24 Νοε 2012

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΩΝ ΗΠΑ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Το συγκεκριμένο άρθρο επιδιώκει να παρουσιάσει τους στρατηγικούς στόχους της πολιτικής της κυβέρνησης των ΗΠΑ στα πλαίσια των εξελίξεων τόσο στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία όσο και στο εσωτερικό της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Οι πολιτικές επιλογές και οι οικονομικές εξελίξεις στις ΗΠΑ δεν έχουν απλά κρίσιμο αντίκτυπο σε όλο τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα σε μεγάλο βαθμό επηρεάζονται και εξαρτώνται από τις διεθνείς εξελίξεις. Για να προσεγγίσουμε καλύτερα τις αντιθέσεις και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να τις δούμε στα πλαίσια των τάσεων που εδώ και δυο δεκαετίες έχουν εκδηλωθεί στην παγκόσμια οικονομία. Μεθοδολογικά χρειάζεται να αναρωτηθούμε: ποιες συνθήκες, ποιοι παράγοντες, εγχώριοι και διεθνείς, καθιστούν αναγκαίες τις όποιες προσαρμογές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ; Η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου, από χώρα παγκόσμιος πιστωτής είναι πλέον χώρα με τεράστιο εξωτερικό χρέος.
Το 2008 το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) των ΗΠΑ ήταν πάνω από το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Από την άλλη, το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έφτασε το 2009 τα 12 τρισ. δολάρια, δηλαδή το 84,8% του ΑΕΠ του 2009 από 61,9% του ΑΕΠ το 2007, από τα οποία εκτιμάται ότι η Κίνα μαζί με το Χονγκ Κονγκ κατέχει πάνω από 1 τρισ.1 Το ζητούμενο για τις ΗΠΑ δεν είναι απλά να ανακάμψουν, αλλά να βρεθούν σε όσο το δυνατό καλύτερη θέση απέναντι στους ανταγωνιστές τους και να αντιστρέψουν την τάση αλλαγής του συσχετισμού δύναμης.
Η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης στα πλαίσια της εξελισσόμενης αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων καθορίζει τα αντικειμενικά πλαίσια στα οποία πρέπει να προσαρμόσει τη στρατηγική της η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο καπιταλισμός, στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, έχει οδηγήσει αντικειμενικά στη μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση μεταξύ των οικονομιών των καπιταλιστικών κρατών. Αυτή η τάση, ενώ από τη μια συνοδεύεται από διακριτές προσπάθειες διεθνούς συντονισμού και συνεργασίας των καπιταλιστικών χωρών, από την άλλη δεν έχει οδηγήσει σε μείωση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά το αντίθετο.
Το κύριο χαρακτηριστικό των εξελίξεων είναι η απότομη όξυνση των αντιθέσεων, η ανοιχτή ή συγκαλυμμένη σύγκρουση μεταξύ και των ισχυρών και των σχετικά πιο αδύναμων καπιταλιστικών χωρών, η αναδιάταξη των συμμαχιών και η διαμόρφωση νέων «πόλων» δύναμης. Η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη αποτελεί το υπόβαθρο όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ακόμα και από τη σκοπιά διαφορετικών προτεραιοτήτων για το κεφάλαιο σε ομάδες χωρών.
Η τάση ενδυνάμωσης της διεθνούς αλληλεξάρτησης δεν έχει οδηγήσει σε υποχώρηση του ρόλου του καπιταλιστικού «έθνους-κράτους». Ο στρατηγικός ρόλος του κράτους σε κάθε χώρα, τόσο για την εξασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου όσο και για τη στήριξη του κεφαλαίου στο διεθνή ανταγωνισμό, αποδείχτηκε από τα μέτρα των καπιταλιστικών κυβερνήσεων ως αναντικατάστατος και καθοριστικός.
Οι συνέπειες των μέτρων αυτών στα εργατικά και λαϊκά στρώματα αποκαλύπτουν το ρόλο του καπιταλιστικού κράτους. Οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις και η αντιπαράθεση μεταξύ εναλλακτικών μορφών της αστικής διαχείρισης, στα πλαίσια των αστικών κομμάτων στις ΗΠΑ, φανερώνουν από τη μια τα αντικειμενικά περιορισμένα περιθώρια ελιγμών της αστικής πολιτικής, γεγονός που εξηγεί και την έλλειψη ουσιαστικών διαφορών και από την άλλη τον αντιλαϊκό χαρακτήρα των διαφόρων αστικών παραλλαγών.

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

 Λόγω της κρίσης και της ύφεσης που ακολούθησε, το ΑΕΠ των ΗΠΑ παρουσίασε συρρίκνωση για τέσσερα συνεχόμενα τρίμηνα, από το γ΄ τρίμηνο του 2008 έως και το β΄ τρίμηνο του 2009, ενώ συρρικνώθηκε κατά 2,6 % το 2009 σε σχέση με το 2008. Η μείωση αυτή είναι αναλογικά μικρότερη σε ποσοστό από αυτή άλλων χωρών, όπως και από το σύνολο της Ευρωζώνης που εκτιμάται ότι ήταν 4 %, όμως είναι αρκετά μεγάλη λόγω του μεγέθους της οικονομίας των ΗΠΑ. Αυτή η μείωση του ΑΕΠ συνοδεύτηκε με κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, με μεγάλη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 5,5 %, με σημαντική αύξηση της ανεργίας, αλλά και με διακριτή αύξηση της σχετικής αλλά και της απόλυτης φτώχειας. Στις ΗΠΑ εκτιμάται ότι σημειώθηκε ανάκαμψη στα δυο τελευταία τρίμηνα του 2009, αλλά και στα τέσσερα τρίμηνα του 2010, ενώ εκτιμάται ότι για το 2010 ο ρυθμός μεγέθυνσης ήταν 2,9% σύμφωνα με τo Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης (στατιστική αρχή των ΗΠΑ)2. Η εκτίμηση αυτή σημαίνει ότι το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ το 2010 ξεπέρασε οριακά το επίπεδο του 2008 και η οικονομία θα μπει σε φάση ανόδου μέσα στο 2011.
Από μαρξιστική σκοπιά, η ανάλυση στη σφαίρα της παραγωγής αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία παράγονται οικονομικά φαινόμενα που η αστική οικονομική ανάλυση περιγράφει με δείκτες όπως το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, το δημόσιο χρέος, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες. Αυτό ισχύει και για τις ΗΠΑ, που λόγω της ηγετικής τους θέσης μπορούν να διατηρούν πιο ευνοϊκούς όρους στη σφαίρα της κυκλοφορίας (κόστος δανεισμού, όροι εμπορίου, παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κέντρο, μεγαλύτερος όγκος επαναπατρισμού κερδών από τις Αμεσες Ξένες Επενδύσεις). Επομένως το πρόβλημα για τις ΗΠΑ εστιάζεται στο αν θα ανακάμψουν οι βασικοί κλάδοι της βιομηχανικής παραγωγής, όπως για παράδειγμα ο κλάδος των κατασκευών, της βιομηχανίας αυτοκινήτων και η μεταποίηση γενικότερα, που δέχτηκαν το κύριο πλήγμα αλλά και μπήκαν σε κρίση ήδη από το 2007, πολύ πριν τη χρεοκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος που υποτίθεται ότι αποτέλεσε την αφετηρία της κρίσης. Χαρακτηριστικά οι ακαθάριστες ιδιωτικές εγχώριες επενδύσεις μειώθηκαν κατά 3,1% ήδη από το 2007 σε σχέση με το 2006, το 2008 κατά 9,5% σε σχέση με το 2007 και το 2009 κατά 22,6% σε σχέση με το 2008, ενώ ανέκαμψαν το 2010. Αντίστοιχα οι ακαθάριστες ιδιωτικές επενδύσεις στις κατοικίες μειώθηκαν κατά 7,3% σε σχέση με το 2006, μείωση η οποία συνεχίστηκε δριμύτερη τα επόμενα έτη, συμπεριλαμβανομένου και του 2010. Διαβάζοντας τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα μπορούμε να εντοπίσουμε τη σταδιακή επιβράδυνση του ΑΕΠ των ΗΠΑ ήδη από το 2004 σε σχέση με την πορεία των επενδύσεων και ιδιαίτερα στον κλάδο των κατασκευών.
 
Το πρώτο τρίμηνο του 2011 καταγράφεται αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής σε σχέση με το αντίστοιχο του 2010, ενώ η κρίση παραμένει στον τομέα κατασκευών. Χαρακτηριστική έκφραση της κρίσης είναι και η αύξηση της ανεργίας στις ΗΠΑ. Η επίσημη ανεργία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του 2009, ανέβηκε στο 10% τους πρώτους μήνες του 2010, φτάνοντας τα 15 εκατομμύρια ανέργων, από 4,7% που ήταν το Νοέμβρη του 2007, ενώ δεν αναμένεται ουσιαστική μείωση για όλο το 2011.3 Οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν τη διετία 2008-2009 ξεπερνούν τα 7,2 εκατομμύρια, από τα οποία τα 4,2 εκατομμύρια ήταν το 2009 (τον πρώτο χρόνο της κυβέρνησης Ομπάμα). Η ανεργία οφείλεται στη μεγάλη κρίση που έχει χτυπήσει κάποιους κρίσιμους κλάδους για τις ΗΠΑ, που είναι οι κατασκευές, η μεταποίηση, αλλά και ο χρηματοπιστωτικός τομέας. Ο «ευρύτερος δείκτης ανεργίας» (όπως υπολογίζεται στις ΗΠΑ η «υποαπασχόληση») έφτασε το 17 %. Αντίστοιχα στην ΕΕ το ποσοστό της ανεργίας προσεγγίζει το 10%, με συνολικό αριθμό ανέργων 22,9 εκατομμύρια, από τα οποία τα 15,7 στις χώρες της Ευρωζώνης.
Το δεύτερο ποιοτικό χαρακτηριστικό, στο οποίο επικεντρώνονται οι αναλύσεις για τα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Ομπάμα, είναι η σημαντική για τα δεδομένα των ΗΠΑ αύξηση του δημοσίου χρέους και του δημοσίου ελλείμματος. Ως αποτέλεσμα των αργών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης την τελευταία δεκαετία, με την εκδήλωση της κρίσης σε συνδυασμό με τα μέτρα στήριξης του κεφαλαίου από το κράτος4, το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έφτασε το 2009 το 84,8 % του ΑΕΠ, από 61,9 % του ΑΕΠ το 2007. Σε απόλυτα νούμερα πρόκειται για ένα ιδιαίτερα μεγάλο ποσό που έφτασε τα 13,5 τρισ. δολάρια το 2010.
Εκτιμάται από όλες τις αναλύσεις ότι το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ θα αυξηθεί σημαντικά, φτάνοντας στο 95% ως και 100% του ΑΕΠ το 2010 και ίσως να ξεπεράσει το 140% του ΑΕΠ το 2020, αν δεν ανατραπούν αυτές οι τάσεις. Το δημόσιο έλλειμμα για το δημοσιονομικό έτος του 2009 έφτασε το 1,42 τρισ. δολάρια, δηλαδή εκτιμάται ότι θα είναι περίπου το 10% του ΑΕΠ.5 Το ύψος του δημόσιου χρέους και του δημόσιου ελλείμματος βρίσκεται στο κέντρο της αντιπαράθεσης μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων και αποτελεί βασική αιτία ανησυχίας σε όλες τις αστικές αναλύσεις. Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στις πολιτείες των ΗΠΑ, όπου οι πολιτειακές κυβερνήσεις έχουν αντίστοιχα τεράστια χρέη και ελλείμματα.

ΤΑΣΗ ΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥ
ΔΥΝΑΜΗΣ ΜΕ ΑΠΩΛΕΙΑ ΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΠΑ

 Κι ενώ η οικονομία των ΗΠΑ βασανίζεται από τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση μετά το 1929, στην παγκόσμια οικονομία συντελούνται αλλαγές στο συσχετισμό δυνάμεων, οι οποίες δημιουργούν προϋποθέσεις αμφισβήτησης του κυρίαρχου ρόλου των ΗΠΑ και άμεσα οδηγούν σε νέο μοίρασμα των αγορών και αναδιάταξη δυνάμεων. Ενα σημείο στο οποίο οι αναλύσεις όλων των διεθνών καπιταλιστικών οργανισμών συγκλίνουν είναι ότι την τελευταία δεκαετία ο κόσμος βιώνει μια αισθητή «μεταφορά πλούτου και οικονομικής ισχύος από τη Δύση στην Ανατολή»6.
Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία και η Ρωσία παρουσίαζαν πολύ μεγάλους ρυθμούς μεγέθυνσης, ειδικά σε σχέση με τις ΗΠΑ και την ΕΕ που την τελευταία δεκαετία παρουσίαζαν κατά κανόνα μέτρια έως αναιμική οικονομική μεγέθυνση. Σε διάφορες μελέτες πριν την κρίση προβλεπόταν ότι -αν συνεχιζόταν αυτή η τάση- μέσα σε 20 με 30 περίπου χρόνια, η Κίνα θα γινόταν η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και ότι οι νέες δυνάμεις αντικειμενικά θα οδηγήσουν σε νέες συμμαχίες και νέες διεθνείς ισορροπίες.7
Οι εξελίξεις αυτές επιταχύνθηκαν με την καπιταλιστική κρίση. Η επιτάχυνση που επέφερε η κρίση στην τάση μεταβολής του συσχετισμού δυνάμεων δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί, καθώς πολλά θα εξαρτηθούν από το πότε και με ποιους όρους θα σταθεροποιηθεί πραγματική αναζωογόνηση στις ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικάνικη οικονομία εκτιμάται ότι βγήκε από την ύφεση στο μέσο του 2010, όμως για τα επόμενα χρόνια προβλέπεται ασταθής, αβέβαιη, αναιμική ανάπτυξη.
Από την άλλη, η Κίνα -παρά τη διεθνή ύφεση- παρουσιάζει ανάπτυξη του ΑΕΠ μεγαλύτερη του 10% για το 2010 και αναδεικνύεται πλέον στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, ενώ πολλές από τις ισχυρότερες «αναπτυσσόμενες» χώρες εκτιμάται ότι θα μεγεθύνονται με μεγαλύτερους ρυθμούς από τις ΗΠΑ για τα επόμενα χρόνια.


Αυτή η μεταβολή στο συσχετισμό δυνάμεων οδηγεί στην εμφάνιση νέων και στην ισχυροποίηση παλαιότερων διεθνών συμμαχιών με διακριτή και ανταγωνιστική παρουσία σε σχέση με το ΝΑΤΟ. Οι τάσεις αυτές οδήγησαν στη μετεξέλιξη του θεσμού των G-7+1 σε G-20. Μια σειρά αποφάσεις που παίρνονται σε διεθνές επίπεδο αλλά και τα κύρια ζητήματα που αποτελούν την ατζέντα των διεθνών συναντήσεων είναι άλλη μια ένδειξη για τη συνεχώς εξελισσόμενη μεταβολή στο συσχετισμό δυνάμεων. Τα κύρια ζητήματα διαπάλης αφορούν τον έλεγχο του παγκόσμιου εμπορίου, το ρόλο της πράσινης ανάπτυξης και των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), το ρόλο των συναλλαγματικών ισοτιμιών, τον έλεγχο και το ρόλο του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ).
Πιο ολοκληρωμένα μπορούμε να παρακολουθήσουμε την όξυνση του ανταγωνισμού στη διεθνή αγορά με βάση τους εξής άξονες: τις Αμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ), το εξωτερικό εμπόριο, την αγορά κεφαλαίων σε χρηματικές μορφές (έμμεσες επενδύσεις), την αγορά ενέργειας και πρώτων υλών, τους εξοπλισμούς. Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού αποκτά όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα η εξαγωγή κεφαλαίων σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Σε αυτά τα πλαίσια η διεθνής αγορά χρήματος (ομολόγων, συναλλάγματος κλπ.) αποτελεί άλλη μια πλευρά της διαμάχης μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Στη διαμάχη αυτή αλληλοδιαπλέκονται η θέση ισχυρών νομισμάτων (δολαρίου, ευρώ) και το πρόβλημα του δημόσιου χρέους πολλών ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών.
Οι θέσεις των κρατών στην αγορά ενέργειας και πρώτων υλών εκδηλώνεται και με τη λειτουργία του νομίσματός τους (π.χ. του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος). Ολοι αυτοί οι παράγοντες αντανακλούν το μέγεθος και τη σύνθεση του ΑΕΠ κάθε οικονομίας και το μερίδιό της στο Παγκόσμιο Προϊόν, αλλά και τις σημαντικές μεταβολές και ανακατατάξεις.8
Οι μεταβολές στο συσχετισμό δυνάμεων εκφράζονται και στις τάσεις για εξαγωγές κεφαλαίου. Σύμφωνα με την έκθεση των Ηνωμένων Εθνών για το εμπόριο και την ανάπτυξη, το 2009 οι ροές Αμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) σε όλο τον κόσμο μειώθηκαν κατά 39%. Στις ΗΠΑ οι ΑΞΕ κατ’ εκτίμηση ήταν περίπου 135 δισ. δολάρια σημειώνοντας πτώση κατά 57% από το 2008, ενώ στην Κίνα οι ΑΞΕ ήταν περίπου 90 δισ. δολάρια με πτώση μόλις 2,6%. Αντίθετα στη Γερμανία οι ΑΞΕ έφτασαν στα 35 δισ. δολάρια, σημειώνοντας αύξηση κατά 41%. Οι ΗΠΑ παραμένουν η πρώτη χώρα προορισμού ΑΞΕ, όμως όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ανεπιφύλακτα ότι το 2010 και τα επόμενα χρόνια η τάση θα είναι η διακριτή ενίσχυση των ΑΞΕ προς τις «αναπτυσσόμενες» χώρες και η μείωσή τους προς τις ανεπτυγμένες. Ιδιαίτερα οι αγορές της Ασίας αναμένεται ότι θα γίνουν ο πιο δημοφιλής προορισμός των ΑΞΕ. Το γεγονός αυτό αποτελεί αιτία φόβου για νέα υπερσυσσώρευση κεφαλαίου στις χώρες αυτές που μπορεί να επιταχύνει την εκδήλωση νέων κρίσεων, αλλά από την άλλη αποτελεί ζήτημα προβληματισμού για την ενδεχόμενη μείωση της συμβολής των ΑΞΕ στο ρυθμό αναπαραγωγής του κεφαλαίου στις ΗΠΑ.

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

 Από τα κύρια θέματα στην ατζέντα της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ είναι πώς θα μειωθεί το εμπορικό έλλειμμα9. Αντίστοιχες είναι και οι προτεραιότητες της ΕΕ, ισχυρών οικονομιών, μικρών και μεγάλων, ενώ επαγρυπνούν ακόμα και αυτές με εμπορικό πλεόνασμα. Η όξυνση του διεθνούς ανταγωνισμού για τον έλεγχο των αγορών είναι αναμφισβήτητο γεγονός που ομολογείται ανοιχτά πλέον και συνδέεται με μια σειρά μέτρα στήριξης και «προστατευτισμού» της εγχώριας βιομηχανίας κάθε χώρας, ιδιαίτερα σε στρατηγικούς κλάδους.
Το αποτέλεσμα της πολιτικής της νέας κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν να μειωθεί κατά το 2009 το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ κατά 45,3%, παραμένοντας ωστόσο στο ύψος των 380,7 δισ. δολαρίων. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ για το έτος 2008 είχε φτάσει στο ποσό των 695,9 δισ. δολαρίων. Πιο συγκεκριμένα, το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα για το 2009 μειώθηκε στα 226,8 δισ. δολάρια από 268 δισ. το 2008, όμως τα στοιχεία για το 2009 φανερώνουν και μια ποιοτική αλλαγή: το 59% του εμπορικού ελλείμματος του 2009 των ΗΠΑ είναι πλέον με την Κίνα, από το 38% το 2008. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα πριν 10 χρόνια ήταν μόλις 60 δισ. δολάρια, ενώ πριν 25 χρόνια ήταν οριακά αρνητικό10.
Ενα ιδιαίτερα σημαντικό επεισόδιο στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού είναι η συγκρότηση ζώνης ελεύθερου εμπορίου από την 1η Γενάρη 2010 ανάμεσα στην Κίνα και τις 10 χώρες της ASEAN11. Η συμφωνία αυτή προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση όλων των δασμών ως το 2015 μεταξύ των χωρών αυτών. Αυτό σημαίνει τη δημιουργία της μεγαλύτερης σε πληθυσμό κοινής αγοράς 1,9 δισ. ατόμων και την τρίτη μεγαλύτερη αγορά σε όγκο οικονομικών συναλλαγών μετά την ΕΕ και τη NAFTA12.
Η Κίνα είναι σήμερα ήδη ο τρίτος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των 10 χωρών αυτών μετά την Ιαπωνία και την ΕΕ ως σύνολο, έχοντας εκτοπίσει τις ΗΠΑ. Επίσης μέσα στο 2009 έφτασε και ξεπέρασε τις ΗΠΑ στις εξαγωγές προϊόντων νέας τεχνολογίας, όπου υστερούσε σε σχέση με τις πιο προηγμένες καπιταλιστικές χώρες.

Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

 Η στρατηγική των ΗΠΑ στον τομέα αυτό μπορεί επίσης να γίνει κατανοητή εξετάζοντας ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ, αλλά και ποιες είναι οι διεθνείς τάσεις και πώς εξελίσσονται. Οι ΗΠΑ, καθώς είναι η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, χρειάζονται πολύ μεγάλες ποσότητας ενέργειας, πετρελαίου και πρώτων υλών. Το 2008 ήταν η πρώτη χώρα παγκοσμίως στην κατανάλωση πετρελαίου, καλύπτοντας το 23% της παγκόσμιας κατανάλωσης, με δεύτερη την Κίνα που κάλυπτε το 9%. Αντίστοιχα, η Κίνα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο σε κατανάλωση χαλκού (καταναλώνει το 30% της παγκόσμιας παραγωγής)13. Η Κίνα αλλά και άλλες καπιταλιστικά αναπτυσσόμενες οικονομίες θα χρειάζονται τα επόμενα χρόνια όλο και μεγαλύτερες ποσότητες πρώτων υλών.
Η σίγουρη, σταθερή και ανεμπόδιστη εξασφάλιση της ροής της απαιτούμενης ποσότητας ενέργειας και πρώτων υλών προκαλεί νέους ανταγωνισμούς για τον έλεγχο των ανάλογων αγορών. Αυτό εκφράζεται και στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με μια σειρά χώρες, όπως τη Ρωσία, το Ιράν, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, τη Βενεζουέλα και άλλες χώρες του ΟΠΕΚ. Χρειάζεται ακόμα να τονίσουμε πως από την έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ για τις παγκόσμιες τάσεις ως το 2025 δίνεται έμφαση στο ζήτημα της μετάβασης από το πετρέλαιο σε άλλες πηγές ενέργειας ως καθοριστικού παράγοντα στο πόσο θα ενισχυθούν ή θα αποδυναμωθούν η Ρωσία, το Ιράν και οι πετρελαιοπαραγωγικές χώρες.
Η διαμάχη εκφράζεται και όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την «πράσινη» ανάπτυξη, για τις εκπομπές ρύπων των χωρών και το ζήτημα των δασμών σε χώρες με υψηλές εκπομπές ρύπων. Αυτό εξηγεί και τη δυσκολία να υπάρξει ουσιαστική συμφωνία στη σύνοδο της Κοπεγχάγης για τη μείωση των ρύπων διοξειδίου του άνθρακα.
Δεν πρέπει καθόλου να υποτιμήσουμε την αντιμετώπιση της «πράσινης ανάπτυξης» ως μιας διεξόδου που μπορεί φέρνοντας καινοτομίες να δώσει ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Η μόνιμη ανάγκη του καπιταλισμού για την επαναστατικοποίηση των μέσων παραγωγής, την απόσπαση μεγαλύτερης σχετικής υπεραξίας, αποτελεί άλλη μια βασική προτεραιότητα της στροφής προς τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και του στόχου για περιορισμό των ορυκτών καυσίμων. Φαίνεται όμως ότι η «πράσινη» ανάπτυξη, λόγω του μεγέθους της αγοράς ενέργειας και του περιορισμένου χαρακτήρα των καινοτομιών στην παραγωγή, δεν μπορεί να αποτελέσει το όχημα που θα βγάλει προσωρινά την οικονομία από την ύφεση, αν και μπορεί να συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση.

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΟΛΑΡΙΟΥ
ΚΑΙ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΤΟ ΓΟΥΑΝ

 Αρχικά χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι η θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου χρήματος, τουλάχιστον σε αγορές όπως του πετρελαίου, διαμορφώθηκε σε προηγούμενη περίοδο (των τελευταίων χρόνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και με τις συμφωνίες με τη λήξη του) και αντανακλούσε την αναμφισβήτητη υπεροχή των ΗΠΑ. Η καθιέρωση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς επισημοποίησε την κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος στον κόσμο. Σε κάθε περίπτωση τονίζουμε ότι οι μεταβολές στην οικονομική παραγωγή είναι αυτές που καθορίζουν τις μεταβολές στη σφαίρα της κυκλοφορίας και στην ισοτιμία των νομισμάτων, που με τη σειρά τους επιδρούν στη σφαίρα της παραγωγής.
Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η ηγετική θέση των ΗΠΑ εκφραζόταν στο προβάδισμά τους στην παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές εμπορευμάτων - κυρίως μηχανών - και κεφαλαίων, στον έλεγχο της αγοράς ενέργειας, σε μια σειρά προγραμμάτων βοήθειας για τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (π.χ. σχέδιο Μάρσαλ).
Ετσι το δολάριο επιβλήθηκε ως μέσο αποθησαύρισης και άλλων κρατών. Αυτή η κατάσταση όμως έχει σταδιακά αλλάξει μετά την κρίση του 1971-73 και πολύ περισσότερο στην τελευταία δεκαετία, που το ευρώ κέρδισε θέση ως μέσο διεθνικών συναλλαγών και μέσο αποθησαύρισης. Το νέο στοιχείο είναι ότι μπαίνει στο παιχνίδι και το κινέζικο γουάν με τέτοιες λειτουργίες (τουλάχιστον στις συναλλαγές με ορισμένα κράτη), ενώ παράλληλα σημαντικό πλεόνασμα της Κίνας είναι δεσμευμένο σε αμερικανικά ομόλογα. Ο ρόλος του δολαρίου σε συνδυασμό με αυτές τις εξελίξεις επηρεάζουν τη δυνατότητα εύκολης αναχρηματοδότησης του χρέους των ΗΠΑ και το κόστος δανεισμού τους.
Η μεταπολεμική θέση του δολαρίου εκτός των προαναφερθέντων στηριζόταν αντικειμενικά στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ ήταν η καπιταλιστική χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα χρυσού. Η καθιέρωση του δολαρίου ως παγκόσμιου χρήματος παρά την κατάρρευση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς και η συνεχιζόμενη πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ μεταξύ των καπιταλιστικών χωρών οδήγησε στη συνέχεια στο να αποτιμάται το πετρέλαιο αλλά και όλα τα βασικά εμπορεύματα στη διεθνή αγορά σε δολάρια.
Για δεκαετίες η δυνατότητα αγοράς πετρελαίου μόνο με τη χρήση δολαρίων αποτελούσε (και σε μεγάλο βαθμό αποτελεί ακόμα) σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ, αφού εξασφαλίζει μια σημαντική και σταθερή πηγή χρηματοδότησης για την αμερικάνικη οικονομία, καθώς κάθε χώρα χρειάζεται σταθερά να αγοράζει δολάρια για να αγοράζει πετρέλαιο. Το δολάριο έγινε ταυτόχρονα και το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα, αφού αποτελούσε το σχετικά πιο ασφαλές νόμισμα για αποθησαυρισμό.14 Το γεγονός αυτό ακόμα διευκολύνει τις ΗΠΑ να χρηματοδοτούν το δημόσιο χρέος τους.
Ομως αυτή ακριβώς η λειτουργία του δολαρίου ωφέλησε αναμφισβήτητα τις ΗΠΑ, αλλά οδήγησε από την άλλη σε μια σειρά δυσκολίες την αμερικάνικη οικονομία. Σε συνδυασμό με την ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη που έφερε νέους συσχετισμούς (χωρίς να ανατρέψει την πρώτη θέση των ΗΠΑ), η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου έκανε λιγότερο ανταγωνιστικά τα προϊόντα των ΗΠΑ στο διεθνές εμπόριο. Μια υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου διευκολύνει τις εξαγωγές της Κίνας και της ΕΕ και ταυτόχρονα δυσκολεύει τις εξαγωγές των ΗΠΑ. Το ανεβοκατέβασμα της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου είναι αποκαλυπτικό.15 Από τη μια η πολιτική της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED) όλα τα προηγούμενα χρόνια ήταν να μεθοδεύει τη «διολίσθηση» του δολαρίου, από την άλλη μια σειρά χώρες, όπως η Κίνα και η Ελβετία που είχαν μεγάλα συναλλαγματικά αποθέματα σε δολάρια, αγόραζαν ακόμα περισσότερα δολάρια, προκειμένου να κρατήσουν όσο το δυνατό υψηλότερα την ισοτιμία του. Η Κίνα κρατάει το νόμισμά της συνδεδεμένο με την αξία του δολαρίου, ώστε να μην ανέβει η ισοτιμία του κινέζικου νομίσματος, για να μην πληγούν οι κινέζικες εξαγωγές. Το θέμα αυτό αποτελεί σημαντικό σημείο σύγκρουσης, καθώς οι ΗΠΑ επαναφέρουν διαρκώς το ενδεχόμενο να κατηγορήσουν την Κίνα για χειραγώγηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και απειλούν να επιβάλουν δασμούς στα κινέζικα προϊόντα.
Το πρόσφατο διάστημα και στην ΕΕ είχαν εκφραστεί ανησυχίες για την υπερτιμημένη ισοδυναμία του ευρώ. Η Γερμανία και η Γαλλία είναι οι χώρες που θα ήταν ωφελημένες από νέα υποχώρηση του δολαρίου ως διεθνούς νομίσματος, εφόσον οι εξαγωγές τους είναι κυρίως στα πλαίσια της ΕΕ και η μείωση της ανταγωνιστικότητας λόγω ανατίμησης του ευρώ ίσως να αντισταθμιστεί από τα οφέλη λόγω της αγοράς ενέργειας, πρώτων υλών και εμπορευμάτων σε ευρώ.
Οι εξελίξεις στην Ευρωζώνη επιδρούν αντιφατικά στην πορεία ανάκαμψης των ΗΠΑ. Από τη μια, η ΕΕ αποτελεί τη σημαντικότερη αγορά για την εξαγωγή εμπορευμάτων των ΗΠΑ, οπότε η μεγέθυνση της Ευρωζώνης επιδρά θετικά και στην ανάκαμψη της οικονομίας των ΗΠΑ. Αντίστοιχα, η χαμηλή ισοτιμία του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ ενισχύει τις εξαγωγές των ΗΠΑ, ενώ το αντίστροφο θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών των ΗΠΑ. Από την άλλη, όσο πιο ασταθές και ριψοκίνδυνο γίνεται το ευρώ και όσο πιο ριψοκίνδυνο γίνεται το κρατικό χρέος άλλων κρατών, τόσο περισσότερο γίνεται πιο ελκυστικό το δολάριο αλλά και τα κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, τόσο πιο αποδοτικός προορισμός γίνονται οι ΗΠΑ για ΑΞΕ και εισροή κεφαλαίων.
Η υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου συνέβαλε και στην διόγκωση του δημόσιου ελλείμματος των ΗΠΑ τις τελευταίες δεκαετίες, το οποίο μπορούσαν να το χρηματοδοτούν με δημόσιο χρέος χάρη και στον προνομιακό ρόλο του δολαρίου. Από το 1986 οι ΗΠΑ μετατράπηκαν για πρώτη φορά από χώρα «παγκόσμιο πιστωτή» σε χώρα με εξωτερικό χρέος. Αυτό δεν ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα όσο τα έσοδα από τις αμερικάνικες επενδύσεις στο εξωτερικό ήταν μεγαλύτερα από τις πληρωμές σε ξένους επενδυτές στις ΗΠΑ. Ομως σήμερα ο όγκος του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ είναι αρκετά μεγάλος και προβλέπεται να εκτιναχθεί σε ύψη ρεκόρ τις επόμενες δεκαετίες. Για πρώτη φορά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το κόστος χρηματοδότησης του δημόσιου χρέους, λόγω του μεγάλου όγκου του, παρουσιάζεται ως αντικειμενικό σοβαρό πρόβλημα για τις ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια δανεισμού των ΗΠΑ παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα
Αυτό όμως που κάνει πιο περίπλοκο το θέμα του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ είναι ότι βρίσκεται στα χέρια του σημερινού στρατηγικού ανταγωνιστή, που είναι η Κίνα, αλλά και μιας σειράς άλλων χωρών με πλεόνασμα. Αυτή τη στιγμή η Κίνα κατέχει συναλλαγματικά αποθέματα σε διάφορους τίτλους χρέους ή ξένο συνάλλαγμα αξίας περίπου 2,5 τρισ. σε δολάρια, από τα οποία τα δυο τρίτα είναι σε δολάρια ή αφορούν τίτλους κρατικού χρέους των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι η πτώση στην συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου ή στην τιμή των κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ φέρνει αυτόματα και σημαντική πτώση στην αξία των αποθεμάτων της Κίνας και άλλων χωρών.
Στην ουσία, η διεθνής θέση του δολαρίου αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα των ΗΠΑ, που όμως σήμερα αμφισβητείται πιο έντονα. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής: Την πρόταση της Κίνας για νέο παγκόσμιο καλάθι νομισμάτων που θα αντικαταστήσει το δολάριο. Τη συζήτηση για κοινό νόμισμα των χωρών της Λατινικής Αμερικής και το πραξικόπημα στην Ονδούρα, που έγινε αμέσως μετά την ένταξη στην ALBA16. Τη συζήτηση για κοινό νόμισμα των αραβικών χωρών του κόλπου με στόχο την υιοθέτηση κοινού νομίσματος ως το 2015, στα πλαίσια του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Ακόμα, ο Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγών και Εξαγωγών Κρατών (ΟΠΕΚ) συζητάει την ανάγκη τιμολόγησης του πετρελαίου σε ένα ή περισσότερα νομίσματα εκτός του δολαρίου.
Το αποκαλούμενο «ράλι» στη διεθνή αγορά του χρυσού εκφράζει και δημιουργία «πολεμικού» αποθέματος για τις ανάγκες χρηματοδότησης σε συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης και διεθνούς αστάθειας, αλλά και ανησυχία για το μέλλον του δολαρίου και του ευρώ. Σύμφωνα με εκτιμήσεις (του ινστιτούτου αναλύσεων Bloomberg) σε πέντε χρόνια από τώρα το δολάριο δεν θα έχει την ίδια θέση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου και μπορεί σε δέκα χρόνια να έχει αντικατασταθεί από τη σύσταση ενός νέου παγκόσμιου νομίσματος (σύμφωνα με το διευθυντή του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος Καν). Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη δήλωση του προέδρου της Κίνας ότι «η κυριαρχία του δολαρίου είναι προϊόν του παρελθόντος». Σε κάθε περίπτωση, η γενική τάση θα καθοριστεί αντικειμενικά από τις μεταβολές στην καπιταλιστική οικονομία γι’ αυτό και η νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών μπορεί να επιδρά σημαντικά στις εξελίξεις, αλλά δεν μπορεί να αναιρέσει τις μεταβολές που συντελούνται στη σφαίρα της παραγωγής.

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ

 Η κυβέρνηση Ομπάμα διαμόρφωσε σχέδιο επεκτατικής δημοσιονομικής διαχείρισης για την έξοδο της αμερικανικής οικονομίας από την κρίση με βασικούς άξονες:
• Τα κρατικά πακέτα στήριξης μονοπωλιακών ομίλων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της βιομηχανίας.
• Την κρατική ενίσχυση των επενδύσεων που δίνουν ώθηση στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, στα καινοτόμα εμπορεύματα και στην πολεμική βιομηχανία.
• Την επιτάχυνση αναδιαρθρώσεων που διασφαλίζουν φθηνότερη εργατική δύναμη, εστιάζοντας στους τομείς που αφορούν τους όρους αναπαραγωγής και ιδιαίτερα στην υγεία
• Τη λήψη μέτρων προστατευτισμού σχετικά με τα εγχώρια εμπορεύματα και την αξιοποίηση των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων για να δοθεί ώθηση σε κλάδους της αμερικανικής οικονομίας.
Η κυβέρνηση Ομπάμα συνέχισε την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μπους για τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με το πρόγραμμα TARP.17 Το ύψους 700 δισ. δολαρίων πρόγραμμα TARP (Troubled Asset Relief Program: Πρόγραμμα Ανακούφισης από Προβληματικά Περιουσιακά Στοιχεία) είναι ένας από τους πολλούς τρόπους με τους οποίους το αμερικάνικο κράτος στήριξε το κεφάλαιο των ΗΠΑ. Από το πρόγραμμα αυτό τα 245 δισ. δολάρια δόθηκαν σε τράπεζες με στόχο να διασωθούν από τη χρεοκοπία. Φυσικά τα χρήματα αυτά πήγαν κυρίως σε τραπεζικούς κολοσσούς, όπως οι μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι που ελέγχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς, ενώ πάνω από 250 μικρότερες τράπεζες οδηγήθηκαν σε κλείσιμο το 2009 και το πρώτο εξάμηνο του 2010. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ διατηρεί τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά επίπεδα 0,25-0,50 % προσφέροντας άφθονο - φθηνό χρήμα στους καπιταλιστές.
Η κυβέρνηση Μπους ενίσχυσε τον όμιλο Citigroup με 45 δισ. Η κυβέρνηση Ομπάμα κρατικοποίησε τον όμιλο Citigroup18 για να τον σώσει από τη χρεοκοπία, αφού έφτασε να αγοράσει το 36% του μετοχικού του κεφαλαίου (την 1η Φλεβάρη 2010 η κυβέρνηση κατείχε το 27%, αφού η τράπεζα είχε επιστρέψει 20 δισ. από το πακέτο διάσωσης, ενώ σκοπεύει να επαναπωλεί σταδιακά το μερίδιό της, μιας και ο όμιλος εμφανίζει ξανά κέρδη). Ηδη από την κυβέρνηση Μπους είχαν περάσει κάτω από κρατικό έλεγχο τα δυο μεγαλύτερα ιδρύματα αντασφάλισης υποθηκών για κατοικίες (Freddie Mac, Fannie Mae, για τα οποία το ύψος της κρατικής στήριξης υπολογίζεται ότι έχει φτάσει τα 200 δισ. δολάρια), όπως επίσης και η μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρία των ΗΠΑ (AIG). Η AIG είναι η μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρία στον κόσμο και έλαβε από την Κεντρική Τράπεζα 85 δισ. δολάρια (επί κυβέρνησης Μπους) και στον έλεγχο του κράτους πέρασε περίπου το 80% του κεφαλαίου της. Μετά την εκλογή Ομπάμα το κεφάλαιο της AIG ενισχύθηκε με 67 δισ. δολάρια ακόμα.
Με το πρόγραμμα αυτό (TARP) ενισχύθηκαν από την κυβέρνηση Ομπάμα και οι αυτοκινητοβιομηχανίες, ιδιαίτερα η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία των ΗΠΑ, η General Motors (το Δεκέμβρη του 2008 πήραν 13,4 δισ. δολάρια η GM και 4 δισ. η πολύ μικρότερη Chrysler). Η κυβέρνηση Ομπάμα, έχοντας τον πρώτο λόγο για το σχέδιο επενδύσεων της General Motors (πέρασε στην ιδιοκτησία της κυβέρνησης το 60% των μετοχών της), οδήγησε την εταιρία σε ελεγχόμενη πτώχευση, με συνέπεια την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας στα πλαίσια της αναδόμησης της εταιρίας, αλλά και την απώλεια πολλών δισ. από τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων που πήραν περίπου 30 σεντς για κάθε δολάριο απαίτησης ή μετοχών της εταιρίας που δικαιούνταν. Η GM, που αποτελούσε ως το 2009 την πρώτη σε πωλήσεις εταιρία αυτοκινήτων στον κόσμο, εμφανίζει ξανά κερδοφορία από το α΄ τρίμηνο του 2010, ενώ χάρη στην κρατική παρέμβαση απαλλάχθηκε από μεγάλο μέρος των υποχρεώσεών της προς τα ταμεία των εργαζομένων και μείωσε κατά πολλές χιλιάδες το προσωπικό της (πάνω από 20.000 σε δυο χρόνια). Φυσικά από όλες τις πλευρές ξεκαθαρίζεται ότι μόλις μπορέσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους όλες αυτές οι επιχειρήσεις θα ιδιωτικοποιηθούν, όπως ακριβώς συμβαίνει συχνά στην ιστορία του καπιταλισμού (όπως ήδη γίνεται με τη Citigroup).
Το κράτος των ΗΠΑ ανέλαβε να διασώσει με οποιοδήποτε κόστος τους μονοπωλιακούς ομίλους, εφαρμόζοντας μια πολιτική προσωρινής κρατικοποίησης που ονομάστηκε «κοινωνικοποίηση του κόστους». Πρωτοπόροι στην εφαρμογή παρόμοιων μέτρων ήταν η Αγγλία, καθώς ήδη από το Σεπτέμβρη του 2007 η Northern Rock έγινε η πρώτη μεγάλη τράπεζα που κινδύνεψε με χρεοκοπία. Από τότε η Κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας στηρίζει σταθερά το χρέος των αγγλικών τραπεζών. Στην ουσία αυτές οι προτάσεις, που εμφανίζονται και στη χώρα μας από το ΣΥΡΙΖΑ ως «ριζοσπαστικές», αποτελούν μέτρα που εφαρμόστηκαν στις ΗΠΑ, μεταφέροντας το κόστος στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Bank of America - Merill Lynch, της μεγαλύτερης τράπεζας των ΗΠΑ στα ενυπόθηκα δάνεια κατοικίας, που διασώθηκε χάρη στην κρατική υποστήριξη. Η τράπεζα αυτή υπολογίζεται ότι το 2009 έκανε 7.000 κατασχέσεις κατοικιών κατά μέσο όρο κάθε εβδομάδα, ενώ εκτιμάται ότι το 2010 ξεπέρασε τις 35.000 κατασχέσεις κάθε βδομάδα.
Ταυτόχρονα, σε συμφωνία με τους Ρεπουμπλικάνους, αποδέχτηκε να διατηρήσει για άλλα δυο χρόνια (2011-2012) τις φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους (που είχε νομοθετήσει ως προσωρινό μέτρο η κυβέρνηση Μπους και είχαν ημερομηνία λήξης το 2011), φοροαπαλλαγές οι οποίες εκτιμάται ότι στην επόμενη δεκαετία θα επιφέρουν απώλειες στα έσοδα της κυβέρνησης ύψους 700 δισ. δολαρίων. Αυτό αποδεικνύει επίσης σε ποιο βαθμό το δημόσιο χρέος αποτελεί πονοκέφαλο για την αστική πολιτική, αλλά και ότι σε κάθε περίπτωση αποτελεί μια χρήσιμη αιτιολόγηση για την ένταση της λαϊκής επίθεσης. Οι κρατικές δαπάνες αυξάνονται για να στηρίζουν τα κράτη όσο αποτελεσματικότερα μπορούν την αναπαραγωγή του κεφαλαίου και περιορίζονται όσον αφορά τις λαϊκές ανάγκες.

ΕΠΙΔΕΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

 Η κυβέρνηση Ομπάμα αποφάσισε το πάγωμα στην αύξηση των μισθών των υπαλλήλων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για δυο χρόνια (2011-2012). Το μέτρο πάρθηκε σε συμφωνία με τους Ρεπουμπλικάνους και αφορά 2.000.000 δημόσιους υπαλλήλους, ενώ εξαιρέθηκαν οι υπάλληλοι και οι βουλευτές του Κογκρέσου και το στρατιωτικό προσωπικό. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ εκτιμά ότι θα εξοικονομήσει 2 δισ. δολάρια το 2011 (προβλεπόταν αύξηση 1,4%) και άλλα 3 δισ. το 2012. Η απόφαση αυτή έδωσε το έναυσμα για την επίθεση στα δικαιώματα των δημόσιων υπαλλήλων στις πολιτείες των ΗΠΑ.
Στο σημείο αυτό χρειάζεται οπωσδήποτε να τονιστεί η αξιοποίηση του εργοδοτικού συνδικαλιστικού κινήματος από την κυβέρνηση και τις επιχειρήσεις. Είναι γνωστή η ευρεία υποστήριξη που έχει ο πρόεδρος Ομπάμα από τα συνδικάτα στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο ηγέτης της AFL-CIO19 επισκέπτεται τακτικά το Λευκό Οίκο, αντί για μια φορά στα οχτώ χρόνια επί κυβέρνησης Μπους. Το αποτέλεσμα είναι η συναίνεση σε αλλαγές στις συμβάσεις στη General Motors και αλλού για να μη χαθούν περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά και αποπροσανατολιστικές φιλοκυβερνητικές κινητοποιήσεις ενάντια στα αποκαλούμενα «Golden Boys». Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα στο διεθνικό κολοσσό General Electric, όπου το συνδικάτο συμφώνησε με την εταιρία σε πάγωμα μισθών για τα επόμενα δυο χρόνια, αλλά και επίσης συμφώνησε πως όλοι οι νεοπροσλαμβανόμενοι θα αμείβονται με περίπου 17 δολάρια την ώρα. Αυτό όχι μόνο είναι πολύ χαμηλό για τα αμερικάνικα δεδομένα, αλλά και είναι 10 δολάρια πιο κάτω από τον μισθό που ίσχυε μέχρι τώρα για τους περισσότερους υπαλλήλους της εταιρίας (μικρότερος μισθός κατά 37%). Αυτή η συμφωνία έγινε μπροστά στο άνοιγμα δυο νέων μονάδων της General Electric, παραγωγής υβριδικών προϊόντων νέας τεχνολογίας και εξοικονόμησης ενέργειας.20
Φυσικά η εκτίναξη της ανεργίας δεν μπορεί να περιοριστεί με τα ευχολόγια του εργοδοτικού συνδικαλισμού. Οπως προαναφέραμε, το 2010 το ποσοστό ανεργίας έφθασε το 10%. Η ανεργία είναι απαραίτητος συνοδός της απαξίωσης της εργατικής δύναμης, αλλά και της ανόδου της εντατικοποίησης της εργασίας. Σαν φαινόμενο για τις ΗΠΑ συνδέεται άμεσα με την ελευθερία κίνησης κεφαλαίων που μεταφέρουν μέρος της παραγωγής τους στο Μεξικό ή σε χώρες της Ασίας, αναζητώντας εκεί υποδεκαπλάσιο «εργατικό κόστος». Η αστική διαχείριση, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά και σε όλο τον κόσμο, αντιμετωπίζει την αντικειμενική ανάγκη για μείωση του εργάσιμου χρόνου με τρόπο ώστε να αυξάνει ο ρυθμός εκμετάλλευσης και όχι για να κατοχυρώσει μια κοινωνική κατάκτηση. Αυτό το στόχο υπηρετούν διαφορετικά μέτρα, από τη μείωση του αριθμού των εργαζομένων με παράλληλη αύξηση της εργάσιμης ημέρας, ως την ελαστικοποίηση του εργάσιμου χρόνου, την κατάργηση δικαιωμάτων.
Επόμενο είναι το γεγονός ότι η απόλυτη φτώχεια οξύνεται και στις ΗΠΑ, καθώς -σύμφωνα με τα στοιχεία των New York Times- 6 εκατομμύρια Αμερικανοί ζούσαν στο τέλος του 2009 με κουπόνια δωρεάν σίτισης που παρέχονταν από το κράτος, χωρίς να έχουν άλλο εισόδημα, ενώ εκατομμύρια Αμερικανοί που μέχρι πρόσφατα είχαν ένα καλό εισόδημα και ασφάλιση, τώρα εργάζονται με χαμηλότατους μισθούς χωρίς καμία ασφάλιση και ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Ο αριθμός των εργαζομένων που έχασαν τα σπίτια τους από τις τράπεζες στις ΗΠΑ την τριετία 2007-2009 αγγίζει τα τέσσερα εκατομμύρια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά ένα εκατομμύριο το 2010, ενώ υπολογίζεται ότι θα αυξηθεί κατά 20% ακόμα στη διάρκεια του 2011, αφού περίπου άλλα 4,5 εκατομμύρια ενυπόθηκα δάνεια για κατοικίες βρίσκονται σε διαδικασία κατάσχεσης ή σε καθυστέρηση πληρωμών πάνω από 90 ημέρες. Πολλά εκατομμύρια κάτοικοι των ΗΠΑ, ακόμα και αν μπορέσουν να αποπληρώσουν το δάνειό τους, θα αναγκαστούν να πληρώσουν τόκους και δάνεια αξίας πολύ μεγαλύτερης από τη σημερινή αξία των κατοικιών τους.21

Ο «ΝΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΜΨΗ»

 Το βασικό «πακέτο τόνωσης» της οικονομίας, της κυβέρνησης Ομπάμα, το «Recovery Act» (Νόμος για την Ανάκαμψη), κινείται στην ίδια κατεύθυνση με την οικονομική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης και είναι ύψους 814 δισ. δολαρίων. Καταρχήν, το ένα τρίτο περίπου αυτού του ποσού είναι πολλές φοροαπαλλαγές για το κεφάλαιο, για τα επόμενα χρόνια. Από την άλλη, τα δυο τρίτα αποτελούν ταυτόχρονα επιδοτήσεις των επιχειρήσεων σε μια σειρά τομείς που στόχο έχουν να αντιμετωπίσουν στρατηγικές προτεραιότητες. Προβλέπονται επιδοτήσεις για επενδύσεις σε μια σειρά στρατηγικούς τομείς (ΑΠΕ, έρευνα, νέες τεχνολογίες, οδικά δίκτυα). Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις επενδύσεις για νέες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ταυτόχρονα προωθείται η ενίσχυση ενός κοινωνικού ιστού ασφάλειας για να αμβλύνει ακραίες καταστάσεις φτώχειας με επιδόματα ανεργίας, κουπόνια σίτισης.
Ο προϋπολογισμός του 2010 περιλάμβανε αυξημένες δαπάνες για επιδότηση επιχειρήσεων και φοροαπαλλαγές στην ίδια κατεύθυνση με το έκτακτο σχέδιο τόνωσης της οικονομίας. Υπολογίζεται ότι με την παρέμβαση αυτή διασώθηκαν ή δημιουργήθηκαν 3,3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Χωρίς την κρατική παρέμβαση η ύφεση θα ήταν μεγαλύτερη, όμως παρά τη στήριξη αυτή, η ανάκαμψη παραμένει αναιμική και αβέβαιη, ενώ το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε. Ακόμα πιο μεγάλη είναι η ανησυχία καθώς η επίδραση του «πακέτου τόνωσης» θα μειώνεται σταδιακά από το 2011. Γι’ αυτό πληθαίνουν οι φωνές για νέο μεγάλο πακέτο στήριξης της οικονομίας, γεγονός που οξύνει την αντιπαράθεση στα πλαίσια των αστικών κομμάτων των ΗΠΑ για το δημόσιο χρέος.
Στα πλαίσια αντιμετώπισης του προβλήματος του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ εντάσσεται και η απόφαση της FED να διαθέσει 600 δισ. δολάρια για την αγορά ομολόγων των ΗΠΑ. Αυτό από τη μια συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ανάγκης δανεισμού της κυβέρνησης και από την άλλη με τη διοχέτευση χρήματος στην αγορά συμβάλλει στην υποτίμηση της ισοτιμίας δολαρίου και στην ενίσχυση των εξαγωγών των ΗΠΑ. Η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ προτίθεται να συνεχίσει αυτού του είδους τη στήριξη και για το 2011. Το ουσιαστικό όμως συμπέρασμα είναι ότι στην πράξη η αναπαραγωγή του κεφαλαίου στις ΗΠΑ στηρίζεται τα τελευταία δύο χρόνια στη συνεχή παροχή ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα, είτε απευθείας προς τους καπιταλιστές είτε μέσω της κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει πως ο κίνδυνος μια νέας ύφεσης (που είναι ούτως ή άλλως πιθανός) εξαρτάται και από τη διάρκεια και τη δυνατότητα της κυβέρνησης των ΗΠΑ να συνεχίζει αυτή την πολιτική.
Από το έκτακτο πακέτο τόνωσης της οικονομίας ξεχώρισε επίσης η ρήτρα «Buy American» («Αγοράστε Αμερικάνικα»), που οδήγησε σε διεθνή αντιπαράθεση με Κίνα και ΕΕ. Η ρήτρα αυτή προβλέπει ότι οι εταιρίες που θα επιδοτηθούν από το κρατικό πρόγραμμα θα πρέπει αποδεδειγμένα να αγοράσουν αμερικανικά προϊόντα ως πρώτες ύλες, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση άλλων καπιταλιστικών χωρών. Αυτό δεν αποτελεί μεμονωμένο μέτρο προστατευτισμού, αλλά εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική των ΗΠΑ, μέρος της οποίας αποτελεί ο διακηρυγμένος «εθνικός» στόχος της κυβέρνησης για διπλασιασμό(!) των εξαγωγών των ΗΠΑ μέσα στην πενταετία 2009-2014.22

Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ

 Ενα άλλο επίμαχο ζήτημα είναι η μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού (χ/π) τομέα με στόχο να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις μελλοντικών κρίσεων. Μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις ουσιαστικές πλευρές των αλλαγών σε δυο ζητήματα. Πρώτον, τη θεσμοθέτηση νέων ρυθμίσεων για αυστηρότερους ελέγχους σε μια σειρά ζητήματα όπως στους όρους χορήγησης δανείων, στην αγορά παραγώγων και στο ενεργητικό των τραπεζών. Αυτό συνοδεύεται με τη δημιουργία άλλης μιας επιτροπής επιφορτισμένης με τη συνολική εποπτεία του χ/π τομέα με στόχο την προειδοποίηση για μελλοντικούς κινδύνους. Ενδεικτικό των εσωτερικών αντιφάσεων της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά και των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν σε σχέση με το ρόλο του χ/π τομέα, είναι το γεγονός ότι οι τράπεζες με νομοθετικές ρυθμίσεις είχαν ωθηθεί να χαλαρώσουν τους όρους δανεισμού, προκειμένου να στηριχθεί ο κατασκευαστικός κλάδος αλλά και συνολικά η καπιταλιστική αναπαραγωγή στις ΗΠΑ. Ανάλογη είναι και η αντιπαράθεση που διεξάγεται για το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν μειώσει υπερβολικά το δανεισμό στις επιχειρήσεις και στους «καταναλωτές». Ο νέος νόμος, που ενδέχεται να αυξήσει το κόστος δανεισμού, θα επιβραδύνει την πιστωτική επέκταση και κατά συνέπεια μπορεί να έχει σε ένα βαθμό επιβραδυντικό ρόλο στην οικονομική μεγέθυνση. Αλλωστε το ζήτημα των ρυθμίσεων της καπιταλιστικής αγοράς ποτέ δεν μπορεί να αποτρέψει ούτε την καπιταλιστική κρίση ούτε την «κερδοσκοπία» που είναι η χαρακτηριστική κατάσταση, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Το δεύτερο σκέλος των αλλαγών αφορά την αντιμετώπιση του κινδύνου χρεοκοπίας, μπροστά στον οποίο βρίσκονται χ/π ιδρύματα με μεγάλο οικονομικό ή και στρατηγικό ρόλο. Αυτό που προβλέπεται είναι η νομοθετική πλέον κατοχύρωση της δυνατότητας και υποχρέωσης του κράτους να στηρίζει τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όταν κινδυνεύουν από χρεοκοπία, να στηρίζει το χρέος τους, να δανείζει χρήματα με προνομιακούς όρους, να αγοράζει ομόλογα, να ξεπληρώνει τους πιστωτές τους, ακόμα και να αναλαμβάνει τον έλεγχο «προβληματικών χ/π ιδρυμάτων ειδικού βάρους» και να τα τεμαχίζει σε μικρότερα, προκειμένου να προστατέψει από το ενδεχόμενο ντόμινο άλλες επιχειρήσεις. Η αντιπαράθεση αφορά και το δικαίωμα της FED εν μέσω κρίσης να παρέχει στους τραπεζικούς ομίλους έως και 4 τρισ. δολάρια (πάνω από 2,2 τρισ. δολάρια παρείχε στην παρούσα κρίση).
Ετσι όχι μόνο δεν αποτρέπονται οι μελλοντικές διασώσεις των χ/π ομίλων, αλλά γίνονται μόνιμο θεσμοθετημένο αντικείμενο του κράτους, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος. Χρειάζεται να συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι τα περιθώρια του καπιταλιστικού κράτους για τέτοιου είδους στήριξη είναι πλέον πιο περιορισμένα, ακόμα και για τις ΗΠΑ, καθώς αυτό εξηγεί και την οξυμένη αντιπαράθεση για το ύψος του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, αλλά και την αντίδραση σημαντικής μερίδας των αστών πολιτικών στις ΗΠΑ απέναντι σε νέα πακέτα διάσωσης επιχειρήσεων.
Υπάρχει επίσης αντιπαράθεση για την επαναφορά του Νόμου Γκλας-Στίγκαλ, που εφαρμόστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1930 επί προεδρίας Ρούσβελτ που διαχώριζε τις «επενδυτικές» από τις «εμπορικές» τράπεζες. Η κατάργηση του νόμου αυτού το 2000 επί προεδρίας Κλίντον κρίθηκε αναγκαία για να προχωρήσει η συγκέντρωση στο χ/π κλάδο και να γίνουν οι αμερικανικοί όμιλοι πιο ισχυροί στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό με άλλες τράπεζες και άλλους κλάδους της οικονομίας. Αλλωστε η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού και ουσιαστική οικονομική νομοτέλεια για την απόσπαση μεγαλύτερης υπεραξίας στα πλαίσια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Η ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

 Καταρχήν να υπενθυμίσουμε ότι στις ΗΠΑ ο κάθε εργαζόμενος ασφαλίζεται είτε μόνος του, είτε σε πρόγραμμα ασφάλισης στην ίδια την επιχείρηση που εργάζεται.23 Οι τιμές των φαρμάκων και των υπηρεσιών υγείας, των ασφαλίστρων είναι «απελευθερωμένες» και οι εταιρίες είναι ελεύθερες να καθορίζουν τις τιμές και τις παροχές που καλύπτουν. Οι ασφαλιστικές εταιρίες είχαν το δικαίωμα να αρνούνται την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης με βάση το ιατρικό ιστορικό («προϋπάρχουσες συνθήκες»), αλλά και να αρνούνται την παροχή της κάλυψης εκ των υστέρων, να αυξάνουν τα ασφάλιστρα, να ζητούν αλλαγές στους όρους του συμβολαίου. Εκτιμάται ότι στις ΗΠΑ οι ανασφάλιστοι το 2010 αγγίζουν τα 60 εκατομμύρια (το 19,5 % του πληθυσμού).
Οι ρυθμοί αύξησης των τιμών των φαρμάκων, της ασφάλισης και ακόμα περισσότερο η εκτιμώμενη αύξηση του κόστους αυτού στο μέλλον δημιουργεί μια σειρά διλήμματα στην άρχουσα τάξη που έχουν να κάνουν με τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και συγκεκριμένα με το ρόλο κάποιων στρατηγικών κλάδων που επηρεάζουν άμεσα το σύνολο της οικονομίας, με τη διανομή της πίτας μεταξύ κλάδων, όπως οι φαρμακευτικές, οι επιχειρήσεις ασφάλισης και υγείας,24 καθώς το κόστος ασφάλισης ανεβάζει το κόστος της εργατικής δύναμης για τις μεγάλες επιχειρήσεις που κάνουν ομαδική ασφάλιση.25
Στόχος της μεταρρύθμισης για την υγεία είναι να μειώσει τις συνολικές δαπάνες για την υγεία ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι Ρεπουμπλικάνοι εκτιμούν ότι αυτή η μεταρρύθμιση θα επιβαρύνει αντί να μειώσει και τις δαπάνες του προϋπολογισμού και επομένως θα αυξήσει δραματικά το δημόσιο χρέος26. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να περιοριστεί ο «πληθωρισμός υγείας» και ότι ο νόμος αυτός δεν κάνει τίποτα σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά σε αντίθετη. Εκτιμούν ότι, λόγω της μεταρρύθμισης αυτής, οι φόροι για την υγεία θα βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.27
Ο νόμος που ψηφίστηκε τελικά απέχει κατά πολύ από τη «φιλολογία» που είχε αναπτυχθεί γύρω από την «ατζέντα Ομπάμα» για την υγεία. Αρχικά η αντιπαράθεση είχε επικεντρωθεί στα ζητήματα της δημιουργίας δημόσιου συστήματος ασφάλισης και υγείας που θα λειτουργεί παράλληλα και ανταγωνιστικά με τον ιδιωτικό τομέα, της υποχρεωτικής ασφάλισης των εργαζομένων με ευθύνη του εργοδότη, του νομοθετικού περιορισμού στις τιμές των ασφαλίστρων, των φαρμάκων και των δαπανών υγείας, που εξηγεί και την αρχικά πολύ οξυμένη αντίδραση των μονοπωλιακών ομίλων ασφάλισης και υγείας.
Ο νόμος για την υγεία αποτελεί μια προσπάθεια εύθραυστου συμβιβασμού μεταξύ των διαφόρων μερίδων του μονοπωλιακού κεφαλαίου, για το πώς θα κατανεμηθεί το κόστος ασφάλισης. Από τη μία, ο νόμος αποτελεί ενίσχυση των μονοπωλίων της υγείας σε σχέση με την υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής ασφάλισης για όλους, τη διατήρηση των απελευθερωμένων τιμών και υπηρεσιών, την περικοπή δαπανών για δημόσια προγράμματα, όπως το Medicare. Το κράτος θα επιδοτεί τις εταιρίες για ένα μέρος του κόστους ασφάλισης, για όσους εργαζόμενους δεν έχουν δυνατότητα να το καλύπτουν, αλλά και υποχρεώνει τους πάντες να ασφαλιστούν με ατομική τους ευθύνη στις ιδιωτικές εταιρίες (διαφορετικά θα πληρώνουν πρόστιμο).
Από την άλλη, αυτό που εκτιμάται ότι θα βλάψει την κερδοφορία του κλάδου των ασφαλιστικών εταιριών είναι πως δε θα έχουν πλέον το δικαίωμα άρνησης παροχής ασφάλισης. Διατηρούν όμως τη δυνατότητα να κάνουν ακριβότερη την ασφάλιση, ανεβάζοντας τα ασφάλιστρα. Οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα στις ΗΠΑ υποχρεώνονται και νομοθετικά να πληρώσουν οι ίδιοι το κόστος ασφάλισης και ταυτόχρονα το κράτος περιορίζει την κάλυψη που παρέχει, επιδοτώντας απευθείας τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Στις 18 Γενάρη του 2011 οι Ρεπουμπλικάνοι κατόρθωσαν να περάσουν από τη Βουλή των αντιπροσώπων ψήφισμα για την κατάργηση του νόμου, που όμως θα παραμείνει σε ισχύ, αφού δε θα συζητηθεί εκ νέου στο Κογκρέσο. Ταυτόχρονα σε πολιτείες των ΗΠΑ με κυβερνητική πλειοψηφία ρεπουμπλικάνων ο νόμος αμφισβητείται ως αντισυνταγματικός και η αντιπαράθεση έχει φτάσει στο ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο.
  

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Οι εξελίξεις στις ΗΠΑ επιβεβαιώνουν ορισμένες προβλέψεις και θέσεις του ΚΚΕ σχετικά με τη διεθνή οικονομική κρίση. Η πορεία της βιομηχανικής παραγωγής μετά το 2008 επιβεβαιώνει ότι η περιοδική εκδήλωση της κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου είναι σύμφυτη με την κεφαλαιοκρατική παραγωγική διαδικασία, με την καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στις κατασκευές και σε σημαντικούς κλάδους της μεταποίησης στις ΗΠΑ εκδηλώθηκε κρίση υπερπαραγωγής εμπορευμάτων τη διετία 2008-2009.
Ταυτόχρονα η εκδήλωση της κρίσης στη σφαίρα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι για την κατανόηση της κρίσης υπερπαραγωγής απαιτείται ολοκληρωμένη θεώρηση τόσο της εκμετάλλευσης στην σφαίρα της παραγωγής, όσο και της πραγματοποίησης της υπεραξίας με την πώληση των εμπορευμάτων, αφού η συνολική μάζα των παραγόμενων εμπορευμάτων πρέπει να μπορεί να πουληθεί με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους, ώστε να διασφαλιστεί τελικά η διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.
Πέρα από τον αντιλαϊκό χαρακτήρα αναδεικνύεται και η αδυναμία της αστικής διαχείρισης να αντιμετωπίσει τις αξεπέραστες αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, οι οποίες μεγαλώνουν στις σημερινές συνθήκες, καθώς τα περιθώρια ελιγμών έχουν στενέψει δραματικά.
Η επεκτατική αναπτυξιακή πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα, που προβλήθηκε σαν η εναλλακτική φιλολαϊκή διέξοδος απέναντι στην περιοριστική δημοσιονομική διαχείριση της ΕΕ/Γερμανίας, οδήγησε στη διόγκωση της κρατικής υπερχρέωσης, στην κλιμάκωση της επίθεσης στην εργατική τάξη για τη διασφάλιση των κρατικών πακέτων στήριξης των ομίλων και περιόρισε την απαξίωση κεφαλαίου, που ήταν αναγκαία για να δοθεί ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη με μεσοπρόθεσμη διάρκεια.
Γι’ αυτό το ΚΚΕ προβλέπει ότι η επόμενη φάση καπιταλιστικής ανόδου θα είναι αναιμική, ενώ δεν αποκλείεται μια νέα εκδήλωση της κρίσης πριν την ουσιαστική άνοδο. Η καπιταλιστική κρίση του 1929 και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που ακολούθησε, τελείωσε με το πέρασμα της αστικής πολιτικής στην «κεϋνσιανή» διαχείριση. Ομως η κεϋνσιανή διαχείριση και η πολιτική του «New Deal» ούτε έβγαλε την καπιταλιστική οικονομία από την κρίση ούτε απέτρεψε το ξέσπασμα δεύτερης κρίσης το 1937. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η αντίστοιχη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων που ακολούθησε ήταν το γεγονός που κατά γενική ομολογία έβγαλε τον καπιταλισμό από την κρίση.
Στις σημερινές συνθήκες, καθώς το κουβάρι των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων γίνεται όλο και πιο περίπλοκο, οι πιθανότητες μιας απότομης όξυνσής τους αυξάνονται. Οι πιθανότητες περιφερειακών στρατιωτικών αναμετρήσεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μεγαλώνουν. Η εξέλιξη της ιμπεριαλιστικής επέμβασης σε Αφγανιστάν - Πακιστάν, στη Λιβύη, η αποσταθεροποίηση στη Βόρειο Αφρική και στη Μέση Ανατολή, η όξυνση των σχέσεων και τα πολεμικά επεισόδια Βόρειας και Νότιας Κορέας αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Αποκτά λοιπόν ιδιαίτερη σημασία η προετοιμασία της εργατικής τάξης και του λαού γενικότερα σχετικά με τη στάση που θα κρατήσει απέναντι σε άδικους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Ζήτημα καθοριστικής σημασίας είναι να μην στοιχηθεί το εργατικό κίνημα πίσω από κανένα ιμπεριαλιστικό κέντρο και να αντιπαρατεθεί με την αστική τάξη της δικής του χώρας. Σε αυτή την αντιπαράθεση μπορούν να αξιοποιηθούν όλες οι μορφές και οι τρόποι πάλης.
Καθώς η άρχουσα τάξη εντείνει σε κάθε χώρα την επίθεση για την αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης, για διασφάλιση φθηνότερης εργατικής δύναμης, πρέπει άμεσα να ενταθεί και η ταξική πάλη, να δυναμώσει η ιδεολογική και πολιτική ζύμωση, να πολιτικοποιηθεί ο οικονομικός αγώνας προς τη μόνη ελπιδοφόρα διέξοδο για την εργατική τάξη: την κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και την εδραίωση της σοσιαλιστικής οικονομίας.
Με δεδομένες τις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυσκολίες, η υλοποίηση αυτού του καθήκοντος είναι μια ιδιαίτερα σύνθετη υπόθεση μέσα στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η όξυνση της ταξικής πάλης θα συμβάλει αργά η γρήγορα στη ριζοσπαστικοποίηση μιας πρωτοπορίας του εργατικού κινήματος. Σε κάθε περίπτωση, το κομμουνιστικό κόμμα κάθε χώρας πρέπει να προετοιμάζεται και να προετοιμάζει τα λαϊκά στρώματα με τα καθήκοντα εκείνα που αντιστοιχούν στην εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων.
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Θανάσης Αργυρίου είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. Πηγή: World Development Indicators Database, World Bank, 7 Οκτώβρη 2009.
2. Τελευταία πρόσφατη εκτίμηση στις 28 Γενάρη 2011, http://www.bea.gov/newsreleases/national/gdp/gdpnewsrelease.htm.
3. Για το 2010 εκτιμάται ότι ο μέσος όρος της ανεργίας ήταν περίπου 9,8%. Πηγή: Bureau of Labor Statistics, www.bls.gov.
3. Για το 2010 εκτιμάται ότι ο μέσος όρος της ανεργίας ήταν περίπου 9,8%. Πηγή: Bureau of Labor Statistics, www.bls.gov.
6. Global Trends 2025, National Intelligence Council.
7. Βλέπε και ΚΟΜΕΠ τ. 5/2009.
8. Σημειώνουμε ότι το ΑΕΠ αποτελεί ένα κατά προσέγγιση δείκτη της παραγωγής μιας χώρας, καθώς η αστική στατιστική κάνει το σφάλμα να μην ξεχωρίζει τη διάκριση παραγωγικής - μη παραγωγικής εργασίας και τη διάκριση παραγωγής - κυκλοφορίας.
9. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ από ποσοστά από 1% - 2% την περίοδο 1989-1997 έφτασε σταδιακά στο 7 % ΑΕΠ το 2007 (πηγή: www.census.gov/foreign-trade/data/index.html). Το πρώτο δεκάμηνο του 2009 η Κίνα ξεπέρασε το μερίδιο εξαγωγών της Γερμανίας και ανακηρύχθηκε σε κορυφαία εξαγωγική χώρα του πλανήτη.
10. Πηγές: www.census.gov, ΔΝΤ, Οκτώβρης 2009, World Economic Outlook.
11. Οι δέκα χώρες της ASEAN είναι: Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες, Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Μπρούνεϊ, Καμπότζη, Λάος, Βιετνάμ, Μυανμάρ.
12. Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου, που συγκροτήθηκε από ΗΠΑ, Καναδά και Μεξικό το 1994.
13. Πηγή: ΔΝΤ, Οκτώβρης 2009, World Economic Outlook.
14. Αυτή η σχετική ασφάλεια του δολαρίου σε σχέση με άλλα νομίσματα αμφισβητείται συνεχώς, ιδιαίτερα μετά την κατάργηση του Μπρέτον Γουντς και σε καμία περίπτωση δεν είναι απαλλαγμένη από τις βίαιες διακυμάνσεις που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής οικονομίας.
15. Οταν δημιουργήθηκε το ευρώ, η ισοτιμία ήταν 0,75 δολάρια ανά ευρώ. Μετά 7 χρόνια, πριν την εκδήλωση της κρίσης είχε φτάσει περίπου το 1,5 δηλαδή είχε διπλασιαστεί η τιμή του ευρώ σε σχέση με το δολάριο. Το τελευταίο διάστημα, μετά την ανοιχτή αντιπαράθεση δολαρίου - ευρώ κυμαινόταν το Μάρτη του 2010 περίπου ανάμεσα στα 1,30 ως 1,35 δολάρια ανά ευρώ.
16. Διεθνής οικονομική συμμαχία κρατών της Λατινικής Αμερικής, στην οποία συμμετέχουν οι Αντίγκουα και Μπαρμπάντος, Βολιβία, Κούβα, Δομίνικα, Εκουαδόρ, Νικαράγουα, Αγ. Βικέντιος και Γρεναδίνες, Βενεζουέλα.
17. Αλλωστε, εκτός από τον Υπουργό Αμυνας της κυβέρνησης των Δημοκρατικών που παρέμεινε ο ίδιος με την προηγούμενη κυβέρνηση των Ρεπουμπλικάνων, ο διοικητής της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας (FED) παράμεινε επίσης ο ίδιος που ήταν επί της κυβέρνησης Μπους.
18. Ο όμιλος Citigroup δραστηριοποιείται σε 109 χώρες και είναι πλέον ο μεγαλύτερος με διαφορά τραπεζικός όμιλος στις ΗΠΑ, αφού εξαγόρασε σταδιακά άλλες μεγάλες τράπεζες με κάλυψη του κράτους.
19. Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας - Συμβούλιο Βιομηχανικών Οργανώσεων.
20. Πηγή: New York Times, 6 Αυγούστου 2009.
21. Πηγές: USA Today, weekly international edition, 2-4 Απρίλη 2010, http://www. bloomberg.com/news/2011-01-13/u-s-foreclosure-filings-may-jump-20-this-year-as-crisis-peaks.html.
22. Δες και την καθιερωμένη ετήσια Ομιλία του Ομπάμα στο Κογκρέσο στις 25 Γενάρη 2011, http://www.whitehouse.gov/state-of-the-union-2011.
23. Τα κρατικά προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας Medicare και Medicaid καλύπτουν συγκεκριμένες κατηγορίες, είτε ηλικιωμένων άνω των 65 ετών είτε ανηλίκων είτε οικογένειες με πολύ περιορισμένο εισόδημα. Υπολογίζεται ότι το 2008 στο πρόγραμμα Medicaid οι δικαιούχοι ήταν περίπου 49 εκατομμύρια άτομα, ενώ στο Medicare 45 εκατομμύρια, δηλαδή περίπου το 31% του πληθυσμού το 2008. Πάνω από 3.500 εταιρίες και οργανισμοί στις ΗΠΑ παρέχουν φαρμακευτική κάλυψη σε 6,3 εκατομμύρια συνταξιούχους, Wall Street Journal, 26-28 Μάρτη 2010.
24. Οι δαπάνες «Υγείας» στις ΗΠΑ προσέγγιζαν περίπου το 17% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ενώ σε άλλες χώρες αυτό το ποσοστό είναι περίπου στο μισό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του «Congressional Budget Office» (CBO) που είναι το «ανεξάρτητο» όργανο του Κογκρέσου για τον έλεγχο του κρατικού προϋπολογισμού, αν δε γίνει καμία μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας, το κόστος αυτό θα φτάσει το 25% του ΑΕΠ το 2025, ενώ αν δεν περικοπούν οι κρατικές δαπάνες θα φτάσουν από 4% στο 20% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού.
25. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Γ. Μπάφετ, την 1η Μάρτη 2010, ο οποίος στηρίζει τη μεταρρύθμιση Ομπάμα: «το κόστος υγείας στραγγίζει τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ και τις οδηγεί σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα […] το σύστημα υγείας χρειάζεται θεμελιώδη μεταρρύθμιση για να αντιμετωπίσει το κόστος […] είναι σαν ένα είδος παράσιτου που τρώει το οικονομικό μας σώμα».
26. Εκτιμούν πως στα επόμενα δέκα χρόνια (2014-2023) το κόστος για τον προϋπολογισμό θα είναι 2,3 τρισ. δολάρια.
27. Η Caterpillar, η μεγαλύτερη παγκοσμίως σε πωλήσεις εταιρία παραγωγής μηχανημάτων κατασκευών, που παρέχει φαρμακευτική κάλυψη σε 40.000 συνταξιούχους, ανακοίνωσε ότι ο νόμος για την υγεία και ο φόρος που προβλέπει θα βλάψει τα άμεσα κέρδη της κατά 100 εκατομμύρια δολάρια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ