27 Δεκ 2011

Η οικονομική κρίση, η κοινωνική παραγωγή και η κατανάλωση



Eurokinissi
Η παραγωγή στον καπιταλισμό είναι διαρθρωμένη σε χιλιάδες ξεχωριστές επιχειρήσεις και ομίλους, ιδιοκτησίας διαφορετικών καπιταλιστών που αποτελούν τους κρίκους της συνολικής παραγωγής στην κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως, οι ξεχωριστοί καπιταλιστές ή ομάδες καπιταλιστών δεν παράγουν, γιατί κίνητρο και σκοπός τους είναι η κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας σε εμπορεύματα, αλλά παράγουν με κίνητρο και σκοπό το κέρδος. Γι' αυτό και επενδύουν τα κεφάλαιά τους σε τομείς και κλάδους που μπορούν να τους φέρουν εύκολο και γρήγορο κέρδος. Το οποίο με τη σειρά του σημαίνει ότι οι καπιταλιστές μιας χώρας δεν παράγουν πάντα σε κλάδους όπου υπάρχουν λαϊκές ανάγκες, αλλά και δυνατότητες ανάπτυξής τους, αλλά σε κλάδους που μπορούν να αποκομίσουν εύκολα και μεγάλα κέρδη. Ετσι αναπτύσσουν κάποιους κλάδους της παραγωγής σε βάρος άλλων και στην πορεία βεβαίως μπορούν και να αλλάζουν τους κλάδους στους οποίους επενδύουν. Γι ΄αυτό και δημιουργούνται οι δυσαναλογίες ανάμεσα στους κλάδους της παραγωγής. Αυτή η τάση, να αλλάζουν κλάδους δραστηριοποίησης, εξηγεί γιατί στην Ελλάδα παραδοσιακοί κλάδοι οικονομίας, με δυνατότητες καθετοποιημένης παραγωγής, φθίνουν ή κλείνουν και αναπτύσσονται άλλοι. Για παράδειγμα, ο κλάδος της κλωστοϋφαντουργίας. Που και πρώτη ύλη υπήρχε άφθονη, (βαμβάκι) και τεχνογνωσία. Σήμερα ο κλάδος φθίνει, οι δε ιδιοκτήτες του επενδύουν αλλού τα κεφάλαιά τους. 'Η ο κλάδος του μετάλλου, όπου π.χ. στις 10ετίες '60 - '70 στο Βόλο υπήρχε εργοστάσιο παραγωγής μηχανών θαλάσσης,(ΜΑΛΚΟΤΣΗΣ). Σήμερα δεν υπάρχει. 'Η υπήρχε ανεπτυγμένη ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία. Τώρα φθίνει. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τον κλάδο του Δέρματος - Ιματισμού, για τη μεταποιητική βιομηχανία αγροτικών προϊόντων κλπ. Στο σοσιαλισμό αυτό θα αλλάξει. Θα αναπτύσσονται όλοι οι κλάδοι, αφού όλοι είναι αναγκαίοι, με βάση τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της Ελλάδας, ακόμη και αν ένας κλάδος είναι π.χ. με καπιταλιστικά κριτήρια αυτό που λένε ζημιογόνος.
Οι καπιταλιστές λοιπόν ενδιαφέρονται και παράγουν εμπορεύματα, με βάση τα ατομικά τους συμφέροντα, κυνηγώντας μεγαλύτερα κέρδη, γι' αυτό και αυξάνουν τις διαστάσεις της παραγωγής και του κεφαλαίου τους, δηλαδή αναπαράγουν το κεφάλαιό τους διευρυμένα. Ετσι όμως δεν μπορεί να υπάρχει πάντα αντιστοιχία ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή συνολικά με τις δυνατότητες της κοινωνίας για κατανάλωση. Η κάθε ξεχωριστή επιχείρηση παράγει προκειμένου να βγάλει περισσότερα κέρδη, επομένως επιδιώκει να διευρύνει την παραγωγή της συνεχώς. Αλλωστε υπάρχει ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για την εξασφάλιση μεγαλύτερου μεριδίου στην αγορά. Γι' αυτό λέμε ότι η παραγωγή γίνεται άναρχα. Επομένως δεν υπάρχει αυτή η αντιστοιχία, όπως δεν υπάρχει και αναλογία ανάμεσα στους κλάδους. Για παράδειγμα, μπορεί να παράγονται περισσότερες πρώτες ύλες από τις δυνατότητες κατανάλωσής τους στους κλάδους που τις χρειάζονται. Ετσι εμφανίζεται υπερπαραγωγή. Η κάθε επιχείρηση δε μπορεί να ξέρει ακριβώς τις δυνατότητες της αγοράς. 'Η ακόμη και αν ήξερε πάλι το κυνήγι του κέρδους θα την υποχρέωνε, μαζί με την τάση για αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργατών, να τείνει να διευρύνει την παραγωγή της. Είναι αναπόφευκτο.
Ας πάρουμε τον κλάδο παραγωγής μετάλλου. Εχει μια σειρά εφαρμογές. Οικοδομή, αυτοκινητοβιομηχανία, ναυπηγοεπισκευαστική βιομηχανία, είδη πλατιάς κατανάλωσης (είδη νοικοκυριού, ακόμη και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές). Παράγουν οι χαλυβουργίες για όλους αυτούς τους κλάδους, αλλά με την προσδοκία να υπάρχει κατανάλωση όλης της παραγωγής των εμπορευμάτων τους, την οποία συνεχώς διευρύνουν, απ' όλους αυτούς τους κλάδους. Ποιος όμως το εγγυάται; Ποιος εγγυάται ότι μπορεί να υπάρχει συνεχώς κατανάλωση οικιακών συσκευών; 'Η συνεχής ανάπτυξη των οικοδομών; Μόνο η αγορά. Επομένως δεν υπάρχει πάντα δυνατότητα να πουληθούν όλα τα εμπορεύματα της παραγωγής.
Αυτή η κατάσταση οδηγεί στη μείωση ή και στη διακοπή σε ορισμένες επιχειρήσεις της παραγωγής, αφού υπάρχει πληθώρα απούλητων εμπορευμάτων στην αγορά και αδυναμία της κοινωνίας να τα καταναλώσει. Αυτό οδηγεί και στη διακοπή της διευρυμένης αναπαραγωγής και εκδηλώνεται η κρίση, λόγω υπερπαραγωγής εμπορευμάτων, που είναι μορφή κεφαλαίου. Αρα η κρίση είναι κρίση υπερπαραγωγής - υπερσυσσώρευσης.
Η αντίθεση παραγωγής - κατανάλωσης
Εδώ εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στη συνεχώς διευρυνόμενη παραγωγή εμπορευμάτων και στην αδυναμία, σε μια δοσμένη φάση εξέλιξης του καπιταλισμού, να καταναλώνεται η παραγωγή. Πρώτα απ' όλα να καταναλώνει απεριόριστα η εργατική τάξη, τα λαϊκά στρώματα.
Η κατανάλωση από την εργατική τάξη κυμαίνεται στα πλαίσια της αξίας της εργατικής δύναμης, δεν μπορεί να ξεπεράσει το όριό της. Η αξία της εργατικής δύναμης είναι η αξία όλων εκείνων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της, για την εξασφάλιση δηλαδή της πλήρους ικανότητας του εργάτη για δουλειά. Και εκφράζεται γενικά με την τιμή της εργατικής δύναμης, που μετριέται με το μισθό ή το μεροκάματο.
Ταυτόχρονα, στον καπιταλισμό υπάρχει η τάση να μειώνουν οι καπιταλιστές την τιμή που αγοράζουν την εργατική δύναμη, δηλαδή να μειώνουν μισθούς και μεροκάματα, αλλά υπάρχει και η τάση αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων. Αυτή η πραγματικότητα οδηγεί στη μείωση της αγοραστικής δύναμης της εργατικής τάξης. Επίσης, η άνοδος της παραγωγικότητας οδηγεί στη σχετική άνοδο της ανεργίας.
Επομένως έρχονται κάποιες περίοδοι στον καπιταλισμό, που η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα δε μπορούν να καταναλώνουν ούτε σύμφωνα με τις στοιχειώδεις ανάγκες για την αναπαραγωγή της εργατικής τους δύναμης, ή να καλύπτουν τις στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειας (αυτό δεν γίνεται συνέχεια, δεν υπο-καταναλώνουν συνέχεια).
Ο Κέυνς και η σωτηρία του συστήματος
Πάνω σ' αυτή τη βάση, δηλαδή ότι σε κάποια περίοδο δε μπορούν οι λαϊκές δυνάμεις να καταναλώνουν, εμφανίζονται και οι διάφορες αστικές πολιτικές για διαφορετικές μορφές διαχείρισης του καπιταλισμού στο όνομα αντιμετώπισης των οικονομικών κρίσεων. Θέτουν το ερώτημα: Γιατί να μη δημιουργήσουμε συνθήκες ώστε η κοινωνία να καταναλώνει ό,τι παράγει και να συνεχίζεται η διευρυμένη αναπαραγωγή; Φαίνεται λογικοφανές. Αλλά δεν είναι. Οπως δεν είναι και καινούργιες αυτές οι απόψεις.
Είναι η κεϋνσιανή θεωρία των κρατικών παροχών σε κοινωνικούς τομείς, επανακρατικοποίησης ορισμένων τομέων οικονομίας και της δημιουργίας συνθηκών αύξησης της ζήτησης από τα λαϊκά στρώματα με αυξήσεις μισθών, ή με μεγάλη μείωση τιμών. Αυτό θεωρητικά μπορεί να γίνει. Στην πράξη έγινε πριν τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο και αμέσως μετά. Αλλά δεν απαλλάσσει την κοινωνία από τις κρίσεις, γιατί συνεχίζει να υπάρχει καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επομένως και ο ανταγωνισμός των καπιταλιστών και η τάση της διευρυνόμενης παραγωγής με επιδίωξη την αύξηση των κερδών, και η αναρχία στην παραγωγή και οι δυσαναλογίες ανάμεσα στους κλάδους της παραγωγής. Επομένως πάλι θα παράγονται εμπορεύματα για να πουληθούν στην αγορά, άρα δεν είναι σίγουρο ότι θα μπορούν να πουληθούν όλα, ότι δε θα υπάρξει ξανά υπερπαραγωγή, ενώ η τάση να μειώνονται οι μισθοί, να αυξάνονται οι τιμές των εμπορευμάτων είναι σύμφυτη με τον καπιταλισμό, επομένως θα ξαναεμφανιστεί η αδυναμία κατανάλωσης. Γι' αυτό μετά την άνοδο στη 10ετία του '60 ήρθε η κρίση στη 10ετία του '70. Βεβαίως, στις τωρινές συνθήκες απελευθέρωσης τέτοια μέτρα δε μπορούν, ή ελάχιστα και προσωρινά μόνο μπορούν, να εφαρμοστούν. Πιο σωστά θα αναγκαστούν να εφαρμόσουν οι κυβερνήσεις, ανάλογα με την ένταση, τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης, προκειμένου να υπάρξουν λιγότερες συνέπειες από την κρίση στο κεφάλαιο, μικρότερη καταστροφή του.
Οι παραπάνω πολιτικές, που εκφράζονται, με ελάχιστες παραλλαγές, από το ΠΑΣΟΚ και το ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, με προτάσεις για μερική κρατικοποίηση τραπεζών και άλλων κλάδων της οικονομίας, ή με γενναίες δημόσιες επενδύσεις, ακόμη και αν εφαρμοστούν, θα είναι προσωρινές. Μετά το πέρασμα της κρίσης θα ξανα-ιδιωτικοποιηθούν. Γενικά αυτή η πολιτική διαχείρισης, ως δυνατότητα εφαρμογής με γενικευμένο τρόπο, προσκρούει στο γεγονός της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ότι τους καπιταλιστές τους ενδιαφέρει να παράγουν μόνο για το κέρδος τους. Να γιατί η κρίση εκτός του ότι αποκαλύπτει τη σύμφυτη με τον καπιταλισμό αδυναμία συνεχούς ανάπτυξης της κοινωνικής παραγωγής, αποκαλύπτει και τα όριά του. Οτι είναι ξεπερασμένα, ότι χρειάζεται κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, επομένως η αντικατάστασή του με το σοσιαλισμό
Εχουμε λοιπόν υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, υπερπληθώρα παραγωγής, στα τρόφιμα, στα ρούχα, στα υποδήματα, σε άλλα είδη λαϊκής κατανάλωσης, αλλά ανθρώπους που υποσιτίζονται ή που αδυνατούν να αντικαταστήσουν φθαρμένα είδη πλατιάς κατανάλωσης, φτώχεια δηλαδή, ή ακόμα υπερπληθώρα σπιτιών και ταυτόχρονα άστεγους...
Η επικίνδυνη θεωρία της υποκατανάλωσης
Η εκδήλωση της συγκεκριμένης αντίθεσης ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση επιδρά στη δημιουργία των οικονομικών κρίσεων, αλλά δεν είναι η αιτία της. Δεν είναι μοναδική αιτία η υποκατανάλωση. Γιατί τότε δε θα μπορούσε να υπάρξει η διευρυμένη αναπαραγωγή. Ο Κάουτσκι είχε αναπτύξει τη θεωρία της υποκατανάλωσης ως αυτοτελούς αιτίας για τη δημιουργία της οικονομικής κρίσης. Αυτή η θεωρία αντικειμενικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι κρίσεις έχουν αδιάκοπο χαρακτήρα. Μ' αυτή τη θεωρία δεν εξηγείται επίσης το γεγονός ότι αυτές εμφανίζονται μετά από χρονική περίοδο ανόδου, ούτε το γεγονός ότι υπάρχουν χρονικές περίοδοι που η κατανάλωση από την εργατική τάξη μπορεί και να αυξάνεται. Ταυτόχρονα είναι γνωστό ότι το χαμηλό επίπεδο κατανάλωσης των λαϊκών μαζών υπήρχε και στην απλή εμπορευματική παραγωγή και στην εποχή της μανιφακτούρας, αλλά δεν υπήρχαν τότε οικονομικές κρίσεις. Η θεωρία της υποκατανάλωσης του Κάουτσκι, από την οποία οδηγείται κανείς στην υπόθεση του αδιάκοπου της οικονομικής κρίσης, εύκολα μπορεί να φτάσει στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός υπονομεύεται συνεχώς από την κρίση του, έτσι που κάποτε θα καταρρεύσει. Αλλά αυτό ουσιαστικά συντελεί στην παραίτηση της εργατικής τάξης από την ταξική πάλη, η οποία πρέπει να κατευθύνεται στην επαναστατική ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης, για να ανατραπεί ο καπιταλισμός.
Η συνεχώς διευρυνόμενη καπιταλιστική παραγωγή από τις ξεχωριστές επιχειρήσεις και η τάση για την αποκόμιση ολοένα και μεγαλύτερων κερδών οδηγεί στην αναρχία της παραγωγής, στη δυσαναλογία ανάμεσα στους διάφορους κλάδους, στην υπερπαραγωγή. Οφείλεται στο γεγονός ότι η παραγωγή είναι κοινωνική, αλλά η ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της δεν είναι κοινωνική, είναι ατομική - καπιταλιστική. Τα αποτελέσματά της τα καρπώνονται οι καπιταλιστές. Αυτή είναι βασική αντίθεση του καπιταλισμού και αιτία της κρίσης.
Τα εμπορεύματα, η παραγωγή των οποίων συνεχώς αυξάνεται, δεν μπορούν συνεχώς να πουλιούνται όλα, ή γιατί υπάρχει προσφορά πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες στη δοσμένη στιγμή, δηλαδή πάνω από τις δυνατότητες κατανάλωσης, ή γιατί δεν υπάρχει οικονομική δυνατότητα από τους καταναλωτές να αγοράζουν. Αυτό ισχύει και στην παραγωγή μέσων παραγωγής και στην παραγωγή μέσων κατανάλωσης.

Σ. Λ.


ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ



Με βάση τα «ευρά» ή τις λαϊκές ανάγκες;
Ιστορικά ξεπερασμένη η κοινωνία που συρρικνώνει την παραγωγή, καταστρέφει τα μέσα παραγωγής και πετάει τους εργαζόμενους στο δρόμο, επειδή η συνέχιση της παραγωγικής διαδικασίας δε συμφέρει τα αφεντικά
Ακαλλιέργητες και χέρσες περιοχές του Καζαχστάν, αξιοποιήθηκαν από τη σοβιετική εξουσία στην ΕΣΣΔ και σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετατράπηκαν σε σπουδαίες περιοχές παραγωγής σιταριού. Οταν η γη δεν αποτελεί εμπόρευμα και τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο λαό...
Η πολυπόθητη ανάπτυξη, για την οποία υποτίθεται ότι κόπτονται τα επιτελεία των αστών, σκοντάφτει, όπως υποστηρίζουν, στην έλλειψη των κατάλληλων όρων και επενδυτικών κινήτρων, που θα προσελκύσουν το μεγάλο κεφάλαιο να δώσει το «πράσινο φως», για να ξεκινήσει ένας καινούργιος οικονομικός κύκλος. Μέχρι τότε, που στην πραγματικότητα σημαίνει μέχρι να καταστραφεί το ...υπερβάλλον παραγωγικό δυναμικό, να κλείσουν δεκάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, ώστε να μπορούν οι εναπομείναντες μεγαλοεπιχειρηματίες να κερδίζουν περισσότερα και, μαζί, μέχρι να φτάσει η ανεργία στο απόγειό της και να παρθούν μέτρα για να γίνει ακόμα πιο συμφέρουσα - πιο φτηνή - για το κεφάλαιο η εργατική δύναμη, θα υπάρχει επενδυτική απραξία και συνεχής πτώση της παραγωγικής δραστηριότητας. Μετά ...βλέπουμε.
Στις κοινωνίες που τα πάντα αποτιμώνται σε νομισματικές μονάδες, στη δική μας την περίπτωση σε ευρώ, δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σε ευρώ, και μάλιστα σε ευρώ με τη μορφή του κέρδους, εκτιμώνται τα δεδομένα ολόκληρης της κοινωνίας. Μετατρέπουν τα πάντα σε μονάδες χρήματος και κάνοντας διάφορα αθροίσματα αποφαίνονται για την υπάρχουσα κατάσταση και τις μελλοντικές προοπτικές. Τόσα ευρώ το ΑΕΠ, τόσα ευρώ οι επενδύσεις, τόσα ευρώ τα εισοδήματα διαφόρων τάξεων και κοινωνικών ομάδων, τόσα τα ευρώ του πλεονάσματος ή του ελλείμματος και πάει λέγοντας. Και βεβαίως, όταν τα περισσότερα ευρώ ενθυλακώνονται από μια χούφτα μεγαλοκαπιταλιστές, μετά δεν υπάρχει δεκάρα για την πλειοψηφία του λαού. Και ενώ υπάρχει υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, αντικειμένων κατανάλωσης και μέσων παραγωγής, το συσσωρευμένο από τα κέρδη κεφάλαιο δεν ξαναμπαίνει στην παραγωγή, δε γίνονται επενδύσεις, δε διευρύνεται η παραγωγή, γιατί δεν μπορούν να πουληθούν ούτε μέσα παραγωγής ούτε αντικείμενα κατανάλωσης, δηλαδή εκδηλώνεται η κρίση στην καπιταλιστική οικονομία.
Ο πλούτος που παρήγαγαν οι εργαζόμενοι στην ΕΣΣΔ, επέστρεφε στους ίδιους, σε όλα τα επίπεδα. Στη φωτογραφία, μεταλλουργοί του Λίπετσκ, απολαμβάνουν ένα χαλαρωτικό μπάνιο μετά τη βάρδια στην πισίνα
Με βάση τα ευρώ και ανάλογα με το πώς εκδηλώνονται τα συγκυριακά συμφέροντα των διαφόρων ομάδων της οικονομικής ολιγαρχίας, διαμορφώνονται οι τάσεις και αναλογίες εξέλιξης ανάμεσα στους διάφορους τομείς και κλάδους της οικονομικής δραστηριότητας.
Αναρχα και ...αυτιστικά
Βλέπουν, για παράδειγμα, οι καπιταλιστές ότι με βάση τα δεδομένα, υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για την κερδοφορία στον Α ή τον Β κλάδο της οικονομίας. Τότε, αυτόματα, άναρχα και σχεδόν ...αυτιστικά, μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών σπεύδει να τοποθετήσει τα κεφάλαιά του σε αυτούς τους κλάδους. Αντίθετα, όταν διαπιστώνουν ότι σε κάποιους κλάδους υπάρχει κορεσμός, τότε αποσύρονται ομαδικά. Επειδή τα πάντα γίνονται για τα ...«ευρά», δηλαδή για το κέρδος, οι αναλογίες αυτές στην πραγματικότητα οδηγούν σε δυσαναλογίες, οι οποίες διαταράσσουν την όποια παραγωγική - οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, δημιουργούνται ανισορροπίες, οι οποίες πολλές φορές αποδεικνύονται ανυπέρβλητες και αργά ή γρήγορα, στη βάση κυρίως των αδιεξόδων που δημιουργεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας και η ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της παραγωγής από τους καπιταλιστές, προκαλούν το ξέσπασμα των οικονομικών κρίσεων.
Το αστικό κράτος, από την πλευρά του, έρχεται με τις εκάστοτε πολιτικές του επιλογές να στηρίξει τα συμφέροντα των διαφόρων επιχειρηματικών ομάδων, ταυτόχρονα όμως εξυπηρετώντας την άρχουσα τάξη συνολικά, παίρνει μέτρα που σε κάποιο βαθμό επιδιώκουν να αμβλύνουν μαζί με τις βασικές αντιθέσεις του συστήματος και τις δυσαναλογίες που δημιουργεί στη συνολική οικονομική δραστηριότητα η άναρχη κίνηση των κεφαλαίων.
Στιγμιότυπο από παιδικό σταθμό στην ΕΣΣΔ, πριν από περίπου τέσσερις δεκαετίες. Στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, χιλιάδες παιδιά μένουν εκτός παιδικών σταθμών λόγω ελλείψεων σε υποδομές και προσωπικό. Ετσι δημιουργούνται τεράστια προβλήματα στους γονείς και στα «εγκλωβισμένα» παιδάκια τους...
Για παράδειγμα, μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '60, στην Ελλάδα είχαν διαμορφωθεί οι όροι για υψηλή κερδοφορία σε κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής, όπως ήταν η βιομηχανία τροφίμων, η κλωστοϋφαντουργία, το δέρμα, κ.ά. Το αναμενόμενο κέρδος λειτούργησε σαν μαγνήτης και το σημαντικότερο μέρος των ιδιωτικών κεφαλαίων κατευθύνθηκε προς αυτούς τους κλάδους. Απόρροια αυτής, της συνδεδεμένης με το επιχειρηματικό κέρδος, άναρχης κινητικότητας που επέδειξε το κεφάλαιο, ήταν παράλληλα με την ανάπτυξη των συγκεκριμένων κλάδων να παρατηρηθεί πλήρης υποβάθμιση των άλλων κλάδων της βιομηχανίας. Το γεγονός ότι στους εκπροσώπους του ιδιωτικού κεφαλαίου δεν «περίσσευαν» ευρώ, προκειμένου να τοποθετηθούν, για παράδειγμα, στη βιομηχανία επεξεργασίας του χαρτιού ή του ξύλου, επειδή εκεί τα αναμενόμενα κέρδη ήταν σαφώς χαμηλότερα, δημιουργούσε οπωσδήποτε δυσαναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της βιομηχανικής παραγωγής. Αυτό όμως δεν επηρέαζε σημαντικά τους βιομηχανικούς κλάδους που βρίσκονταν σε τροχιά ανάπτυξης. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλου είδους δυσαναλογίες - ανισορροπίες, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τους αναπτυσσόμενους κλάδους και στο βαθμό που δεν επιλυθούν άμεσα, απειλούν με κατάρρευση ολόκληρο το σύστημα της παραγωγικής διαδικασίας. Το παράδειγμα με τις αναγκαίες υποδομές είναι χαρακτηριστικό. Μπορεί λοιπόν να σημειώθηκε ραγδαία ανάπτυξη των κλάδων της βιομηχανίας που προαναφέρθηκαν, την ίδια στιγμή όμως η μεγάλη καθυστέρηση στη δημιουργία, ας πούμε, του αναγκαίου οδικού δικτύου για τη μεταφορά των παραγόμενων εμπορευμάτων, θα μπορούσε να απειλήσει άμεσα τις ίδιες τις προοπτικές των κλάδων αυτών. Απειλή θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης η μη ικανοποίηση των αναγκών της βιομηχανίας για πρόσθετη ενεργειακή ισχύ ή για υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών, κλάδοι ιδιαίτερα μεγάλης έντασης κεφαλαίου και χαμηλών προσδοκιών άμεσης κερδοφορίας.

Την απροθυμία του ιδιωτικού κεφαλαίου να ρίξει κάποια ευρώ σε αυτούς τους τομείς, απροθυμία που οδηγεί σε δυσαναλογίες που είναι δυνατόν να προκαλέσουν αρρυθμίες στη συνολική αναπαραγωγή του κεφαλαίου και άρα να απειλήσει ολόκληρο το σύστημα, έρχεται να την καλύψει το αστικό κράτος. Επειδή όμως και αυτό, εκπροσωπώντας τα συλλογικά συμφέροντα των αστών, λειτουργεί με κριτήριο την ικανοποίηση της συνολικής κερδοφορίας της άρχουσας τάξης, μπορεί να μπαλώνει κάποια κενά, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και αναπαράγει άλλα προβλήματα που και αυτά με τη σειρά τους παίζουν το δικό τους ρόλο στη διαδικασία συσσώρευσης των αντιθέσεων που οδηγούν σε κρίση.
Η κερδοφορία βλάπτει την ανάπτυξη
Ολοι οι υπολογισμοί που γίνονται με βάση τα ευρώ των καπιταλιστών, την κερδοφορία των επιχειρήσεων και τη συγκέντρωση των κεφαλαίων, έχουν τη βάση τους στον ίδιο το εκμεταλλευτικό χαρακτήρα των σχέσεων παραγωγής και στηρίζονται αποκλειστικά στο γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και ανήκουν στους καπιταλιστές, οι οποίοι τελικά και επιλέγουν πότε είναι συμφέρουσα και πότε όχι η παραγωγική διαδικασία. Αλλά και όταν, με αυτούς τους όρους, υπάρχει αύξηση της παραγωγικής δραστηριότητας και οικονομική ανάπτυξη, όπως αρέσκονται να λένε οι αστοί, ακόμα και τότε τα οφέλη από αυτήν τα προσπορίζονται οι εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης, ενώ οι εργαζόμενοι, αυτοί που κινούν τα γρανάζια της παραγωγής και της ανάπτυξης, δεν κερδίζουν απολύτως τίποτα. Το αντίθετο, μάλιστα. Ολοι ξέρουμε τι συνέβη τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στην Ελλάδα, η οποία υποτίθεται πως αποτέλεσε παράδειγμα δυναμικής ανάπτυξης, αλλά ενώ όλα αυτά τα χρόνια η κερδοφορία του κεφαλαίου πράγματι αυξήθηκε σε δυσθεώρητα ύψη και η συγκέντρωση κεφαλαίων ήταν πρωτοφανής, η θέση των εργαζομένων όχι μόνο χειροτέρευε συνεχώς, αλλά τέθηκαν και οι βάσεις των ανατροπών για το σύνολο των μεταπολεμικών κατακτήσεων της εργατικής τάξης.

Αυτή είναι η κοινωνία που τα πάντα μετρώνται σε ευρώ και επιχειρηματικά κέρδη.
Αλλά, τελικά, τι μπορεί να σημαίνει «επειδή δε συμφέρει εμένα τον κεφαλαιοκράτη», διακόπτω την παραγωγική διαδικασία, πετάω τους εργαζόμενους στο δρόμο, κατεβάζω τους διακόπτες των μηχανών, μετατρέπω τα εργοστάσια σε γήπεδα προς πώληση, δεν επενδύω, αφού δε θα έχω κέρδος, δηλαδή προκαλώ οικονομική κρίση; Σημαίνει ότι είναι μια κοινωνία ιστορικά ξεπερασμένη που πρέπει να ανατραπεί όσο γίνεται πιο γρήγορα.
Τι συμφέρον μπορεί να έχει η πλειοψηφία του λαού από μια κοινωνία που επιτρέπει να ανήκουν τα πάντα, και κυρίως τα μέσα παραγωγής, στους λίγους και αυτοί, ανάλογα με το δικό τους οικονομικό συμφέρον, να αποφασίζουν για την πορεία και την τύχη ολόκληρης της κοινωνίας και των εκατομμυρίων των εργαζομένων; Εργαζόμενοι που έχουν τη διάθεση, τη δυνατότητα και την ικανότητα να παράγουν όλα αυτά που χρειάζονται για να ζήσουν, αλλά την άδεια για κάτι τέτοιο πρέπει να την δώσει το αφεντικό - ο αφέντης στην ουσία;
Το δικό μας κεφάλαιο
Απέναντι σε όλα αυτά, υπάρχει και άλλος τρόπος, άλλη λογική, αποτίμησης των δεδομένων που έχει στη διάθεσή της μια κοινωνία. Ενας τρόπος που και είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα και ανταποκρίνεται άμεσα στις ανάγκες που έχει ο σύγχρονος εργαζόμενος. Εδώ υπολογίζεις τα δεδομένα, όπως ακριβώς τα βλέπεις και υπάρχουν! Εδώ δε μετράνε τα ευρώ κανενός.
Στη λαϊκή οικονομία μετράνε οι φυσικοί πόροι και πώς μπορούν να αξιοποιηθούν για το συμφέρον ολόκληρου του πληθυσμού. Μετράει πόσο εύφορη, πόσο καρποφόρα είναι η γη και πώς μπορεί να θρέψει το λαό. Μετράνε οι εργαζόμενοι με τις ικανότητές τους και τη δυνατότητα που έχουν να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία. Μετράνε τα εργαλεία και τα μέσα παραγωγής. Μετράνε τα εργοστάσια και τα εργοτάξια. Μετράνε οι υποδομές. Μετράνε τα επιτεύγματα των επιστημών και της τεχνολογίας στην υπηρεσία της κοινωνικής ανάπτυξης.
Στη λαϊκή οικονομία αξία δεν έχουν τα ευρώ, με τα οποία μπορούν να αγοραστούν μηχανές και μαζί με τα ευρώ που θα δοθούν για την αγορά εργατικής δύναμης, να ξεκινήσει ένας παραγωγικός κύκλος, ώστε στο τέλος ο καπιταλιστής, πουλώντας το παραγόμενο προϊόν, να βρεθεί με περισσότερα ευρώ, από όσα είχε στην αρχή. Αυτό είναι σκέτη απάτη. Ούτε μπαίνει σε συζήτηση να συνεχίζεται ή να διακόπτεται η παραγωγική διαδικασία, ανάλογα με το αν βγαίνει κέρδος για τον λεγάμενο, τον συγκεκριμένο, ή όποιον άλλον.
Για τη λαϊκή οικονομία κοινωνικό όφελος σημαίνει να υπάρχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, ώστε να αξιοποιείται το σύνολο των εφεδρειών που διαθέτει η κοινωνία, με στόχο να ικανοποιούνται οι ανάγκες των μελών της, στο παρόν και το μέλλον. Στον τομέα της οικονομίας, να βρίσκεις τρόπους, να σχεδιάζεις και να παράγεις - και να παράγεις τόσο και άλλο τόσο - όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι καθημερινές απαιτήσεις της ζωής των εργαζομένων. Οχι το κέρδος των λίγων, αλλά οι ανάγκες των πολλών. Για παράδειγμα, όπως είναι αδιανόητο για μια κοινωνία, σαν τη δική μας, να διακόψει την παραγωγή του ψωμιού, για τη λαϊκή οικονομία είναι εξίσου απαράδεκτο να σταματάει ή να μειώνει την παραγωγή σταριού και αλεύρων, ως συστατικών στοιχείων για την παρασκευή του ψωμιού. `Η, αντίστοιχα, όσο ο κόσμος εξακολουθεί και χρησιμοποιεί είδη κλωστοϋφαντουργίας, αποτελεί παραλογισμό να κλείνουν εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας. Το ίδιο εγκληματικό είναι να περιστέλλεται η παραγωγική διαδικασία σε μια σειρά τομείς της πρωτογενούς και δευτερογενούς παραγωγής, που καλύπτουν καθημερινές ανάγκες των εργαζομένων, κάτι που η λαϊκή οικονομία θα το αντιμετωπίσει μέσα στο πλαίσιο της σχεδιοποιημένης ανάπτυξης και του καθορισμού συγκεκριμένων αναλογιών για την ολόπλευρη ανάπτυξη όλων των τομέων και κλάδων της παραγωγικής και γενικότερα οικονομικής δραστηριότητας.
Με βάση τις κοινωνικές ανάγκες
Κάνοντας, λοιπόν, μια απογραφή των προοπτικών που έχει μια κοινωνία όχι σε νομισματικές μονάδες, αλλά σε δυνατότητες κατηγοριοποιημένες στη φυσική τους μορφή και γνωρίζοντας παράλληλα τις κοινωνικές ανάγκες, αποφασίζεις πώς θα εκμεταλλευθείς τις πλουτοπαραγωγικές πηγές, θεσπίζοντας ταυτόχρονα αυστηρότατες αρχές και νόμους για την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος, πώς θα αξιοποιήσεις τις πρώτες ύλες, πώς θα διατάξεις το εργατικό δυναμικό, πώς θα αναπτύξεις διάφορους τομείς της οικονομίας, πώς θα εξασφαλίσεις τέτοιες αναλογίες ανάμεσα στους διάφορους τομείς και κλάδους, ώστε να σου αποδίδουν όσο γίνεται πιο παραγωγικά και αποτελεσματικά, με έναν και μοναδικό στόχο: Τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας και της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας σε τέτοια επίπεδα που θα ικανοποιούν τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες του πληθυσμού. Σε αυτήν την περίπτωση δεν μοιράζεις στους διάφορους κλάδους ευρώ, έτσι που κάποια στιγμή να διαπιστώσεις ότι δεν υπάρχουν, επειδή κανένας καπιταλιστής δεν αποφασίζει να κάνει επενδύσεις. Αποφασίζεις, με βάση τον ολοκληρωμένο κεντρικό σχεδιασμό για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, ποια κτίρια θα παραχωρήσεις, πόσες μηχανές θα χορηγήσεις, πόσους εργαζόμενους των αναγκαίων ειδικοτήτων θα διαθέσεις, ώστε να εκπληρώσεις τα σχετικά πλάνα σου.
Ενα ακόμα παράδειγμα: Το ζήτημα της στέγασης των λαϊκών νοικοκυριών, ένα πρόβλημα που ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν μπορεί να λύσει, αλλά το έχει μετατρέψει σε έναν Γολγοθά ληστείας και εκμετάλλευσης των εργαζομένων, από τον οποίο απομυζούν κέρδη δισεκατομμυρίων ένα σωρό εκπρόσωποι του κεφαλαίου, από αυτούς που (από το πουθενά) βρέθηκαν να διαχειρίζονται τεράστιες εκτάσεις γης, μέχρι τους τραπεζίτες, τους μεγαλοκατασκευαστές, τις βιομηχανίες εξόρυξης ορυκτών και όλους τους κλάδους που εμπλέκονται με την οικοδομή κ.λπ.
Η κάλυψη των βασικών αναγκών στέγασης των σύγχρονων οικογενειών των εργαζομένων, στα πλαίσια της λαϊκής οικονομίας, της οικονομίας, δηλαδή, που θα είναι απαλλαγμένη από την ατομική ιδιοκτησία στα βασικά μέσα παραγωγής, μπορεί και είναι ρεαλιστικό να λυθεί, και μάλιστα με άμεσο τρόπο. Γιατί, όταν σήμερα μας λένε ότι για την κατασκευή εργατικών κατοικιών, απαιτούνται πολλά κεφάλαια, τα οποία η κοινωνία δεν μπορεί να διαθέσει, αυτό που έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους είναι ότι: Η εμπορευματοποιημένη γη είναι πανάκριβη. Οι πολυεθνικές βιομηχανίες δομικών υλικών δίνουν τσιμέντο, χαλίκι και άμμο μόνο στο βαθμό που εξασφαλίζουν υπερκέρδη. Οι κατασκευαστικές εταιρείες πρέπει να κερδίζουν ολοένα και περισσότερα κ.ο.κ. Στην κοινωνία όμως της λαϊκής εξουσίας και λαϊκής οικονομίας, η γη και ο ορυκτός της πλούτος θα ανήκουν στην κοινωνία, κοινωνικοποιημένες θα είναι οι κατασκευαστικές εταιρείες, στο λαό θα ανήκουν και οι κλάδοι της βιομηχανίας που εμπλέκονται με τις κατασκευές και την οικοδομή.
Με αυτήν την έννοια το κράτος, που θα ελέγχεται από το λαό και θα απολογείται άμεσα σε αυτόν, θα αναλάβει την ευθύνη για τον άμεσο σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός προγράμματος κατασκευής σύγχρονων, άνετων και λειτουργικών εργατικών κατοικιών. Με τρόπο, μάλιστα, που η παραγωγική διαδικασία στους κλάδους που θα συμβάλουν για τη μαζική οικοδόμηση εργατικών κατοικιών, θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά για την ανάπτυξη της παραγωγικής δραστηριότητας συνολικά. Οπως ακριβώς θα συμβαίνει με την ανάπτυξη όλων των κλάδων της οικονομίας, αφού η πορεία τους θα είναι σχεδιοποιημένη και εκ των προτέρων εξασφαλισμένη η συνεχής παραγωγική διαδικασία, η πλήρης απασχόληση όλων των εργαζομένων, η ολική απορρόφηση του παραγόμενου προϊόντος.
Μια τέτοια προσέγγιση της λειτουργίας της οικονομίας, της λαϊκής οικονομίας, όπου αφέντης θα είναι ο ίδιος ο λαός, ούτε από κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων θα κινδυνεύει, ούτε από τις κρίσεις υπερπαραγωγής. Γιατί, ενώ στην κοινωνία των χρηματικών αποτιμήσεων και της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, που κινητήρια δύναμη είναι το επιχειρηματικό κέρδος τα μέσα παραγωγής πάντα υπολειτουργούν και πάντα υπάρχουν ...περισσευούμενοι εργάτες και στρατιές ανέργων, στην κοινωνία που θα είναι απαλλαγμένη από την εξουσία των καπιταλιστών και τα μέσα παραγωγής θα ανήκουν στο λαό, τα παραγωγικά μέσα, αλλά και τα εργατικά χέρια θα αξιοποιούνται πλήρως, ώστε να εκπληρωθούν οι μακρόπνοοι σχεδιασμοί και τα οράματα της λαϊκής εξουσίας.

Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ

Εργαλείο ευημερίας για λίγους και φτώχειας για τους πολλούς



ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 1999

Προσδεμένος στον αυτόματο πιλότο της "σύγκλισης" και με βασική επιδίωξη την εξυπηρέτηση του τραπεζικού κεφαλαίου, καταρτίζεται ο προϋπολογισμός του επόμενου έτους. 640 δισ. δραχμές τα πρόσθετα έσοδα και φόροι. Εισοδηματική πολιτική λιτότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους. Στη δίαιτα και πάλι οι δαπάνες κοινωνικού χαρακτήρα
Επιπλέον δημόσια έσοδα και φόρους 640 δισ. δραχμών θα επωμιστούν οι εργαζόμενοι το 1999, στα πλαίσια του νέου προϋπολογισμού που καταρτίζει η κυβέρνηση και ο οποίος κινείται αυστηρά στη λογική "σύγκλισης" και της πορείας της χώρας προς την ΟΝΕ. Τα βασικά μεγέθη του προϋπολογισμού, που αποδεικνύουν πως η πολιτική σκληρής λιτότητας για τα λαϊκά στρώματα θα συνεχιστεί την επόμενη χρονιά, φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα αποκλειστικά ο "Ρ".
Η φιλοσοφία και του νέου, υπό κατάρτιση, προϋπολογισμού κινείται στην κατεύθυνση των προηγούμενων, που υλοποιήθηκαν στα πλαίσια του προγράμματος "σύγκλισης".
Οπως προκύπτει από τα κονδύλια του προϋπολογισμού που "μαγειρεύει" η κυβέρνηση, η πορεία αύξησης των εσόδων κινείται και πάλι με γρηγορότερους ρυθμούς, συγκριτικά με τις πρωτογενείς δαπάνες (πρόκειται για τις δαπάνες πλην των τόκων), οι οποίες αφορούν τα κονδύλια που προορίζονται για μισθούς συντάξεις, νοσήλια, επιχορηγήσεις ασφαλιστικών ταμείων, προνοιακών, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων κλπ. Η ονομαστική, δηλαδή χωρίς καν να υπολογίζεται η αύξηση του τιμαρίθμου, αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 400 δισ. δραχμές (από 7,2 σε 7,6 τρισ. δραχμές) ή κατά 5,8%, ποσοστό που υπολείπεται κατά μία ποσοστιαία μονάδα του ρυθμού αύξησης των εσόδων, είναι εμφανές ότι όχι μόνο δεν είναι επαρκής για τη βελτίωση των εκρηκτικών συσσωρευμένων κοινωνικών προβλημάτων, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να αναμένεται και νέα επιδείνωση τον επόμενο χρόνο. Οι άνεργοι, οι συνταξιούχοι, οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι, οι φορείς της δημοσίας υγείας και παιδείας, όχι μόνο δε θα πρέπει να ελπίζουν έστω και σε στοιχειώδη βελτίωση των κοινωνικών και οικονομικών τους συνθηκών με το νέο προϋπολογισμό, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να προσμένουν νέα χειροτέρευση της θέσης τους.
Βαριά παραμένει η σκιά του τραπεζικού - τοκογλυφικού κεφαλαίου και στο νέο προϋπολογισμό, καθώς οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (πληρωμή τόκων και χρεολυσίων) αντιστοιχούν στο 66% των συνολικών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού! Τα κονδύλια δαπανών για μισθούς - συντάξεις - επιδόματα παρουσιάζουν ονομαστική αύξηση 5,8%, ως προς το 1998, γεγονός που σημαίνει ότι η εισοδηματική πολιτική για το δημόσιο τομέα, στην καλύτερη περίπτωση, θα κινηθεί στα πλαίσια του 2% - 2,5%! Πρόκειται δηλαδή για έναν ακόμη προϋπολογισμό λιτότητας για τους εργαζόμενους του δημοσίου. Δείγμα γραφής για την εισοδηματική πολιτική του 1999 έδωσε η κυβέρνηση με την εγκύκλιο για τις Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς (ΔΕΚΟ), όπου ρητά αναφέρεται ότι το κονδύλι μισθοδοσίας, σε σχέση με το 1998, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από 2% κατ' άτομο (!), ποσοστό που ισοδυναμεί με μηδενική εισοδηματική πολιτική.
Πολύ μεγάλη αύξηση ως προς το 1998 παρουσιάζουν τα λεγόμενα πρωτογενή πλεονάσματα τόσο του Τακτικού όσο και του Γενικού Προϋπολογισμού. Η αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί δέσμευση της κυβέρνησης προς την Ευρωπαϊκή Ενωση και επιτυγχάνεται όταν ο ρυθμός αύξησης των εσόδων είναι μεγαλύτερος από το ρυθμό αύξησης των πρωτογενών δαπανών.
Σημαντική αύξηση παρουσιάζουν τα έσοδα και οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), εξέλιξη η οποία συνδέεται άμεσα με τις προσπάθειες κυβέρνησης - ΕΕ να επιταχυνθεί η χρηματοδότηση των πολυεθνικών, που έχουν αναλάβει διάφορες δουλιές στον τομέα των λεγόμενων μεγάλων έργων.Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι:
  • Τα στοιχεία που αποκαλύπτει σήμερα ο "Ρ" αποτελούν το βασικό σενάριο του υπό κατάρτιση προϋπολογισμού. Ωστόσο και άλλες παραλλαγές από αυτές που επεξεργάζονται στο υπουργείο Οικονομικών διατηρούν πλήρως τη γενική φιλοσοφία και αντίληψη, καθώς όλες οι επεξεργασίες είναι προσδεμένες στον αυτόματο πιλότο του προγράμματος "σύγκλισης".
  • Οι συγκρίσεις των οικονομικών μεγεθών του 1999 έχουν γίνει με βάση τα αντίστοιχα στοιχεία του προϋπολογισμού του 1998, πολλά από τα οποία θα διαφοροποιηθούν από τους αρχικούς στόχους. Είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν υπερβάσεις δαπανών και υπερεκπλήρωση των στόχων για τα φορολογικά έσοδα ως προς τους αρχικούς στόχους του 1998.
  • Υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας, ο οποίος αιωρείται πάνω από το νέο προϋπολογισμό, και αν ενεργοποιηθεί μπορεί να ανατρέψει βασικά δεδομένα, είναι η διεθνής χρηματιστηριακή κρίση. Ηδη τα πρώτα στοιχεία κάνουν λόγο για επιβράδυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών λόγω της κρίσης. Αυτό, βέβαια, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην ελληνική οικονομία, όσο και στο νέο προϋπολογισμό, ο οποίος καταρτίζεται με την παραδοχή ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα παρουσιάσει το 1999 ρυθμό αύξησης 3,7%.
Βασικά στοιχεία του προϋπολογισμού του 1999
Τα έσοδα του Τακτικού Προϋπολογισμού (φορολογικά και μη φορολογικά) προβλέπεται να αυξηθούν ως προς το 1998 με ρυθμό 6,8%: από 9.376 δισ. δραχμές το '98 σε 10.014 δισ. δραχμές.
Αντίθετα, οι πρωτογενείς δαπάνες (μισθοί - συντάξεις - νοσήλια - επιχορηγήσεις αποδοχών και φορέων - καταναλωτικές) προβλέπεται να παρουσιάσουν ονομαστική αύξηση 5,8%, μία ποσοστιαία μονάδα μικρότερη από την αύξηση των εσόδων. Αξίζει να επισημάνουμε ότι η αύξηση εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού κατά 6,8% είναι σχεδόν τριπλάσια από τον προβλεπόμενο για το 1999 πληθωρισμό, 2,5%. Ο στόχος για αύξηση των εσόδων κατά 6,8% συνδέεται με το βασικό κυβερνητικό στόχο για μείωση του πληθωρισμού στο 2,5%, καθώς η αύξηση των έμμεσων φόρων (ειδικοί φόροι και ΦΠΑ) είναι απαγορευτικοί επειδή έχουν πληθωριστικό χαρακτήρα, ενώ η κυβέρνηση προχώρησε στην αύξηση των άμεσων φόρων το 1998, με την πολύ μεγάλη αύξηση της παρακράτησης φόρου. Από τα στοιχεία δεν προκύπτει, αν προς το τέλος του 1999 η κυβέρνηση μπορεί να "παίξει" με τη μείωση ορισμένων ειδικών φόρων (αυτοκίνητα, πετρέλαιο θέρμανσης), με μοναδικό σκοπό να μειώσει τον πληθωρισμό σε επίπεδα "σύγκλισης".
Τα κάθε είδους ελλείμματα, παρά τη σχετική μείωση που παρουσίασαν τα τελευταία χρόνια, λόγω της εφαρμογής των προγραμμάτων λιτότητας, συνεχίζουν να ρίχνουν τη σκιά τους και στο νέο προϋπολογισμό.
Το άθροισμα των τόκων και των χρεολυσίων, που πρόκειται να καταβληθούν το 1999, ανέρχεται σε 6,6 τρισ. δραχμές και αποτελεί το φόρο αίματος που θα συνεχίζει να πληρώνει και το 1999 ο ελληνικός λαός προς το τραπεζικό - τοκογλυφικό κεφάλαιο, διεθνές και ελληνικό. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο βασικός στόχος κάθε προϋπολογισμού (και του 1999) είναι η εξυπηρέτηση των κάθε μορφής κερδοσκόπων, που δανείζουν το ελληνικό δημόσιο με υπέρογκα - τοκογλυφικά επιτόκια.
Θανάσης ΚΑΝΙΑΡΗΣ
Βαριά παραμένει η σκιά του τραπεζικού - τοκογλυφικού κεφαλαίου και στο νέο προϋπολογισμό, καθώς οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (πληρωμή τόκων και χρεολυσίων) αντιστοιχούν στο 66% των συνολικών εσόδων του Τακτικού Προϋπολογισμού!

Το 57% στις τράπεζες και στις πολυεθνικές



ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Μεγαλώνει το ποσοστό των δαπανών του προϋπολογισμού που κατευθύνεται στους εκπροσώπους της ολιγαρχίας
Στους πιστωτές του δημοσίου - κυρίως τράπεζες - και στις επενδύσεις υποδομών (Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων), οι οποίες, όλο και περισσότερο, ελέγχονται από το ιδιωτικό κεφάλαιο, καταλήγει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών του νέου προϋπολογισμού. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν προϋπολογισμό με έντονο φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό, καθώς κολοσσιαία, για τα επίπεδα της ελληνικής οικονομίας, κεφάλαια θα οδεύσουν και το 2003 στα ταμεία των τραπεζών και άλλων εταιριών, κυρίως κατασκευαστικών που λυμαίνονται τα δημόσια έργα. Αντίθετα, μειοψηφία αποτελούν οι δαπάνες που έχουν σχέση με τις τρέχουσες λειτουργίες του κράτους (μισθοί, συντάξεις, επιχορηγήσεις, λειτουργικές δαπάνες κλπ.).
Από την ακτινογραφία των δαπανών του νέου προϋπολογισμού προκύπτει η ακόλουθη εικόνα: Το συνολικό ύψος των κρατικών δαπανών, μαζί με τα χρεολύσια του δημόσιου χρέους, ανέρχεται στα 69.929 εκατ. ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 46,30% του ΑΕΠ, που για την επόμενη χροιά αναμένεται να διαμορφωθεί στα 150 δισ. ευρώ. Αναλυτικότερα:
  • Οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους προβλέπεται να ανέλθουν στα 31.026 εκατ. ευρώ: 9.400 εκατ. ευρώ για την πληρωμή τόκων και 21.626 εκατ. ευρώ για την αποπληρωμή χρεολυσίων. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 44,4% των συνολικών δαπανών.
  • Οι δαπάνες για την εκτέλεση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) προβλέπεται να ανέλθουν στα 8.918 εκατ. ευρώ ή στο 12,8% του συνολικού ύψους των δαπανών.
  • Οι τρέχουσες (ονομαζόμενες και πρωτογενείς) δαπάνες που αφορούν σε μισθούς, συντάξεις, επιχορηγήσεις, λειτουργικά έξοδα κλπ., προβλέπεται να ανέλθουν στα 29.985 εκατ. ευρώ, ή στο 42,88% των συνολικών δαπανών. Ειδικότερα, οι δαπάνες για πάσης φύσεως αποδοχές προβλέπεται να ανέλθουν στα 17.587 εκατ. ευρώ ή στο 25,14% του συνόλου των δαπανών. Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να βολευτούν τον επόμενο χρόνο με ονομαστικές αυξήσεις μισθών μόλις 2,5%, τη στιγμή που ο πληθωρισμός θα «τρέχει» γρηγορότερα από 3%.
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το 57,1% των συνολικών δαπανών, αυτές που αφορούν στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και στην εκτέλεση των επενδύσεων του ΠΔΕ, θα κατευθυνθούν, άμεσα ή έμμεσα, σε διάφορες μερίδες του κεφαλαίου και μόνον το 42,9% θα διατεθούν για τη λειτουργία της κρατικής μηχανής.
Με τα δεδομένα αυτά και μέσα στα αυστηρά πλαίσια του Προγράμματος Σταθερότητας στα οποία κινείται και ο νέος προϋπολογισμός, οι δαπάνες των υπουργείων κοινωνικού χαρακτήρα κινούνται στα όρια της ασφυξίας. Ο προϋπολογισμός δαπανών των υπουργείων συντάχθηκε στη λογική της κάλυψης των δαπανών μισθοδοσίας και όλα τα υπόλοιπα στον Καιάδα. Ετσι, με πρόβλεψη για ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ 7% και ρυθμού αύξησης του πληθωρισμού (εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών) υψηλότερο του 3%, οι δαπάνες του υπουργείου Παιδείας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6% έναντι αύξησης 9,5% το 2002. Στην ίδια ρότα, οι δαπάνες του Υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6,7%, έναντι ρυθμού αύξησης 11,1% το 2002. Για το υπουργείο Γεωργίας προβλέπεται αύξηση δαπανών 6,3%, έναντι 9,8% το 2002, ενώ για τις Επιδοτήσεις Γεωργίας προβλέπονται αυξήσεις 6,8% έναντι 22,8% το προηγούμενο έτος. Η κατά 18,9% αύξηση των δαπανών του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων - έναντι αύξησης 8,8% το 2002 - οφείλεται στη χρηματοδότηση του ΙΚΑ με 1.373 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με το κυβερνητικό σχεδιασμό μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης του Ιδρύματος. Στο υπουργείο Πολιτισμού προβλέπονται αυξήσεις μόλις 4,4% έναντι 12,6% το 2002, ενώ μια σχετική βελτίωση του ύψους των δαπανών κατά 9,8% - έναντι 6,8% - προβλέπεται για το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Για το υπουργείο Δικαιοσύνης προβλέπονται αυξήσεις μόλις 2,5%, έναντι 8,7%, για το Μεταφορών-Επικοινωνιών 2,8%, για το Εξωτερικών 5,3%, για το υπουργείο Τύπου 1,8%, για το υπουργείο Αιγαίου 5,4% και γενικώς ένδεια... Συνολικά οι πρωτογενείς δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν ονομαστικά μόνον κατά 6%, έναντι 8,4% φέτος. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα σκληρό και αντιλαϊκό προϋπολογισμό στο σκέλος των κοινωνικών δαπανών, οι οποίες μπαίνουν σε νέα περίοδο αυστηρής «δίαιτας».
Δαπάνες Ασφάλισης - Περίθαλψης
Η ίδια εικόνα της σκληρής λιτότητας εμφανίζεται στις επιχορηγήσεις των ασφαλιστικών ταμείων. Με εξαίρεση το ΙΚΑ, οι δαπάνες του οποίου αυξάνονται κατά 82,3% (για τους λόγους που αναφέρθηκαν), η επιχορήγηση προς τον ΟΓΑ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 5,6%, έναντι 9%, τα επιδόματα πολυτέκνων κατά 1,9% έναντι 14,8%, προς το ΤΕΒΕ κατά 4,1% έναντι 14,3%, ενώ η επιχορήγηση προς το ΝΑΤ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 9,7% έναντι 3,8% φέτος. Αυξημένο κατά 17,5% είναι το κονδύλι για το ΕΚΑΣ (πλην συνταξιούχων δημοσίου), όπου, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση θα ενισχύσει με ένα ακόμα πεντοχίλιαρο τους χαμηλά αμειβόμενους... Τέλος, το κονδύλι που προορίζεται για να καλυφθούν οι δαπάνες περίθαλψης των ασφαλισμένων του δημοσίου προβλέπεται να είναι αυξημένο κατά 7,7% έναντι 6,3% φέτος.
Επιχορηγήσεις φορέων
Εκεί όμως που ο πέλεκυς των περικοπών πέφτει αλύπητα είναι στους επιχορηγούμενους φορείς, όπου αξίζει να σημειωθεί πως για πρώτη φορά ο σχετικός πίνακας δε συντάχθηκε κατά όνομα επιχορηγούμενου φορέα, αλλά κατά ομάδες ομοειδών φορέων. Το σχετικό συνολικό κονδύλι προβλέπεται μειωμένο κατά 2,3%, κάτι που μεταφράζεται σε μείωση κατά 1,7% των δαπανών στους Οργανισμούς και στα Ιδρύματα Υγείας. Οι δαπάνες στους Οργανισμούς και στα Ιδρύματα Πρόνοιας, καθώς και στα Επιστημονικά και Ερευνητικά Ιδρύματα «παγώνουν» στα φετινά επίπεδα. Μειωμένες κατά 3,8% εμφανίζονται οι δαπάνες στα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και κατά 0,7% στις Σχολές και Οργανισμούς Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης. Οι επιχορηγήσεις των συγκοινωνιακών φορέων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,7%, των λοιπών φορέων μειώνονται απόλυτα κατά 7,6%, ενώ οι εισοδηματικές ενισχύσεις μειώνονται δραστικά κατά 23,4%. Γενικώς το σχετικό εδάφιο ξεχειλίζει από την ...κοινωνική ευαισθησία της, κραδαίνουσας τη σπάθη των περικοπών, κυβέρνησης για τα εκατοντάδες ή και χιλιάδες ιδρύματα Πρόνοιας, Παιδείας, Υγείας, πολιτιστικούς φορείς κλπ.
Μεγαλώνουν τα ελλείμματα
Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, το συνολικό έλλειμμα του προϋπολογισμού το 2003 προβλέπεται να ανέλθει στα 26.929 εκατ. ευρώ, το οποίο αναλύεται σε τρέχον έλλειμμα 5.303 εκατ. ευρώ (κυρίως λόγω του δανεισμού για την κάλυψη των δαπανών του ΠΔΕ) και σε 21.626 εκατ. ευρώ για την αποπληρωμή χρεολυσίων. Αντίθετα, η πληρωμή τόκων καλύπτεται από τις τρέχουσες εισπράξεις. Από το συνολικό αυτό έλλειμμα τα 2.000 προβλέπεται να καλυφθούν με εξωτερικό δανεισμό και τα 24.929 εκατ. ευρώ από εσωτερικό δανεισμό.
Τέλος, το πολιτικό προσωπικό του δημοσίου(στοιχεία 30/6/02) ανέρχεται σε 254.588 τακτικούς υπαλλήλους και σε 21.000 έκτακτους, έναντι 244.363 τακτικών και 9.560 έκτακτων το αντίστοιχο διάστημα του 2001. Το προσωπικό των νοσηλευτικών ιδρυμάτων αποτελείται από 79.575 τακτικούς και 12.126 έκτακτους υπαλλήλους, ενώ το προσωπικό των Σωμάτων Ασφάλειας αριθμεί 61.175 τακτικούς και 6.405 έκτακτους υπαλλήλους.

Θανάσης ΚΑΝΙΑΡΗΣ

Ακόμα μια φορά, κρίμα...



Ανθρακες ο θησαυρός το βιβλίο της Ελλης Παππά «Μαρτυρίες μιας διαδρομής»
Από το Μουσείο Μπενάκη κυκλοφόρησαν σε βιβλίο τα κείμενα που η Ελλη Παππά είχε παραδώσει στο διευθυντή του, για να εκδοθούν μετά το θάνατό της.
Η είδηση της ύπαρξης αυτών των κειμένων έγινε τεχνηέντως μέγα θέμα από τον αστικό Τύπο και με αυτό συνόδευσαν την κηδεία της. Με βαρύγδουπους τίτλους ανήγγειλαν το περιεχόμενο των κειμένων που δε γνώριζαν, φροντίζοντας να γεμίσουν τα πολυσέλιδα με μπόλικο αντικομμουνισμό. Εξάλλου, αυτός ενδιέφερε. «Πότε επιτέλους θα δημοσιευθούν τα κείμενα της Ελλης Παππά, για να δούμε τότε τι θα κάνει το ΚΚΕ», έγραψε η «Καθημερινή»!
Και δημοσιεύθηκαν. Αλλά το περιεχόμενό τους ήταν το αναμενόμενο για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ: Κοιλοπόνησε το βουνό και γέννησε ποντίκι.
Αναρωτιέται κανείς: Γιατί η συγγραφέας των κειμένων, από τη στιγμή που δεν είχε τίποτα να δώσει, διαφήμιζε επί χρόνια την πολιτική της διαθήκη, λέγοντας ότι εκεί λέει πολλά, που όμως επιθυμεί να τα μάθει ο κόσμος μετά το θάνατό της; Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...
Και πράγματι δε δίνει τίποτα. Οχι μόνο γιατί τα περισσότερα (ανεξαρτήτως αξίας) τα είχε δημοσιεύσει στο παρελθόν ή τα είχε αφηγηθεί στις συνεντεύξεις της σε δεκάδες τηλεοπτικές εκπομπές ή τα είχε διοχετεύσει σε άλλους που τα δημοσίευσαν. Αλλά και γιατί, όσα μη γνωστά έγραψε, περιέχουν είτε κουτσομπολιά (χαιρέκακα ή μη), είτε εγωκεντρικές περιγραφές (όποιος την επαινούσε ήταν θαυμάσιος, όποιος της έκανε κριτική τον έστηνε στον τοίχο). Και άλλα, ανακατωμένα με προσβολή προσώπων και με εμπάθεια κατά του ΚΚΕ, που αποτελεί και το στόχο του βιβλίου της.
Αλλά το μόνο που κατάφερε είναι να εκθέσει και πάλι τον εαυτό της, αυτή τη φορά μετά θάνατον. Ετσι εξηγείται γιατί μετά την έκδοση του βιβλίου ξεφούσκωσε απότομα ο ενθουσιασμός, των πρώτων ημερών, του αστικού Τύπου.
Μαρτυρίες... επιπέδου
  • «Ο Βαβούδης μου έδωσε ραντεβού βραδάκι, για να μου ζητήσει να του βρω έναν... αφροδισιολόγο. (...) `Η ο άνθρωπος ήταν τελείως ανεύθυνος, επομένως επικίνδυνος, ή άλλος - και όχι "Χίτης" - είχε κολλήσει την αρρώστια στο κορίτσι» (σελ. 27).
  • «Οταν η ηγεσία θέλησε να χτυπήσει τον Καραγιώργη (άλλοτε φίλο του Ζαχαριάδη και στις τελείως "ιδιωτικές" υποθέσεις, αφού από τον Καραγιώργη άκουσα για πρώτη φορά (...) να γίνεται μνεία τής... ως αντικειμένου κατά το μάλλον ή ήττον "σεξουαλικού"...» (σελ. 292).
  • «Γιατί βέβαια στον εξευτελισμό μου απέβλεπαν, σ' αυτό σκόπευαν οι διαδόσεις τους πως ήμουν ικανή να... "συνάψω σχέσεις" με αξιωματικό της φρουράς. Αϊ στο διάβολο, Ελλη Ερυθριάδου και όλοι οι όμοιοί σου» (σελ. 175).
  • «Και τότε άκουσα με κατάπληξη την τραυματική ερώτηση: "Δεν ήρθε να σε δει;". Η ερώτηση σήμαινε ότι ήταν βέβαιοι πως ο Παρτσαλίδης είχε έρθει να με δει κρυφά! Ηταν μια ερώτηση τόσο (...) δηλωτική των μεθόδων που συνηθίζονταν στα υψηλά κομματικά κλιμάκια» (σελ. 82).
  • «Τότε είχε ο Μπάτσης και την αισθηματική του περιπέτεια που κατέληξε στο διαζύγιό του με τη Λίνα και στο γάμο του με τη Λίλιαν. Πάντα πιστεύω πως, αν δεν είχε συμβεί αυτό, η κατάληξή του θα ήταν διαφορετική, η Λίνα ποτέ δεν θα τον ωθούσε να τσαλαπατήσει την αξιοπρέπειά του» (σελ. 58).
Χαφιεδολογία και αντικομμουνισμός
  • «Δεν μπορώ να πω αν ήταν πράκτορας ή όχι ο Ζαχαριάδης. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως, αν ένας πράκτορας είχε καταλάβει τη θέση του γενικού γραμματέα του Κόμματος, τι περισσότερο θα έπραττε για να συντρίψει το κίνημα;» (σελ. 293).
  • «Το γιατί ο Ζαχαριάδης επέσπευσε την εκτέλεση του Νίκου αφαιρώντας κάθε νομική δυνατότητα αναβολής έκανα χρόνια να το βρω (...) Ηταν αναγκαίο, για να αποπλύνει το μέγα λάθος (εννοεί την αποχή από τις εκλογές του 1946) που στάθηκε η αφετηρία σειράς λαθών. Ο Μπελογιάννης έπρεπε να πεθάνει» (σελ. 325).
  • «Πόσα μεσαία στελέχη (ιδιαίτερα γραμματείς αχτίδων και στελέχη ευαίσθητων κομματικών χώρων όπως η "Επαγρύπνηση" και η "Αυτοάμυνα" ήταν στην υπηρεσία της Ασφάλειας χωρίς να έχει επισημανθεί αυτός ο διπλός ρόλος τους;» (σελ. 25).
  • «Το βράδυ ήταν η εκδήλωση για τον Νίκο. (...) Κάποιοι πολύ κομμουνιστές εκφωνούσαν το κεντρικό σύνθημα. Οι αγριοφωνάρες τους βουίζουν και σήμερα στ' αυτιά μου: "Απόψε τιμάμε τον Μπελογιάννη", συνέχεια το ίδιο. Ηταν ό,τι πιο βάρβαρο μπορούσε να ακουστεί. Θα ήταν πιο έντιμο αν φώναζαν: "Απόψε ατιμάζουμε τον Μπελογιάννη"» (σελ. 313).
Κατά την Ελλη Παππά πράκτορας του εχθρού ήταν και ο Βαβούδης καθώς και πλειάδα άλλων, που ονοματίζει στα γράμματά της προς τον Ζαχαριάδη, αλλά που απέφυγε να γράψει εδώ.
Αποκρύψεις και ανακρίβειες
Γενικά φρόντισε να αποσιωπήσει το συνολικό περιεχόμενο των γραμμάτων που έστειλε στον Νίκο Ζαχαριάδη από τη φυλακή, καθώς και άλλα κείμενά της του 1952. Επόμενο, γιατί με αυτό τον τρόπο θεώρησε ότι μπορούσε να γράφει εκ των υστέρων για το ίδιο θέμα τελείως διαφορετικά πράγματα από εκείνα που συνέβαιναν τότε και που έγραψε η ίδια.
Ετσι, επαναλαμβάνεται και στο τελευταίο βιβλίο της η περιβόητη φράση «να ζήσεις για την εκδίκηση», την οποία, όπως υποστήριξε, της είπε ο Μπελογιάννης, εννοώντας ως εκδίκηση την πάλη για την καταδίκη της πολιτικής του ΚΚΕ στα 1946 - 1949, δηλαδή τον αγώνα του ΔΣΕ!...
Ομως, στις 3 του Μάη 1952 ο ρ/σ του ΚΚΕ «Ελεύθερη Ελλάδα» μετέδωσε το δεύτερο γράμμα της Ελλης Παππά, που είχε δημοσιευτεί στη γαλλική «Ουμανιτέ» τέσσερις μέρες πριν, με τον τίτλο «Εκδίκηση». Σε αυτό η Ελλη Παππά έγραψε:
«Πρέπει να ζήσεις για την εκδίκηση. Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Μπελογιάννη όταν έφευγε για το εκτελεστικό απόσπασμα. Είμαι βέβαιη πως εσείς λεύτεροι άνθρωποι στην Ελλάδα και σ' όλο τον κόσμο, τον ακούσατε μαζί μου, μα και πως σας εμπνέουν την ίδια αγανάκτηση, την ίδια φλόγα, για να εκδικηθείτε τους δολοφόνους του Μπελογιάννη, τους δολοφόνους χιλιάδων και χιλιάδων αγωνιστών, εκείνους που αλυσοδένουν τους λαούς και δολοφονούν τα καλύτερα παιδιά του».
Αλλο ήταν, λοιπόν, το περιεχόμενο της «εκδίκησης» τότε, άλλο το έκανε μετά... Παρ' όλα αυτά ισχυρίζεται στο τελευταίο βιβλίο της ότι επί πολλά χρόνια δεν αναφερόταν στην «εκδίκηση», λόγω συνθηκών! Κι ας είχε αναφερθεί από το 1952...
Αλλη διαστρέβλωση της πραγματικότητας: Υποστήριξε ότι ο Μπελογιάννης της παράγγειλε να ειδοποιήσει δύο δημοσιογράφους να βγάλουν μία εφημερίδα νόμιμη, και της υπογράμμισε, όπως γράφει η ίδια:
«Μόνο να προσπαθήσουν να τη βγάλουνε μόνοι τους και προπαντός μακριά από... σήματα και οργανώσεις» (σελ. 103). Και συνεχίζει η Ελλη Παππά:
«Σε πρώτη ματιά φαίνεται αντιφατικό ο υπεύθυνος της παράνομης οργάνωσης να συνιστά την έκδοση νόμιμης εφημερίδας έξω από την εδώ παράνομη οργάνωση και μακριά από τον έλεγχο της ηγεσίας έξω. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει αντίφαση. Ο Νίκος είχε βγάλει - από όσα είδαμε, πάθαμε και μάθαμε ως τότε - τα συμπεράσματα και τα διδάγματα που όφειλε να βγάλει» (σελ. 103).
Τα αυθαίρετα συμπεράσματα της Ελλης Παππά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Την απόφαση για την έκδοση νόμιμης εφημερίδας την είχε πάρει η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ (1949, στο Μπουρέλι της Αλβανίας). Ελεγε η απόφαση ανάμεσα σε άλλα:
«ζ) Το Κόμμα πρέπει, χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες που υπάρχουν, να βγάλει στην Αθήνα νόμιμη, περιοδική, μαζική πολιτική εφημερίδα» (6η Ολομέλεια της ΚΕ, σελ. 93, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ).
Επομένως ο Μπελογιάννης ούτε του κεφαλιού του έκανε, ούτε εννοούσε αυτά που του απέδωσε εκ των υστέρων η Ελλη Παππά. Απλώς εφάρμοζε την κομματική απόφαση.
Ερωτηματικά προκαλεί και η συστηματική αποφυγή της, όλα τα χρόνια, να αναφερθεί στη μη υποψηφιότητα του Μπελογιάννη, στις εκλογές της 9ης Σεπτέμβρη 1951.
Απόψεις της χαρακτηριστικές...
«Οταν στην ΕΔΑ έγινε συζήτηση για τη διάλυση ή όχι των παράνομων κομματικών οργανώσεων, τάχθηκα υπέρ της διάλυσης...» (σελ. 165).
«...Συζητούσα (...) για το φαινόμενο των εκλογών του '63, όταν οι οικογένειες των αριστερών "συνεδρίαζαν" και έκαναν κατανομή των ψήφων που θα έδιναν στην ΕΔΑ και στην Ενωση Κέντρου, ώστε να υπερκεραστεί η αρνητική στάση της ΕΔΑ και να πάρει η Ενωση Κέντρου την κυβέρνηση - που τότε ο κόσμος της Αριστεράς έβλεπε ως μόνο τρόπο για να απαλλαγεί η χώρα από την κυριαρχία της Δεξιάς» (σελ. 162).
Υπέρ της διάλυσης του ΚΚΕ, λοιπόν, και υπέρ της ψήφισης της Ενωσης Κέντρου από τους ψηφοφόρους της ΕΔΑ! Αυτά, μέσα σε άλλα, ονόμαζε «ανανέωση»...
Τελικά και πάλι κρίμα...

Του
Μάκη ΜΑΪΛΗ

Τα ιστορικά γεγονότα δεν ξαναγράφονται



Με αφορμή το θάνατο της Ελλης Παππά
Εξόριστοι στο κολαστήριο της Μακρονήσου το 1950
Ο θάνατος της Ελλης Παππά τροφοδότησε ένα νέο κύκλο δημοσιευμάτων και προβολής τηλεοπτικών εκπομπών, ένα νέο κύκλο ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης σχετικό με γεγονότα των δεκαετιών 1940 και 1950. Ακριβέστερα, τροφοδοτεί ένα νέο κύκλο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην επαναστατική στρατηγική που έχει ανάγκη το εργατικό και λαϊκό κίνημα και στη στρατηγική του οπορτουνισμού.
Από την πλευρά του τελευταίου, περίσσεψαν οι έμμεσες και άμεσες επιθέσεις κατά του ΚΚΕ για τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, περίσσεψαν οι επιθέσεις στον Στάλιν και στον Ζαχαριάδη, αλλά και οι προσπάθειες να οικειοποιηθεί ο χώρος του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και τους Νίκο Μπελογιάννη και Νίκο Πλουμπίδη! Φαίνεται πως ορισμένοι θεωρούν ότι η θέση δύο από τους χιλιάδες ήρωες του ΚΚΕ δε βρίσκεται στο Κόμμα που έτσι τους διαπαιδαγώγησε και που σε αυτό έμειναν πιστοί μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής τους, αλλά ότι βρίσκεται στην όχθη όπου έχουν μεταπηδήσει συγγενείς των εκτελεσμένων κομμουνιστών!..
Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τόσα που γράφτηκαν και ειπώθηκαν αυτές τις μέρες για τις δίκες του 1951 και 1952 αντιστοίχως, ούτε μία καλή λέξη δε βρήκαν οι ρήτορες και οι συγγραφείς να πουν για το ΚΚΕ, λες και είναι δυνατό να ξεπηδούν Μπελογιάννηδες από παρθενογένεση. Λες και είναι δυνατό να ξεπηδούν από κόμματα τύπου ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ. Οι Μπελογιάννηδες δεν ανήκουν σε όλους.
Ο Νίκος Μπελογιάννης, σε ένα στιγμιότυπο από την πρώτη του δίκη
Ας μείνουν με τις απέλπιδες προσπάθειές τους. Τα ιστορικά γεγονότα δεν ξαναγράφονται. Αλλά και η νέα αντιπαράθεση που επιχειρούν μας είναι καλοδεχούμενη. Το ίδιο και η έμμεση προειδοποίηση που απηύθυναν ορισμένοι στο ΚΚΕ, ότι η Ελλη Παππά έχει αφήσει στο Μουσείο Μπενάκη έναν σφραγισμένο φάκελο που αφορά στις συλλήψεις, στις δίκες και στην υπόθεση Πλουμπίδη. Ας δημοσιεύσουν, λοιπόν, το φάκελο. Και αυτός καλοδεχούμενος...
Η προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας είναι πολύ δύσκολη και σύνθετη υπόθεση. Προϋποθέτει επιστημονική μεθοδολογία, εντοπισμό των βασικών αξόνων που καθορίζουν κάθε ιστορική περίοδο, αποφυγή της αποσπασματικότητας στην εξέταση των γεγονότων, όσο γίνεται μεγαλύτερη αμεροληψία, καθώς και εγκατάλειψη κάθε συναισθηματισμού και προκατάληψης, που αναπόφευκτα οδηγούν στον υποκειμενισμό. Και, κυρίως, προϋποθέτει συλλογική επεξεργασία, γιατί η γνώση και η ακέραια κρίση, ιδιαίτερα όταν αυτές αφορούν στις πιο σκληρές και δύσκολες ώρες της ταξικής πάλης, απαιτούν πολλαπλές προσπάθειες, κοίταγμα και ξανακοίταγμα των γεγονότων.
Ορισμένοι από τους παραπάνω λόγους συνηγορούν στο ότι κατά κανόνα οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν μπορούν να γίνουν και οι πιο αντικειμενικοί κριτές τους, πολύ περισσότερο δεν ερμηνεύονται αυθεντικά οι πρωταγωνιστές μόνο από τις μαρτυρίες συγγενών και φίλων, όπως κάνει ο γιος του Νίκου Μπελογιάννη και της Ελλης Παππά.
Αυτά ισχύουν με το παραπάνω, όταν επιχειρείται να γραφτούν τα γεγονότα μετά την πάροδο χρόνων και αφού στο μεταξύ έχει αλλάξει η ιδεολογική - πολιτική αφετηρία και τοποθέτηση του συγγραφέα - πρωταγωνιστή. Στην περίπτωση της Ελλης Παππά, αυτό το τελευταίο είναι αναμφισβήτητο, κρίνοντας από τα πολλά που είπε για τις αρχές της δεκαετίας του 1950 και όσα έγραψε, είτε που αφηγήθηκε σε άλλους και έγραψαν (Διδώ Σωτηρίου, Πότης Παρασκευόπουλος κ.ά.).
Ποιες συνθήκες είχαν διαμορφωθεί διεθνώς και στο εσωτερικό της χώρας, αμέσως μετά το δίκαιο και ηρωικό αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), μέσα στις οποίες το ΚΚΕ ήταν υποχρεωμένο να δράσει, στην Ελλάδα και στην πολιτική προσφυγιά; Ποια ζητήματα, που η ταξική πάλη είχε φέρει στην επιφάνεια, κρίνονταν εκείνα τα χρόνια για το Κόμμα και για το λαϊκό κίνημα; Ποια ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα απασχολούσαν το ΚΚΕ, έχοντας οδηγήσει σε εσωκομματική διαπάλη για τις αιτίες της ήττας ενός μεγαλειώδους λαϊκού κινήματος των χρόνων 1941 - 1949, αλλά και για την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει το ΚΚΕ μετά το 1949, πρώτα απ' όλα για τη στρατηγική του;
Αν παραγνωριστούν έστω και κάποιες από τις παραπάνω παραμέτρους, είναι αδύνατο να εξηγηθούν αντικειμενικά όλες οι πλευρές που αποτελούν συστατικά των υποθέσεων Μπελογιάννη και Πλουμπίδη. Πάντα με την επιφύλαξη ότι είναι δυνατό νεότερα και άγνωστα στοιχεία να συμπληρώσουν στο μέλλον μία ή περισσότερες πλευρές αυτών των δραματικών γεγονότων, μπορούμε να επικεντρώσουμε στα καίρια ζητήματα που αναδείχθηκαν εκείνα τα χρόνια.
Η αναζήτηση των αιτιών που ο αγώνας του ΔΣΕ δεν είχε νικηφόρα έκβαση απασχόλησε την ΚΕ του ΚΚΕ ήδη από τον Οκτώβρη του 1949 (6η Ολομέλεια στο Μπουρέλι της Αλβανίας). Στο μεταξύ, είχαν ήδη εκφραστεί διαφορετικές έως και αντίθετες προσεγγίσεις πριν και μετά την 6η Ολομέλεια που ο Μάρκος Βαφειάδης με γράμμα στην Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ είχε καταγγείλει τον Νίκο Ζαχαριάδη ως πράκτορα της Ιντέλιτζενς Σέρβις και ως τον υπεύθυνο της ήττας του ΔΣΕ.
Η κριτική εξέταση της πορείας του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος ήταν αναγκαίο και φυσικό να μην περιοριστεί στα χρόνια 1946 - 1949, αλλά να αγκαλιάσει ολόκληρη τη δεκαετία του 1940, γεγονός που εκφράστηκε με τη διεξαγωγή της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (Οκτώβρης 1950). Το κύριο συμπέρασμα της 3ηςΣυνδιάσκεψης ήταν:
«Στην πρώτη κατοχή είχαμε λαθεμένη πολιτική γραμμή και όχι σωστή οργανωτική δουλειά. Γι' αυτό πέσαμε έξω, χάσαμε την επανάσταση. Στη δεύτερη κατοχή η γραμμή μας ήταν βασικά σωστή» (ΙΙΙ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΚΚΕ, σελ. 17-18, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ).
Ως αιτίες της ήττας η Συνδιάσκεψη θεώρησε τη μη λύση του προβλήματος των εφεδρειών του ΔΣΕ και το ζήτημα του ανεφοδιασμού των τμημάτων του ΔΣΕ του ΚΓΑΝΕ (Αρχηγείο Νότιας Ελλάδας). Και συνέχιζε:
«Ωστε δε μπορέσαμε εξαιτίας αυτής της καθυστέρησής μας σ' αυτά τα δυο ζητήματα ν' αντεπεξέλθουμε αποτελεσματικά τόσο στον όγκο της αγγλοαμερικάνικης βοήθειας, που δίνονταν στο μοναρχοφασισμό, όσο και στην ανοιχτή προδοσία του Τίτο» (ό.π. σελ. 18).
Κύριοι φορείς των διαφωνιών που είχαν προκύψει ήταν ο Μάρκος Βαφειάδης και ο Κώστας Καραγιώργης, που διαγράφτηκαν από το Κόμμα πριν από την 3ηΣυνδιάσκεψη, καθώς και ο Μήτσος Παρτσαλίδης. Επί της ουσίας, οι διαφωνίες επικεντρώνονταν στο ότι δεν έπρεπε το Κόμμα να ακολουθήσει το δρόμο της ένοπλης πάλης, αλλά το δρόμο της δημοκρατικής εξέλιξης (!), με τη συμμετοχή στις εκλογές του 1946. Τέθηκε επίσης έντονα σε αμφισβήτηση ότι το ΚΚΕ λειτουργούσε δημοκρατικά.
Διαπάλη διεξαγόταν και στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι λόγω των συνθηκών δεν εκφραζόταν με την ίδια ένταση.
Πρέπει να παρθεί υπόψη ότι ο προβληματισμός και η αντιπαράθεση διεξάγονταν σε συνθήκες υπονόμευσης και περικύκλωσης από τον ιμπεριαλισμό της Σοβιετικής Ενωσης και των νεοσύστατων Λαϊκών Δημοκρατιών, ανοιχτών απειλών εναντίον τους, πολεμικής προετοιμασίας, δημιουργίας του ΝΑΤΟ, πολέμου στην Κορεατική χερσόνησο και έντασης των εξοπλισμών. Στην ιμπεριαλιστική επίθεση στην Κορέα συμμετείχε και ελληνικό στράτευμα, η Ελλάδα γινόταν μέλος του ΝΑΤΟ και λίγο αργότερα (1953) υπογραφόταν η ελληνοαμερικανική συμφωνία για την εγκατάσταση βάσεων στην Ελλάδα. Είχε προηγηθεί η ρήξη της Γιουγκοσλαβίας με τη Σοβιετική Ενωση, η έξοδος της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφοριών) και η συμμαχία της με το ΝΑΤΟ, μέσω της διαμόρφωσης του τριγώνου Ελλάδας - Γιουγκοσλαβίας - Τουρκίας.
Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της Ελλάδας συνεχιζόταν ο ανηλεής διωγμός των κομμουνιστών και άλλων ΕΑΜιτών. Από τους βασικούς στόχους των κρατικών διωκτικών αρχών ήταν η εξάρθρωση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ. Αξιοσημείωτο είναι ότι την ίδια στιγμήεπιδιωκόταν από εγχώριες αστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις, ακόμα και από τη γιουγκοσλαβική πρεσβεία, η δημιουργία ενός «εθνικού ΚΚΕ»!
Σε αυτές τις συνθήκες μεγιστοποιήθηκε η σημασία της νόμιμης δράσης και επιπλέον αντιπαρατέθηκε αυτή στην παράνομη. Μαζί τους μπλέχτηκε και το ζήτημα της πολιτικής των συμμαχιών του ΚΚΕ.
Μόνο με βάση το συνυπολογισμό όλων των προηγουμένων μπορεί να εξηγηθεί γιατί η εσωκομματική σύγκρουση, από το πλαίσιο της οποίας δεν έλειψε και ο φραξιονισμός, πήρε οξύτατη μορφή, ενώ εκφράστηκε και με εκατέρωθεν ακραίες ενέργειες, καθώς και με άδικους χαρακτηρισμούς, όπως αποδείχθηκε σε μια σειρά περιπτώσεις.
Γι' αυτό και δεν είναι αντικειμενικό να αποδίδονται σε προσωπικά κίνητρα του Ζαχαριάδη, οι χειρισμοί από αυτόν διαφόρων καταστάσεων, όπως, για παράδειγμα, ο χειρισμός του στο γράμμα που έστειλε στον Τύπο ο Νίκος Πλουμπίδης, με το οποίο υποσχόταν να παρουσιαστεί στην Ασφάλεια, αν ακυρωνόταν η θανατική ποινή του Μπελογιάννη.
Θυμίζουμε ότι τότε ο Νίκος Ζαχαριάδης είχε χαρακτηρίσει την επιστολή του Πλουμπίδη ως κατασκεύασμα της Ασφάλειας και είχε δηλώσει ότι ο Πλουμπίδης βρισκόταν άρρωστος στο εξωτερικό.
Η παραπάνω ενέργεια του Νίκου Πλουμπίδη ήταν λαθεμένη και βρισκόταν έξω από το πλαίσιο της κομματικής λειτουργίας. Ο ίδιος ο Πλουμπίδης παραδέχθηκε στη συνέχεια ότι κακώς δε συνεννοήθηκε με την ηγεσία του Κόμματος γι' αυτήν την ενέργειά του, παρότι επέμενε ότι έπραξε το χρέος του προκειμένου να σωθεί ο Μπελογιάννης. Επίσης ο Μπελογιάννης είχε θεωρήσει σωστή τη διάψευση της επιστολής Πλουμπίδη από το ραδιοφωνικό σταθμό του Κόμματος, ενώ είναι δεδομένο ότι απέκλειε να πάρει άλλος κομμουνιστής τη θέση του στο εκτελεστικό απόσπασμα, για να γλιτώσει ο ίδιος. Εξάλλου, το αστικό κράτος θα εκτελούσε και τους δύο. Οπως και έκανε.
Ενα από τα ζητήματα είναι γιατί οι βουλευτές της ΕΔΑ δεν πήγαν στο δικαστήριο ως μάρτυρες υπεράσπισης, αλλά και γιατί δεν βρίσκονταν έξω από τις φυλακές της Καλλιθέας τη νύχτα που πήραν τους 4 για το Γουδή. Σε αυτό η Ελλη Παππά έχει απόλυτο δίκιο.
Αλλά ένα επίσης σοβαρό ζήτημα είναι η μη τοποθέτηση του Μπελογιάννη ως υποψήφιου βουλευτή στους συνδυασμούς της ΕΔΑ, αφού η σίγουρη εκλογή του, πράγματι, θα έδινε τη δυνατότητα να διεξαχθεί από καλύτερες θέσεις η πάλη για τη σωτηρία του. Αυτό η Ελλη Παππά δεν γνωρίζουμε αν το έχει κάπου σημειώσει. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ουδέποτε το έθεσε δημοσίως.
Αντιφάσεις και ανακρίβειες
Μετά το θάνατο της Ελλης Παππά είδαν το φως της δημοσιότητας τοποθετήσεις της για μια σειρά ζητήματα. Πολλές από αυτές τις τοποθετήσεις είναι ανακριβείς, αλλά και αντιφατικές, αν συγκριθούν με αντίστοιχες που έκανε για τα ίδια ζητήματα πριν από πολλά χρόνια.
1. Ο Λ. Μαυροειδής ρώτησε την Ελλη Παππά, ποια ήταν η άποψή της για τη στάση του Ζαχαριάδη απέναντι στον Μπελογιάννη. Και η Ελλη Παππά απάντησε:
«Ο Ζαχαριάδης είχε ανάγκη να δημιουργήσει τον μύθο ενός μάρτυρα και τον μύθο ενός προδότη. Τον Μπελογιάννη τον χρησιμοποίησε στη θέση του μάρτυρα. Και τον Πλουμπίδη στη θέση του προδότη» (Η ΑΥΓΗ, 1/11/2009).
Εδώ πια υπάρχει εμπάθεια και πλήρης διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Καταρχήν είναι απορίας άξιον το εξής: Οσοι υποστηρίζουν ότι ο Ζαχαριάδης έπρεπε να συμφωνήσει με την επιστολή του Πλουμπίδη, άρα και με την παράδοσή του, πώς και γιατί θεωρούν ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας το να εκτελεστεί ο Πλουμπίδης αντί του Μπελογιάννη; Πέρα από την άποψη που είχε ο Ζαχαριάδης για τον Πλουμπίδη, πώς και γιατί θεωρούν ότι είναι δυνατό να βάζει το Κόμμα στο ζύγι ποιο στέλεχός του θα εκτελεστεί και ποιο όχι;
Ο Μπελογιάννης ήταν ένα από τα στελέχη στα οποία ο Ζαχαριάδης είχε επενδύσει μεγάλες ελπίδες και τα ανέδειξε στο καθοδηγητικό όργανο του ΚΚΕ. Ο Μπελογιάννης προσλήφθηκε στην Κεντρική Επιτροπή ως αναπληρωματικό μέλος της (7η Ολομέλεια του 1950) και ορίστηκε επικεφαλής του παράνομου κομματικού μηχανισμού, γεγονός που έδειχνε το μέγεθος της εμπιστοσύνης που του είχε ο Ζαχαριάδης. Στη συνέχεια έγινε τακτικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ ήδη βρισκόταν παράνομος στην Ελλάδα.
Και το ερώτημα είναι: Αποτελεί κατηγορία κατά του Ζαχαριάδη το γεγονός ότι επέλεξε ένα από τα καλύτερα στελέχη που διέθετε το ΚΚΕ ως επικεφαλής του παράνομου μηχανισμού ή αποτελούσε χρέος του ένα τέτοιο στέλεχος να επιλέξει, που βεβαίως υπήρχε και ο κίνδυνος να χάσει τη ζωή του; Για κάθε κομμουνιστή, για κάθε αγωνιστή, η απάντηση είναι αυτονόητη.
Τα χρόνια εκείνα και αργότερα ήρθαν παράνομα στην Ελλάδα δεκάδες στελέχη του ΚΚΕ, μέλη του ΠΓ και της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ άλλα στελέχη των ίδιων οργάνων βρίσκονταν συνέχεια στην Ελλάδα και καθοδηγούσαν τον παράνομο μηχανισμό. Ενας αριθμός πιάστηκαν και εκτελέστηκαν (Στέργιος Αναστασιάδης, Αρίστος Βασιλειάδης, Βασίλης Μαρκεζίνης, Κώστας Φαρμάκης κ.ά.). Αλλοι δεν πιάστηκαν (Γιώργης Γούσιας, Κώστας Κολιγιάννης κ.ά.).
2. Είναι ανακριβή εκείνα που έχει υποστηρίξει η Ελλη Παππά, ότι «Ο Μπελογιάννης δεν πίστευε σε αυτές τις παράνομες οργανώσεις. Ηταν εναντίον. Καθαρά εναντίον» (αναδημοσίευση στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 1/11/2009) και ότι «Ο Νίκος ξανοιγόταν σε παλιούς πολιτικούς που μπορούσαν να έρθουν κοντά, να κάνουν ένα πλατύ κίνημα. Οπως έγινε μετά με την ΕΔΑ. Αυτό ήταν το όνειρό του. Αυτό ήταν το σχήμα που ήθελε»(αναδημοσίευση στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 1/11/2009).
Είναι ανακριβή, γιατί στην πραγματικότητα συνέβαιναν τα ακριβώς αντίθετα, όπως είναι ιστορικά δεδομένο και όπως η ίδια η Ελλη Παππά έχει αναγνωρίσει πριν από πολλά χρόνια.Τότε ο Μπελογιάννης αναφερόταν σε οργανώσεις που θεωρούσε διαβρωμένες από τον εχθρό και υπογράμμιζε την ανάγκη της αποκεντρωμένης παράνομης οργάνωσης. Η άποψη του Μπελογιάννη για τις παράνομες κομματικές οργανώσεις περιέχονταν στη γενική αντίληψη του ΚΚΕ και του ίδιου για το σωστό συνδυασμό της παράνομης με τη νόμιμη δράση και όχι στην εγκατάλειψη της πρώτης, δήθεν για να διεξαχθεί με επιτυχία η δεύτερη. Ο Μπελογιάννης υλοποιούσε την πολιτική συμμαχιών του ΚΚΕ και έτσι ερχόταν σε επαφή με πολιτικά πρόσωπα άλλων κομμάτων και χώρων, πέρα από το γεγονός ότι είχε εκφραστεί με όχι και τόσο κολακευτικά λόγια για την ΕΔΑ...
3. Στα χρόνια της βαθιάς παρανομίας, μαζί με τον ηρωισμό χιλιάδων κομμουνιστών και κομμουνιστριών, συνυπήρχε και η στάση υποχώρησης άλλων, κάτω από την ισχυρή πίεση του ταξικού εχθρού. Σε αυτές τις συνθήκες διογκώθηκε η κατά τα άλλα βάσιμη άποψη ότι στις γραμμές του Κόμματος υπήρχαν και άτομα που μετατράπηκαν σε όργανα της Ασφάλειας για να μην εκτελεστούν, με αποτέλεσμα η καχυποψία να βρίσκεται για αρκετούς στην ημερήσια διάταξη. Μια απλή ανάγνωση επιστολών του Νίκου Πλουμπίδη, τηλεγραφημάτων του Νίκου Βαβούδη και άλλων, επιβεβαιώνει την άσχημη συγκεκριμένη πραγματικότητα που διαμόρφωσαν εκείνες οι συνθήκες.
Από το «μικρόβιο» της καχυποψίας δεν είχε μείνει απρόσβλητη και η Ελλη Παππά. Επομένως, ενώ είναι δίκαιο το ότι επέκρινε τον Ζαχαριάδη για την πράγματι αβάσιμη άποψη που διαμόρφωσε για τον Πλουμπίδη, δεν παίρνει καν υπόψη ότι αυτή σε έναν βαθμό οφειλόταν στο γεγονός ότι αρκετοί κομμουνιστές - από τη νομιμότητα ή την παρανομία - είχαν την ίδια λαθεμένη άποψη για τον Πλουμπίδη, μάλιστα ορισμένοι από αυτούς έστειλαν και σχετικές εκθέσεις στο Πολιτικό Γραφείο και προσωπικά στον Ζαχαριάδη, στις οποίες κατήγγειλαν τον Πλουμπίδη, τον Βαβούδη και άλλους ως πράκτορες του εχθρού. Η ίδια η Ελλη Παππά έχει αφήσει σαφείς υπαινιγμούς σχετικά με την κομματική ακεραιότητα του Ζαχαριάδη! Τα πράγματα, λοιπόν, δεν μπορεί να κρίνονται με δυο μέτρα και δύο σταθμά. Και ο Ζαχαριάδης καταγγέλθηκε ως πράκτορας, όμως δεν συνάντησε την ίδια ευαισθησία στην αβάσιμη εναντίον του κατηγορία.
4. Η Ελλη Παππά έχει υποστηρίξει ότι είναι λίγο - πολύ κακόβουλο να λέγεται ότι ο Μπελογιάννης δεν τήρησε σε ορισμένες περιπτώσεις τα αναγκαία συνωμοτικά μέτρα. Ο ισχυρισμός της δεν είναι σωστός. Και δεν αποτελεί ασέβεια στην προσωπικότητά του, ούτε μειώνει στο ελάχιστο τον ηρωισμό του το να το επισημαίνεις. Αυτή ήταν η πραγματικότητα, δίχως να ευθύνεται πάντα εκείνος για την παραβίαση των συνωμοτικών κανόνων. Ευθύνονταν και σύντροφοι που ζούσαν στην προσφυγιά και που αγωνιούσαν να μάθουν από τους παράνομους νέα για τους δικούς τους που ζούσαν στην Ελλάδα. Εχει και τέτοια ο αγώνας.
5. Στη συνέντευξη που η Ελλη Παππά έδωσε στον Λ. Μαυροειδή παλιότερα και που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό της, είπε μεταξύ άλλων:
«Αλλη περίεργη ιστορία με τον Αναστασιάδη. Ηταν μέλος του ΠΓ, έτσι; Είχε συλληφθεί, τον είχαν στην Ασφάλεια, κι από εκεί και πέρα χάθηκε. Τότε είχαμε μάθει πως τον είχαν σκοτώσει στην Ασφάλεια. Ομως, ποτέ κανείς δεν μίλησε για τον Αναστασιάδη. Ενα μέλος του ΠΓ να χάνεται στα μπουντρούμια της Ασφάλειας και το Κόμμα να μην αναφέρει ποτέ ούτε το όνομά του, είναι τουλάχιστον ανεξήγητο. Τότε είχε ακουστεί πως είχε διαφωνήσει με τον Ζαχαριάδη για τον ένοπλο αγώνα...» (Η ΑΥΓΗ, 3/11/2009).
Κανείς ποτέ δεν μίλησε; Ετσι ήταν; Και όμως δεν ήταν! Αλλά Η ΑΥΓΗ δεν μπήκε καν στον κόπο να διασταυρώσει τη «μαρτυρία». Της αρκούσε ότι αυτή στρεφόταν κατά του Ζαχαριάδη... Ωστόσο, να πώς άνοιξε τις εργασίες της 3ης Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (1950) ο Απόστολος Γκρόζος:
«Από την ΙΙΙ Συνδιάσκεψή μας λείπουν τα μέλη της ΚΕ και ΚΕΕ του Κόμματός μας που έπεσαν από τα δολοφονικά βόλια (...) οι σύντροφοι Στέργιος Αναστασιάδης ...» (ΙΙΙ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΚΚΕ, σελ. 11, Εκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ).
Τελικά το θέμα έγκειται στο ποια είναι η αφετηριακή ταξική σκοπιά μελέτης και ανάλυσης των γεγονότων. Και είναι τόσο πλούσιο το υλικό, που σίγουρα θα άξιζε να δοθεί συνέχεια για εκείνα τα χρόνια.

Του
Μάκη ΜΑΪΛΗ

TOP READ