στον πόλεμο το στούντιο ουσιαστικά δεν λειτουργούσε. Ωστόσο, αυτός δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που έκανε τους Ιταλούς κινηματογραφιστές να αρνηθούν, μεταπολεμικά, να φιλοξενηθούν στο στούντιο. Ηταν αισθητικός - ιδεολογικός: Βγήκαν στους δρόμους με την κάμερα ανά χείρας, με σενάρια βγαλμένα από την πραγματικότητα και ερασιτέχνες ηθοποιούς για να κατακτήσουν νέες «κορυφές» στην τέχνη του σινεμά. Το «μανιφέστο» του κινήματος είναι η «αρχετυπική» ταινία του Ροσσελίνι «Ρώμη, Ανοχύρωτη πόλη» (1945). Ο,τι ακολούθησε είναι μια καταιγιστική ιστορία: Βισκόντι, ντε Σίκα, Αντονιόνι, Φελίνι κ.ά.
Υπερπαραγωγές και κάποια διαμάντια
Αντίθετα με τους Ιταλούς κινηματογραφιστές που ήταν στους δρόμους, το Χόλιγουντ... έψαχνε - όπως πάντα... - φθηνές υποδομές για να γυρίσει ταινίες. Τη δεκαετία του 1950, λοιπόν, οι αμερικανικές εταιρείες παραγωγής ανακαλύπτουν την «Τσινετσιτά», εκμεταλλευόμενες παράλληλα την σπουδαία δυνατότητα λήψεων της «αιώνια πόλης». Είναι η εποχή που στο στούντιο θα γυριστούν υπερπαραγωγές όπως το «Κβο Βάντις», ο «Μπεν Χουρ», η «Κλεοπάτρα». Ηταν η εποχή που το στούντιο ήταν γνωστό με το παρατσούκλι «το Χόλιγουντ του Τίβερη».
Ακολουθεί μια μακρά περίοδος ακμής για το στούντιο, το οποίο, εκτός των άλλων, θα γίνει και το δημιουργικό «σπίτι» του σπουδαίου σκηνοθέτη Φεντερίκο Φελλίνι, επί σχεδόν τέσσερις συγκλονιστικές δεκαετίες. Εκεί θα γυριστούν αριστουργήματα όπως η «Ντόλτσε Βίτα» (1960), «Σατυρικόν» (1969), «Ρόμα» (1972), «Η πόλη των γυναικών» (1980), «Αμαρκόρντ» (1973) κ.ά. Παράλληλα, θα γυρίζονται και «ντουζίνες» ταινιών «γουέστερν» που λόγω... προέλευσης παραγωγής, θα περάσουν στην ιστορία του κινηματογράφου ως «σπαγγέτι»! Ωστόσο, ανάμεσά τους γυρίζονται και «διαμάντια», όπως οι ταινίες του Σέρτζιο Λεόνε «Για μια χούφτα δολάρια» και «Κάποτε στη Δύση».
Τίποτα από τα παραπάνω όμως δεν εμπόδισε το ιταλικό κράτος να ιδιωτικοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του στούντιο το 1997. Παρά το γεγονός ότι στα τέλη της 10ετίας του '90 και τα επόμενα χρόνια η «Τσινετσιτά» φιλοξενεί 27 μεγάλες διεθνείς συμπαραγωγές (όπως «Οι συμμορίες της Ν. Υόρκης» του Μάρτιν Σκορτσέζε, «Τα πάθη του Χριστού» του Μελ Γκίμπσον) δεν εμποδίζει τους ιδιώτες να σχεδιάζουν ουσιαστικά την εξαφάνισή της με στόχο το μεγαλύτερο κέρδος φυσικά.
Στο μεταξύ, το 2007, μια πυρκαγιά καταστρέφει περίπου 3.000 τ.μ. του στούντιο, χωρίς ευτυχώς να φτάσει στα πλατό των ιστορικών παραγωγών. Η έλευση της καπιταλιστικής κρίσης ήρθε σαν το «κερασάκι» στη «σαλαμοποίηση» της κινηματογραφικής παραγωγής, δηλαδή τη διάχυση των γυρισμάτων, των εργαστηρίων, κ.λπ., σε διάφορες χώρες, κυρίως σε πρώην σοσιαλιστικές που έχουν την υποδομή, το εξειδικευμένο προσωπικό και γελοία μεροκάματα. Το 2011 άρχισε να συζητιέται το ενδεχόμενο κλεισίματος του στούντιο με αφορμή τη δραστική μείωση της κρατικής επιχορήγησης.
Ενα σπουδαίο αρχείο
Αλλά δεν πρόκειται για το κλείσιμο μιας ακόμη επιχείρησης. Διότι εκτός της ίδιας της παραγωγικής μονάδας η «Τσινετσιτά» διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα κινηματογραφικά αρχεία και συλλογές του κόσμου, τα οποία φυσικά ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά του ιταλικού λαού και τα οποία κινδυνεύουν κυριολεκτικά να σκορπιστούν σε ιδιωτικές συλλογές. Οπως το έθεσε ο γνωστός Ιταλός ηθοποιός και σκηνοθέτης Ρομπέρτο Μπενίνι, το 2011: «Πώς μπορούν να κλείσουν την Ιστορία;».
Κι όμως μπορούν, αν δεν υπάρξει αντίσταση. Η πρόσφατη πυρκαγιά που, σύμφωνα με την ανακοίνωση του στούντιο, δεν προκάλεσε σημαντικές ζημιές, ήρθε, ωστόσο, σε μια στιγμή που η «Τσινετσιτά» απειλείται με κλείσιμο της κύριας δραστηριότητάς της, δηλαδή την οπτικοακουστική παραγωγή, την ανάθεση τομέων, όπως την παραγωγή σκηνογραφιών, σε εξωτερικούς εργολάβους και τη μετατροπή της σε εμπορευματική... «ντίσνεϊλαντ», με εμπορικά κέντρα, ξενοδοχεία κ.λπ. Αυτό θα σημάνει την απόλυση, τουλάχιστον, του ενός τρίτου των 220 εργαζομένων, που έχουν απομείνει, γεγονός που τους οδήγησε εδώ και μερικές βδομάδες σε απεργιακές κινητοποιήσεις, υψώνοντας πανό και στήνοντας αντίσκηνα μπροστά στην κύρια είσοδο των εγκαταστάσεων. Μάλιστα, πριν μερικές μέρες, οι απεργοί τεχνικοί της «Τσινετσιτά» οργάνωσαν μέχρι και ψεύτικη χιονόπτωση έξω από το Κολοσσαίο, για να τραβήξουν την προσοχή των ΜΜΕ. Μαζί τους συντάσσονται γνωστά ονόματα του σινεμά και της τέχνη, όπως οι Ετόρε Σκόλα, Μισέλ Χαζαναβίσιους, Φράνκο Νέρο, Τζουσέπε Τορνατόρε, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Κώστας Γαβράς, Κεν Λόουτς, Μπερτράντ Ταβερνιέ, Ζιλ Ζακόμπ, Τιερί Φρεμό, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, κινηματογραφιστές από τη Γαλλία κ.λπ.
Ακόμη μία απόδειξη ότι στον καπιταλισμό δεν υπάρχει τίποτα και κανείς πάνω από την υπέρτατη «αξία» του κέρδους...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ