3 Οκτ 2012

Για τη θεωρία της βίας


ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ
Για τη θεωρία της βίας
«...Αν παραβλέψουμε τα τελείως ελαστικά όρια της εργάσιμης ημέρας, η ίδια η φύση της ανταλλαγής εμπορευμάτων δε βάζει καθόλου όρια στην εργάσιμη ημέρα, επομένως και στην υπερεργασία. Ο κεφαλαιοκράτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν αγοραστής, όταν προσπαθεί να μεγαλώσει όσο γίνεται την εργάσιμη ημέρα, και αν είναι δυνατό, να κάνει τη μιαν εργάσιμη ημέρα δύο. Από την άλλη μεριά η ειδική φύση του εμπορεύματος που πουλήθηκε περικλείνει ένα όριο στην κατανάλωσή του από τον αγοραστή και ο εργάτης επωφελείται από το δικαίωμά του σαν πουλητής όταν προσπαθεί να περιορίσει την εργάσιμη ημέρα σ' ένα καθορισμένο κανονικό μέγεθος. Επομένως, έχουμε εδώ μιαν αντινομία, δίκαιο ενάντια σε δίκαιο, και τα δύο εξίσου κατοχυρωμένα από το νόμο της ανταλλαγής εμπορευμάτων. Και ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία»(Καρλ Μαρξ: ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, τ. Α΄, σελ. 246, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
Σ' αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα, στο οποίο ο Καρλ Μαρξ αναδεικνύει ότι η εκμετάλλευση, που είναι συγκαλυμμένη στον καπιταλισμό (δε φαίνεται πουθενά η απλήρωτη δουλιά του εργάτη που καρπώνεται ο καπιταλιστής ως υπεραξία), είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα, είναι και η πηγή της βίας των καπιταλιστών πάνω στην εργατική τάξη. Αυτό είναι «δίκαιο» για τους καπιταλιστές ως τάξη. Η εργατική τάξη δεν έχει επίσης άλλον δρόμο υπεράσπισης του δικού της «δίκαιου», από τη δική της βία. Αλλωστε, το «ανάμεσα σε δύο ίσα δίκαια αποφασίζει η βία» αποτελεί και την πραγματική βάση της βίας σ' όλες τις ταξικές κοινωνίες. Η κυρίαρχη τάξη κρατά την εξουσία της και την ασκεί με την κρατική βία και τα όπλα (αστυνομία, στρατός κλπ.), διαφορετικά δε θα μπορούσε να κυριαρχεί. Αυτή η αντικειμενική πραγματικότητα στον καπιταλισμό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά παρά με την επαναστατική βία της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Γι' αυτό «η επαναστατική βία», η ένοπλη πάλη (η αστική τάξη τη χρησιμοποίησε για να πάρει την εξουσία από τη φεουδαρχία, αλλά και να μη τη χάσει από την εργατική τάξη), βρίσκεται στο επίκεντρο της επίθεσης των αστών αναλυτών, δημοσιολόγων και των αστικών πολιτικών κομμάτων, ταυτίζοντάς τη με την ατομική τρομοκρατία, απ' αφορμή την «υπόθεση "17Ν"». Ας δούμε πώς αναπτύσσει αυτά τα ζητήματα ο Φρ. Ενγκελς στη «Θεωρία της βίας» από το έργο του «Αντι-Ντίρινγκ».
Η ιστορία αυτής της πορείας είναι η ιστορία της εξέλιξης της αστικής τάξης. Αν τα «πολιτικά γεγονότα ήταν τα αποφασιστικά κίνητρα των οικονομικών καταστάσεων», τότε η σύγχρονη αστική τάξη δε θα ήταν το δημιούργημα, δε θα ξεπεταγόταν μέσα από τους αγώνες της ενάντια στη φεουδαρχία, αλλά θα ήταν το γνήσιο παιδί που βγήκε με τη θέλησή της από τους κόλπους της φεουδαρχίας. Κι όμως, καθένας ξέρει ότι έγινε ακριβώς το αντίθετο: Τάξη καταπιεζόμενη αρχικά, φόρου υποτελής στους κυρίαρχους ευγενείς της φεουδαρχίας, που στρατολογούνταν μέσα από τους κάθε είδους υποτελείς και δουλοπάροικους, η αστική τάξη, παλεύοντας αδιάκοπα με τους ευγενείς, κατακτούσε το ένα οχυρό μετά το άλλο, και, τέλος, στις πιο εξελιγμένες χώρες άρπαξε την εξουσία από τα χέρια των ευγενών. Στη Γαλλία, ανατρέποντας τους ευγενείς με επανάσταση, στην Αγγλία αστικοποιώντας σιγά σιγά και ενσωματώνοντάς τους στις γραμμές της, σαν διακοσμητική βιτρίνα. Και πώς επιτεύχθηκε αυτό; Απλώς και μόνο με την αλλαγή των «οικονομικών συνθηκών», που την ακολούθησε μια αργή ή γρήγορη, ειρηνική ή βίαιη αλλαγή των πολιτικών θεσμών. Η πάλη της αστικής τάξης εναντίον των ευγενών και της φεουδαρχίας είναι η πάλη της πόλης εναντίον της υπαίθρου, η πάλη της βιομηχανίας εναντίον της φυσικής οικονομίας, και τα αποφασιστικά όπλα των αστών στον αγώνα αυτόν ήταν η οικονομική τους δύναμη, που αυξανόταν αδιάκοπα στο μέτρο που αναπτυσσόταν η βιομηχανία, που στην αρχή ήταν χειροτεχνική κι αργότερα εξελίχθηκε στη μανουφακτούρα και η εξάπλωση του εμπορίου. Στη διάρκεια όλης αυτής της πάλης, η πολιτική εξουσία βρισκόταν στα χέρια των ευγενών, με εξαίρεση μόνο μια βραχεία περίοδο, όταν δηλαδή η βασιλική εξουσία χρησιμοποίησε για τη σταθεροποίηση της θέσης της την αστική τάξη εναντίον των ευγενών, εξουδετερώνοντας έτσι τη μια τάξη με την άλλη. Οταν όμως η πολιτικά ακόμα ανίσχυρη αστική τάξη άρχισε να γίνεται επικίνδυνη, χάρη στην αυξανόμενη οικονομική της δύναμη, η βασιλεία συμμάχησε πάλι με τους ευγενείς και προκάλεσε έτσι την επανάσταση της αστικής τάξης, πρώτα στην Αγγλία και ύστερα στη Γαλλία. Οι «πολιτικές συνθήκες» στη Γαλλία είχαν μείνει αμετάβλητες, ενώ οι «οικονομικές συνθήκες» είχαν αναπτυχθεί υπερβολικά σε σχέση με τις πολιτικές συνθήκες. Ολα τα πολιτικά δικαιώματα τα είχαν οι ευγενείς, ενώ οι αστοί διαδραμάτιζαν τον κυριότερο κοινωνικό ρόλο στην επικράτεια και οι ευγενείς είχαν αποξενωθεί απ' όλες τις κοινωνικές λειτουργίες και αρκούνταν να εισπράττουν, υπό μορφή προσόδων, το αντίτιμο των χαμένων αυτών λειτουργιών. Αλλά δεν ήταν μόνον αυτό: Η αστική τάξη και όλες της οι παραγωγικές ικανότητες ήταν περιορισμένες, αιχμάλωτες μέσα στα στενά πλαίσια των φεουδαρχικών πολιτικών θεσμών του Μεσαίωνα. Τα όρια των θεσμών αυτών τα είχε κατά πολύ ξεπεράσει όχι μόνον η μανουφακτούρα, αλλά και η χειροτεχνία ακόμα. Τα χίλια δυο προνόμια των συντεχνιών, οι τοπικοί και οι επαρχιακοί τελωνειακοί φραγμοί, είχαν καταντήσει αληθινοί δυνάστες και αλυσίδες για την παραγωγή. Η επανάσταση της αστικής τάξης έβαλε τέρμα σ' όλ' αυτά. Οχι όμως προσαρμόζοντας, σύμφωνα με τις απόψεις του κ. Ντίρινγκ, την οικονομική πραγματικότητα στις πολιτικές συνθήκες - αυτό δηλαδή που επιδίωκαν μάταια και για αρκετά χρόνια οι ευγενείς και η βασιλεία - αλλά, αντίστροφα, παραμερίζοντας τις παλιές, τις σάπιες πολιτικές συνθήκες και δημιουργώντας νέες, κατάλληλες για τη σταθεροποίηση και παραπέρα ανάπτυξη της καινούριας «οικονομικής πραγματικότητας». Μέσα σ' αυτή την, ευνοϊκή γι' αυτήν, πολιτική και νομική ατμόσφαιρα, η αστική τάξη αναπτύχθηκε γρήγορα και λαμπρά, και τόσο λαμπρά μάλιστα, που, αυτή τη στιγμή, δεν απέχει πολύ από το σημείο, που το 1789 βρισκόταν η τάξη των ευγενών. Γίνεται όλο και περισσότερο, όχι μόνον κοινωνικά περιττή, αλλά και εμπόδιο στην κοινωνική ανάπτυξη, και όλο και περισσότερο απομακρύνεται από την παραγωγική δραστηριότητα και μεταβάλλεται όλο και περισσότερο, όπως στον καιρό τους οι ευγενείς, σε μια τάξη παρασιτική...
Ο στρατός έχει γίνει ο κύριος σκοπός, αυτοσκοπός του κράτους. Οι λαοί δεν έχουν πια κανέναν άλλο λόγο ύπαρξης, έξω από το να εφοδιάζουν και να ταΐζουν τους στρατιώτες. Ο μιλιταρισμός αυτός φέρνει μέσα του και το σπέρμα της ίδιας του της καταστροφής. Ο ανταγωνισμός αναγκάζει τα διάφορα κράτη από τη μια μεριά να διαθέτουν κάθε χρόνο όλο και περισσότερα χρήματα για το στρατό, το στόλο, τα πυροβόλα κλπ., δηλαδή να επιταχύνουν όλο και περισσότερο την οικονομική τους κατάρρευση και, από την άλλη, να καταπιάνονται όλο και πιο σοβαρά με τη γενική υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και έτσι στο τέλος να εξοικειώνουν ολόκληρο το λαό στο χειρισμό των όπλων, κάνοντάς τον έτσι ικανό στη δεδομένη στιγμή, να επιβάλει τη δική του θέληση, πάνω στη μεγαλόσχημη στρατιωτική διοίκηση. Και η στιγμή αυτή θα έρθει μόλις οι τεράστιες λαϊκές μάζες - οι εργάτες της υπαίθρου και της πόλης και οι αγρότες - αποχτήσουν την απαραίτητη θέληση.
Στο σημείο αυτό ο στρατός των δυναστών θα μετατραπεί σε λαϊκό στρατό. Η στρατιωτική μηχανή αρνείται υπηρεσία και ο μιλιταρισμός εξαφανίζεται, σύμφωνα με τη διαλεχτική της ίδιας του της ανάπτυξης. Εκείνο που δεν μπόρεσε να καταφέρει η αστική δημοκρατία του 1848, ακριβώς γιατί ήταν αστική και όχι προλεταριακή, δηλαδή να οπλίσει τις εργαζόμενες μάζες με τη θέληση, που το περιεχόμενό της να ανταποκρίνεται στην ταξική τους θέση, θα το καταφέρει σίγουρα ο σοσιαλισμός. Αυτό όμως σημαίνει διάσπαση του μιλιταρισμού εκ των έσω, και ταυτόχρονα τη διάσπαση όλων των μόνιμων στρατών...
Για τον κ. Ντίρινγκ, η βία είναι το απόλυτο κακό και η πρώτη πράξη βίας είναι, γι' αυτόν, το προπατορικό αμάρτημα. Ολόκληρη η περιγραφή του, η σχετική με τη βία, είναι μια ιερεμιάδα για τον τρόπο με τον οποίο όλη η έως τώρα ιστορία έχει μολυνθεί από το προπατορικό αμάρτημα, για την επονείδιστη διαστροφή όλων των φυσικών και κοινωνικών νόμων, από τούτη τη διαβολική δύναμη, τη βία.
Το ότι όμως η βία παίζει και έναν άλλο ρόλο στην ιστορία, έναν επαναστατικό προοδευτικό ρόλο, το ότι, δηλαδή, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, είναι η μαμή, που από κάθε παλιά κοινωνία, ξεγεννά μια καινούρια κοινωνία, το ότι αποτελεί το όργανο με το οποίο επιβάλλεται η κοινωνική εξέλιξη και σπάζει τις αποστεωμένες, τις νεκρές πολιτικές μορφές, για όλα αυτά δε λέει ούτε λέξη ο κ. Ντίρινγκ. Μόνον αναστενάζοντας και βογκώντας, παραδέχεται πως ίσως, για να ανατραπεί το οικονομικό σύστημα της εκμετάλλευσης, μπορεί να χρειαστεί δυστυχώς η βία! Γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει εκείνον που τη χρησιμοποιεί. Και όλα αυτά λέγονται, παρά τη μεγάλη ηθική και πνευματική ανύψωση που επέφεραν όλες οι νικηφόρες επαναστάσεις.
Και όλα αυτά λέγονται στη Γερμανία, όπου μια εξέγερση, στην οποία θα μετείχε ο λαός, θα είχε το λιγότερο σαν αποτέλεσμα να ξεριζώσει τη δουλοφροσύνη, που έχει φωλιάσει στην εθνική συνείδηση, ύστερα από την ταπείνωση του τριακονταετούς πολέμου.
Και αυτό το άτονο, το ξεζουμισμένο και πλαδαρό κήρυγμα έχει την αξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα που γνώρισε η ιστορία.
  • Αποσπάσματα από το έργο του Φρ. Ενγκελς: «Αντι-Ντίρινγκ», σελ. 244-246, 253, 271- 272, εκδόσεις «Αναγνωστίδη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ