29 Ιουλ 2012

Τα όρια του καπιταλισμού και η αντικατάστασή του


Τα όρια του καπιταλισμού και η αντικατάστασή του
Στο προηγούμενο άρθρο επικεντρώσαμε στο ζήτημα των αιτιών των λαϊκών προβλημάτων απαντώντας ταυτόχρονα στις αστικές και σε διάφορες οπορτουνιστικές αντιλήψεις, πυρήνας των οποίων είναι η λογική που θεωρεί ότι η αιτία των προβλημάτων αυτών πρέπει να αναζητείται στην πολιτική διαχείρισης και όχι στις εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής, δηλαδή στην καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αυτές οι σχέσεις είναι η αιτία των λαϊκών προβλημάτων και η αναζήτηση λύσεων σ' αυτά, δηλαδή πολιτικής διεξόδου σε όφελος του λαού, έξω από τη σύνδεσή της με την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν υπάρχει.
Στο «Κεφάλαιο», ο Μαρξ απέδειξε ότι αντικειμενικά ο καπιταλισμός θα αντικατασταθεί από τον ανώτερο, κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. Οτι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα. Και απέδειξε ότι αντικειμενικά και μέσω της δράσης των ίδιων των νόμων κίνησης του καπιταλισμού φτάνει στο τέλος του. Το εξηγεί μιλώντας για την ιστορική τάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης («Κεφάλαιο», τ. 1ος), αλλά και με τη μελέτη της μετοχικής εταιρίας(«Κεφάλαιο», τ. 3ος), αποδεικνύοντας ότι η κεφαλαιοκρατική παραγωγή, φτάνοντας στο ανώτατο όριό της, κάνει περιττούς τους καπιταλιστές αφού μετατρέπονται σε απλούς ιδιοκτήτες κεφαλαίου, μη έχοντας καμιά σχέση με την οργάνωση της παραγωγής.
Ετσι απάντησε, αναλύοντας το ζήτημα και της ιστορικής κίνησης της κοινωνίας, και στο ποια καθήκοντα μπορεί να θέτει, και πότε μπορεί να τα θέτει το εργατικό κίνημα και το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέτοντας ζήτημα αντικατάστασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής από τον ανώτερό του, τον κομμουνιστικό. Αλλά οι αντικειμενικοί νόμοι κίνησης της κοινωνίας δρουν διά μέσου της δράσης των ανθρώπων. Αυτό σημαίνει ότι αφού η κοινωνία φτάνει στο σημείο να ζητά την αντικατάστασή της, αφού από υλική άποψη έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για το πέρασμα στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα (κομμουνισμός), από μια κατώτερη (καπιταλισμός), καθήκον του εργατικού κινήματος και του Κομμουνιστικού Κόμματος είναι να δρα για να εκπληρώσει αυτό το σκοπό. Και αυτός ο σκοπός εκπληρώνεται με το επαναστατικό άλμα για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, επαναστατικό άλμα ως αποτέλεσμα της συνύπαρξης της ωριμότητας των υλικών όρων, των αντικειμενικών συνθηκών (πανεθνική κρίση, επαναστατική κατάσταση) και της δράσης του υποκειμενικού παράγοντα (η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης σε συμμαχία με τ' άλλα καταπιεζόμενα λαϊκά στρώματα, που δεν ανέχονται άλλο να τους εξουσιάζουν όπως πριν και δρουν ανατρεπτικά ενάντια στην παλιά εξουσία, όντας στο μέγιστο βαθμό κινητοποίησής τους και αποφασισμένα να αλλάξουν την υπάρχουσα πραγματικότητα - πανεθνική κρίση, επαναστατική κατάσταση).
Το γεγονός ότι τα όρια του καπιταλισμού δεν είναι απεριόριστα διαπιστώνεται από την όξυνση της βασικής του αντίθεσης ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και στην καπιταλιστική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της.
Οι καπιταλιστές αυξάνουν την παραγωγικότητα, αυξάνοντας τη μάζα των κερδών τους, αλλά αυτή η τάση οδηγεί στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, που σημαίνει ότι αντικειμενικά δυσκολεύεται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Εδώ βρίσκεται και η στενότητα των ορίων του, το αναπόφευκτο της ανατροπής του. Επίσης, οι καπιταλιστές παράγοντας για το κέρδος, είναι υποχρεωμένοι να αυξάνουν την παραγωγικότητα, αλλά δεν μπορούν να ξεφύγουν από την αναρχία στην παραγωγή, αφού δεν παράγουν για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας, των ανθρώπων. Ενώ, λοιπόν, η παραγωγή είναι κοινωνική, η ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της είναι ατομική-καπιταλιστική. Ετσι παράγουν αλλά δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν την παραγωγή, να πουλήσουν τα εμπορεύματα, επέρχεται κρίση. Επομένως, καμία παραλλαγή διαχείρισης δεν είναι δυνατόν να αναστείλει την εκδήλωση του κύκλου των οικονομικών κρίσεων. Το ξεπέρασμα της κρίσης δεν είναι οριστικό, αλλά προσωρινό, καθώς αυτή είναι σύμφυτη με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα.
Ταυτόχρονα, η ίδια η ανάπτυξη του καπιταλισμού συμβαδίζει με τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση των μαζών.
«Η εξαθλίωση δεν πρέπει να γίνεται αντιληπτή μόνο με τον απόλυτο τρόπο της απώλειας αυτού που έχει εξασφαλίσει η εργατική τάξη ή μόνο σαν πείνα, "λουμπενοποίηση" ή συνέπειες πολέμου. Μια τέτοια αντίληψη μπορεί να οδηγεί σε αστήριχτη και διαψευδόμενη από τη ζωή καταστροφολογία ή, αντίστροφα, σε υπερτίμηση των δυνατοτήτων του καπιταλισμού. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε και τη σχετική πλευρά, π.χ., σαν τάση μείωσης του μεριδίου της εργατικής τάξης στο συνολικό κοινωνικό προϊόν αλλά και σαν αμορφωσιά, ανορθολογισμό και μυστικισμό σε σχέση με την ανάπτυξη της επιστήμης, χαμηλό καλλιτεχνικό γούστο σε σχέση με τα αριστουργήματα της τέχνης, αυξανόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον, ανεργία έστω και αν το επίδομα γι' αυτήν είναι ικανοποιητικό κλπ.»1.
Ολ' αυτά σημαίνουν ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις σύγχρονες ανάγκες της εργατικής τάξης, αλλά δεν ικανοποιούνται, όσο και αν συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους η εργατική τάξη είναι σε καλύτερη κατάσταση.
«Επομένως, αναφερόμενοι στις παραγωγικές δυνάμεις και στην ανάπτυξή τους, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η κυριότερη παραγωγική δύναμη είναι ο άνθρωπος και πως η τάση για εξαθλίωση του άμεσου παραγωγού είναι o απόλυτος, γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης που, όπως όλοι οι άλλοι νόμοι έτσι και αυτός, τροποποιείται μέσα στην πραγματική ζωή χωρίς να παύει να ισχύει ως τάση»2.
Υπάρχουν διάφορες δυνάμεις που μπροστά σ' αυτή την πραγματικότητα αντιτάσσουν ως μέσο αντιμετώπισής της την ταξική πάλη. Αλλά δεν αρκεί.
«Η ταξική πάλη μπορεί να οδηγήσει σε σχετική βελτίωση της θέσης των εργαζομένων, να μετριάσει τις απώλειες και την οξύτητα των προβλημάτων για μια ορισμένη περίοδο. Δεν μπορούν όμως να καταργηθούν οι εγγενείς τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την κατάργηση του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Διαφορετικά, αυτό που πάντα συμβαίνει είναι τα κέρδη που αποσπούν με αγώνες οι εργαζόμενοι σε έναν τομέα να συνοδεύονται από απώλειες και ζημίες σε άλλους τομείς» (Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ στο 17ο Συνέδριο).
«Η ταξική πάλη μπορεί να μετριάζει τις απώλειες αλλά δεν μπορεί να αναστρέψει τις τάσεις. Μπορεί μόνο να τις καταργήσει, καταργώντας το σύστημα. Επομένως και η πάλη μέσα στο σύστημα, σε όποια φάση του, δεν μπορεί να επιβάλλει στην αστική πολιτική, η οποία υπηρετεί τη διευρυμένη αναπαραγωγή του στα πλαίσια των συγκεκριμένων νόμων που τη διέπουν, επιλογές στρατηγικού χαρακτήρα. Το κυνήγι του κέρδους είναι απόλυτος νόμος. Συσσώρευση κεφαλαίου γίνεται και με μειωμένο κέρδος. Οταν το κεφάλαιο δυσκολεύεται, ξαναρίχνει την τιμή της εργατικής δύναμης. Η άνοδος της τιμής της εργατικής δύναμης κρατιέται σε εκείνο το σημείο που επιτρέπει να μένει άθικτη η βάση του συστήματος, η ικανότητα πραγματοποίησης της καπιταλιστικής αναπαραγωγής»3.
Η βολουνταριστική αντίληψη σε σχέση με τις απεριόριστες δυνατότητες του αγώνα της εργατικής τάξης στα πλαίσια του συστήματος δεν είναι παρά μια «ριζοσπαστική» μορφή του ρεφορμισμού. Στο βαθμό που δεν αντιμετωπίζεται ιδεολογικά είναι επικίνδυνη, γιατί ουσιαστικά αποδυναμώνει την πάλη για την ανατροπή του, εμποδίζει τη συσπείρωση σε αντιμονοπωλιακή αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.
Γι' αυτό έχει μεγάλη σημασία να αφομοιωθεί ότι η κίνηση του καπιταλισμού υπακούει σε αντικειμενικούς νόμους, που καμία πολιτική βούληση δεν μπορεί να καταργήσει. Για παράδειγμα, σχετικά με τη συσσώρευση ο Κ. Μαρξ αναφέρεται σε νόμο, που θέτει κατώτατο όριο εκμετάλλευσης και ανώτατο μισθού. Εξάλλου, οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις είναι το πιο αδιάψευστο τεκμήριο ότι η αστική πολιτική είναι υποχρεωμένη να δρα σύμφωνα με τους νόμους της καπιταλιστικής συσσώρευσης, όποιο προσωπείο κι αν φορά. Αυτό που μπορεί να κάνει ο αγώνας είναι να ωθήσει προς το ανώτατο όριο μισθού.
«Μια ριζοσπαστική φιλολαϊκή κυβέρνηση στο καπιταλιστικό έδαφος αν πάρει μέτρα που ξεπερνούν το όριο αυτό, θα αντιμετωπίσει μια τέτοια πολιτικοοικονομική και κοινωνική κατάσταση που θα υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: Αναδίπλωση ή κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας (που προϋποθέτει επαναστατική εξουσία). Σε αυτήν την κατεύθυνση αντιμετωπίζει το ζήτημα το Πρόγραμμα του Κόμματος στο 15ο Συνέδριο και στις επεξεργασίες του 16ου»4.
Παραπομπές
1, 2, 3, 4, Από τη διάλεξη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ», ΚΟΜΕΠ, τεύχος 2/2002 σελ. 111-114).

ΓΑΛΛΙΑ Μακρύς και αποκαλυπτικός ο κατάλογος των ιδιωτικοποιήσεων


ΓΑΛΛΙΑ
Μακρύς και αποκαλυπτικός ο κατάλογος των ιδιωτικοποιήσεων
Από διαδήλωση - καταγγελία για τις αυτοκτονίες εργαζομένων της «Φρανστέλεκομ» λόγω της επιδείνωσης των εργασιακών σχέσεων μετά την ιδιωτικοποίηση
Οι ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων και υπηρεσιών του Δημοσίου είναι μια διαδικασία πολύ γνωστή στη Γαλλία, η οποία έχει ξεκινήσει, ήδη, από τη δεκαετία του '80. Στο πλαίσιό της έχουν περάσει στα χέρια ιδιωτών, μεγάλων πολυεθνικών και μονοπωλίων, δεκάδες επιχειρήσεις, οι οποίες παλαιότερα είχαν εθνικοποιηθεί και πολλάκις στηριχθεί από το κράτος, δηλαδή από τα χρήματα των Γάλλων φορολογουμένων, έναντι αρκετών δισεκατομμυρίων φράγκων, αρχικώς, και ευρώ στη συνέχεια. Μια προσεκτική ματιά, αποδεικνύει ότι το κέρδος για τους ιδιώτες σε όλες τις περιπτώσεις ήταν και είναι πολλαπλάσιο, ενώ αντίθετα οι Γάλλοι εργαζόμενοι κλήθηκαν είτε να πληρώσουν ακριβότερα τις παρεχόμενες υπηρεσίες είτε και να αρκεστούν σε χαμηλότερης ποιότητας υπηρεσίες. Ενώ όσοι εργάζονταν στις εταιρείες που πουλήθηκαν υπέστησαν δραματική χειροτέρευση των όρων εργασίας τους - με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αυτό των αυτοκτονιών στη «France Telecom» - ή έχασαν τη δουλειά τους.
Από όποια πλευρά και αν δει κανείς τις ιδιωτικοποιήσεις αυτές, είναι προφανές ότι αποδείχτηκαν θετικές μόνο για την ενίσχυση των κερδών και της «ανταγωνιστικότητας» του γαλλικού κεφαλαίου αλλά δεν απέφεραν τίποτε στο γαλλικό λαό, αντίθετα τον ζημίωσαν σημαντικά. Εννοείται ότι ακόμη και αν δημιουργήθηκαν ελάχιστες θέσεις εργασίας, οι οποίες είναι τόσο λίγες που δεν καταγράφονται σχεδόν σε καμία σχετική έρευνα, σε αρκετές περιπτώσεις χάθηκαν χιλιάδες άλλες. Iδιωτικοποιήθηκαν δε και εξαιρετικά επικερδείς εταιρείες, όπως η «Air France» ή η «Renault».
Μεταλλεργάτες της ιδιωτικοποιημένης «Αρσελορ Μιτάλ» διαδήλωναν φέτος τον Απρίλη στο Παρίσι
Στη Γαλλία, οι ιδιωτικοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν ανά κύματα. Με τον όρο αυτό, στο συγκεκριμένο άρθρο, αναφέρονται τόσο οι επιχειρήσεις που πουλήθηκαν 100% όσο και εκείνες στις οποίες το γαλλικό κράτος διατηρεί μικρό ή ακόμη και μεγάλο ποσοστό μετοχών, χωρίς αυτό, όμως, ν' αλλάζει την ουσία, δηλαδή ότι πλέον οι εν λόγω επιχειρήσεις λειτουργούν με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια. Εχει ενδιαφέρον ότι στα αλλεπάλληλα κύματα ιδιωτικοποιήσεων κομβική θέση έχουν ο τραπεζικός τομέας, ο τομέας της αεροδιαστημικής, της υψηλής τεχνολογίας, ο τομέας της μεταλλουργίας, οι οδικές αρτηρίες, οι τηλεπικοινωνίες και, βέβαια, η ενέργεια. Προς το παρόν, δεν έχουν ιδιωτικοποιηθεί οι σιδηρόδρομοι, μέσα μαζικής μεταφοράς (κάθε είδους) και τίποτε που να σχετίζεται με την εκπαίδευση ή την υγεία.
Τράπεζες, κυρίως, ο στόχος του «πρωτοπόρου» Σιράκ επί προεδρίας Μιτεράν
Συγκεκριμένα, το πρώτο κύμα ιδιωτικοποιήσεων πραγματοποίησε η κυβέρνηση του Ζακ Σιράκ, στην οποία συμμετείχε το γκολικό κόμμα «Συγκέντρωση για τη Δημοκρατία» (RPR) και οι Φιλελεύθεροι (UDF), καθώς επίσης και τα μικρότερα κόμματα «Κέντρο των Σοσιαλδημοκρατών» (CDS) και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (PR) που δεν υπάρχει πια. Η κυβέρνηση, μεταξύ 1986 - 1988, όταν στην προεδρία της χώρας βρισκόταν ο σοσιαλιστής Φρανσουά Μιτεράν, προχώρησε σε τουλάχιστον 10 ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες, κατά την κυβέρνηση, απέφεραν 100 δισεκατομμύρια φράγκα, κάτι που ορισμένες άλλες πηγές αμφισβητούν, μιλώντας μόνο για 72 δισεκατομμύρια φράγκα.
Οι ιδιωτικοποιήσεις αφορούσαν τη βιομηχανία κατασκευής καθρεφτών και υλικών υψηλής αντοχής «Saint Goben», η οποία είχε εθνικοποιηθεί το 1971, το τηλεοπτικό δίκτυο TF1, όπου το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών με 42,3% αγόρασε ο όμιλος «Bouygues» (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, κατασκευαστικά έργα κλπ), την τράπεζα Credit Commercial de France, η οποία πουλήθηκε 100% και από το 2000 και μετά αποτελεί θυγατρική τηςHSBC, τη «Γενική Εταιρεία Ηλεκτρισμού», που ασχολούνταν με την κατασκευή εξοπλισμού για τηλεπικοινωνίες, και η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε, σταδιακά, στη γνωστή «Alcatel», η οποία δέκα χρόνια μετά την ιδιωτικοποίηση προχώρησε σε 900 απολύσεις. Πουλήθηκαν εξολοκλήρου ακόμη η «Τράπεζα Κτιρίων και Δημοσίων Εργων», η εταιρεία «Αμοιβαίων Κεφαλαίων Γαλλίας», η διαφημιστική εταιρεία, κυρίως στο χώρο του αθλητισμού, «Havas», η εταιρεία αεροναυπηγικής, κατασκευής αγωνιστικών αυτοκινήτων, μεταφορών και τηλεπικοινωνιών «Matra» και η εταιρεία ενέργειας «Suez», η οποία το 2008 συγχωνεύτηκε με την «Gaz de France».
Οι πιο βαρύγδουπες ιδιωτικοποιήσεις (και μάλιστα στο 100%), ήταν της τράπεζας Societe Generale, μίας από τις τρεις μεγαλύτερες και αρχαιότερες τράπεζες της χώρας - έτος ίδρυσης 1864, και της Paribas, της δεύτερης από τις τρεις μεγαλύτερες και αρχαιότερες τράπεζες της χώρας - έτος ίδρυσης 1872. Η δεύτερη, πριν μετεξελιχθεί στη γνωστή BNP Paribas το 2000, είχε εμπλακεί σε μεγάλο σκάνδαλο μυστικών πωλήσεων όπλων στην Αγκόλα τη δεκαετία του '90.
Ιδιωτικοποιήσεις παρά τις δεσμεύσεις επανεθνικοποιήσεων από το σοσιαλιστή Ροκάρ
Παρά τις προεκλογικές δεσμεύσεις περί «ανάκλησης» των ιδιωτικοποιήσεων, η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Μισέλ Ροκάρ, πάντα υπό την προεδρία του επίσης σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν, αρκέστηκε να προχωρήσει σε δύο ακόμη ιδιωτικοποιήσεις μεταξύ 1988 - 1993. Ηταν, όμως, αρκετά σημαδιακές θα μπορούσε κανείς να πει. Πρόκειται για μερική ιδιωτικοποίηση της Κοινοτικής Τράπεζας της Γαλλίας (Credit Local de France) η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με το αντίστοιχο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του Βελγίου και σχηματίστηκε η τράπεζα Dexia, που μόλις πριν μερικούς μήνες βρέθηκε στα πρόθυρα της κατάρρευσης και στηρίχθηκε γενναία από το βελγικό κράτος, δηλαδή τους Βέλγους φορολογουμένους.
Η δεύτερη κίνηση της κυβέρνησης Ροκάρ στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων ήταν η μετοχοποίηση μίας από τις μεγαλύτερες αυτοκινητοβιομηχανίες της χώρας, της «Renault». Η ιδιωτικοποίηση της «Renault» διήρκεσε ουσιαστικά έξι χρόνια. Το 1990 μετατράπηκε σε ΑΕ, το 1994 εισήχθηκε στο χρηματιστήριο οπότε το κράτος κράτησε το 53% των μετοχών έναντι 80% που είχε μέχρι τότε, και δύο χρόνια αργότερα, το 1996, το κράτος πέρασε στο 47%, με την εταιρεία να γίνεται και τυπικά ιδιωτική. Την ίδια χρονιά, απολύθηκαν 1.640 εργαζόμενοι, ενώ μόλις πριν από δύο χρόνια, η εταιρεία, για να παραμείνει «ανταγωνιστική» μείωνε προσωπικό και έκλεινε εγκαταστάσεις, σε διάφορα σημεία της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας.
Ενέργεια και μεταλλουργία στο στόχαστρο των κυβερνήσεων Μπαλαντίρ και Ζιπέ
Μεταξύ 1993 - 1995, η κυβέρνηση του Εντουάρ Μπαλαντίρ, κυβέρνηση του γκολικού PRΡ και των Φιλελευθέρων (UDF), προχώρησε σε ιδιωτικοποιήσεις που επισήμως τουλάχιστον απέφεραν στο κράτος 114 δισεκατομμύρια φράγκα. Ιδιωτικοποιήθηκε η χημική και φαρμακευτική βιομηχανία «Rhone Poulenc», η βάση της γνωστής, σήμερα, φαρμακευτικής εταιρείας «Sanofis-Aventis», η οποία στην πορεία απέλυσε τουλάχιστον 400 εργαζόμενους από την έδρα της. Ιδιωτικοποιήθηκε, επίσης, η εταιρεία εξόρυξης πετρελαίου και πετρελαιοειδών «Elf Aquitaine» (που αργότερα απορροφήθηκε από την «Total»), η εταιρεία ασφαλίσεων UAP, η γνωστότερη γαλλική καπνοβιομηχανία, η SEITA, η οποία ήταν μονοπώλιο στον τομέα μέχρι το 1970, και κατασκεύαζε τις γνωστότερες μάρκες γαλλικών τσιγάρων («Gitanes», «Gauloises», «Royale» κλπ), και σήμερα έχει μετονομαστεί σε «Altadis» και είναι θυγατρική της βρετανικής «Imperial Tobacco».
Η σημαντικότερη, όμως, ιδιωτικοποίηση είναι αναμφίβολα της «Total», του πετρελαϊκού κολοσσού, που σήμερα κατατάσσεται μεταξύ των έξι μεγαλύτερων εταιρειών του κόσμου στον τομέα, και είναι πρώτη σε κύκλο εργασιών στη Γαλλία. Η ιδιωτικοποίησή της επέδρασε και στο ύψος της τιμής της βενζίνης. Παρά το γεγονός ότι το 2011 η «Τotal» επισήμως κατέγραψε κέρδη 12,3 δισεκατομμύρια ευρώ -παρά την ύφεση- η τιμή της βενζίνης, την ίδια περίοδο, έφτασε το 1,59 ευρώ το λίτρο η αμόλυβδη και η απλή 1,55 ευρώ το λίτρο, τιμές ρεκόρ για τα γαλλικά δεδομένα. Γι' αυτό η τιμή της βενζίνης μετατράπηκε σε αγαπημένο θέμα της προεκλογικής προεδρικής περιόδου, με τον Ολάντ να υπόσχεται πλαφόν, που προς το παρόν δεν έχει θέσει...
«Μικρή» ήταν η «συγκομιδή» της κυβέρνησης του Αλέν Ζιπέ, μεταξύ 1995 - 1997 - κυβέρνηση του γκολικού RPR και των φιλελευθέρων UDF πάλι - η οποία έκανε ιδιωτικοποιήσεις που απέφεραν μόλις 40 δισεκατομμύρια φράγκα. Ιδιωτικοποιήθηκε η εταιρεία ασφαλίσεων AGF, που είχε προηγουμένως εθνικοποιηθεί και στηριχθεί, για να απορροφηθεί πλέον στη συνέχεια από τη γερμανική «Allianz». Πουλήθηκε η «Γενική Θαλάσσια Εταιρεία» (θαλάσσιες μεταφορές εμπορευμάτων και επιβατών), αλλά και ηεταιρεία μεταφορών στο ποτάμι του Ρήνου, η τράπεζα BFCE, η εταιρεία πληροφορικής «Bull».
Η κυβέρνηση Ζιπέ επέδειξε μια «έφεση» στην ιδιωτικοποίηση στον κλάδο της μεταλλουργίας. Ετσι πουλήθηκε η γνωστή «Pechiney», που δραστηριοποιούνταν στους τομείς του αλουμινίου και της ηλεκτρομεταλλουργίας, της χημείας, αλλά και των πυρηνικών αποβλήτων, και η «Usinor - Sacilor», η οποία συγχωνεύτηκε, το 2002, με την ισπανική «Aceralia» και την «Arbed» Λουξεμβούργου, για να τις αγοράσει όλες η «Mittal Steel Company» και να γεννηθεί o κολοσσός «Arcelor Mittal». Είναι ο ίδιος κολοσσός, που τώρα σταματά τη λειτουργία των υψικαμίνων του σε περιοχές τόσο στη Γαλλία όσο και σε άλλες χώρες, επικαλούμενος την ύφεση και την ανάγκη διατήρησης της ανταγωνιστικότητάς του, ρίχνοντας σε τεχνητή ανεργία και απειλώντας με πραγματική ανεργία χιλιάδες εργαζομένους στην Ευρώπη. Οι σιδηρουργοί στη μονάδα της εταιρείας στο Φλοράνζ στη Γαλλία, βρίσκονται εδώ και μήνες σε κινητοποιήσεις.
«Πρωταθλήτρια» στις ιδιωτικοποιήσεις η συγκυβέρνηση Ζοσπέν
Τα μεγαλύτερα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις -210 δισεκατομμύρια- έχει να παρουσιάσει η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Λιονέλ Ζοσπέν, η οποία είχε και περισσότερο χρόνο στη διάθεσή της, αφού διήρκεσε από το 1997 μέχρι το 2002. Σε αυτήν συμμετείχαν, επίσης, το Γαλλικό ΚΚ (υπουργοί Μεταφορών Ζαν Κλοντ Γκισό και Νεολαίας και Αθλητισμού Μαρί-Ζορζ Μπιφέ), που θεωρητικώς «διαπραγματευόταν σε κυβερνητικό επίπεδο» καλύτερους όρους ξεπουλήματος, ενώ τα συνδικάτα διαδήλωναν ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, οι Πράσινοι και το Ριζοσπαστικό Κόμμα. Ιδιωτικοποιήθηκε η τράπεζα Credit Lyonnais, την οποία είχε στηρίξει το κράτος το 1996, που έφτασε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας και απέλυσε 3.500 υπαλλήλους. Πρόκειται για την τράπεζα που συμπληρώνει την τριάδα των μεγαλύτερων και αρχαιότερων τραπεζών της χώρας - έτος ίδρυσης 1863 - και μαζί με τις, επίσης ιδιωτικοποιημένες, Societe Generale και BNP Paribas, θεωρούνται οι πυλώνες του γαλλικού χρηματοπιστωτικού και τραπεζικού κεφαλαίου.
Η κυβέρνηση Ζοσπέν ξεκίνησε, επίσης, το χορό των ιδιωτικοποιήσεων των εθνικών οδών, με τον οδικό άξονα του νότου, όπου το κράτος διατήρησε, αρχικώς, την τυπική πλειοψηφία των μετοχών. Μετοχοποίησε την αεροπορική εταιρεία «Air France», - με υπουργό τον Γκισό του ΚΚ Γαλλίας - η οποία το 2004 συγχωνεύεται με την ολλανδική KLM. Και πούλησε σχεδόν εξολοκλήρου την ασφαλιστική GAΝ και την, επίσης, ασφαλιστική CNP, το τραπεζικό δίκτυοCIC, τη μεταλλουργία «Eramet» που έχει εγκαταστάσεις και ορυχεία σε 20 χώρες. Μετοχοποίησε κρατώντας ελάχιστο πακέτο μετοχών την εξειδικευμένη στις τεχνολογίες ψηφιακής εικόνας και βίντεο «Thomson». Επίσης, ιδιωτικοποιήθηκε η αεροναυπηγική εταιρεία «Aerospatiale», που αφού συγχωνεύτηκε με την επίσης ιδιωτικοποιημένη «Matra», αποτέλεσαν έναν από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής αεροναυπηγικής αμυντικής βιομηχανίας EADS.
Το παράδειγμα της «France Telecom»
Το σημαντικότερο όνομα των ιδιωτικοποιήσεων της κυβέρνησης Ζοσπέν είναι σίγουρα η εταιρεία τηλεπικοινωνιών «France Telecom», στην οποία ακόμη και σήμερα το κράτος διατηρεί το 26,9% των μετοχών. Πρόκειται για πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς στην προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές του 1997, ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών, Λιονέλ Ζοσπέν, μιλούσε για «πάγωμα κάθε διαδικασίας ιδιωτικοποίησης» της «France Telecom», την οποία είχαν μετατρέψει σε ανώνυμη εταιρεία οι προηγούμενες κυβερνήσεις αλλά δεν προχώρησαν λόγω των εργατικών αντιδράσεων. Αμέσως μετά την εκλογή του, και χωρίς, τουλάχιστον να γίνουν γνωστές, αντιρρήσεις από τους εταίρους του στο κυβερνητικό του σχήμα, ο Ζοσπέν διακήρυττε ότι δεν θα ιδιωτικοποιήσει αλλά «με έλεγχο θα ανοίξει το κεφάλαιο της εταιρείας».
Η πορεία είναι γνωστή. Η εταιρεία μετέτρεψε σε κόλαση τη ζωή των εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων της, ιδιαίτερα από το 2004 και μετά, εφαρμόζοντας το σχέδιο NEXT, με στόχο να τους υποχρεώσει σε παραιτήσεις. Τέσσερις χιλιάδες υπάλληλοι εκπαιδεύτηκαν ακριβώς σε αυτό: να κάνουν κόλαση τη ζωή των υπολοίπων μέσα από υπερφόρτωση καθηκόντων, αλλαγή τομέα απασχόλησης χωρίς εκπαίδευση, διαρκή πίεση, συνεχή αλλαγή τόπου κατοικίας. Μεταξύ 2005 - 2009, τα αποτελέσματα ξεπερνούν το στόχο: αντί για 22.000, οι εργαζόμενοι στην εταιρεία είχαν μειωθεί κατά 29.000. Και όσοι δεν παραιτήθηκαν, άρχισαν ν' αυτοκτονούν, «δείχνοντας» ως μοναδικό ένοχο τις συνθήκες εργασίας. Μεταξύ 2000 και 2011 αυτοκτόνησαν περισσότεροι από 130 εργαζόμενοι της «France Telecom». Η παρέμβαση του υπουργείου Εργασίας, μετά από τη λαϊκή κατακραυγή και τις πιέσεις των συνδικάτων, καθώς και οι αλλαγές σε διευθυντικά στελέχη, δεν είχαν ως στόχο παρά μόνο τον προσωρινό κατευνασμό, αν και αναγκαστικά ήρθε στο φως η ύπαρξη του σχεδίου NEXT.
Η «France Telecom», που πλέον ως εμπορική επωνυμία τείνει να χρησιμοποιεί το «Orange» - από τη θυγατρική της στην κινητή τηλεφωνία - δεν αύξησε σημαντικά τους λογαριασμούς ή το αντίτιμο των συνδέσεών της, προφανώς επειδή κατάφερε να διατηρήσει τα κέρδη της μέσα από τη σύνθλιψη των εργαζομένων της. Οσο πάντως για τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών - ένα γνωστό επιχείρημα που ακούγεται και στη χώρα μας -, η πραγματικότητα δεν αποδεικνύει τίποτε τέτοιο: πιο πρόσφατο παράδειγμα η 10ωρη διακοπή κάθε υπηρεσίας της - διαδίκτυο, σταθερή και κινητή τηλεφωνία - στις 6 Ιούλη 2012 -για τεχνικούς λόγους- που άφησε χωρίς καμία δυνατότητα επικοινωνίας 20-30 εκατομμύρια εταιρικούς και ιδιώτες πελάτες της, εντός Γαλλίας, που δεν είχαν καν τη δυνατότητα να ενημερωθούν για το τι συμβαίνει και πότε θα λυθεί το πρόβλημα.
Οδικά δίκτυα, ηλεκτρικό και φυσικό αέριο στον τελευταίο «γύρο» μέχρι στιγμής
Η τριετία (2002 - 2005) της κυβέρνησης Ζαν Πιερ Ραφαρέν, που αποτελούνταν από το γκολικό RPR και τους Φιλελεύθερους (UDF) αποδείχτηκε «φτωχή» ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις και στο ενεργητικό της δεν καταγράφονται παρά έσοδα 13 δισεκατομμυρίων ευρώ. Συνέχισε τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της «France Telecom», μειώνοντας περαιτέρω τη συμμετοχή του κράτους, κάτι που έκανε και με την «Thomson» και την τράπεζα Credit Lyonnais αλλά και το ξεπούλημα των εθνικών οδών και έτσι ιδιωτικοποίησε το εθνικό δίκτυο στο βορρά και στο νότο της χώρας. Ιδιωτικοποιήθηκε επίσης η εταιρείαSNECMA, που κατασκευάζει κινητήρες για την αεροναυπηγική και διαστημική βιομηχανία.
Η κυβέρνηση του Ντομινίκ ντε Βιλπέν, μεταξύ 2005 - 2007, που στηρίχτηκε μόνο από το νεογκολικό κόμμα «Ενωση για ένα Λαϊκό Κίνημα» (UMP - μετεξέλιξη του RPR), ήταν η τελευταία σχεδόν δύο δεκαετιών ιδιωτικοποιήσεων, καθώς η κυβέρνηση Σαρκοζί που ακολούθησε δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ζήτημα, επικεντρώνοντας κυρίως στον τομέα της διάλυσης των συλλογικών συμβάσεων και των εργασιακών σχέσεων - έτσι κι αλλιώς ελάχιστα έχουν μείνει προς πώληση πια. Ολοκλήρωσε τις ιδιωτικοποιήσεις των εθνικών οδικών δικτύων του Νότου, του Βορρά και των ανατολικών περιοχών της χώρας, ιδιωτικοποίησε και τους αυτοκινητοδρόμους που συνδέουν την περιοχή του Παρισιού με τη Λορένη και την Αλσατία μέχρι την περιοχή των Αλπεων.Επίσης, ιδιωτικοποίησε, μερικώς, τη SNCM, ναυτιλιακή εταιρεία που δραστηριοποιείται στη σύνδεση της Γαλλίας με την Κορσική, τη Σαρδηνία, την Αλγερία και την Τυνησία, και την εταιρεία διαχείρισης των αεροδρομίων της χώρας, στην οποία το κράτος διατήρησε το 52%. Επίσης την DCNS, εταιρεία που ναυπηγεί κυρίως πολεμικά πλοία, στην οποία επίσης το κράτος διατηρεί το 74%.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα οδικά δίκτυα έχουν παραχωρηθεί πλήρως στις ιδιωτικές εταιρείες που τα εκμεταλλεύονται για τουλάχιστον 25 χρόνια. Σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, κάθε χρόνο από τότε που ολοκληρώθηκαν οι ιδιωτικοποιήσεις, δηλαδή το 2005, αυξάνουν κατά 2,5% τα διόδια, των οποίων η τιμή στα πρώτα τέσσερα μόνο χρόνια είχε αυξηθεί συνολικά κατά 11,5%. Το αποτέλεσμα είναι ότι ολοένα περισσότεροι Γάλλοι οδηγοί χρησιμοποιούν τα βοηθητικά και επαρχιακά οδικά δίκτυα για τις μετακινήσεις τους προκειμένου να μειώσουν τα έξοδά τους, γεγονός που έχει, επίσης με πρόχειρους υπολογισμούς, αυξήσει περίπου δύο φορές τον αριθμό των τροχαίων δυστυχημάτων.
Τα σημαντικότερα «επιτεύγματα» της κυβέρνησης ντε Βιλπέν ήταν η πώληση μικρής μερίδας μετοχών των κρατικών εταιρειών φυσικού αερίου - «Gaz De France» και ηλεκτρισμού - «Electricite De France», μέσα από τη διαδικασία της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου. Και στις δύο περιπτώσεις το γαλλικό κράτος διατηρεί τη μεγάλη πλειοψηφία των μετοχών, στην πρώτη το 79,8% και στη δεύτερη το 84,4%. Στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, οι συνθήκες εργασίας δεν επηρεάστηκαν δραματικά από την αλλαγή αυτή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, τουλάχιστον προς το παρόν. Επηρεάστηκε, όμως, η τιμή παροχής των υπηρεσιών τους. Ετσι η τιμή του ρεύματος αυξήθηκε κατά 20% μεταξύ 2005 - 2012 και προαναγγέλθηκε αύξηση της τάξης του 30% από σήμερα μέχρι το 2015, την ώρα που με βάση τα επίσημα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα η EDF είχε συνολικά κέρδη 5 δισεκατομμύρια το 2011. Αντίστοιχα, έχει αυξηθεί 66,8% η τιμή του φυσικού αερίου ανάμεσα σε 2005 - 2012, χωρίς προφανή λόγο, ενώ τα κέρδη της εταιρείας, επισήμως πάντα, το 2011 έφτασαν τα 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η περίπτωση της διαχείρισης του δικτύου υδροδότησης
Στη Γαλλία, την ευθύνη για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων της κάθε περιοχής και του τοπικού, περιφερειακού, δικτύου, έχουν οι δήμοι και οι κοινότητες, και δεν υπάρχει κεντρικός φορέας διαχείρισης του νερού. Σε ορισμένες περιοχές υπάρχουν δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις με μοναδικό μέτοχο το δήμο ή την κοινότητα - αυτό ισχύει κυρίως στις μικρές κοινότητες - και σε άλλες - σχεδόν σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα - ιδιώτες που διαχειρίζονται την παροχή νερού, ενώ η κοινότητα ή ο δήμος διατηρεί την ευθύνη για την ποιότητα που φθάνει στον καταναλωτή αλλά και για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Ηδη από έρευνες τη δεκαετία του '90, είχε εντοπιστεί ότι, όπου τη διαχείριση του δικτύου υδροδότησης είχαν ιδιωτικές εταιρείες - οι κυριότερες από τις οποίες έχουν και άλλες δραστηριότητες, κυρίως στην πώληση «φρέσκων προϊόντων», όπως είναι το εμφιαλωμένο νερό, και διαχειρίζονται πολλά υδροδοτικά δίκτυα παγκοσμίως, πχ η «Veolia» ή η «Suez»-, οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν μέχρι και 30% αυξημένους τους λογαριασμούς τους.
Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 2000, το δημοτικό συμβούλιο του Παρισιού (και ακολούθησαν και άλλες πόλεις όπως η Γκρενόμπλ) αποφάσισαν να καταργήσουν τις συμβάσεις με ιδιωτικές εταιρείες διαχείρισης της παροχής νερού, ως λύση ασύμφορη.

Συζητούν μέτρα στήριξης των αστικών ΜΜΕ


Συζητούν μέτρα στήριξης των αστικών ΜΜΕ
Παπαγεωργίου Βασίλης
Με τίτλο «"Στοίβα" τα αιτήματα από τα ΜΜΕ στο Μαξίμου», προχτές Παρασκευή το ΕΘΝΟΣ, του συγκροτήματος Μπόμπολα, που στηρίζει με όλες του τις δυνάμεις τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ, δημοσιεύει άρθρο στο οποίο συμπυκνώνονται όλα όσα ζητούν οι μεγαλοεπιχειρηματίες του Τύπου και των ΜΜΕ, προκειμένου να ξεπεράσουν τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα «ευαγή ιδρύματα». Μπορεί τα αστικά ΜΜΕ να είναι «επιχειρήσεις» ως προς τη συγκρότησή τους, για να μπορούν να λειτουργούν, αλλά στην πραγματικότητα ο βασικός τους ρόλος είναι ως ένας (από τους πολλούς) μηχανισμός χειραγώγησης του λαού στην αστική πολιτική και ιδεολογία, στήριξης του αστικού πολιτικού συστήματος, παρεμπόδισης αφύπνισης των λαϊκών δυνάμεων. Βρίσκονται στην εμπροσθοφυλακή των αστικών δυνάμεων, στηρίζοντας το αστικό πολιτικό σύστημα και την εξουσία του κεφαλαίου, αναπαράγοντας την ιδεολογία και την πολιτική του.
Οι κεφαλαιοκράτες γίνονται και ιδιοκτήτες επιχειρήσεων Τύπου, όχι επενδύοντας με σκοπό το άμεσο οικονομικό κέρδος από τη λειτουργία τους, δηλαδή από την «πώληση» των «προϊόντων» που παράγουν, αλλά κυρίως για να εξυπηρετήσουν τα συνολικά συμφέροντα της τάξης τους και βέβαια τις άλλες δικές τους οικονομικές δραστηριότητες. Οσο η οικονομική ανάπτυξη επέτρεπε την πολυδαίδαλη οικονομική χρηματοδότηση των ΜΜΕ από το κεφάλαιο - το κράτος, τις τράπεζες -, όσο η διαφημιστική δαπάνη εξασφάλιζε έσοδα, οι επιχειρήσεις αυτές αναπτύσσονταν και συνέχιζαν να λειτουργούν απρόσκοπτα. Ομως, η καπιταλιστική κρίση δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανέγγιχτες και αυτές τις επιχειρήσεις.
Η διαφημιστική δαπάνη, που αποτελεί τη βασική πηγή χρηματοδότησης των ΜΜΕ πέφτει με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία πέντε χρόνια. Από τα 3.098.868.000 ευρώ που ήταν το 2008, έπεσε στα 2.210.795.000 ευρώ το 2009, στο 1.885.968.000 το 2010 και στο 1.592.693.000 ευρώ το 2011. Σύμφωνα με τα στοιχεία της «Media Services», το πρώτο 5μηνο του 2012 καταγράφεται νέα δραματική πτώση σχεδόν 29% σε σχέση με πέρυσι, με το συνολικό ποσό να φτάνει μόλις στα 479 εκατ., έναντι 675 εκατ. πέρυσι.
Ετσι, τα αστικά ΜΜΕ δείχνουν εικόνα κατάρρευσης. Οι συνολικές υποχρεώσεις μόνο των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ομίλων ΜΜΕ ξεπερνούν ήδη τα 750 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται οι υποχρεώσεις του ALTER και της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους και βρίσκονται ουσιαστικά ένα βήμα πριν την πτώχευση. Τις υψηλότερες υποχρεώσεις έχει ο ΔΟΛ (209 εκατ.) και ακολουθούν ο ΠΗΓΑΣΟΣ (202 εκατ.), το MEGA (192 εκατ.) και με μικρότερα ποσά οι ΑΤΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ και οι ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ. Οσο για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, τα πράγματα είναι ακόμη ακόμη χειρότερα.
Το αστικό σύστημα φροντίζει τα Μέσα του
Καταρρέει λοιπόν ο Τύπος; Είναι προφανές ότι το σύστημα δεν πρόκειται να μείνει χωρίς τα Μέσα του. Στις συνθήκες της κρίσης πραγματοποιείται βέβαια η αναγκαστική απαξίωση κεφαλαίου (ήδη αρκετά ΜΜΕ έκλεισαν και άλλα πρόκειται να ακολουθήσουν) αλλά αυτό που κυρίως γίνεται είναι μια νέα συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, με εξαγορές και συγχωνεύσεις (οι ίδιοι οι μεγαλοεπιχειρηματίες του Τύπου αυτό το προβάλουν ως «αναγκαστική διόρθωση» γιατί «η αγορά της Ελλάδας δε μπορεί να αντέξει την υπερπληθώρα των ΜΜΕ» κλπ, κλπ). Εχοντας λύσει σχεδόν το «πρόβλημα - εργαζόμενοι» με μαζικές απολύσεις, επιβολή ατομικών συμβάσεων εργασίας με μεγάλες μειώσεις μισθών και κατάργηση ουσιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, αυτό που απασχολεί μεγαλοεπιχειρηματίες και κυβέρνηση, είναι πώς θα διαμορφωθούν οι νέοι όροι για την απρόσκοπτη λειτουργία των αστικών ΜΜΕ στο νέο σκηνικό, πώς θα βρεθούν τρόποι για τη χρηματοδότησή τους.
Προς αυτήν την κατεύθυνση πυκνώνουν οι συναντήσεις. Ο πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς συζήτησε ήδη με εκπροσώπους της Ενωσης Ιδιοκτητών Εφημερίδων (Ψυχάρης, Ρίζος, Αθανασιάδου), ενώ ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Σ. Κεδίκογλου συναντήθηκε με τους εκπροσώπους των μεγαλοκαναλαρχών, και πρόκειται να συναντηθεί με την Ενωση Εταιρειών Διαφήμισης και Επικοινωνίας (ΕΔΕΕ), το Σύνδεσμο Διαφημιζομένων Ελλάδος (ΣΔΕ), το Σύνδεσμο Ανεξάρτητων Εταιρειών Παραγωγής Οπτικοακουστικών Εργων (ΣΑΠΟΕ), την ΕΣΗΕΑ και άλλους.
Και όπως λέει το ΕΘΝΟΣ του Μπόμπολα (και όχι μόνο), «μια σειρά από επίμονα αιτήματα έχουν αρχίζει να στοιβάζονται στο γραφείο του κυβερνητικού εκπροσώπου Σίμου Κεδίκογλου, ο οποίος χειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των Μέσων, με κύρια ευθύνη να προωθήσει μεταρρυθμίσεις και θεσμικές παρεμβάσεις», προαναγγέλλοντας ότι «προτεραιότητα της κυβέρνησης για τα Μέσα είναι η "διαφάνεια στις συναλλαγές" και ο εξορθολογισμός τους στο "τρίγωνο" της ροής διαφημιστικού χρήματος (ΜΜΕ - διαφημιστές - διαφημιζόμενοι)». Και από κοντά η ΑΥΓΗ παρέχει και αυτή τη στήριξή της γράφοντας για «έργο της "τακτοποίησης" των εκκρεμοτήτων στα ΜΜΕ» που προωθεί ο Σ. Κεδίκογλου, στις προθέσεις του οποίου είναι «να προωθήσει ζητήματα που σχετίζονται με τη "διαφάνεια στις συναλλαγές" μεταξύ ΜΜΕ, διαφημιστών και διαφημιζομένων. Γιατί, "το κάθε μέρος πρέπει να αφοσιωθεί στον ρόλο του, να παρέχει υπηρεσίες για τις οποίες πρέπει να αμείβεται, οι συναλλαγές να διέπονται από διαφάνεια, το σύστημα πρέπει να εξορθολογιστεί, προς όφελος των παραγωγικών επιχειρήσεων και των εργαζομένων».
Το τι ακριβώς συζητούν κυβέρνηση και επιχειρηματίες του Τύπου και των ΜΜΕ και οι άλλοι «θεσμικοί φορείς» του συστήματος, παραμένει μυστικό. Οσα είδαν το φως της δημοσιότητας αφορούν δευτερεύοντα θέματα, όπως η τροποποίηση του καταστατικού της ΕΙΗΕΑ με νομοθετική ρύθμιση, «έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ενσωμάτωσης στην Ενωση εκδοτών και ιδιοκτητών εβδομαδιαίων εφημερίδων» ή ότι προβλήθηκαν αιτήματα όπως από την ΕΙΗΕΑ για τη διατήρηση της υποχρεωτικής δημοσίευσης των ισολογισμών, όταν είναι γνωστό ότι οι μεγαλοεκδότες συμφωνούν με την κατάργησή τους, ή για την προώθηση της ψηφιακής τηλεόρασης από τους εκπροσώπους των καναλαρχών. Πίσω όμως από αυτά κρύβονται τα ουσιαστικά. Οπως οι αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Τύπου και των ΜΜΕ, οι οικονομικές σχέσεις με το κράτος και η χρηματοδότησή τους από αυτό (δηλαδή από το μόχθο των εργαζόμενων και του λαού), ο έλεγχος και η εκμετάλλευση του διαδικτύου από τους μεγαλοεκδότες, η μείωση ή ακόμη και η κατάργηση του αγγελιόσημου, η εκμετάλλευση του φάσματος συχνοτήτων που απελευθερώνεται από την ψηφιοποίηση των εκπομπών και πως συνολικά θα στηριχτούν οι επιχειρήσεις Τύπου και ΜΜΕ για να μπορέσουν να ξεπεράσουν τα προβλήματα που τους προκαλεί η καπιταλιστική κρίση, για να συνεχίσουν - όσες επιβιώσουν - να εξυπηρετούν τις ανάγκες του καπιταλιστικού συστήματος και της πολιτικής του.
Σε όλα αυτά υπάρχει ευρύτατη πολιτική συναίνεση. Δεν είναι μόνο τα κόμματα της συγκυβέρνησης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ) αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλωστε, πριν αρχίσει τις συναντήσεις με τους υπόλοιπους, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος συναντήθηκε στις 19 Ιούλη με τον εκπρόσωπο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Π. Σκουρλέτη, με δεδομένη τη θέση αυτού του κόμματος ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα αστικά ΜΜΕ συνιστούν «προβλήματα της ενημέρωσης και της δημοκρατίας».
Κάθε τάξη και ο Τύπος της
Το βέβαιο είναι ότι από όλα αυτά, όχι μόνο δεν έχουν να περιμένουν τίποτα οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα, αλλά το αντίθετο. Αν περιμένει κανείς από τα αστικά ΜΜΕ (όπως και από την κρατική ΕΡΤ) να παρέχουν πλήρη ουσιαστική και ολόπλευρη ενημέρωση, έτσι ώστε να βοηθούν τους εργαζόμενους να βγάζουν σωστά συμπεράσματα, με βάση τα πραγματικά τους συμφέροντα και να διαμορφώνουν άποψη και θέση, θα ήταν σαν να περιμένει από τους κεφαλαιοκράτες ιδιοκτήτες αυτών των Μέσων να κάνουν χαρακίρι. Μόνο στη λαϊκή οικονομία και εξουσία, όπου ο παραγόμενος πλούτος θα είναι λαϊκή - κοινωνική περιουσία και όλοι οι μηχανισμοί παραγωγής και διεύθυνσης της κοινωνίας θα βρίσκονται υπό διαρκή εργατικό - λαϊκό έλεγχο, τότε που τα ΜΜΕ δεν θα είναι ιδιοκτησία κανενός, αλλά όλου του λαού, μόνο τότε η ενημέρωση θα εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες στη μόρφωση και τον πολιτισμό, διασφαλίζοντας τα σύγχρονα δικαιώματα των εργαζόμενων και των δημοσιογράφων σε αυτήν.
Ομως, το εργατικό - λαϊκό κίνημα και οπωσδήποτε οι εργαζόμενοι στον Τύπο και τα ΜΜΕ δεν πρέπει να συμβιβαστούν με την απαράδεκτη σημερινή κατάσταση. Οι λαϊκές ανάγκες και απαιτήσεις στην ενημέρωση πρέπει να προβάλλονται καθημερινά και πιο επιτακτικά, για να γίνεται σε όλο και περισσότερους συνείδηση ο βρώμικος ρόλος των αστικών ΜΜΕ, έτσι ώστε οι εργαζόμενοι και ο λαός να τους γυρίσουν την πλάτη. Κάθε τάξη και ο Τύπος τους. Ας μείνουν ο Τύπος και τα κανάλια των αστών με μόνους αναγνώστες ακροατές και θεατές την τάξη τους και τους κολαούζους τους. Η εργατική τάξη, τα φτωχά λαϊκά στρώματα, η νεολαία έχουν τον δικό τους Τύπο, το «Ριζοσπάστη», τον «902», τον «Οδηγητή».

«Κι άστραψε φως η Ακροναυπλιά»


«Κι άστραψε φως η Ακροναυπλιά»
Το Μάη - Ιούνη και Ιούλη 1937 άρχισαν να μεταφέρονται με καραβιές από τα νησιά εξορίας της Ανάφης, Φολεγάνδρου, Αη-Στράτη οι «πιο επικίνδυνοι» εξόριστοι αγωνιστές στην Ακροναυπλία: Εργάτες, αγρότες, υπάλληλοι, διανοούμενοι. Ανάμεσά τους και μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, γραμματείς και μέλη περιφερειακών, αχτιδικών κ.λπ. Οργανώσεών του, βoυλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου, εργατικά και συνδικαλιστικά στελέχη, στελέχη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας και άλλων δημοκρατικών οργανώσεων, στελέχη της Κομμουνιστικής Νεολαίας (ΟΚΝΕ) κ.λπ., κ.λπ.
Τι ήταν η Ακροναυλία; Ενα παλιό ενετικό φρούριο (Ιτς Καλέ) στο άκρο του Ναυπλίου - εξ ου και το όνομα Ακροναυπλία - χτισμένο σε απότομο βράχο, που, για να το προσεγγίσεις, έπρεπε να ανέβεις τριακόσια περίπου σκαλιά. Οι τοίχοι χοντροί και τα κρατητήρια φρικτά κι αβάσταχτα κάτω από τη γη. Στο παλιό αυτό φρούριο - φυλακή υπήρχαν τέσσερις μεγάλοι θάλαμοι και τρεις μικρότεροι. Αυτό το χώρο επέλεξε η δικτατορία του Μεταξά, με σκοπό να τσακίσει το ΚΚΕ τσακίζοντας τα στελέχη του που έκλεισε στο κάτεργο. Η Ακροναυπλιά όμως έγινε σύμβολο ανδρείας, αξιοπρέπειας, λεβεντιάς, περηφάνιας και απεριόριστης αφοσίωσης στο δίκιο του λαού.
Η Ακροναυπλία δεν προσφέρεται για αξιολόγηση απλά ως μια λαμπρή σελίδα στην Ιστορία του ΚΚΕ. Ούτε εξαντλείται η ιστορική της σημασία και προσφορά με την αναγνώρισή της ως φρούριου λευτεριάς, πηγή φωτός και μήτρα που γέννησε δοξασμένους λαϊκούς ηγέτες, σαν τον Μπελογιάννη, τον Σουκατζίδη, τον Γληνό, τον Ζεύγο και τόσους άλλους. Η Ακροναυπλία υψώθηκε πάνω από το χρόνο και το χώρο. Αναδείχθηκε ως κριτής, ως λυδία λίθος, όπου δοκιμάζεται και κρίνεται διαχρονικά ο χαρακτήρας, η φυσιογνωμία, η ηθική, ο σκοπός και ο ιστορικός ρόλος των σύγχρονων κοινωνικών τάξεων και πολιτικών δυνάμεων. Η αλήθεια και το ψέμα. Το γνήσιο και το κίβδηλο. Η Ακροναυπλιά είναι σύμβολο της σύγκρουσης δύο κόσμων ριζικά διαφορετικών.
H φυλακή της Ακροναυπλιάς για τους πολιτικούς κρατούμενους άνοιξε το Φλεβάρη του 1937, έξι μήνες μετά από την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Μεταξά και διαλύθηκε το Φλεβάρη του 1943. Κράτησε έξι ολόκληρα χρόνια.
Εδώ συγκέντρωσαν τον κύριο όγκο των φυλακισμένων κομμουνιστών. Εξακόσιοι είκοσι πέντε κρατούμενοι πέρασαν από το κάτεργο αυτό και στην πλειοψηφία τους ήταν ηγετικά στελέχη του Κόμματος και του εργατικού κινήματος.
Ο σκοπός των ταξικών αντιπάλων ήταν ένας. Να εξοντώσουν, να συντρίψουν σωματικά και ψυχικά, να κουρελιάσουν ηθικά, να ρεζιλέψουν και να αχρηστεύσουν τον ηγετικό πυρήνα του ΚΚΕ απέναντι στην εργατική τάξη, στο λαό. Και δε δίστασαν μπροστά σε κανένα μέσο, προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους. Δεν υπήρχε έλεος για όποιον δεν έκανε «δήλωση μετάνοιας», για όποιον δεν αποκήρυσσε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, για όποιον δεν έσκυβε το κεφάλι.
Υπολόγιζαν ότι με αυτόν τον τρόπο θα τσάκιζαν την αντίσταση του λαού και θα τον υποχρέωναν να αποδεχτεί τα αγαθά της «νέας τάξης πραγμάτων», του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού». Δηλαδή, την ιδέα ότι οι καπιταλιστές δεν είναι εκμεταλλευτές, αλλά προστάτες τους, που τους δίνουν ψωμί και δουλειά για να συντηρούν τις οικογένειές τους, πως το ξένο κεφάλαιο είναι ωφέλιμο και ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη του τόπου.
Στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης» και της «εσωτερικής ενότητας», κάθε ιδέα αντίστασης σ' αυτήν την πολιτική θεωρείται εθνικά επικίνδυνη και κοινωνικά επιζήμια. Για την άρχουσα τάξη υπήρχε μόνο μια επιλογή: Υποταγή ή τσάκισμα κάθε αντίστασης.
Χρήσιμη εδώ μια σύντομη αναδρομή για να δούμε ποια ήταν τότε η κατάσταση και οι συνθήκες μέσα στις οποίες δρούσε το λαϊκό κίνημα και το ΚΚΕ.
Οι εργαζόμενοι της πόλης και του χωριού εξουθενωμένοι από τη στυγνή αντιλαϊκή πολιτική όλων των κυβερνήσεων της 10ετίας του '20, από τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και την οικονομική κρίση του '29-'33, οργανώνονται και ξεσηκώνονται. Το ΚΚΕ είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του αγώνα. Ολα τα άλλα κόμματα στήριζαν και κάλυπταν την ασύδοτη δράση του κεφαλαίου και την υποταγή της χώρας στους ιμπεριαλιστές. Παρά την ωμή βία και τρομοκρατία, το κίνημα αυτό δεν οπισθοχωρεί.
Χαρακτηριστικά τα παρακάτω στοιχεία: Την περίοδο 1929 - 1933 επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου: Δολοφονούνται 27 εργάτες και αγρότες στις διάφορες κινητοποιήσεις. 13.000 συλλαμβάνονται. 2.400 καταδικάζονται σε πολύχρονες φυλακίσεις και εξορίες. 120 φαντάροι στέλνονται στο Καλπάκι. Την περίοδο 1933-1935, επί Τσαλδάρη, νέο λουτρό αίματος και τρομοκρατίας: Δολοφονούνται 10 εργάτες και αγρότες και 350 τραυματίζονται. Χιλιάδες συλλαμβάνονται και 785 καταδικάζονται σε πολύχρονες φυλακίσεις και εξορίες. Απαγορεύτηκαν 160 συγκεντρώσεις και 128 διαλύθηκαν με τη βία. Εγιναν πάνω από 138 επιδρομές σε γραφεία σωματείων και σε τυπογραφεία. Αποκορύφωμα αυτού του πογκρόμ είναι τα αιματηρά γεγονότα στις 9 του Μάη του '36 στη Θεσσαλονίκη, με τη δολοφονία 12 εργατών και τον τραυματισμό 300. Το λαϊκό, όμως, κίνημα δεν κάμπτεται, ανασυντάσσεται και δυναμώνει την επίθεσή του. Πάνω από 150.000 λαού ξεσηκώνεται στη Θεσσαλονίκη και καταγγέλλει τη στυγνή τρομοκρατία και τις δολοφονίες των καπνεργατών. Λίγες μέρες αργότερα, στις 13 Μάη του '36, 500.000 λαού, σε πανελλαδική απεργία, απαντούν στην τρομοκρατία του Μεταξά. Στις 2 Ιούνη του '36 νέος ξεσηκωμός στο Βόλο με έναν νεκρό και πολλούς τραυματίες. Στις 5 Αυγούστου '36 προετοιμάζεται νέα πανελλαδική απεργία κατά της υποχρεωτικής διαιτησίας, της διάλυσης των εργατικών σωματείων και τη διεκδίκηση κοινωνικών ασφαλίσεων. Αυτό ακριβώς το ογκούμενο λαϊκό κίνημα ήθελαν να αποκεφαλίσουν, να τρομοκρατήσουν και να γονατίσουν, τσακίζοντας την πρωτοπορία του. Η ελληνική πλουτοκρατία και οι ξένοι προστάτες της, με όργανο κρούσης τη μεταξική δικτατορία, έπεσαν με λυσσασμένο τρόπο πάνω στους κομμουνιστές για να τους εξοντώσουν με κάθε μέσο και μαζί τους κάθε τίμιο, πατριωτικό στοιχείο που αντιστεκόταν. Περίπου 100.000 συλλαμβάνονται, όπου η μεγάλη πλειοψηφία απ' αυτούς ήταν κομμουνιστές.
Οι πρώτοι Ακροναυπλιώτες μεταφέρθηκαν από τα κρατητήρια Αθήνας - Πειραιά - Πατρών κ.λπ. Το Μάη - Ιούνη και Ιούλη 1937, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, άρχισαν να μεταφέρονται με καραβιές από τα ξερονήσια της Ανάφης, Φολεγάνδρου, Αη - Στράτη οι «πιο επικίνδυνοι» εξόριστοι αγωνιστές στην Ακροναυπλία.
Αρχίζει αμέσως η οργάνωση των αγωνιστών της Ακροναυπλίας... Ολοι οι κρατούμενοι (μέλη και οπαδοί του ΚΚΕ, εξωκομματικοί, αγροτιστές) έφτιαξαν την Οργάνωσή τους, την Ομάδα Συμβίωσης των αγωνιστών της Ακροναυπλίας. Σε καθέναν από τους τέσσερις θαλάμους επικεφαλής είναι ο θαλαμάρχης, αναγνωρισμένος από τη διοίκηση του στρατοπέδου και εκλεγόταν κάθε χρόνο.
Επικεφαλής της Ομάδας Συμβίωσης είναι το 7μελές και άλλοτε 9μελές Γραφείο της Ομάδας που εκλέγεται δημοκρατικά από όλους τους αγωνιστές της Ακροναυπλίας και που «ντε φάκτο» υποχρεώθηκε να το αναγνωρίσει και η διοίκηση του στρατοπέδου.
Το Γραφείο της Ομάδας είχε μεγάλο κύρος ανάμεσα στα μέλη της Ομάδας γιατί αποτελούνταν από ικανούς αγωνιστές που εκλέγονταν από τους συντρόφους και με τη βοήθεια πάντα της Κομματικής Επιτροπής καθοδηγούσε την ομάδα.
Με βάση απόφαση της ΚΕ οργανώθηκαν στην Ακροναυπλία οι κομματικές ομάδες με τους υπεύθυνούς τους και στους τέσσερις θαλάμους. Στον κάθε θάλαμο υπήρχε ο κομματικός υπεύθυνος, που διοχέτευε τη γραμμή της Κομματικής Επιτροπής στα μέλη του Κόμματος και έλυνε τα κομματικά ζητήματα του θαλάμου.
Επικεφαλής όλης της κομματικής δουλειάς ήταν η Κομματική Επιτροπή Ακροναυπλίας.
Η Κομματική Επιτροπή καθοδηγούσε όλη την κομματική δουλειά και πολιτικά τη δράση του Γραφείου της Ομάδας χωρίς να ανακατεύεται στην άλλη δουλειά του. Η Κομματική Επιτροπή επεξεργαζόταν όλα τα ζητήματα της τακτικής απέναντι στη Διοίκηση του στρατοπέδου. Οργάνωσε διά μέσου της Μορφωτικής Επιτροπής τα μαρξιστικά μαθήματα, διαλέξεις κ.λπ., καθώς και τα εγκυκλοπαιδικά μαθήματα. Η Κομματική Επιτροπή Ακροναυπλίας ασχολούνταν, ιδιαίτερα, με την κομματική διαπαιδαγώγηση των συντρόφων, τη σφυρηλάτηση της κομματικότητάς τους κ.λπ. Κάθε φορά που δημιουργούνταν σοβαρά ζητήματα συνεδρίαζε (εκτός από τις τακτικές της συνεδριάσεις) η Κομματική Επιτροπή και αμέσως οι αποφάσεις της έμπαιναν στις κομματικές ομάδες και διά μέσου του Γραφείου της Ομάδας Συμβίωσης σε όλη την Ακροναυπλία.
Η οργάνωση, η ενότητα, η πειθαρχία, οι συντροφικές σχέσεις, η αλληλεγγύη και η αδελφική αγάπη ανάμεσα στους συντρόφους, να τα όπλα με τα οποία πάλεψε η Ακροναυπλία και αντιμετώπισε όλες τις επιθέσεις της δικτατορίας.
Η Κομματική Επιτροπή αποτελούνταν από γνωστά ανώτατα και ανώτερα στελέχη του ΚΚΕ (κατά καιρούς από έξι μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ, από τον Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής της ΟΚΝΕ στον πρώτο χρόνο της δικτατορίας, γραμματείς μεγάλων περιφερειακών οργανώσεων του ΚΚΕ και της ΟΚΝΕ κλπ. κλπ.), στην πλειοψηφία της αποτελούνταν από εργάτες - μάλιστα η τρίτη Κομματική Επιτροπή αποτελούνταν αποκλειστικά από εργάτες. Και για περίπτωση χτυπήματος (μεταφορά της και άλλα) υπήρχε εφεδρική Κομματική Επιτροπή, επίσης από γνωστά στελέχη. Τα μέλη της Κομματικής Επιτροπής είχαν κομματική ηλικία κατά μέσο όρο 15-20 χρόνια (πολύ μεγάλη για τα χρόνια 1937-1943).
Η Κομματική Επιτροπή καθοδηγούσε όλη την κομματική και την πολιτική δουλειά στην Ακροναυπλία. Χρησιμοποιούσε γι' αυτό ένα πολύ μεγάλο αχτίφ γύρω από τους 150 συντρόφους στην κομματική δουλειά και στις υπηρεσίες της Ομάδας.
Στα 1937 συνεχίζεται η πάλη του ελληνικού λαού κατά της δικτατορίας. Οι απεργίες της εργατικής τάξης πολλαπλασιάζονται (...), η ζωή των φυλακισμένων στην Κέρκυρα, στην Αίγινα, στην Ακροναυπλιά χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Στην Ακροναυπλιά από την πρώτη μέρα και σ' όλη τη διάρκεια του 1937 η δικτατορία έκανε τρεις επιθέσεις ενάντια στους κρατούμενους. Η πρώτη επίθεση όταν ήρθαν από τα νησιά οι εξόριστοι. Ο στρατοπεδάρχης και τα όργανά του θέλησαν να χωρίσουν τους διανοούμενους από τους υπόλοιπους κρατούμενους. Οι λόγοι είναι ευνόητοι. (...) η δεύτερη επίθεση έγινε στις 30 Αυγούστου του 1937. Επεσαν πάνω από 400 πυροβολισμοί. Ενας κρατούμενος κομμουνιστής, ο δάσκαλος Παύλος Σταυρίδης πέφτει νεκρός με πολτοποιημένο το κρανίο από τη δολοφονική σφαίρα. Μόνο χάρη στον ηρωισμό και την ψυχραιμία των αγωνιστών δε θρηνήθηκαν δεκάδες θύματα εκείνη τη βραδιά.
Η δικτατορία έκανε και τρίτη οργανωμένη επίθεση, όταν θέλησε να τους πάρει τα καμινέτα με το πρόσχημα (προβοκάτσια) ότι σκόπευαν να βάλουν φωτιά στο στρατόπεδο. Τα καμινέτα και οι καφέδες είναι ζωτικό ζήτημα για τους κρατούμενους (...) με εντολή του Γραφείου της Ομάδας και της Κομματικής Επιτροπής μίλησε ο Δ. Γληνός και είπε πως το μέτρο αυτό της δικτατορίας θυμίζει ό,τι ήθελε να κάνει ο Γκέριγκ με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ (...) η δικτατορία ετοίμαζε μια μεγάλη προβοκάτσια, τον εμπρησμό του κτιρίου για να κάψει ζωντανούς τους αγωνιστές. Θα παρουσίαζε τα πράγματα έτσι απλά: «Τυχαία» έπιασε φωτιά το κτίριο από τα καμινέτα και τα σπίρτα που έχουν οι αγωνιστές (...) και η διοίκηση παρά τις «απεγνωσμένες προσπάθειές» της δεν μπόρεσε να σώσει τους δεσμώτες. Οι αγωνιστές κατάγγειλαν έγκαιρα την προβοκάτσια και με την κινητοποίηση της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης σταμάτησαν το προετοιμαζόμενο έγκλημα.
1938. Ενα χρόνο τώρα η Ακροναυπλιά αντέχει. Οι δεσμώτες παλεύουν στήθος με στήθος με τη δικτατορία, οργανώνουν τη ζωή τους (...) προς τρεις κατευθύνσεις στρέφουν τις κύριες προσπάθειές τους. Οργανώνουν το συσσίτιό τους. Οργανώνουν τη μορφωτική δουλειά. Οργανώνουν την ψυχαγωγική - εκπολιτιστική δουλειά.
Ηταν πλούσια η εσωτερική ζωή της Ακροναυπλιάς. Η δικτατορία την σχεδίασε για μεσαιωνικό κάτεργο. Μα η ασάλευτη και αλύγιστη ψυχή των αγωνιστών της μετέτρεψε την Ακροναυπλιά σε πύργο λεβεντιάς και σε πανεπιστήμιο που σκορπούσε ολούθε φως. Κι άστραψε φως η Ακροναυπλιά!
Οταν κάποτε θα συγκεντρωθεί ό,τι γράφτηκε στην Ακροναυπλιά - υπομνήματα στην κυβέρνηση και στον διοικητή του στρατοπέδου, μαθήματα, διαλέξεις, μονογραφίες, στίχοι, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα, μεταφράσεις, αναμνήσεις, απομνημονεύματα κλπ. κλπ. στα χρόνια 1937 - 1943 - θα γεμίσουν κάμποσοι τόμοι.
Το βασικό μέτωπο, το κύριο ζήτημα στα 1938 - 1939, είναι η πάλη ενάντια στις «δηλώσεις μετανοίας» (...) μάταια περίμενε η δικτατορία να σπάσει το ηθικό των κρατουμένων και να πετύχει μαζικά «δηλώσεις μετανοίας». Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Πώς να καταλάβει ότι και τα πιο φοβερά μέτρα σπάζουν σαν σαπουνόφουσκες μπροστά στην αδάμαστη θέληση και απόφαση των αγωνιστών. Το άδικο ποτέ δεν μπορεί να νικήσει. Κάθε μέτρο της δικτατορίας ατσαλώνει τους δεσμώτες, τους κάνει πιο δυνατούς στα χέρια και στο νου.
Στις 6 του Απρίλη 1941 εισβάλλουν στην Ελλάδα οι χιτλερικές ορδές... Οι κρατούμενοι της «Ακροναυπλίας περιμέναμε αυτήν την επίθεση και δε μας ξάφνιασε. Γίνονταν στην Ακροναυπλία συζητήσεις, αν ο λαός και ο στρατός μας θα μπορούσαν να αντέξουν στη φοβερή επίθεση των χιτλερικών με τα άρματα μάχης, τα μηχανοκίνητα στρατεύματα και τις εκατοντάδες αεροπλάνα. Σ' αυτές τις τραγικές στιγμές, οι ξενόδουλοι στρατηγοί του δικτάτορα Μεταξά και του βασιλιά Γλίξμπουργκ, ενώ ο στρατός με συγκρατημένη την ανάσα και ματωμένος πολεμούσε, προδίνουν στρατό και λαό και διευκολύνουν την υποδούλωση της χώρας στους Χίτλερ και Μουσολίνι. Οι προδότες στρατηγοί Τσολάκογλου, Μπάκος, Δεμέστιχας, Πολύζος και άλλοι, που διηύθυναν τις ελληνικές μεραρχίες στην Ηπειρο, συνθηκολόγησαν. Ανοιξαν τα σύνορα στις στρατιές του Χίτλερ και Μουσολίνι. Τα χιτλερικά τανκς προχωρούν χωρίς αντίσταση για να καταλάβουν την Αθήνα, την πρωτεύουσα της Ελλάδας. Οι αγγλικές μεραρχίες του στρατηγού Ουίνστον υποχωρούν χωρίς να δώσουν καμιά μάχη. Το μόνο που ενδιαφέρονται είναι πώς να σώσουν τον εαυτό τους, αδιαφορώντας για την Ελλάδα και το λαό της...
Η χιτλερική αεροπορία βομβαρδίζει το κάτεργο της Ακροναυπλίας. Απ' τις 21 - 25 του Απρίλη 1941 οι δεσμώτες της Ακροναυπλίας περνούν εφιαλτικές μέρες. Επί πέντε μέρες από τις 6 η ώρα το πρωί, μέχρι τις 6 η ώρα το βράδυ χιτλερικά αεροπλάνα τύπου Στούκας βομβαρδίζουν κατά κύματα την Ακροναυπλία και τα αγγλικά καράβια στον Αργολικό Κόλπο.
...Σφυρίζουν τα Στούκας και πέφτουν σαν το χαλάζι οι χιτλερικές βόμβες. Και το βράδυ σαν βασίλευε ο ήλιος, κουρασμένοι και ανάστατοι, πέφταμε να κοιμηθούμε. Πόσο βαρύς ήταν αυτός ο ύπνος! Στα όνειρά μας βλέπαμε, πως μας βομβαρδίζουν τα Στούκας...
Οι χιτλερικοί αεροπόροι βομβάρδιζαν τα αγγλικά καράβια, αλλά είχαν, επίσης για στόχο τους και την Ακροναυπλία, όπως μας είπαν οι ίδιοι οι Γερμανοί, όταν κατέλαβαν τα Ναύπλιο:
-- Ακόμη ζείτε! Ηταν οι πρώτες λέξεις των χιτλερικών αξιωματικών, όταν μπήκαν στην Ακροναυπλία. Εμείς σας ρίξαμε εκατοντάδες βόμβες...
Σωθήκαμε μόνο στην τύχη. Μα και γιατί, όπως ήταν κωνικός ο βράχος της Ακροναυπλίας, οι βόμβες έπεφταν ξυστά και παρασύρονταν στη θάλασσα. Μια δέσμη από βόμβες, που έπεσαν δίπλα στο κτίριο της Ακροναυπλίας, δεν έσκασαν. Ισως κάποιο σαμποτάζ πατριώτη της Γερμανίας να έσωσε τη ζωή εκατοντάδων κρατουμένων.
Τις μέρες αυτές η Ακροναυπλία έμοιαζε με κόλαση. Τη νύχτα φεύγουν από το Ναύπλιο οι Αγγλοι και Ελληνες επίσημοι για την Κρήτη και την Αίγυπτο. Ενα αγγλικό καταδρομικό έχει μισοβυθισθεί στο λιμάνι του Ναυπλίου. Κάποια χιτλερική βόμβα το 'χει χτυπήσει στην μπουρού του και σφυρίζει δαιμονισμένα, μέρα - νύχτα, σαν να 'χει στοιχειώσει... Παρακολουθάμε απ' τα παράθυρα τη μάχη ανάμεσα στο αγγλικό καταδρομικό και τα Στούκας. Ενας Νεοζηλανδός ώρες ολόκληρες πολεμούσε ηρωικά, με το αντιαεροπορικό του, έριξε μάλιστα ένα Στούκας που κάηκε στον αέρα. Στο τέλος το αντιαεροπορικό σίγησε και ο Νεοζηλανδός ήρωας έπεσε νεκρός!
...Ενα άλλο εμπορικό καράβι, γεμάτο νιτρογλυκερίνη έχει πάρει φωτιά. Από στιγμή σε στιγμή είναι έτοιμο να εκραγεί. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από το βράχο της Ακροναυπλίας. Αν ανατιναχτεί δε θα μείνει τίποτε από το κάτεργό μας και από μας. Η ζωή εκατοντάδων ανθρώπων βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Η επιτροπή μας πήγε, όταν το 'μαθε την τελευταία στιγμή, στο διοικητή και ζήτησε να μας αφήσει ελεύθερους, για να σωθούμε! Σ' απάντηση αυτός δυναμώνει τη φρουρά και καλεί σε ενίσχυση κι άλλους χωροφύλακες απ' το Ναύπλιο οπλισμένους με βαριά πολυβόλα. Μας επιτρέπει να βγούμε στο προαύλιο, που ήταν πριν μπεις στο κύριο κτίριο της Ακροναυπλίας για να 'μαστε κάπως αραιωμένοι. Ομως το προαύλιο αυτό μόλις χωράει καμιά 200ριά ανθρώπους. Ετσι, οι άλλοι έμειναν στο αντιαεροπορικό καταφύγιο και στα παράθυρα με τους χοντρούς τοίχους.
Ευτυχώς που φυσάει απ' τη στεριά αεράκι και το καράβι μέσα στις φλόγες απομακρύνεται 600 - 800 μέτρα μακριά απ' το βράχο της Ακροναυπλίας. Ξαφνικά ακούστηκε μια τρομαχτική έκρηξη, θα 'ταν η ώρα 14.00. Η Ακροναυπλία σείστηκε σαν να 'τανε αχυροκαλύβα. Δημιουργήθηκαν μεγάλες ρωγμές στους τοίχους, τα παράθυρα ξηλώθηκαν και ένα μέρος της στέγης χάλασε... Σ' ολόκληρο το Ναύπλιο δεν έμεινε τζάμι γερό!
...Μεγάλα κομμάτια από πυρακτωμένες λαμαρίνες του καραβιού έφτασαν μέχρι το προαύλιο του στρατοπέδου και έπεσαν μερικά μέτρα μακριά μας. Είμαστε φαίνεται ...τυχεροί. Σάν κατάπεσε η λάβα της φωτιάς και γαλήνεψε η θάλασσα, μετρηθήκαμε. Δεν λείπει κανένας! Δεν μας βρήκαν ούτε οι χιτλερικές βόμβες, ούτε η πυρακτωμένη λάβα απ' το ανατιναγμένο καράβι. Μείναμε στη ζωή, φυλακισμένοι σ' ένα μισογκρεμισμένο κτίριο. Και μ' ένα κέρδος: Οι χιτλερικές βόμβες και η ανατίναξη του καραβιού ...κατάργησαν την απομόνωση της Ακροναυπλίας. Δεν είχε πια κανένα νόημα. Ο διοικητής του στρατοπέδου αναγκάστηκε να φέρει αυτούς που ήταν στην απομόνωση μαζί μας.
Στο αναμεταξύ, οι χιτλερικοί κατακτητές έφταναν στην Αθήνα. Οι ελληνικές στρατιωτικές μονάδες είχαν διαλυθεί και οι φαντάροι γυρνούσαν σαν τα κοπάδια, από χωριό σε χωριό, για να εξασφαλίσουν λίγο ψωμί και μεταφορικό μέσο, για να πάνε στα μέρη τους. Οι τελευταίες μας πληροφορίες ήταν πως οι Γερμανοί πλησίαζαν στον Ισθμό της Κορίνθου.
Η Ομάδα μας με επιτροπή της απαιτεί απ' τη Διοίκηση του στρατοπέδου να μας αφήσει αμέσως ελεύθερους. Συγκεντρωθήκαμε μπροστά στις κιγκλίδες και φωνάζαμε να ανοίξουν οι πόρτες της φυλακής μας. Οταν άκουσε τις φωνές και είδε τόσο πολύ κόσμο στις κιγκλίδες ο διοικητής - ήταν τότε ο μοίραρχος Γιαννίκος, που τον αποκαλούσαμε «Κυριακή» απ' το όνομα του εκφωνητή της ελληνικής εκπομπής του ραδιοσταθμού του Βερολίνου - γίνηκε κατάχλομος και άρχισε να φωνάζει από την πόρτα του γραφείου του: «Εχετε το λόγο της στρατιωτικής μου τιμής, ότι αν οι Γερμανοί περάσουν τον Ισθμό, που είναι η τελευταία γραμμή αμύνης, διαθέτω εβδομήντα χωροφύλακες, κάμποσα οπλοπολυβόλα και βαριά πολυβόλα, θα πάρω κι εσάς και θα πολεμήσουμε μαζί».
Οπως έδειξαν τα πράγματα, ο κύριος διοικητής μάς έλεγε ψέματα για να μας καθησυχάσει... Κανένα λόγο στρατιωτικής τιμής δεν έχουν οι χαφιέδες. Ζητούσε απλώς να κερδίσει χρόνο. Για να εκπληρώσει την αποστολή που πήρε απ' τον Μανιαδάκη, να μας παραδώσει αιχμάλωτους στους καταχτητές για να μας εξοντώσουν!
Την άλλη μέρα επιτροπή μας (...) ζήτησε να παρουσιαστεί στον Εγγλέζο στρατηγό (αυτός ήταν τώρα ανώτατος διοικητής Πελοποννήσου) για να βάλει το ζήτημα της απόλυσής μας. Ο Εγγλέζος στρατηγός δεν τους δέχτηκε. Επιτροπή μας έκανε διάβημα και στον αντισυνταγματάρχη Πατέρη (...) υποσχέθηκε να μας αφήσει (...) μας παρέδωσε. Οπως είναι γνωστό, ο Πατέρης έγινε αργότερα αντιστράτηγος και αρχηγός της χωροφυλακής (...) οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ακροναυπλιά τις τελευταίες μέρες του Απρίλη του 1941. Η διχτατορία, ο Μανιαδάκης, η πλουτοκρατική ολιγαρχία που στήριζε τη διχτατορία μάς παρέδωσαν «διά πρωτοκόλλου» στους χιτλερικούς φασίστες σαν αιχμαλώτους πολέμου....
Τώρα, το κύριο πρόβλημα δεν είναι η πάλη με τις «δηλώσεις μετανοίας». Το καθήκον αυτό ξεπεράστηκε, ανήκε πια στην ιστορία των ηρωικών αγώνων της Ακροναυπλιάς. Αρχίζει το μαρτύριο της πείνας... Δεν προφτάσαμε να ξεπεράσουμε τη μεγάλη δοκιμασία, το μαρτύριο της πείνας, προβάλλει ένας άλλος, πιο μεγάλος κίνδυνος, οι εκτελέσεις για αντίποινα. Η Ακροναυπλιά φτάνει στο ζενίθ των θυσιών της.
Η Ακροναυπλία βαδίζει πια προς το... τέλος της. Σε λίγο θα ανήκει στην ιστορία, θα γίνει θρύλος, θα γίνει τραγούδι. Και μ' αυτό, όπως και με όλους τους ένδοξους αγώνες του λαού της Ελλάδας, θα διαπαιδαγωγούνται οι ερχόμενες γενιές, θα παίρνουν παράδειγμα για καθοδήγηση οι νέοι, οι αγωνιστές.
Την ίδια στιγμή, που μεταφέρονταν οι σύντροφοί μας στα Ιταλικά και χιτλερικά κάτεργα, συνεδρίαζε η Κομματική Επιτροπή της Ακροναυπλίας, με όσα μέλη της δεν είχαν μεταφερθεί ακόμα αλλού. Προετοίμαζε, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματός μας, έναν κατάλογο από 57 συντρόφους, για να μεταφερθούν σαν άρρωστοι φυματικοί στο σανατόριο, απ' όπου θα μπορούσε να οργανωθεί η απελευθέρωσή τους.
Η Κομματική Επιτροπή της Ακροναυπλίας επωφελήθηκε από την πάλη που έκανε ο λαός της Ελλάδας για τη σωτηρία των αγωνιστών της Ακροναυπλίας και από την πρώτη υποχώρηση των Ιταλών φασιστών, που δέχτηκαν να μεταφέρουν τους αρρώστους Ακροναυπλιώτες σε σανατόριο της Αθήνας για να θεραπευθούν. (...) Η Ακροναυπλία σχεδόν είχε αδειάσει. Πάνω από 500 αγωνιστές είχαν κιόλας μεταφερθεί σε άλλα στρατόπεδα και ορισμένοι, ατομικά, σε νοσοκομεία. Μέναν μόνο οι 57 άρρωστοι - φυματικοί στο Β' θάλαμο και από κει μεταφέρθηκαν σ' ένα μικρό θάλαμο που κοιμόνταν άλλοτε οι χωροφύλακες της φρουράς.
Στο νέο τους θάλαμο, οι 57, μοιάζουν σαν να 'ναι χτισμένοι στο μνήμα τους... Περνούν όμως οι βδομάδες, κλείνει και ο δεύτερος μήνας και κανένα φως στον ορίζοντα... Αντί για σανατόριο οι άρρωστοι - φυματικοί μένουν ακόμα στην Ακροναυπλία. Ψιθυρίζεται ότι θα τους μεταφέρουν κι αυτούς σε άλλο γερμανοϊταλικό στρατόπεδο. Στο αναμεταξύ, συνεχίζεται, έξω, η πάλη για τη μεταφορά μας στο Σανατόριο «Σωτηρία» της Αθήνας. Ο λαός δεν μπορεί να μας ξεχάσει. Το Κόμμα μας, στα 1943, έχει πια δυναμώσει και οργανώνει την απόδρασή μας. Παλεύουμε και μεις, φωνάζουμε το διοικητή, τους γιατρούς και απαιτούμε να μεταφερθούμε.
Τέλος, έρχεται η έγκριση να μεταφερθούμε στην Αθήνα, στο Σανατόριο «Σωτηρία». Το πρωί της 27 Φλεβάρη 1943, ύστερα από 6 χρόνια μαρτυρική ζωή και ηρωική πάλη, κλείνει το κάτεργο της Ακροναυπλίας. Οι 57 αγωνιστές, που φύγαμε τελευταίοι, πήραμε τα κλειδιά της.
Οταν ροβολούσαμε απ' το πίσω μέρος του βράχου, κάτω απ' τη σκιά των μεσαιωνικών φυλακών του Παλαμηδιού, δεμένοι και φορτωμένοι στην πλάτη τα ρούχα μας, πόσες και πόσες σκηνές, ευχάριστες και θλιβερές περνούσανε, ολοζώντανες, μπρος απ' τα μάτια μας... Οι θύμησες δεν μας άφηναν ούτε για μια στιγμή...
Χρόνια παρακολουθούσαμε, πίσω απ' τα μαύρα σίδερα της φυλακής μας, τον Αργολικό Κόλπο και τα γύρω βουναλάκια με τους πευκώνες, τα λεμονοδάση, τα πορτοκαλοδάση και άλλα οπωροφόρα δέντρα... Το αντιφέγγισμα του ολόγεμου φεγγαριού, όταν είχε πανσέληνο, στα νερά του Αργολικού Κόλπου... Και από μακριά (έξω απ' τον Αργολικό Κόλπο) ακούγαμε τους αέρηδες, που σφυριχτοί φυσούσαν και κύματα σήκωναν. Σαν το αντιβούισμα του λαού που παλεύει... Τι ωραία που είναι τα μέρη αυτά! Γλυκιά και όμορφη φύση, ηρωικές παραδόσεις λεβεντιάς και αγωνιστικό πνεύμα.
(....) Η Ακροναυπλία έκλεισε! Επαψε να χτυπά η καρδιά ενός αντιφασιστικού φρουρίου! Οι 625 αγωνιστές της Ακροναυπλίας σκορπίστηκαν σ' όλη την Ελλάδα, απ' τη Θεσσαλία μέχρι την Ηπειρο. Εκεί θα πυργώσουν καινούργια φρούρια, θα μεταδώσουν την πείρα τους σε χιλιάδες καινούργιους αγωνιστές και θα τους εμψυχώσουν με το δικό τους αγωνιστικό παράδειγμα.
Η δύναμη του λαού είναι ακατανίκητη και στο τέλος θα επιβάλει τη θέλησή της. Αυτό θα γίνει. Είναι βέβαιο. Με μία, όμως, προϋπόθεση:
Φτάνει οι κομμουνιστές να μην κάνουν "δηλώσεις μετάνοιας" μπροστά στις δυσκολίες και στις κάθε είδους πιέσεις. Φτάνει οι κομμουνιστές να μη χάσουν την πίστη τους στη δύναμη της εργατικής τάξης, του λαού και στις ιδέες τους.
Φτάνει οι κομμουνιστές να αισθάνονται ότι στον αγώνα τους αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα όλων των εργαζομένων και, επόμενα, δουλεύουν ακούραστα με σχέδιο για τη συσπείρωσή τους.
Φτάνει οι κομμουνιστές να μην υπολογίζουν τις θυσίες και να γνωρίζουν ότι ταξικός αγώνας χωρίς θύματα δε γίνεται.
Οσοι σήμερα προβάλλουν και επικαλούνται τις σημερινές δυσκολίες του αγώνα, για να δικαιολογήσουν την αδράνεια, το συμβιβασμό τους ή να προφυλάξουν τον εαυτό τους από τις "κακουχίες" του αγώνα, ας μελετήσουν καλύτερα την Ιστορία του ΚΚΕ. Οι δυσκολίες του παρελθόντος δε συγκρίνονται με τις σημερινές.
Η Ακροναυπλία μάς διδάσκει, μας δείχνει το δρόμο, το δρόμο του αγώνα και το δρόμο της νίκης. Οι Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές δεν ήταν υπεράνθρωποι. Είχαν σάρκα και οστά. Ολοι τους είχαν αγαπημένα πρόσωπα, γυναίκες, παιδιά, γονείς, που υπέφεραν μαζί τους αφάνταστες κακουχίες.
Ολοι τους αγαπούσαν τη ζωή και πονούσαν αφάνταστα για τις δυστυχίες των αγαπημένων τους, που ήταν απερίγραπτες.
Ηταν, όμως, αγωνιστές και πάνω από τον εαυτό τους έβαλαν τη δυστυχία των πολλών και το χρέος να τους αφυπνίσουν ταξικά και πολιτικά.
Πάνω από το προσωπικό συμφέρον, έβαλαν τα συμφέροντα των πολλών και τον αγώνα κατά της κοινωνικής αδικίας.
Ξεχώριζαν από τους πολλούς, όχι για τη σωματική τους αντοχή, αλλά για τη δύναμη των ιδεών τους, για τη γνώση των νόμων της κοινωνικής εξέλιξης και δεν εγκατέλειπαν ούτε στιγμή, ακόμα και στις πιο κορυφαίες στιγμές του οργίου της τρομοκρατίας και της πείνας, τη μελέτη της θεωρίας μας, τη ζωή του λαού.
Αντεξαν στα αναρίθμητα βασανιστήρια και στις δυσκολίες της φυλακής, γιατί ήταν βέβαιοι ότι η εξέλιξη δεν καθορίζεται από τη θέληση των ισχυρών, αλλά από τη δύναμη της πάλης των τάξεων και ότι αυτή καμιά δύναμη δεν μπορεί να την ακινητοποιήσει, να την καταργήσει, όπως δεν μπορεί κανένας να σταματήσει την κίνηση της Γης.
Αντεξαν, γιατί ήξεραν ότι κρατούσαν στα χέρια τους τις τύχες ενός ολόκληρου λαού, που πίστευε σ' αυτούς.
Προτιμούσαν γι' αυτό να δώσουν τη ζωή τους, παρά να προδώσουν την εμπιστοσύνη του, την αγάπη και το σεβασμό του λαού στο ΚΚΕ.
Πηγή: «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλιά», του Βασίλη Γ. Μπαρτζιώτα, έκδοση «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ».
Ο Δημήτρης Γληνός στην Ακροναυπλία
Στην Ακροναυπλία μεταφέρθηκε μαζί με άλλους συντρόφους από την Ανάφη, στις 7 του Μάη 1937, ο γνωστός πρωτοπόρος διανοούμενος και παιδαγωγός, βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου Δημήτρης Γληνός. Στην Ακροναυπλία ο Γληνός συνδέθηκε αξεδιάλυτα με τους μαρτυρικούς δεσμώτες. Ο Γληνός έγινε μέλος του ΚΚΕ στις αρχές του 1936.
Ο Δημήτρης Γληνός με την υπόδειξη και την καθοδήγηση της Κομματικής Επιτροπής αναπτύσσει στην Ακροναυπλία μια σοβαρή δράση, ιδιαίτερα στον τομέα της εγκυκλοπαιδικής μόρφωσης των συντρόφων. Εκεί κάνει τη σειρά των ωραίων διαλέξεών του με τον γενικό τίτλο «Οδηγός στη μόρφωση» και με τους ειδικότερους κλάδους «Πώς πρέπει να διαβάζουμε», «Πώς πρέπει να μιλάμε» και «Πώς πρέπει να γράφουμε». Ο Γληνός ήταν καλός ομιλητής, δάσκαλος και συγκινούσε τους ακροατές του με τον πειστικό και γλυκό λόγο του.
Ο Δημήτρης Γληνός - σε γράμμα του απ' την Ακροναυπλία - πολύ απλά και με τέχνη, αδρά και με το γνωστό ταλέντο του περιγράφει την Ακροναυπλία....
«Είναι μια ιδιαίτερη ψυχολογία που δημιουργείται στην ψυχή του δεσμώτη και που δεν την υποψιάζεται κανείς, όσο δεν την έχει δοκιμάσει. Τα σύνορα της εξωτερικής λευτεριάς - στην Ανάφη όταν ήμουνα ένιωθα για σύνορο την απέραντη θάλασσα σαν ένα τείχος που υψώνονταν στον ορίζοντα - εδώ το σύνορο είναι τα τετραγωνισμένα κάγκελα της φυλακής σ' όλα τα παράθυρα και οι ψηλοί τοίχοι που περιτριγυρίζουνε τη στενή αυλή - αυτά τα σύνορα αναγκάζουνε την ψυχή να βαθαίνει, να σκάβει με τα νύχια του λογισμού αδιάκοπα μέσα στα ίδια της τα βάθη, να γεμίζει τον άνθρωπο από πνευματικότητα, όταν βέβαια δεν την αποχαυνώνουν και δεν την αφήνουν να ξεπέσει σε μια ψυχική νάρκη. Εδώ μέσα σιγά - σιγά ο εξωτερικός κόσμος απομακρύνεται και δεν υπάρχει, γίνεται όνειρο λαχταριστό, μα όχι πραγματικότητα. Τα βουνά πέρα και ο πράσινος αργολικός κάμπος, το φεγγάρι της νύχτας, ο γαλάζιος ουρανός, η λιμνοθάλασσα που φαίνεται απ' τα παράθυρα της φυλακής, με το Μπούρτζι, στη μέση, ο βράχος με τις λίγες φραγκοσυκιές και τα μικρά δεντράκια που υψώνονται μπροστά στο παράθυρο δίπλα στο κρεβάτι μου, η τούφα με τις κόκκινες παπαρούνες που είναι φυτρωμένες απάνω στο βράχο και αργοκινούν την κόκκινη φλόγα τους με το ανοιξιάτικο αγεράκι, όλα αυτά τα θεία πράγματα τα βλέπω ημέρες τώρα τετραγωνισμένα από τα σίδερα της φυλακής και σιγά σιγά ξεθωριάζουνε, παύουνε να υπάρχουνε. Τόσο περισσότερο ο εσωτερικός κόσμος ζωντανεύει τα συναισθήματα, τις αναμνήσεις, τα πρόσωπα που λείπουνε μακριά και ζούνε μέσα στη φαντασία μας, όλα αυτά κινούνται ολοζώντανα μέρα και νύχτα. Δημιουργούνε μια πραγματικότητα έντονη, μια ζωή εσωτερική, ακοίμητη και το κάθε τι που έρχεται από τον κόσμο αυτό, χαρά και θλίψη, παίρνει μια απήχηση τεράστια - το κάθε τι έχει την πολλαπλή απήχηση της βαθιάς κοιλάδας του πόνου και της χαράς...».
Ακόμα ο Δημήτρης Γληνός σ' ένα γράμμα του με ημερομηνία 26 Σεπτέμβρη 1937 γράφει:
«Στις επάλξεις της φυλακής στέκεται σκληρή και στυγνή θεά η Αλήθεια. Εδώ μέσα δεν μπορεί να ζήσει το ψέμα, φεύγει. Απ' έξω δεν μπορεί να πλησιάσει, τσακίζεται... Ευλογημένα αυτά τα 300 σκαλοπάτια της Ακροναυπλίας που δεν αφήνουνε να φτάσει ως εδώ παρά μόνο την Αλήθεια...».

28 Ιουλ 2012

Πορεία


Πορεία






Παπαγεωργίου Βασίλης

Λεωφόρος κάπως ανηφορική. Κατάστρωμα ολοάδειο. Πήχτρα τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια, οι ταράτσες. Σκαρφαλωμένοι και στα μεγάλα δέντρα.




Από το βάθος πέρα, στη στροφή, οι «πρώτοι» σ' εκείνο το σημείο αρχίζουν το χειροκρότημα. Ωστε φάνηκαν. Το παίρνουν οι πλαϊνοί. Κι όσο ο κόσμος πλημμυρίζει την ανηφορική λεωφόρο, το χειροκρότημα τραβά προς τα πάνω, παράλληλα με την πορεία. Σαν σκυτάλη περνά από κομμάτι σε κομμάτι, ταυτόχρονα και στα δυο αντικριστά πεζοδρόμια και πάνω, στα κτίρια. Πολλοί εγκαταλείπουν τη θέση τους, άλλοι γλιστρούν από τα δέντρα, χώνονται στον κορμό που περνά. Σχεδόν κάθε ηλικία. Από μικρά παιδιά σε καροτσάκια μέχρι κάπου εκεί στα ογδόντα. Και πατερίτσες κι αναπηρικά αμαξίδια.


Από μακριά, οπτικά μια σύνθλιψη όπου κυριαρχεί το άσπρο. Κυβιστικά σχέδια Πικάσο. Από απόσταση, τα χρώματα φαντασμαγορικό παιγνίδισμα. Σαλεύουν αδιάκοπα, ζωγραφική αφηρημένου εξπρεσιονισμού όταν μισοκλείνεις τα μάτια. Από κοντά, κάτι πιο στατικό. Μια σύνθεση μπαρόκ, πολύχρωμα φορτωμένη θολωτή οροφή ναών.


Καθώς ξεπροβάλλει απότομα ο ήλιος, σκληρές αντιθέσεις φωτός και σκιάς τρεμοσβήνουν σε πρόσωπα, σε μαλλιά, σε ρούχα, σε μέταλλα, σε πανό, σε πλακάτ. Μείγμα από χρώματα, ό,τι βλέπει το μάτι στο φυσικό του. Μια τεράστια εικόνα ή εικόνες - εικόνες, δοσμένες ιμπρεσιονιστικά.


Από πάνω, μπαλόνια με φόντο ασημί - άλλα σε σχήμα καρδιάς, άλλα πελώριοι γυρίνοι με μακριά, λεπτεπίλεπτη ουρά - στραφταλίζουν, ψευτοχορεύουν ανάλαφρα, ακυβέρνητα ταξιδεύουν σαν ζαλισμένα.


Οι ντουντούκες ρίχνουν συνθήματα. Τα αρπάζουν πορεία, πεζοδρόμια, μπαλκόνια, ταράτσες. Υψωμένες, αεικίνητες γροθιές σφυρηλατούν υποσχέσεις, όρκο και ένταση. Εμβατήρια συγχρονίζουν ευφορία, κίνηση, συγκίνηση. Ανεβαίνουν ως πάνω, ξεπερνούνε καλώδια, στέγες, μπαλόνια. Τραβούνε στα πλάγια, ακτινωτά, σε παρόδους και δρόμους, σε ισόγειες και υπόγειες στοές σαν ηχεία.


Σε φορετά κασετόφωνα ταινίες ξετυλίγουν βροντόφωνα τραγούδια. Δίνουν το τέμπο στο βήμα, κατακλύζουν το αίμα στις φλέβες, εδραιώνουν το πείσμα, εντείνουν παλμό, ατσαλώνουν τη θέληση.


Νερατζιές κατά μήκος. Αναψυκτικά και κουλούρια σε κάθε καντούνι. Η ατμόσφαιρα μυρίζει νεράτζι, λεμόνι, σησάμι, ιδρώτα και σκόνη. Η γεύση, πότε πικάντικη, πότε γλυκόπικρη, πότε στυφή με μια αίσθηση δίψας. Η αφή, λίγο σαν μούδιασμα σε παλάμη υγρή, γλιστερή.


Ξαφνικά λίγο πριν την πλατεία, μες στην ελπίδα, μες στην ανάταση, μαυροφόροι με τραχιά τετράγωνα πρόσωπα και μαύρα γυαλιά περπατούνε παράλληλα, ξεστομίζουν άλλα συνθήματα:


- Πόλεμος ίσον ευμάρεια. Πολύ αργοπορεί.


- Ισον δουλιά. Οχι ανεργία.


Ενας μαθητής, με κοριτσίστικη ακόμα φωνή, φωνάζει:


- Ισον να πάτε εσείς να σκοτωθείτε αφού σας αρέσει.


- Βούλωσ' το, βυζανιάρικο. Πες στη μαμά να σου βάλει πιπέρι απάνω και κάτω, εκεί που ξέρει.


Χέρια τραβούν το αγόρι προς τη μέση. Οι μαυροφόροι κραυγάζουν:


- Χαραμοφάηδες, τσογλάνια, δουλιά δεν έχετε, δουλιά βρήκατε.


- Πιάσατε το τροπάρι της ειρήνης.


- Πανηγύρια και τροπάρια.


- Αθεοι.


- Πουλημένοι.


- Α, μωρέ τσούλες, φοράτε βρακί;


Και τα άσεμνα πέφτουν βροχή. Παίζουν στα χέρια τους βαριές αλυσίδες χτυπώντας την άσφαλτο. Οι άλλοι διαβαίνουν απτόητοι, αποφεύγουν την πρόκληση, αγνοούν τη μαυρίλα, δυναμώνουν τα εμβατήρια, τινάζουν σφιγμένες γροθιές στον αέρα. Και οι μαύροι γελούνε, σαρκάζουν, απειλούνε:


- Θάνατος στους ειρηνιστές.


- Παλούκωμα στα καθάρματα.


Οι νέοι της περιφρούρησης προσπαθούν να τους εγκλωβίσουν, να προλάβουν αυτό που προβλέπουν.


- Κοκορόμυαλοι νέοι, θα γενείτε σαπούνι.


- Ούτε σαπούνι. Θα βρωμίσουνε χέρια.


- Κιμαδάκι, λοιπόν.


- Ούτε. Στο άντερό μας φαρμάκι.


Ο ίδιος μαθητής πηδάει πάνω από τ' άλλα κεφάλια. Μπήγει φωνή:


- Αντεροβγάλτες, αντεροβγάλτες.


Κι αμέσως, σαν να τον καταπίνει η γη. Οι μαύροι χαχανίζουν. Χάχανο άγριο και τρομερό.


- Στη φωτιά, στη φωτιά.


- Στο πυρ το εξώτερον.


Σπαν τον κλοιό, πετούνε μολότοφ. Σ' αυτό το σημείο, η τραυματισμένη πορεία χωρίζεται σε δύο, σε τρία, σε πάμπολλα κομμάτια. Φλόγες, καπνός, αλαλητό και κακό. Αναποδογυρίζουν καροτσάκια, θρυμματίζονται γυαλιά, χάνονται παπούτσια και ρούχα, στριγκλίζουν παιδιά, πέφτουν προπάντων ανάπηροι, ποδοπατιούνται μικροί και μεγάλοι, τσακίζονται πανό και πλακάτ. Εκτοξεύονται κομμένα, ακατάληπτα λόγια. Αίμα, οιμωγή και οδυρμοί.


Οι μπρος - μπρος συνεχίζουν ακάθεκτοι. Οι πίσω σταματούν, διακλαδίζονται σε δρόμους και δρομάκια. Οι πίσω - πίσω αναχαιτίζονται, μα ακόμα δεν ξέρουν. Μια κοπέλα αρπάζει ντουντούκα. Αλαλάζει:


- Αγωνιζόμαστε και για σας. Ο όλεθρος δεν ξεχωρίζει πρόσωπα.


Τη ρουφάει η λαοθάλασσα. Στην άσφαλτο, ανάσκελα, ανάμεσα σε σώματα και πτώματα, προλαβαίνει ν' αντικρίσει μια κουκκίδα στον ουρανό. Ενα μπαλόνι κατάφερε να ξεφύγει ψηλά.


Κασετόφωνα μπρος - μπρος και πίσω - πίσω ξετυλίγουν ακόμα τραγούδια, εμβατήρια. Στο ρείθρο, ένα τρανζίστορ - άθικτο σαν από θαύμα - εκπέμπει, σε μετάφραση, δηλώσεις για νέους εξοπλισμούς, απαραίτητους για... δημοκρατία και ειρήνη.


Τώρα η σειρά τους. Από ώρες πανέτοιμοι. Χοροπηδούνε πρώτα επιτόπου. Προθέρμανση. Τελευταία σύντομη προπόνηση. Αθλητές πριν ριχτούνε στο στίβο. Ομοιόμορφοι, απρόσωποι, κρανοφόροι με μάσκα και γιλέκο αλεξίσφαιρο ορμούνε στο πλήθος κραδαίνοντας ρόπαλα. Μανία, λύσσα, αμόκ. Σαν από προσωπική εκδίκηση. Χτυπούν, χτυπούν όπου βρούνε. Γλεντούνε. Τρίζουν τα δόντια. Πετούν καπνογόνα ακόμα και σε κατάκλειστα, χαμηλά μπαλκόνια. Πετούνε, τυφλώνουν, πνίγουν. Χτυπούνε, πληγώνουν, τσακίζουν, σκοτώνουν. Γλεντούνε. Από το στόμα τους, κάτω από τη μάσκα, με ζαλιστική μπόχα ποτού και κάτι άλλου, ξεχύνεται χείμαρρος προπάντων πορνό. Τους τονώνει τα μέλη, τους τεντώνει τα νεύρα. Υπερδιέγερση στο κατακόρυφο. Κάτω απ' τη μάσκα, στα χείλη τους τρεμουλιάζει, στην κυριολεξία, αφρός. (Μα το πλήθος δε βλέπει.) Στα τύμπανά τους δονούνται αρχέγονοι, μεφιστοφελικοί απόηχοι. Μέσα απ' τα βλέφαρά τους κολυμπούνε οράματα δράκων, άτεχνες ζωγραφιές βρικολάκων, λιονταριών που σπαράζουν τη λεία τους, εκδορέων, σφαγέων που τεμαχίζουνε ζώα, θρίλερ πολύ πέρα από Χίτσκοκ, λαϊκίστικη κινηματογραφική υπερπαραγωγή φόβου και τρόμου. Η φαντασία τους ξανοίγει σε καζάνια κανιβάλων, σε λάβα ηφαιστείων, σε παλαιά και νέα άντρα βασανιστηρίων και οργίων, σε θεάματα Ρωμαίων μονομάχων και Ισπανών ταυρομάχων, σε αρένες πρώτων χριστιανών και θηρίων, σε καρχαρίες που ακρωτηριάζουν. Τροφοδοτείται με ρυθμό επιτάχυνσης, πυρπολείται, ανταγωνίζεται να ξεπεράσει, να δώσει εικόνες διαστροφής ακόμα πιο πολυσύνθετες, πιο διαστρεβλωτικές, πιο σατανικά και σαδιστικά «ηδονικές», πιο φρικαλέες, άγνωστων ως τώρα τεράτων.


Μια οργανική ανάγκη να συνεχίζουν, να προκαλούν οργασμό, να παρατείνουν την απόλαυση, ν' αναβάλλουν την κάμψη.


Δεν είναι άνθρωποι. Οχι, είναι. Ο προηγούμενος χαρακτηρισμός θα ήταν μια άδικη κατηγορία για άλλα πλάσματα του πλανήτη.


Ολοι τους, επίλεκτοι απόφοιτοι ειδικής σχολής.


(Το διήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο διηγημάτων «Οπου δε δείχνει το βέλος». 1987, εκδ. «ΙΩΛΚΟΣ»)


Της Ελένης ΒΟΪΣΚΟΥ


    


 Σελ. /24     

Ο μπάρμπα - Γιαννούλης


Ο μπάρμπα - Γιαννούλης






Παπαγεωργίου Βασίλης

Πάει κι ο μπάρμπα - Γιαννούλης... Μας άφησε χρόνους. Πήγε κι αυτός να βρει τους άλλους, της «παλιάς φρουράς», εκεί στον Αη-Λια, κάτω απ' τα ψηλά τα κυπαρίσσια...




Τα τελευταία χρόνια, είχε καταπέσει πολύ. Τρανός πολύ δεν ήταν, ό,τι είχε πατήσει τα εβδομήντα, αλλά τον έφαγαν τα βάσανα και τα κιντέρια. Αλβανία, πόλεμος, Κατοχή, κι ύστερα πάλι πόλεμος, Εμφύλιος αυτός ο δεύτερος, χειρότερος απ' όλους, σαράκωσαν λίγο λίγο το παλιό σκαρί. Και έπεσε αυτός ο πλάτανος, που έλεγες δεν τον λυγάει ο χάρος, που να παλεύει χίλια χρόνια. Με ειδοποίησαν στην Αθήνα, έλα, ο μπάρμπας σου ο Γιαννούλης πεθαίνει. Τον έχουμε στο νοσοκομείο στη Λάρισα. Ταξίδευα όλη τη νύχτα, με ένα σαραβαλάκι αυτοκίνητο που αξιώθηκα ν' αγοράσω, και ξημέρωσα στη Λάρισα. Μόλις με είδε, τον πήρε το παράπονο. Με αγκάλιασε με τα ξερακιανά του χέρια και δε με άφηνε απ' την αγκαλιά του.


- Καλώς τον ανιψιό μου! Ελα. Πάει ο μπάρμπα σου. Σηκώνει τα πανιά... Τον είχαν στο οξυγόνο, στο «μηχάνημα». Δυο τρεις μέρες τον παίδευαν εκεί. Υστερα τον πήραμε. Τον πήγαμε στο χωριό, να πεθάνει τουλάχιστον στο σπίτι του.


Ερχονταν οι χωριανοί να τον ιδούν. Εμαθαν ότι σώνεται το λάδι στο καντήλι του, και έρχονταν δυο - δυο, τρεις - τρεις, να τον αποχαιρετήσουν. Ηρθε κι ο Καραΐσκος. Ανιψιός κι αυτός.


- Ε, βρε μπάρμπα - Γιαννούλη! Τι είναι αυτά που μας κάνεις τώρα... Αϊντε, σήκω. Να κάνουμε πάλι μια κουμπανία, να πάμε για τα γρούνια, για τις μπεκάτσες.


- Α χα, α χα, θα πάμε..., πικρογέλασε ο μπάρμπα -Γιαννούλης. Τώρα, ταχιά, την άλλη... Σαν έρθει ο κουμπάρος ο Μιχάλης με τη χαντζιάρα...


Ελεγε μια ιστορία, για τον Μιχαήλ, τον Αρχάγγελο. Είχε, λέει, έναν κουμπάρο σ' ένα χωριό, εδώ στον Απάνω Κόσμο. Κουμπάρο και φίλο καρδιακό.


- Βρε, κουμπάρε, του λέει μια μέρα ο χάρος. Θέλω να σου κάνω ένα καλό.


- Σαν τι καλό να μου κάνεις, βρε κουμπάρε;


- Θέλεις να βγάλεις πολλά λεφτά;


- Αμ δε θέλω, κάθομαι;...


- Θα σε κάνω γιατρό.


- Γιατρό; Απόρησε ο κουμπάρος.


- Ναι, γιατρό, ξαναείπε, ο χάρος. Εμένα, άλλος κανένας δε με βλέπει, όταν με στέλνει το Αφεντικό. Εσένα, θα σε κάνω να με βλέπεις. Θα κάνεις το γιατρό θα πας στον άρρωστο, κι άμα με βλέπεις να κάθομαι απ' το κεφάλι του, δίπλα στο προσκέφαλο, σήκω φεύγα. Δεν έχει γιατρειά. Αμα με βλέπεις να κάθομαι απ' τα ποδάρια του, εντάξει, θα λες, τον αναλαβαίνω. Δώσε ό,τι φάρμακο θέλεις. Ενα σκονάκι σκέτο ζαχαράκο, και θα γίνεται καλά.


- Σώπα, ρε παλαβέ..., δίσταζε ο κουμπάρος.


- Τι, σώπα..., έτσι που σου λέω θα γίνει.


Ετσι κι έγινε. Γιατρός ο κουμπάρος! Και ποτές δε λάθευε. Και από πελατεία, άσωτη. Λεφτά; Εκατομμύρια!


Αλλά, κάποτε ήρθε και η δική του η σειρά. Πέφτει ο «γιατρός» στο κρεβάτι, πάρτον σε λίγο και τον κουμπάρο το Μιχάλη. Πηγαίνει, ο μάγκας, και στρογγυλοκάθεται δίπλα στο προσκέφαλο. Τον βλέπει ο κουμπάρος και τον έκοψε κρύος ιδρώτας.


- Βρε κουμπάρε..., του κάνει στα μουλωχτά, για να μην τον ακούσουν οι άλλοι.


- Δυστυχώς..., του λέει ο Αρχάγγελος. Εντολή απ' το Αφεντικό. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα...


- Στο προσκέφαλο... Το καλαμπούριζε τώρα κι ο μπάρμπα - Γιαννούλης. Εδώ θρονιάστηκε, ο π... κι αυτός.


Ο Δυσσέας, ο εγγονός του, παλικαράκι, δεκαπέντε δεκαέξι χρονώ, του 'φερε ένα ποτήρι νερό, να πιει, να σταματήσει το βήχα που τον έπνιγε κάθε τόσο. Εκατσε δίπλα του, αμίλητο, κι έπιασε να χαϊδεύει με το χέρι του τα μαλλιά του παππού.


Ο Δυσσέας! Η χαρά του η πιο μεγάλη. Είχε κι έναν άλλον Δυσσέα. Το γιο του το μεγάλο. Ενα λιοντάρι ανήμερο, που «δρασκελούσε τα βουνά και ριζιμιά κουνούσε». Τον έφαγε κι αυτόν, μαζί με τόσα άλλα παλικάρια, ο μαγκούφης ο Εμφύλιος. Του απόμεινε ο Αντρέας, το άλλο παιδί του, το μικρότερο. Παντρεύτηκε, κι είχε κι ένα κοριτσάκι, δυο χρονώ. Η Βαΐτσα, η νύφη του, ήταν πάλι γκαστρωμένη. Κι ο μπάρμπα-Γιαννούλης καθόταν στα καρφιά. Αν το 'βγαζε και τούτο κορίτσι, θα πέθαινε απ' τον καημό του.


- Θέλω παιδί, μωρέ... Σερνικό. Να βγάλουμε του Δυσσέα μας τ' όνομα, έλεγε. Δυσσέας Κοντοϊάννης, μωρέ! Θα χαθεί τ' όνομα...


Ηρθε η ώρα να γεννήσει η Βαΐτσα, και δυσκολεύονταν. Το 'φερνε ανάποδα το παιδί. Το τηλέφωνο στο σχολείο, ένα και μοναδικό για όλο το χωριό, κι αυτό χαλασμένο...


Καβαλικεύομε από ένα ποδήλατο, να πάμε να φέρουμε το γιατρό απ' την Καρδίτσα. Βαρούσαμε πεταλιές, μέσα στη νύχτα. Σκοτάδι, πίσσα... Κι ούτε ένα φανάρι στα ποδήλατα, ούτε τίποτα... Ο δρόμος, λάσπη και λακκούβες, και χοντρά χαλίκια, ποταμόπετρες.


Τραβούσα εγώ μπροστά, κι από πίσω ο μπάρμπα - Γιαννούλης, εδώ να πέσει, εκεί να πέσει, μέσα στις λακκούβες και στις λάσπες. Φτάνουμε, κακά ψυχρά, στην Καρδίτσα, ο γιατρός έλειπε. Πήγε σε άλλο χωριό. Ανάγκη μεγάλη, είπε η γυναίκα του. Εβγαλε απ' τα στήθια του έναν αναστεναγμό ο μπάρμπα - Γιαννούλης, που τον λυπήθηκε η ψυχή μου.


- Πολύ θα σε παρακαλέσω, είπε ύστερα στη γυναίκα. Πες τον, άμα γυρίσει. Στη Σέκλιζα, πες του. Στου Γιαννούλη του Κοντοϊάννη. Ξέρει αυτός. Κινάμε πάλι, τα μπρος πίσω, με τα ποδήλατα, για το χωριό. Δρόμος άσωτος... Πέτρες και λακκούβες, και σκοτάδι πήχτρα. Είχε ξεθεωθεί. Χραμπάλιζε η ανάσα στο λαρύγγι του, σαν να ήθελε να βγει η ψυχή του. Είχε τενιάσει απ' την κούραση και την αγωνία.


Κοντά στο χωριό, στα κήπια του αυλακά, βρήκαμε το Θωμά, το γιο του αδερφού του. Βγήκε κι αυτός τον κατήφορο, με το ποδήλατο και μ' ένα φακό στο χέρι, να ιδεί τι γινήκαμε.


- Τι συμβαίνει, βρε;... έκανε, όλος λαχτάρα και αγωνία ο μπάρμπα - Γιαννούλης.


- Εντάξει, μπάρμπα, εντάξει. Το 'κανε! είπε ο Θωμάς χαρούμενα.


- Τι είναι, βρε; Τι είναι; ρώτησε, και, βουχ, βουούχ, ο βήχας τον έπνιξε πάλι στο λαιμό.


- Παιδί, μπάρμπα, παιδί! Αγόρι!


- Αγόρι, βρε; Παίδαρος; Τον βγάλαμε, βρε, το Δυσσέα; Τον έχει έτσι σιαπάν τον π...; Είπε έτσι χοντρά τη λέξη, σηκώνοντας το μεγάλο δάχτυλο του χεριού του τον ανήφορο.


- Α, να μο ζήσεις, Βαΐτσα, περιστέρα μου... Α, να μο ζήσεις, Αντρίκο, πουτσαρά μου!..., είπε ύστερα, και τα γόνατά του λύγισαν.


Πέταξε πέρα, στις λάσπες, το ποδήλατο. Εκατσε κατάχαμα, δίπλα στο χαντάκι, και χούφτωσε το πρόσωπο με τα δυο του χέρια. Τον έλαβε μια χαρά, κι ένα παράπονο, άλλο σόι. Χαρά, για το Δυσσέα, το εγγόνι του τ' αρσενικό που ήρθε. Παράπονο φαρμακωμένο, για τον άλλο Δυσσέα, το γιο του, που χάθηκε στο δεύτερο αντάρτικο, στον Εμφύλιο. Το λιοντάρι εκείνο, που δρασκελούσε τα βουνά. Που περνούσε με το ιππικό του Γαζή, κι ήταν απάνω στην κόκκινη φοράδα του, σαν τον Αη-Γιώργη τον καβαλάρη.


- Φευγάτε εσείς, είπε χωρίς να γυρίσει να μας κοιτάξει. Θα έρθω εγώ. Πάρτε και το ποδήλατο. Εμεινε εκεί, με το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες, να κοιτάζει το χαντάκι.


Εκανα νόημα στο Θωμά. Πήραμε και το δικό του το ποδήλατο και κινήσαμε για το χωριό. Να τον αφήσουμε μονάχο. Ηθελε να κλάψει. Και δεν ήθελε να τον βλέπουμε. Περήφανος άνθρωπος...


Τώρα, στα τελευταία του, κρατάει το χέρι του Δυσσέα, του εγγονού του και τον κοιτάει, τον κοιτάει στα μάτια, αχόρταγα. Σαν να θέλει να τυπώσει μέσα του αυτό το γλυκό πρόσωπο, που του θυμίζει και τον άλλο, τον μεγάλο Δυσσέα του που χάθηκε. Να την πάρει αυτή τη γλυκιά εικόνα μαζί του, για πάντα. Κοιτάζει τώρα γύρω του, όλους τους δικούς του, έναν έναν, και κουβεντιάζει με όλους. Δε χορταίνει κουβέντα... Και, σαν μεγαλύτερος, σε όλους έχει να πει κάτι. Να δώσει μια συμβουλή, μια ορμήνια. Στη νύφη του, τη Βαΐτσα. Στον Αντρέα, το γιο του. Στη γριά του, την κυρα-Χρυσώ, που στάθηκε δίπλα του κερί αναμμένο, πενήντα ολόκληρα χρόνια.


Υστερα θυμήθηκε το φίλο του, τον Πρόκοβα.


- Εχω έναν φίλο στα Γιάννινα, στο Μπιζντούνι. Γιάννος Πρόκοβας. Καρντάσης! Φίλος γκαρδιακός. Περάσαμε μαζί στο Μακρονήσι ούλα τα μαρτύρια. Τα βασανιστήρια τα ανήκουστα, που μας έκαναν εκεί οι φασίστες. Να πας να τον βρεις, ανιψιέ, εκεί που περνάς για το Κουρεμάδι, για τη Μουργκάνα. Αν ζει κι αυτός ακόμα... Χαιρετίσματα απ' τον αδερφό σου, πες του. Το Γιαννούλη τον Κοντοϊάννη. Που μοιράζατε μαζί το παξιμάδι στα δυο και το τρώγατε από λίγο λίγο, για να ξεγελάτε την πείνα σας. Που φασκιώνατε με λουρίδες απ' το πουκάμισο, ο ένας τ' αλλουνού τις πληγές, για να μην τις φτύσουν οι μύγες και βρωμίσουν. Τις πληγές που μας έκαναν οι μπινέδες... Εκείνες, απ' το κορμί, γιατρεύτηκαν..., είπε ύστερα, σα να κουβέντιαζε με τον εαυτό του. Οι άλλες, απ' την καρδιά, δε γιατρεύονται αυτές. Θα τις πάρουμε μαζί μας...


Ο Νίκας, ο αδελφός του ο μικρότερος, πονετικός και λιγόψυχος, όλη την ώρα έκλαιγε. Σα μικρό παιδί... Προσπαθούσε να κρυφτεί. Κρύβεσαι τέτοιες ώρες; Τον πήρε χαμπέρι ο μπάρμπα-Γιαννούλης.


- Ε, ρε!... τον αποπήρε. Τι κάνεις έτσι; Σκιάζεσαι που θα πεθάνω; Δε σκιάζομαι εγώ, και σκιάζεσαι εσύ;.. Ελα δω. Τον τράβηξε κοντά του. Φκιάστε καφέ, γυναίκες. Δυο καφέδες. Να πιω με τον αδελφό μου. Τελευταία φορά. Και τσιγάρες, είπε στον αδελφό του. Φέρε να στρίψουμε δυο τσιγάρες, απ' το δικό μας. Οχι, έτοιμο, Ματσάγκηδες και Παπαστράτηδες.


Δυο μέρες και δυο νύχτες πάλεψε έτσι. Αντρίκεια, παλικαρίσια. Με την κουβέντα, με το τσιγάρο και τον καφέ του, με το βήχα του. Με το αστείο του και με το γέλιο του το πικρό. Την τρίτη μέρα, κατάπεσε πολύ. Περασμένα μεσάνυχτα, τους έδιωξε όλους.


- Αϊντε τώρα εσείς, στο μαειργειό. Να συχάστε λίγο. Να κοιμηθώ μια ψίχα κι εγώ...


Με κράτησε κοντά του. Μου έπιασε τα χέρια σφιχτά.


- Θα πεθάνω τώρα, ανιψιέ. Τέρμα... Εσείς, κρατάτε γερά. Κι όταν έρθει και για μας η άσπρη μέρα της Λευτεριάς, να μου φέρετε τα συχαρίκια εκεί απάνω, στον Αη-Λια...


Είχε σταματήσει και ο βήχας του. Και η ανάσα του, όλο και πιο αδύνατη, έβγαινε, χραμπαλιστή, με συχνές διακοπές. Πάλεψε λίγο ακόμα με πείσμα, με τα δόντια. Δεν ήθελε «να παραδώσει τ' άρματα» χωρίς αγώνα...


Οι ανάσες του αραίωσαν, αραίωσαν, κι ύστερα έμεινε ακίνητος, με το στόμα ανοιχτό, με τα μάτια γυάλινα, να κοιτάζουν ψηλά, το ταβάνι. Του κατέβασα με τα δυο δάχτυλα τα ματόκλαδα, του μάζεψα λίγο από κάτω το σαγόνι, και φώναξα απ' το μεγειριό τις γυναίκες, να τον συγυρίσουν. Να τον ετοιμάσουν για το μακρινό ταξίδι, που δεν έχει γυρισμό.

TOP READ