5 Μαρ 2018

“Η πιο σκοτεινή ώρα” – Τσώρτσιλ, βρετανικό φλέγμα, μεταμφιέσεις και κλισέ

Έχοντας παρακολουθήσει αρκετές βιογραφικές ταινίες ιστορικών προσώπων, καταλήγω ότι είναι ένα από τα πιο δύσκολα είδη για να βγει μια πραγματικά καλή ταινία. Για την ακρίβεια, είμαι αρκετά σίγουρη πως υπάρχουν βυζαντινά αγιολογικά κείμενα που εμπεριέχουν λιγότερους κοινούς τόπους από το μέσο βιογραφικό ιστορικό δράμα.
Η “Πιο σκοτεινή ώρα” αδυνατεί να ξεφύγει από τις παγίδες του είδους της, και το μόνο που μπορώ να αναγνωρίσω είναι πως ξεφεύγει από το δίπολο αγιογραφία-καρικατούρα που επίσης χαρακτηρίζει τέτοια έργα, αλλά αυτό μόνο και μόνο επειδή καταφέρνει να τα συνδυάζει αμφότερα στην παρουσίαση του Ουίνστων Τσώρτσιλ. Από τη μια ο διορατικός ηγέτης που, παρά τις ταλαντεύσεις του, παίρνει στις πλάτες του την έξοδο της Βρετανίας στον πόλεμο, κι από την άλλη ένας μέθυσος τυπάκος που κάνει bullying στη γραμματέα του την πρώτη μέρα της πρόσληψής της (στην πραγματικότητα η Ελίζαμπεθ Λέητον ξεκίνησε την πορεία της δίπλα στον Τσώρτσιλ ένα χρόνο μετά τα γεγονότα της ταινίας), ψελλίζοντας ενίοτε ακατάληπτα πράγματα.
Η ταινία διαδραματίζεται τον κρίσιμο Μάη του 1940, όταν το Εργατικό Κόμμα απαιτεί την παραίτηση του συντηρητικού πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλαιν λόγω αδυναμίας αντιμετώπισης του χιτλερικού κινδύνου. Ο ίδιος επιθυμεί να ορίσει ως διάδοχό του το Λόρδο Χάλιφαξ, ωστόσο η άρνησή του φέρνει στο προσκήνιο τον Τσώρτσιλ, τον οποίο τόσο ο βασιλιάς όσο και οι περισσότεροι μες στο κόμμα του αντιμετωπίζουν με καχυποψία, για λόγους που εξηγούνται ακροθιγώς στην ταινία, κι οι οποίοι φυσικά δεν είχαν να κάνουν με τα αντιδημοκρατικά κι αποικιοκρατικά του φρονήματα, που μοιράζονταν με τους ομοϊδεάτες του, και ματαίως θα ψάξει να βρει κάποιος στο έργο, μαζί με τον παθιασμένο αντικομμουνισμό του.
Δε θέλω να σταθώ σε επιμέρους ιστορικές ανακρίβειες, κάποιες από τις οποίες εξάλλου δικαιολογούνται ποιητική αδεία κι ούτως ή άλλως μιλάμε για μυθοπλασία κι όχι ντοκυμανταίρ, θα ήθελα ωστόσο να σταθώ σε ένα σημείο πραγματικά ενοχλητικό ακόμα και από μια αστική σκοπιά παρουσίασης των γεγονότων: Δεν περίμενα σαφώς να φωτιστούν οι ενδοαστικές αντιθέσεις που βρίσκονταν πίσω τόσο από την πολιτική κατευνασμού όσο κι από την τελική εγκατάλειψή της, ούτε να μην παρουσιαστεί η ιστορία ως αποτέλεσμα της βούλησης “μεγάλων ανδρών”, νομίζω όμως όταν αν κάποιος δεν έχει ξανακούσει τίποτε για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, θα μείνει με την εντύπωση ότι οι Τσάμπερλαιν-Χάλιφαξ ήταν περιστέρια της ειρήνης που ήθελαν να αποτρέψουν την αιματοχυσία και σίγουρα άνθρωποι αγνών προθέσεων. Μπορεί οι ίδιοι κάλλιστα να το πίστευαν αυτό για τον εαυτό τους, οποιοσδήποτε ωστόσο καταπιάνεται με την ιστορία έστω και με τις ελευθερίες που επιτρέπει το κινηματογραφικό μέσο, οφείλει να μη συγχέει τόσο απόλυτα την αντίληψη που έχουν οι πρωταγωνιστές της για τα κίνητρά τους με τα ίδια τα κίνητρα. Στο τέλος  μάλιστα, σε μια πορεία εθνικής ενότητας συμμετέχουν -λιγότερο ή περισσότερο εγκάρδια- στην αποκατάσταση του βρετανικού μεγαλείου στηρίζοντας την καταληκτήρια ομιλία της ταινίας (“Θα παλέψουμε σε θάλασσες και ωκεανούς”). Εκείνο εξάλλου το οποίο υπαινίσσεται επί της ουσίας η ταινία, είναι πως η βρετανική ομοψυχία κι αυτοθυσία περίπου μόνη της έσωσε τον κόσμο από το Χίτλερ, στο κείμενο στο τέλος του έργου αναφέρεται πολύ χαρακτηριστικά η φράση “Η Βρετανία και οι σύμμαχοι της”, έτσι χωρίς περιττές λεπτομέρειες.
Ένα από τα επαναλαμβανόμενα κλισέ των βιογραφιών που κάνει κι εδώ την εμφάνισή του, είναι η παρουσία γυναικείων χαρακτήρων που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να λειτουργούν ως αξεσουάρ του πρωταγωνιστή και να μας υπενθυμίζουν τη μόδα και τα χτενίσματα της εποχής. Κι αν η ιδιαίτερα ταλαντούχα Κριστίν Σκοτ Τόμας στο ρόλο της συζύγου παίρνει λίγη ζωή σε κάποιες σκηνές, η συμπαθής Λίλυ Τζέιμς ως γραμματέας περιφέρει τη χαριτωμένη παρουσία της κατά τα 9/10 της ταινίας με βλέμμα ξελιγωμένης γκρούπι, με μηδενική συμβολή στην πλοκή ή την εξέλιξη των χαρακτήρων.
Ένα άλλο στερεότυπο ιστορικών δραμάτων που εδώ φτάνει σε κωμικές ακρότητες, είναι η εμφάνιση ενός πλήθους ξένων που αναγνωρίζουν το διάσημο της υπόθεσης και του αυτοσυστήνονται έτοιμοι να δηλώσουν τη στήριξή τους. Κατά μία έννοια, η σκηνή στο μετρό είναι η πιο ενδιαφέρουσα της ταινίας, κι αυτό λέει πολλά για το πόσο συναρπαστικό είναι το υπόλοιπο. Έχω διαβάσει αντικρουόμενες απόψεις για το κατά πόσον ο Τσώρτσιλ χρησιμοποιούσε όντως το μετρό στις μετακινήσεις του, σε κάθε περίπτωση η ιδέα και μόνο ότι έκανε σφυγμομέτρηση υπέρ ή κατά του πολέμου ρωτώντας τους επιβάτες είναι αδιανόητα κιτς, η εκτέλεσή της ακόμα περισσότερο. Το βλέμμα ξελιγωμένης γκρούπι αντιγράφουν πιστά ένας-ένας οι επιβάτες του βαγονιού (μόνο ένα μωρό εμφανίζεται ατάραχο στη θέα του ηγέτη, για να εισπράξει ως δίκαιη τιμωρία τον καπνό απ’ το πούρο του Τσώρτσιλ καταπάνω του), οι οποίοι ενθουσιασμένοι συστήνονται στον πρωθυπουργό και δηλώνουν ένας μετά τον άλλον πως ποτέ δε θα παραδοθούν, μεταξύ τους κι ένα παιδάκι, γιατί δεν ήταν αρκετά εκβιαστική συναισθηματική η σκηνή, ήθελε και το κερασάκι της. Φανταστείτε τώρα αυτή τη συγκινητική στιγμή ένωσης λαού και ηγέτη να την βλέπαμε σε καμιά ταινία για το Στάλιν, σε πόσες πτώσεις θα ακούγαμε τις λέξεις “προσωπολατρία” και “χειραγώγηση”.
Και ο Γκάρυ Όλντμαν κύριε; Είναι αλήθεια πως ακόμα και οι πλέον επιφυλακτικοί κριτές της ταινίας βρήκαν τα καλύτερα να πουν για την ερμηνεία του πραγματικά πολυτάλαντου Άγγλου ηθοποιού. Αφενός όμως θεωρώ ότι το επιτελείο μακιγιάζ χρεώνεται ένα σημαντικό μερίδιο της επιτυχίας, αν τελικά έρθει το αγαλματίδιο του α’ ανδρικού ρόλου (γιατί για το μακιγιάζ αυτό καθαυτό θα είναι σκάνδαλο να μην απονεμηθεί), αφετέρου θεωρώ ότι ο θεατρικός και στομφώδης τρόπος ερμηνείας παραπέμπει περισσότερο στον αλήστου μνήμης “Παπαφλέσσα” με τον Παπαμιχαήλ, παρά σε ταινία του 21ου αιώνα. Επειδή το σύνολο των ηθοποιών παίζει με τον ίδιο τρόπο, η ευθύνη δε βαραίνει τον πρωταγωνιστή, αλλά τον σκηνοθέτη του Τζο Ράιτ που προφανώς τέτοιες οδηγίες έδωσε και το ταλαντούχο καστ τις ακολούθησε πιστά.
Τελικό συμπέρασμα: Αν η προοπτική δύο ωρών, παρακολουθώντας αξιοσέβαστους Βρετανούς με μαύρο κοστούμι και ημίψηλο καπέλο να μιλούν με επιτηδευμένη οξφορδιανή προφορά σας φαίνεται ελκυστική, είστε στο κατάλληλο μέρος. Όλοι οι υπόλοιποι θα βρείτε σίγουρα πιο δημιουργικούς τρόπους να διαθέσετε το χρόνο σας, πχ. ξεφυλλίζοντας το συναξάρι του όσιου Συμεώνος του Στυλίτου.
Δείτε εδώ όλες τις κριτικές στο “Οσκαρικό αφιέρωμα” της Κατιούσα

Κυριάκος Μητσοτάκης: Η Οδύσσεια ενός πολιτικού κρατούμενου

Σήμερα κλείνει τα 50 του χρόνια ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά κόσμον Κούλης, κι η Κατιούσα εν είδει γενέθλιας ευχής θυμάται κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από την πορεία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, από τον καιρό που ήταν ακόμα υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Σαμαρά μέχρι σήμερα, όπου παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες του ίδιου και του κόμματός του να μας κατσικώσουν στο σβέρκο την κυβέρνηση Σύριζα για τις επόμενες τουλάχιστον δύο τετραετίες, συγκεντρώνει σοβαρές πιθανότητες για επόμενος πρωθυπουργός της χώρας.
Καθαρίστριες-εργολάβοι
Μια από τις πρώτες φορές που ο Μητσοτάκης συγκέντρωσε μαζικά τα φώτα της δημοσιότητας, ήταν στις 16 Δεκεμβρίου 2013, όταν σε ερώτηση εκπροσώπου των απολυμένων τότε καθαριστριών του Υπουργείου Οικονομικών έκανε την πρόταση-τομή οι απολυμένες να συστήσουν “Κοινωνική Επιχείρηση”, οι οποίες μάλιστα “θα προτιμούνταν” από το δημόσιο, ώστε να λύσουν το πρόβλημα βιοπορισμού τους. “Θα γίνουμε δηλαδή επιχειρηματίες;” ήταν η εύλογη απορία που ακολούθησε. “Θα γίνετε επιχειρηματίες”, επιβεβαίωσε αμέσως ο υπουργός, διότι ως γνωστόν αν χάσεις το ψωμί σου στο δημόσιο, εκείνο που σε σώζει είναι το παντεσπάνι της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Δυστυχώς οι καθαρίστριες σε μια από τις λίγες περιπτώσεις τήρησης προεκλογικών δεσμεύσεων του Σύριζα επαναπροσελήφθησαν, και μια μοναδική ευκαιρία σύγκλισης με πετυχημένα μοντέλα του εξωτερικού, όπως τα διαφήμιζε ο Μητσοτάκης χάθηκε. Το άθλιο καθεστώς των εργολαβιών με τις εργασιακές συνθήκες κάτεργου ωστόσο διατηρήθηκε κι από την πρώτη φορά αριστερά, γιατί πάνω απ’ όλα το κράτος έχει συνέχεια.
Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό
Ειδικά όταν πρόκειται για πολιτική εξορία, σε μια καθοριστική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου, όπως είναι η βρεφική και νηπιακή ηλικία. Αξέχαστη ήταν η στιγμή τον Ιούλη του 2016, όταν ο πρόεδρος πια της ΝΔ δήλωνε από βήματος βουλής ότι η αριστερά δε διαθέτει το μονοπώλιο στους αγώνες καθότι: “Εγώ έξι μηνών ήμουν πολιτικός κρατούμενος και έχασα έξι χρόνια από τη ζωή μου στην εξορία. Μαθήματα δημοκρατίας, η παράταξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή που έφερε τη δημοκρατία, δεν δέχεται”. Τα κύματα γέλωτος που ξέσπασαν από τους άκαπνους κι αναίσθητους συναδέλφους του, έκαναν τον Κούλη να αναφωνήσει με αγανάχτηση: “Γιατί γελάτε κύριοι;”. Ο μόνος που θα μπορούσε να τον καταλάβει, αν και δυστυχώς δεν έκανε δημόσια δήλωση συμπαράστασης, είναι ο έτερος πολιτικός κρατούμενος και μετανάστης βιοπαλαιστής ΓΑΠ, ο οποίος στα ξένα εργάστηκε από υλοτόμος μέχρι κηπουρός, ενώ κατά δήλωση του “έχει καθαρίσει τη μισή Στοκχόλμη”.
Γιατί δε βγαίνει η τροχαία στο τηλέφωνο;
Η ασύλληπτη τραγωδία στη Μάνδρα, για την οποία τα μαχαίρι φτάνει στο κόκκαλο έτι μία φορά, είχε και τις ανάλαφρες πινελιές της, για τις οποίες φρόντισε ο λογαριασμός του προέδρου της ΝΔ στο twitter. Έτσι λοιπόν, στον εν λόγω λογαριασμό ανέβηκε ανάρτηση στην οποία σημειωνόταν η εξής ρηξικέλευθη πρόταση:

Κανένας δεν μπορεί αν πει με βεβαιότητα αν ο συντάκτης του τουί έχει πάρει διαζύγιο με την κοινή λογική ή απλώς με το συντακτικό της κοινής νεοελληνικής. Όπως και ‘να χει, ο Κούλης φέρθηκε με την πυγμή και τη γενναιότητα που αρμόζει σε κάθε μεγάλο ηγέτη, βγάζοντας στη σέντρα το δαπιτοτρολ Nick Romanos που ανήκει στους διαχειριστές του λογαριασμού να ερμηνεύσει τη σιβυλλική δήλωση, να αναλάβει την ευθύνη του τιτιβίσματος και να αποδώσει την πανελλήνια έκρηξη θυμηδίας σε διαδικτυακή συριζαϊκή σκευωρία.
Φυσική ανισότητα
Εκτός από τις βαρυσήμαντες παρεμβάσεις του σε θέματα επικαιρότητας, ο Κούλης έχει να προσφέρει και βαθυστόχαστες φιλοσοφικές παρατηρήσεις για την ανθρώπινη φύση και τα χαρακτηριστικά της. Στην περασμένη ΔΕΘ αίσθηση προκάλεσε απόσπασμα ομιλία του στο οποίο σημείωνε ” Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν τελικά την ίδια τη Δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα.” Θα έλεγε κανείς πως ο ομοϊδεάτης του, Ανδρέας Ανδριανόπουλος, υπερθεματίζοντας στην εν λόγω ρήση, έκλεψε τη λάμψη που άρμοζε στην οξυδερκή φράση με το περίφημο τουί που έκανε λόγω για λιοντάρια που τρώνε ζέβρες και ελέφαντες που πατούν την τίγρη. Σημασία έχει ότι και οι δύο έχουν δίκιο, καθώς αν η φύση ήθελε την ισότητα, θα μας έκανε όλους γόνους Μητσοτάκηδων.
Η θεωρία του ενός άκρου
Και συγκεκριμένα του αριστερού, το οποίο όπως κατέδειξε κατά τη διάρκεια αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση στη βουλή στις αρχές του περασμένου Ιούλη, αποτελεί πρακτικά τη μόνη μήτρα της τρομοκρατίας στη χώρα.” Η τρομοκρατία -θα το επαναλάβω άλλη μια φορά, η τρομοκρατία, όχι η βία- με μία εξαίρεση, την τραγική δολοφονία του Π. Φύσσα, είχε προέλευση από τη μήτρα της άκρας αριστεράς. Είτε σας αρέσει είτε όχι”, ήταν τα ακριβή λόγια του προέδρου, ο οποίος με πνεύμα μεγαθυμίας δέχτηκε να εξαιρέσει το Φύσσα από τα θύματα της ακροαριστερής τρομοκρατίας (με σκουρόχρωμους σαν το δολοφονημένο ποδηλάτη Λουκμάν δεν καταδέχτηκε να ασχοληθεί καν, ο δε Τεμπονέρας είναι τουλάχιστον προϊστορική υπόθεση), πολύ κακώς λέμε εμείς, διότι όπως “είναι γνωστό” στο πανελλήνιο ο… Ρουπακιάς “υπήρξε” κνίτης.
Στενές επαφές τρίτου τύπου στον Υμηττό
Απλώς υπενθυμίζουμε τη σκηνή. Δε χρειάζονται περσότερα.
Η ευρωπαϊκή πορεία του ΠΑΟΚ και ο κουβάς για το περσινό Μπαρτσελόνα-Παρί
Τα αθλητικά είναι από τα γέρα χαρτιά του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως αποδεικνύει και η ευχή που έδωσε στο Θοδωρή Ζαγοράκη το περασμένο φθινόπωρο για “καλή ευρωπαϊκή πορεία” της ομάδας, σε μια στιγμή που η τελευταία είχε ήδη αποκλειστεί από τις σχετικές διοργανώσεις.
Ανεπανάληπτες στιγμές κληρονομικού χαρίσματος αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης επιπέδου μας είχε χαρίσει μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα στο τουίτερ πέρσι με αφορμή την τότε αναμέτρηση της Μπαρτσελόνα με την Παρί Σαιν-Ζερμέν και το θρυλικό 6-1. Ο πρωθυπουργός έκανε καζούρα με βάση αποτυχημένη πρόβλεψη Κούλη υπέρ της Παρί πριν τον αγώνα, για να λάβει την εξίσου εμπνευσμένη απάντηση πως “Καλά, μια λάθος πρόβλεψη για το Champions League έκανα, δεν έχασα και τα αποτελέσματα της ΕΛΣΤΑΤ”.
Ο Εξαρχειοδαμαστής
Τα Εξάρχεια πάντα δέσποζαν απειλητικά στο φαντασιακό του μέσου νεοδημοκράτη, ωστόσο επί Μητσοτάκη έλαβαν διαστάσεις σχεδόν μεταφυσικές, χώρα που αν πιστέψουμε κατά καιρούς τηλεοπτικά ρεπορτάζ, τα σύνορά τους πλέον ξεκινούν λίγο έξω από τη Λισαβώνα και σταματούν κάπου πριν το κέντρο της Ουλάν-Μπατόρ. Ο Κούλης δε δίστασε εξάλλου να τους προσδώσει και μια ποιητική διάσταση, όταν απαντώντας στο φιλόσοφο (ΝΕ ΤΙ;) Στέλιο Ράμφο, που είπε κάτι παγκοσμίως πρωτότυπα περί ανάγκης αυτοκριτικής του πολιτικού συστήματος, επεσήμανε τα εξής: “Η ΝΔ έχει κάνει την αυτοκριτική της για το παρελθόν. Όμως η ΝΔ, παρά τα λάθη της ήταν πάντα στη σωστή μεριά της ιστορίας κ. Ράμφο. Δεν είμαι σίγουρος ότι η σημερινή κυβέρνηση αντέχει την αυτοκριτική γιατί αν την έκανε θα έπρεπε να κάνει τη μόνη αξιοπρεπή επιλογή, να αποχωρήσει από την εξουσία. Αν δεν δαμάσει κανείς τα εσωτερικά του Εξάρχεια, τότε δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει και τα πραγματικά Εξάρχεια” . Στον ίδιο ανήκει εξάλλου η παροιμιώδης φράση περί “άβατου των Εξαρχείων”, το οποίο από το Σεπτέμβρη του 2016 δήλωνε πως θα “τελειώσει τον πρώτο μήνα”, προφανώς για να έχει χρόνο μετά να περιλάβει άλλες ενοχλητικές συνοικίες.
Χρόνια πολλά και του χρόνου γενέθλια ως πρωθυπουργός. Το ταλέντο ως φελλός το διαθέτει κι είναι κρίμα να μην ξεδιπλωθεί κι από θέση εξουσίας. Ρωτήστε και κάναν εξωγήινο να σας το επιβεβαιώσει.

Ο Πούτιν συνεχίζει να καπηλεύεται το σοβιετικό παρελθόν: “Αν μπορούσα να αλλάξω την ιστορία, θα εμπόδιζα την κατάρρευση της ΕΣΣΔ”

 




Η δήλωση έρχεται να φουντώσει τη φιλολογία για τη θετική στάση του Πούτιν απέναντι στη Σοβ. Ένωση και την προσπάθειά του να παρουσιαστεί η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ως διάδοχη κατάσταση και δικαιούχος της βαριάς σοβιετικής κληρονομιάς, του ιστορικού της φορτίου και της θέσης που είχε στη διεθνή πολιτική σκηνή. Είναι όμως έτσι;
“Αν μπορούσα να αλλάξω ένα ιστορικό γεγονός, θα ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης” είπε ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, σε συνάντησή του με πολιτικούς υποστηρικτές του, στο Καλίνινγκραντ -την πόλη που είναι απομονωμένη από την υπόλοιπη ρωσική επικράτεια, σε μια λωρίδα γης στη Βαλτική θάλασσα.

Η δήλωση αυτή έρχεται να φουντώσει τη φιλολογία για τη θετική στάση του Πούτιν απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και την προσπάθειά του να παρουσιαστεί η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ως διάδοχη κατάσταση και δικαιούχος της βαριάς σοβιετικής κληρονομιάς, του ιστορικού της φορτίου και της θέσης που είχε στη διεθνή πολιτική σκηνή.


Μόνο που τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράγματα. Η δήλωση αυτή γίνεται σε μια Ρωσία, όπου τις τελευταίες δεκαετίες έχει συντελεστεί πραγματική γενοκτονία σε σχέση με το σοβιετικό παρελθόν, με δραματική πτώση του μέσου προσδόκιμου ζωής και συνεχείς περικοπές στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των λαών της πρώην ΕΣΣΔ. Γίνεται επίσης από έναν ηγέτη, που στο παρελθόν προσπάθησε πχ να αφαιρέσει το ιστορικό λάβαρο του Κόκκινου Στρατού από τον εορτασμό της μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών, και γενικώς να καθαρίσει τη σοβιετική ιστορία από κάθε επικίνδυνο συμβολσμό, από κάθε ζωντανό, διαχρονικό μήνυμα, και να κρατήσει -για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας- ένα απλό εξωτερικό περίβλημα, που δείχνει, υποτίθεται, την ιστορική συνέχεια.

Δεν είναι καθόλου παράλογο πάντως να γίνονται τέτοιες δηλώσεις από τη ρωσική πολιτική ηγεσία, που επιχειρεί να παίξει επιδέξια το “φιλοσοβιετικό” της χαρτί, υπηρετώντας συγκεκριμένες σκοπιμότητες.

Αφενός γνωρίζει πολύ καλά από πρώτο χέρι το κύμα μαζικής νοσταλγίας για τη Σοβιετική Ένωση και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που επικρατεί στις λαϊκές μάζες της Ρωσίας και όσους έχουν μέτρο σύγκρισης με το παρελθόν, και θέλει να το αξιοποιήσει πολιτικά με ανέξοδες δηλώσεις ή κινήσεις, όπως για το μαυσωλείο του Λένιν. Αφετέρου είναι πολύ λογικό η ρώσικη αστική τάξη να “νοσταλγεί” με τη σειρά της τα όρια της πρώην σοβιετικής επικράτειας, να επιχειρεί να σπάσει την περικύκλωση, τον αρνητικό συσχετισμό και τον κλοιό γύρω της, επιδιώκοντας να σταθεροποιήσει τις θέσεις της και να ελέγξει πολιτικά πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως την Ουκρανία.


Αλίμονο όμως σε αυτούς που θα ξεγελαστούν από τη “σοβιετική προβιά” του Πούτιν και θα επιδιώξουν κάποια λυκοφιλία μαζί του. Πόσο μάλλον αν πρόκειται για άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές, στη Ρωσία και όχι μόνο…

http://www.katiousa.gr 

ΜΑΘΗΜΑ ΠΕΡΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ




Κι επειδή για βδομάδες μέσα ενημέρωσης και πολιτικά κόμματα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στις δωροδοκίες και  το  ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην υπόθεση Novartis αλλά και στην υλοποίηση έργων του Μετρό στην Αθήνα  η διαφθορά πάλι παρουσιάζεται ως σημαντικός κίνδυνος για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Και οι προβληματισμοί για τη σημασία που της αποδίδεται δεν είναι άκαιροι.
               Η αλήθεια είναι πως σε όλα τα χρόνια της κρίσης –που μονιμοποιήθηκε πια- ραγδαίως αυξήθηκε η συζήτηση για τη διαφθορά και την αναζήτηση εκείνων των τεχνικών εργαλείων που θα την αντιμετωπίσουν, ενώ εστιάζεται το ενδιαφέρον στην κρισιμότητα της διαφθοράς,  ως δημόσιου προβλήματος,  και στην ποσοτικοποίηση του φαινομένου. Μάλιστα καμπάνιες ευαισθητοποίησης και δείκτες   μέτρησής της εντείνουν την αίσθηση της απειλητικής παρουσίας της.  Οι διεθνείς δείκτες μέτρησής της, που επιφυλάσσουν μια ιδιαίτερα υψηλή  κατάταξη για την Ελλάδα και  ενισχύουν την κατεστημένη αντίληψη για ένα δυσλειτουργικό κράτος με προβληματικό δημόσιο τομέα ο οποίος απαρτίζεται από υπαλλήλους που, μεταξύ άλλων …δεινών, είναι επιρρεπείς στη διαφθορά, χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιωθούν πολιτικές επιλογές συρρίκνωσης των κοινωνικών παροχών και ιδιωτικοποίησης δημοσίων αγαθών.  
  Η όλη συζήτηση όμως περί διαφθοράς τελικά αποκαλύπτει τη ρευστότητα της έννοιας, που γίνεται προσπάθεια να προσδιοριστεί  χρησιμοποιώντας έννοιες όπως το δημόσιο συμφέρον, τις πεποιθήσεις και τις επικρατούσες αξίες της κοινής γνώμης, το όφελος  κλπ. με αρκετή ασάφεια, όταν στο καπιταλιστικό σύστημα δεν αναγνωρίζονται ως κυρίαρχα τα πραγματικά συμφέροντα και τα συνακόλουθα ζωτικά δικαιώματα των ανθρώπων αλλά η αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Κι επειδή τα πολιτικά συστήματα στον καπιταλισμό λειτουργούν προς όφελος του κεφαλαίου η νομιμοποίηση της κάθε μορφής κερδοφορίας καθιστά κάθε φορά αρκετά ασαφές το περιεχόμενο της διαφθοράς. Και γι’ αυτό, με μια τόσο ευμετάβολη σημασία προσφέρεται για  αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης σε διαφορετικές περιπτώσεις και πεδία.   Αυτό  το βλέπουμε από το πώς το φαινόμενο της διαφθοράς χρησιμοποιήθηκε  για την  περαιτέρω απαξίωση του δημόσιου τομέα και των εργαζόμενων σε αυτόν, όπως χρησιμοποιείται και τώρα από τον ΣΥΡΙΖΑ για απαξίωση των προκατόχων του στην κυβέρνηση. Η δε περιπτωσιολογία περισσότερο καταδεικνύει τη ρευστότητα της έννοιας «διαφθορά» και λιγότερο αποκαλύπτει  τις αιτιώδεις σχέσεις που την γεννούν.
               Η τρέχουσα έννοια της διαφθοράς λαμβάνει κυρίως οικονομική χροιά και χωρίς να λαμβάνει υπόψη το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο, επιδιώκει να παρουσιάσει ως ανιστορική ακόμα και την ίδια την οργάνωση των καπιταλιστικών δυτικών κοινωνιών και να εμπεδώσει την πίστη σε μια ηθική καθαρότητά τους. Εξάλλου η διαφθορά κυρίως  εμφανίζεται ως κοινωνική παθολογία των μη αναπτυγμένων χωρών και θεωρώντας πως οι προηγμένες καπιταλιστικές χώρες  την ελέγχουν παραβλέπουμε το γεγονός πως σ’ αυτές έχουν υπάρξει σειρά σκανδάλων μεγάλης περιπλοκότητας και μεγέθους. Σε σχέση με την Ελλάδα μάλιστα υπάρχει η άποψη  πως η διαφθορά είναι αποτέλεσμα της αντίθεσης μεταξύ  παράδοσης και εκσυγχρονισμού από τον οποίο δεν μπορεί να διαφύγει. Αποδίδεται δηλ. κυρίως σε πολιτισμικές ιδιοτυπίες της χώρας και της συγκρότησης του κράτους της. Αναζητούνται λοιπόν οι αιτίες στην πρώιμη εγκαθίδρυση του κοινοβουλευτισμού, χωρίς αντίστοιχη αλλαγή των παραγωγικών δομών της χώρας μέσω εκβιομηχάνισης, με τη δημιουργία πελατειακών δικτύων γύρω από τους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους, ενώ η διεύρυνση του κράτους μετά τη μεταπολίτευση που ενέτεινε ακόμα περισσότερο  την κομματοκρατία δημιούργησε θύλακες διαφθοράς στις δημόσιες υπηρεσίες..
               Κι επειδή κυρίως εντοπίζουμε το αίτιο της διαφθοράς στο μεμονωμένο, αυτόνομο άτομο το οποίο σταθμίζει το όφελος της διαφθοράς σε σχέση με το κόστος της ενδεχόμενης αποκάλυψης και τιμωρίας του αναζητούμε και  την αιτία στην κακή ηθική κλίση του ατόμου. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως το κοινωνικό περιβάλλον μένει στο περιθώριο και χανόμαστε σε ατραπούς αναζήτησης της ουσίας του ανθρώπου. Η δε κυρίαρχη θεώρηση της διαφθοράς από την οπτική του ατομικισμού συνάπτεται με ηθικές συνδηλώσεις και γίνεται όχημα της πολιτικής στο σύνολο σχεδόν των καπιταλιστικών χωρών. Έτσι χρησιμοποιείται  η οικονομική κρίση σαν ευκαιρία για επίσπευση των πολιτικών για αντιμετώπισή της με την παραγωγή νομοθετημάτων, αυστηροποίηση κανονιστικών πλαισίων, ανάπτυξη εξειδικευμένων θεσμών κλπ.  Και ...συμπτωματικά βέβαια τα μέτρα που προτείνονται για την καταπολέμησή της δεν διαφοροποιούνται από αυτά του κυρίαρχου παραδείγματος διακυβέρνησης, δηλαδή της ιδιωτικοποίησης, του ανταγωνισμού και ενός γενικού αιτήματος για διαφάνεια.
Κι αν τις προηγούμενες δεκαετίες, στην ευρύτερη εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας απουσίαζε ή  ήταν περιορισμένη η ρητορική περί διαφθοράς αυτό είχε άμεση σχέση με  το ότι  οι πρακτικές της διαφθοράς χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στο παρελθόν από τις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, ώστε να ανοίξουν τις κλειστές οικονομίες. Όπως και σήμερα, επειδή σε ένα πλήρες παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό περιβάλλον το διακύβευμα έχει αλλάξει και  ζητείται πια να είναι  δεδομένο το κόστος των συναλλαγών και σεβαστοί οι κανόνες του παιχνιδιού, εισάγεται η ηθική για να συμβάλλει στο νέο ζητούμενο. Κι έτσι εξηγείται και η προθυμία των ΗΠΑ για έρευνα και αποκάλυψη εκείνων των εταιρειών των ανταγωνιστικών κρατών που παραβιάζουν τους όρους του παιχνιδιού.
Η διαφθορά λοιπόν και οι πολιτικές καταπολέμησής της στο καπιταλιστικό σύστημα  θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι δυο αντιθετικοί πόλοι, αλλά μάλλον ένα συνεχές σε διαρκή διαπραγμάτευση, αναλόγως των εξυπηρετούμενων συμφερόντων στα οποία  αυτό που καλούμε με αρκετή, είναι αλήθεια, ασάφεια ως δημόσιο συμφέρον σπάνια ή ως παράπλευρη μάλλον …ωφέλεια συμπεριλαμβάνεται.
                                             (Διασκευασμένο από υλικό του Δ.Δ)


4 Μαρ 2018

Ο Πούτιν συνεχίζει να καπηλεύεται το σοβιετικό παρελθόν: “Αν μπορούσα να αλλάξω την ιστορία, θα εμπόδιζα την κατάρρευση της ΕΣΣΔ”

“Αν μπορούσα να αλλάξω ένα ιστορικό γεγονός, θα ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης” είπε ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίμιρ Πούτιν, σε συνάντησή του με πολιτικούς υποστηρικτές του, στο Καλίνινγκραντ -την πόλη που είναι απομονωμένη από την υπόλοιπη ρωσική επικράτεια, σε μια λωρίδα γης στη Βαλτική θάλασσα.
Η δήλωση αυτή έρχεται να φουντώσει τη φιλολογία για τη θετική στάση του Πούτιν απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και την προσπάθειά του να παρουσιαστεί η σημερινή καπιταλιστική Ρωσία ως διάδοχη κατάσταση και δικαιούχος της βαριάς σοβιετικής κληρονομιάς, του ιστορικού της φορτίου και της θέσης που είχε στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Μόνο που τα γεγονότα είναι πεισματάρικα πράγματα. Η δήλωση αυτή γίνεται σε μια Ρωσία, όπου τις τελευταίες δεκαετίες έχει συντελεστεί πραγματική γενοκτονία σε σχέση με το σοβιετικό παρελθόν, με δραματική πτώση του μέσου προσδόκιμου ζωής και συνεχείς περικοπές στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των λαών της πρώην ΕΣΣΔ. Γίνεται επίσης από έναν ηγέτη, που στο παρελθόν προσπάθησε πχ να αφαιρέσει το ιστορικό λάβαρο του Κόκκινου Στρατού από τον εορτασμό της μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών, και γενικώς να καθαρίσει τη σοβιετική ιστορία από κάθε επικίνδυνο συμβολσμό, από κάθε ζωντανό, διαχρονικό μήνυμα, και να κρατήσει -για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας- ένα απλό εξωτερικό περίβλημα, που δείχνει, υποτίθεται, την ιστορική συνέχεια.
Δεν είναι καθόλου παράλογο πάντως να γίνονται τέτοιες δηλώσεις από τη ρωσική πολιτική ηγεσία, που επιχειρεί να παίξει επιδέξια το “φιλοσοβιετικό” της χαρτί, υπηρετώντας συγκεκριμένες σκοπιμότητες.
Αφενός γνωρίζει πολύ καλά από πρώτο χέρι το κύμα μαζικής νοσταλγίας για τη Σοβιετική Ένωση και τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που επικρατεί στις λαϊκές μάζες της Ρωσίας και όσους έχουν μέτρο σύγκρισης με το παρελθόν, και θέλει να το αξιοποιήσει πολιτικά με ανέξοδες δηλώσεις ή κινήσεις, όπως για το μαυσωλείο του Λένιν. Αφετέρου είναι πολύ λογικό η ρώσικη αστική τάξη να “νοσταλγεί” με τη σειρά της τα όρια της πρώην σοβιετικής επικράτειας, να επιχειρεί να σπάσει την περικύκλωση, τον αρνητικό συσχετισμό και τον κλοιό γύρω της, επιδιώκοντας να σταθεροποιήσει τις θέσεις της και να ελέγξει πολιτικά πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως την Ουκρανία.
Αλίμονο όμως σε αυτούς που θα ξεγελαστούν από τη “σοβιετική προβιά” του Πούτιν και θα επιδιώξουν κάποια λυκοφιλία μαζί του. Πόσο μάλλον αν πρόκειται για άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές, στη Ρωσία και όχι μόνο…

Λιθουανία: “Ζούμε το φασιστικό τρόμο στο πετσί μας”

Η αναβίωση του ναζισμού στις χώρες της Βαλτικής (Λετονία, Εσθονία, Λιθουανία) δεν είναι άγνωστη διεθνώς, λιγότερο προβεβλημένη είναι όμως η “δίδυμη” πτυχή αυτής της αναβίωσης, που δεν είναι άλλη από τη συστηματική δίωξη κομμουνιστών και άλλων προοδευτικών πολιτικών και πολιτών. Στο κείμενο του προέδρου του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Μετώπου Λιθουανίας, Γκίεντριους Γκραμπάουσκας, που δημοσιεύτηκε πριν λίγο διάστημα στην εφημερίδα του ΚΚΡΟ “Πράβντα” και μεταφράζουμε σήμερα βασισμένοι στην ιταλική μετάφραση που αλιεύσαμε εδώ, σκιαγραφείται ανάγλυφα ο νεοφασιστικός ζόφος που τυλίγει τη μικρή, αλλά πολύπαθη χώρα. Δικαστικές διώξεις, δολοφονίες και φυλακίσεις αγωνιστών, φίμωση δημοσιογράφων και κατασχέσεις αντιφασιστικών εκδόσεων, ηρωοποίηση ναζί εγκληματιών πολέμου συνθέτουν την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα στη Λιθουνία, υπό την πλήρη ανοχή της ΕΕ της θεωρίας των “δύο άκρων” και της τήρησης ίσων αποστάσεων, που στην πραγματικότητα μεταφράζεται πάντα σε ανοχή, αν όχι κι ενεργό στήριξη (όπως συμβαίνει στην εκτός ένωσης Ουκρανία) λιγότερο ή περισσότερο φανερών φασιστικών πρακτικών. Παράλληλα με την ανατομία των σημερινών διώξεων, το κείμενο προσφέρει και μια κατατοπιστική ιστορική ανασκόπηση της λιθουανικής ιστορίας τον 20ο αιώνα, που σημαδεύτηκε από την πάλη των δυνάμεων της επανάστασης με τη στρατοκρατική και αντισημιτική αντίδραση, η οποία έδωσε τον “υπέρ πάντων αγώνα” την περίοδο της γερμανικής κατοχής.
Στην εκατονταετηρίδα της μεγάλης Επανάστασης του Οκτώβρη, εμείς, οι κληρονόμοι και ιδεολογικοί της υποστηρικτές, είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχτούμε με πικρία ότι αποτύχαμε να διατηρήσουμε τα κύρια επιτεύγματά της. Δεν υπάρχει πια σήμερα το σοβιετικό κράτος που γεννήθηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Η κύρια ευθύνη γι’ αυτή την απώλεια βρίσκεται σε εμάς, τους Σοβιετικούς κομμουνιστές. Αλλά δεν πιστεύω ότι μεγάλο μερίδιο ευθύνης δε βρίσκεται και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
Αυτό που χάσαμε κι αυτό που αποκτήσαμε σε αντάλλαγμα (μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, σ.σ), μπορεί να κριθεί από την κατάσταση που διαμορφώθηκε στη μετασοβιετική Λιθουανία. O περιβόητος “παράδεισος της δημοκρατίας” είναι τέτοιος στη Λιθουανία, που σε μια χώρα αμόλυντη από τη φύση και γεμάτη ικανούς ανθρώπους, εδώ και πολλά χρόνια συνεχίζονται οι διώξεις ακτιβιστών της αριστεράς, δημοσιογράφων, υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα θύματα είναι πάμπολλα. Πιθανόν πολλοί έχουν ακούσει για την ποινική δίωξη του Αλγκίρντας Παλέκι κι άλλων ηγετών του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Μετώπου Λιθουανίας.
Ενάντια σε μένα χαλκεύθηκαν κατηγορίες για δήθεν εγκλήματα: η πρώτη για μια συλλογή υπογραφών, η δεύτερη για ένα άρθρο σχετικά με τα ναζιστικά εγκλήματα. Οι υπηρεσίες ασφαλείας ήγειραν τις κατηγορίες, αλλά οι υποθέσεις μετά έκλεισαν πριν ακόμα φτάσουν στα δικαστήρια. Αλλά το Γενάρη του 2015 μια νέα κατηγορία εξαγγέλθηκε εναντίον μου κι εναντίον μιας ομάδας συντρόφων μου: Θα είναι μια δικαστική υπόθεση πολύ μακροχρόνια, καθώς βρίσκεται ήδη τρία χρόνια σε εξέλιξη. Τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ζωής στη χώρα λένε πολλά για τα αίτια που ξεκίνησαν αυτές οι υποθέσεις. Αυτή τη φορά η υπόθεση άνοιξε για τη συγγραφή και διανομή φυλλαδίων για την ειρήνη, ενάντια στο ΝΑΤΟ και την εισαγωγή του ευρώ στη Λιθουανία. Από τον Απρίλη του 2017 αυτή η πολιτική δίκη εξελίσσεται στο δικαστήριο της πόλης Κλαϊπέντα. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου μαζί μου κάθονται οι σύντροφοι Όλεγκ Τιταρένκο και Ζιλβίνας Ραζμίνας. Μέσα σε έξι χρόνια, έχω μάλλον ήδη επισκεφτεί όλες τις δομές ασφαλείας της Λιθουανίας: την αστυνομία, την εισαγγελία, τις ειδικές υπηρεσίας και άλλες ανακριτικές αρχές.
Οι κομμονιστές και οι σοσιαλιστές αγωνίστηκαν για χρόνια για μια ελεύθερη Σοβιετική Λιθουανία. Αμέσως μετά την επανάσταση του 1917 όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στη Λιθουανία ξεκίνησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Τον Οκτώβρη του 1918 έλαβε χώρα το πρώτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιθουανίας και ήδη το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς ξεκίνησε η διαδικασία δημιουργίας της σοβιετικής εξουσίας στη Λιθουανία. Αλλά οι δυνάμεις της άκρας δεξιάς μαζί με τους Γερμανούς κατακτητές κατέστειλαν βίαια τα λιθουανικά σοβιέτ. Από τον Αύγουστο του 1919 εγκαταστάθηκε στη Λιθουανία ένα βίαιο αστικό καθεστώς.
Τον Ιούνη του 1926 εξελέγη πρόεδρος της Λιθουανίας ο Κάζις Γκρίνιους που ξεκίνησε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, διεγείροντας τη δυσαρέσκεια των ακροδεξιών δυνάμεων. Το Δεκέμβρη του 1926 υπήρξε στρατιωτικό πραξικόπημα και η εξουσία καταλήφθηκε από τον Αντάνας Σμετόνα και τους συνεργάτες του. Το φιλοφασιστικό καθεστώς του Σμετόνα καταπίεσε βίαια την αντιπολίτευση, άνοιξαν στρατόπεδα συγκέντρωσης και διαπράχθηκαν πολιτικές δολοφονίες.
Το 1940 δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή του καθεστώτος Σμετόνα. Στο διάστημα Ιουνίου-Ιουλίου του 1940 δημιουργήθηκαν οι δομές της σοβιετικής εξουσίας, και ο Αντάνας Σνέσκους και οι σύντροφοί τους έγιναν οι νέοι ηγέτες της Λιθουανίας. Από τον Ιούνη του 1941, όταν οι Γερμανοί κατακτητές κατέλαβαν τη Λιθουανία, ξεκίνησε ο μυστικός αγώνας εναντίον τους. Σε αυτό τον αγώνα έπεσαν ο Ζουόζας Βίτας και πολλά άλλα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Λιθουανίας.
Τον Ιούνιο του 1941 ξεκίνησε και το Ολοκαύτωμα. Στη Λιθουανία εξολοθρεύτηκε το 95% των Εβραίων. Πρόκειται για 220.000 ανθρώπους. Ο αντισημιτισμός διαπερνά και τη σημερινή Λιθουανία. Το Σεπτέμβρη του 2015 μετά από μια δημόσια πρωτοβουλία του συνελήφθη ο ηγέτης της εβραϊκής κοινότητας του Κάουνας Χαϊμ Μπάργκμαν. Το 2007 είχαν αρχίσει ποινικές διώξεις κατά πολιτών του Ισραήλ -κατά του συγγραφέα και δημοσιογράφου Χιτζάκ Αράντ και Ιωσήφ Μενομέντα. Αυτές οι υποθέσεις έκλεισαν μετά από ένα χρόνο. Το Μάρτη του 2017 στο Βίλνιους, κατά τη διάρκεια φασιστικής παρέλασης ακούστηκαν συνθήματα τύπου “Η Μπριντζόφσκαγια στο ικρίωμα!”. Με αυτόν τον τρόπο οι νεοφασίστες επέδειξαν το μίσος τους για τη μαχήτρια της αντάρτικης σοβιετικής μονάδας, Φάινα Μπριντζόφσκαγια, που διαμένει στο Βίλνιους.
Στη σημερινή Λιθουανία έχουν γίνει κανόνας η καταπίεση, η παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η υποκίνηση της ρωσοφοβίας και η αναγέννηση του φασισμού. Για τη γνώμη που εξέφρασε σχετικά με τα γεγονότα της 13ης Γενάρη 1991 (“πυροβόλησαν τους δικούς τους”) καταδικάστηκε ο Αλγκίρντας Παλέκις σε πρόστιμο 3.000 ευρώ. Η ακτιβίστρια του Σοσιαλιστικού Μετώπου Λιθουνίας Ντανγκούλε Ραυγκάλενε καταδικάστηκε σε πρόστιμο 1.800 ευρώ. Αλλά κι ο ακτιβιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ντονάτας Σούλτζας καταδικάστηκε: πέρασε δύο μήνες στη φυλακή επειδή μάζευε υπογραφές σε κείμενο που κατήγγειλε σημαντικούς πολιτικούς για διαφθορά.
Το 2017 καταδικάστηκε ο δημοσιογράφης Βάιντας Λεκστούτις για ένα άρθρο σχετικά με το Συντηρητικό κόμμα. Η ποινή: Ένας χρόνος με αναστολή και 100 ώρες καταναγκαστικής εργασίας. Στις 8 Μάρτη 2017 πραγματοποιήθηκε έρευνα στον εκδοτικό οίκο Ποβίλας Μασιλένις. Κατασχέθηκαν 500 αντίτυπα της πρόσφατης έκδοσης “Το τίμημα της προδοσίας” της Γκαλίνα Ζαπζνίκοβα.
Τέσσερις φίλοι μου, στενοί συνάδελφοι, δολοφονήθηκαν στα τέλη του Σεπτέμβρη του 2017 στο σπίτι τους. Δολοφονήθηκε ο δημοσιογράφος Πραντσίσκους Σλυούζας. Το Φλεβάρη του 2017, μετά από βίαιη καταδίωξη, πέθανε η ακτιβίστρια του Σοσιαλιστικού Μετώπου Σκάιστα Ραμπαουσκένε. Είχε φυλακιστεί για σχεδόν ένα χρόνο, έχοντας αντιταχθεί ενεργά στο ναρκεμπόριο.
Στις 28 Γενάρη 2017 είχε απελευθερωθεί, αλλά πέθανε μετά από 8 μέρες. Η καρδιά μας γυναίκας 70 χρόνων δεν ήταν σε θέση ν’ αντέξει τη δοκιμασία. Το Δεκέμβρη του 2013, ένας ακτιβισής του Σοσιαλιστικού Μετώπου, ο Ιγκόρ Κλινίτσκυ υπέστη επίθεση. Πέθανε ένα μήνα αφότου είχε υποστεί άγριο ξυλοδαρμό. Στις 21 Γενάρη 2014 βρέθηκε απαγχονισμένος ο ακτιβιστής της αριστεράς Ζιλβίνας Σούμσκις.
Σε όλα αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι στη Λιθουανία έχει εισαχθεί μια πραγματική λατρεία των ναζί εγκληματιών, όπως του σαδιστή Γιόνας Νορέικα κι άλλων ομοίων του. Προς τιμήν τους έχουν ανεγερθεί μνημεία, και σε διάφορες πόλεις της Λιθουανίας έχουν μετοναμαστεί οδοί, πλατείες και σχολεία. Βιβλία με αντιφασιστικό περιεχόμενο κατάσχονται. Πρόσφατα τα βιβλία της Ρούτα Βαναγκάιτε απομακρύνθηκαν από βιβλιοθήκες και καταστήματα. Για τον ίδιο σκοπό κινητοποιήθηκαν και στρατιωτικοί.
Το Λαϊκό Σοσιαλιστικό Μέτωπο της Λιθουανίας, μαζί με άλλες δυνάμεις της αριστεράς και του αντιφασισμού, δραστηριοποιείται ενεργά σε δράσεις κατά του πολέμου και του φασισμού. Διανέμουμε εκκλήσεις υπέρ της ειρήνης, για τα δικαιώματα του ανθρώπου, ενάντια στο ΝΑΤΟ, ενάντια στην υποκίνηση της ρωσοφοβίας στη Λιθουανία.
Εμείς, οι εκπρόσωποι των δυνάμεων της αριστεράς λέμε ανοιχτά: Είμαστε υπέρ της ειρήνης και της φιλίας των λαών, ενάντια στη μιλιταριστική υστερία και την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είμαστε υπέρ της νίκης του σοσιαλισμού στη Λιθουανία και ολόκληρο τον κόσμο.

-ΠΩΣ ΜΑΣ ΚΛΕΒΟΥΝ ;; -Το Αποτέλεσμα του Κλεψίματος:


ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ - ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ Συζητώντας με εργάτες. Εργο του A. Venetsian, 1961
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ - ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ Συζητώντας με εργάτες. Εργο του A. Venetsian, 1961
Από τον καιρό που υπάρχουν στον κόσμο κεφαλαιοκράτες και εργάτες δεν εκδόθηκε ακόμα κανένα άλλο βιβλίο που να έχει τόση σπουδαιότητα για τους εργάτες, όση έχει το βιβλίο που έχουμε μπροστά μας. Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, ο άξονας που γύρω του περιστρέφεται ολόκληρο το σημερινό μας κοινωνικό σύστημα, για πρώτη φορά αναπτύσσεται εδώ επιστημονικά κι αυτό με μια βαθύτητα και οξύνοια που μόνο ένας Γερμανός μπορούσε να το κάνει. 
Οσο πολύτιμα κι αν είναι και παραμένουν τα συγγράμματα ενός Οουεν, ενός Σεν - Σιμόν ή ενός Φουριέ - επιφυλάχτηκε σ' έναν Γερμανό να αναρριχηθεί ως την κορυφή απ' όπου μπορεί κανείς να δει καθαρά και επισκοπικά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων κοινωνικών σχέσεων, ακριβώς όπως ένας παρατηρητής που στέκεται στην ψηλότερη κορφή βλέπει τα χαμηλότερα ορεινά τοπία.
Η ως τα τώρα πολιτική οικονομία μάς διδάσκει ότι η εργασία είναι η πηγή όλου του πλούτου και το μέτρο όλων των αξιών, έτσι που δυο αντικείμενα που η παραγωγή τους στοίχισε τον ίδιο χρόνο εργασίας έχουν επίσης την ίδια αξία και μια και κατά μέσον όρο ανταλλάσσονται μεταξύ τους ίσες αξίες, θα πρέπει τα δυο αυτά αντικείμενα να μπορούν να ανταλλαχτούν το ένα με το άλλο. 
Ταυτόχρονα όμως, η πολιτική οικονομία διδάσκει ότι υπάρχει ένα είδος συσσωρευμένης εργασίας που την ονομάζει κεφάλαιο, ότι αυτό το κεφάλαιο χάρη στις βοηθητικές πηγές που ενυπάρχουν σ' αυτό, ανεβάζει την παραγωγικότητα της ζωντανής εργασίας εκατό και χίλιες φορές, και σ' αντάλλαγμα παίρνει μια ορισμένη αποζημίωση, που ονομάζεται όφελος ή κέρδος. 
Οπως όλοι ξέρουμε, στην πραγματικότητα τα πράγματα γίνονται έτσι που τα κέρδη της συσσωρευμένης, νεκρής εργασίας αυξαίνουν ολοένα σε μάζα, τα κεφάλαια των κεφαλαιοκρατών γίνονται όλο και πιο κολοσσιαία, ενώ ο μισθός της ζωντανής εργασίας λιγοστεύει ολοένα, και η μάζα των εργατών που ζουν αποκλειστικά από το μισθό της εργασίας γίνεται όλο και πιο πολυάριθμη και πιο φτωχή.
 Πώς μπορεί να λυθεί αυτή η αντίφαση; 
Πώς μπορεί να μένει στον κεφαλαιοκράτη ένα κέρδος, αν ο εργάτης αποζημιώνεται με ολόκληρη την αξία της εργασίας που προσθέτει στο προϊόν του; 
Μα αφού ανταλλάσσονται μόνο ίσες αξίες θα πει ότι έτσι πρέπει να γίνεται. Από την άλλη μεριά, πώς μπορούν να ανταλλάσσονται ίσες αξίες, πώς μπορεί ο εργάτης να παίρνει ολόκληρη την αξία του προϊόντος του, αν όπως παραδέχονται πολλοί οικονομολόγοι, το προϊόν αυτό μοιράζεται ανάμεσα σ' αυτόν και στον κεφαλαιοκράτη; 
Η παλιά πολιτική οικονομία στέκεται αμήχανη μπρος σ' αυτή την αντίφαση και γράφει ή τραυλίζει συγχυσμένες φράσεις που δε λένε τίποτα. 
Ακόμα και οι ως τα τώρα σοσιαλιστές κριτικοί της πολιτικής οικονομίας δεν ήταν σε θέση να κάνουν τίποτα περισσότερο παρά να τονίσουν αυτή την αντίφαση.
 Κανένας δεν την έλυσε, ώσπου επιτέλους ο Μαρξ παρακολούθησε την πορεία γέννησης αυτού του κέρδους ως τον τόπο της γέννησής του κι έτσι φώτισε όλο το ζήτημα.
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ - ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ Δουλεύοντας πάνω στο ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ. Εργο του V. Polyakov, 1961
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ - ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ Δουλεύοντας πάνω στο ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ. Εργο του V. Polyakov, 1961
Στην ανάλυση του κεφαλαίου, ο Μαρξ ξεκινά από τα απλό, πασίγνωστο γεγονός ότι οι κεφαλαιοκράτες αξιοποιούν το κεφάλαιό τους με την ανταλλαγή: Αγοράζουν με το χρήμα τους εμπόρευμα κι υστέρα το πουλάνε για περισσότερο χρήμα απ' όσο τους στοίχισε. Λογουχάρη, ένας κεφαλαιούχος αγοράζει βαμπάκι για 1.000 τάλιρα και το ξαναπουλά για 1.100, κι έτσι «κερδίζει» 100 τάλιρα. 
Αυτό το πλεόνασμα από 100 τάλιρα, πάνω από το αρχικά κεφάλαιο, ο Μαρξ το ονομάζει υπεραξία.
 Από πού γεννιέται αυτή η υπεραξία; Σύμφωνα με όσα παραδέχονται οι οικονομολόγοι ανταλλάσσονται μόνον ίσες αξίες και στην περιοχή της αφηρημένης θεωρίας αυτό είναι σωστό. 

Ετσι η αγορά βαμπακιού και η μεταπούλησή του δεν μπορούν να προσφέρουν περισσότερη υπεραξία, από την υπεραξία που προσφέρει η ανταλλαγή ενός ασημένιου τάλιρου με τριάντα ασημένια γρόσια 
και η αντίστροφη ανταλλαγή των κερμάτων με το ασημένιο τάλιρο: από μια τέτοια ανταλλαγή κανένας δε γίνεται ούτε πιο πλούσιος, ούτε πιο φτωχός. 
Μα η υπεραξία δεν μπορεί να προέρχεται ούτε από την περίπτωση που οι πουλητές πουλούν εμπορεύματα πάνω από την αξία τους, ή που οι αγοραστές τα αγοράζουν κάτω από την αξία τους, γιατί ο καθένας τους με τη σειρά του γίνεται πότε αγοραστής και πότε πουλητής και έτσι τα πράγματα εξισώνονται πάλι. 
Το ίδιο δεν μπορεί να προέλθει από το γεγονός ότι αγοραστές και πουλητές ξεγελούν ο ένας τον άλλο, γιατί αυτό δε θα δημιουργούσε καμιά νέα αξία ή υπεραξία, αλλά απλούστατα θα μοίραζε το υπάρχον κεφάλαιο διαφορετικά ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες. Παρά το γεγονός ότι ο κεφαλαιοκράτης αγοράζει τα εμπορεύματα στην άξια τους και τα πουλά στην αξία τους, βγάζει απ' αυτά περισσότερη αξία απ' όσην έβαλε μέσα σ' αυτά. 
Πώς συμβαίνει αυτό;
Ο κεφαλαιοκράτης, μέσα στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, βρίσκει στην αγορά των εμπορευμάτων ένα εμπόρευμα που έχει την ιδιόμορφη ιδιότητα ότι η κατανάλωσή του αποτελεί πηγή νέας αξίας, δημιουργία νέας αξίας, κι αυτό το εμπόρευμα είναι η εργατική δύναμη.
Τι είναι η αξία της εργατικής δύναμης; 
Η αξία κάθε εμπορεύματος μετριέται με την εργασία που απαιτείται για την παραγωγή του. Η εργατική δύναμη υπάρχει με τη μορφή του ζωντανού εργάτη που χρειάζεται ένα καθορισμένο ποσό μέσων συντήρησης για την ύπαρξή του καθώς και για τη συντήρηση της οικογένειάς του, που εξασφαλίζει τη διαιώνιση της εργατικής δύναμης κι ύστερα από το θάνατό του. 
Ο αναγκαίος εργάσιμος χρόνος για την παραγωγή αυτών των μέσων συντήρησης αντιπροσωπεύει λοιπόν την αξία της εργατικής δύναμης. 
Ο κεφαλαιοκράτης πληρώνει την αξία αυτή κάθε βδομάδα και αγοράζει έτσι τη χρήση εργασίας του εργάτη για μια βδομάδα. 
Ως το σημείο αυτό, οι κύριοι οικονομολόγοι θα είναι περίπου σύμφωνοι μαζί μας στο ζήτημα της αξίας της εργατικής δύναμης.
Ο κεφαλαιοκράτης βάζει τώρα τον εργάτη του να δουλέψει. Σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ο εργάτης θα έχει παραδώσει τόση εργασία, όση αντιπροσωπευόταν στο βδομαδιάτικο μισθό του. 
Αν υποθέσουμε ότι ο βδομαδιάτικος μισθός ενός εργάτη αντιπροσωπεύει τρεις μέρες εργασίας, τότε αν ο εργάτης αρχίσει να δουλεύει τη Δευτέρα, θα έχει ως την Τετάρτη το βράδυ αναπληρώσει στον κεφαλαιοκράτη ολόκληρη την αξία του πληρωμένου μισθού. Μήπως σταματά τότε να δουλεύει; Καθόλου. 
Ο κεφαλαιοκράτης έχει αγοράσει την εργασία του για μια βδομάδα κι ο εργάτης πρέπει ακόμα να δουλέψει και τις τρεις τελευταίες μέρες της βδομάδας. Αυτή η υπερεργασία του εργάτη, πάνω από τον αναγκαίο για την αναπλήρωση του μισθού του χρόνο, είναι η πηγή της υπεραξίας, του κέρδους, της ολοένα αναπτυσσόμενης αύξησης του κεφαλαίου.
Ας μην πει κανείς πως είναι μια αυθαίρετη υπόθεση ότι ο εργάτης βγάζει με τη δουλιά του σε τρεις μέρες το μισθό που πήρε, και ότι δουλεύει τις υπόλοιπες τρεις μέρες για τον κεφαλαιοκράτη. 
Αν χρειάζεται ακριβώς τρεις μέρες για να αναπληρώσει το μισθό του, ή δυο ή τέσσερις, αυτό μας είναι εδώ ολότελα αδιάφορο και αλλάζει σύμφωνα με τις περιστάσεις. 
Το βασικό είναι ότι ο κεφαλαιοκράτης, πλάι στη δουλιά που πληρώνει, αποκομίζει εργασία που δεν την πληρώνει, κι αυτό δεν είναι αυθαίρετη υπόθεση, γιατί τη μέρα που ο κεφαλαιοκράτης θα έβγαζε μόνιμα απ' τον εργάτη μόνο τόση εργασία όση του πληρώνει σε μισθό, τη μέρα αυτή θα έκλεινε την επιχείρησή του, αφού θα χανόταν ίσα ίσα ολόκληρο το κέρδος του.
Εδώ έχουμε τη λύση όλων εκείνων των αντιφάσεων.
 Η προέλευση της υπεραξίας (που το κέρδος του κεφαλαιοκράτη αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της) είναι τώρα ολότελα ξεκάθαρη και φυσική. 
Η αξία της εργατικής δύναμης πληρώνεται, μα η αξία αυτή είναι πολύ μικρότερη από την αξία που κατορθώνει να βγάζει ο κεφαλαιοκράτης από την εργατική δύναμη, και η διαφορά, η απλήρωτη εργασία, αποτελεί ίσα ίσα το μερίδιο του κεφαλαιοκράτη ή, για να εκφραστούμε πιο σωστά, της τάξης των κεφαλαιοκρατών. 
Γιατί ακόμα και το κέρδος που στο παραπάνω παράδειγμά μας έβγαλε ο βαμβακέμπορος από το βαμπάκι του, πρέπει, αν οι τιμές του βαμπακιού δεν υψώθηκαν, να αποτελείται από απλήρωτη εργασία. 
Ο έμπορος θα πρέπει να έχει πουλήσει το βαμπάκι του σ' έναν εργοστασιάρχη βαμβακερών, που μπορεί να βγάλει από το προϊόν του, εκτός από κείνα τα 100 τάλιρα που πλήρωσε στο βαμβακέμπορο, και ένα ακόμα κέρδος για τον ίδιο τον εαυτό του και έτσι μοιράζεται μ' αυτόν την απλήρωτη εργασία που τσέπωσε. 
Αυτή η απλήρωτη εργασία είναι γενικά που συντηρεί όλα τα μη εργαζόμενα μέλη της κοινωνίας. 
Απ' αυτήν πληρώνονται οι κρατικοί και δημοτικοί φόροι, στο βαθμό που θίγουν την κεφαλαιοκρατική τάξη, καθώς και η γαιοπρόσοδος των γαιοχτημόνων κτλ. Πάνω σ' αυτή στηρίζεται ολόκληρο το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς.
Χώρια απ' αυτό, θα ήταν παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η απλήρωτη εργασία προέκυψε μόνο μέσα στις σημερινές σχέσεις, όπου η παραγωγή γίνεται από τη μια από κεφαλαιοκράτες και από την άλλη από μισθωτούς εργάτες. 
Αντίθετα. 
Η καταπιεζόμενη τάξη σ' όλες τις εποχές ήταν αναγκασμένη να προσφέρει απλήρωτη εργασία. 
Σ' όλη τη μακρόχρονη περίοδο που η δουλεία ήταν η επικρατούσα μορφή της οργάνωσης της εργασίας, οι δούλοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν πολύ περισσότερο απ' ό,τι τους ανταποδιδόταν με τη μορφή μέσων συντήρησης. 
Το ίδιο συνέβαινε κάτω από την κυριαρχία της δουλοπαροικίας κι ως την κατάργηση της αγροτικής αγγαρείας. Εδώ μάλιστα εκδηλώνεται χειροπιαστά η διαφορά ανάμεσα στο χρόνο που ο αγρότης δουλεύει για την ίδια του τη συντήρηση στη ζωή και στην υπερεργασία για τον τσιφλικά, ακριβώς γιατί η τελευταία εργασία εκτελείται χωριστά από την πρώτη. 
Σήμερα άλλαξε η μορφή, μα η ουσία παρέμεινε, κι όσον καιρό ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, είτε είναι ελεύθερος είτε όχι, πρέπει να προσθέτει στον αναγκαίο για την αυτοσυντήρησή του εργάσιμο χρόνο, έναν παραπανίσιο χρόνο εργασίας για να παράγει τα μέσα συντήρησης των ιδιοχτητών των μέσων παραγωγής» (Μαρξ σελ. 202)1·
II
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε ότι κάθε εργάτης που απασχολεί ένας κεφαλαιοκράτης εκτελεί διπλή εργασία: Στη διάρκεια ενός μέρους του χρόνου της εργασίας του αναπληρώνει το μισθό που του πλήρωσε ο κεφαλαιοκράτης, κι αυτό το μέρος της εργασίας ο Μαρξ το ονομάζει αναγκαία εργασία. 
Υστερα όμως απ' αυτό, ο εργάτης είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει δουλεύοντας, και στο χρονικό αυτό διάστημα παράγει για τον κεφαλαιοκράτη την υπεραξία, που ένα σημαντικό μέρος της αποτελεί το κέρδος. Το μέρος αυτό της εργασίας ονομάζεται υπερεργασία.
Ας υποθέσουμε ότι ο εργάτης δουλεύει τρεις μέρες τη βδομάδα για την αναπλήρωση του μισθού του και τρεις μέρες για την παραγωγή υπεραξίας για τον κεφαλαιοκράτη. 
Αν το εκφράσουμε με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει ότι όταν εργάζεται δώδεκα ώρες τη μέρα, εργάζεται έξι ώρες τη μέρα για το μισθό του κι έξι ώρες για την παραγωγή υπεραξίας. 
Από τη βδομάδα δεν μπορεί κανείς να βγάλει παρά έξι ή το πολύ εφτά εργάσιμες μέρες λογαριάζοντας και την Κυριακή. Από κάθε ξεχωριστή μέρα όμως μπορεί κανείς να βγάλει έξι, οχτώ, δέκα, δώδεκα, δεκαπέντε ή και περισσότερες ώρες εργασίας. Ο εργάτης πούλησε στον κεφαλαιοκράτη μια εργάσιμη μέρα για ένα μεροκάματο. 
Τι είναι όμως μια εργάσιμη μέρα; Οχτώ ή δεκαοχτώ ώρες;
Ο κεφαλαιοκράτης έχει συμφέρον να κάνει την εργάσιμη μέρα όσο μπορεί μεγαλύτερη. Οσο πιο μεγάλη είναι η διάρκειά της, τόσο περισσότερη υπεραξία παράγει. Ο εργάτης νιώθει σωστά ότι κάθε ώρα εργασίας που δουλεύει πάνω από την αναπλήρωση του μισθού της εργασίας του, του αφαιρείται άδικα. Δοκιμάζει στην ίδια του την πλάτη τι θα πει να δουλεύεις ένα υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Ο κεφαλαιοκράτης αγωνίζεται για το κέρδος του, ο εργάτης για την υγεία του, για κάνα - δυο ώρες ανάπαυση τη μέρα, για να μπορεί έξω από τη δουλιά, τον ύπνο και το φαγητό, να δράσει και σαν άνθρωπος. 
Ετσι ας σημειωθεί εν παρόδω ότι δεν εξαρτιέται καθόλου από την καλή θέληση των ξεχωριστών κεφαλαιοκρατών αν επιθυμούν να ανακατευτούν ή όχι σε τούτο τον αγώνα, αφού ο συναγωνισμός εξαναγκάζει ακόμα και τους πιο φιλάνθρωπους απ' αυτούς να κάνουν το ίδιο που κάνουν και οι συνάδελφοί τους και να καθιερώνουν κατά κανόνα έναν εργάσιμο χρόνο, το ίδιο παρατεταμένο όσο και οι άλλοι.
Η πάλη για τον καθορισμό της εργάσιμης μέρας κρατά από την πρώτη ιστορική εμφάνιση των ελεύθερων εργατών ως τα σήμερα. 
Στους διάφορους κλάδους επικρατούν διαφορετικές πατροπαράδοτες εργάσιμες μέρες. Στην πραγματικότητα όμως σπάνια τηρούνται. 
Μονάχα εκεί που ο νόμος καθορίζει την εργάσιμη μέρα και που εποπτεύει την τήρησή της, μονάχα εκεί μπορεί κανείς να πει πραγματικά ότι υπάρχει μια κανονική εργάσιμη μέρα. Κι ως τώρα αυτό συμβαίνει σχεδόν μόνο στις εργοστασιακές περιοχές της Αγγλίας. 
Εδώ, για όλες τις γυναίκες και τα παιδιά από 13 ως 18 χρονών έχει καθοριστεί η δεκάωρη εργάσιμη μέρα (10 1/2 ώρες τις πέντε μέρες της βδομάδας και 7 1/2 ώρες το Σάββατο). 
Και επειδή οι άντρες δεν μπορούν να δουλέψουν χωρίς τους παραπάνω, υποτάσσονται και αυτοί στη δεκάωρη εργάσιμη μέρα. 
Το νόμο αυτό τον κατάχτησαν οι Αγγλοι εργοστασιακοί εργάτες ύστερα από πολύχρονη εγκαρτέρηση, με τον πιο επίμονο και πεισματικό αγώνα ενάντια στους εργοστασιάρχες, με την ελευθεροτυπία, με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι, καθώς και με την επιδέξια χρησιμοποίηση των διαιρέσεων μέσα στην ίδια την κυρίαρχη τάξη. 
Ο νόμος αυτός έγινε το παλλάδιο των Αγγλων εργατών, επεκτάθηκε σιγά σιγά σ' όλους τους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους και πέρσι2σε όλους σχεδόν τους κλάδους, τουλάχιστον σε όλους εκείνους που απασχολούν γυναίκες και παιδιά. 
Το έργο αυτό περιέχει εξαιρετικά λεπτομερειακό υλικό για την ιστορία αυτής της νομοθετικής ρύθμισης της εργάσιμης μέρας στην Αγγλία. Το ερχόμενο βορειογερμανικό Ράιχσταγκ θα έχει επίσης να συζητήσει ένα βιομηχανικό κανονισμό και μαζί μ' αυτό τη ρύθμιση της εργασίας στα εργοστάσια.
 Ελπίζουμε ότι κανένας από τους βουλευτές που εκλέξανε οι Γερμανοί εργάτες δε θα πάει στη συζήτηση αυτού του νόμου, χωρίς προηγούμενα να έχει ολότελα γνωρίσει το βιβλίο του Μαρξ. 
Στο ζήτημα αυτό πολλά μπορούν να επιτευχθούν. 
Οι διαιρέσεις ανάμεσα στις άρχουσες τάξεις είναι πιο ευνοϊκές για τους εργάτες απ' ό,τι ήταν κάποτε στην Αγγλία, γιατί το γενικό εκλογικό δικαίωμα αναγκάζει τις κυρίαρχες τάξεις να επιδιώκουν την εύνοια των εργατών. 
Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, τέσσερις ή πέντε αντιπρόσωποι του προλεταριάτου αποτελούν μια δύναμη, αν ξέρουν πώς να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους, αν πριν απ' όλα ξέρουν για το τι πρόκειται, πράγμα που οι αστοί δεν το ξέρουν. Και γι' αυτό το σκοπό, το βιβλίο του Μαρξ, τους δίνει έτοιμο στο χέρι όλο το υλικό.
Αφήνουμε κατά μέρος μια σειρά άλλες πολύ όμορφες έρευνες που έχουν περισσότερο θεωρητικό ενδιαφέρον και περνάμε στο τελευταίο κεφάλαιο που πραγματεύεται τη συσσώρευση ή συγκέντρωση του κεφαλαίου. 
Εδώ αποδείχνεται πρώτα ότι η κεφαλαιοκρατική μέθοδος παραγωγής, δηλαδή η παραγωγή που γίνεται, από τη μια, από τους κεφαλαιοκράτες κι από την άλλη από τους μισθωτούς εργάτες, όχι μόνο αναπαράγει συνεχώς το κεφάλαιο για τον κεφαλαιοκράτη, αλλά ταυτόχρονα αναπαράγει συνεχώς και τη φτώχεια των εργατών. 
Ετσι εξασφαλίζεται από τη μια να υπάρχουν πάντα οι κεφαλαιοκράτες, που είναι οι ιδιοχτήτες όλων των μέσων συντήρησης, όλων των πρώτων υλών και όλων των εργαλείων δουλιάς, κι απ' την άλλη, να υπάρχει πάντα η μεγάλη μάζα των εργατών που είναι υποχρεωμένοι να πουλάνε την εργατική τους δύναμη σ' αυτούς τους κεφαλαιοκράτες για ένα ποσό από μέσα συντήρησης, που, στην καλύτερη περίπτωση, φτάνουν ίσα ίσα για να τους διατηρούν σε κατάσταση που να είναι ικανοί για δουλιά και για ν' αναθρέψουν μια νέα γενιά από ικανούς για δουλιά προλετάριους. 
Το κεφάλαιο όμως δεν αναπαράγεται μονάχα: Ολοένα πληθαίνει και μεγαλώνει - και μαζί μ' αυτό πληθαίνει και μεγαλώνει η εξουσία του πάνω στην τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοχτησία.
 Κι όπως το ίδιο αναπαράγεται σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, έτσι ο σύγχρονος κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής αναπαράγει επίσης σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα, σε ολοένα μεγαλύτερο αριθμό την τάξη των εργατών που δεν έχουν καμιά ιδιοχτησία.
 «...Η συσσώρευση του κεφαλαίου αναπαράγει την κεφαλαιοκρατική σχέση σε πλατύτερη κλίμακα: περισσότερους κεφαλαιοκράτες ή μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες στον ένα πόλο, περισσότερους μισθωτούς εργάτες στον άλλο... Συσσώρευση του κεφαλαίου σημαίνει λοιπόν αύξηση του προλεταριάτου» (σελ. 600)3
Επειδή όμως, με την πρόοδο των μηχανών, με τη βελτιωμένη γεωργία κλπ. χρειάζονται όλο και λιγότεροι εργάτες για να παράγουν το ίδιο ποσό προϊόντα, επειδή αυτή ή τελειοποίηση, δηλαδή αυτή η μετατροπή των εργατών σε υπεράριθμους, αυξάνει ταχύτερα από ό,τι το ίδιο το αυξανόμενο κεφάλαιο τι θα γίνει μ' αυτόν τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό των εργατών; 
Σχηματίζουν ένα βιομηχανικό εφεδρικό στρατό που, σ' εποχές που οι δουλιές πάνε άσχημα ή μέτρια, πληρώνεται κάτω απ' την αξία της εργασίας του και απασχολείται όχι ταχτικά ή περιέρχεται στη φροντίδα της δημόσιας πρόνοιας για τους φτωχούς, που είναι όμως απαραίτητη στην κεφαλαιοκρατική τάξη σε καιρούς που σημειώνεται ιδιαίτερη ζωηρότητα στις δουλιές όπως αυτό φαίνεται σήμερα ολοκάθαρα στην Αγγλία. 
Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, χρησιμεύει για να σπάει τη δύναμη αντίστασης των εργατών που απασχολούνται ταχτικά και για να κρατά χαμηλά τους μισθούς τους. 
«Οσο μεγαλύτερος είναι ο κοινωνικός πλούτος... τόσο μεγαλύτερος είναι κι ο σχετικός υπερπληθυσμός, ή ο βιομηχανικός εφεδρικός στρατός. Και όσο μεγαλύτερος είναι αυτός ο εφεδρικός στρατός σε σχέση με τον ενεργό (τον κανονικά απασχολούμενο) εργατικό στρατό, τόσο μαζικότερος είναι ο σταθεροποιημένος (μόνιμος) υπερπληθυσμός, ή τα εργατικά εκείνα στρώματα που η αθλιότητά τους βρίσκεται σε αντίστροφη αναλογία με το μόχθο της δουλιάς τους. Οσο πιο πλατιά είναι, τέλος, τα στρώματα των ολότελα εξαθλιωμένων ανθρώπων της εργατικής τάξης και του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού, τόσο μεγαλύτερος είναι ο επίσημος παουπερισμός*. Αυτός είναι ο απόλυτος γενικός νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης» (σελ. 631)4.
Αυτοί είναι μερικοί από τους κυριότερους νόμους του σύγχρονου κεφαλαιοκρατικού κοινωνικού συστήματος, που αποδείχτηκαν αυστηρά επιστημονικά και οι επίσημοι οικονομολόγοι αποφεύγουν βέβαια να κάνουν έστω και μια απόπειρα να τους αντικρούσουν. 
Μα μήπως μ' αυτό τα είπαμε όλα; Καθόλου. 
Με την ίδια οξύτητα που ο Μαρξ τονίζει τις κακές πλευρές της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, με την ίδια σαφήνεια αποδείχνει ότι η κοινωνική αυτή μορφή ήταν αναγκαία για να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας ως το επίπεδο που θα κάνει δυνατή μια ίση για όλα τα μέλη της κοινωνίας ανάπτυξη, μια ανάπτυξη αντάξια για τον άνθρωπο. 
Ολες οι προηγούμενες κοινωνικές μορφές ήταν πολύ φτωχές για ένα τέτοιο πράγμα. 
Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή είναι η πρώτη που δημιουργεί τον πλούτο και τις παραγωγικές δυνάμεις που χρειάζονται γι' αυτό, μα ταυτόχρονα δημιουργεί, επίσης, στο πρόσωπο των πολυάριθμων καταπιεζόμενων εργατών, την κοινωνική εκείνη τάξη που ολοένα και περισσότερο υποχρεώνεται από τα πράγματα να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση αυτού του πλούτου κι αυτών των παραγωγικών δυνάμεων, προς το συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας - κι όχι όπως γίνεται ως σήμερα, προς το συμφέρον μιας μονοπωλιακής τάξης.
Σημειώσεις
1. Η παραπομπή αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου». Αμβούργο 1867
2. Δηλαδή το 1867
3. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», Αμβούργο 1867
4. Αναφέρεται στην πρώτη έκδοση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου, Αμβούργο 1867
Μόνιμη κατάσταση τέλειας ανέχειας στην οποία βρίσκεται ένα τμήμα του πληθυσμού στις κεφαλαιοκρατικές χώρες
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ
Ο Καρλ Μαρξ για τον εργάσιμο χρόνο και την ένταση της εκμετάλλευσης (9/9/2012)
ΑΤΙΤΛΟ (1/11/2008)
Για την εργάσιμη μέρα και την εργατική δύναμη (10/10/2004)

Για τη σχέση αναγκαίου χρόνου εργασίας και υπερεργασίας (6/8/2000)

TOP READ