5 Αυγ 2013

Το Παλαιστινιακό, και πάλι, στο βωμό των ευρύτερων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών

Το Παλαιστινιακό, και πάλι, στο βωμό των ευρύτερων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών
Η «αναθέρμανση» του ισραηλινο-παλαιστινιακού διαλόγου περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που οδήγησαν και στο παρελθόν σε αδιέξοδο και πιέσεις για παλαιστινιακές υποχωρήσεις
Σκηνές από τα παλιά διαδραματίστηκαν στις αρχές της βδομάδας στην Ουάσιγκτον, όπου μετέβησαν αντιπροσωπείες από το Ισραήλ με επικεφαλής την υπουργό Δικαιοσύνης, Τζίπι Λίβνι, και από την Παλαιστινιακή Αρχή με επικεφαλής τον διαπραγματευτή Σάεμπ Ερακάτ. Οι χαμογελαστές φωτογραφίες του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Τζον Κέρι, με τους Λίβνι και Ερακάτ, καθώς και οι σχετικές χειραψίες εγκαινίασαν έναν ακόμη γύρο ισραηλινο-παλαιστινιακών συνομιλιών.
Οι δύο αντιπροσωπείες συναντήθηκαν με τον Τζον Κέρι, τον Μπαράκ Ομπάμα και μεταξύ τους. Το σύνολο των συναντήσεων έγινε κεκλεισμένων των θυρών. Ο Κέρι χαρακτήρισε «εξαιρετικά δύσκολη πορεία» το νέο γύρο διαπραγματεύσεων, «που χρειάζεται δύσκολους συμβιβασμούς». Πηγές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ διευκρίνιζαν ώρες αργότερα ότι το εννιάμηνο που θα διαρκέσουν οι συνομιλίες δεν είναι κάποιου είδους τελεσίγραφο, αλλά απλώς ένα χρονοδιάγραμμα με στόχο την επίτευξη τελικής συμφωνίας.
Η έλευση των δύο αντιπροσωπειών στην Ουάσινγκτον ήταν το αποτέλεσμα των ασφυκτικών πιέσεων που ασκήθηκαν από την έναρξη της νέας Προεδρίας Ομπάμα κυρίως προς τους Παλαιστινίους για να «αναθερμανθεί» ο ισραηλινο-παλαιστινιακός διάλογος. Ο Κέρι πριν από περίπου τρεις βδομάδες βρέθηκε στην περιοχή για έκτη φορά μέσα σε λίγους μήνες. Η επίσκεψη εξελίχθηκε σε θρίλερ καθώς παρέτεινε την παραμονή του για να πραγματοποιεί αλλεπάλληλες συναντήσεις με την παλαιστινιακή ηγεσία, δεδομένου ότι η Εκτελεστική Επιτροπή της ΟΑΠ, η οποία συνεδρίασε για να εξετάσει την πρόταση που κόμισε (και η οποία ουδέποτε δόθηκε στη δημοσιότητα), δεν έδωσε αρχικά το «πράσινο φως».
Πιέσεις για νέες παλαιστινιακές υποχωρήσεις
Η αμερικανική πρόταση για μια ακόμη φορά φαίνεται ότι αποτελείται από όλα εκείνα τα «υλικά» που, και στο παρελθόν, οδήγησαν σε ατέρμονους γύρους διαπραγματεύσεων με πιέσεις κυρίως προς την παλαιστινιακή πλευρά. Κατά τις διαρροές αυτές, ο Κέρι πρότεινε ένα χρονικό διάστημα έξι έως οκτώ μηνών (το οποίο όπως φάνηκε κατέληξε σε εννιά μήνες) για εντατικές συνομιλίες με στόχο να υπάρξει κατάληξη σε μια τελική ειρηνευτική συμφωνία.
Χωρίς να δίνονται συγκεκριμένες πληροφορίες διπλωματικές διαρροές αναφέρουν ότι η Ουάσιγκτον πιέζει την παλαιστινιακή πλευρά να αρκεστεί σε μια γενικόλογη διατύπωση περί σεβασμού ως βάσης συζήτησης των ορίων του 1967, χωρίς αυτό όμως να αποτελεί έγγραφη δέσμευση. Παράλληλα, οι Παλαιστίνιοι καλούνται να εγκαταλείψουν το αίτημά τους για «πάγωμα» του εποικισμού.
Αν και θεωρητικά οι εποικισμοί καλύπτονται από την αναφορά των ορίων του 1967, είναι γεγονός ότι, όπως επισήμαιναν Παλαιστίνιοι αξιωματούχοι, αν το Ισραήλ συνεχίσει τον εποικισμό με το φρενήρη ρυθμό που ακολουθεί σήμερα, τα δεδομένα που θα έχουν δημιουργηθεί στο έδαφος πρακτικώς θα αναιρούν την όποια πρόβλεψη περί ορίων του 1967. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ φέρεται διατεθειμένος να δεχτεί ως βάση συζήτησης για την οποιαδήποτε συνοριακή γραμμή ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους τα όρια του 1967, ένα πάγιο παλαιστινιακό αίτημα, χωρίς ωστόσο εγγύηση ότι αυτή θα είναι η βάση της όποιας συζήτησης ούτε ότι θα πιεστεί η ισραηλινή ηγεσία σε αυτήν την κατεύθυνση.
Μια άλλη απαίτηση που φέρεται να τίθεται προς τους Παλαιστινίους είναι ν' αναγνωρίσουν το Ισραήλ ως «εβραϊκό κράτος». Το αίτημα αυτό έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις και εντός Ισραήλ καθώς πολλοί Ισραηλινοί Εβραίοι καταγγέλλουν ότι έτσι γίνεται θρησκευτικό κράτος το Ισραήλ, ενώ Ισραηλινοί Αραβες καταγγέλλουν ότι με τον τρόπο αυτό αποκτούν σοβαρό ζήτημα παραμονής εντός Ισραήλ. Οσον αφορά τους Παλαιστινίους, αν γίνει δεκτό το αίτημα αυτό, αποτελεί σοβαρότατη υποχώρηση από τη βασική τους διεκδίκηση, η οποία αποτυπώνεται και σε σχετική απόφαση του ΟΗΕ, περί του δικαιώματος επιστροφής των Παλαιστίνιων προσφύγων στις εστίες τους. Το δικαίωμα αυτό ουσιαστικά είναι η βάση επί της οποίας οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, ακόμη και αν δεν επιλέξουν να επιστρέψουν στις εστίες τους (κάτι πολύ πιθανό), να μπορούν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για την εκδίωξή τους και την περιουσία που άφησαν πίσω.
Καμία ισραηλινή δέσμευση και αμερικανικό οικονομικό «δέλεαρ»
Η μοναδική δέσμευση της ισραηλινής πλευράς, η οποία επίσης μπορεί να αναιρεθεί ανά πάσα στιγμή με το πρόσχημα της «τρομοκρατίας», είναι η απελευθέρωση άλλων 350 Παλαιστίνιων κρατουμένων, μεταξύ των οποίων και 100 που κρατούνται πριν από το 1993. Μια πρώτη τέτοια συζήτηση έγινε στο ισραηλινό Υπουργικό Συμβούλιο πριν από τη συνάντηση των δύο αντιπροσωπειών στην Ουάσιγκτον, χωρίς, όμως, να καταλήξει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Το αντάλλαγμα που φέρεται να προσφέρθηκε στην παλαιστινιακή πλευρά από την Ουάσιγκτον δεν είναι άλλο από οικονομικά κίνητρα. Πρόκειται για διαβεβαιώσεις χορήγησης οικονομικής στήριξης είτε υπό τη μορφή βοήθειας είτε υπό τη μορφή επενδύσεων στην καταρρέουσα παλαιστινιακή οικονομία. Βέβαια, το γεγονός ότι η οικονομία καταρρέει λόγω της ισραηλινής κατοχής, των προβλημάτων που προκαλούν οι εποικισμοί, των απαγορεύσεων και των αποκλεισμών (όπως αναφέρουν εκθέσεις ακόμη και ιμπεριαλιστικών οργανισμών όπως είναι η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ) δεν θίγεται στο αμερικανικό σχέδιο «αναθέρμανσης» των ισραηλινο-παλαιστινιακών διαπραγματεύσεων.
Η κατάσταση που διαμορφώνεται αποτελεί επανάληψη όλων εκείνων των συνθηκών που και στο παρελθόν οδήγησαν σε κύκλους αλλεπάλληλων συζητήσεων, που τελικά θα αναλώνονται, όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, σε διευκρινίσεις επί διφορούμενων ζητημάτων και αδιέξοδα. Επίσης, δεν αποκλείεται διόλου να καταλήξουν, όπως επίσης έχει γίνει πολλάκις, στο να κληθεί η παλαιστινιακή πλευρά να διαπραγματευτεί βασικά δικαιώματά της, τα οποία κατοχυρώνονται και από σχετικές αποφάσεις του ΟΗΕ.
Αρχισαν ήδη οι διαφορετικές ερμηνείες
Υπό την έννοια αυτή, το μόνο βέβαιο ήταν οι διαφορετικές ερμηνείες των δύο πλευρών ως προς το πλαίσιο επί του οποίου θα διεξαχθεί ο νέος αυτός γύρος επαφών που εγκαινιάστηκε στην Ουάσιγκτον. Συμπυκνώνοντας την ισραηλινή κυβερνητική θέση (στην οποία διαφωνεί το κόμμα των εποίκων) ο υπουργός Οικονομικών, Γιάρ Λαπίντ, ο άλλος κυβερνητικός εταίρος, υπογράμμισε ότι στόχος των συνομιλιών είναι η δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, το οποίο «θα εκτείνεται στο μεγαλύτερο μέρος της Δ. Οχθης», προσθέτοντας ότι «προφανώς θα παραμείνουν τρεις μεγάλοι εποικισμοί, όπως και η Ανατολική Ιερουσαλήμ, υπό ισραηλινό έλεγχο», εκτιμώντας ότι τελικά η παλαιστινιακή πλευρά θα δεχτεί μια τέτοια διευθέτηση «γιατί δεν υπάρχει άλλη λύση».
Η δήλωση Λαπίντ έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δήλωση του συνεργάτη του Προέδρου Αμπάς, Γιάσερ Αμπέντ Ράμπο, ο οποίος εκτιμούσε ότι δεν μπορούν να συζητηθούν όλα τα σημαντικά ζητήματα ταυτόχρονα και ότι θα πρέπει να τεθούν προτεραιότητες και να λύνεται ένα ένα. Ως μέγιστη προτεραιότητα ο Ράμπο έθεσε, εκ νέου, την αποδοχή ως βάση διαπραγμάτευσης των συνόρων του 1967 καθιστώντας σαφές ότι αν αυτό δε λυθεί, δεν μπορεί να υπάρξει περαιτέρω πρόοδος. Ο διαπραγματευτής Ερακάτ, από την πλευρά του, δήλωνε ότι τίθενται πλέον όλα τα ζητήματα στο τραπέζι, κάτι που η ισραηλινή πλευρά δεν δέχεται, καθώς αρνείται κάθε συζήτηση για την Ανατολική Ιερουσαλήμ, για το δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων αλλά και για μεγάλο μέρος των εποικισμών.
Ιμπεριαλιστικό «ενδιαφέρον» στο πλαίσιο γενικότερων σχεδιασμών
Σε αυτό το πλαίσιο αντιφατικών ερμηνειών και γενικόλογων σιβυλλικών διατυπώσεων αναμένεται να επαναληφθούν οι ισραηλινο-παλαιστινιακές επαφές, εντός των επόμενων δύο βδομάδων, με την άφιξη του Αμερικανού ειδικού απεσταλμένου, Μάρτιν Ιντικ, στο Ισραήλ και στα παλαιστινιακά εδάφη. Ο Ιντικ, που διατέλεσε χρόνια πρέσβης στο Ισραήλ, θα επιδιώξει, αξιοποιώντας την οικονομική βοήθεια, να πιέσει τους Παλαιστινίους για μια, έστω πρόχειρη και επιφανειακή, λύση που θα δίνει την εντύπωση προόδου.
Η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας είναι προφανές ότι δεν αποτελεί επίλυση του Παλαιστινιακού ούτε δικαίωση των δεκαετιών αγώνων του παλαιστινιακού λαού για ανεξάρτητο βιώσιμο ενιαίο εδαφικό παλαιστινιακό κράτος, στα σύνορα του 1967 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ και με διασφάλιση του δικαιώματος επιστροφής των προσφύγων. Είναι, όμως, εξίσου προφανές ότι μια τέτοια επιφανειακή και διόλου οριστική συμφωνία (αφού οι ίδιοι οι όροι της επιτρέπουν τη συνεχή αμερικανική παρέμβαση) αποτελεί κομβικό στόχο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Η αμερικανική ηγεσία έχει αντιληφθεί, και αυτό έχει φανεί και σε προηγούμενες διαμεσολαβητικές της απόπειρες στο παρελθόν, τη συμβολική σημασία του ζητήματος στο σύνολο του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου, και επιδιώκει να χρησιμοποιήσει το θέμα ως μοχλό προώθησης των γενικότερων σχεδίων της για την ευρύτερη περιοχή σε μια περίοδο που οι εξελίξεις είναι εξαιρετικά πολύπλοκες τόσο στη Συρία όσο και στην Αίγυπτο.

Ελένη ΜΑΥΡΟΥΛΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ