28 Μαρ 2012

ΡΗΓΑ ΓΚΟΛΦΗ «ΓΗΤΑΥΡΟΣ»


ΡΗΓΑ ΓΚΟΛΦΗ «ΓΗΤΑΥΡΟΣ»
Το πρώτο έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής λογοτεχνίας
Ο Ρήγας Γκόλφης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του συμβολαιογράφου Δημήτρη Δημητριάδη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1886 και πέθανε το 1958
Τον Αύγουστο του 1907 το περιοδικό «Νουμάς» δημοσιεύει ένα κείμενο του Α. Δελμούζου, που παρουσιάζει το βιβλίο του Γ. Σκληρού «Το κοινωνικό μας ζήτημα». Δίνει την αφορμή για ευρύτερη συζήτηση μεταξύ σοσιαλιστών και των οπαδών του αστικού εκσυγχρονισμού. Είναι εποχή έντονων κοινωνικών συγκρούσεων και αλλαγών και για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια μαρξιστικής προσέγγισης της ελληνικής κοινωνίας.
Ρίχνεται ο σπόρος των νέων ιδεών. «Για να βλαστήσει τέτοιος σπόρος χρειάζουνται κ' οι αναγκαίοι υλικοί όροι, που τους δημιουργεί η οικονομική εξέλιξη, κι αυτοί, μέσα στη στενή, πατριαρχική, γεωργική πολιτεία μας τότε μόλις είχανε αρχίσει να δημιουργούνται. Χρειαζότανε να αστικοποιηθεί η κοινωνία μας για να μπει στο βαθύτερο νόημα των νέων κηρυγμάτων...» (Κ. Παρορίτης).
Ο σπόρος αυτός μπορεί να μην άγγιξε εκείνη τη χρονική στιγμή τον εργάτη, το λαό. Βρήκε, όμως, πρόσφορο έδαφος στα ανήσυχα πνεύματα της εποχής, που υιοθετούν τις νέες ιδέες και εμπνέονται από αυτές.
Υπό την επίδραση των νέων ιδεών γεννιούνται λογοτεχνικά κείμενα που φέρνουν στο προσκήνιο την εργατική τάξη και το λαό ως δημιουργό, ή εμπνέονται από τη ζωή και τα προβλήματα της εργατικής τάξης και του λαού. Με θέματα όπως η εργατική εκμετάλλευση, τα εργατικά ατυχήματα, η φτώχεια και η ανέχεια. Θέματα όπως η αδιαλλαξία του εργοστασιάρχη που δεν είναι διατεθειμένος να κάνει την ελάχιστη παραχώρηση για να μη μειωθούν τα κέρδη του, το αίτημα για λιγότερες ώρες δουλειάς, για καλύτερο μισθό και καλύτερη ζωή, αφού ο εργάτης είναι ο δημιουργός του πλούτου, τα εργατικά ατυχήματα, γιατί ο εργοστασιάρχης δε συντήρησε τα καζάνια κλπ. Θέματα επίκαιρα και σήμερα, γιατί η βαρβαρότητα του καπιταλισμού είναι διαχρονική.
«Καρπός» των νέων ιδεών είναι ο «Γήταυρος» του Ρήγα Γκόλφη. Ο πρώτος λογοτεχνικός «καρπός» της σοσιαλιστικής σκέψης. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νουμάς», το Δεκέμβρη του 1908.
Η πρώτη σελίδα του φύλλου του «Νουμά», της πολιτικής - κοινωνικής - φιλολογικής εφημερίδας, που εξέδιδε ο Δ. Ταγκόπουλος, στο οποίο δημοσιεύτηκε το διήγημα του Ρ. Γκόλφη. Αριθμός φύλλο 321, 7/12/ 
Προσθήκη
Το πρόχειρο αποθηκεύτηκε στις 1908
Ο Γήταυρος ήταν ένα μυθολογικό τέρας με ακαθόριστη μορφή που εμφανιζόταν κοντά σε έλη, λίμνες ή στους βυθούς των ποταμών και έβγαζε τρομακτικούς μυκηθμούς, που κατ' άλλους έμοιαζαν με αυτούς του ταύρου και κατ' άλλους με φοβερά ανθρώπινα μουγκρητά. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν η Θεσσαλία ήταν μια τεράστια λίμνη, ο Γήταυρος χώρισε με την ουρά του τον Ολυμπο από τον Κίσσαβο, που ήταν μέχρι τότε ενωμένοι. Με τη διάνοιξη του ρήγματος που σήμερα είναι γνωστό ως η Κοιλάδα των Τεμπών, το νερό που σκέπαζε το θεσσαλικό κάμπο διέφυγε στη θάλασσα.
Η υπόθεση του έργου
Ο γερο - Φιντής, ο πλούσιος εργοστασιάρχης, που διευθύνει μια μεγάλη σιδηροβιομηχανία, θέλει να κάνει το γιο του Σταύρο επιστήμονα, ενώ εκείνος, αναγνωρίζοντας τη σημασία της δουλειάς, θέλει να γίνει σιδεράς, σαν τον πατέρα του. Αυτό προκαλεί ρήξη στις σχέσεις γιου και πατέρα. Ο Σταύρος αποφασίζει να αφήσει το σπίτι του πατέρα του, του σκληρού και αυταρχικού, που δεν επιτρέπει σε κανέναν αντιλογίες, και να φύγει στο εξωτερικό. Ταξιδεύει στην Ευρώπη, γίνεται εργάτης σε φάμπρικες για να κερδίσει το ψωμί του, κυλιέται στη δυστυχία. «Κλείνω μέσα μου αυτή τη στιγμή τον πόνο όλων όσοι τυρανιούνται κάτου από τα σκληρά πατήματα εσάς των πλουσίων». Ωσπου μια μέρα λαμβάνει ένα γράμμα από τον πατέρα του που τον προσκαλούσε να ξαναγυρίσει στο σπίτι. Νόμιζε ότι έτσι θα έσωζε την υπόληψη του: «...άκουσα μέσα μου μια φωνή που μου έλεγε πως δεν έπρεπε το όνομά μου να σέρνεται στη φτωχολογιά των δρόμων από το παιδί μου. Για την κοινωνική μου υπόληψη δεν το ήθελα». Ο Σταύρος που πίστεψε ότι ο πατέρας του είχε μετανιώσει και ποτισμένος με καινούρια ιδανικά, δυναμωμένος από τη δυστυχία που γνώρισε, δέχεται να γυρίσει σπίτι του. Ο γερο - Φιντής τού προτείνει να πάρει αυτός τη διεύθυνση του εργοστασίου. Ο Σταύρος δέχεται, με τη συμφωνία να μειώσει τις ώρες εργασίας των εργατών, κάνοντας, με κάθε τρόπο, τη ζωή τους ανθρώπινη. Στο άκουσμα αυτών των σχεδίων, ο γερο - Φιντής γίνεται έξαλλος. Τι; Να τους ελαττώσει τις ώρες δουλειάς; Να λιγοστέψει τα κέρδη του; Αδύνατο να δεχτεί τέτοιες μεταβολές στις κανονισμένες συνθήκες δουλειάς του εργοστασίου. Στο επίκεντρο της συζήτησης πατέρα και γιου, έρχεται το επίκαιρο και σήμερα ερώτημα για τον εργάτη, ποιος είναι ο παραγωγός του πλούτου:
Ο Κώστας Χατζόπουλος. Σε εξάστηλη αναλυτική μελέτη του, σημειώνει: «Ο Ρήγας Γκόλφης παρουσιάζεται με αυτό το δράμα, ένας κοινωνικός απόστολος και το έργο του είναι η πρώτη σοσιαλιστική φωνή που ακούγεται στη ρωμαίικη τέχνη»
«- Σταύρος: ...σας κάνουνε να πλουτίζετε, έχουν όμως δικαίωμα σε μια στοιχειώδικη φιλανθρωπία από μέρος σας.
- Φιντής: Αυτοί με κάνουν και πλουτίζω; Αυτοί ή τα κεφάλαιά μου, τα μηχανήματά μου, η περιουσία μου...
- Σταύρος: Η περιουσία σας ...μεγάλωσε και θέριεψε... με το αίμα αυτωνών (σ.σ. των εργατών)... πόσοι από αυτούς φύγανε από το εργοστάσιό σας σακατεμένοι και χιλιοπαθιασμένοι, ενώ μπήκανε εκεί μέσα μ' όλη τη γεροσύνη και τη φωτιά της νιότης...».
Η ρήξη πατέρα και γιου αυτή τη φορά είναι οριστική. Ο Σταύρος βλέπει πως δεν υπάρχει θέση γι' αυτόν, πλέον, στο σπίτι. Ξαναφεύγει. Σε λίγο έρχεται η είδηση πως το εργοστάσιο τινάχτηκε στον αέρα, ύστερα από μια τρομερή έκρηξη των σάπιων καζανιών, που γι' αυτό τον κίνδυνο είχε προειδοποιηθεί ο γερο - Φιντής από το μηχανικό του και έπρεπε να τον περιμένει.
Οταν ο μηχανικός πήγε να του υπενθυμίσει ότι: «Εχω τόσον καιρό τώρα που σας παρακάλεσα να στείλετε να ξετάσατε τα καζάνια μας, και να τα αλλάξετε», είχε πάρει, ήδη από πριν, την απάντηση: «Οι μηχανές αυτές αντιπροσωπεύουνε παράδες πολλούς, κ' εσύ, κύριε μηχανικέ μου, καταφέρνεις ώστε οι μηχανές μου να κάθονται σχεδόν νεκρές». Στην προειδοποίηση του μηχανικού ότι υπάρχει «σοβαρός φόβος, κ. εργοστασιάρχη, για κάποιο δυστύχημα», απαντά: «Ξέρεις καλά πως δε συνηθίζω να ακούω ποτέ κανέναν από εσάς. Αν δεν τόκανα αυτό, εδώ και πολύν καιρό θα ήτανε κατεστραμένα τα οικονομικά μου».
Συντρίμμια η φάμπρικα, που προκάλεσε τον άγριο θάνατο πολλών εργατών. Το εργατικό ατύχημα ήταν αποτέλεσμα των σάπιων καζανιών, της άρνησης του εργοστασιάρχη για στοιχειώδη συντήρηση, γιατί έχει «κόστος» και ο οποίος, βέβαια, δεν μπορεί να ανεχτεί έστω και στο ελάχιστο μείωση του κέρδους του.
Η 2η σελίδα του «Νουμά», όπου δημοσιεύεται το πρώτο μέρος του «Γήταυρου». Με τη δημοσίευσή του «Στο Εργατικό Κέντρο του Βόλου γίνανε διαλέξεις για το νέο δράμα και διαβάστηκε τούτο μπροστά στους εργάτες και κατόπι πολλές φορές παίχτηκε από τη σκηνή εκεί, στην Αθήνα και σ' άλλα μέρη της Ελλάδας... σε θεατρικές παραστάσεις που δίνουν τα εργατικά σωματεία...» (Από τον πρόλογο της έκδοσής του το 1921)
Το άδικα χυμένο αίμα των εργατών ζητάει εκδίκηση. Οι εργάτες αντιλαμβάνονται ποιος είναι ο αίτιος της συμφοράς και όλοι μαζί κινούνται αλαλάζοντας κατά του σπιτιού του Φιντή. Ο λαός αυτός που πηγαίνει να πάρει την εκδίκησή του συμβολίζεται με το μυθικό θεριό, το Γήταυρο, που μουγκρίζει γυρίζοντας από χώρα σε χώρα. Το μούγκρισμα του Γήταυρου είναι η διαμαρτυρία του λαού, που αντιδρά στην εκμετάλλευση και στο τέλος θα νικήσει. «(...)αυτό γίνεται όταν μεγαλώνει το θεριό, όταν βάνει όλη τη δύναμή του, όλη τη λύσσα του. Και ύστερα γυρίζει από χώρα σε χώρα, και αλί! και τρισαλί! όπου ακουστεί το μούγκρισμά του». Το μούγκρισμά του φέρνει παντού την καταστροφή, μα, μαζί και τη χαρά και την ευτυχία σε εκείνους που θα το αγαπήσουνε και θα το καλοπιάσουνε (Το μούγκρισμα αυτό ακούγεται και σήμερα παντού. Προμήνυμα μιας καταστροφής που θα φέρει την καινούρια ζωή στους ανθρώπους). Ο Φιντής, φοβισμένος και εκμηδενισμένος, τρέμοντας για τη ζωή και την περιουσία του, ακούει το βουητό του λαού που όλο και ζυγώνει. Η κόρη του η Αννούλα, από το φόβο της, πέφτει νεκρή. Το έργο κλείνει με την τελευταία κραυγή της Αννούλας: «Ο γήταυρος, έρχεται ο γήταυρος».
Τα πρόσωπα του έργου
Ο γερο - Φιντής αντιπροσωπεύει την ανερχόμενη, τότε, αστική τάξη, που η ανάγκη για την αύξηση των κερδών της την κάνει να βλέπει τον εργάτη ως αναλώσιμο εξάρτημα, που όταν σκουριάζει ή καταστρέφεται (γερνά, αρρωσταίνει, σκοτώνεται) απλά αντικαθίσταται. Μέσα από την απαίτηση να σπουδάσει ο γιος του Σταύρος, εκφράζει την απαίτηση - ανάγκη της αστικής τάξης για εκσυγχρονισμένη Παιδεία, που θα τη βοηθήσει να δυναμώσει και να αυξήσει την κερδοφορία της: «Χρήματα για σένα μπορούσα να ξοδέψω όσα κι αν μου ζητούσες, αν ήθελες να σπουδάσεις, να γίνεις ένας επιστήμονας. Είχαμε ανάγκη ν' ανέβουμε πιο αψηλά στην κοινωνία απ' ό,τι είμαστε τώρα...». Ο σιδηροβιομήχανος Φιντής που τα καζάνια του σκότωσαν δεκάδες εργάτες, είναι ο πρόγονος του Λάτση, ο οποίος είναι ο παππούς του «Ακτορα».
Ο Σταύρος είναι ευαίσθητος νέος και ανθρωπιστής. Δεν αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Θέλει μόνο να την εκσυγχρονίσει. Το μπλέξιμο του ρομαντισμού και του ανθρωπισμού του με τη διατήρηση της κοινωνικής πραγματικότητας καταλήγει σε ένα νέο καπιταλιστή. Εναν καπιταλιστή που αντιδρά στον παλιό τρόπο εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, αρνείται τη βαρβαρότητα των παλιών καπιταλιστών, αντιλαμβάνεται ότι αυτή η βαρβαρότητα θα έχει ως αποτέλεσμα κοινωνικές συγκρούσεις, που θα μπορούσαν να αποφευχθούν. Ο Σταύρος εκπροσωπεί τον αστικό εκσυγχρονισμό, που θεωρεί ότι με την παραχώρηση μερικών δικαιωμάτων στους εργάτες θα επέλθει σε μόνιμη βάση η κοινωνική ειρήνη.
Μετά τη σύγκρουση με τον πατέρα του, ο Σταύρος φεύγει. Αν είχε άλλη συνείδηση, ίσως να έμενε για να αφυπνίσει και να βοηθήσει το λαό του. Τέλος, ο Σταύρος αντιπροσωπεύει, με ένα ρομαντισμό, την προσφορά της εργασίας στην κοινωνία: «Χρειαζόμαστε δουλειά, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, δουλειά που να μας μπάσει δύναμη και να μας φέρει την οικονομική προκοπή στη χώρα, που ρέβει σήμερα από τη στασιμότητα και τη σαπίλα. Να, ωραία φιλοδοξία, και, να, στάδιο για να ωφελήσει κανένας την κοινωνία, όχι του παρά και της επίδειξης, μα την κοινωνία της πείνας, που είναι και η πιο μεγάλη».
Η μικρή κόρη του Φιντή, η Αννούλα, που δεν μπορεί να αντέξει τη σκληρότητα του πατέρα της, είναι ένας τύπος παθολογικός. Προτιμά να ζει στα δέντρα, με τα πουλιά και τα λουλούδια. «Ο άρρωστος αυτός ρομαντισμός που μας ανεβάζει στα δέντρα, απομακρύνοντάς μας από τη γης, είναι η πιο καλύτερη υπηρεσία που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στους αστούς» (Κ. Παρορίτης). Η Αννούλα ζει στον κόσμο της. Είναι ένα από τα πολλά παιδιά των αστών, που ζουν με τα λεφτά των γονιών τους και που ποτέ δεν αναρωτήθηκαν πώς βγήκαν αυτά τα λεφτά. Αυτά τα παιδιά έχουν την εντύπωση πως όλα τα παιδιά του κόσμου ζουν όπως κι εκείνα, με νταντάδες και υπηρέτες. Κ έτσι η Αννούλα, με το θάνατο «ανακάλυψε» τον κόσμο.
Τέλος, η γιαγιά. Μια γριά που συμβολίζει το παλιό, το αγαθό σπίτι που έκρυβε κάποτε την ευτυχία.
Η συνέχεια
Ο «Γήταυρος», το πρώτο έργο της ελληνικής σοσιαλιστικής λογοτεχνίας, άνοιξε το δρόμο. Σοσιαλιστική λογοτεχνία, γιατί μπάζει στο προσκήνιο της Ιστορίας το εργατικό κίνημα, έστω και στην αυθόρμητη μορφή του (ξέσπασμα από ένα ατύχημα στο εργοστάσιο - εκεί δε χρειάζεται οργάνωση για να υπάρξει ξέσπασμα).
Η λογοτεχνία και ποίηση «μπολιάζονται» από το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και τις εργατικές κινητοποιήσεις που αρχίζουν να αναπτύσσονται. Πληθαίνουν τα λογοτεχνικά κείμενα που καταπιάνονται με τα βάσανα της εργατικής τάξης και της αγροτικής φτωχολογιάς. Είναι κείμενα γραμμένα είτε από εργάτες είτε από λογοτέχνες. Λογοτέχνες όχι από εκείνους που περίμεναν την άνοιξη για να τινάξουν την ανθισμένη αμυγδαλιά, ή από τους άλλους που περίμεναν το φθινόπωρο να θαυμάσουν το κίτρινο φύλο να πέφτει, ως το θαύμα της φύσης, αλλά από λογοτέχνες οι οποίοι αναδείκνυαν τις φυσικές και κοινωνικές νομοτέλειες, υπό την επίδραση της νέας για τα ελληνικά δεδομένα επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού. Λογοτέχνες, που, όταν ακόμα και ο Ξενόπουλος έγραφε γλυκανάλατα ερωτικά ρομάντζα για τον πόλεμο, εκείνοι προχωρούσαν σε ανοιχτή καταγγελία του πολέμου.
Λογοτέχνες, όπως οι Γκόλφης, Ταγκόπουλος, Καρθαίος, Παρορίτης, Θεοτόκης, Χατζόπουλος, Βουτυράςκλπ. Μα πάνω από όλους ο Κώστας Βάρναλης, που επηρεασμένος από την Οχτωβριανή Επανάσταση με «Το φως που καίει» γίνεται συνοδοιπόρος της εργατικής τάξης. Και, αργότερα, όταν κυριαρχούσε η γενιά του '30 με τους αστικούς έρωτες και τις μηχανορραφίες, κάποιοι ένιωθαν αδύναμοι και άβουλοι, κάποιοι άλλοι, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, εμπνεόμενοι από την Οχτωβριανή Επανάσταση και το μαρξισμό, πετούσαν στα μούτρα της κοινωνίας την καταγγελία τους για την κοινωνική αδικία και έμπαιναν μπροστάρηδες στους αγώνες του λαού.
Λογοτέχνες, οι οποίοι καλύπτονται από τα λόγια του Θέμου Κορνάρου: «Ξέρω πού πηγαίνω και τι θέλω. Βρήκα την πόρτα που φέρνει πέρα από τον κατάκλειστο κάμπο, και πάω να συναντήσω το Λαό που μάχεται, και να γίνω ένας από τους πρακτικογράφους των αγώνων του».
Οσο για τους εργάτες που και σήμερα αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα (ώρες εργασίας, εργατικά «ατυχήματα» κλπ.) δε ζητούν «αγάπη» και συμπόνοια, όπως ο γήταυρος. Επιδιώκουν την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας για να υλοποιήσουν τη δική τους ιστορική αποστολή: Την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

«Σφηκοφωλιά» διαπλοκής και αντιδραστικών πολιτικών



ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
«Σφηκοφωλιά» διαπλοκής και αντιδραστικών πολιτικών
Οικονομικά σκάνδαλα και απόψεις με έντονο ταξικό χαρακτήρα συνθέτουν το παζλ της διοικητικής αριστοκρατίας του «Ολυμπιακού Κινήματος»
Ιδιαίτερα... σκοτεινά και βρώμικα είναι τα μονοπάτια της συνεργασίας ΔΟΕ - πολυεθνικών
Ο αθλητισμός στο καπιταλιστικό σύστημα δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά ένα προϊόν προς πώληση με σκοπό το κέρδος κάποιων. Μακριά από τις πραγματικές αξίες της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα εμπόρευμα, ένα αντικείμενο εκμετάλλευσης από την αστική κοινωνία, είτε για υλικούς είτε για ηθικούς σκοπούς. Γι' αυτό άλλωστε το οικοδόμημα του αθλητισμού είναι κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες της κυρίαρχης τάξης αφήνοντας τα λαϊκά στρώματα σε ρόλο θεατή, με απώτερο σκοπό βέβαια και τη μετατροπή του σε απλό καταναλωτή. Ετσι, οτιδήποτε συνδέεται με το σύγχρονο επαγγελματικό εμπορευματοποιημένο αθλητισμό δε θα μπορούσε να είναι τίποτε διαφορετικό από μια ευκαιρία για πλουτισμό και απόκτηση υπερκέρδους. Σ' αυτό βέβαια πρωτεύοντα ρόλο παίζουν οι πολυεθνικές, οι χορηγοί και οι κάθε λογής επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στο χώρο και με βιτρίνα ένα αθλητικό γεγονός (παρα)γεμίζουν τις τσέπες τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, που πλέον έχουν εξελιχθεί στο μεγαλύτερο εμπορικό γεγονός παγκοσμίως.
Ελίτ... αντιδραστικών και φασιστικών πολιτικών
Ενα σημαντικό χαρακτηριστικό, που δείχνει τον ταξικό χαρακτήρα του αθλητισμού στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι η περίπτωση των διοικούντων του οικοδομήματος του «Ολυμπιακού Κινήματος», όπως είναι η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ), με ενέργειες που επιδρούν και στη διεθνή κοινωνική ζωή. Από τη γέννησή της, που συμπίπτει με την ιδέα της αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 1896, ιδρυτικά της μέλη υπήρξαν βαρόνοι, λόρδοι και λεγόμενοι ευγενείς της εποχής. Κάτι που συνεχίστηκε και αργότερα, όπου τη σύνθεσή της αποτελούσαν επιχειρηματίες, εφοπλιστές, σεΐχηδες, μαρκήσιοι κλπ. Αυτό μάλιστα οδήγησε τη ΔΟΕ στο να έχει συντηρητικές και αντιδραστικές τάσεις. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι πολλά μέλη κατηγορήθηκαν για φιλοφασιστικές θέσεις και σχέσεις με τους Ναζί κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου. Οπως επίσης και το γεγονός ότι μέχρι το 1932 μέλος της ΔΟΕ για τη Ρωσία ήταν ακόμα ο πρίγκιπας Ουροσόνοφ. 'Η ακόμη, η ανύπαρκτη αντίδρασή της στη διαμαρτυρία της ομοσπονδίας στίβου της ΕΣΣΔ για τους διαβόητους αγώνες στίβου το 1969, υπό την αιγίδα της αντίστοιχης ομοσπονδίας της ΟΔ Γερμανίας, όπου συμμετείχαν εκπρόσωποι ανύπαρκτων περιοχών όπως η Ανατολική Πρωσία, η Πομερανία, η Σιλεσία (!), ενώ στα διπλώματα των νικητών εμφανιζόταν ο χάρτης της Γερμανίας με τα σύνορα του 1937...
Γνωστός για τις φιλοφασιστικές του προτιμήσεις και υποστηρικτής του Ισπανού δικτάτορα Φράνκο ήταν ο επί χρόνια πρόεδρος της ΔΟΕ Χουάν Αντόνιο Σάμαρανγκ

Eurokinissi
Στα χρόνια ύπαρξής της η ΔΟΕ κατόρθωσε αρκετές φορές να επιβάλει μια αντιδραστική πολιτική στον αθλητισμό, καλυμμένη πίσω από τον «απολιτικό» μανδύα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της απαίτησης το 1963 να μην αποκαλείται η Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας με την πραγματική της ονομασία, αλλά ως Βόρεια Κορέα. Η ΔΟΕ ήταν που αφαίρεσε τα μετάλλια των δυο μαύρων Αμερικανών Ολυμπιονικών το 1968 όταν αυτοί διαμαρτυρήθηκαν για τη στάση της χώρας τους, των ΗΠΑ, απέναντι στους ομοφύλους τους. Η ΔΟΕ ήταν που «χαιρέτισε» τη δολοφονία 400 διαδηλωτών από τη μεξικανική κυβέρνηση παραμονή των Αγώνων. Που έδωσε τους Ολυμπιακούς του '36 στον Χίτλερ, όταν ήδη από το 1935 είχε επισημοποιηθεί η ρατσιστική ναζιστική νομοθεσία. Που επιβράβευσε τη σαραντάχρονη δικτατορία στην Κορέα αναθέτοντας τους Αγώνες του 1988 στη Σεούλ. Και που φυσικά είχε 20 χρόνια επικεφαλής (πλέον επίτιμο πρόεδρο) τον φασίστα Σάμαρανκ.
Αριστοκρατία της... διαπλοκής
Πέρα όμως από το θέμα της πολιτικής που εφάρμοσε όλα αυτά τα χρόνια η ΔΟΕ, εξίσου σκοτεινά είναι και τα μονοπάτια για το τι επικρατεί στους κόλπους της Ολυμπιακής Επιτροπής σχετικά με την οικονομική διαπλοκή. Με το πέρασμα του χρόνου, την αύξηση της εξουσίας και της επιρροής της, καθώς και την εμπλοκή τεραστίων οικονομικοεπιχειρηματικών και άλλων συμφερόντων, μετατράπηκε σε μια ανεξέλεγκτη κάστα διαπλοκής, τα χαρακτηριστικά της οποίας παραπέμπουν σε άλλα... συνδικάτα.. Ο Φιντέλ Κάστρο την έχει χαρακτηρίσει «μια μαφία μαρκησίων, κομήτων, δισεκατομμυριούχων και λευκών». Ενώ ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η δήλωση στον πρόλογο του βιβλίου των βρετανών δημοσιογράφων Σίμπσον - Τζένιγκς («Τα αφεντικά των Ολυμπιακών Αγώνων»), για τα πεπραγμένα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής: «Με έκπληξή μας διαπιστώσαμε ότι ήταν η πιο δύσκολη έρευνα που είχαμε αναλάβει ποτέ, παρ' όλο που είχαμε ήδη ασχοληθεί με άλλες σκοτεινές υποθέσεις του δημοσίου βίου, όπως με τη Μαφία, την υπόθεση Ιράν - Κόντρας, την τρομοκρατία, τη διαφθορά στη Σκότλαντ Γιαρντ. Ο κόσμος των ερασιτεχνικών Ολυμπιακών Αγώνων αποδείχτηκε ακόμα πιο αδιαπέραστος. Ποτέ πριν δεν αντιμετωπίσαμε τόσο μεγάλες δυσκολίες να πάρουμε συνεντεύξεις, έγγραφα και πρωτότυπα στοιχεία».

Οσο μάλιστα αυξάνεται η εμπορευματοποίηση των Αγώνων και γίνονται βορά σε επιχειρηματικά και άλλα συμφέροντα, τόσο περισσότερο επιβάλλεται η λογική της κάστας και τα στελέχη της ΔΟΕ εκτραχύνονται. Μετατρέπονται σε στυγνούς εμπόρους που ζουν με διαπλοκές και σκάνδαλα. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα είδαν το φως της δημοσιότητας αρκετές περιπτώσεις χρηματισμού πρωτοκλασάτων παραγόντων της Επιτροπής, προκειμένου να εξυπηρετήσουν διάφορα συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι με την ανοχή της ΔΟΕ επιτρέπεται ο κρυφός πόλεμος των υποψηφίων πόλεων, για να αναλάβουν τη διοργάνωση των Αγώνων, πριν από την επίσημη ψηφοφορία. Οπως έγινε στην περίπτωση του καταδικασθέντος πρώην αντιπρόεδρου της ΔΟΕ, Νοτιοκορεάτη Κιμ Ουν Γιονγκ, που εκτός του ότι «λαδωνόταν» ήταν και καταχραστής. Πριν από αυτόν είχαν ήδη εντοπιστεί άλλα 12 μέλη της ΔΟΕ που τα «πιάσανε» (περί το 1 εκατ. δολάρια) για να πάνε οι χειμερινοί Ολυμπιακοί στο Σολτ Λέικ Σίτι.
Επίσης αίσθηση είχε κάνει πριν δυο χρόνια το ρεπορτάζ το αγγλικού δικτύου BBC που αποκάλυπτε ότι μέλη της ΔΟΕ και ατζέντηδες των Αγώνων διαπραγματεύονταν την ψήφο τους για να ψηφίσουν υπέρ του Λονδίνου για την ανάληψη των Ολυμπιακών του 2012. Εξίσου σκοτεινά μονοπάτια υπάρχουν και στον ανελέητο επιχειρηματικό πόλεμο που διεξάγεται γύρω από τη ΔΟΕ από τις εταιρείες, προκειμένου να πάρουν τον τίτλο του χορηγού - είτε της Επιτροπής είτε των διοργανώσεων.

Η Ιστορία απομυθοποιημένη


Η Ιστορία απομυθοποιημένη
Λύσανδρου Παπανικολάου: «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ» εκδόσεις «Καστανιώτης»
Υπάρχει άραγε μια καθημερινή Ιστορία του Εικοσιένα; Το βιβλίο αυτό, θα πει ο συγγραφέας του, δεν αναφέρεται στην καθημερινή Ιστορία του '21 με την έννοια της καθημερινής πείρας, για την οποία ο Αριστοτέλης μάς έλεγε ότι «τα φαινόμενα απατούν» και ο Μαρξ μας προειδοποιούσε ότι «αν τα πράγματα ήταν μόνο αυτό που δείχνουν, τι θα χρειαζόταν η επιστήμη;», κάνοντας την Ιστορία επιστήμη. Την καθημερινή αυτή Ιστορία μπορεί να την αντιληφθούμε μέσα από τον επιστημονικό φακό της αντικειμενικότητας σαν απομυθοποίηση των ιστορικών γεγονότων. Μακριά από στατική περιγραφή της καθημερινής ζωής στο Εικοσιένα, το βιβλίο αυτό του Λύσανδρου Παπανικολάου αποτελεί «μια εξιστόρηση των μεταβολών που προκάλεσε στην καθημερινή ζωή η Ελληνική Επανάσταση». (σελ. 18)
Ο συγγραφέας αναμετριέται με τις καθιερωμένες - και συχνά μυθοποιημένες - βεβαιότητες βάζοντας στο πεδίο αυτής της μάχης με τη στρεβλωμένη ιστοριογραφία μια πειστική, διεισδυτική επιχειρηματολογία θέλοντας να υπηρετήσει τη «σκληρή θεότητα» Ιστορία, που δε χαρίζει κάστανα και αγαπάει να κρύβεται («κρύπτεσθαι φιλεί»). Μπορεί να έχει γίνει κοινός τόπος, ότι το κρυφό σχολειό και ο Ευαγγελισμός της Αγίας Λαύρας είναι σχολικοί μύθοι, αλλά πολύ πιο σύνθετο πρόβλημα, σύμφωνα με το συγγραφέα, αποτελεί η Φιλική Εταιρεία και ο Ρήγας Βελεστινλής, που την πρώτη θεωρεί «ρομαντικά εξαγνισμένη» και το δεύτερο «υπερφυσικά αγιοποιημένο». Ο εθνικός ποιητής Σολωμός έλεγε πάντως, ότι «Το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές». Και ο Π. Καρολίδης, ο δεύτερος μετά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο «εθνικός ιστορικός» έγραφε, ότι η Ιστορία «δεν είναι στάδιον επιδείξεως φιλοπατρίας και διαχύσεως και εκχύσεως πατριωτικών αισθημάτων».
Το κλειδί, λοιπόν, της καθημερινής αυτής Ιστορίας, σύμφωνα με τον Λύσανδρο Παπανικολάου - και το τεκμηριώνει ακριβολογημένα - ο βαθύτερος πυρήνας του Εικοσιένα, είναι ο εσωτερικός αγώνας, ο εμφύλιος πόλεμος, που είναι η πεμπτουσία κάθε επανάστασης.
Η εξολόθρευση των θρησκευτικών μειονοτήτων της κυρίως Ελλάδας, της Ελλάδας νότια του Σπερχειού, ασφαλώς δεν εξυπηρέτησε τη δημιουργία του ενιαίου ανεξάρτητου εθνικού κράτους, αλλά την κατάτμηση της επαναστατημένης Ελλάδας σε χριστιανικά πασαλίκια, δηλαδή αυτόνομες ηγεμονίες υποτελείς στο σουλτάνο, που δεν επιτρεπόταν τέτοιες να διαθέτουν μουσουλμανικό στοιχείο, διαβάζουμε στο βιβλίο. Γιατί σε μια εποχή που η οθωμανική αυτοκρατορία διατηρούσε ακόμα τον αρχέγονο ιεροπολεμικό χαρακτήρα της, καμιά περιφέρεια του οθωμανικού κράτους δεν μπορούσε να αυτονομηθεί όσο περιείχε και το παραμικρό ποσοστό μουσουλμάνων κατοίκων. Η ελληνική «αποστασία», η αποσχιστική εξέγερση άναψε από αντίδραση στις μεταρρυθμίσεις των σουλτάνων, που εκείνη την εποχή έτειναν να μετατρέψουν την οθωμανική αυτοκρατορία σε κοσμικό συγκεντρωτικό κράτος.
Το ζητούμενο, λοιπόν, της Ελληνικής Επανάστασης, συνεχίζει ο συγγραφέας το σκεπτικό του, δεν ήταν ένας τοπικιστικός κατακερματισμός, αλλά ο εθνικός συγκεντρωτισμός, δηλαδή το αστικό εθνικό κράτος. Επομένως, καταλήγει, η επανάσταση δεν μπορούσε να διεξαγάγει ως το τέλος με την απαιτούμενη αποφασιστικότητα τον αγώνα εναντίον των άσπονδων εχθρών της «αστικής ενότητας του έθνους».
Το ελληνικό κράτος ποτέ δεν υπήρξε γνήσια εθνικό, διότι ένα εθνικό κράτος δεν μπορεί παρά να είναι κοσμικό, αλλά πώς να είναι κοσμικό ένα κράτος που δεν έχει χωριστεί από την εκκλησία; Ούτε η αστικοποίηση της γαιοκτησίας σαν οικονομικό θεμέλιο του έθνους - κράτους δεν έγινε για λόγους, που ο συγγραφέας αναπτύσσει εκτενώς στο βιβλίο του αυτό. Οι επιστημονικά θεμελιωμένες απόψεις του ρίχνουν το γάντι στους ιστορικούς, να μπουν σε μια επιτέλους ειλικρινή και αντικειμενική συζήτηση για τα δρώμενα του 1821 και αποτελεί κάλεσμα στους αναγνώστες να διαβάσουν την Ιστορία χωρίς φόβο και πάθος και να καταλάβουν τις ιστορικές ρίζες των σημερινών δεινών της χώρας τους.

Α. Ι.


ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ
«Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ»
Ποίηση: Νίκου Καββαδία. Ερμηνεύουν: Γιάννης Κούτρας, Αιμιλία Σαρρή, Βασίλης Παπακωνσταντίνου
1. kuro siwo (Πούσι)
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ιντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε, με το πρώτο.
Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα.
Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες το μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι;».
Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Κατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.
Η λαμαρίνα!... η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ' το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.
* * *
«Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 1956. Απόγεμα ο Μαραμπού ξαφνικά. Επιασε εδώ το καράβι του. Ερχεται από την Αυστραλία. Φοράει μια μαβιά φανέλα ως τον λαιμό. Δεν έχει ρούχα, παρά τα καλοκαιρινά του, λέει. Αυτός είναι ταξιδιώτης στ' αλήθεια. Μιλάει για τα νησιά Κόκο, κάτοικοι λιγότερο από 100, όπου άραξαν για να νοσηλέψουν ένα θερμαστή που τον χτύπησε στο χέρι μια σταγόνα μαζούτ (μια μικρή σταγόνα, λέει, τινάζεται με τόση πίεση που μπορεί να σου κόψουν το χέρι). Είναι ένα αξεδιάλυτο μείγμα μύθου και αλήθειας αυτός ο άνθρωπος, καθώς μιλά ψευδίζοντας ή μ' εκείνο το συρτό τόνο απαγγελίας».
Ο Νίκος Καββαδίας
Γιώργος Σεφέρης

«Bread and Roses»
Τα Τριαντάφυλλα που δεν άνθησαν ακόμα
Το 1912 ο James Oppenheim (1882 - 1932) Αμερικανός ποιητής, συντάκτης και ιδρυτής του «Οι επτά τέχνες», ένα σημαντικό πρόωρο αμερικανικό λογοτεχνικό περιοδικό του εικοστού αιώνα, επηρεασμένος από τη μεγάλη «απεργία των ρούχων» που κήρυξαν οι γυναίκες εργάτριες στη βιομηχανία κατασκευής έτοιμων ενδυμάτων στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, το Μάρτη του 1912 και είχε ως βασικό αίτημα την αύξηση του μεροκάματου (ψωμί) και τη βελτίωση των συνθηκών της δουλειάς τους (τριαντάφυλλα) έγραψε το ποίημα «Bread and Roses» όπου δημοσιεύτηκε σε ένα αμερικανικό περιοδικό και ήταν αφιερωμένο στις «γυναίκες της Δύσης».
Βαδίζοντας στη διαδήλωση - είναι όμορφη η μέρα
Για τους ανθρώπους που μας ακούν να απαιτούμε: Ψωμί και τριαντάφυλλα! Ψωμί και τριαντάφυλλα!
Τα σκοτεινά μαγεριά, οι γκρίζες αποθήκες των κλωστοϋφαντουργείων,
Λούζονται με τη λάμψη ενός αναπάντεχα ανατέλλοντος ήλιου.
Βαδίζοντας στη διαδήλωση, παλεύουμε και για τους άντρες εργάτες,
Γιατί τους γέννησαν γυναίκες, και μεις γινόμαστε τώρα οι μάνες τους.
Ποτέ πια οι ζωές μας ένας μόχθος, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο,
Οι καρδιές μαραίνονται το ίδιο όπως και το κορμί, ανάγκη το ψωμί, ανάγκη τα τριαντάφυλλα,
Βαδίζοντας στη διαδήλωση, τα συνθήματα μας,
Αιώνια κραυγή αγωνίας αναρίθμητων νεκρών γυναικών για ψωμί,
Γιατί δούλες αυτές λίγη ομορφιά κι αγάπη γνώρισαν.
Ναι, παλεύουμε για το ψωμί, μα παλεύουμε και για τριαντάφυλλα.
Βαδίζοντας στη διαδήλωση, φέρνουμε τις υπέροχες ημέρες,
Ο ξεσηκωμός μας, ξεσηκωμός του Ανθρώπου.
Ποτέ πια σκλάβοι και αφέντες, ποτέ πια οι πολλοί να ταΐζουν τον ένα,
Ολοι να απολαμβάνουμε τα αγαθά της ζωής: Ψωμί και τριαντάφυλλα, ψωμί και τριαντάφυλλα.
Ποτέ πια οι ζωές μας ένας μόχθος, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατο,
Οι καρδιές μαραίνονται το ίδιο όπως και το κορμί, ψωμί και τριαντάφυλλα, ψωμί και τριαντάφυλλα.*
James Oppenheim 1912
Η ταινία
«Bread and Roses» είναι μια ταινία εμπνευσμένη από το ομώνυμο ποίημα, από τον στρατευμένο Βρετανό σκηνοθέτη, Κεν Λόουτς, αφιερωμένη στις σύγχρονες εργάτριες στη χώρα των «ίσων ευκαιριών», τις ΗΠΑ. Η αφήγησή του περιγράφει αλήθειες που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από κανένα. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική ειρήνη, μας λέει μέσα από τα πανό των διαδηλωτών, αν δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Και δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν ενωθεί η εργατική τάξη.
Η Μάγια, μια νεαρή Μεξικανή λαθρομετανάστης, καταφέρνει να γλιτώσει από τα νύχια των λαθρεμπόρων, που την περνάνε παράνομα από τα αμερικάνικα σύνορα προκειμένου να εργαστεί μαζί με τη μεγαλύτερη αδελφή της, τη Ρόζα, καθαρίστρια σε ένα κεντρικό κτίριο γραφείων του Λος Αντζελες, όπου βρίσκονται εγκαταστημένοι μερικοί από τους ισχυρότερους κεφαλαιοκράτες της πόλης. Οι συνάδελφοί της χωρίς καμιά ταξική συνείδηση, θύματα εκμετάλλευσης των εργοδοτών τους, μισθοί της πείνας, ανύπαρκτη περίθαλψη και η απόλυση να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους. Ο Σαμ Σαπίρο εισβάλλει δυναμικά στη ζωή της Μάγια και της Ρόζα και των εργατριών, τις προκαλεί να αγωνιστούν για την επαγγελματική τους αξιοπρέπεια, για το δικαίωμα να συγκροτηθεί μια συνδικαλιστική οργάνωση. Ο Σαμ έλκεται από το ελεύθερο πνεύμα της Μάγια, εκείνη παρασύρεται από τους επαναστατικούς στόχους του.
Με τη βοήθειά του, οι εργάτριες οργανώνουν διαμαρτυρία, την ώρα που οι κεφαλαιοκράτες εργοδότες τους δεν το περιμένουν. Καταφέρνουν να κάνουν τα αιτήματά τους γνωστά στην κοινή γνώμη. Ο προσωπάρχης απολύει τους πρωτεργάτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και η Μάγια. Και ενώ ο αγώνας κλιμακώνεται η ασφυξία πνίγει τους απολυμένους εργάτες. Ο φλογερός, γεμάτος ιδανικά νεαρός, που οργανώνει το κίνημα των εργατών, όσο και αν προσπαθεί, δεν μπορεί να βιώσει τα συναισθήματά τους, ούτε να ταυτιστεί με τα προβλήματά τους και την αντίληψή τους για τη ζωή.
«Ψωμί και τριαντάφυλλα», λοιπόν γιατί μετά από 96 χρόνια από τη συγγραφή του ποιήματος, ούτε στο τραπέζι μας είναι μπόλικο το ψωμί, ούτε τις μέρες μας ομορφαίνουν τα Τριαντάφυλλα.
Ηθοποιοί: ΑΝΤΡΙΕΝ ΜΠΡΟΝΤΙ, ΕΛΠΙΝΤΙΑ ΚΑΡΙΓΙΟ, ΠΙΛΑΡ ΠΑΝΤΙΓΙΑ

«Πλάστρα φωτιά» του αύριο, όχι κεριού φλογίτσα


«Πλάστρα φωτιά» του αύριο, όχι κεριού φλογίτσα
Kuzma Petrov -Vodkin, «Το μπάνιο του κόκκινου αλόγου», 1912, λάδι σε καμβά
«Βρήκα σπίθες, όχι πυρκαγιές, άκουσα μπαλάντες, όχι σαλπίσματα, είδα καθρέφτες, όχι προβολείς, ένιωσα ανάσες, όχι τα τραντάγματα μιας θύελλας» ήταν η πρώτη απάντηση που έδωσα στο φίλο που με ρώτησε «τι λέω» για τη «σύγχρονη ποίηση».
Αυτή η πρώτη απάντηση ενός «αναγνώστη» εμπεριέχει μια διαπίστωση και ένα «αίτημα» στους ποιητές του καιρού μας, περιβεβλημένα, κατ' αρχήν, με την πεποίθηση ότι τα πράγματα δεν είναι «άσπρο - μαύρο», αλλά και με την οφειλόμενη απόδοση τιμής στους ανθρώπους που έχουν το θάρρος να «αποτυπώνουν στο χαρτί» τις πιο μύχιες σκέψεις τους.
Ενα πρόσωπο «αποτυπώνεται στο χαρτί» και ιδού το πρώτο μεγάλο θέμα που ανακύπτει: Πώς το κάνει αυτό;
Πρώτο μείζον ζήτημα, λοιπόν, είναι εκείνο της αισθητικής. Το ποίημα, ως ανώτερη μορφή γραφής, πρέπει να δονεί τον αναγνώστη, να του δημιουργεί ένα αίσθημα μέθεξης, μέσω δηλαδή της ανάπτυξης ανώτερων σκέψεων και βαθιών συναισθημάτων, διαλεκτικά δεμένων, να τον οδηγεί σε μια «ενόραση» όλης του της ζωής και της ύπαρξης με «όχημα» έστω και μια λέξη του.
Με εκκίνηση το προσωπικό βίωμά του, ένας ποιητής μπορεί να μας «μιλήσει» για ένα θέμα που άγγιξε τον ίδιο: Ο έρωτας, ο θάνατος, ο αγώνας. Μπορεί μέσα από τις γραμμές του ποιήματος να δονήσει τον αναγνώστη του έτσι ώστε αυτός μέσα στο ποίημα να αναγνωρίζει τον εαυτό του;
Μπορεί η εσωτερική αυτή δόνηση, εκτός από αισθητική απόλαυση να αποτελέσει και εφαλτήριο περαιτέρω ανάβασης του αναγνώστη στα δύσκολα, αλλά ωραία μονοπάτια της πνευματικής δημιουργίας.
Η συγκίνηση ενός ωραίου κειμένου, που δωρίζει ο ποιητής στον αναγνώστη, «επιστρέφει» στον ίδιο, μέσα από τη «ματιά» και τη σκέψη ενός οξύνου αναγνώστη με πιο ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες και μεγαλύτερες απαιτήσεις ακόμα πιο αναβαθμισμένης πνευματικής δημιουργίας.
Τα «υλικά» που χρησιμοποιεί ένας ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά λέξεις και εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο ζήτημα αισθητικής το οποίο συνίσταται στο πώςχρησιμοποιεί τις λέξεις ο δημιουργός, αλλά και ποιες λέξεις χρησιμοποιεί.
Το ζήτημα είναι τεράστιο διότι πραγματεύεται το θέμα της γλώσσας η οποία εξελίσσεται συνεχώς, ενώ ειδικά για την ελληνική γλώσσα υπάρχουν και άλλες παράμετροι που πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη.
Η πορεία της ελληνικής γλώσσας, διαμέσου των αιώνων, σημαδεύτηκε από το χάσμα μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας. Το χάσμα ήταν ακόμα βαθύτερο διότι στην περίπτωση της καθαρεύουσας μιλάμε εν πολλοίς για έναν κατασκευασμένο τύπο γλώσσας.
Η ιστορική ανασκόπηση του ζητήματος θα μας οδηγούσε πολύ μακριά, εκείνο, όμως, που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι η εξέλιξη της γλώσσας επιτρέπει την ανανέωση αυτού του θεμελιώδους κώδικα επικοινωνίας και καθρέφτη της σκέψης, έτσι ώστε αυτός κάθε φορά να είναι προϊόν, αλλά και εκφραστής των αναγκών της συνεχώς εξελισσόμενης πραγματικότητας.
Η εξέλιξη της γλώσσας, όμως, δε συνίσταται απλώς στην «τεχνική» εξέλιξη ενός κώδικα επικοινωνίας και της συντακτικής δομής του. Η εξέλιξη της γλώσσας αποτελεί ζήτημα βαθύτατα κοινωνικό και ταξικό, διότι αυτή λειτουργεί και ως καθρέφτης της σκέψης, αλλά και ως σηματοδότης εννοιών. Στις συνθήκες της ολοένα και εντεινόμενης καπιταλιστικής βαρβαρότητας και αχαλίνωτης ιμπεριαλιστικής επίθεσης εναντίον της ανθρωπότητας, πλέον, η γλώσσα αποτελεί ένα από τα πρώτα θύματα των δολοφονικών επιθέσεων. Αλλοιώνοντας τις λέξεις και το περιεχόμενό τους, οι απολογητές των ιμπεριαλιστικών εγκλημάτων αποσκοπούν στη μαζική χειραγώγηση των συνειδήσεων. Και τούτο με διττό σκοπό: Αφ' ενός μεν οι λαοί να «συνηθίσουν» στη φρίκη, αφ' ετέρου δε να «ξεχάσουν» όλες τις παραδόσεις και το πνεύμα αντίστασης. Ετσι οι δολοφονίες γυναικόπαιδων ονομάζονται «παράπλευρες απώλειες», αλλά και η νικηφόρα αντίσταση τον Οκτώβρη του '40 «άπωση» του εχθρού.
Με όλα αυτά θέλουμε να δείξουμε πως δεν υπάρχουν «σύνορα» μεταξύ διαφόρων «εποχών» στη γλωσσική και συντακτική έκφραση. Αντίθετα, οι φιλολογικοί, αλλά και πολιτικοί εκπρόσωποι των κοινωνικών τάξεων έχουν στην εποπτεία τους όλο το γλωσσικό υλικό έτσι όπως έχει διαμορφωθεί ανά τους αιώνες και το χρησιμοποιούν ανάλογα με το τι θέλουν να εκφράσουν.
Και ο ποιητής; Κατ' αρχήν και εδώ δεν υπάρχουν ή δεν πρέπει να υπάρχουν «σύνορα», υπό την αίρεση, πάντοτε, ότι δε μιλάμε για «κατασκευασμένες λέξεις» ή περίεργες, ψεύτικες, δήθεν «ποιητικές» εκφράσεις. Ο ποιητής πρέπει να διαλέγει τα εκφραστικά του μέσα, έτσι ώστε να διατυπώνει με ενάργεια τα νοήματά του. Ως δημιουργός, αν είναι αληθινός, δεν επιτρέπει στον εαυτό του παραχωρήσεις στην «κοινή γνώμη» και αυτό δε συνιστά αριστοκρατική αντίληψη, αλλά απόλυτη εμπιστοσύνη στο λαϊκό κριτήριο. Τίποτα το αληθινό δε χάνεται, τίποτα το αληθινό δεν είναι «ακαταλαβίστικο». Κι αν ρωτήσει κανείς ποιο είναι το «αληθινό» κατ' αρχήν από αισθητική άποψη, η απάντηση είναι «εκείνο που δεν μπορείς να του αφαιρέσεις ή να του αντικαταστήσεις καμία λέξη».
«Οσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται/ζυγόν δουλείας ας έχωσι»: Ποίηση αληθινή, ποίηση «χθεσινή», «τωρινή» και «αυριανή», νοήματα που αγγίζουν τις ψυχές των ανθρώπων διαχρονικά, ποίηση που μετατρέπει τους διαχωρισμούς των ποιητικών «γενιών» σε πολύ χρήσιμα, ίσως, πλην διεκπεραιωτικά εργαλεία.
Στη χρήση, όμως, των ποιητικών μέσων ο ποιητής, εκτός από την αισθητική πλευρά, έρχεται αντιμέτωπος και με τα αιτήματα της εποχής του. Το προικισμένο με δημιουργική ικανότητα ξεχωριστό πρόσωπο «επιστρέφει» στην κοινωνία και είναι αντιμέτωπος με τις «εντολές» της εποχής του. Δεχόμενοι ότι ο άνθρωπος δεν αποτελεί μια ξεχωριστή νησίδα, αλλά είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, οφείλουμε να πούμε πως ο ποιητής πρέπει να τοποθετηθεί απέναντι στα αιτήματα της εποχής του διαλέγοντας έναν από τους δύο δρόμους: Σήμερα ή θα ταχθεί, τελικά, με το μέρος της ιστορικής αναγκαιότητας που λέγεται σοσιαλιστική επανάσταση εγγράφοντας το όνομά του στις δέλτους της Ιστορίας ή θα αποτελέσει ένα ακόμα όνομα στις καρτέλες μιας δημόσιας βιβλιοθήκης.
Κατά τη γνώμη μας, η απάντηση στο βασικό αυτό ζήτημα είναι και ένα από τα ουσιωδέστερα κριτήρια κατάταξης της ποίησης, γιατί η δουλεμένη με μεράκι και αισθητική αποτύπωση της τοποθέτησης του ποιητή με τη μεριά της Επανάστασης - όπως, βεβαίως, το περιεχόμενό της διατυπωνόταν ανάλογα με την ιστορική συγκυρία - οδήγησε στη διαχρονική γραφή της ποίησης «μεγάλης πνοής». Η ποιητική γραφή με φουσκωμένα τα πανιά της από τον δημιουργικό άνεμο της ανατροπής της καθεστηκυΐας τάξης εμβάπτιζε όλα τα ανθρώπινα αισθήματα στην αύρα του ανθρώπου που, μέρος ενός συνειδητού συνόλου, κινούσε την Ιστορία μπροστά.
Η μελέτη της ιστορίας αποδεικνύει ότι όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί υποχρεώθηκαν να «απαντήσουν» στα αντίστοιχα αιτήματα της εποχής τους και πάντα στα χείλη κάθε τίμιου ανθρώπου μένει η γεύση της στάχτης όταν βλέπει πως λαμπρά ταλέντα και χαρισματικοί δημιουργοί έκαψαν τα φτερά τους τασσόμενοι σε ορισμένες περιπτώσεις με τη βαρβαρότητα.
Η τοποθέτηση του ποιητή στα ιστορικά αιτήματα της εποχής του αποτελεί επιπλέον και πρόκριμα για τα εκφραστικά μέσα που θα χρησιμοποιήσει. Ιδού λοιπόν πώς η αισθητική και η πολιτική - με την ουσιωδέστερη έννοια του όρου - «συναντώνται». Η ιστορία θα «υποδείξει» στον ποιητή τα εκφραστικά του μέσα, η ανάγκη να «μιλήσει» ο αγώνας θα του «υποδείξει» τις λέξεις.
«Βρήκα σπίθες, όχι πυρκαγιές, άκουσα μπαλάντες, όχι σαλπίσματα, είδα καθρέφτες, όχι προβολείς, ένιωσα ανάσες, όχι τα τραντάγματα μιας θύελλας» ήταν η πρώτη απάντηση που έδωσα στο φίλο που με ρώτησε «τι λέω» για την ποίηση του καιρού μας. Με είχε ρωτήσει για τη σύγχρονη. Του έδειξα το μπράτσο ενός «αναγνώστη» που πάνω του είναι χαραγμένη η ποίηση «μεγάλης πνοής» με τα πανιά φουσκωμένα από τις θύελλες της εποχής της. Οσο για του «καιρού μας», του έδειξα τα γυμνά χέρια χιλιάδων ανθρώπων που διψάνε να κρατήσουν ένα «ποίημα-σπαθί», γιατί «ο καιρός μας» είναι η στιγμή για «να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση».

Γιώργος Μηλιώνης

«Για 5 Ελληνες εφοπλιστές



Γρηγοριάδης Κώστας
«Για 5 Ελληνες εφοπλιστές δουλεύει η κορεατική ναυπηγική βιομηχανία», αναφωνεί έμπλεα πατριωτισμού και εθνικής υπερηφάνειας γνωστή οικονομική ιστοσελίδα («capital»), σπεύδοντας να παραθέσει και τα αδιάσειστα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τον παραπάνω τίτλο. Οπως αναφέρει, στα ναυπηγεία της Νότιας Κορέας «τη στιγμή αυτή κατασκευάζονται ή πρόκειται να κατασκευαστούν 31 ποντοπόρα δεξαμενόπλοια μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου ή liquefied natural gas carriers (LNGC)». Τα δεξαμενόπλοια αυτά, των οποίων η αξία του καθενός εξ αυτών ανέρχεται στα 205 εκατομμύρια δολάρια, αποτελούν τον πιο «καυτό» κλάδο των ναυλαγορών καθώς η μεγάλη ζήτηση για φυσικό αέριο και ο μικρός αριθμός του παγκόσμιου στόλου συντηρούν τα επίπεδα των ημερήσιων ναύλων κοντά στα 150.000 δολάρια. Αναφέρεται ακόμα ότι «τα 31 πλοία LNGC που έχουν παραγγελθεί στη Νότια Κορέα ανήκουν στους Ελληνες εφοπλιστές Γ. Αγγελικούση, Γ. Προκοπίου, Π. Λιβανό, Γ. Οικονόμου και Μαρτίνο». Συνεχίζοντας στον ίδιο πατριωτικό τόνο το ρεπορτάζ αποφαίνεται ότι «η ψυχορραγούσα ελληνική ναυπηγική βιομηχανία ποτέ δεν μπορούσε να κατασκευάσει τόσο σύνθετα τεχνολογικά πλοία για τη ναυπήγηση των οποίων απαιτείται μεγάλη τεχνογνωσία». Βέβαια παρακάτω ομολογεί ότι «εξακολουθεί να υπάρχει κάποια ζήτηση για ελληνικά χέρια εξαιτίας της υψηλής τεχνογνωσίας και ποιοτικής δουλειάς που μπορούν να κάνουν»(!), αλλά το ...πρόβλημα είναι «οι συνεχείς απεργίες που τα συνδικάτα επιβάλλουν»... Την «οπτική γωνία» και τα συμφέροντα των εφοπλιστών φυσικά εκφράζει, αλλά οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να υιοθετήσουν τη θέση τους «φτηνά μεροκάματα μήπως έρθει δουλειά», γιατί όπως εύστοχα επισήμανε η ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Αλ. Παπαρήγα, μιλώντας τη Δευτέρα στους εργάτες της Ζώνης, «ούτε δουλειά θα 'ρθει, ούτε τα μεροκάματα θα μεγαλώσουν». Η διέξοδος βρίσκεται στην κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων από μια λαϊκή εξουσία που θα οργανώσει την οικονομία με γνώμονα τις σύγχρονες ανάγκες του λαού.

Πελώρια ψέματα, συνειδητά και ξεδιάντροπα


Ολα για την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου
Πελώρια ψέματα, συνειδητά και ξεδιάντροπα, λένε τα στελέχη της ΝΔ προκειμένου να παραπλανήσουν ορισμένα τμήματα των λαϊκών στρωμάτων και να υφαρπάξουν την ψήφο τους. Εχουν φτάσει στο σημείο να διαβεβαιώνουν, με ύφος που δε σηκώνει αντιρρήσεις, πως μια αυτοδύναμη κυβέρνηση της ΝΔ δε θα «πειράξει» άλλο τους μισθούς και τις συντάξεις επειδή τάχα θα υλοποιήσει πλήρως το πακέτο των «διαρθρωτικών αλλαγών». Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση που έδωσε ο εκπρόσωπος Τύπου Γ. Μιχελάκης όταν ρωτήθηκε χτες (στο «Σκάι») αν μπορεί να διαβεβαιώσει το λαό ότι δε θα υπάρξει περαιτέρω μείωση των μισθών, των συντάξεων. «Αν πάει καλά το πρόγραμμα (σ.σ. των διαρθρωτικών αλλαγών) και πετύχει, δεν υπάρχει ανάγκη να κάνεις τίποτα άλλο», δήλωσε ανερυθρίαστα ο εκπρόσωπος της ΝΔ, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τα νέα μέτρα ύψους 11,5 δισ. ευρώ αφορούν την «κρατική σπατάλη». Προφανώς ο εκπρόσωπος θεωρεί «σπατάλη» τις συντάξεις, τα κοινωνικά επιδόματα, τους μισθούς και τις θέσεις εργασίας στο Δημόσιο, τις χρηματοδοτήσεις στα νοσοκομεία και τα ασφαλιστικά ταμεία, γιατί αυτά και μόνο αυτά αφορούν τα νέα μέτρα. Φυσικά και γνωρίζουν πολύ καλά ότι σύμφωνα με τον επιμερισμό που ήδη έχει γίνει από την κυβέρνηση του μαύρου μετώπου και την τρόικα, 4,2 δισ. ευρώ θα «εξοικονομηθούν» από τη νέα σφαγή των συντάξεων, 4,2 δισ. από τα κοινωνικά επιδόματα και 2,1 δισ. από τις απολύσεις 150.000 δημοσίων υπαλλήλων μέχρι το 2014. Ταυτόχρονα θα κατρακυλήσουν στα όρια της πείνας και της εξαθλίωσης οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα μέσω των ατομικών συμβάσεων, ενώ θα εντείνεται και η φοροληστεία των λαϊκών στρωμάτων, παρά τις κάλπικες διαβεβαιώσεις της ηγεσίας της ΝΔ, η οποία συνειδητά αποκρύπτει ότι η σημαντικότερη «διαρθρωτική αλλαγή» είναι η δραστική μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων.

Ολα τα έχει ο μπαχτσές


Ο «αντιμνημονιακός» μπαχτσές του Καζάκη
Ολα τα έχει ο μπαχτσές του επονομαζόμενου «Ενιαίου Παλλαϊκού Μετώπου» (ΕΠΑΜ) του οικονομολόγου Καζάκη, ο οποίος, την περασμένη Κυριακή, εξέδωσε «αντιμνημονιακή» - όπως ο ίδιος λέει - εφημερίδα. Κάθε αράδα επιβεβαιώνει μέχρι κεραίας την ορθότητα της κριτικής που ασκεί το ΚΚΕ στη συστηματική προσπάθεια πολιτικών και άλλων κύκλων να αθροίσουν ετερόκλητες μεταξύ τους δυνάμεις κάτω από τον τίτλο «αντιμνημονιακοί». Στόχος τους είναι να διαμορφώσουν πλαστά κριτήρια στο λαό για τη στρατηγική που υπηρετεί η κάθε δύναμη, να συγκαλύψουν τον ταξικό χαρακτήρα της αστικής πολιτικής και διαχείρισης και να καλλιεργήσουν αυταπάτες ότι με επιδερμικές αλλαγές στην πολιτική διαχείριση, χωρίς ριζικές ανατροπές στο επίπεδο της εξουσίας και της (καπιταλιστικής) οικονομίας, ο λαός μπορεί να βγει κερδισμένος από την κρίση και να ευημερήσει. Ολοι τους, ανεξάρτητα από επιμέρους διαφορές και επιδιώξεις, συγκλίνουν σε αναλύσεις περί «κατοχής» της Ελλάδας από τη Γερμανία και «υποτελών πολιτικών», διαγράφοντας με μια μονοκοντυλιά την αλληλεξάρτηση των καπιταλιστικών οικονομιών σε συνθήκες έντασης της διεθνοποίησης, σε συνδυασμό με την ανισομετρία στην καπιταλιστική ανάπτυξη, που προϋπήρχε και οξύνεται με την κρίση, αλλά και το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της Ελλάδας συναποφασίζουν στο πλαίσιο της ΕΕ τις πολιτικές που εφαρμόζονται.
***
Η εφημερίδα του Καζάκη είναι αποκαλυπτική για τα παραπάνω. Σταχυολογούμε ορισμένα από τα όσα γράφονται: Σε δημοσκόπηση για τις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, οι πολιτικές δυνάμεις ομαδοποιούνται σε «μνημονιακές» και «αντιμνημονιακές». Στις δεύτερες, δίπλα στο ΚΚΕ, ο Καζάκης βάζει μεταξύ άλλων το ΛΑ.Ο.Σ. και τη Χρυσή Αυγή (!) δείχνοντας πως το μέτωπο που οραματίζονται χωράει όλα τα «λουλούδια», ακόμα και αυτά που έχουν δώσει εξετάσεις στο τσάκισμα, στην κοροϊδία, στη δηλητηρίαση και τη χειραγώγηση του λαού. Βάζει ακόμα το κόμμα του Καμμένου, ο οποίος μέχρι πριν από λίγους μήνες υπηρετούσε με συνέπεια την πολιτική της ΝΔ, έχοντας μάλιστα διατελέσει και υπουργός της, σε κυβερνήσεις που πέρασαν τα μύρια όσα σε βάρος των εργαζομένων και του λαού (Ασφαλιστικό, εργασιακές ανατροπές, φόροι κ.ά.). Ανάγοντας σε μοναδικό κριτήριο την εφήμερη στάση του καθενός στην ψήφιση των μνημονίων, ο Καζάκης και οι άλλοι «αντιμνημονιακοί» δίνουν συγχωροχάρτι στις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τους εκπροσώπους τους για τα εγκλήματα που διέπραξαν ή στήριξαν διαχρονικά σε βάρος της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
***
Σε άλλο σημείο διαβάζουμε: «Ολοι μαζί μπορούμε να ανατρέψουμε το αποικιοκρατικό καθεστώς που επέβαλαν οι δανειστές (...) να πετύχουμε την κάθαρση της πολιτικής ζωής (...) να οργανώσουμε την αντίσταση». Και σε άλλη σελίδα: «Επιδίωξη του ΕΠΑΜ είναι (...) να συμβάλει στη δημιουργία ενός μεγάλου συνασπισμού δυνάμεων και κινημάτων, για να κατέβουν στις εκλογές με κοινό ψηφοδέλτιο υποψηφίων, κάτω από μια ελάχιστη συμφωνία που θα επικεντρώνεται: Στο ξήλωμα του καθεστώτος κατοχής που ξεπούλησε τη χώρα, στην ανατροπή των πάσης φύσεως δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει η παρούσα και η προηγούμενη κυβέρνηση, σε μια σειρά άλλων δημοκρατικών θεμάτων, που θα είναι συμφωνημένα εκ των προτέρων». «Εξυπακούεται - συμπληρώνει η εφημερίδα - ότι το ΕΠΑΜ (...) δε θα θέσει θέμα ΕΕ και ευρώ». Μέχρι και ένας εφημέριος από εκκλησία της Αθήνας επιστρατεύεται να αρθρογραφήσει για την 25η Μάρτη και τη σημερινή «σκλαβωμένη Ελλάδα», για την οποία, όμως, «ο Χριστός (...) θα ελκύσει την παντοδυναμία του, για να μη χαθεί το έθνος μας (...) αλλά να ξαναγίνει ολοφώτεινος φάρος θεανθρώπινου πολιτισμού, όπως ήταν πάντα»!
***
Τι να πρωτοσχολιάσει κανείς! Διακηρυγμένος στόχος του ΕΠΑΜ είναι η εκλογική συμμαχία, η οποία, αν κυβερνήσει, θα ακυρώσει τα μνημόνια, χωρίς όμως να συγκρουστεί με την ντόπια αστική τάξη, την ΕΕ και τη στρατηγική της, που είναι των μονοπωλίων. Τα ίδια πάνω - κάτω φύκια πουλάει και ο (επίσης «αντιμνημονιακός») ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ για μεταξωτές κορδέλες. Προβάλλουν σαν αιτία όλων των δεινών του λαού τη διαπλοκή και τη ρεμούλα, που είναι σύμφυτη στις σχέσεις των μονοπωλίων με τα κόμματά τους, γι' αυτό και απαντάται σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο (πιο πρόσφατο παράδειγμα η Μ. Βρετανία). Κοροϊδεύουν το λαό ότι αν αναλάβουν να κυβερνήσουν «έντιμοι» πολιτικοί, το σύστημα θα βρει την υγειά του, σαν να πρόκειται τότε να καταργηθούν οι αντεργατικοί νόμοι, να αυξηθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, να γεμίσει η Ελλάδα νοσοκομεία και σχολεία, με καθολικές και δωρεάν υπηρεσίες στο λαό. Σαν να μπορούν να γίνουν φιλεργατικοί, φιλολαϊκοί οι μεγαλοεπιχειρηματίες. Σαν να μπορούν και τα κέρδη να αυξάνονται και οι μισθοί! Μιλάνε για «ξήλωμα του καθεστώτος της κατοχής», δε λένε όμως κουβέντα για το πώς θα αποκαταστήσουν την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, κρατώντας τη χώρα μέσα στην ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Είναι επικίνδυνοι και λειτουργούν σαν αναχώματα, για να μην ξεστρατίσει η λαϊκή πάλη και ψήφος έξω από τα όρια της αστικής διαχείρισης και της καπιταλιστικής ΕΕ, που όλοι την έχουν για «ιερή αγελάδα». Να τους προσπεράσει ο λαός. Στην κάλπη να μη σκορπίσει την ψήφο του σε δυνάμεις που σπέρνουν αυταπάτες και με μαθηματική ακρίβεια τον οδηγούν στην ήττα και την απογοήτευση.

Αλληλοκατηγορίες για «παραρτήματα» του δικομματισμού


Αλληλοκατηγορίες για «παραρτήματα» του δικομματισμού
Καρατζαφέρης και Καμμένος προσπαθούν να κρύψουν ότι συνυπηρετούν την ίδια στρατηγική
Με αντεγκλήσεις, που στόχο έχουν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι υπηρετούν την ίδια στρατηγική, Καρατζαφέρης και Καμμένος επιδιώκουν να αποκομίσουν ιδιαίτερο εκλογικό όφελος, ο καθένας για το κόμμα του, στην κοινή προσπάθεια χειραγώγησης της λαϊκής ψήφου.
Μιλώντας χτες στον ρ/σ «Real», ο Γ. Καρατζαφέρης δήλωσε μεταξύ άλλων: «Η δική μου εκτίμηση, αυτό το οποίο ακούγεται εντόνως τον τελευταίο καιρό σε κάθε δημοσιογραφικό στέκι είναι ότι "...πρόκειται για παράρτημα του κ. Σαμαρά προκειμένου να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για το δικό του κόμμα" (...) Θα το εύρισκα πάρα πολύ έξυπνο αυτήν την κίνηση, να οδηγήσει πολλές αντιμνημονιακές ψήφους στο άρμα της ΝΔ την επομένη των εκλογών».
Στον Γ. Καρατζαφέρη απάντησε το κόμμα του Π. Καμμένου, κάνοντας λόγο για«παραρτήματα (...) που ψήφισαν τα μνημόνια και την εκχώρηση της εθνικής κυριαρχίας, συγκυβερνούν με τους δοσίλογους και αφήνουν ανοικτά παράθυρα για το μέλλον».
Στο μεταξύ, ο Γ. Καρατζαφέρης, που μέχρι χτες συμμετείχε στη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, προσπάθησε χτες να εμφανιστεί αντίθετος στην πολιτική που ο ίδιος συνυπέγραψε, εκφράζοντας ταυτόχρονα την ανησυχία του για την «έκρηξη της κοινωνικής συνοχής». Οπως είπε, «έχουν υπογράψει επώδυνα μέτρα 14 δισ. ευρώ, αυτά θα προέλθουν από περικοπές και μειώσεις μισθών, συντάξεων, επιδομάτων και φαρμακευτικής δαπάνης και αρωγής στον Ελληνα πολίτη. Δεν λένε την αλήθεια και εξαπατούν τον Ελληνικό λαό».
Ο ίδιος, κάνοντας μία ακόμα κωλοτούμπα, απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μετεκλογικά, ενώ μόλις πριν από λίγες μέρες το άφηνε ορθάνοιχτο, ενώ προέβλεψε συνεργασία των δύο.

TOP READ