7 Δεκ 2011

Ταξική πάλη και κοινωνική εξέλιξη


Η αντιπαράθεση μαρξισμού - λενινισμού και αναρχισμού σε θέματα ιδεολογίας και πολιτικής
Οι κομμουνιστές θεωρούν ότι η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας στις ταξικές κοινωνίες. Η ιστορία όλης της ανθρωπότητας είναι ιστορία αντιπαράθεσης κοινωνικών τάξεων. Οι κομμουνιστές, μελετώντας την ιστορική εξέλιξη των οικονομικών σχέσεων, την ιστορική διαμόρφωση των τάξεων έχουν τη δυνατότητα να βγάλουν γενικότερα συμπεράσματα για την κοινωνική εξέλιξη, να διατυπώσουν νόμους που διέπουν αυτήν την εξέλιξη.
Οι νόμοι αυτοί είναι χρήσιμοι όχι μόνο για την ερμηνεία της κοινωνικής εξέλιξης, αλλά για την καθοδήγηση της ταξικής πάλης και της κοινωνικής επανάστασης. Η διαμόρφωση και επεξεργασία του επιστημονικού κομμουνισμού από τους Μαρξ -Ενγκελς αρχικά και στη συνέχεια από τον Λένιν αποτέλεσε καθοριστικό βήμα στην κοινωνική εξέλιξη. Η εργατική τάξη (το προλεταριάτο) που είναι πρωτοπορία της κοινωνίας, με την καθοδήγηση του κόμματός της μπορεί συνειδητά να αξιοποιήσει αυτές τις νομοτέλειες για την αλλαγή της κοινωνίας, για την κοινωνική επανάσταση. Ο αναρχισμός είναι μια καθαρά αντιεπιστημονική θεωρία. Ο ίδιος ο Μπακούνιν έλεγε ότι «ο δικός μου σοσιαλισμός δεν είναι επιστημονικός όπως του Μαρξ είναι ενστικτώδης».1
Οι αναρχικοί δε δέχονται σαν πρωτοπορία την εργατική τάξη. Γι' αυτούς δεν είναι η αντικειμενική θέση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό που ορίζει την πρωτοπορία, αλλά η θέληση για εξέγερση. Ο Μπακούνιν θεωρούσε ότι τέτοιο ρόλο μπορούσε να παίξει η νεολαία και ιδιαίτερα οι φοιτητές και το λούμπεν προλεταριάτο.
Οι αναρχικοί αρνούνται τις νομοτέλειες στην ανθρώπινη ιστορία και βέβαια στην ταξική πάλη. Θεοποιούν το ρόλο της βούλησης, του αυθόρμητου και του τυχαίου στην εξέλιξη της ιστορίας, χωρίς να αναγνωρίζουν την ιστορική διαμόρφωση της συνείδησης, σε συνάρτηση με τις αντικειμενικές συνθήκες, με τη θέση στην παραγωγή. Γι' αυτούς, η επανάσταση είναι μια εξέγερση που θα έρθει κάτω από την αυθόρμητη δράση των μαζών, μέσα από μια διαδικασία συνεχών «ρήξεων» και «αντιπαράθεσης» με το κράτος. Δεν έχει αξία η διαδικασία προετοιμασίας των μαζών για την επανάσταση, η χειραφέτησή τους από την αστική πολιτική. Σήμερα, αυτή η άποψη, σε ορισμένους αναρχικούς, φτάνει να συγγενεύει με τις θεωρίες για το τέλος των ιδεολογιών: «Κανέναν δε συγκινεί πια καμιά μεγάλη υπόσχεση, καμιά σημαία, κανένα λάβαρο ούτε κόμμα, ούτε οργάνωση, ούτε συνδικάτο, ούτε σωματείο που αναζητά ακόμη τη δικαίωση στο παρελθόν του και με τρικλοποδιές και πονηριά την επιβεβαίωση στο παρόν και στο μέλλον. Οποιος θέλει να μπει στο παιχνίδι του αγώνα θα πρέπει να αποβάλει κριτικά και ίσως επώδυνα όλα τα σημάδια του παρελθόντος που κρέμονται σαν αντίκες πάνω από το κεφάλι του. Η συγκρότηση του μετώπου αντίστασης και ρήξης με το καθεστώς δεν μπορεί να μεταφραστεί σε παντοπωλείο ή σούπερ μάρκετ παλαιών ιδεών, σχημάτων και οργανώσεων... η εικόνα του αγωνιστικού παρελθόντος δεν παρέχει πια κανένα εχέγγυο, για να μην πούμε μόνο δυσπιστία. Οι διατεταγμένες πορείες των μπλοκ με στρατιωτικούς βηματισμούς, οι καταγγελίες και οι θυροκολλήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οξύνσεις των πολιτικών αντιπαραθέσεων των κομμάτων, οι λαϊκίστικες κορόνες και η σχιζοειδής υπερβολή των ακροαριστερών, ακόμα και των αναρχικών, δε συγκινούν παρά μόνο τους ευσυγκίνητους... χρειάζεται κριτική ρήξη με το παρελθόν, σύνθεση και άνοιγμα για να είμαστε αυτό που μπορούμε να γίνουμε... ρήξη με το παρελθόν σημαίνει ρήξη με τα επιτροπάτα και τα καπετανάτα των -ισμών, ρήξη με τις εμμονές των ιδεολογιών, ρήξη με την γκρίνια και την ανέχεια των αιρέσεων»2.
Ετσι με κάποιο «μαγικό» και μεταφυσικό τρόπο οι «μάζες» θα εξεγερθούν και θα καταργήσουν το κράτος. Αυτό επί της ουσίας σημαίνει ότι οι αναρχικοί αρνούνται την πολιτική πάλη και την ταξική πάλη, αρνούνται τη συνειδητή δράση των μαζών για την ανατροπή του καπιταλισμού. Συνέπεια αυτής της αντίληψης, αλλά και της άρνησης κάθε είδους οργανωμένης πάλης στο όνομα της «αντί ιεραρχίας» και της «αυτοοργάνωσης» είναι ότι αρνούνται την ύπαρξη και το ρόλο του Κόμματος. «Γνωρίζουμε πως η συνεργασία, η αλληλεγγύη και ο συντονισμός της δράσης μας, έξω και πέρα από κάθε ρυμούλκηση σαστισμένων "αυθεντιών" και "πρωτοποριών" είναι η λυδία λίθος της αποτελεσματικότητας του αγώνα για την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, παίρνουμε τη ζωή μας στα χέρια μας έξω και πέρα από διαμεσολαβήσεις όποιων επίδοξων "πρωτοποριών", "σωτήρων" και "αυθεντιών", "καμία εμπιστοσύνη στα κόμματα (μικρά ή μεγάλα), στους πολιτικούς και στην πολιτική"»3.
Οι αντιλήψεις των αναρχικών οδηγούν αντικειμενικά στον πολιτικό αφοπλισμό του προλεταριάτου, στην υποταγή του στην αστική πολιτική. Αυτό τους οδηγεί σε επικίνδυνες αποπροσανατολιστικές και διασπαστικές απόψεις για τους στόχους που πρέπει να έχει το κίνημα. Χαρακτηριστική είναι και η θέση «αυτοδιαχειριζόμενου» στεκιού για την κατάσταση στην εκπαίδευση κατά τη διάρκεια των μαθητικών κινητοποιήσεων κατά του νόμου Αρσένη: «Οποιος μιλάει για την εκπαίδευση και ζητάει 12χρονο υποχρεωτικό σχολείο είναι ή ηλίθιος ή ΚΝίτης».
«Το σχολείο είναι ένας θεσμός αναγκαίος για τη στήριξη, ύπαρξη και διαιώνιση του κρατικού μηχανισμού. Ενας θεσμός που στόχος του είναι η ένταξη καλογρασαρισμένων γραναζιών στην παραγωγική διαδικασία του συστήματος..., ο καθηγητής είναι αυτός που πρέπει να καταφέρει μέσα από ένα πραγματικό οπλοστάσιο ποινών και κανόνων την ομαλή λειτουργία αυτού του βάρβαρου και απάνθρωπου θεσμού. Είναι εκείνος που σαν αυθεντία και παντογνώστης θα διακηρύξει την υποταγή κατέχοντας ξεχωριστή θέση στην αίθουσα, την έδρα... είναι αυτός που θα σπρώξει έξυπνα τους νέους στον ανταγωνισμό, βαθμολογώντας τους, κριτικάροντας την κάθε τους κίνηση και τιμωρώντας τους σύμφωνα με τον ποινικό κώδικα του σχολείου, το ποινολόγιο... έτσι ανενόχλητος και ασφαλής στην έδρα του ή στο καγκελόφραχτο γραφείο του θα συνεχίσει να βαθμολογεί απρόσιτος, προτάσσοντας τους νέους στη ρουφιανιά, το γλείψιμο και την υποταγή... Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατόν να απαιτούν αύξηση των μισθών τους (για να κάνουν τη δουλιά τους πιο ενδιαφέρουσα) όταν παράλληλα δε δείχνουν καμία διάθεση να απορρίψουν τον εξουσιαστικό ρόλο που τους επιβλήθηκε... Δημόσια δωρεάν παιδεία για την ΟΛΜΕ και το υπουργείο είναι μια Παιδεία πλήρως οργανωμένη και ελεγχόμενη από το κράτος (με στόχο την άριστη μεταφορά την κυρίαρχης ιδεολογίας στους μαθητές), η οποία απλά θα προσφέρεται στο μαθητή δωρεάν... το ζήτημα για εμάς δεν είναι η δημόσια δωρεάν παιδεία αλλά μια παιδεία ελεύθερη... ο συγκεκριμένος αγώνας των καθηγητών στον οποίο δε διακρίνεται μια συνολικότερη αμφισβήτηση των κυρίαρχων επιλογών μπορεί να ζητά αλληλεγγύη από άλλα κοινωνικά κομμάτια και κυρίως από τους μαθητές; Δεν ξεχνάμε το τι συνέβη όταν οι ίδιοι οι μαθητές μέσα από καταλήψεις είχαν να αντιμετωπίσουν, εκτός των άλλων και τους καθηγητές τους, απαιτείται τελικά η αμφισβήτηση του ρόλου του καθηγητή και τελικά η απόρριψή του»...
Ενδεικτικός είναι ακόμα ο τρόπος που οι αναρχικοί αναλύουν μια σειρά ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό: «Αλληλεγγύη στην Ιντιφάντα: κατά του Σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ και του προτεκτοράτου του Αραφάτ».
«Το Ισραήλ είναι ένα κράτος που κινδυνεύει από την "τρομοκρατία", που απειλείται και όπως για κάθε κράτος η φυσική του αντανακλαστική κίνηση είναι να δολοφονεί... οι σφαγές των κρατών και η αντίσταση των καταπιεσμένων μάς θυμίζουν πως Ελευθερία και Εξουσία δε συμβιβάζονται... η νέα Ιντιφάντα είναι μια κοινωνική εξέγερση ενάντια τόσο στην ισραηλινή κατοχή όσο και στις κατασταλτικές δυνάμεις της παλαιστινιακής αρχής και των Παλαιστίνιων εξουσιαστών...η νέα Ιντιφάντα χτύπησε την "εθνική ενότητα" που όπως ονειρεύεται κάθε κρατιστής, ονειρεύονταν και οι Παλαιστίνιοι εξουσιαστές με επικεφαλής τον Αραφάτ... η προοπτική ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους δεν μπορεί παρά να αποτελεί μια προοπτική εκτόνωσης του κοινωνικού πολέμου. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας αλλά και η "εθνική ενότητα" για την αντιμετώπιση των Ισραηλινών κυριάρχων τείνουν να εγκλωβίσουν την κοινωνική εξέγερση στο στόχο της "δημιουργίας ενός νέου ανεξάρτητου κράτους"».
1. Μ. Μπακούνιν: «Ο Θεός και το Κράτος».
2. Από την ιδρυτική διακήρυξη της «Αντιεξουσιαστικής Κίνησης».
3. Προκήρυξη αυτοδιαχειριζόμενου στεκιού.
  • Αναδημοσιεύεται από την ΚΟΜΕΠ, τεύχος 4/2004
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Του
Κύριλλου ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
Ο Κύριλλος Παπασταύρου είναι μέλος του Γραφείου του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ
ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΧΑΝΑ ΜΙΝΤΛΕΤΟΝ:


Θέλουμε τη γη μας πίσω»
Το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη μαρξιστική ανάλυση της ιστορίας και της σημερινής κατάστασης των Αυστραλών Αμπορίτζινες. Οι Αμπορίτζινες έχουν ζήσει στην Αυστραλία για τουλάχιστον 40.000 χρόνια, ενώ οι λευκοί λιγότερο από 200. Στο βιβλίο αναλύονται η ισορροπημένη και συνεργατική φύση της παραδοσιακής κοινωνίας τους, η κτηνώδης και τραγική ιστορία του λευκού αποικισμού και η ανάπτυξη της οργανωμένης μαύρης αντίστασης στις διακρίσεις και στην εκμετάλλευση.
Στο τελευταίο μέρος παρουσιάζεται η θέση της εθνικής μειονότητας των Αμπορίτζινες στο αυστραλιανό έθνος και ξεσκεπάζεται ο ρόλος του καπιταλιστικού κατεστημένου, των μέσων ενημέρωσης και της αριστερίστικης ιδεολογίαςστην καταστροφή του αποφασιστικού αγώνα για δικαιώματα στη γη και στο διαχωρισμό των Αμπορίτζινες από τους λευκούς συμμάχους τους στην εργατική τάξη. Τελειώνει με μια εκτίμηση για το μέλλον των πρώτων Αυστραλών και μια έκκληση για ενότητα στον αγώνα για τα δικαιώματά τους (280 σελ., 12,30 ευρώ).
ΕΛΙΣΑΙΟΣ ΒΑΓΕΝΑΣ: «Για μια άλλη προσέγγιση της παιδικής επιθετικότητας»
Ο μεγάλος Σοβιετικός ψυχολόγος Λεβ Βιγκότσκι έγραφε σ' ένα άρθρο για τα λεγόμενα δύσκολα παιδιά: «Η λογική της ανάπτυξης του χαρακτήρα είναι η ίδια, όπως και η λογική οποιασδήποτε ανάπτυξης. Ο,τι αναπτύσσεται, αναπτύσσεται από αναγκαιότητα...
Σε ποια, όμως, αναγκαιότητα - συνεχίζει ο Βιγκότσκι - είναι τοποθετημένες οι κινητήριες δυνάμεις της ανάπτυξης του χαρακτήρα; Σ' αυτήν την ερώτηση μπορεί να υπάρξει μόνο μια απάντηση: Σ' εκείνη που είναι βασική και καθοριστική αναγκαιότητα για όλη την ανθρώπινη ζωή, στην αναγκαιότητα να ζει αυτή στο ιστορικό, κοινωνικό περιβάλλον και να αναπροσαρμόζει όλες τις οργανικές λειτουργίες με βάση τις απαιτήσεις που αξιώνει αυτό το περιβάλλον».

Στην κοινωνία, λοιπόν, θα πρέπει να ψάξουμε. Στις σχέσεις που διαμορφώνει το παιδί με αυτήν την κοινωνία. Κι είναι αλήθεια ότι η κοινωνία μας όλο και λιγότερα έχει να προσφέρει στο παιδί, στον εκπαιδευτικό, στο γονιό, γενικά στον εργαζόμενο. Μια κοινωνία που όλο και περισσότερο στηρίζεται στο «ο θάνατός σου η ζωή μου!», μια κοινωνία ανταγωνισμού και κυνηγητού του κέρδους πέρα από κάθε υλικό ή ηθικό εμπόδιο. Σ' αυτήν την κοινωνία καλούνται να μεγαλώσουν τα παιδιά, οι γονείς κι οι εκπαιδευτικοί. Σήμερα όλο και συχνότερα καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι η καπιταλιστική κοινωνία της σήψης, στην οποία ζούμε, γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη για τον άνθρωπο (176 σελ., 9,20 ευρώ).
Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: «Στα εργαστήρια κατασκευής πολέμων»
Οσο κι αν ηχεί περίεργα, ζούμε σε εμπόλεμη κατάσταση. Εχθρός είναι η «τρομοκρατία», μια αόρατη, απροσδιόριστη απειλή που καλύπτει ολόκληρο τον πλανήτη. Σήμερα ο εχθρός είναι η «Αλ Κάιντα», αύριο θα είναι ο Σαντάμ Χουσεΐν, μεθαύριο τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, και πάει λέγοντας (136 σελ., 5 ευρώ).
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΛΛΑΣ: «Ο Καραγκιόζης μας - Ελληνικό Θέατρο Σκιών»
Ο Δημήτρης Μόλλας, διαλεχτός καραγκιοζοπαίχτης ο ίδιος, αλλά και προικισμένος ζωγράφος, ανταποκρίνεται επάξια στις καλλιτεχνικές παραδόσεις του πατέρα του, του Αντώνη Μόλλα.
Είναι ένας λαϊκός φιλόσοφος, γεγονός άλλωστε που αντανακλάται σ' αυτή του την εργασία για το Ελληνικό Θέατρο Σκιών.
Επιχειρεί να αναδείξει την καταγωγή του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών, τη γέννηση, ανάπτυξη, διαφοροποίησή του. Ανατέμνει τα πρόσωπα του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Αναφέρει τις παραστάσεις-μήτρες, εξετάζει τις διάφορες σχολές.
Οι απόψεις που διατυπώνονται είναι απόρροια των θεωρητικών αναζητήσεων του συγγραφέα, αποτέλεσμα των συζητήσεων και αντιπαραθέσεων σχετικά με τον Καραγκιόζη και το Ελληνικό Θέατρο Σκιών, που βρίσκονταν στο προσκήνιο την περίοδο εκείνη. Εκφράζουν με μαχητικότητα την υπεράσπιση του Καραγκιόζη και των καραγκιοζοπαιχτών. Αλλωστε, όπως τονίζει και ο ίδιος στον πρόλογό του, μας καλεί να τον εμπιστευτούμε να μας οδηγήσει για λίγο μέσα απ' τα μονοπάτια της εμπειρίας πάνω στην τέχνη τους, ώστε να φτάσουμε στο «υπάρχω» της (136 σελ., 5 ευρώ).

ΝΕΑΡΧΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ - ΤΑΝΙΑ ΡΑΧΜΑΤΟΥΛΙΝΑ: «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μετεμφυλιακό τραγούδι»
Το βιβλίο αυτό βασίστηκε σε συνεντεύξεις διάρκειας δέκα ωρών, που μας έδωσε με προθυμία ο Δερβενιώτης το Μάη του 1999, ειδικά γι' αυτό το σκοπό. Ο προφορικός λόγος του συνθέτη είναι κάπως τραχύς, ελλειπτικός, αλλά με χιούμορ, ζωηρές εκφράσεις και δυνατές, παραστατικές εικόνες.
Σ' αυτή τη βιογραφία-μελέτη γίνεται για πρώτη φορά τόσο εκτενής αναφορά στα ανθρώπινα και στα οικονομικά παρασκήνια των δισκογραφικών εταιριών αλλά και των υπηρεσιών της λογοκρισίας. Με αυτό τον τρόπο ρίχνεται φως σε κάποιους χώρους του τραγουδιού που ήταν μέχρι τώρα αρκετά σκοτεινοί.
Το κείμενο συνδέει τα γεγονότα της ζωής και της δισκογραφίας με τα ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, εντάσσοντάς τα έτσι στο φυσικό τους πλαίσιο, για να γίνουν πλήρως κατανοητά και να αποκτήσουν με αυτό τον τρόπο το βαθύτερο νόημά τους. Η κριτική προσέγγιση στο έργο του Δερβενιώτη και των συνεργατών του ήταν απαραίτητη, για να γίνει μια πρώτη αξιολόγηση των τραγουδιών του (344 σελ., 17 ευρώ).
ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ: «Στη γροθιά του Σούπερμαν»
Ο υπεράνθρωπος στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας έχει πλέον χίλια πρόσωπα: Είναι ασφαλώς ο γνωστός Σούπερμαν με τη στολή στα χρώματα της αστερόεσσας. Είναι όμως επίσης ο μαυροντυμένος Μπάτμαν, ο ημίγυμνος Ράμπο, ο άψογος Τζέιμς Μποντ, ο Ταρζάν, ο Ηρακλής και εκατοντάδες άλλοι, που τους διαβάζουμε στα κόμικς ή στην παραλογοτεχνία και τους βλέπουμε σε κινούμενα σχέδια, σε τηλεοπτικές σειρές ή στον κινηματογράφο.
Περιέργως, το θέμα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ολοκληρωμένα στις δεκαετίες της ανάπτυξής του. Το σχετικό κενό προσπαθεί να καλύψει το παρόν βιβλίο, με την ελπίδα να φανεί χρήσιμο σε κείνη τη μερίδα των ανθρώπων που μελετούν την εξέλιξη του μύθου γενικά, ή που ενδιαφέρονται για τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, την αισθητική τους ή τον κοινωνικό τους ρόλο, τη σχέση τους με το παρελθόν της μυθοπλασίας κλπ. Φυσικά, το αποτέλεσμα θα το κρίνει ο αναγνώστης (480 σελ., 22,00 ευρώ).

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ Ν. ΧΑΡΙΣΗΣ: «Θρησκεία και πολιτική στην Ελλάδα»
Στο βιβλίο αυτό εξετάζονται ορισμένες πτυχές της σχέσης θρησκείας και πολιτικής στην Ελλάδα και στον κόσμο σήμερα. Παρουσιάζεται συνοπτικά η λογική της εμφάνισης και εξέλιξης του θρησκευτικού φαινομένου και παρακολουθείται η διαδικασία της εμφάνισης και διαμόρφωσης της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνείδησης και εκκλησίας. Αναλύονται συγκεκριμένες πλευρές της θρησκευτικής ψυχολογίας και ιδεολογίας, σχετικές τόσο με την κατανόηση του φαινομένου της θρησκείας συνολικά όσο και με τη διερεύνηση της σχέσης θρησκείας και πολιτικής σήμερα στην Ελλάδα και διεθνώς. Η μελέτη προσεγγίζει το ζήτημα της σχέσης θρησκείας και πολιτικής στη βάση της κριτικής επισκόπησης της ιστορικής, ψυχολογικής, φιλοσοφικής, πολιτικο-κοινωνιολογικής βιβλιογραφίας πάνω στο θρησκευτικό φαινόμενο, καθώς και της τρέχουσας πολιτικής πρακτικής και ιδεολογίας στην Ελλάδα και διεθνώς (288 σελ., 12,30 ευρώ).




Η αστικοδημοκρατική ιδεολογία


«Οι μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης»
(Γ' Μέρος)
Η πολιτική ισότητα, η ισονομία, η κοινωνική δικαιοσύνη αποδείχνονται οιχτρή και αξιοθρήνητη απάτη, ένα παραμύθι για πολύ απλοϊκούς. Οι πολιτικές λεφτεριές, ο μηχανισμός της αστικής δημοκρατίας, του κοινοβουλευτισμού, της λαϊκής εκπροσώπησης, της έκφρασης της κοινής γνώμης με τον τύπο, ξεσκεπάζονται σαν όργανα της κυρίαρχης κεφαλαιοκρατίας, που κρατάει όλη τη δύναμη στα χέρια της, κινάει σαν νευρόσπαστα τους πολιτικούς άντρες και εξαγοράζει τα όργανα της κοινής γνώμης και υποτάσσει και το σχολείο και το πανεπιστήμιο και την καθέδρα και τον άμβωνα και όλο το μηχανισμό της «δημοκρατίας» στα συμφέροντά της. Ολα έχουνε γίνει αξία εμπορέψιμη και ανταλλάξιμη και προπάντων οι συνειδήσεις. Ελάχιστες συνειδήσεις αντέχουνε στον καταθρυμματισμό από το φοβερό οδοστρωτήρα του καπιταλισμού. Η χρυσή σφύρα συντρίβει όλους τους θεούς. Η αντινομία ανάμεσα στην υλική και πνεματική πρόοδο, τα υλικά και πνεματικά μέσα, που διαθέτει ο άνθρωπος παρά την ηθική ποιότητα των τάξεων που κυβερνούν, γίνεται κάθε μέρα πιο χτυπητή και περισσότερο ολέθρια στ' αποτελέσματά της. Και η οικονομική και ηθική αναρχία και διάσπαση αντικαθρεφτίζεται στον ιδεολογικό τομέα. Η αστικοδημοκρατικήιδεολογία βρίσκεται σε αποσύνθεση. Η ιδεολογική ενότητα της αστικής τάξης έχει συντριφτεί και απ' όλες τις μεριές όλοι οι άνεμοι φυσούν και όλοι οι μυστικισμοί ξυπνούν. Η αδυναμία της αστικής διανόησης να ξεκαθαρίσει το έδαφος των κοινωνικών επιστημών, που ζωγραφίσαμε παραπάνω, είνε ένα χαραχτηριστικό σημάδι αυτής της ιδεολογικής διάσπασης. Και όσον καιρό η κυριαρχία της κεφαλαιοκρατίας είνε ασφαλισμένη, όσον καιρό ο μηχανισμός της αστικής δημοκρατίας μ' όλες τις αντιθέσεις δουλεύει αποτελεσματικά για τα συμφέροντα της κεφαλαιοκρατίας, όσον καιρό ο αγώνας του προλεταριάτου κινιέται μέσα σε πλαίσια που δεν απειλούν να γκρεμίσουνε το οικοδόμημα της αστικής κοινωνίας, όσο η δύναμη της κεφαλαιοκρατίας και η εκμεταλλευτική της δράση μέσα στα καπιταλιστικά κράτη και στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες υπερνικάει εύκολα, καταπνίγει μαλακά ή σκληρά και παροχετεύει σε δρόμους ακίντυνους την αντιθετική ενέργεια των νέων δυνάμεων, που ξυπνούν και επιζητούν να πραγματοποιήσουν την οικονομική δημοκρατία, σαν μόνη αληθινή βάση ανθρώπινου πολιτισμού, παραμένει και η πρόσοψη του αστικού πολιτισμού ανέγγιχτη.
Η αστικοδημοκρατική ιδεολογία απλώνεται σαν φανταχτερή σκέπη μπροστά στα μάτια των λαών και οι ίδιοι οι αστοί φαίνονται να πιστεύουνε, ή καμώνονται πως πιστεύουνε στα ωραία ιδανικά, που ύψωσαν στην περίοδο του απολυτρωτικού αγώνα τους και του δημιουργικού ανεβάσματός των και που τόρα έχουν γίνει στην πραγματικότητα για το μέγιστο μέρος του λαού κούφια και ξεγελαστικά ψέματα.
Το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού και ο κλονισμός
της καπιταλιστικής οικονομίας και της αστικής κυριαρχίας
Η εξασφαλισμένη όμως αυτή και απόλυτη κυριαρχία της κεφαλαιοκρατίας και της αστικής τάξης αρχίζει να κλονίζεται πολύ βαθιά στις αρχές του σημερινού αιώνα από τρεις πλευρές. α) Πρώτα, από τις αντιθέσεις που γεννιούνται ανάμεσα στις ίδιες τις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες εξ αιτίας την ανισόχρονη ανάπτυξη του εκβιομηχανισμού στις χώρες αυτές και την ανισόχρονη εμφάνισή τους στην παγκόσμια αγορά, όπου διεκδικούν τις πρώτες ύλες και το καταναλωτικό κοινό. Τα παλαιότερα και προχωρημένα ιμπέρια της Αγγλίας, της Αμερικής και της Γαλλίας έχουνε μοιραστεί τις περισσότερες και κυριότερες πηγές για πρώτες ύλες και τις πιο αποδοτικές καταναλωτικές αγορές. Εχουνε δημιουργήσει μεγάλα αποικιακά κράτη και εκμεταλλεύουνται άμεσα την εργασία εκατομμυρίων «χρωματιστών» λαών της Αφρικής, της Ασίας, της Ωκεανίας και έμμεσα την εργασία εκατομμυρίων «λευκών» στην Ευρώπη, Αμερική και Ασία με την κεφαλαιοκρατική τους διείσδυση. Οι νεώτερες μεγαλοβιομηχανικές χώρες, Γερμανία, Ιαπωνία και τελευταία η Ιταλία, βρίσκουνε παντού το δρόμο κλεισμένο μπροστά τους.
Η τεράστια συγκέντρωση του κεφαλαίου στις μεγάλες Ιμπεριαλιστικές χώρες, την Αγγλία, την Αμερική, τη Γαλλία και η ασυγκράτητη ορμή του κεφαλαίου αυτού για ανάπτυξη και κυριαρχία της παραγωγής, η κοινωνικοποίηση της παραγωγής και η δημιουργία των εθνικών και υπερεθνικών βιομηχανικών και τραπεζιτικών τραστ, δημιουργεί την τρίτη περίοδο του καπιταλισμού, την τραπεζιτική, όπου το σημαντικότερο ρόλο παίζει το συγκεντρωμένο τραπεζιτικό κεφάλαιο, εξωθώντας παντού το συγκεντρωμένο και ορθολογισμένο εκβιομηχανισμό στα ακρότατα όρια, αναπτύσσοντας τεράστια το εμπόριο και τα συγκοινωνιακά μέσα και θέτοντας κάτω από τον έλεγχό του όλες τις επιχειρήσεις, όλη την παραγωγή, το εμπόριο, τη συγκοινωνία και τις κυβερνήσεις, που έχουν ανάγκη από δάνεια για τους κολοσσιαίους εξοπλισμούς των. Μα η γοργή εκβιομηχάνιση των νέων μεγάλων καπιταλιστικών χωρών Γερμανίας, Ιαπωνίας και Ιταλίας, που γίνεται με την ίδια τη βοήθεια του τραπεζιτικού κεφάλαιου της Αμερικής και της Αγγλίας και της Γαλλίας, οξύνει τις αντιθέσεις αναμεταξύ τους. Η αντίθεση αυτή πρώτα πρώτα απέναντι στον πιο δραστήριο και πιο προχωρημένο γερμανικό ιμπεριαλισμό, μόλις αυτός άρχισε να γίνεται επικίντυνος για τους παλιούς ιμπεριαλισμούς, δημιούργησε τον πρώτο μεγάλο παγκόσμιο πόλεμο του 1914 -1918.
Ο συγκλονισμός, που δημιούργησε η πρωτόφαντη στην ιστορία πολεμική αυτή σύγκρουση είχε το αναπάντεχο για τους καπιταλιστές αποτέλεσμα να γκρεμιστεί το σάπιο φεουδαρχικοκαπιταλιστικό καθεστώς της τσαρικής Ρωσίας, που είτανε το πιο αδύνατο ανάμεσα στα σύγχρονα κυριαρχικά καθεστώτα, γιατί βρισκότανε στο τέλος της φεουδαρχικής και στην αρχή της καπιταλιστικής του ανάπτυξης. Και το καθεστώς αυτό γκρεμίστηκε σύρριζα από τη δύναμη εκείνη, που απειλεί ν' αναποδογυρίσει όλα τα καπιταλιστικά καθεστώτα, τη δύναμη του προλεταριάτου σε συμμαχία με τη μεγάλη αγροτική τάξη της απέραντης ρωσικής γης.
Η Oχτωβριανή επανάσταση, η επικράτησή της, η στερέωσή της, η δημιουργία σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης και σοσιαλιστικής αγροτικής οικονομίας στη Σοβιετική Ενωση ύψωσε φοβερό μπροστά στα μάτια των καπιταλιστών τον κίντυνο για την ανατροπή της κεφαλαιοκρατικής, κυριαρχίας σ' όλο τον κόσμο, τον κίντυνο της παγκόσμιας επανάστασης και από την άλλη μεριά δυνάμωσε τα επαναστατικά κινήματα του προλεταριάτου σε όλες τις χώρες.
β) Αυτή είνε η δεύτερη πλευρά απ' όπου απειλείται η αστικοκαπιταλιστική κυριαρχία, η προλεταριακή επανάσταση. Και ο φόβος αυτός και ο άμεσος κίντυνος έσπρωξε την κεφαλαιοκρατία και όλη την αστική τάξη προς τα δεξιά.
γ) Η τρίτη πλευρά απ' όπου αντιμετωπίζει μεγάλους κιντύνους η κεφαλαιοκρατική κυριαρχία είνε τα απολυτρωτικά, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και των αποικιακών και των μισοαποικιακών χωρών, που δυναμώνονται από την ανάπτυξη ντόπιας βιομηχανίας και γενικά από τη γοργή ή την αργή μετατροπή της φεουδαρχικής ή μισοφεουδαρχικής οικονομίας σε καπιταλιστική και σε τούτες τις χώρες προπάντων μετά τον παγκόσμιο πόλεμο. Τούτο φανερώθηκε στην Κίνα, στις Ιντίες, στην Τουρκία, στην Περσία, στο Αφγανιστάν, στη νότια Αμερική και στις ανατολικές χώρες της Ευρώπης. Γι' αυτό οι μεταπολεμικές οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού έγιναν πολύ βαθύτερες και συγκλονιστικότερες και απειλητικότερες.
Οι τρεις αυτοί κίντυνοι, που διατρέχει ο καπιταλισμός σε τούτο το στάδιό του, το ιμπεριαλιστικό, είχανε τεράστια αποτελέσματα και κυριαρχούνε την παγκόσμια ζωή στον εικοστόν αιώνα προπάντων στη μεταπολεμική περίοδο.
Αύριο: Η φασιστική ιδεολογία


Η φασιστική ιδεολογία


«Οι μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης»
(ΣΤ' Μέρος)
Τα μορφικά γνωρίσματα της φασιστικήςιδεολογίας
Αλλά τι λογής είνε η εθνικοσοσιαλιστική ή φασιστική «σύνθεση» αστισμού και σοσιαλισμού φαίνεται το ίδιο καθαρά και στο ιδεολογικό επίπεδο.
Η φασιστική ιδεολογία απορρέει από μιαν αντεπανάσταση. Ο φασισμός θέλει να είνε κοινωνικό κίνημα πλατιάς μορφής γιατί η αστική τάξη και οικονομικά εξαρτάει από τα συμφέροντά της και ιδεολογικά επηρεάζει μεγάλες μάζες του πληθυσμού, τους μεσαίους και μικρούς αστούς, τους μεγάλους και μεσαίους αγρότες, τα ανώτερα στρώματα της εργατικής τάξης. Στην αντεπανάστασή της προσπαθεί να επηρεάσει και να σύρει μαζί της όσο μπορεί πλατύτερες μάζες και να χτυπήσει και να εκμηδενίσει τα καθοδηγητικά στοιχεία των άλλων τάξεων, τα πολιτικά κόμματα που τις εκπροσωπούν και τους ιδεολογικούς των ηγέτες.
Σαν πλατύ κοινωνικό κίνημα που θέλει να είνε, παίρνει όλα τα μορφολογικά γνωρίσματα των μεγάλων επαναστατικών ή αντεπαναστατικών κινημάτων.
α) Για πρώτο σύνθημά της η φασιστική αντεπανάσταση υψώνει την ενότητα, την ενότητα του λαού απέναντι στη διάσπαση. Αρνιέται την πάλη των τάξεων, θέλει να την εξαλείψει. Αρνιέται και αυτή την ύπαρξη των τάξεων. Απέναντι στη διάσπαση του κοινωνικού συνόλου σε τάξεις που ανταγωνίζονται, υψώνει την έννοια της ενιαίας εθνότητας και του υπερταξικού κράτους. Ενας λαός, ένα κράτος, ένας αρχηγός, είνε το σύνθημα της ενότητας.
Και παράλληλα προς αυτή την ενότητα θέλει ν' αποκαταστήσει την ιδεολογική ενότητα απέναντι στην ιδεολογική διάσπαση και αποσύνθεση, που παρουσιάζει η αστική κοινωνία με τις αντιθέσεις, που οξύνονται μέσα της. Ενιαίο δόγμα, ενιαία πίστη, ενιαίαιδεολογία.
β) Γι' αυτό παρουσιάζει η φασιστική ιδεολογία και το δεύτερο ειδολογικό γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, τη γενικότητα. Η ιδεολογία του φασισμού πρέπει ν' απλωθεί σ' όλα τα επίπεδα της ζωής, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην τέχνη, στην ηθική, στη θρησκεία. Ο φασισμός θέλει να δώσει επίσης, όπως και ο σοσιαλισμός, μια γενική κοσμοθεωρία και βιοθεωρία, που ν' αγκαλιάζει όλη τη ζωή και συνάμα να είνε το δόγμα όλων των κοινωνικών στρωμάτων και όλων των πολιτών, να έχει δηλαδή και το τρίτο γνώρισμα των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, την καθολικότητα.
γ) Μια τέτια ιδεολογία ενιαία, γενική και καθολική ξαναφέρνει και την ενότητα ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, περιέχει δηλαδή και
δ) το τέταρτο γνώρισμα των επαναστατικών κινημάτων. Ολη η γνώση και όλη η πνευματική ενέργεια πρέπει να εξυπηρετεί τη ζωή και από τη ζωή να πηγάζει και η θεωρία να καθοδηγεί τη ζωή. Και τέλος, μια τέτια επαναστατική ιδεολογία πρέπει αναμφισβήτητα να έχει και
ε) το πέμπτο γνώρισμα των μεγάλων πνεματικών κινημάτων, την έντονη ψυχοκινητική δύναμη, έντονο συναισθηματισμό, παρορμητική ενέργεια, που να κινεί τις μάζες σε μεγάλες και ηρωικές πράξεις και σε αυτοθυσία. «Να ζείτε επικίντυνα, να είστε πάντα έτοιμοι να θυσιάσετε τον εαυτό σας για τα ιδανικά σας!».
Μορφολογικά λοιπόν ο φασισμός προσπαθεί να έχει τα γνωρίσματα της κοινωνικής επανάστασης και όπου συντρέχουνε συνθήκες αντικειμενικές για να κινούνε μεγάλες λαϊκές μάζες με τα συνθήματά του, όπως είνε το συναίστημα της ήττας και της αδικίας, εθνικός απολυτρωτισμός και ακόμα ιμπεριαλιστικά καταχτητικά όνειρα, εκεί και απλώνεται σε πλατιά στρώματα, όπως βλέπουμε να γίνεται στη Γερμανία και, ως ένα βαθμό, στην Ιταλία.
Το περιεχόμενο της φασιστικής «ιδεολογίας». Ο φασισμός, η πατρίδα και η φυλή
Αν όμως προχωρήσουμε να εξετάσουμε την ουσιαστική σχέση του φασισμού με τις πνεματικές αξίες τότες θα βρούμε τον αληθινό χαραχτήρα της ιδεολογίας του. Τι λογής είνε η φασιστική ιδεολογία ως προς το περιεχόμενο της;
Πρώτα-πρώτα η φασιστική ιδεολογία εντείνει στο έπακρο τον εθνικισμό, αντιτάσσοντάς τον στο διεθνισμό. Εκμεταλλεύεται το εθνικό συναίστημα, που δημιουργήθηκε στην περίοδο της αστικής επανάστασης και κινητοποίησε τους λαούς σε εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, σε αυτονομία, σε ίδρυση εθνικών κρατών.
Οξύνει στο έπακρο την έννοια της πατρίδας, τον εθνικό φανατισμό, τη μισαλλοδοξία, το μίσος στους άλλους λαούς. Οι άλλοι λαοί είνε κατ' αρχήν αντίπαλοι, είνε οχτροί. Η έννοια της πατρίδας παρουσιάζεται στο φασισμό σαν η άγκυρα σωτηρίας απέναντι στο σοσιαλιστικό διεθνισμό, που θέλει να ρίξει τα σύνορα, να καλλιεργήσει την αδελφοσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάνοντα όμως αυτό παρουσιάζει ωμή και ξεσκέπαστη την αντίφαση ανάμεσα στον καθένα εθνικισμό και το σεβασμό της εθνικής θέλησης των άλλων. Ο Χίτλερ στο όνομα της αυτοδιάθεσης των λαών και της εθνικής ιδέας ζητάει να ενώσει με το γερμανικό Ράιχ όλους τους γερμανούς σ' οποιοδήποτε μέρος κι αν ζουν της γης, συνάμα όμως ούτε μέσα στην περιοχή του Ράιχ ανέχεται την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας και έξω από το Ράιχ ζητάει να καταχτήσει άλλες εθνότητες*. Ο Μουσολίνι υποστηρίζει κι αυτός την αρχή της εθνικής αυτοτέλειας και αυτοδιάθεσης και στ' όνομά της ζητάει να ενώσει με την Ιταλία όλους τους Ιταλούς, ζητάει την Κορσική, ζητάει τη Νίκαια, συνάμα όμως εξοντώνει μέσα στην περιοχή της Ιταλίας κάθε ξένη εθνικότητα, δε σέβεται τον εθνισμό των Δωδεκανησίων, που είνε όλοι Ελληνες, καταχτάει την Αβησσυνία, τη Λιβύη και θέλει την Τύνιδα και όσους άλλους λαούς μπορεί να καταβροχθίσει. Ο φασισμός εκμηδενίζει κάθε αρχή προστασίας των μειονοτήτων, που είχε θεσπίσει η Κοινωνία των Εθνών. Και ούτε αυτό του αρκεί. Επειδή ο φασισμός εκφράζει την ιμπεριαλιστική τάση του καπιταλισμού, την απολυταρχία της αστικής τάξης στο εσωτερικό και την κατάχτηση λαών στο εξωτερικό, σπρώχνει τον εθνικισμό στο ακρότατο άκρο του δημιουργώντας το φυλετισμό, τη θεωρία της ανώτερης ράτσας. Ο κάθε φασιστικός λαός δεν είνε πια μια ξεχωριστή εθνότητα ισότιμη κατ' αρχήν με τις άλλες εθνότητες, είνε μια ράτσα ξεχωριστή και προνομιούχα, φορέας φυλετικής αγνότητας και υπεροχής και σαν τέτιος έχει δικαίωμα όχι μόνο στη δική του κυριαρχία και αυτοτέλεια παρά και στην κατάχτηση και υποδούλωση και την εξόντωση ακόμη των λαών που ανήκουνε σε άλλες ράτσες κατώτερες, που είνε εκφυλισμένοι μιγάδες, μεσογιακοί, σλάβοι, ασιάτες, χρωματιστοί, σημίτες, χαμιτικοί, νεγροειδείς. Οι γερμανοί πρώτοι και ύστερ' απ' αυτούς οι ιταλοί καλλιεργούνε το μύθο της καθαρής και άμιχτης αριανής ράτσας, που υπάρχει τάχα ως σήμερα και είνε ανώτερη απ' όλες τις άλλες. Μα αρκεί να συγκρίνει κανείς ένα βόρειο γερμανό μ' ένα νότιο ιταλό για να ιδεί αν μπορούν αυτοί οι δυο να είνε αντίτυπα της ίδιας καθαρής φυλής.
Με αυτή την αφετηρία ξαναφουντώνει ο φασισμός τους φυλετικούς διωγμούς, ξαναγυρίζει την ανθρωπότητα πίσω στην αγριότητα, στις σφαγές και τους διωγμούς και τις λεηλασίες των εβραίων, στα pogrom που ντρόπιασαν τον ανθρώπινο πολιτισμό στους αιώνες, που είχαμε συνηθίσει να τους καλούμε «βάρβαρους». Ο φασισμός είνε το ξαναγύρισμα στη βαρβαρότητα. Η ευγενικιά ιδέα του εθνικού απολυτρωτισμού μετατρέπεται στην αγριότητα της εξόντωσης κάθε αλλόφυλου, της ωμής αρπαγής, της σφαγής, της λεηλασίας, στ' όνομα της πατρίδας, της εθνότητας, της φυλής.
Ετσι ο εθνικισμός, τραβηγμένος στις ακρότατες συνέπειές του σαν φυλετισμός, που στο βάθος δεν είνε τίποτε άλλο παρά η καταχτητική εξόρμηση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού στην οξύτατη αντίθεσή του με τους άλλους καπιταλιστικούς ιμπεριαλισμούς, δε γίνεται το «σκαλοπάτι», η «προβαθμίδα» του ανθρωπισμού, παρά ο αντίποδας, η άρνηση του ανθρωπισμού.
*Πόσο αντιφατικά και υποκριτικά χρησιμοποιήθηκε από τον εθνικοσοσιαλισμό η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών έγινε ολοφάνερο λίγους μήνες αργότερα. Το Μάρτη και τον Απρίλη του 1939 η Γερμανία κατάργησε την ανεξαρτησία των τσέχων και των σλοβάκων και η Ιταλία απορρόφησε την Αλβανία.
Αύριο το Ζ' Μέρος

Ο αντικομμουνισμός σαν ιδεολογία...


Ο αντικομμουνισμός σαν ιδεολογία...
Ο Σ. Κασιμάτης, αρθρογράφος της «Καθημερινής», ή δεν έχει καταλάβει τίποτα, αφού ο αντικομμουνισμός του δεν τον αφήνει να αντιληφθεί ούτε καν τις υποχρεωτικές τακτικές της αστικής τάξης για να επιβιώσει στην εγκληματική εξουσία της, ή έχει καταλάβει πολύ καλά και πιστεύει όπως και άλλοι άλλωστε πως τώρα είναι η ευνοϊκή εποχή για τον αντικομμουνισμό να πάρει την ρεβάνς και να γίνει επίσημη ιδεολογία. Εμείς πιστεύουμε μάλλον το δεύτερο. Σε άρθρο του με τίτλο «Προοδευτικός στη σημερινή Ελλάδα σημαίνει και αντικομμουνιστής», διανθισμένο με σάλτσες συνειρμών που του προκάλεσαν, όπως ισχυρίζεται, επιστολή αναγνώστη και οι αναμνήσεις από τον πατέρα του, βγάζει τελικά το μεγάλο πόνο του που: ...είναι ότι οι κομμουνιστές, μολονότι συνετρίβησαν στο στρατιωτικό πεδίο δυστυχώς νίκησαν στο πεδίο των ιδεών, με ευθύνη την οποία φέρει πρωτίστως η ίδια η Δεξιά... Ετσι η Δεξιά έχει γίνει στις μέρες μας ό,τι ήταν στο παρελθόν η ομοφυλοφιλία: είναι πλέον η ιδεολογία που δεν τολμά να πει το όνομά της...». Παρακάτω ανακατεύει τις ανάγκες ελιγμών της αστικής τάξης (μέχρι τον Α. Παπανδρέου θυμάται) για να διατηρηθεί στην εξουσία με τις τωρινές της ανάγκες αντιδραστικών καπιταλιστικών αναδιαρθώσεων. Εκεί, όχι ίσως με τα καλύτερα παραδείγματα (σκόπιμα τα επιλέγει) ομολογεί και ποια είναι η πραγματική δυσκολία και της τάξης που υπηρετεί επαναλαμβάνοντας τον καημό της πως: «"Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη" ενώ η επιχειρηματικότητα ενοχοποιείται» για να καταλήξει: «Το τελικό συμπέρασμά μου είναι ότι, προκειμένου να είναι κανείς προοδευτικός ...πρέπει να είναι και αντικομμουνιστής...».

Βασικές εξελίξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα από το 1974 μέχρι σήμερα


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ
Ενα διάστημα πριν από το λαϊκό ξεσηκωμό στο Πολυτεχνείο (15-16-17 Νοέμβρη 1973), η αστική δικτατορική κυβέρνηση της 21ης Απρίλη 1967 βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με το σύνολο του πολιτικού κόσμου και με τον εξόριστο βασιλιά, καθώς και με το μεγάλο τμήμα του λαού. Πλατιά ήταν και η διεθνής αντίθεση με τη δικτατορία.
Ταυτόχρονα, μετά από αρκετά χρόνια, είχε κάνει αισθητή την παρουσία του το μαζικό αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα, που επιπλέον παρουσίαζε ισχυρές τάσεις ακόμα μεγαλύτερης ανόδου, όπως είχαν δείξει οι δύο καταλήψεις της Νομικής Σχολής (Φλεβάρης και Μάρτης 1973).
Και το ακόμα χειρότερο για τη δικτατορία: Εκδηλώθηκε το αντιχουντικό κίνημα στο Πολεμικό Ναυτικό (Μάης 1973), που μπορούσε να προκαλέσει ή και που έδειχνε ότι θα υπάρξουν αλυσιδωτές εστίες αντίδρασης στο Στρατό, στο βασικό και πιο δυναμικό στήριγμα της χούντας.
Οι παραπάνω εξελίξεις συντελούνταν στο έδαφος της νέας οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού που ξέσπασε το 1973 και βεβαίως εκδηλώθηκε και στην Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου είχαν χειροτερέψει σημαντικά. Χαρακτηριστική ήταν η μείωση των επενδύσεων, με προεξάρχουσα τη μεγάλη πτώση της οικοδομικής δραστηριότητας1. Πτώση υπήρχε και στους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων στην αγροτική οικονομία, ενώ η άνοδός τους στη βιομηχανία και στις μεταφορές, αν και παρουσίαζε μια σχετική σταθερότητα, είχε εξασθενήσει. Το φαινόμενο αφορούσε τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις επενδύσεις του κρατικού καπιταλιστικού τομέα.
Για να εκτονώσει το βαρύ κλίμα, η χουντική κυβέρνηση του Γεώργιου Παπαδόπουλου προχώρησε στη λεγόμενη «φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος» με το γνωστό «πείραμα Μαρκεζίνη», όπως ονομάστηκε.
Στον Σπύρο Μαρκεζίνη, παλιό αστό πολιτικό, ανατέθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης που υποσχέθηκε τη διενέργεια εκλογών. Για να γίνει πειστική αυτή η «λύση», χαλάρωσαν μία σειρά δικτατορικών μέτρων, δίχως όμως και να καταργηθεί η δικτατορία.
Ο ξεσηκωμός στο Πολυτεχνείο και η αιματηρή καταστολή του ματαίωσαν τις διαδικασίες της «φιλελευθεροποίησης», ενώ η κυβέρνηση Παπαδόπουλου ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του ταξίαρχου Ιωαννίδη, στις 25 Νοέμβρη 1973. Η απομόνωση της δικτατορίας έγινε ακόμα μεγαλύτερη.
Την τελειωτική βολή στη δικτατορία έδωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο κατά της κυβέρνησης Μακαρίου και η εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων που ακολούθησε. Στην Ελλάδα κηρύχτηκε γενική επιστράτευση, ενόψει πιθανού πολέμου με την Τουρκία.
Η ελληνική άρχουσα τάξη και ο αστικός πολιτικός κόσμος ανησύχησαν μήπως η κατάσταση φύγει από τον έλεγχό τους. Τότε ακριβώς η δικτατορία παρέδωσε την εξουσία. Στις 23 Ιούλη 1974 ήρθε στην Ελλάδα από το Παρίσι ο Κ. Καραμανλής και σχημάτισε την κυβέρνηση της λεγόμενης «εθνικής ενότητας», από προσωπικότητες της προδικτατορικής ΕΡΕ και του «κεντρώου» χώρου.
Ποιος ήταν ο χαρακτήρας αυτής της αλλαγής; Το ΚΚΕ τη χαρακτήρισε ως προϊόν συμβιβασμού2. Ελεγε ανάμεσα σε άλλα η απόφαση της ΚΕ στις 29 Ιούλη 1974:
«...Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, η χουντική ηγεσία, με οδηγίες της Ουάσιγκτον και άλλων ηγετικών νατοϊκών κύκλων, ανέθεσε τη διακυβέρνηση της χώρας σε συντηρητικούς αστούς πολιτικούς, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή»3.
Νωρίτερα, στις 24 Ιούλη 1974, η ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου τόνιζε ότι «ο ελληνικός λαός δε βασανίστηκε, πάλεψε και μάτωσε επί 7,5 χρόνια για να συντελεστεί μία μεταμφίεση του ζυγού του»4.
Λίγους μήνες αργότερα (Γενάρη 1975) η 2η Ολομέλεια της ΚΕ υπογράμμιζε:
«...το γεγονός ότι η αντικατάσταση της δικτατορίας έγινε από τα πάνω με συμβιβασμό ανάμεσα στη χούντα, τους ιμπεριαλιστές και τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, καθόρισε τον περιορισμένο χαρακτήρα της μεταβολής της 23 του Ιούλη. Στην εξουσία ήρθαν οι συντηρητικές δυνάμεις. Πρόκειται για αναγκαστική αλλαγή μορφής εξουσίας των μονοπωλίων εγχώριων και ξένων...»5.
Ο ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Η στρατιωτική δικτατορία των χρόνων 1967-1974, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των πρωταγωνιστών της, οδήγησε στην επιτάχυνση του εκσυγχρονισμού του αστικού πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα. Η προσαρμογή του στα νέα δεδομένα αποτέλεσε βασική προϋπόθεση για τη θωράκιση και τη μακροημέρευσή του. Σε αυτή την ανάγκη ανταποκρίθηκε6 ομόγνωμα ο αστικός πολιτικός κόσμος, πρώτοι απ' όλους ο Κ. Καραμανλής και το κόμμα που ίδρυσε το 1974, η Νέα Δημοκρατία (ΝΔ)7.
Το αστικό πολιτικό σύστημα, όπως ήταν διαμορφωμένο μέχρι το 1967, εξάντλησε τα όριά του για τους εξής λόγους:
1. Εξαιτίας των αντιθέσεων ανάμεσα στα αστικά κόμματα και στο παλάτι που διατηρούσε σημαντικές εξουσίες8.
2. Λόγω της μεταπολεμικής αστικής πολιτικής ανασυγκρότησης, που είχε στηριχτεί στη διαμόρφωση εκείνων των μέσων και μηχανισμών καταστολής, που δεν ανταποκρίνονταν πια στις ανάγκες ενσωμάτωσης ευρύτατων λαϊκών δυνάμεων.
3. Εξαιτίας των αντιθέσεων της άρχουσας τάξης με συμφέροντα των ΝΑΤΟικών συμμάχων της στη Μεσόγειο, πρωταρχικά οι εξελίξεις από την τουρκική εισβολή (Αττίλας 1 και Αττίλας 2) και την κατοχή του 37% της Κύπρου, όπου ο ρόλος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ ήταν προκλητικά εμφανής.
Στα προηγούμενα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν η ριζοσπαστικοποίηση πλατιών λαϊκών μαζών, που είχε επέλθει κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και η εκδηλωμένη γενική λαϊκή απαίτηση να μην επαναληφθούν οι «ανώμαλες» καταστάσεις του παρελθόντος. Μαζί τους, η αισθητή υποχώρηση του αντικομμουνισμού, που μετά το 1974 υποχρεώθηκαν την πιο ωμή έκφρασή του να εγκαταλείψουν και οι αστοί πολιτικοί που πρωτοστατούσαν στον αντικομμουνισμό πριν από τη δικτατορία.
Αυτοί οι λόγοι επέβαλαν τη νομιμοποίηση της δράσης του ΚΚΕ, καθώς και την κατάργηση αντικομμουνιστικών νόμων που ίσχυαν από τα χρόνια του Εμφυλίου, ορισμένοι και πριν από το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παράλληλα, τη σκέψη και τις αποφάσεις της ηγεσίας της ΝΔ και γενικά του αστικού πολιτικού κόσμου επηρέαζαν αισθητά στη νέα τακτική τους η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ (ΕΕ), που είχε «παγώσει» στα χρόνια της δικτατορίας, σε συνδυασμό με την επιδιωκόμενη ένταξη σε αυτή.
Το πιο σημαντικό γεγονός, που χρωμάτισε την περίοδο της λεγόμενης μεταπολίτευσης, ήταν η νομιμοποίηση του ΚΚΕ μετά από 27 χρόνια παρανομίας. Πέρα από την ύπαρξη των διαμορφωμένων συνθηκών, βασικός λόγος που την επέβαλε ντεφάκτο ήταν η παρέμβαση του ΚΚΕ, που εμφανίστηκε αμέσως μετά την κατάρρευση της δικτατορίας, με την άφιξη της καθοδήγησής του στην Ελλάδα και με το άνοιγμα των κεντρικών γραφείων του πριν από την επίσημη νομιμοποίησή του από την κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας». Επίσης με την έκδοση της εφημερίδας «ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ».
Με ανακοίνωσή της, στις 24 Σεπτέμβρη 1974, η ΚΕ του ΚΚΕ απηύθυνε χαιρετιστήριο για τη νομιμοποίηση του Κόμματος «προς την εργατική τάξη, την αγροτιά, τους διανοούμενους, όλο το λαό». Ταυτόχρονα, κυκλοφόρησε ο «Ριζοσπάστης».
Σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα το ΚΚΕ και η ΚΝΕ αναπτύχθηκαν οργανωτικά και απέκτησαν σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα και σε άλλα μαζικά κινήματα, αν και η οργανωμένη τους δύναμη μέχρι το 1974 ήταν μικρή. Η διάλυση των κομματικών του οργανώσεων το 1958, με απόφαση της 8ης Ολομέλειας της ΚΕ, είχε βάλει τη σφραγίδα της στην οργανωμένη δύναμη και στη βιολογική ανανέωση του ΚΚΕ. Το πρόβλημα συνειδητοποιήθηκε ουσιαστικά όταν εγκαθιδρύθηκε η δικτατορία, οπότε η δημιουργία κομματικών οργανώσεων και της ΚΝΕ τέθηκε επί τάπητος. Αυτά τα ζητήματα επίσης τέθηκαν με δραματικό τρόπο και όταν το ΚΚΕ βγήκε στη νομιμότητα.
Σειρά διεθνών και εσωτερικών πολιτικών γεγονότων (ο γαλλικός Μάης 1968, η νίκη του βιετναμέζικου λαού κατά των ΗΠΑ, η ανατροπή της κυβέρνησης Αλιέντε στη Χιλή, ο ξεσηκωμός στο Πολυτεχνείο), μαζί με την ηρωική διαδρομή και πάλη του ΚΚΕ, καθώς και οι πρόσφατες θυσίες του στον αγώνα κατά της δικτατορίας, είχαν συντελέσει στη μαζική προσχώρηση της νεολαίας στο ΚΚΕ και στην ΚΝΕ.
Στο ΚΚΕ προσχώρησαν και τα περισσότερα στελέχη της προδικτατορικής ΕΔΑ9, ενώ το ακολούθησε σε μια σύντομη πορεία ένα πολύ μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της. Η ύπαρξη της ΕΔΑ έγινε πλέον τυπική και αργότερα η ΕΔΑ διαλύθηκε.
Η οργανωτική ανάπτυξη του ΚΚΕ πραγματοποιήθηκε σε συνθήκες σκληρής διαπάλης με το λεγόμενο «ΚΚΕ εσωτερικού», που είχε προκύψει από ομάδα στελεχών του ΚΚΕ που αποχώρησαν το 1968 (12η Ολομέλεια της ΚΕ) και ίδρυσαν τον παραπάνω φορέα του «ευρωκομμουνισμού» στην Ελλάδα. Τα ηγετικά στελέχη του «ΚΚΕ εσωτερικού» (Μπ. Δρακόπουλος, Μ. Παρτσαλίδης, Αντ. Μπριλάκης, Ζ. Ζωγράφος, Τ. Μπενάς, Λεων. Τζεφρόνης, Σταύρος Καράς, Π. Δημητρίου, Λ. Κύρκος κ.ά.) είχαν πρωτοστατήσει στην πρώτη επιχείρηση διάλυσης του ΚΚΕ προδικτατορικά, μέσω της ΕΔΑ.
Χάρη στην καθημερινή αυτοθυσία χιλιάδων μελών και φίλων του, το ΚΚΕ αποτέλεσε το βασικό πολιτικό παράγοντα της εργατικής και λαϊκής πάλης. Αντιπάλεψε τις στρατηγικές επιλογές της πλουτοκρατίας και των κομμάτων της, με πιο χαρακτηριστικά συνθήματα «Οχι στην ΕΟΚ των μονοπωλίων», «Εξω οι βάσεις και το ΝΑΤΟ», «Εξω τα πυρηνικά».
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Σημειώσεις:
1. Αυτό το γεγονός αποτέλεσε μια βασική αιτία της μαζικής συμμετοχής οικοδόμων κατά την εξέγερση στο Πολυτεχνείο, βεβαίως και με ανάλογη δουλειά της Κομματικής Οργάνωσης Αθήνας (ΚΟΑ) του ΚΚΕ.
2. Προσπάθεια να υλοποιηθεί ένας συμβιβασμός, ανάμεσα στη δικτατορία και στον αστικό πολιτικό κόσμο, είχε εκδηλωθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, στη βάση της οικειοθελούς αποχώρησης του Στρατού από το πολιτικό προσκήνιο. Οι συζητήσεις δεν έδωσαν αποτέλεσμα.
3. Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Αύγουστος - Σεπτέμβρης 1974, σελ. 3.
4. Περιοδικό «Νέος Κόσμος», Ιούλης 1974, σελ. 25.
5. «Από το 9ο ως το 10ο Συνέδριο του ΚΚΕ», έκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, σελ. 63.
6. Πριν από τη δικτατορία ένα τμήμα του αστικού πολιτικού κόσμου, ανάμεσά τους και ο Κ. Καραμανλής, δεν απέκλειαν την προσωρινή επιβολή δικτατορίας, όπου θα είχαν εκείνοι τον πολιτικό έλεγχο.
7. Η ΝΔ αποτελεί μετονομασία και κατ' ουσίαν επανίδρυση της ΕΡΕ (Εθνική Ριζοσπαστική Ενωσις), την οποία επίσης ίδρυσε ο Κ. Καραμανλής το 1956.
8. Σημειώνεται εδώ η σταθερή πεποίθηση του Κ. Καραμανλή, αρκετά χρόνια πριν από τη δικτατορία του 1967, για την ανάγκη να επέλθει τομή στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Σημείο - κλειδί ήταν ο περιορισμός των εξουσιών που παρείχε στο βασιλιά το Σύνταγμα του 1952 και η αύξηση των αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας (κυβέρνησης).
9. Η ΕΔΑ ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1951 ως συνασπισμός κομμάτων, στον οποίο συμμετείχε το παράνομο ΚΚΕ.

Του
Μάκη ΜΑΪΛΗ*

Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της σφαγής των Ποντίων


Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της σφαγής των Ποντίων
Μικρασιατική Καταστροφή -Αρμένιοι πρόσφυγες απολυμαίνονται
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, στο κατώφλι του 20ού αιώνα, μαζί με την τσαρική (ρωσική) και την αψβουργική (αυστροουγγρική) αποτελούσαν τις τελευταίες πολυεθνικές αυτοκρατορίες. Ηταν αναμενόμενο ότι κάποια στιγμή αυτή η φεουδαρχική εξουσία θα εξελίσσονταν σε σοβαρό εμπόδιο για την εθνική αστική ανάπτυξη των Νότιων Σλάβων, των Αρμενίων, των Αράβων, ακόμα και των Τούρκων.
Ο Σουλτάνος, όντας ο κατεξοχήν ηγέτης της υπεράσπισης του παλιού, ήταν υποχρεωμένος από τα ίδια τα πράγματα να αξιοποιεί στο έπακρο τα ελάχιστα μέσα που διέθετε για τη διατήρηση της παλιάς τάξης πραγμάτων, εκπροσωπούσε από τα ίδια τα πράγματα την αντίδραση σε όλες τις μορφές της.
Ο Σουλτάνος, όντας ταυτόχρονα και η κορυφαία θρησκευτική αρχή των απανταχού μουσουλμάνων (χαλίφης), ήταν σε θέση, με τη στενή συνεργασία του μουσουλμανικού κλήρου, να καλλιεργήσει στο έπακρο την ιδέα του πανισλαμισμού ως αποτελεσματικού ιδεολογικού όπλου καταπίεσης ταξικών ή εθνικών διεκδικήσεων.
Διαθέτοντας έναν πολυπληθή (αμόρφωτο στην πλειοψηφία του) στρατό, αποτελούμενο κατά κύριο λόγο από Τούρκους αγρότες και λιγότερο από άλλα μουσουλμανικά ή εξισλαμισμένα στοιχεία, ήταν σε θέση, εκμεταλλευόμενος την ισχυρή πίστη του στον ανώτατο θρησκευτικό και κρατικό ηγέτη, να καταστείλει οποιαδήποτε εξέγερση, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αναλογίζεται την έκταση μιας αιματοχυσίας. Απεναντίας, οι αιματηρές καταστολές των προσπαθειών αμφισβήτησης της καθεστηκυΐας τάξης από «αλλόθρησκους» (και ταυτόχρονα «αλλόφυλους») λειτουργούσε και ως βαλβίδα εκτόνωσης για το σύστημα (κάτι παρόμοιο με τα τσαρικά αντιεβραϊκά πογκρόμ, όμως σε μεγαλύτερη έκταση). Στην ουσία, οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα ή οργάνωση τολμούσε να αμφισβητήσει το Σουλτάνο, ειδικά τον Αβδουλχαμίτ το Β΄ (1876-1909), αν δεν (μερικές φορές ακόμα κι αν) εξαγοραζόταν, αντιμετώπιζε το θάνατο ή «τουλάχιστον» τα φρικτά οθωμανικά κάτεργα. Ταυτόχρονα όμως οι μεταρρυθμίσεις, που κατά καιρούς εφαρμόζονταν ή εξαγγέλλονταν, λειτουργούσαν και ως καθησυχαστικό μέσο, τουλάχιστον για μερίδες των καταπιεσμένων εθνοτήτων, ακόμα και κατά τη βασιλεία του Αβδουλχαμίτ.
Πρόσφυγες της Σμύρνης
Στο πέρασμα από το 19ο στον 20ό αιώνα, πέρα από τα στενά του Βοσπόρου, τα πετρέλαια στο νότο της αυτοκρατορίας ενισχύουν επιπλέον την ήδη ισχυρή διαπραγματευτική ικανότητα της Υψηλής Πύλης, στο παζάρι της με τις μεγάλες δυνάμεις (κυρίως της Ευρώπης). Μια ικανότητα που προέρχεται κυρίως από την επιλογή των δυνάμεων αυτών να αποφύγουν την απευθείας μεταξύ τους σύγκρουση, τουλάχιστον για όσο διάστημα δεν είναι πλήρως εξασφαλισμένη η συμμαχία με άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε άλλωστε (παρά το φεουδαρχικό της χαρακτήρα) τη δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στην Ασία, μετά την Ιαπωνία.
Το θέμα της σφαγής ελληνικών πληθυσμών στην επικράτεια της Τουρκίας, κατά το πέρασμά της από τη φεουδαρχία (Οθωμανική Αυτοκρατορία) στον καπιταλισμό (εθνική αστική επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ), το εξετάζουμε τόσο σε σχέση με τις σφαγές άλλων εθνοτήτων (όχι μόνο χριστιανικών, όπως των Αρμενίων, αλλά και π.χ. των αραβικών) όσο (και κυρίως θα λέγαμε) και σε σχέση με τη δράση του ιμπεριαλισμού της εποχής εκείνης στην περιοχή.
Εθνικές και ταξικές αντιθέσεις
Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκαν οι ταξικές αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτής της χώρας. Για παράδειγμα, στις αρχές του 20ού αιώνα η μεγάλη αστική τάξη της χώρας αποτελούνταν κυρίως από το εμπορικό κεφάλαιο, που στο μεγαλύτερό του μέρος ήταν ελληνικό, αρμένικο, εβραϊκό και συριακό. Αυτό το χριστιανικό (καθολικό και ορθόδοξο) ελληνικό και αρμενικό τμήμα της αστικής τάξης ήταν κυρίως προσανατολισμένο στη στενή συνεργασία με συγκεκριμένα ιμπεριαλιστικά κέντρα (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία). Υπενθυμίζουμε ότι με βάση τις «διομολογήσεις», η Γαλλία και η Ρωσία είχαν το δικαίωμα κατά το δοκούν να αναμειγνύονται στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς όφελος των καθολικών και ορθόδοξων χριστιανών αντίστοιχα. Ετσι όχι μόνο υπήκοοι αυτών των κρατών, αλλά ακόμα και «προστατευόμενες» απ' αυτές πληθυσμιακές ομάδες (και δεν εννοούμε τους ανίσχυρους χριστιανούς μικρούς αγρότες, χειροτέχνες και εργάτες) δεν υπάγονταν πλέον στη δικαιοδοσία της οθωμανικής π.χ. δικαιοσύνης και γι' αυτές ίσχυαν, επίσης, ειδικοί χαμηλοί φόροι και τέλη.
Καταφύγιο των Ελλήνων του Πόντου μετά την άλωση της Τραπεζούντας (Γκιοϊμούς - χανέ = πόλη του ασημιού)
Το φαινόμενο αυτό εντάθηκε πολύ περισσότερο μετά την πτώχευση του οθωμανικού κράτους (1876), όταν (αρχικά) το αγγλογαλλικό και (μετά, σταδιακά) το γερμανικό χρηματιστικό κεφάλαιο πήραν στα χέρια τους βασικούς τομείς της βιομηχανικής παραγωγής και των μεταφορών (σιδηρόδρομοι, τραμ, λιμάνια, εταιρίες αερίου και ηλεκτρισμού, τα ελάχιστα υπάρχοντα ορυχεία και επιχειρήσεις ελαφριάς βιομηχανίας). Σ' αυτήν τη φάση το μη μουσουλμανικό τμήμα της αστικής τάξης ισχυροποιείται περισσότερο, δένεται στενότερα με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, αναλαμβάνοντας ακόμα και τις αντιπροσωπείες των βιομηχανιών και τραπεζών των χωρών που αναφέραμε. Ταυτόχρονα όμως γίνεται και ο πιο ορατός και εύκολος (έστω σχετικά) αντίπαλος για τα υπόλοιπα τμήματα της αστικής τάξης που διψούν εξίσου για κοινωνική αναρρίχηση και πλουτισμό. Αυτή η αντιπαλότητα είναι κατά τη γνώμη μας και η αιτία της γενίκευσης της αντιπαλότητας ανάμεσα στις εθνότητες της αυτοκρατορίας.
Με την καθοριστική συμβολή του κλήρου (μουσουλμανικού και χριστιανικού) οι διαχωριστικές αυτές τάσεις ενισχύθηκαν συνειδητά τόσο από το αντιδραστικό φεουδαρχικό μουσουλμανικό κατεστημένο (πανισλαμισμός) όσο και από τη μη μουσουλμανική αστική τάξη, για να εφαρμοστούν καθέτως σε όλη την κοινωνική δομή, εμποδίζοντας έτσι π.χ. τους κοινούς ταξικούς αγώνες του Τούρκου, Εβραίου, Ελληνα κλπ. εργάτη των υφαντουργείων, των λιμανιών, της καπνοβιομηχανίας κλπ., ακόμα και απέναντι σε έναν κοινό εργοδότη, ασχέτως εθνικότητος (επί το πλείστον Αρμένη ή Ελληνα από τους «ντόπιους» ή Αγγλογάλλος από τους «ξένους»).
Το πόσο συνειδητή είναι αυτή η επιλογή τόσο των φεουδαρχών, όσο και των καπιταλιστών, φαίνεται και από την εχθρική αντιμετώπιση του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας, του μόνου που συσχέτιζε την πραγματική και ολόπλευρη ανάπτυξη των ελευθεριών των εθνοτήτων με την κατάργηση της ταξικής κοινωνίας. Γι' αυτό το λόγο έχει σημασία έστω και σημειολογικά να αναφέρουμε το γεγονός ότι στην Τραπεζούντα, εκεί δηλαδή όπου ο ελληνοποντιακός πληθυσμός είχε μια ηπιότερη αντιμετώπιση από τις αρχές, η παρουσία του πρώτου ηγέτη των Τούρκων κομμουνιστών Μουσταφά Σουπχί θεωρήθηκε τόσο επικίνδυνη, ώστε να δολοφονηθεί (Γενάρης 1921).
Η καλλιεργούμενη στοίχιση των μαζών πίσω από «ομόθρησκες» ή «ομόφυλες» αλλά με αντίθετα ταξικά συμφέροντα «ηγεσίες» είναι αυτή που επέφερε ή ανέχτηκε σφαγές χιλιάδων αμάχων, απάνθρωπες αλληλοσφαγές λαών.
Στην ουσία, αυτή η «ομόφυλη» στοίχιση πίσω από την ανταγωνιζόμενη μεταξύ της ελληνική και αρμενική αστική τάξη είναι που αδυνάτισε π.χ. τόσο τις απελευθερωτικές προσπάθειες των Αρμενίων (κυρίως μέχρι το 1896), όσο και τις δυνατότητες της ένταξης του (αριθμητικά σαφώς μικρότερου) ποντιακού ελληνισμού σε μια ευρύτερη σε έκταση Αρμενία (1918/1920).
Η σύνδεση της τύχης ολόκληρων εθνοτήτων με τα συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (οι Αρμένιοι με τη Ρωσία και τη Γαλλία, οι Ελληνες κι οι Σύροι Μαρωνίτες με τους Αγγλογάλλους κλπ.) καθώς και με τα συμφέροντα των αστικών τάξεων των ήδη κυρίαρχων «ομοεθνών» κρατών (Σερβία και Ελλάδα) θα οδηγήσει σε λάθος κατεύθυνση και σε τραγικά αποτελέσματα τις εξεγέρσεις τους.
Ετσι ενώ π.χ. ο ελληνοτουρκικός πόλεμος με αφορμή την επανάσταση στην Κρήτη (1897) καταλήγει σε ήττα της Ελλάδας, οι μεγάλες δυνάμεις επεμβαίνουν αμέσως για να εξασφαλίσουν μια ενδιάμεση λύση προς όφελος της Ελλάδας (αυτονομία της Κρήτης υπό Ελληνα πρίγκιπα). Στην περίπτωση των Αρμενίων που προαναφέραμε, όταν δηλαδή ο Αβδουλχαμίτ Β΄ στέλνει φανατικές ισλαμικές κουρδικές φυλές να ξεκάνουν δεκάδες χιλιάδες Αρμενίων (1894-1896), η «δυτική χριστιανοσύνη» περιορίστηκε στα κροκοδείλια δάκρυα κι αργότερα στην καταγραφή των βαρβαροτήτων. Οι οικονομικές τους συναλλαγές με τον Σουλτάνο παραήταν τότε καλές για να τις διακινδυνέψουν. (Χώρια που οι Αρμένιοι αλληθώριζαν πιο πολύ προς τη Ρωσία απ' ό,τι προς αυτούς!).
Η σύνδεση με τα συμφέροντα των Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας αποτελεί άλλωστε και την πηγή ανησυχίας του γερμανικού ιμπεριαλιστικού παράγοντα, που από το 1905 με το «σιδηρόδρομο της Βαγδάτης» εισέρχεται με έντονους ρυθμούς στην οικονομία και στην πολιτική της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι Γερμανοί στρατιωτικοί είναι αυτοί που στις αρχές του Παγκοσμίου Πολέμου πιέζουν και πετυχαίνουν την εφαρμογή δικού τους σχεδίου απομάκρυνσης του ελληνικού πληθυσμού από την Ανατολική Θράκη και τα παράλια της Μικράς Ασίας, σχέδιο που στη συνέχεια θα εφαρμοστεί και στους Ελληνες του Πόντου. Μια απομάκρυνση που στοίχισε τη ζωή χιλιάδων Ελλήνων, όχι όμως αυτών που ονομάζουμε «επιφανείς οικονομικοί παράγοντες».
Η εξαθλίωση των Τούρκων και οι αντιθέσεις με τους αλλόφυλους
Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, που όλοι γνωρίζουμε λίγο ή πολύ το χαρακτήρα του ως ιμπεριαλιστικού πολέμου για το μοίρασμα των αγορών και των πλουτοπαραγωγικών πηγών, όξυνε στο έπακρο την εξαθλίωση των λαϊκών μαζών της αυτοκρατορίας και τις κοινωνικές αντιθέσεις που αναφέραμε παραπάνω, αλλά και αυτές που περιγράφουμε παρακάτω και προϋπήρχαν πολύ πριν το ξέσπασμα του πολέμου.
Οι λίγοι Τούρκοι χειροτέχνες λειτουργούσαν ακόμα στα πλαίσια των μεσαιωνικών συντεχνιών. Ηδη ακόμα και πριν τη διείσδυση του «ξένου» κεφαλαίου δυσκολεύονταν το ίδιο όσο και οι Τούρκοι έμποροι να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό με τους μη μωαμεθανούς μεγαλέμπορους. Τα φθηνότερα εμπορεύματα που διέθετε πλέον το ξένο κεφάλαιο στην (περιορισμένη) εσωτερική αγορά κατέστρεψαν τελειωτικά αυτά τα τμήματα της μικρής και μεσαίας αστικής τάξης.
Στην Ανατολία (στον βασικό τουρκικό πυρήνα της αυτοκρατορίας), που ήταν και η πιο καθυστερημένη οικονομικά περιοχή, ο Τούρκος επί το πλείστον αγρότης στέναζε ακόμα κάτω από τα φεουδαρχικά δεσμά. Η σοδειά του μοιραζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ανάμεσα στους φεουδάρχες μεγαλογαιοκτήμονες (αγάδες) - που ενώ αποτελούσαν μόνο το 5% του αγροτικού πληθυσμού κατείχαν τα 2/3 της γης - και στο σουλτάνο, στον οποίο συνέχιζε να αποδίδει τη «δεκάτη» (Ασάρ) ως κρατικό φόρο.
Ο ίδιος Τούρκος αγρότης επάνδρωνε ως επί το πλείστον και τον οθωμανικό στρατό, όπου κάτω από συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης καλούνταν να εκπληρώσει τις επιθυμίες του Σουλτάνου-Χαλίφη, μετακινούμενος συνεχώς, απ' άκρη σ' άκρη της αυτοκρατορίας, για να καταστείλει τους απελευθερωτικούς αγώνες των Βούλγαρων, Ελλήνων, Σέρβων, Αρμενίων, ακόμα και των «ομόθρησκων» Αράβων, Αλβανών και Κούρδων. Εχανε τη ζωή του σε ξένα γι' αυτόν μέρη όχι μόνο στη μάχη, αλλά και μέσα στις άθλιες συνθήκες υγιεινής και σίτισης των στρατοπέδων. Απ' όσους π.χ. στέλνονταν να πολεμήσουν στην «ομόθρησκη» Υεμένη, μόνο το 1/5 ξαναγύριζαν σπίτι τους. Οι υπόλοιποι είτε σκοτώνονταν, είτε πέθαιναν από επιδημίες και εξάντληση. Μέσα σ' αυτήν την απεγνωσμένη κατάσταση, συνειδητοποιώντας ότι η πίστη στην παντοδυναμία του Αλλάχ και του επί Γης εκπροσώπου του δεν αρκούσαν για να τον σώσουν, ο Τούρκος αγρότης - στρατιώτης οδηγείται στις μόνες επιλογές που του επιτρέπει η κοινωνική, ταξική του διαπαιδαγώγηση (μάλλον η έλλειψη τέτοιας διαπαιδαγώγησης). Στον αυτοτραυματισμό ή στη λιποταξία στα βουνά, όπου για να μη λιμοκτονήσει θα ενταχθεί σε ληστοσυμμορίες. Συμμορίες που θα γίνουν απάνθρωπες όσο και οι συνθήκες επιβίωσής τους. Συμμορίες που στοχεύουν κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στον (όποιο) πλούτο των «άπιστων», αλλά και συγκριτικά ευπορότερων πληθυσμών.
Η τουρκική αστική τάξη
Η ανάγκη της φεουδαρχικής άρχουσας τάξης (σουλτάνος, αγάδες, μουσουλμάνοι ιερείς - διαχειριστές των τεράστιων βακουφιών, φύλαρχοι αραβικών και κουρδικών φυλών, ανώτατοι στρατηγοί (πασάδες) και δικαστές κλπ.) να αναπτύξει έναν αποτελεσματικό κρατικό μηχανισμό, που θα εξασφαλίζει και θα προστατεύει τα συμφέροντά της, αλλά και αυτά των εισερχόμενων ιμπεριαλιστών πλουτοκρατών, οδήγησε (μαζί με τις αναπόφευκτες καπιταλιστικές εξελίξεις) στη δημιουργία μιας αδύναμης οικονομικά, αλλά πολυπληθούς και πολιτικά ισχυρής τουρκικής μικρής αστικής τάξης (αξιωματικοί του στρατού, κρατικοί υπάλληλοι, διανόηση), που είτε με εξεγέρσεις είτε με συμβιβασμούς επιβάλλει σταδιακά (τουλάχιστον μέχρι την έναρξη του πολέμου) έναν ημιτελές εκσυγχρονισμό της χώρας. Επηρεασμένη όχι φυσικά από τη σύγχρονη μαρξιστική ιδεολογία, αλλά από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και μάλιστα όχι από τον γνήσιο, που αντικατόπτριζε την προοδευτικότητα της αστικής τάξης στην Ευρώπη στις απαρχές της εφόδου της προς την πολιτική εξουσία, αλλά τον στρεβλό, που εξυπηρετούσε την αντιδραστική πλέον ιμπεριαλιστική αστική τάξη, θα αναπτύξει από το 1889 το ριζοσπαστικό ρεύμα του Νεοτουρκισμού, που μετά από σκαμπανεβάσματα θα καταλήξει το 1907 στη νικηφόρα επανάσταση των Νεότουρκων. Μια αστική επανάσταση κατά τον αντικειμενικό ταξικό της χαρακτήρα και κατά τους υποκειμενικούς στόχους που έθετε (επαναφορά Συντάγματος, περιορισμός της απολυταρχίας), που διέθετε ένα μεγάλο λαϊκό έρεισμα σε όλες τις εθνότητες, αλλά που τελικά προτίμησε να μη ριζοσπαστικοποιήσει περισσότερο αυτές τις μάζες στην κατεύθυνση ενός πλήρους αστικού έστω εκσυγχρονισμού της κοινωνίας. Είναι οι ίδιοι που θα χρεωθούν κατά κύριο λόγο τις βαρβαρότητες ενάντια στις άλλες εθνότητες, με αποκορύφωμα τη σφαγή του αρμένικου λαού (1915/1916) και των ελληνικών πληθυσμών που προαναφέραμε.
Η ιμπεριαλιστική επέμβαση και σφαγή
Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έφερε την Τουρκία απλά στη θέση του ηττημένου. Εκτός από τις εσωτερικές οξύτατες κοινωνικές αντιθέσεις είχε να αντιμετωπίσει και τις ορέξεις των νικητριών δυνάμεων του πολέμου, που όλες τους (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης) ήθελαν κι από ένα κομμάτι της χώρας. Ο σουλτάνος Μεχμέτ Ε΄ Ρεσάντ, καθώς και η άρχουσα τάξη (μαζί με τους Νεότουρκους) προθυμοποιήθηκαν να προβούν σε οποιαδήποτε υποχώρηση, με αντάλλαγμα τη διατήρηση της έστω και κουτσουρεμένης από την κηδεμονία των ιμπεριαλιστών εξουσίας τους. Η κάθε νικήτρια χώρα (συνήθως πίσω από την πλάτη των άλλων) έπαιρνε ήδη το «μερίδιό της». Η Αγγλία το Κουρδιστάν, η Γαλλία την Κιλικία, ακόμα και η Ιταλία τη νοτιοδυτική Ανατολία. Στις 15/5/1919 ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονταν στη Σμύρνη και η αρμενική κυβέρνηση του Ερεβάν (Ντασνάκ) ενθαρρυνόταν να δημιουργήσει τη «Μεγάλη Αρμενία» με την απόσπαση τμήματος της ανατολικής Ανατολίας. Αυτή η κατάσταση οδήγησε σε μια νέα αστική επανάσταση, απελευθερωτικού πλέον χαρακτήρα, με ηγεσία τα ριζοσπαστικά τμήματα της τουρκικής αστικής τάξης (μιας εκμεταλλευτικής δηλαδή τάξης) και βάση την πολυάριθμη τουρκική αγροτιά. Μια επανάσταση που από τον Ιούλη του 1919 θα συντονίζει, υπό την ηγεσία του στρατηγού (πασά) Μουσταφά Κεμάλ, όλο και περισσότερες πατριωτικές οργανώσεις και αντάρτικα τμήματα (άλλα νεοϊδρυόμενα και άλλα προερχόμενα από «ληστοσυμμορίες» που προαναφέραμε) και θα οδηγήσει τελικά στη σύγκληση της Α΄ Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Αγκυρας (10-23/4/1920), που αποτελεί και την απαρχή της οριστικής ρήξης με το φεουδαρχικό κατεστημένο της Κωνσταντινούπολης και με τους προστάτες «συμμάχους» της. Από δω και πέρα οι επαναστατικές δυνάμεις ξεκινούν έναν περίπλοκο και δύσκολο πόλεμο με διάφορες δυνάμεις. Εκτός από το στρατό του σουλτάνου (που αποτελείται από κάθε λογής οπαδούς του φεουδαρχικού συστήματος) έχουν να αντιμετωπίσουν και τις εμπειροπόλεμες ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά και τους ντόπιους μη τουρκικούς πληθυσμούς, που ξεσηκώνονται στο πλευρό της Υψηλής Πύλης (του τυραννικού θεσμού που χρόνια τους καταπίεζε και τους αφάνιζε) καθ' υπόδειξη των κατοχικών δυνάμεων.
Οι Πόντιοι ξεσηκώνονται με προτροπή της «μητέρας πατρίδας» (της ελληνικής αστικής τάξης), οι Κούρδοι με προτροπή των Αγγλων, ενώ οι Αρμένιοι όπως προαναφέραμε εισβάλλουν στο ανατολικό τμήμα. Είναι κατανοητό ότι μόνο με μεγάλη αποφασιστικότητα (αλλά και σκληρότητα ταυτόχρονα) θα μπορούσε ο επαναστατικός στρατός να αντεπεξέλθει σ' έναν τόσο πολυμέτωπο αγώνα. Κι όμως τα κατάφερε, υποχρεώνοντας αρχικά τις ιταλικές δυνάμεις να αποσυρθούν στα παράλια της Αττάλειας (Δεκέμβρης 1919) και μετά τις γαλλικές δυνάμεις να αποσυρθούν στην Κιλικία υπογράφοντας και ανακωχή (Μάης 1920). Οι εθνικιστικές αρμένικες δυνάμεις των Ντασνάκ μετά από πανωλεθρία θα υπογράψουν στις 2/12/1920 τη συνθήκη ειρήνης της Αλεξανδρούπολης (Λενινακάν), αποποιούμενες το μεγαλύτερο τμήμα της Αρμενίας. (Λίγο αργότερα θα ανατραπούν από τους Αρμένιους εργαζόμενους που θα εγκαθιδρύσουν σοβιετική εξουσία στο Ερεβάν).
Το 1921, ο ελληνικός στρατός (με την ενθάρρυνση και του αγγλικού παράγοντα) θα παραμείνει μοναδική εμπόλεμη ξένη στρατιωτική δύναμη στο τουρκικό έδαφος. Αυτό δε θα επιφέρει μόνο την καταστροφή του ένα χρόνο αργότερα (Αύγουστος 1922), αλλά και τον αιματηρό ξεριζωμό του ελληνισμού.
Αυτό που παραμένει ακόμα για διερεύνηση είναι το πού στηρίχτηκε η προσδοκία του ποντιακού ελληνισμού (τουλάχιστον τμημάτων του), που όντας μειοψηφία σε όλες τις περιοχές είχε την αυταπάτη ότι θα ιδρύσει ανεξάρτητο κράτος ή ότι τέλος πάντων ένα κομμάτι στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας θα ενωθεί (διά μαγείας;) με το ελληνικό κράτος! Το σίγουρο είναι ότι τα εξ Αμερικής ποντιακά σωματεία είχαν κάνει σημαία τους τον ανεξάρτητο Πόντο υπό την κηδεμονία (ω, τι σύμπτωση) του Προέδρου των ΗΠΑ Ουίλσον (που κατά τα άλλα τάσσονταν «από λόγους αρχής» ενάντια στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας!). Οριστική άρνηση του Προέδρου σ' αυτήν την πρόταση δεν κατορθώσαμε να βρούμε!

Του
Νίκου ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΑΚΗ*
* Ο Νίκος Παπαγεωργάκης είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

TOP READ