8 Ιαν 2015

Το «δεν θα ζήσουμε με ψίχουλα» να εκφραστεί και στην κάλπη

Το «δεν θα ζήσουμε με ψίχουλα» να εκφραστεί και στην κάλπη



Για να μπορεί ο λαός, οι εργαζόμενοι να πάρουν ανάσα στη σημερινή κατάσταση, το ελάχιστο που μπορεί να γίνει είναι η ανάκτηση όσων έχασαν την περίοδο της κρίσης, η ελάφρυνση από τα βάρη που τους φόρτωσε το κεφάλαιο. Χρειάζεται να ξηλωθεί όλο το αντεργατικό - αντιλαϊκό πλαίσιο που ενισχύθηκε ιδιαίτερα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης. Τίποτα λιγότερο απ' αυτό.
Είναι δεδομένο ότι η ΝΔ δεσμεύεται όχι μόνο ότι θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο που «περπάτησε» τα 2,5 τελευταία χρόνια, αλλά ότι θα συνεχίζει να φορτώνει το λαό με νέα βάρη. Ενδιαφέρον έχει, όμως, το πώς στέκεται ο ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στη λαϊκή απαίτηση για ανάκτηση των απωλειών. Καταρχήν, πρέπει να σημειώσουμε σε ποια ζητήματα δεν δεσμεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν δεσμεύεται, λοιπόν, ότι θα ξηλώσει το σύνολο του αντιλαϊκού πλαισίου, όπως έχει ενισχυθεί ιδιαίτερα με την πολιτική των μνημονίων. Εχει βγάλει απ' τα λεγόμενά του ακόμα και τις αναφορές στην κατάργηση των μνημονίων και της δανειακής σύμβασης.
Αντίθετα, σημειώνει ότι επιδιώκει την επαναδιαπραγμάτευση και όχι την ακύρωσή τους, ενώ στελέχη του έχουν δηλώσει ανοιχτά πως «ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πρόγραμμα αποκατάστασης των απωλειών για την επόμενη τετραετία». Δηλαδή, «ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι». Στο ερώτημα τι θα κάνει για την αποκατάσταση των εργατικών - λαϊκών εισοδημάτων, παραπέμπει στο περίφημο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Ας δούμε πού δεσμεύεται μ' αυτό το Πρόγραμμα.
Τι μπαίνει στη ζυγαριά;

Αν βάλει κανείς σε μια ζυγαριά τις δεσμεύσεις του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης που αφορούν το κεφάλαιο και εκείνες που απευθύνονται στο λαό, είναι σαν να ζυγίζει σίδερο με βαμβάκι. Για τους βιομήχανους και τις άλλες μερίδες της πλουτοκρατίας, ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται ό,τι και όλα τα αστικά κόμματα που κυβέρνησαν προηγουμένως στην Ελλάδα.
Μάλιστα, σε ό,τι αφορά τις προτάσεις του για τη «θεσμική και δημοκρατική ανασυγκρότηση του κράτους», επικαιροποιεί τις εξαγγελίες για «κράτος στρατηγείο» του Κ. Σημίτη, για «επανίδρυση του κράτους» του Κ. Καραμανλή και για «διαφάνεια παντού» του Γ. Παπανδρέου.
Μ' αυτές τις προτάσεις ο ΣΥΡΙΖΑ απευθύνεται στο κεφάλαιο και όχι στο λαό. Τους επιχειρηματικούς ομίλους προσπαθεί να πείσει ότι έρχεται να βάλει τάξη στον κρατικό μηχανισμό, με αστικούς εκσυγχρονισμούς που και οι ίδιοι οι καπιταλιστές ζητάνε εδώ και δεκαετίες. Αλλωστε, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι κεφαλαιοκράτες κάνουν τις δουλειές τους «στο φως της μέρας» και κλέβουν «νόμιμα» τον ιδρώτα των εργαζομένων.
Τα χιλιοειπωμένα περί «διαφάνειας» και «πάταξης της διαφθοράς», από τη μια είναι στάχτη στα μάτια του λαού για το πού πραγματικά οφείλονται τα βάσανα στη ζωή του και από την άλλη δεσμεύσεις στο κεφάλαιο ότι το κράτος, ως συλλογικός εκφραστής των συμφερόντων του, θα μοιράζει χωρίς διακρίσεις την πίτα των προνομίων, των κονδυλίων και των επιδοτήσεων.
Κατά τ' άλλα, να τι υπόσχεται ο ΣΥΡΙΖΑ στους επιχειρηματικούς ομίλους με το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης: Επιδοτήσεις των επιχειρήσεων για την πρόσληψη εργατικού δυναμικού, μείωση του ενεργειακού κόστους, διευκολύνσεις σε ό,τι αφορά δάνεια και χρέη, το κράτος να λειτουργεί ως εργαλείο αναπτυξιακού σχεδιασμού και ως αρωγός του πραγματικού επενδυτή, του «υγιούς» επιχειρηματία, διοχέτευση πόρων στη λεγόμενη «πραγματική οικονομία», θεσμοθέτηση ισχυρών φορολογικών κινήτρων για τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των ελληνικών νεοφυών επιχειρήσεων, απλοποίηση αδειοδότησης και λειτουργίας επιχειρήσεων, ρύθμιση των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων, ρυθμίσεις για ενίσχυση του ανταγωνισμού, καταπολέμηση καρτέλ και μείωση των τιμών, δημόσιες επενδύσεις, ως ατμομηχανή για τον ιδιωτικό τομέα.
Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να βρίσκονται (και βρίσκονται) στο πρόγραμμα οποιουδήποτε αστικού κόμματος έχει κυβερνήσει ή διεκδικεί τη διακυβέρνηση. Η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι στις προτάσεις του για το χρέος και τα δημοσιονομικά του κράτους, ως παράγοντες για την ανάταξη της οικονομίας, βαραίνει κάπως περισσότερο η λογική της επεκτατικής διαχείρισης, παρά της περιοριστικής, αν και δεσμεύεται για «ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς» και «δημοσιονομική σταθερότητα». Με απλά λόγια, η εναντίωση στη λιτότητα αφορά τους πόρους προς το κεφάλαιο και όχι τις παροχές προς τους εργαζόμενους.
Θυμίζουμε ότι και ο Ολάντ έγινε Πρόεδρος της Γαλλίας με σύνθημα το «τέλος της λιτότητας». Με το καλημέρα, όμως, ανακοίνωσε περικοπές 50 δισ. ευρώ στις δημόσιες δαπάνες, εστιασμένες σε παροχές που είχαν να κάνουν με τη στοιχειώδη κάλυψη των λαϊκών αναγκών.
Αυτό που κρύβει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τι σημαίνουν οι δεσμεύσεις του προς το κεφάλαιο. Από πού θα βρει τους πόρους για να στηρίξει την πραγματική οικονομία, ποιος θα πληρώσει τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων των επιχειρηματιών, ποιος θα πληρώσει τις «δημόσιες επενδύσεις», ποιος θα πληρώσει τις επιδοτήσεις στο κεφάλαιο για νέες θέσεις εργασίας, τα κίνητρα για επενδύσεις, την ενίσχυση του ανταγωνισμού; Μην το ψάχνουν πολύ οι εργαζόμενοι και ας κοιτάξουν στον καθρέφτη για να δουν ποιος πραγματικά θα πληρώσει.
Ζωή μια από τα ίδια;
Δηλαδή, το βάρος αυτών που υπόσχεται στο κεφάλαιο δεν έχει να κάνει με το «λίγα - πολλά», έχει να κάνει με το χαρακτήρα τους. Για να υλοποιήσει τις υποσχέσεις του στους επιχειρηματικούς ομίλους (μόνο τις φανερές, γιατί προφανώς υπάρχουν και κρυφές, τι συζητούσε άραγε στα διάφορα διεθνή φόρουμ και σε συναντήσεις;) προϋπόθεση είναι η διατήρηση, αν όχι η ενίσχυση του σημερινού αντιλαϊκού - αντεργατικού πλαισίου. Ο,τι λοιπόν και να τάζει στους εργαζόμενους μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι φτερό στον άνεμο. Εχει όμως ενδιαφέρον να δούμε και τις συγκεκριμένες προτάσεις του.
Ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται τη «στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων», με την επαναφορά της 13ης σύνταξης σε όσους παίρνουν κάτω από 700 ευρώ. Σύμφωνα με όσα λέει, το μέτρο αυτό αφορά 1.162.920 συνταξιούχους και κοστολογείται στα 543.055.600 ευρώ ετησίως. Μια απλή διαίρεση δείχνει ότι οι «τυχεροί» που με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα πάρουν τη 13η σύνταξη, θα γίνουν πλουσιότεροι κατά 467 ευρώ το χρόνο ή κατά 1,28 ευρώ τη μέρα!
Οι υπόλοιποι 1.493.935 συνταξιούχοι, που τους έχουν πετσοκόψει τις συντάξεις, αλλά συνεχίζουν να παίρνουν πάνω από 700 ευρώ, δεν έχουν να περιμένουν ούτε κι αυτά τα ψίχουλα από μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Θυμίζουμε ότι το 2014, η συγκυβέρνηση προσπάθησε να χρυσώσει το χάπι των περικοπών στους συνταξιούχους, δίνοντας 500 ευρώ εφάπαξ σ' εκείνους με τα χαμηλότερα εισοδήματα, στο πλαίσιο του «κοινωνικού μερίσματος». Συγκυβέρνηση και ΣΥΡΙΖΑ διαγκωνίζονται στο ποιος μπορεί καλύτερα να διαχειριστεί την ακραία φτώχεια.
Ενα ακόμα παράδειγμα: Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα, από το 2009 μέχρι το 2013, έχουν χάσει πάνω από πέντε μισθούς: 2 μισθούς έχασαν από τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματα άδειας (13ος και 14ος μισθός), ένα μισθό από την περικοπή όλων των επιδομάτων, δύο μισθούς από τη μείωση του αφορολόγητου από 12.000 σε 5.000 ευρώ, ένα μισθό από τα έκτακτα χαράτσια, το 1% υπέρ του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, 2% υπέρ του ΕΚΑΣ, 1% έκτακτη εισφορά για όσους είχαν εισόδημα μέχρι 20.000 ευρώ και 2% για όσους είχαν εισόδημα πάνω από 20.000 ευρώ.
Οι περικοπές αυτές μείωσαν τη μισθολογική δαπάνη του κράτους κατά 8,75 δισ. ευρώ από το 2009 μέχρι το 2013, για να ισοσκελιστούν οι προϋπολογισμοί, όπως υπόσχεται να κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι συνέπειες για τους εργαζόμενους στο Δημόσιο ήταν πρωτόγνωρες. Χιλιάδες λαϊκά νοικοκυριά γονάτισαν στην κυριολεξία, ιδιαίτερα αν προσθέσει κανείς τις 25.000 διαθεσιμότητες και τις 11.000 απολύσεις που έχουν γίνει μέχρι σήμερα, ενώ εκκρεμούν κι άλλες.
Για όλους αυτούς, ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δε δεσμεύεται να αποκαταστήσει τους μισθούς στα επίπεδα πριν τα μνημόνια, όχι μόνο δεν υπόσχεται να ανακαλέσει τις χιλιάδες απολύσεις, αλλά δεν δεσμεύεται καν να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό, ως το ελάχιστο μέτρο ανακούφισης των εργαζομένων στο Δημόσιο.
Εδώ υπάρχει και μια ακόμα πλευρά, που έχει να κάνει με το ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ στο κίνημα. Οταν οι κυβερνήσεις της περασμένης πενταετίας ψήφιζαν μέτρα που ισοπέδωναν τους μισθούς και τα δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ στην ΟΛΜΕ, στη ΔΟΕ, στην ΑΔΕΔΥ και αλλού, έβαζαν ζήτημα για «πολιτική απεργία διαρκείας» ενάντια στα μέτρα.
Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ καιροφυλακτεί να κυβερνήσει, αρνούνται να υιοθετήσουν την πρόταση των δυνάμεων του ΠΑΜΕ για τη διεκδίκηση όλων των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο από την εφαρμογή των εφαρμοστικών νόμων! Αντ' αυτού, λένε πως τα συνδικαλιστικά τους όργανα έχουν ψηφισμένο πλαίσιο διεκδικήσεων, το οποίο, όλως τυχαίως, σχεδόν ταυτίζεται με το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ... Ο νέος εργοδοτικός 0 κυβερνητικός συνδικαλισμός σε όλο του το μεγαλείο.
Δεν θα ζήσουμε με ψίχουλα!
Το σύνθημα που ανέδειξε το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα με το πανελλαδικό συλλαλητήριο την 1η Νοέμβρη, «δεν θα ζήσουμε με ψίχουλα», διατηρεί αυτούσια την επικαιρότητά του. Το σύνθημα αυτό πρέπει να απευθύνουν οι εργαζόμενοι και μπροστά στις εκλογές, σε όλα τα κόμματα που θέλουν να τους συμβιβάσουν με τη διαχείριση της φτώχειας και της μιζέριας, που προσπαθούν να τους πείσουν ότι είναι μάταιο να διεκδικούν την ανάκτηση τουλάχιστον των απωλειών που είχαν το διάστημα της κρίσης.
Αν ο λαός συμβιβαστεί μ' αυτή τη λογική, αν τους πει με την ψήφο του ότι του φτάνουν τα ψίχουλα για να ζήσει την οικογένειά του, η επόμενη μέρα θα είναι χειρότερη και με δική του ευθύνη.
Για να βρεθεί σε καλύτερη θέση, χρειάζεται ισχυρό ΚΚΕ. Χρειάζεται κίνημα ταξικά προσανατολισμένο, λαϊκή συμμαχία, που θα παλεύει για την ανάκτηση των απωλειών των εργαζομένων και του λαού, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους, σε σύγκρουση με τα μονοπώλια, την ΕΕ και την πολιτική των κομμάτων τους. Πίσω από αυτή τη γραμμή, ο λαός θα συνεχίσει να μετράει ήττες, ανεξάρτητα από το ποιος και με ποιους θα κυβερνήσει την επόμενη μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ