8 Ιουλ 2012

Απ' τ' Αγραφα στο Γράμμο


Απ' τ' Αγραφα στο Γράμμο
  • Η τελευταία ομάδα του ΔΣΕ που βγήκε στην Αλβανία στις 10 Μάη 1950
  • Αφιερωμένο στο αντιιμπεριαλιστικό διήμερο της ΚΝΕ
Το κείμενο είναι αδημοσίευτο, αποτελεί το τελευταίο κεφάλαιο από τον υπό έκδοση Γ' τόμο «Αναμνήσεις ενός αντάρτη» του Γιώργη Μωραΐτη.
Στη Σαμαρίνα
Τώρα το λόγο έχει πάλι ο Τάκης Ψημμένος. Κι εγώ απλώς θα τον συμπληρώνω. «Βαδίζαμε μέρες πολλές. Τμήματα του αντιπάλου δεν συναντούμε στο διάβα μας κι αυτό μας δημιουργεί αίσθηση σιγουριάς. Γι' αυτό, όταν ένα απόγευμα φθάσαμε έξω απ' τη, Σαμαρίνα, στην τοποθεσία Λιβάδια της Βασιλίτσας, αφού σταμάτησε η βροχή. Δε διστάζουμε "ν' ακροβολιστούμε" και να μαζέψουμε σαλιγκάρια που αφθονούν. Το βράδυ μένουμε σ' ένα υπόγειο σπιτιού στο εγκαταλειμμένο χωριό της Σαμαρίνας και τα μαγειρεύουμε»1.
Στη Σαμαρίνα κι εγώ πατούσα για πρώτη φορά. Την είχα ακουστά. Στην κατοχή, στο χωριό. Οταν το '42 ήρθαν οι «Λεγεωνάριοι» συνεργάτες των Ιταλών, με αρχηγούς τον Ραποτίκα και τον Διαμάντη. Κι έσπασαν, τους πολεμιστές του '40-'41 της Αλβανίας, στο ξύλο, για να παραδώσουν όπλα. Μ' εκείνο το περιβόητο «έχς δεν έχς»!... Και ύστερα, αρχές '43. Οταν πρωτόρθαν οι αντάρτες, με τον Καραλίβανο. Κι ακούσαμε το περίφημο τραγούδι: «Παιδιά της Σαμαρίνας. Γειά σας παιδιά μ' καημένα. Γιατ' είστε λερωμένα; Είμαστε από τον πόλεμο». Κι ανατριχιάζαμε2.

Καλά τα σαλιγκάρια, που σκάρισαν γιατ' ήταν απόβρεχο. Τα μάσαμε και τα φάγαμε για ορεκτικό. Οχι γιατί πεινάγαμε, αφού είχαμε ακόμα κρέας μοσχάρι. Από τα λιβάδια κάναμε καλή παρατήρηση. Σε όλα «τα πέριξ» καμιά κίνηση, τίποτα το ύποπτο. Αν και σε πολλές μεριές στο δρόμο υπήρχαν νωπά τα αποτυπώματα απ' τα πέταλα μουλαριών κι απ' τις αρβύλες φαντάρων. Απόδειξη πως στρατός με μεταγωγικά υπήρχε στην περιοχή και περνοδιάβαινε από κει. Ερημιά, πάντως, και στο χωριό. Με το σούρουπο μπήκαμε μέσα. Φτάσαμε στο κέντρο. Και πιο μέσα απ' την πλατεία πιάσαμε ένα απ' τα καλά σπίτια. «Αρχοντικό» θα πω... Μπήκαμε στο ισόγειο. (Οχι υπόγειο).
Πιάσαμε 2-3 δωμάτια. Φάγαμε και το κόψαμε στον ύπνο. (Ολοι μηδενός εξαιρουμένου). Αν υπήρχε ή αν ερχόταν στρατός, θα πηγαίναμε σφαχτοί!
Τι είχε συμβεί; Τα τσουγκρίσαμε. Ηρθε η ώρα για ύπνο. Κανένας δεν ήθελε να βγει σκοπιά. Είπα στον ένα. Επιασα τον άλλον. Ακόμα και τα στελέχη. Αρνήθηκαν. Κάτι πρωτοφανές. Αγανάκτησα κι εγώ. Εβρισα την τύχη μου. Τους λέω: «Σάμπως η δική μου ζωή αξίζει περισσότερο;.. Και το 'κοψα στον ύπνο. Απ' το κακό μου δεν κοιμήθηκα.
Στον «Γκρέκο»
Το πρωί πήραμε τον ανήφορο. Ξεκούραστοι, χορτάτοι και κεφάτοι. Ανεβήκαμε ολόραχα. Στον «Γκρέκο». Τον περίφημο. Οπου και η βρύση. Εδώ πρέπει να ήταν παλιά τα Ελληνικά σύνορα. Βλέπουμε κάτω την ποταμιά του Σαραντάπορου. Κι απέναντι πελώρια την οροσειρά του Γράμμου. Νιώθουμε περηφάνια. Γιατί εδώ, στον τρίχρονο ένοπλο αγώνα του ΔΣΕ, δόθηκαν οι πιο μεγάλες μάχες. Και γράφτηκαν αθάνατες σελίδες δόξας και ηρωισμού. Αλλά προσφέρθηκαν, για τα μεγάλα μας Ιδανικά, και οι πιο τρανές και ακριβές θυσίες. Συγκινούμαστε. Τα σκεφτόμαστε. Παίρνουμε δύναμη. Και προχωρούμε.

Οταν φτάσαμε στον «Γκρέκο», ακούμε κάτω δεξιά, φωνές, κακό, φασαρία. Η Φούρκα είχε κόσμο και Μάυδες. Είχε και στρατό. Επομένως είπα: «Από δω και πέρα, στην κίνησή μας, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Οχι ξεροκεφαλιές και απειθαρχίες. Ούτε ύπνο χωρίς σκοπιά». Ακόμα δε μου πέρασε της νύχτας το γινάτι. Κανένας δεν έβγαλε κιχ. Κατηφορίζουμε στο σύραχο. Ανάμεσα από μικρά δέντρα, θάμνους αλλά και γυμνό τόπο. Ο καιρός πότε ήλιο, πότε αραιή συννεφιά. Κατεύθυνση μας προς Κάντσισκο. Ανάμεσα από τα φοβερά και πολύνεκρα οχυρά Ταμπούρι και Προφήτ' Ηλία. Ευτυχώς, έχουμε τον Ζήση Μανίκα, που έκανε στη Σχολή Αξιωματικών του Γενικού Αρχηγείου και ξέρει τα μέρη. Οι άλλοι περνάμε από δω για πρώτη φορά.
Σαν πλησιάσαμε στο δρόμο, απάνω στη ράχη, από το Κεράσοβο προς τη Φούρκα «τα...χρειαστήκαμε». Από κάτω, σε μικρή απόσταση, έτυχε να' ρχεται ένα απόσπασμα Ιππικού. Πρέπει να ήτανε Ουλαμός. Καμιά 25αριά καβαλαραίοι με τ' άλογά τους, όπως τους μετρήσαμε, όταν πέρναγαν από μπροστά μας. Παραλίγο θα τρακάραμε. Καθώς ανηφόριζαν, αθόρυβα, ράθυμα, χωρίς να μιλάνε. Μόλις πλησίαζαν ακούστηκε λίγος ξερόβηχας κι ένα χλιμίντρισμα. Μας οσμίστηκαν; Είπαμε. Κι αμέσως πέσαμε κάτω. Καλυφθήκαμε ανάμεσα σε θάμνους. Είχε πέσει και μια αντάρα απάνω μας. Λες και την είχαμε παραγγελιά ή την έστειλε ο «καλός θεός». Ημασταν, για άλλη μια φορά, τυχεροί!... Λίγα μέτρα παρέκει είχα το Χρήστο. (Αυτόν με το «σύνδρομο» του πιθανού πνιγμού στον Πετριλιώτη και της εγκατάλειψης στην Μπουκοβίτσα). Πιο «θρήσκος» από μένα, που ήμουν και «παπά αγγόνι». Τον έπιασε το μάτι μου. Πρέπει πολύ να φοβήθηκε. Εκανε το σταυρό του!...
Από αριστερά: Κεχρινιώτης Νίκος (Αννίβας), Κυρίτσης Χρήστος, Ηλιόπουλος Θανάσης (Σάκης), Ψημμένος Δημήτρης (Τάκης), Μωραΐτης Γιώργης, Δημάνης Γιώργος, Παχής Κώστας και ο Μανίκας Ζήσης
Σηκωθήκαμε. Σκυφτά περάσαμε το δρόμο. Βαδίζοντας γρήγορα προς τα κάτω. Περνώντας τον αυχένα, ανάμεσα στα δυο μεγάλα φυσικά οχυρά. Χωθήκαμε κάτω, στο απέραντο παρθένο με οξιές δάσος. Πιάσαμε λημέρι σ' ένα ακρινό εξωτικό σημείο. Οπου «σαρμάκο» -κρυμμένοι από εχθρό και κόσμο- μείναμε ως το βράδυ. Κρέας να φάμε είχαμε εφεδρεία. Νερό δίπλα ήταν το ρεματάκι. Η μέρα ζεστή, χορτάσαμε ύπνο. Το περιβάλλον μαγεία. Πουλιά μιλιούνια μέσα στο δάσος. Πετούσαν, τσίριζαν, κελαϊδούσαν, ερωτεύονταν. Τώρα που δεν είχαμε πόλεμο! Τ' απομεσήμερο, παραδόξως, είδαμε κι ένα σμήνος όρνια, να πετούν από πάνω μας. Από συνήθεια. Σα να έψαχναν για πτώματα ή να πέρασαν εμάς για ψοφίμια! Αυτό κι αν ήταν κατάρα και γρουσουζιά. «Κακός οιωνός»!
Στο Κάντσισκο
Κάτω προς το ποτάμι ήταν το Κάντσισκο! Χωριό, τρία χρόνια στη φωτιά του Εμφυλίου Πολέμου, κι όμως έμεινε άτρωτο. Ολημερίς το ακούγαμε και το νιώθαμε, δεν ήτανε μακριά. Αν και το είχαμε πάρει αψήφιστα, σα να μη ξέραμε πως είμαστε μέσα στην «πολεμική ζώνη». Καταλάβαμε, στα σπίτια είχε λίγο κόσμο, αλλά πολύ στρατό. Στο κέντρο και στο ύψωμα ήτανε βάση. Τη μέρα ακούγαμε κουβενταρία, θορύβους, φωνές. Ακόμα και μηχανάκι από γεννήτριες ρεύματος που γέμιζαν μπαταρίες ασυρμάτου (Εμ, τι ειδικοί ήμασταν ο Τάκης κι εγώ, ως ασυρματιστές). Εκείνο που δεν είχαμε καταλάβει μέχρι που νύχτωσε ήταν τούτο. Το μηχανάκι συνέχισε να δουλεύει όλη τη νύχτα για να τροφοδοτεί τη βάση με ηλεκτρικό ρεύμα. Ελαμπε το κέντρο. Ενώ στις άκρες και στις γειτονιές επικρατούσε σκοτάδι.
Οταν νύχτωνε, φορτωμένοι με τα πράματα και τα όπλα μας, κινάμε για το χωριό. Ηταν υποχρεωτική η διάβαση να πάμε για το ποτάμι. Πήγαμε από την κάτω μεριά, όπως προχωράει το ρέμα. Με μεγάλη προσοχή κι αυστηρά μέτρα ασφάλειας. Εν γνώσει μας ότι μπαίνουμε, αν όχι «στο στόμα» πάντως στου «λύκου» τη φωλιά. Ο Ζήσης μας οδήγησε καλά, ήξερε λίγο πολύ τον τόπο. Παρ' όλο που ακριβώς από δω, ήταν αμφίβολο αν πέρασε άλλη φορά. Πριν πλησιάσουμε στα ακρινά σπίτια, πέφτουμε απάνω στο μύλο του χωριού. Δε λειτουργούσε. Είχε κάνει τη δουλειά του. «Μετά φόβου Θεού» χαλάμε την κλειδαριά, σαν κλέφτες και μπαίνουμε μέσα. Μερικοί αντιδρούσαν. Ελεγαν θα πιαστούμε κ.λπ. Κοιτάμε μέσα και βλέπουμε 8 μεγάλα σακιά γεμάτα αλεύρι από στάρι. Πρέπει να ήταν για τον στρατό. Πολύ κόσμο δεν είχε το χωριό. Τι τύχη! Λες και μας είχαν μετρήσει. Στον καθένα μας από ένα. Τι να το κάναμε; Αν ήταν σ' άλλους καιρούς... Λέω: «Γρήγορα και χωρίς να χάνουμε χρόνο. Ν' ανοίξουμε όλα τα σακιά. Να πάρει ο καθένας από καναδυό χούφτες αλεύρι και να τα δέσουμε όπως ήτανε! Ετσι κι έγινε. Κάποιοι τσίγκλιζαν να φύγουμε γρήγορα. Η κλειδαριά ήταν από τις συνηθισμένες. Τη βάλαμε στη θέση της. Το πρωί ο μυλωνάς θα την είδε που ήταν ανοιγμένη.
Ολα καλά ως εδώ. Κανένα πρόβλημα. Προσεχτικά προχωράμε προς το σύραχο στην άκρη στο χωριό. Βρίσκουμε ένα εικόνισμα. Μας έδωσε ο Αγιος το λαδάκι του! Εδώ απ' τη μια μεριά ο δρόμος κατέβαινε προς το ποτάμι, τον Σαραντάπορο. Ενώ απ' την άλλη ανέβαινε προς το ύψωμα, όπου και το εκκλησάκι τ' Αϊ - Γιώργη. Εκείνοι που πίεζαν πριν να φύγουμε απ' το μύλο, τώρα πρότειναν να πάμε απάνω στο εκκλησάκι να πάρουμε λάδι... Στο ύψωμα, όμως, σίγουρα, υπήρχε φυλάκιο.
Στη Γέφυρα
Τραβάμε για το ποτάμι. Το μεγάλο πρόβλημα, που μας βασάνιζε κι από πριν, ήταν πώς θα το περάσουμε. Πέρασμα σε κάποιο σημείο απλωτό, που να μην είναι πολλά κι όχι ορμητικά τα νερά, δεν ξέραμε. Επομένως δεν έμενε παρά η γέφυρα. Κι αν αυτή ήταν αφρούρητη. Το είχαμε πολυκουβεντιάσει και όλη τη μέρα. Και τώρα, μη έχοντας άλλη λύση, πάμε για εκεί. Στην τύχη! Και «ό,τι βρέξει ας κατεβάσει». Εχω δίπλα μου τον Ζήση Μανίκα και παραπίσω το Νίκο Κεχρινιώτη. Κρίσιμη στιγμή, και τα στελέχη μπροστά στις ευθύνες τους. Αξιοι και οι δύο. Τους συμβουλεύομαι πάντα. Ο Αννίβας λίγο ιδιότροπος. Αλλά με ικανότητες και παλικάρι. Κατηφορίζουμε προς τη γέφυρα. Πάω μπροστά. Οι άλλοι με αποστάσεις 10 μέτρων ν' ακολουθούνε. Ο σύντροφος ο Ζήσης ήθελε να έχει αυτός την «πρωτιά». Ούτε λογάριαζε τη ζωή του. Δεν τον άφησα: «Εσύ, του λέω, θα μείνεις τελευταίος. Αφού περάσουν οι άλλοι. Ακριβώς επειδή είσαι και σε θέλει η ομάδα οδηγό».
Στη γέφυρα δεν υπήρχε φρουρά. Κάναμε παρατήρηση. Αφουγκραστήκαμε λίγα λεπτά. Τα μέτρα όμως ήταν μέτρα. Τα τηρήσαμε αυστηρά. Πέρασα άνετα και αργά, με κανονικό βάδισμα, πρώτος, στην πέρα μεριά. Χαζεύοντας λίγο και με τα νερά του ποταμού που κυλούσαν με θόρυβο. Με τις κανονικές αποστάσεις ήρθε ο δεύτερος, ο τρίτος και ύστερα οι άλλοι. Οταν βρεθήκαμε πέρα ανασάναμε με ανακούφιση. Εφυγε ένα μεγάλο βάρος από πάνω μας. Και πήραμε νέα δύναμη. Βαδίσαμε καμιά 200αριά μέτρα στην πλαγιά. Ανεβήκαμε λίγο ανήφορο. Και κάναμε στάση σ' ένα εξοχικό καλύβι. Ευκαιρία, λέμε, να ξεκουραστούμε αλλά και κάτι να φάμε. Βγάλαμε δυο κουβέρτες -στο άψε-σβήσε- και σκεπάσαμε το καλύβι. Ανάψαμε φωτιά. Ενας πήγε με τα παγούρια στο ρεματάκι να φέρει νερό. Σε μια κατσαρόλα που την κουβαλούσαμε βράσαμε με το καινούριο αλεύρι κουρκούτι. Ρίξαμε μέσα και το λαδάκι. Και μοσκοφάγαμε. Συμπληρώνοντας βέβαια το χυλό και με ένα κομματάκι κρέας απ' ό,τι μας είχε περισσέψει.
Βρισκόμασταν ανάμεσα στα χωριά Ζέρμα και Λυκόβρυση. Κι αυτό ήταν το πρώτο μας συσσίτιο στο Γράμμο.
Προς το Γράμμο
Πριν προχωρήσω, θεωρώ σωστό να βάλω εδώ και την αφήγηση του Τάκη Ψημμένου. Εστω κι αν είναι συνοπτική. «Από τη Σαμαρίνα -γράφει- με το ξημέρωμα ξεκινάμε. Η αντάρα μας καλύπτει, κι έτσι, όταν στο δρόμο συναντούμε στρατιωτικές φάλαγγες μεταγωγικών, παραμερίζουμε λίγο, ώσπου να περάσουν. (Σημ. Πρόκειται για το απόσπασμα Ιππικού από Κεράσοβο προς Φούρκα Γ.Μ.). Μέχρι εδώ γνωρίζουμε καλά το μέρος, το πρόβλημα είναι απ' το ποτάμι Σαραντάπορο και προς τα πάνω. Πώς θα προσανατολιστούμε και προς τα πού θα προχωρήσουμε. Θα χρειαστεί να πάμε "ψηλαφιστά"». (Σημ. Εννοεί στο Γράμμο. Γ.Μ.). Και συνεχίζει: «Δίχως κανένα απρόοπτο, περνάμε απ' τη "Βρύση του Γκρέκου" -τις ανατολικές πλαγιές του θρυλικού υψώματος Κλέφτη- το ύψωμα Ταμπούρι, κοντά στη Φούρκα. Σε συνέχεια ακολουθώντας μια ρεματιά, περνάμε έξω από το Κάντσισκο, που είναι γεμάτο στρατό, τη γέφυρα του Σαραντάπορου. Κι ανηφορίζουμε τα μεσάνυχτα στις πλαγιές του χιλιοτραγουδισμένου Γράμμου στα δάση της Ζέρμας. Από τούτο το σημείο θα χρειαστεί να περάσουν τέσσερα μερόνυχτα ώσπου να φθάσουμε στα σύνορα. Βαδίζουμε πολύ σιγά και προσεκτικά, γιατί δεν γνωρίζουμε το μέρος. Κάπου κάπου ομάδες MAY και στρατού πυροβολούν, μάλλον άσκοπα. Σε κάθε μας βήμα συναντάμε ίχνη που δείχνουν πως εδώ διεξήχθηκαν μεγάλες μάχες. Πολλά απ' τα πολυβόλα του ΔΣΕ είναι ανέπαφα και σ' ορισμένα υπάρχουν ακόμα κιβώτια με σφαίρες»3.
Συνεχίζω και συμπληρώνω εγώ, με όσα θυμάμαι. Αφήνουμε το καλύβι, πάνω απ' τον Σαραντάπορο. Αφού το ξεσκεπάσαμε απ' τις δύο κουβέρτες και σβήσαμε τη φωτιά. Ανεβαίνουμε πέρα δίπλα την καλυμμένη με θάμνους απότομη πλαγιά. Είναι τόσο πυκνή η βλάστηση, που δύσκολα σχίζουμε να περάσουμε. Για δρόμο και μονοπάτια δε γίνεται λόγος. Είναι μεγάλη η διαδρομή, δεν μπορούμε να την υπολογίσουμε. Κουραζόμαστε, κόβονται τα ποδάρια μας, αλλά προχωράμε. Για να πάρουμε μια ανάσα κάνουμε συχνά στάσεις. Δε βιαζόμαστε. Σχεδόν έφεξε όταν φθάσαμε απάνω. Ανασάναμε. Και νιώσαμε ικανοποίηση.
Είχαμε βγει σε ίσιωμα. Σε ομαλό τόπο, αλλού με δέντρα -έλατα, οξιές, βαλανιδιές- κι αλλού λιβάδια με ένα μπόι χορτάρι. Ημασταν στα ηρωικά, απ' τον πόλεμο, Πατώματα. Και πάνω τους, υψωνόταν η μακρόστενη βραχώδης και γυμνή οροσειρά, που στο γλυκοχάραμα της μέρας έδειχνε να σμίγει με τ' αστέρια. Ηταν η περίφημη Κάτω Αρένα.
Εδώ, στην άκρη απ' τα Πατώματα στήσαμε το λημέρι μας. Οπου θα μείνουμε δυο μέρες. Είμαστε σαν επισκέπτες και σαν τουρίστες. Να γνωρίσουμε το Γράμμο και να τον θαυμάσουμε. Από δω παίρνουμε δύναμη για τον αγώνα μας, για την ιστορία και αντλούμε αισιοδοξία. Εστω κι αν ακόμα η ζωή μας δεν είναι καθόλου σίγουρη. Και κανείς δεν ξέρει τελικά αν θα βγούμε έξω ζωντανοί. Νιώθουμε όμως εδώ, την παραμονή μας, έστω για λίγο, και σαν καθήκον. Για προσκύνημα και φόρο τιμής στους πεσόντες ήρωες και ηρωίδες.
«Εδώ κι εκεί -γράφει ο Τάκης- συναντούμε διάσπαρτους τάφους από συναγωνιστές και συναγωνίστριες μας, που έπεσαν στις μάχες. Αλλά και τάφους του αντιπάλου. Διατηρούνται ακόμα με τους σταυρούς. Δίπλα και λίγα μαραμένα λουλούδια. Στους περισσότερους τάφους είναι γραμμένα και τα ονόματά τους, χωριό καταγωγής, ημερομηνία που έπεσαν. Μας κυριεύει δέος. Μέσα μου κάνω τη φευγαλέα σκέψη: "Ας είναι οι τελευταίοι"... Εμείς πρέπει να συνεχίσουμε την πορεία μας. Δεν ξέρουμε ακόμα τι μπορεί να μας συμβεί ως τα σύνορα. Στο λημέρι βρήκαμε κι ένα σωρό αντάρτικες κονσέρβες κρέατος του μισού κιλού. Ολες είναι τρυπημένες με λόγχη. Βρίσκουμε μια απείραχτη. Τη μαγειρέψαμε με κουρκούτι. Ηταν ένα απ' τα νοστιμότερα φαγητά, χωρίς υπερβολή, στη διάρκεια του αντάρτικου»4.
Εξόν απ' την κονσέρβα, ας θυμίσω κι εγώ, εκεί σ' αυτό το λημέρι κι έναν άλλο σωρό. Με ιματισμό. Υπήρχαν χιτώνια, παντελόνια, πουκάμισα. Για μας που ήμασταν κουρελήδες. Και αυτά που φορούσαμε είχαν λιώσει απάνω μας. Ασε που πόσο ξεσκισμένα ήτανε, που δεν προλαβαίναμε να τα μπαλώσουμε. Τούτα, από τις Λαϊκές Δημοκρατίες, ήταν καινούρια. Αλλά πολύ βρεγμένα, όλο το χειμώνα από τις βροχές και τα χιόνια. Διαλέξαμε, τα πλύναμε, τα στεγνώσαμε και τα φορέσαμε. Και γίναμε ξανά κανονικοί στρατιώτες. Το κακό, δε βρήκαμε άρβυλα. Αυτά που φορούσαμε είχανε λιώσει.
Στα χαρακώματα
Αναχωρώντας την τρίτη μέρα, προς Ντένισκο (Αετομηλίτσα) «επιθεωρήσαμε» τα Οχυρά: Δεν μας έκανε καρδιά να μη τα δούμε, να τα καμαρώσουμε. Εστω κι αν διατρέχαμε τον κίνδυνο να πατήσουμε καμιά νάρκη. Που ο τόπος ήταν γεμάτος. Και να γίνουμε μπουρλότο! Κάπου στα 300 μέτρα σταματάμε σ' ένα πυροβολείο. Στις «δόξες» του, έβλεπε κάτω, προς Σαραντάπορο. Βαρούσε όλη την ποταμιά κι έκανε θραύση! Αυτά μπορούσαμε να τα φανταστούμε. Την πιο μεγάλη εντύπωση μας έκανε τούτο. Κατέβηκα κάτω και μέτρησα. Ηταν φτιαγμένο, στο βάθος, της απόκρημνης πλαγιάς, με 8 σειρές κορμούς από έλατα. Που το έκαναν άτρωτο. Ούτε εχθρικό πυροβολικό, ούτε αεροπορία, μπορούσε να το χαλάσει. Τέτοια πυροβολεία ήτανε αράδα σ' όλη την οχύρωση μέχρι πέρα. Μπήκαν όλοι και τα είδαν. Και ο μεγάλος θαυμασμός μας. Πόσοι άνθρωποι απ' όλα τα γύρω χωριά πόσο δούλεψαν. Σκάβοντας τον τόπο, κόβοντας κορμούς και κουβαλώντας τους. Για να τα στήσουν αυτά. Και πόσοι θυσίασαν τη ζωή τους μαζί με τους αντάρτες και τις αντάρτισσες του Δημοκρατικού Στρατού. Για να γραφτεί αυτό το μεγάλο, το αθάνατο Επος. Που λέγεται Γράμμος!
Επισκεφθήκαμε και μια χωμένη τοποθεσία σε πυκνό δάσος, που ήταν η Επιμελητεία. Είδαμε τους φούρνους που έψηναν ψωμί. Είδαμε πιο μέσα καταυλισμούς με οχυρά και πρόχειρα κρεβάτια. Πρέπει να ήταν αναρρωτήρια ή νοσοκομείο για αρρώστους και λαβωμένους. Τι να πρωτοδείς, να φανταστείς και να πρωτοθαυμάσεις. Δυστυχώς, στα χάλια που ήμασταν, ούτε μπορούσες να πεις «να είχαμε μια φωτογραφική μηχανή» να τ' απαθανατίσουμε... Πάμε στο δρόμο μας, με βαριές σκέψεις στο κεφάλι μας και αφάνταστη συγκίνηση στην ψυχή μας. Και δεν μπορούμε να κρύψουμε ότι θέλαμε να ήμασταν κι εμείς μαχητές του Γράμμου. Σ' εκείνη την πρωτοφανή με τη φοβερή και 10 φορές πιο οργανωμένη και δυνατή πολεμική μηχανή του αντιπάλου. Ολο το «Δόγμα Τρούμαν» με τον Βαν Φλιτ και τους ντόπιους λακέδες, είχε πέσει απάνω μας να μας συντρίψει. Και ηττηθήκαμε. Ναι... Αλλά δε μας νίκησε. Ο Γράμμος ήταν και μένει πάντα δικός μας. Το' λεγε και το τραγούδι μας.
«Οσα σίδερα οι ξένοι κι αν ρίξουν. Νικητής θα 'ναι πάντα ο Λαός». Το θυμάμαι. Και είναι σα να το ακούω και τώρα.
Το ναρκοπέδιο
Απόγευμα 9 Μάη 1950. Επέτειος της Μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης. Κι ο νους μας πάει στον Μεγάλο. Στον Στάλιν... Κόντευε να νυχτώσει. Είμαστε ακριβώς απέναντι από την Αετομιλίτσα. Δεν σκοπεύουμε να μπούμε μέσα. Στο χωριό ερημιά, ούτε κόσμος, ούτε στρατός. Ακολουθάμε τη ρεματιά. Βαδίζουμε στο δρόμο που οδηγεί στον αυχένα. Ανάμεσα στον ορεινό όγκο της Απάνω Αρένας και την ψηλότερη κορφή του Γράμμου. Εχει συννεφιάσει, μαύρισε ο ορίζοντας, είναι έτοιμος να βρέξει. Κι όπως είναι εδώ ο τόπος άδεντρος, δε θα βρούμε πού ν' απαγκιάσουμε. Κανένας μας δεν ξαναπέρασε από δω. Αλλά προχωράμε. Η κατεύθυνσή μας είναι σωστή. Οπως είχαμε κατά νου, απ' το χάρτη, μπροστά μας σε ευθεία γραμμή πρέπει να 'ναι τα σύνορα. Αγνωστο όμως το τι παρεμβάλλεται ανάμεσα.
Σα να μη μας έφτανε η αγωνία απ' όλα αυτά, μας ήρθε κι άλλο κακό. Κι έβαλε άξαφνα στόχο εμένα προσωπικά. Ποιος άλλος. Ο διάολος!... Κι αν δεν ήταν ο Ζήσης να με σώσει «αιωνία η μνήμη μου».
Οπως βάδιζα, από συνήθεια και καθήκον, πρώτος. Κι όσο πλησιάζαμε στον αυχένα. Παραμέρισα απ' το δρόμο, απ' το φόβο μη τον έχουν ναρκοθετημένο. Προχωρούσα παραδίπλα, προσεχτικά. Και παραλίγο να «την πατήσω». Οι νάρκες είχαν τοποθετηθεί έξω από το δρόμο. Ο Ζήσης που ερχότανε πίσω μου, ειδικός, του Μηχανικού, κι έμπειρο μάτι. Μέσα στο χορταράκι είδε το συρματάκι κι ορμάει. Καθώς ήμουν να κάνω το βηματάκι. Με πιάνει απ' τις πλάτες και με τραβάει πίσω. «Κοίτα, δείχνει. Εδώ τις βάλανε». Με γλίτωσε.
Οι Πυραμίδες
Προχωρήσαμε, στη συνέχεια, απάνω στο δρόμο. Βγήκαμε στον αυχένα. Και πήραμε τον κατήφορο. Ο δρόμος πήγαινε απ' την πίσω μεριά της Αρένας. Εβγαινε, όπως μάθαμε αργότερα στο Πευκόφυτο. Ητανε λάθος κατεύθυνση. Καταλάβαμε και σταματήσαμε. Πιο σωστά, μας σταμάτησε η ραγδαία βροχή. Κράτησε λίγα λεπτά. Μας έκανε μουσκίδι. Αυτό μας έλειπε. Και σταμάτησε. Δεν μας έμενε τίποτα άλλο. Αράξαμε εκεί, σε μια μεγάλη πατουλιά στρωτού θάμνου, σαν κρεβάτι... Και βρεγμένοι - ξεβρεγμένοι πλαγιάσαμε ως το πρωί.
Οταν βγήκε ο ήλιος, προσεχτικά σκαρίσαμε. Φοβηθήκαμε μην ήμαστε μέσα σε εχθρικό χώρο. Ημασταν στη «νεκρή ζώνη». Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε εχθρός ούτε κίνδυνος. Με αραιές αποστάσεις σκαρίσαμε. Αράξαμε σ' ένα σημείο σίγουρο κι ασφαλές. Στην άκρη σε κάτι βραχάκια, και τρία δεντράκια δίπλα σε ένα μικρό ρεματάκι. Από γάζες, βαμπάκια, και άλλα κατάλοιπα, καταλάβαμε πως εκεί ήταν δικό μας νοσοκομείο. Καθίσαμε λούφα ως το απόγευμα. Υστερα με αραιές αποστάσεις πήραμε τον ανήφορο. Βγήκαμε στην κορυφογραμμή. Εκεί ήταν τα σύνορα. Είδαμε τη μια πυραμίδα, στη δεξιά μεριά. Υστερα είδαμε και την άλλη, απ' την αριστερή μεριά. Ηταν στο 2520 μ. του Γράμμου. Η τύχη μας χαμογέλασε. Καθίσαμε μια ώρα. Κατηφορίσαμε ύστερα. Και μπήκαμε στην Αλβανία. Ηταν στις 10 Μάη 1950.
Σημειώσεις:
1. Τ. Ψημμένου, «Αντάρτες στ' Αγραφα», σελ. 410.
2. Γιώργη Μωραΐτη, «Αναμνήσεις ενός Αντάρτη», τομ. Β'.
3. Τ. Ψημμένου, «Αντάρτες στ' Αγραφα», σελ. 410-411.
4. Τ. Ψημμένου, «Αντάρτες στ' Αγραφα», σελ. 411.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ