4 Μαρ 2014

Η τρίτη περίοδος

 Η τρίτη περίοδος

Τι εστί σοσιαλφασισμός; Είναι η κωδικοποίηση της πολιτικής γραμμής που χάραξε η κομιντέρν κατά τη λεγόμενη τρίτη περίοδο. Η πρώτη περίοδος ήταν τα χρόνια του μεγάλου επαναστατικού κύματος που ακολούθησε την οκτωβριανή, χοντρικά μέχρι το 23’, αλλά επικράτησε μόνο στη ρωσία και η δεύτερη μια περίοδος σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού που τερματίζεται οριστικά με το κραχ του 29’ και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Η κομιντέρν προβλέπει σωστά αυτή την εξέλιξη, βάζει το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης» και της επαναστατικής διεξόδου από την κρίση και εκτιμά πως οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας αποτελούν βασικό στήριγμα του φασισμού και τον κύριο εχθρό μες στο εργατικό κίνημα. Μετά από την επικράτηση του ναζισμού στη γερμανία και την άνοδό του σε μια σειρά χώρες, η κομιντέρν αλλάζει σταδιακά ρότα κι επεξεργάζεται την τακτική των λαϊκών μετώπων με γνώμονα την απόκρουση του φασισμού και την υπεράσπιση της εσσδ –μπορείτε να θυμηθείτε εδώ μια πρώτη κριτική αποτίμηση των ΛΜ από τον αναστάση γκίκα στην κομεπ, που εστιάζει κυρίως στη στάση των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας.

Η ιστορία ως επιστήμη επιχειρεί καταρχάς να ερμηνεύσει τις πράξεις και τα γεγονότα της περιόδου που εξετάζει· όχι να τις δικαιολογήσει εκ των υστέρων εν είδει απολογητικής ή α τις καταδικάσει με εύκολους αφορισμούς και στείρα πολεμική. Αυτό είναι το μεθοδολογικό κλειδί για μια συγκριτική ανάλυση και μια σφαιρική αποτίμηση των τακτικών επιλογών και επεξεργασιών της κομιντέρν, που δε μπαίνουν αντιπαραθετικά η μία προς την άλλη, αλλά ως ενιαίο σύνολο σε μια συνεχή πορεία δοκιμών κι αναζητήσεων. Μια ανάλυση που (οφείλει να) υπερασπίζεται κριτικά την ιστορική διαδρομή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο σύνολό της, τις νίκες και τα λάθη του ως (διαλεκτικές) στιγμές του ταξιδιού του. Και (οφείλει να) κρίνει κάθε στάση ή σύνθημα στην εποχή του, με ιστορικά κριτήρια, μακριά από τις συμπληγάδες μιας (δι)αχρονικής λαθολογίας, που στρέφει πάντα στο παρόν τα βέλη της σκοπιμότητάς της και μιας μηχανικής μεταφορά-αντιγραφής στο σήμερα λύσεων του παρελθόντος, έξω από το δοσμένο ιστορικό πλαίσιο που τις υπαγόρευσε.

Αυτή η συνέχεια του κομμουνιστικού κινήματος μες στα αλλεπάλληλα ζιγκ-ζαγκ της ιστορίας και τη φαινομενική ασυνέχεια των επιλογών του, βρίσκεται πχ στην ιστορική έκτη ολομέλεια του 34’, που θεωρείται κομβικό ορόσημο για την εγκατάλειψη της λογικής του σοσιαλφασισμού και τη στροφή του κόμματος προς την τακτική της αντιφασιστικής ενότητας. Η ιστορική σημασία εκείνης της ολομέλειας έγκειται ωστόσο στην εκτίμησή της για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην ελλάδα (αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετεξέλιξης σε σοσιαλιστική) που στηρίζεται στις βασικές κατευθύνσεις που έδωσε το έκτο συνέδριο της κομιντέρν για τους τρεις τύπους χωρών, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής τους, και τα διαφορετικά επαναστατικά καθήκοντα που προκύπτουν για κάθε τύπο. Το συνέδριο αυτό όμως έγινε το 28’, εγκαινιάζοντας κατά κάποιο τρόπο την πολιτική γραμμή της τρίτης περιόδου και την τακτική του σοσιαλφασισμού.

Στον αντίποδα αυτής της συνέχειας βρίσκουμε τη λαθολογία και τον αντικομμουνισμό, που φαίνεται πολλές φορές να έχει τσακωθεί με την κοινή λογική και την ιστορική πραγματικότητα. Όσοι κατηγορούν πχ το σύγχρονο κκε για σεχταρισμό και τροτσκιστική (επι)στροφή στη λογική του σοσιαλφασισμού φαίνεται να ξεχνούν πως ακριβώς στην τρίτη περίοδο δίνεται το κύριο χτύπημα ενάντια στην τροτσκιστική αντιπολίτευση, ενώ ευθυγραμμίζονται με τις εξελίξεις στη σοβιετία κι όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά τμήματα της κομιντέρν με αντίστοιχες εκκαθαρίσεις στις τάξεις τους.

Ας δούμε συγκεκριμένα κάποια ουσιαστικά σημεία. Η συγκρότηση της ενωτικής γσεε θεωρείται πχ τεκμήριο για το σεχταρισμό του κκε και τη λογική των κόκκινων συνδικάτων, ενάντια στη νουθεσία του λένιν για δουλειά μες στο μαζικό κίνημα, ακόμα και στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα. Η πολεμική αυτή επεκτείνεται συχνά και στη σημερινή εποχή, για να συμπεριλάβει και τη δράση του παμε –όπως σημειώσαμε προηγουμένως, οι σκοπιμότητες της λαθολογίας στρέφονται πάντα στο παρόν.

Η κριτική αυτή έχει προφανώς βολικά επιλεκτική μνήμη, ξεχνώντας πως η δημιουργία της ενωτικής γσεε επιβλήθηκε ως αναγκαστική επιλογή από τις πολυάριθμες περιπτώσεις αυθαίρετων αντικαταστατικών αποκλεισμών από το συνέδριο της γσεε ταξικών σωματείων, ομοσπονδιών και των αντιπροσώπων τους, προκειμένου να ελέγξει ο κυβερνητικός συνδικαλισμός τους συσχετισμούς. Από σχετικές μελέτες για την εποχή εκείνη μαθαίνουμε εξάλλου πως η διοίκηση της γσεε απέκλειε μεταξύ άλλων βιομηχανικές ενώσεις και ομοσπονδίες που έγραφαν στα μητρώα τους εργαζόμενες γυναίκες και παιδιά (!) –θυμίζοντας έντονα τη σημερινή τακτική της συνδικαλιστικής ηγεσίας που αρνείται να αναγνωρίσει τους αντιπροσώπους των σωματείων που εγγράφουν ως ισότιμα μέλη συμβασιούχους μαζί με τους μόνιμους εργαζόμενους.

Δεύτερο ζήτημα, η στάση της σοσιαλδημοκρατίας (που, παρά τις επιμέρους κινήσεις της σκελδ, του πασαλίδη ή και του παπαναστασίου, παραμένει σχετικά περιθωριακή και αδιαμόρφωτη στην ελλάδα μέχρι την εμφάνιση του πασοκ) και πιο ειδικά του βενιζελικού κόμματος των φιλελευθέρων. Το κόμμα αυτό ψήφισε κι επέβαλε το ιδιώνυμο κατά των κομμουνιστών, υποκίνησε τα στρατιωτικά κινήματα – πραξικοπήματα του 33’ και του 35’ που έστρωσαν το δρόμο στη μοναρχική παλινόρθωση, αθέτησε την υπογραφή της στο σύμφωνο σοφούλη-σκλάβαινα, συμβάλλοντας ενεργά στην άνοδο του μεταξά και την επιβολή της τετάρτης αυγούστου.

Σε μια συζήτηση που είχε ανοίξει σχετικά πρόσφατα στο μπλοκ, είχε τεθεί ο προβληματισμός τι θα γινόταν αν είχε εφαρμοστεί τελικά το σύμφωνο συνεργασίας του παλλαϊκού μετώπου με τους φιλελεύθερους κι αν θα μπορούσε να αποφευχθεί έτσι η μεταξική δικτατορία. Κατά τη γνώμη μου το λάθος βρίσκεται στην ίδια την υπόθεση και τις αυταπάτες σχετικά με τις επιδιώξεις του αστικού κόσμου, που στήριξε σύσσωμος, χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις την επιλογή μεταξά. Η σοσιαλδημοκρατία δε θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό σύμμαχο στην αντιφασιστική πάλη, γιατί δεν επεδίωξε ποτέ να σταματήσει πραγματικά το φασισμό –απεναντίας έβαλε πλάτη για την επικράτησή του.

Τα λαϊκά μέτωπα ήταν ένας απαραίτητος ελιγμός που επιβλήθηκε πρωτίστως από την ύπαρξη και την ανάγκη υπεράσπισης της σοβιετικής ένωσης και προσέγγισης στην αντιφασιστική πάλη της μαζικής εργατικής βάσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων –υπ’ όψιν πως κανείς από τους δύο αυτούς όρους δεν ισχύει στις σημερινές συνθήκες. Είναι ζήτημα προς ειδική διερεύνηση τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της τακτικής (κυρίως σε γαλλία κι ισπανία, όπου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις του λαϊκού μετώπου), η μαγιά που άφησε για τα αντιστασιακά κινήματα και την αντιφασιστική πάλη κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και οι αντιφάσεις στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος από την απολυτοποίηση ή τη λανθασμένη εφαρμογή της εν λόγω τακτικής. Εξάλλου και η αντιφασιστική συμμαχία των σοβιετικών με τις ηπα και τη βρετανία δεν ήταν παρά ένα ιδιότυπο λαϊκό μέτωπο σε παγκόσμια κλίμακα.

Το θέμα είναι πώς μελετάμε την ιστορική πείρα και σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε. Τι διδάγματα αντλούμε από τις αιματηρές θυσίες και τους είκοσι εκατομμύρια νεκρούς που πρόσφερε η σοβιετική πλευρά συγκριτικά με τις πολύ μικρότερης κλίμακας απώλειες των δυτικών συμμάχων, που άνοιξαν το περιβόητο δεύτερο μέτωπο μόλις στα μέσα του 44’, όταν και είχε γείρει οριστικά η πλάστιγγα του πολέμου; Τι μας δείχνει η άνοδος του χίτλερ στην εξουσία, η πολιτική του κατευνασμού και η ραγδαία ενίσχυση της ναζιστικής γερμανίας; Τι συμπεράσματα βγάζουμε από τους όρους άνδρωσης και γιγάντωσης του εαμικού κινήματος μες στο λαό, από τους παράγοντες που το κράτησαν πίσω ή ακόμα και από την πασοκική λαίλαπα που καπηλεύτηκε την ιστορία του;

Ποιος σήκωσε το κύριο βάρος της αντιφασιστικής πάλης –αν όχι οι κομμουνιστές; Και πού βρίσκεται το κλειδί για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα; Στη συμμαχία με την εκάστοτε σοσιαλδημοκρατία –που συν τοις άλλοις σήμερα έχει χρεοκοπήσει ιστορικά και φυτοζωεί σε διεθνή κλίμακα- και σε έναν πιθανό (;) τακτικό ελιγμό με προσωρινό χαρακτήρα; Ή στην επίμονη και ακατάπαυστη δουλειά με τις μάζες για την αποφασιστική ενίσχυση του λαϊκού-εργατικού κινήματος; Ποιος είναι σήμερα ο βασικός εχθρός μες στο κίνημα αν όχι ο ορφανός κυβερνητικός συνδικαλισμός, που φλερτάρει πολιτικά με τη νέας κοπής σοσιαλδημοκρατία και οι ρεφορμιστικές αυταπάτες για κυβερνητικές λύσεις από τα πάνω που σπέρνει ο ποικιλώνυμος οπορτουνισμός, διαιωνίζοντας το απόστημα της ανάθεσης;

Εν κατακλείδι και περιληπτικά, χωρίς να εξαντλούμε προφανώς το θέμα- η λογική του σοσιαλφασισμού, παρά τις όποιες επιμέρους αντιφάσεις κι αδυναμίες, απάντησε βασικά σωστά στο κύριο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει: ποιος είναι δηλ ο ρόλος κι ο χαρακτήρας των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και ποια η στάση των κομμουνιστών απέναντί τους. Αυτό είναι και το κύριο συμπέρασμα που καλούμαστε να κρατήσουμε για τη σημερινή συγκυρία κι αλίμονο σε όποιον λαό ή πολιτικό χώρο το υποτιμήσει. Γιατί όποιος αγνοεί τα διδάγματα της ιστορίας, είναι καταδικασμένος να πάθει ξανά τα ίδια, να βιώσει οδυνηρά τη διάψευση της αυταπάτης του για εύκολες λύσεις από τα πάνω, να μοιραστεί την ήττα μας και την επάνοδο του φασισμού.


Μένω σε αυτά προς το παρόν, για να περάσει η σκυτάλη στη βάση του μπλοκ, και κρατάω κάβα για τη συζήτηση κάποια σημεία και προβληματισμούς που δεν χώρεσαν εισηγητικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ