5 Οκτ 2014

Ο κόκκινος δήμαρχος

 Ο κόκκινος δήμαρχος

Τα σενάρια καθαίρεσης του δημάρχου πατρέων, κώστα πελετίδη, εξαιτίας της άρνησής του να συναινέσει στην προώθηση της αξιολόγησης, μου θύμισαν συνειρμικά όσα είχα διαβάσει στο βιβλίο του αναστάση γκίκα «ρήξη κι ενσωμάτωση» για το παράδειγμα της καβάλας και την ανάδειξη του πρώτου κομμουνιστή δήμαρχου στις εκλογές του 34’, του μήτσου παρτσαλίδη. Παρακάτω αντιγράφω κάποια αποσπάσματα από το αντίστοιχο υποκεφάλαιο και τις σελίδες 471-480 του βιβλίου, θεωρώντας τα συγκεκριμένα σημεία επίκαιρα και διδακτικά για όσα έχουμε μπροστά μας να αντιμετωπίσουμε. Να ευχαριστήσω επίσης, με την ευκαιρία, το λαθραναγνώστη για την τεχνική βοήθεια και το σκανάρισμα των επίμαχων σελίδων.

Παρά την ένταση και έκταση του αντικομμουνισμού, παρά την πληθώρα των κατασταλτικών μεθόδων που επιστρατεύθηκαν από τις Αρχές, (τοπικές, περιφερειακές και εθνικές) η ανοδική πορεία του Κόμματος δεν κατέστη εφικτό να ανακοπεί. Τουναντίον, καθώς πλησίαζαν οι τοπικές εκλογές του 1934, το ενδεχόμενο μιας κομμουνιστικής πλειοψηφίας φάνταζε όλο και πιο αναπόφευκτο.

Οι προεκλογικές περίοδοι στην Καβάλα δε διέφεραν και πολύ από την υπόλοιπη χώρα, συνοδευόμενες δίχως εξαίρεση από παρενοχλήσεις υποψηφίων, διώξεις μελών, οπαδών και φίλων του Κόμματος, κατασχέσεις προεκλογικού υλικού, απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, κοκ. Έτσι, παρότι το ΚΚΕ δεν ήταν (επισήμως τουλάχιστον) παράνομο, οι μετέχοντες στην προεκλογική του προσπάθεια συλλαμβάνονταν ακόμα και μέσα από το εκλογικό του κέντρο. Βάσει του Ιδιώνυμου καθίσταντο έκνομοι «διότι κατείχον κομμουνιστικάς προκηρύξεις»!

Οι δημοτικές εκλογές του 1934 υπήρξαν οι πιο πολωμένες στη μεσοπολεμική ιστορία της πόλης. Όντας αντιμέτωπα με το ενδεχόμενο εκλογής κομμουνιστή δημάρχου, τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα των Φιλελευθέρων και των Λαϊκών αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους πίσω από έναν κοινό υποψήφιο. (...) Τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων γέμισαν με τίτλους όπως «Προτιμήσατε μεταξύ αστισμού και κομμουνισμού»! Από την άλλη μεριά ο Ριζοσπάστης πρόβαλλε την αντιπαράθεση των δύο εκλογικών μπλοκ ως μια αναγωγή της ταξικής πάλης στο επίπεδο των τοπικών εκλογών. Ως μια μάχη, όπου αντιμέτωποι βρίσκονταν οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης με τους εκπροσώπους της αστικής. Η ταξική αυτή διαφοροποίηση αποτυπωνόταν και στην κοινωνική σύνθεση των συνδυασμών των δύο αντίπαλων παρατάξεων. Ακολούθως, ο «συνδυασμός των εθνικών μας κομμάτων» περιελάμβανε 28 άτομα, εκ των οποίων οι τέσσερις ήταν καπνέμποροι, τέσσερις δραστηριοποιούνταν στον χώρο του εμπορίου, δύο ήταν κτηματίες, ενώ οι υπόλοιποι ασκούσαν διάφορα «ευυπόληπτα» επαγγέλματα (δικηγόροι, γιατροί, κλπ). Κανείς απολύτως δεν προερχόταν από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Κανείς δεν ήταν απλός εργάτης ή αγρότης. Σε αντίθεση, ο εκλογικός συνδυασμός του Ενιαίου Μετώπου (ΚΚΕ) αποτελούνταν στην πλειοψηφία του από καπνεργάτες, τρεις εκ των οποίων μάλιστα ήταν εξόριστοι λόγω της συνδικαλιστικής τους δράσης.

Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν ένας θρίαμβος για το Κομμουνιστικό Κόμμα το οποίο έλαβε πάνω από το 50% των ψήφων: το υψηλότερο ποσοστό του στην πόλη ως τότε. Συγκεκριμένα, στις δημοτικές εκλογές του Φλεβάρη του 1934 έλαβαν: Ο υποψήφιος δήμαρχος του ενιαίου συνδυασμού Φιλελευθέρων και Λαϊκών, Κ. Τερμεντζής, 2.110 ψήφους ή 28,14%. Ο φερόμενος ως «ανεξάρτητος» υποψήφιος προερχόμενος από το Κόμμα των Φιλελευθέρων, Α. Νικολαΐδης, 1.609 ή 21,45%. Ενώ ο υποψήφιος του Ενιαίου Μετώπου, Μ. Παρτσαλίδης, 3.781 ψήφους ή 50,41%.

(...) Η πρώτη συνεδρίαση του «κόκκινου» Δημοτικού Συμβουλίου πραγματοποιήθηκε ανοικτών των θυρών, με τους εργάτες να κατακλύζουν κυριολεκτικά την αίθουσα. Οι αλλαγές στον χαρακτήρα και τη νοοτροπία της νεοεκλεγείσας Αρχής καταγράφηκαν από τον ανταποκριτή του Ταχυδρόμου, ο οποίος δεν παρέλειψε να επισημάνει πως ακόμα και οι σύμβουλοι της μειοψηφίας «διεπίστωσαν ότι μαζί με τα πρόσωπα άλλαξαν και οι μέθοδοι της διοικήσεως... Πότε αφίχθησαν οι σύμβουλοι της πλειοψηφίας δεν ηδυνήθημεν να το εξακριβώσωμεν. Λόγω της εργατικής των εμφανίσεως δεν εγένετο αισθητή η εμφάνισίς των. Και μόνο όταν κατέλαβον με την έναρξη της συνεδριάσεως τας θέσεις των, προέβημεν εις την... αναγνώρισίν των!»

Πρώτο θέμα στην ατζέντα: η χορήγηση στους άνεργους επιδόματος ύψους 200.000 δραχμών. Οι αντιδράσεις της «αστικής» αντιπολίτευσης, αν και μετρημένες, δεν επέτρεψαν την υπερψήφιση του μέτρου. Και αυτό γιατί η «κόκκινη» πλειοψηφία βρισκόταν ουσιαστικά στη μειοψηφία: 2 από τους νεοεκλεγέντες κομμουνιστές δημοτικούς συμβούλους δε μετείχαν στην ψηφοφορία γιατί ήταν εξόριστοι. Τελικά –και υπό την πίεση των εργαζομένων που παρευρίσκονταν στην αίθουσα- οι σύμβουλοι της «μειοψηφίας» αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, συμφωνώντας στην χορήγηση τουλάχιστον του ποσού των 150.000 δραχμών. Η κατάκτηση αυτή υπέρ των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, τα οποία δοκιμάζονταν έντονα από την ανεργία και την ανέχεια, δεν ήταν η μόνη που πέτυχε η «κόκκινη» δημαρχία στη σύντομη διάρκεια της θητείας της. Ανάμεσα στα μέτρα που ελήφθησαν σχεδόν από την επομένη της ανάληψης των καθηκόντων της περιλαμβάνονταν: δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (που ως τότε χορηγούνταν επί πληρωμή), αγορά φαρμάκων με έξοδα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τους μη έχοντες, άμεση καταγραφή των απόρων της πόλης ώστε να τους δοθεί ειδικό επίδομα κ.ά.

(...) Στο σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την εκλογή του «κόκκινου» Δημοτικού Συμβουλίου μέχρι και την ουσιαστική παύση του, έγιναν διάφορες ενέργειες για την υπονόμευσή του: Οι κομμουνιστές δημοτικοί σύμβουλοι παρενοχλούνταν συνεχώς από τις Αρχές, διώκονταν, συλλαμβάνονταν ή απολύονταν από τις δουλειές τους.

Δύο μήνες μετά από τις δημοτικές εκλογές, ο δήμαρχος και το σύνολο της «πλειοψηφούσας» παράταξης βρέθηκαν ενώπιον της δικαιοσύνης διωκόμενοι με το Ιδιώνυμο! Η κατηγορία που τους απαγγέλθηκε ήταν ότι «συνέταξαν και διένειμαν κατά χιλιάδας ανά διαφόρους συνοικίας της πόλεως προκηρύξεις εντύπους αυτόχρημα επαναστατικάς, κατά του κοινωνικού καθεστώτος, περιεχομένου, κλπ.» Ως μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη εκλήθησαν να καταθέσουν οι: Ι. Καλλέργης (Επιτελάρχης του Δ’ Σώματος Στρατού), Στ. Μπριλλάκης (Διοικητής της Χωροφυλακής), Γ. Δούλος (Αντισυνταγματάρχης Μηχανικού), Ε. Αλεξάκης (Ανθυπασπιστής του Τμήματος Ασφάλειας), τρεις άλλοι από την αστυνομία και το στρατό, καθώς και δύο συνδικαλιστές της «συντηρητικής παράταξης». Της υπεράσπισης ηγήθηκε για ακόμη μία φορά το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Μ. Πορφυρογένης. Παράλληλα με τη δίκη διεξάγονταν μαζικές εκδηλώσεις αλληλεγγύης υπέρ των κατηγορουμένων σε όλη την πόλη. Σύσσωμη η εργατική τάξη της Καβάλας, οι καπνεργάτες, οι υποδηματεργάτες, οι οικοδόμοι, οι ραπτεργάτες, κ.ά. κατέβηκαν σε απεργία διαμαρτυρίας.

Ο «κόκκινος» δήμαρχος μετέτρεψε το εδώλιο του κατηγορούμενου σε βήμα καταγγελίας. Ξεκινώντας την αγόρευσή του υπογράμμισε μεταξύ άλλων: «Η δίκη η σημερινή έχει εξαιρετικήν σημασίαν, όπως εξαιρετικήν σημασίαν έχει δια την ιστορίαν του Κομμουνιστικού Κόμματος η δια πρώτην φορά εκλογή κομμουνιστού δημάρχου εις την Ελλάδα». Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον διέκοψε αμέσως, ισχυριζόμενος πως «το δικαστήριο δε δικάζει κόμματα, ούτε προγράμματα, μόνον εγκλήματα και εγκληματίες. Η δήλωσις συνεπώς αν είσθε κομμουνιστής ή όχι ουδεμίαν επιρροήν επί της αποφάσεως του δικαστηρίου δύναται να έχει»!

Παρά την οφθαλμοφανή υποκρισία της έδρας, ο Μ. Παρτσαλίδης συνέχισε απτόητος: «Το Κομμουνιστικό Κόμμα κατεβαίνει στις δημοτικές εκλογές για να καταλάβει τους δήμους και τις κοινότητες και αποδείξει έμπρακτα ότι αγωνίζεται για τα συμφέροντα όλων των καταπιεζομένων. Εδώ στην Καβάλα η νίκη του Κομμουνιστικού Κόμματος ήτο βέβαιη. Ξέραμε πως η κεφαλαιοκρατία με όλα τα μέσα που διαθέτει πήγαινε να αποτρέψει την επιτυχία μας. Μα αυτό δεν το κατόρθωσε και για αυτό φρόντιζε να βρει τρόπο να μη μας παραδώσει δημαρχία. Εδώ όλα τα αστικά κόμματα, παρά τις διαφορές τους, ενώθηκαν μα δεν πέτυχαν να αποτρέψουν την καταστροφήν της πόλεως, όπως έλεγαν. Ημείς, το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών-Αγροτών, ξέραμε πως η κεφαλαιοκρατία θα μετήρχετο όλα τα μέσα για να αποτρέψει την επιτυχία μας... Παρόλα ταύτα, μας έστειλαν οι εργάτες στη δημαρχία, την οποία χρησιμοποιήσαμε και θα χρησιμοποιήσουμε για τα συμφέροντα των εργαζομένων».

Το κατηγορητήριο κατά του δημάρχου κατέρρευσε και ο Μ. Παρτσαλίδης κρίθηκε αθώος. Ωστόσο, άλλα 5 μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου καταδικάστηκαν με το Ιδιώνυμο, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την ήδη μειωμένη παρουσία των κομμουνιστών σε αυτό. Αλλά ούτε και ο «κόκκινος» δήμαρχος θα διαφύγει τελικά της καταδιωκτικής μανίας των Αρχών. Στις 14.7.1934 γνωστοποιήθηκε η δίμηνη (προσωρινή) του παύση έπειτα από νομαρχιακή απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας δεν ανακοινώθηκε με το αιτιολογικό ότι ήταν «εκ φύσεως εμπιστευτική». Δώδεκα ημέρες μετά, παύτηκε και ο κομμουνιστής δήμαρχος Σερρών.

Ο απολογισμός της τρίμηνης δημαρχίας, παρά τα όποια εμπόδια και τις δυσκολίες, υπήρξε πραγματικά πλούσιος. Πραγματοποιήθηκαν κατασκευές δρόμων και υπονόμων στις εργατικές συνοικίες, αυξήθηκαν τα μεροκάματα σε οικοδόμους και τεχνίτες, υπερδιπλασιάστηκε ο αριθμός των παιδιών στα οποία χορηγούνταν μαθητικά συσσίτια (με χρηματικούς πόρους που προήλθαν από ανάλογες περικοπές στους μισθούς του δημάρχου και του Δημοτικού Συμβουλίου), οργανώθηκαν παιδικές εξοχές, δόθηκαν μισθοί στους μαθητευόμενους εργάτες που μέχρι τότε εργάζονταν αμισθί, αναβαθμίστηκε σημαντικά ο ρόλος των συνοικιακών συλλόγων ως μαζικών φορέων μέσα από τους οποίους οι απλοί πολίτες αποκτούσαν λόγο στα κοινά της πόλης, κ.ά.

Με τη λήξη της δίμηνης προσωρινής του παύσης, κατά την οποία επικεφαλής του δήμου ορίστηκε κάποιος από την τεχνητά διαμορφωμένη «πλειοψηφία», ο Μ. Παρτσαλίδης ανέλαβε και πάλι χρέη δημάρχου στις 16 Αυγούστου. Δύο βδομάδες αργότερα (1η του Σεπτέμβρη) αποφασίστηκε η εκτόπισή του. Χιλιάδες εργάτες κινητοποιήθηκαν άμεσα σε μια χαρακτηριζόμενη από τον Ταχυδρόμο ως «καθαρώς πολιτική απεργία» διαμαρτυρίας. Στις 5 του Σεπτέμβρη κηρύχθηκε γενική απεργία στην Καβάλα με συμμετοχή που άγγιξε το 100%. Οι Αρχές, αντιμέτωπες με τη λαϊκή οργή, ανέστειλαν αυθημερόν την απόφαση της εκτόπισής του. Ο «κόκκινος» δήμαρχος θα εξοριστεί τελικά στη Γαύδο στις 9.9.1934 με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς να κοινοποιηθεί η σχετική απόφαση, ώστε να αποτραπούν παρόμοιες μαζικές εκδηλώσεις και κινητοποιήσεις.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε βεβαίως γνώση των περιορισμών που αναπόφευκτα προέκυπταν για μια εκλεγμένη κομμουνιστική Αρχή σε συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης σε εθνικό επίπεδο. Σε σχετική του προκήρυξη για τις τοπικές εκλογές το Ενιαίο Μέτωπο ξεκαθάριζε πως «...μέσα στο σημερινό αστικό κράτος δεν πρέπει να γελιόμαστε ότι είναι δυνατό να υπάρξει καμία δημοτική εξουσία στα χέρια των κομμουνιστών, τη στιγμή κατά την οποία βρίσκεται κάτω από το πέλμα του κρατικού μηχανισμού. Η δημοτική αρχή είναι όργανο για την πραγματοποίηση της πολιτικής της μπουρζουαζίας... Η πραγματοποίησις του προγράμματός μας προβλέπει ένα διαρκή αγώνα, μια μαζική πίεση μέσα και έξω από το Δήμο. Η αναπόφευκτη σύγκρουση με τον κρατικό μηχανισμό δε θα μας εμποδίσει καθόλου να χρησιμοποιήσουμε το Δήμο για την εξυπηρέτηση των φτωχών εργαζομένων με οποιουσδήποτε τρόπους, σε οποιεσδήποτε περιστάσεις».


Αξίζει να σημειωθεί για την ιστορία πως τέσσερις από τους «κόκκινους» δημοτικούς συμβούλους, που καταδικάστηκαν με το Ιδιώνυμο τον Απρίλη του 1934, παραδόθηκαν εν συνεχεία από τις ελληνικές Αρχές στις φασιστικές δυνάμεις κατοχής (μαζί με τους υπόλοιπους πολιτικούς κρατουμένους). Εξ αυτών, ο Γιάννης Ευθυμιάδης εκτελέστηκε με άλλους 105 αγωνιστές στο Κούρνοβο (6.6.1943), ενώ οι Δημοσθένης Μακέδος και Νίκος Νεγρεπόντης βρέθηκαν ανάμεσα στους 200 κομμουνιστές εκτελεσθέντες της Καισαριανής (1.5.1944).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ