11 Αυγ 2012

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Ταμένος «για όλου του κόσμου το καλό»


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ταμένος «για όλου του κόσμου το καλό»
Αναφορά στο διεθνές συνέδριο που οργάνωσε το Μουσείο Μπενάκη για τον Γ. Ρίτσο
Ο Γ. Ρίτσος (με καπαρντίνα), με τη μαντολινάτα του Αϊ-Στράτη, στην οποία συμμετείχε
Τεράστιο, πολυδιάστατο, μοναδικά ουμανιστικό το έργο του Γιάννη Ρίτσου, θα μένει παντοτινά ταμένο «για όλου του κόσμου το καλό, το φως και το τραγούδι». Ακριβώς γι' αυτό ο «Ομηρος του 20ού αιώνα», όπως τον αποκαλούν οι Ρώσοι μελετητές του (υπολογίζουν το ποιητικό έργο του τρεις φορές μεγαλύτερο των ομηρικών επών), ο Γιάννης Ρίτσος, είναι και μεγάλος ποιητής του μέλλοντος. Και το έργο του οδηγητική «κληρονομιά» για την απανταχού «κοινωνία του Ανθρώπου». Αυτό απέδειξε η ψυχική έξαρση και τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα των ανώνυμων ανθρώπων, που βρέθηκαν στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138), το βράδυ της 1ης του Οκτώβρη, για να ακούσουν την Αλέκα Παΐζηνα απαγγέλλει Ρίτσο και την Μαρία Φαραντούρη να ερμηνεύει μελοποιημένα ποιήματά του. Ψυχική έξαρση που κορυφώθηκε όταν, μετά την υπόκλιση των καλλιτεχνών, ο διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη, Αγγελος Δεληβοριάς, αφού ευχαρίστησε από σκηνής την Μ. Φαραντούρη και τους μουσικούς, αγκάλιασε και σήκωσε ψηλά, με νόημα, την -από τα νιάτα της και μέχρι τέλους φίλη, συντρόφισσα, συνεξόριστη του ποιητή - Αλέκα Παΐζη.
Δε θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς: Οι ιδέες, τα οράματα, οι αγώνες, τα πάθη του και το έργο του απαρασάλευτα κομμουνιστή Ρίτσου μένουν «βράχος» ακλόνητος, ενιαίος και αδιαίρετος, να διαψεύδει οποιαδήποτε προσπάθεια μείωσης, «αποχρωματισμού», αμαύρωσης, αποσιώπησης και λησμόνησής του, όπως αποδείχτηκε και στο συνέδριο του Μουσείου Μπενάκη. Ενα συνέδριο, που εκπλήρωσε το Μουσείο Μπενάκη ως οφειλόμενο χρέος του απέναντι στην Φαλίτσα και στην Ερη Ρίτσου για τη δωρεά του πολύπλευρα πολύτιμου Αρχείου Ρίτσου. Ενα συνέδριο, με αδιάλειπτα παρούσα την Ερη Ρίτσου, από όπου σύσσωμος ο αστικός Τύπος έλαμψε διά της απουσίας του, συνεχίζοντας τη μακρόχρονη αποσιώπηση του ποιητή και του έργου του. Ενα συνέδριο με πολλές, γόνιμες για την περαιτέρω μελέτη του πολυσχιδούς έργου του Ρίτσου, εισηγήσεις Ελλήνων και ξένων μελετητών και μεταφραστών του. Αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, υπήρξαν και «αναμασήματα» - φανερά ή κρυφά - μηδενιστικών απόψεων κριτικών της αστικής τάξης, τύπου Αν. Καραντώνη. Απόψεις άκρου υποκειμενισμού, περιθωριοποίησης του ιστορικο-πολιτικού και ανάδειξης μόνο του «ερωτικού» Ρίτσου. Αισθήματα μειονεξίας, μικροψυχίας, προπαντός αντίθεσης με την κομμουνιστική «ταυτότητα» του Ρίτσου, επόμενα και με το μεγαλύτερο, αν όχι με όλο το έργο του. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι οι περισσότεροι από τους εκφράσαντες τέτοιες απόψεις απείχαν από την καταληκτήρια εκδήλωση-συναυλία προς τιμήν του ποιητή. Οπως αξιοσημείωτες είναι και οι πληροφορίες μας ότι στην πρόταση του Μουσείου, προς την τιμητική και οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου, να συμμετέχει ως ομιλητής ένας εκπρόσωπος του ΚΚΕ, καταλληλότατος μάλιστα, κάποιοι αντέδρασαν έντονα.
Θαυμαστές, επικριτές και «μαθητές»
Γ. Ρίτσος, Λουί Αραγκόν, Αντώνης Αμπατιέλος, Χαρίλαος Φλωράκης, κατά την επίσκεψη του Αραγκόν στην Αθήνα
Εχοντας παρακολουθήσει τις τετραήμερες εργασίες του συνεδρίου, με 45 και πλέον ομιλητές, θα προσπαθήσουμε να συμπυκνώσουμε την «εικόνα» του και το βασικό «στίγμα» των ομιλιών.
Από πλευράς του Μουσείου Μπενάκη την εισηγητική ομιλία έκανε ο Δημήτρης Αρβανιτάκης υπογραμμίζοντας: «Ο Ρίτσος συνέδεσε ρητά και αναπόσπαστα τον εαυτό του, τον κόσμο του, τη γλώσσα του και τη σιωπή του με το όραμα της κομμουνιστικής επανάστασης, με το ιδανικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αν αυτό το ξεχάσουμε, είναι σαν να μελετάμε τον Κάλβο έξω από την Ελληνική Επανάσταση, τον Καβάφη έξω από την Αλεξάνδρεια, τον Μαγιακόφσκι έξω από την Οχτωβριανή Επανάσταση». Αξιες αναφοράς είναι και οι παρακάτω επισημάνσεις: «Σήμερα που ο κόσμος έχει αλλάξει, πώς και τι διαβάζουμε από το έργο του; Μήπως χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε ξανά τα κεντρικά ζητήματα του έργου του; Μήπως η αδυναμία να πλησιάσουμε κάποιες πτυχές του έργου του πρέπει να αποδοθεί και σε ανεπάρκεια του σημερινού μας βλέμματος; Ο Ρίτσος ερωτεύτηκε την πραγματικότητα. Μπορεί ο ρυθμός της ζωής να έχει αλλάξει, αλλά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τον "υπόγειο ρυθμό των πραγμάτων", το ποτάμι του γίγνεσθαι, που είναι ο κόσμος. Ο Ρίτσος ερωτεύτηκε την επανάσταση. Μόχθησε για μιαν άλλη δόμηση της πραγματικότητας, ταυτίστηκε με την κομμουνιστική Αριστερά και δεν αρνήθηκε -κάθε άλλο - να γίνει ο βάρδος ενός λαού που αγωνιζόταν για την αναίρεση αυτού του κόσμου, το σπάσιμο των Συμπληγάδων (...) Ο Ρίτσος έσπασε την αλήθεια του σε πολλά πρόσωπα και πολλά προσωπεία για να κυκλώσει το τέρας, να γίνει χίλιες φωνές και να πει "είμαι άνθρωπος και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο"».
Με την Φαλίτσα και την Ερη τους
Ισως αυτές οι επισημάνσεις της εισηγητικής ομιλίας, όπως και το γεγονός ότι οι περισσότερες εισηγήσεις ύμνησαν την ανυπέρβλητη αξία όλου του έργου του Ρίτσου, εξηγούν την ενόχληση-παρέμβαση (μετά την υμνητική ομιλία του Μιχάλη Μερακλή για την αγωνιστική πορεία και το έργο του κομμουνιστή Ρίτσου) τουΔημήτρη Μαρωνίτη ότι «οι οργανωτές ήθελαν ένα ριτσόφιλο συνέδριο, αλλά έγινε υπέρ το δέον ριτσόφιλο».
«Αντιριτσόφιλο» ή «ριτσόφιλο»;
Προεδρεύοντας «τραπεζιού» με ποιητές, ο Νάσος Βαγενάς έθεσε ως θέματα της συζήτησης την «πολυγραφία», τη «φλυαρία» και το πώς βλέπουν την ποίηση του Ρίτσου. Κατά τον Χάρη Βλαβιανό,«πολιτική και ποίηση, το μόνο κοινό που έχουν είναι το γράμμα "π". Και το μόνο καλό πολιτικό ποίημα του Ρίτσου είναι ο "Ορέστης"». Κατά τον Νάσο Βαγενά, «ο Ρίτσος, όπως ο Πικάσο, έκανε χιλιάδες έργα φλύαρα, αλλά και κάποια καλά μικρά ποιήματα». Η Τζένη Μαστοράκη, θαυμάστρια του ακαταπόνητου «εργάτη» Ρίτσου, αποκάλεσε «ιδεολογική της συνείδηση» τις «Γειτονιές του κόσμου», που «θα ήταν καλύτερες αν έλειπαν τα 9/10» και «βαθιά πολιτικό ποίημα» την «Κυρά των αμπελιών». Μόνη επιχειρηματολογημένη και υπερασπιστική, προσκομίζουσα νέα στοιχεία προσέγγισης της ποίησης του Ρίτσου, σ' αυτή τη συνεδρία, ήταν η άποψη τουΔημήτρη Κοσμόπουλου: «Ο Ρίτσος δίνει υπέροχες απαντήσεις στα ερωτήματα της Αριστεράς. Θεωρεί την ποίηση διαδικασία αναπνοής και κοινωνικό γεγονός. Στην πολυγραφία του και στις πολλαπλές γραφές όλων των έργων του αναγνωρίζεις τον πολύ μεγάλο ποιητή και τον καθόλου εύκολο με τον εαυτό του. Η πολιτική της ποίησης του Ρίτσου έχει την αφιλοκέρδεια της πολιτικής συμπεριφοράς της Αριστεράς».
Παρόμοια με τα παραπάνω επικριτικά χαρακτηριστικά είχαν και άλλες εισηγήσεις: Κατά τον Γιώργο Κεχαγιόγλου, η ποίηση του Ρίτσου, με το πολιτικό της χαρακτήρα, δεν προσκόμισε τίποτα στη νεοτερική ελληνική ποίηση και κατά τον Μιχάλη Πιερή «τίποτα» στην αφιερωμένη στην Κύπρο ποίηση. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου «λησμόνησε» ότι ο ίδιος μόνο μια φορά στο παρελθόν, και αυτή αρνητικά, ασχολήθηκε με έργο του Ρίτσου, «θυμήθηκε» μόνο τις «επικριτικές», «προλεταρίζουσες» συστάσεις της πρώιμης αριστερής κριτικής (Αλεξάνδρα Αλαφούζου, Μάρκος Αυγέρης), μίλησε για «ομηρία» του Ρίτσου, χαρακτήρισε «σημαντικό» θεωρητικό κείμενο του Ρίτσου μόνο το δοκίμιο για τον Μαγιακόφσκι, ενώ τα άλλα «δογματισμό, πειθαρχούντα στην κομματική γραμμή» και πρότεινε «να γίνουν μελέτες» με επιλογή μεμονωμένων λέξεων του Ρίτσου. ΟΕυριπίδης Γαραντούδης επανέφερε τις καραντωνικής προέλευσης επιθέσεις περί «παλαμισμού, καρυωτακισμού, σικελιανισμού» του Ρίτσου, χαρακτήρισε «ατυχή την προσπάθειά του να θεωρηθεί νεοτερικός ποιητής» και αναγνώρισε μιαν «αύρα του νεοτερισμού» μόνο στις «Μαρτυρίες». Ο Αρης Μαραγκόπουλος - αποκαλύπτοντας την ιδεολογική του αλλαγή, μίλησε περί «ειδικού μαρτυρολογίου» από την «αριστερή βία που άσκησαν οι κομματικοί μηχανισμοί σε λογοτέχνες» και επιχείρησε να εμφανίσει ως «ιδιωτικό το αριστερό όραμα του Ρίτσου» και τα ποιήματά του «παραβατικά απέναντι στις αγκυλώσεις και τις μικρότητες»! Ο Παντελής Μπουκάλας, θεωρώντας, βέβαια, τον Ρίτσο σπουδαίο ποιητή, μίλησε για «ιδεολογική χρήση και κατάχρηση των υψηλότονων ποιημάτων "ηρωικού" και "μαρτυρικού" περιεχομένου», με αποτέλεσμα την «παραγνώριση του χαμηλόφωνου λυρισμού του» και τόνισε ότι «η ανάγνωση του Ρίτσου οφείλει να γίνει πια με κριτήρια της λογοτεχνίας και όχι της ιδεολογίας», ότι «άλλαξε η αντίληψή μας για την πολιτική ποίηση, που πλέον κρίνεται ανυπόληπτη». Στον «ερωτικό» και μόνο Ρίτσο προτείνει να στραφούμε ο Δ. Μαρωνίτης.
Ο ποιητής μπροστά από τη σκηνούλα του σε ένα από τα ξερονήσια-κολαστήρια
Σεβαστικές και εποικοδομητικές ήταν οι παρακάτω εισηγήσεις Ελλήνων μελετητών του Ρίτσου: Της Αγγελικής Κώττη, επιμελήτριας του Αρχείου Ρίτσου, η οποία τεκμηρίωσε τον τεράστιο, ακάματο, καθημερινό μόχθο του ποιητή. Της Ελλης Φιλοκύπρου, που προσκόμισε μια νέα, ουσιαστική «ματιά» προσέγγισης των προσώπων και προσωπείων στην ποίηση του Ρίτσου, της αμφίδρομης, συμβολοποιητικής «ειλικρίνειας και υπόκρισης» της ποίησης του Ρίτσου. Επισημαίνουμε ότι η ομιλήτρια εννοούσε υπόκριση και όχι υποκρισία, όπως θα ήθελαν, ίσως, κάποιοι. Θετική ήταν η εισήγηση του Ερατωσθένη Καψωμένου. Υμνητικές, με νέα, ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη ερμηνευτική «ματιά» ήταν και οι εισηγήσεις: Του Χρίστου Αλεξίου για την ιστορικότητα, την πανανθρώπινη και διαχρονική αξία της ποίησης του Ρίτσου. Της Αθηνάς Βογιατζόγλου, μια συγκριτολογική μελέτη των έργων «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα» του «βιολογικού» (διαλεκτικού) Ρίτσου και «Τα ελεγεία της Οξώπετρας» του «υπερβατικού» Ελύτη. Του Δημήτρη Κόκορη (αναφορά στις «Μαρτυρίες»). Της Τζίνας Καλογήρου (για το «Εικονοστάσι Ανωνύμων Αγίων»). ΤηςΡούλας Κακλαμανάκη (για την ιστορική μνήμη στο έργο του και τη μνημοτεχνική του). Της Χριστίνας Ντουνιά, μια αντικειμενική, βιβλιογραφικά και χρονολογικά τεκμηριωμένη, αποκαλυπτική εισήγηση για τις επιθέσεις και τους επαίνους της κριτικής για διάφορα έργα του Ρίτσου από τη δεκαετία του '30 και εντεύθεν και την αποσιώπησή του από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μέχρι σήμερα. Σημαντική ήταν η εισήγηση-ανακοίνωση της Χρύσας Προκοπάκη, η οποία παρουσίασε ένα άγνωστο χειρόγραφο έργο του Ρίτσου (χρονολογείται το 1937, και φυλάσσεται στο Ιδρυμα «Κωστής Παλαμάς»). Το χειρόγραφο (1.185 δεκαεπτασύλλαβοι στίχοι), με τίτλο «Η αποθέωση του δρόμου», το οποίο έστειλε ο Ρίτσος, με αφιέρωσή του, στον Παλαμά. Το έργο εμπνέεται από το πλατωνικό «Συμπόσιο» και «προοιωνίζεται» τα έργα της «Τέταρτης Διάστασης».
«Τέταρτη» και πρώτη ...διάσταση
Συσσίτιο στο Μακρονήσι. Ο Γ. Ρίτσος δεύτερος, αριστερά και πλάι του ο Μάνος Κατράκης
Μια ενότητα εισηγήσεων αφορούσε στη σχέση της ποίησης του Ρίτσου με τον αρχαίο κόσμο, όπως αποτυπώνεται στους αρχαιόθεμους, θεατρόμορφους μονολόγους που ο Ρίτσος περιέλαβε στην «Τέταρτη Διάσταση», αφήνοντας εκτός αυτής το σπουδαιότατο μονόλογο «Τειρεσίας». Εκτενέστατες εισηγήσεις, με ενδιαφέροντα στοιχεία, έκαναν σ' αυτή τη θεματική ενότητα οι Δημήτρης Μαρωνίτης,Γιάννης ΔάλλαςΕιρήνη Ζαμάνου, Μιχάλης Πιερής, Γιώργης Γιατρομανωλάκης. Ομως, ως να ήταν το μόνο ή έστω το μόνο σημαντικό έργο του Ρίτσου, παρέβλεψαν όλο το υπόλοιπο μεγάλο «σώμα» της ποίησής του, ενώ αναφορές στην «Τέταρτη Διάσταση» είχαν και εισηγήσεις των άλλων θεματικών ενοτήτων.
Αντιδρώντας σ' αυτή τη μονομέρεια ο Αγγελος Δεληβοριάς, εξέφρασε, με ταραχή και συγκίνηση (στις 29/9 το βράδυ), τα «χίλια ευχαριστώ» του στην ηθοποιό Μάνια Παπαδημητρίου, η οποία επέλεξε και απήγγειλε θαυμάσια και πολιτικά ποιήματα (από τον «Πέτρινο Χρόνο», το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα», κ.ά). Ο Α. Δεληβοριάς, εξηγώντας την ταραγμένη συγκίνησή του, είπε: «Πολύς λόγος έγινε εδώ για την "Τέταρτη Διάσταση", αλλά όχι για την πρώτη, τη μεγάλη του Ρίτσου».
Την πρώτη ...διάσταση του -τεράστιου ποσοτικά και ποιοτικά, «στρατευμένου», μαχόμενου με το λαό - έργου του αλλά και του ανθρώπου Ρίτσου πρόβαλαν πολλοί άλλοι. Οι «μαρτυρίες» από τη γνωριμία τους με τον ποιητή τωνΚώστα Καζάκου, Γιάννη Κοντού, Ασπασίας Παπαθανασίου και των συνεξορίστων του Τίτου Πατρίκιουκαι Γιάννη Στεφανίδη. Οι ξένοι μεταφραστές και μελετητές του έργου του, οι οποίοι ανέδειξαν τη μεγάλη ανταπόκριση που γνωρίζει το έργο του Ρίτσου στο εξωτερικό. Επρόκειτο για τους Ιταλούς Μάριο Βίτι,Βιτσέντσο Ρότολο (στην Ιταλία ο Ρίτσος εδώ και χρόνια αποτελεί «τη μεγαλύτερη ποιητική σχολή»). Τους Αγγλους Πίτερ Μπίαν και Αμι Μιμς (έξοχη η συγκριτολογική μελέτη της για τα κοινά στοιχεία στο «Εικονοστάσι» του Ρίτσου και στον «Οδυσσέα» του Τζόις). Τον Αμερικανό Ντέιβιντ Ρικς. Την ΤουρκάλαΓερτρούδη Ντουρουσόι. Το ζεύγος των Σέρβων Ξένια και Ιβάν Καντάνσκι.
Πορτρέτο του Γ. Ρίτσου, από συνεξόριστό του
Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν οι σπουδαίες εισηγήσεις των ΡωσίδωνΣόνιας Ιλίνσκαγια (η πρώτη μελετήτρια και μεταφράστρια του Ρίτσου και άλλων Ελλήνων δημιουργών στα ρωσικά) και της «μαθήτριάς» της, Ευγενίας Κριτσέφσκαγια. Αυτές οι ομιλήτριες τόνισαν ότι ο Ρίτσος εξακολουθεί να κατατάσσεται από τους μελετητές και τους αμέτρητους θαυμαστές του στη Ρωσία μεταξύ των «κλασικών Ρώσων δημιουργών». Η Ευγενία Κριτσέφσκαγια σημείωσε ότι και «στις σημερινές πολύ δύσκολες συνθήκες ο ρωσικός λαός επιμένει στην αγωνιστική παράδοσή του "για το ψωμί και το βιβλίο"». Αναφέρθηκε στις νέες εκδόσεις, με μεγάλο τιράζ, έργων του Ρίτσου, σε εκδηλώσεις με ομιλίες και απαγγελίες ποιημάτων του και στις παραστάσεις έργων του που συνεχίζουν να ανεβάζουν ρωσικοί θίασοι, καθώς και στις παραστάσεις που, ήδη, ετοιμάζουν θέατρα διαφόρων ρωσικών πόλεων, για να γιορτάσουν το 2009 τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Ρίτσου.
Στην πατρίδα του, όμως, και μετά θάνατον «σκυλιά του δαγκώνουν το χέρι», γιατί «χιλιάδες χιλιόμετρα» περπάτησε «χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια» για να φέρει στο λαό της «ψωμί, νερό και τριαντάφυλλα». Γιατί από εκείνον μένει «ένα γλυκύτατο χαμόγελο που αδιάκοπα θα λέει "ναι" και πάλι "ναι" / σ' όλες τις προαιώνιες διαψευσμένες ελπίδες»...

Αριστούλα ΕΛΛΗΝΟΥΔΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ