9 Απρ 2018

Ο Κιμ, το κουμπί και το πυρηνικό πρόγραμμα της ΛΔ Κορέας

Σήμερα ο Κιμ Γιονγκ Ουν, ο ηγέτης της ΛΔ Κορέας, έχει γενέθλια και με αυτήν την αφορμή, αντιγράψαμε και δημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο της Φραγκίσκας Μεγαλούδη “στη χώρα των Κιμ”, το οποίο αναφέρεται στο πυρηνικό πρόγραμμα της Κορέας, τους λόγους που οδήγησαν την πολιτική ηγεσία της χώρας στην ανάπτυξη τέτοιου προγράμματος και ένα σύντομο ιστορικό με τις διακυμάνσεις και τις προοπτικές του. Υπόψη πως το βιβλίο γράφτηκε και κυκλοφόρησε το 2015, οπότε τα στοιχεία και κάποιοι χρονικοί προσδιορισμοί αναφέρονται σε εκείνη τη χρονιά.
Το πυρηνικό πρόγραμμα της ΛΔ Κορέας
Στο επίκεντρο όλων αυτών των εντάσεων βρίσκεται το πυρηνικό πρόγραμμα της Κορέας, το οποίο η χώρα έχει δηλώσει ξεκάθαρα πως η χώρα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει.
Υπολογίζεται ότι το πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας διαθέτει 10 με 16 όπλα, τα οποία περιλαμβάνουν 6 με 8 συσκευές πλουτωνίου και 4 με 8 όπλα εμπλουτισμένου ουρανίου. Αν και οι πληροφορίες δεν είναι εύκολο να διασταυρωθούν, μία μελέτη που δημοσίευσε το Ινστιτούτο ΗΠΑ-Κορέας του τμήματος Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του John Hopkins (2015) υποστηρίζει ότι η Β. Κορέα διαθέτει πυρηνικές κεφαλές ικανές να πλήξουν στόχους σε Νότια Κορέα και Ιαπωνία.
Η ιστορία με τα πυρηνικά της Κορέας δεν είναι καινούρια. Η απόκτησή τους αποτελούσε στρατηγικό στόχο για πάνω από πέντε δεκαετίες και η κυβέρνηση έβλεπε (και βλέπει) στα πυρηνικά όπλα την επιβίωσή της, τόσο από εσωτερικούς όσο και από εξωτερικούς εχθρούς. Σίγουρα οι Kim διδάχτηκαν πολλά τόσο από την τύχη του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά και από τα πρόσφατα γεγονότα της Λιβύης, με τον εκτοπισμό και την εξόντωση του Μουαμάρ Καντάφι, ύστερα από την επέμβαση των δυτικών. Για τους Kim, μια Κορέα – πυρηνική υπερδύναμη θα θεωρηθεί ισότιμος συνομιλητής των ΗΠΑ και θα μπορεί να επιβάλλει τη γραμμή της και να ασκεί πίεση στη Νότια Κορέα. Παράλληλα, στα πυρηνικά βλέπει το δρόμο για την οικονομική ανάπτυξη. Άλλωστε η επίσημη πολιτική είναι η γραμμή byungjin, βάσει της οποίας η Βόρεια Κορέα επιζητά ταυτόχρονη οικονομική ανάπτυξη, αλλά και μετατροπή σε πυρηνική δύναμη.
Μέχρι το 1989 η Κορέα στήριζε το αμυντικό δόγμα της στην απόκτηση ισχυρού οπλοστασίου, κατασκευάζοντας παράλληλα μεγάλα καταφύγια σε όλη τη χώρα. Ο Kim Il-sung αντιμετώπιζε τα πυρηνικά όπλα με σκεπτικισμό και τα θεωρούσε περισσότερο ένα διπλωματικό εργαλείο, παρά μέσο πολέμου. Ο ίδιος άλλωστε είχε δηλώσει ότι τα πυρηνικά δε θα χρησιμοποιούνταν ποτέ σε κορεατικό έδαφος. Το 1985 η Βόρεια Κορέα υπέγραψε το σύμφωνο μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων (Non-Proliferation Treaty ή ΝΡΤ), το οποίο σκοπεύει στην αποτροπή της διάδοσης των πυρηνικών όπλων, δεσμεύεται για την καταστροφή τους και προωθεί τη συνεργασία μεταξύ των χωρών για την ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας. Καθυστέρησε, όμως, πέντε χρόνια να υπογράψει τη συμφωνία με την Υπηρεσία Διεθνούς Ατομικής Ενέργειας για έλεγχο των πυρηνικών της εγκαταστάσεων. Όταν το 1993 οι επιθεωρητές ζήτησαν να προχωρήσουν σε ελέγχους των αποθεμάτων πλουτωνίου στο πυρηνικό εργοστάσιο Yongbyon, η χώρα απείλησε με αποχώρηση από το Σύμφωνο. Παρόλα αυτά, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 90′ υπήρξαν περιθώρια συνεννόησης, με αντάλλαγμα καλύτερες σχέσεις με τις ΗΠΑ που θα εξουδετέρωναν και τις όποιες απειλές.
Το 1993 η Κορέα και το Ισραήλ είχαν προχωρήσει σε εμπορικές και διπλωματικές συμφωνίες, βάσει των οποίων το Ισραήλ θα αναγνώριζε διπλωματικά τη Βόρεια Κορέα και θα προχωρούσε σε επενδύσεις, και η Κορέα με τη σειρά της θα σταματούσε κάθε πώληση όπλων στη Μέση Ανατολή -και στο Ιράν- παράλληλα με το πάγωμα του πυρηνικού της προγράμματος. Όπως ανέφεραν τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, η Πιονγκ Γιανγκ θα πωλούσε ένα ορυχείο χρυσού στο Ισραήλ, το οποίο θα προχωρούσε σε επένδυση ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων από δωρεές εβραίων της διασποράς. Για το Ισραήλ ήταν μια ευκαιρία να σταματήσει η πώληση πυραύλων Skud-D από την Κορέα στη Συρία, το Ιράκ, αλλά κυρίως το Ιράν αποκόπτοντας έτσι τις χώρες αυτές από μία σημαντική πηγή εξοπλισμού. Η συμφωνία όμως δεν πρόλαβε ποτέ να γίνει πράξη, καθώς, όπως ανακοίνωσε εκπρόσωπος του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών, ύστερα από αμερικανικές πιέσεις, το Ισραήλ αποχώρησε, σεβόμενο τη δυσαρέσκεια των ΗΠΑ για τις επαφές αυτές. Ως αντίποινα, η Πιονγκ Γιανγκ προχώρησε σε εκτόξευση πυραύλων.
Ακολούθησε ένας ακόμα γύρος διαπραγματεύσεων, που οδήγησε στην υπογραφή συμφώνου συνεργασίας το 1994, βάσει του οποίου η Βόρεια Κορέα θα σταματούσε το πυρηνικό πρόγραμμα και οι ΗΠΑ θα προμήθευαν τη χώρα με καύσιμα αλλά και με τεχνολογία, ώστε να αναπτύξει πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς.
Τα γεγονότα όμως του Ιράκ και η εκλογή George W. Bush, ο οποίος τοποθέτησε τη Βόρεια Κορέα στον “άξονα του κακού”, άλλαξαν τα δεδομένα και η συμφωνία κατέρρευσαν στα τέλη του 2002.  Το 2003 η χώρα αποχωρεί από το σύμφωνο μη διάδοσης πυρηνικών, εν μέσω κατηγοριών ότι χρησιμοποίησε τη συμφωνία για συνεργασία στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας για να αποκτήσει πρόσβαση σε εμπλυτισμένο ουράνιο με σκοπό την κατασκευή όπλων.
Ακολουθούν νέες διαπραγματεύσεις το 2005 με την Πιονγκ Γιανγκ να συμφωνεί στο πάγωμα των πυρηνικών και τις ΗΠΑ να δεσμεύονται για ανθρωπιστική βοήθεια στη χώρα, αλλά και παροχή καυσίμων: 50.000 τόνοι το 2005 και 900.000 τόνοι το 2007. Για άλλη μια φορά οι διαπραγματεύσεις αποτυγχάνουν. Ο Bush δηλώνει ότι, παρά τις συμφωνίες, οι κυρώσεις εναντίον της Κορέας θα παραμείνουν, ενώ η Ουάσιγκτον απορρίπτει την έκθεση 60 σελίδων που παραδίδει η χώρα σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα, ως ανακριβή. Οι ΗΠΑ -υπό την επιρροή και της σκληροπυρηνικής πτέρυγας των Cheney και Bolton- αρνούνται να τηρήσουν τη συμφωνία και δεν παραδίδουν ένα μέρος των καυσίμων. Το Σεπτέμβριο του 2007 το Ισραήλ, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης Ορχιδέα, βοβμαρδίζει τη θέση Al Kibar στη Συρία και δέκα Βορειοκορεάτες εργάτες χάνουν τη ζωή τους. Αν και δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς έκαναν εκεί, τα στοιχεία δείχνουν ότι εργάζονταν στην κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρια στο συριακό έδαφος. Η συριακή κυβέρνηση αρνήθηκε τις κατηγορίες αυτές, ενώ υπήρξε μια γενική σιωπή στη διεθνή διπλωματία γύρω από το βομβαρδισμό. Χρειάστηκε να περάσουν πέντε χρόνια και να φτάσουμε το 2011 για να επιβεβαιώσει ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, ο οποίος συνέλεξε δείγματα χώματος από το σημείο, ότι επρόκειτο για πυρηνικό αντιδραστήρα. Όπως και να έχει, όμως, η Βόρεια Κορέα αν και δεν έδωσε καμία επίσημη εξήγηση για το τι έκαναν εκεί οι πολίτες της, άρχισε να σκληραίνει πάλι τη στάση της μετά από αυτά τα επεισόδια. Στα μέσα Αυγούστου του 2008 διώχνει τους επιθεωρητές ατομικής ενέργειας και απειλεί να συνεχίσει το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Η επέμβαση στη Λιβύη το 2011 και ο θάνατος του Καντάφι, οκτώ χρόνια αφότου είχε παραδώσει το οπλοστάσιό του, έκανε την Πιονγκ Γιανγκ να εντείνει το πυρηνικό της πρόγραμμα και να αρχίσδι την ενεργή ανάπτυξή του. Η χώρα προσπαθεί να αποκομίσει πολιτικά οφέλη και η ρητορική που ακολουθεί, θυμίζει την αντίστοιχη πολιτική των ΗΠΑ και της Ρωσίας, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, με εκατέρωθεν απειλές για αντίποινα και επιδείξεις ισχύος. Φαίνεται πως η Πιονγκ Γιανγκ εφαρμόζει πολιτική αποτροπής (deterrence) και θέλει να πείσει ότι η ικανότητά της για αντίποινα είναι πραγματική και ότι διαθέτει την αντίστοιχη πυρηνική δύναμη για να τα πραγματοποιήσει. Με άλλα λόγια, προειδοποιεί τις ΗΠΑ και τη Νότια Κορέα για σοβαρά αντίποινα, χάρη στα πυρηνικά όπλα που διαθέτει, και τις αποτρέπει έτσι από το να της επιτεθούν.
Αυτή η αμυντική γραμμή απαιτεί να ενσωματώσει τα πυρηνικά όπλα στο ευρύτερο στρατιωτικό της δόγμα, κάτι που σταδιακά ήδη συμβαίνει. Απαιτεί παράλληλα και αποκέντρωση, καθώς θα πρέπει να δοθεί και κάποια δυνατότητα αποφάσεων σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους ειδικευμένους στο θέμα των πυρηνικών. Αυτό ακόμα η ηγεσία δε φαίνεται έτοιμη να το πράξει. Η στάση των ΗΠΑ μέχρι σήμερα είναι να αγνοούν την Πιονγκ Γιανγκ, όσο η τελευταία δεν παραδίδει το πυρηνικό της οπλοστάσιο. Παράλληλα, η επιβολή κυρώσεων (στο φαντασιακό της Ουάσιγκτον) θα γονάτιζε την οικονομία της χώρας, η οποία θα αναγκαζόταν έτσι να προχωρήσει σε συμφωνία, αποδεχόμενη όλους τους όρους που θα θέσουν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί της. Αυτή η στάση είχε κάποια λογική μέχρι το 2006, όταν η Βόρεια Κορέα ζητούσε πολιτικές και οικονομικές παραχωρήσεις από τη Δύση και ήταν πρόθυμη να συζητήσει μια συμφωνία τερματισμού του πυρηνικού της προγράμματος. Σε αυτό ευνοούσε και η λεγόμενη “ηλιόλουστη πολιτική” (sunshine policy) της Νότιας Κορέας που διήρκεσε από το 1998 μέχρι τις αρχές του 2007. Η πολιτική αυτή αναγνώριζε ότι, παρόλα τα προβλήματα του Βορρά, το καθεστώς δε θα καταρρεύσει και η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών είναι μονόδρομος. Έτσι, ο νότος διαχώρισε την πολιτική από την οικονομία, διευκόλυνε τις επενδύσεις ιδιωτών στο βορρά και αύξησε την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας χωρίς προαπαιτούμενα. Οι συντηρητικοί κύκλοι όμως μες στη Νότια Κορέα και κυρίως οι ΗΠΑ δεν είδαν ποτέ με καλό μάτι την προσέγγιση αυτή, η οποία έληξε άδοξα με τις εκλογές του 2007 και τη νέα κυβέρνηση στη Νότια Κορέα.
Σήμερα τα δεδομένα έχουν αλλάξει πολύ από τότε. Η Βόρεια Κορέα ξεκαθάρισε ότι δεν εγκαταλείπει το πυρηνικό της πρόγραμμα και το 2012, με άρθρο στο Σύνταγμα, επικύρωσε τη θέση της ως “πυρηνικής δύναμης”. Παρόλα αυτά φαίνεται πρόθυμη να συζητήσει το πάγωμα μελλοντικών δραστηριοτήτων -διατηρώντας όμως ανέπαφο το υπάρχον οπλοστάσιο- με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια και διεθνή αναγνώριση. Οι ΗΠΑ αρνούνται να συζητήσουν αυτό το ενδεχόμενο και απαιτούν πλήρη καταστροφή, κάτι που φυσικά η Πιονγκ Γιανγκ δε δέχεται κι έτσι οι συζητήσεις δεν καταλήγουν πουθενά. Ή μάλον δεν αρχίζουν καν.
Οι ΗΠΑ δεν εμπιστεύονται τη Βόρεια Κορέα λόγω και της προηγούμενης αποχώρησης από το Σύμφωνο χωρίς να τηρήσει καμία υποχρέωση. Από την άλλη, το κόστος μιας τέτοιας συμφωνίας ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία, για όποιον Αμερικανό πρόεδρο ή έστω διπλωμάτη την επιχειρήσει. Θα είναι πρακτικά αδύνατο να εξηγήσει και να κερδίσει τη στήριξη της Γερουσίας και της κοινής γνώμης, ένας πολιτικός που θα δώσει στη Βόρεια Κορέα όσα ζητάει και θα πάρει ως αντάλλαγμα μόνο μια υπόσχεση για το πάγωμα των μελλοντικών της δραστηριοτήτων. Το ερώτημα που τίθεται από τη δυτική διπλωματία είναι αν και πόσο μπορεί η Δύση να εμπιστευετεί μια απρόβλεπτη βορειοκορεατική κυβέρνηση, τη στιγμή μάλιστα που θα έχει κι ανεπτυγμένο πυρηνικό πρόγραμμα.
Καθώς λύση δε φαίνεται να υπάρχει, η κατάσταση είναι πλέον αδιέξοδη. Ο χρόνος όμως κυλάει τελικά υπέρ του νεαρού Kim, ο οποίος αναπτύσσει ταχύτατα το πρόγραμμά του και η κατάσταση σε πέντε χρόνια από τώρα σίγουρα θα είναι πολύ πιο κρίσιμη. Η Δύση καλείται να διαλέξει είτε να προχωρήσει σε μια γενναία συζήτηση τώρα, με ειλικρινές πνεύμα διαπραγματεύσεων, είτε να έχει να αντιμετωπίσει ένα πολύ πιο εξελιγμένο πρόγραμμα σε λίγα χρόνια. Για την επιτυχία όμως κάθε διαπραγμάτευσης απαιτείται αμοιβαία εμπιστοσύνη, και αυτή δεν πρόκειται να υπάρξει όσο συνεχίζεται η γελοιοποίηση της βορειοκορεατικής ηγεσίας και εντείνονται συνεχώς οι κυρώσεις που αποδεδειγμένα δε φέρνουν κανένα αποτέλεσμα. Από την πλευρά της η ηγεσία της Βόρειας Κορέας, αν επιθυμεί την οικονομική βοήθεια, που έχει ανάγκη, οφείλει να προσέλθει στις διαπραγματεύσεις χωρίς απρόβλεπτες αντιδράσεις.
(…)
Η Δύση εδώ και 70 χρόνια περιμένει την πτώση των Kim. Όπως φαίνεται, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον. Η αμφισβήτηση στο εσωτερικό της χώρας παραμένει ανύπαρκτη. Και το τελευταίο “ξεκαθάρισμα λογαριασμών” με την εκτέλεση ή απομάκρυνση αξιωματούχων και υπουργών, μάλλον δηλώνει ότι ο νεαρός Kim εδραιώνει την εξουσία του, σχηματίζοντας το δικό του κύκλο εμπίστων.

ΣΥΡΙΑ Συγκρούσεις συμφερόντων και «συμμαχιών»...





Τα αμερικανικά στρατεύματα στο Μάνμπιτζ της Β. Συρίας παραμένουν μέχρι νεωτέρας...
Copyright 2018 The Associated
Τα αμερικανικά στρατεύματα στο Μάνμπιτζ της Β. Συρίας παραμένουν μέχρι νεωτέρας...
Κλιμακώνονται οι ανταγωνισμοί ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στα πεδία συγκρούσεων στη Συρία για την προώθηση των συμφερόντων και πρόσχημα την εξεύρεση «πολιτικής λύσης». Παράλληλα, οι κόντρες σε επίπεδο συμμάχων κορυφώνονται δίπλα στις ανακοινώσεις επιβεβαίωσης των λυκοσυμμαχιών τους, με χαρακτηριστικότερες τις αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ Τουρκίας και Ιράν που, μαζί με τη Ρωσία, αποτελούν τις τρεις αυτόκλητες «εγγυήτριες δυνάμεις» της «εκεχειρίας στη Συρία» και τις συγκρούσεις μεταξύ συμμάχων εντός της Βορειοατλαντικής συμμαχίας, όπως συμβαίνει εδώ και καιρό ανάμεσα π.χ. στην Τουρκία, από τη μια μεριά, και τις ΗΠΑ και τη Γαλλία, από την άλλη.

Η τριμερής Σύνοδος στην Αγκυρα
Χαρακτηριστικά ήταν όσα ακούστηκαν στη Σύνοδο της Αγκυρας που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη κατά τη συνάντηση των ηγετών Ρωσίας, Βλ. Πούτιν, Τουρκίας, Ρ. Τ. Ερντογάν, και Ιράν, Χ. Ροχανί.
Οι Πούτιν, Ερντογάν και Ροχανί σε κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν ισχυρίστηκαν ότι επιδιώκουν την «εξεύρεση πολιτικής λύσης» στον πόλεμο της Συρίας και επιθυμούν τη διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της πολύπαθης χώρας. Αυτό, ωστόσο, οι τρεις προσπαθούν να το πετύχουν, κλιμακώνοντας τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις στο συριακό έδαφος, προωθώντας ευρύτερα, μακροπρόθεσμα γεωπολιτικά σχέδια που επί του παρόντος συγκλίνουν σε κάποια σημεία αλλά αργότερα δεν αποκλείεται να βρεθούν ακόμη και σε τροχιά σύγκρουσης.
Οι Τούρκοι φαίνονται διατεθειμένοι να κλιμακώσουν τις χερσαίες επιθέσεις έναντι Κούρδων μαχητών στη Βόρεια Συρία. Μετά την κατάληψη του Αφρίν στις 18 Μάρτη, επιδιώκουν να καταλάβουν και άλλες κουρδικές περιοχές όπως π.χ. οι πόλεις Ταλ Ριφάατ και Μάνμπιτζ, όπου βρίσκονται ειδικές δυνάμεις και στρατεύματα από ΗΠΑ, Γαλλία, Βρετανία κ.α. Εντούτοις, τις τελευταίες μέρες στο Μάνμπιτζ παρατηρείται έντονη στρατιωτική κινητικότητα με πληροφορίες Κούρδων αξιωματούχων να αναφέρουν αύξηση των Γάλλων κομάντος, αύξηση των χαρακωμάτων, των παρατηρητηρίων ελέγχου και τη δημιουργία δύο νέων αμερικανικών μικρών στρατιωτικών βάσεων στην πόλη. Παρ' όλα αυτά, ο Ρ. Τ. Ερντογάν ήταν ξεκάθαρος την Τετάρτη δηλώνοντας: «Η Τουρκία δεν θα σταματήσει μέχρι να εξασφαλιστούν όλες οι περιοχές υπό τον έλεγχο του YPG και του ΡΚΚ, συμπεριλαμβανομένου και του Μάνμπιτζ... Δεν θα επιτρέψουμε ποτέ ούτε η Συρία, ούτε η περιοχή μας να δεχτεί επίθεση από ορισμένες τρομοκρατικές ομάδες. Η Τουρκία δεν θα βρει ειρήνη, αν δεν βρει η Συρία». Πρόσθεσε ακόμη ότι η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας εξαρτάται από τη «διατήρηση της απόστασης από όλες τις τρομοκρατικές οργανώσεις», επαναλαμβάνοντας ότι για την Αγκυρα δεν υπάρχει «καμία διαφορά» ανάμεσα στην οργάνωση ΥPG (ένοπλη πτέρυγα του κουρδικού Κόμματος Δημοκρατικής Ενωσης), στο ΡΚΚ και το «Ισλαμικό Κράτος».
Ωστόσο, σε κατ' ιδίαν συνάντηση, που είχε νωρίτερα με τον Ιρανό ομόλογό του, Χασάν Ροχανί, ο Ερντογάν φέρεται πως δέχτηκε έντονες πιέσεις, προκειμένου να παραδώσει «σύντομα» το Αφρίν στο συριακό στρατό. Σε σχετικό ρεπορτάζ της ιρανικής τηλεόρασης, ο Ροχανί απευθυνόμενος στον Τούρκο ομόλογό του επισήμανε πως το Αφρίν θα πρέπει να παραδοθεί στο συριακό στρατό. «Οι εξελίξεις στο Αφρίν μπορούν να είναι χρήσιμες μόνον αν δεν παραβιαστεί η εδαφική ακεραιότητα της Συρίας», είπε με νόημα. Επίσης, φέρεται πως αποδοκίμασε την τακτική των ΗΠΑ στη Συρία, τονίζοντας ότι «ορισμένες χώρες, όπως η Αμερική, υποστηρίζουν τρομοκρατικές οργανώσεις όπως το "Ισλαμικό Κράτος" επειδή εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους». Επίσης, φέρεται να ζήτησε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων που δεν έχουν την έγκριση της συριακής κυβέρνησης, «φωτογραφίζοντας» ξεκάθαρα και την Τουρκία, που για την κυβέρνηση του Σύρου Προέδρου, Μπασάρ Ασαντ, θεωρείται ξεκάθαρα δύναμη εισβολής.
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος Βλ. Πούτιν επέστησε την προσοχή στις προσπάθειες μεταπολεμικής ανοικοδόμησης στη Συρία. «Συμφωνήσαμε σε συγκεκριμένες προσπάθειες για τη μεταπολεμική ανοικοδόμηση πρωτίστως με την κατασκευή κοινωνικών εγκαταστάσεων και υποδομών», είπε, προσθέτοντας ότι ήδη οι ρωσικές εταιρείες έχουν αναμειχθεί ενεργά σε αριθμό έργων που υλοποιούνται «ακόμη και σε περιοχές που ως πρόσφατα ήταν υπό τον έλεγχο τρομοκρατών».
Ο γερμανικός και ο γαλλικός Τύπος προσπάθησε να υποβαθμίσει το περιεχόμενο και τη σημασία της συνάντησης επισημαίνοντας τις αντιφάσεις στο εσωτερικό της συμμαχίας των τριών. Επιδίωξη παραμένει να κρατηθεί η Τουρκία εντός ΝΑΤΟικού στρατοπέδου.
Προτάσεις Τραμπ για «αποχώρηση» στρατευμάτων των ΗΠΑ
Πλάι σε αυτές τις εξελίξεις θα πρέπει κανείς να δει και τις προτάσεις που διατυπώνει ο Αμερικανός Πρόεδρος, Ντ. Τραμπ, για «ταχεία» αποχώρηση των περίπου 2.000 Αμερικανών στρατιωτών που βρίσκονται στη βορειοανατολική Συρία. Πληροφορίες των «Τάιμς της Ν. Υόρκης», της «Ουάσιγκτον Ποστ» και του CNN αναφέρουν πως ο Τραμπ θέλει να «ολοκληρωθεί» η αποστολή των αμερικανικών στρατευμάτων στη Συρία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοέμβρη στο Κογκρέσο, ώστε να «ρευστοποιήσει» την «επιτυχία» που θα προσπαθήσει να «πουλήσει» σε μέρος του εκλογικού σώματος περί της «νίκης που πέτυχε κατά του "Ισλαμικού Κράτους" στη Συρία». Φέρεται, επίσης, να πιέζει πλούσιες μοναρχίες του Κόλπου να αναλάβουν αυτές το κόστος της ανοικοδόμησης στη Συρία και να δώσουν αφενός 4 δισεκατομμύρια δολάρια για αυτόν το σκοπό ή και να αναπτύξουν «άμα χρειαστεί» δικά τους στρατεύματα στο συριακό έδαφος!
Αυτές οι προτάσεις, ωστόσο, είναι σε πλήρη αντίθεση με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ διευρύνουν τις βάσεις τους στη Βόρεια Συρία. Επίσης, τα επιτελεία του στρατού και των υπηρεσιών «Εθνικής Ασφάλειας» διαφωνούν με το σενάριο αποχώρησης, καθώς έτσι θα διακυβευτούν τα αμερικανικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Με τον Τραμπ, επίσης, διαφωνεί και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, που του τηλεφώνησε το βράδυ της Τετάρτης για να του επισημάνει πως τυχόν βιαστική αποχώρηση των Αμερικανών από τη Συρία θα «εκθέσει σε κινδύνους» και το Ισραήλ, αφού το «κενό θα αναπληρωθεί όχι μόνον από τα στρατεύματα του Ασαντ και της Ρωσίας αλλά και από αυτά του Ιράν».
Είναι συνεπώς πρόδηλο πως οι επεμβάσεις των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στη Συρία θα ενταθούν ακόμη περισσότερο το επόμενο διάστημα, καθώς οι συγκρούσεις συμφερόντων σε διάφορα επίπεδα είναι μεγάλες. Το διακύβευμα είναι οι σφαίρες επιρροής, οι ενεργειακοί δρόμοι και οι αγορές. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό για τα κέρδη των καπιταλιστών είναι που θυσιάζονται οι λαοί, με τους χιλιάδες νεκρούς και τα εκατομμύρια ξεριζωμένους από τον τόπο τους.

Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ

ΤΟΥΡΚΙΑ - ΕΕ Ενα σκληρό και περίπλοκο παζάρι που θα δυναμώσει


Είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις και αναλύσεις με αφορμή την τελευταία Σύνοδο των δύο πλευρών

Από την τελευταία Σύνοδο ΕΕ - Τουρκίας στη Βάρνα της Βουλγαρίας, της χώρας που έχει την εξαμηνιαία προεδρία
Από την τελευταία Σύνοδο ΕΕ - Τουρκίας στη Βάρνα της Βουλγαρίας, της χώρας που έχει την εξαμηνιαία προεδρία
«ΗΠΑ και ΕΕ πρέπει να εργαστούν για να εμποδίσουν την Τουρκία να "ξεγλιστρήσει" από τη Δύση».
Αυτός είναι ο τίτλος που δίνει σε δημοσίευμά του στις 26 Μάρτη 2018 το «USNI News», η ειδησεογραφική ιστοσελίδα του United States Naval Institute (USNI), μιας μη κερδοσκοπικής στρατιωτικής οργάνωσης, παροχής συμβουλών και διοργάνωσης συζητήσεων για θέματα που αφορούν την άμυνα και ασφάλεια των ΗΠΑ.
Φιλοξενώντας αποσπάσματα από συζήτηση που οργάνωσε το «Ινστιτούτο Μπρούκινγκς», το USNI αναδεικνύει ότι η σχέση Δύσης - Τουρκίας, οι «τριβές» που παραμένουν, αλλά και η συνεργασία που διατηρείται σε μια σειρά κρίσιμα πεδία, αποτελούν μέρος ενός σκληρού και περίπλοκου ενδοϊμπεριαλιστικού παζαριού, που θα δυναμώσει, παρασύροντας τους λαούς σε όλο και μεγαλύτερους κινδύνους.
Σημειώνεται ότι το USNI δημιουργήθηκε το 1873 και σήμερα μετρά 50.000 μέλη, κυρίως ενεργούς ή εν αποστρατεία αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού, του Σώματος Πεζοναυτών και της Ακτοφυλακής των ΗΠΑ. Πρόεδρός του είναι ο Ελληνοαμερικανός ε.α. στρατηγός, πρώην διοικητής του ΝΑΤΟ Τζέιμς Σταυρίδης.
Παρουσιάζοντας τη συζήτηση που έγινε στο «Μπρούκινγκς», το σχετικό δημοσίευμα του USNI αναφέρει εισαγωγικά: «Καθώς η προσέγγιση της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν μεγαλώνει (...) ένα πάνελ ειδικών συμφώνησαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ενωση χρειάζονται να χρησιμοποιήσουν την ικανότητα "μόχλευσής" τους σε ζητήματα οικονομίας και ασφάλειας για να τραβήξουν την Αγκυρα πίσω προς τη Δύση...».
Στην εκδήλωση τοποθετήθηκε, μεταξύ άλλων, ο Ερικ Εντελμαν, πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Αγκυρα (2003 - 2005), υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ και γενικά η Δύση πρέπει να υιοθετήσει μια «πολύ "συναλλακτική" προσέγγιση» για να αντιμετωπίσει τη σημερινή Τουρκία. «Η συναλλακτική προσέγγιση έχει αποδειχτεί πολύ επιτυχημένη κατά το παρελθόν στην περίπτωση της Γερμανίας και σήμερα για αυτήν της Ρωσίας».
Στην ίδια συζήτηση, ο εκπρόσωπος του ερευνητικού Αμερικανικού Ινστιτούτου Γερμανικών Σπουδών (American Institute for Contemporary German Studies) Στίβεν Σζάμπο σημείωσε: «Δεν μπορούμε να χάσουμε την Τουρκία», μέσα από μια «πολιτική εγκατάλειψής» της από ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ. Μόνο η Γερμανία διαθέτει 6.000 - 7.000 εταιρείες που επιχειρούν στην Τουρκία, επιπλέον φιλοξενεί μια μεγάλη τουρκική κοινότητα εντός των συνόρων της, πρόσθεσε.
Ο Κεμάλ Κιρίσι, ανώτερος συνεργάτης της μεγαλύτερης τουρκικής εργοδοτικής οργάνωσης TUSIAD αλλά και του «Μπρούκινγκς», σε ζητήματα Τουρκίας, υπογράμμισε ότι, ειδικά στον τομέα της Ασφάλειας, η αεροπορική βάση των ΗΠΑ στο Ιντσιρλίκ παραμένει σημαντική για τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ στη Συρία και ως «προκεχωρημένο φυλάκιο ενάντια» στη ρωσική περιπέτεια («adventurism») στη Μαύρη Θάλασσα.
Το αλισβερίσι ΕΕ - Τουρκίας
Ενδεικτικό των αντιθέσεων αλλά και των αλληλεξαρτώμενων συμφερόντων Τουρκίας - Δύσης είναι και το αλισβερίσι που έχουν στήσει Αγκυρα και Βρυξέλλες, όπως επιβεβαιώθηκε και στη διμερή Σύνοδο Κορυφής που έγινε στη Βάρνα της Βουλγαρίας στις 26 Μάρτη.
Από την πλευρά της Τουρκίας, ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, πριν αναχωρήσει για τη Βάρνα, ισχυρίστηκε ότι η Αγκυρα «διατηρεί το στρατηγικό στόχο της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση και θα συνεχίσει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ». Μετά τη Σύνοδο εξέφρασε την ελπίδα ότι «αφήσαμε πίσω τη δύσκολη περίοδο για τις σχέσεις Τουρκίας - ΕΕ» και χαρακτήρισε «μεγάλο λάθος» το να μείνει η Τουρκία εκτός της διεύρυνσης.
Από την πλευρά της ΕΕ, ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, είπε ότι θα ήθελε «η Τουρκία να αποτελέσει έναν πραγματικό στρατηγικό εταίρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης», προσθέτοντας ότι ΕΕ και Τουρκία χρειάζονται έναν ανοιχτό και ειλικρινή διάλογο, έχουν πολλά κοινά συμφέροντα και κοινές προκλήσεις στις οποίες χρειάζεται να εργαστούν μαζί. Ενώ ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, αν και ανέφερε ότι δεν υπήρξαν σαφείς απαντήσεις από την Τουρκία «σε έναν μακρύ κατάλογο ανησυχιών», συμπλήρωσε ότι «αναφορικά με συγκεκριμένες λύσεις, δεν καταλήξαμε σε κανέναν συμβιβασμό σήμερα...». Ωστόσο, συνέχισε, «εξακολουθώ να ελπίζω ότι αυτό θα καταστεί δυνατό στο μέλλον... Μόνο η πρόοδος σε αυτά τα ζητήματα θα μας επιτρέψει να βελτιώσουμε τις σχέσεις ΕΕ - Τουρκίας, περιλαμβανομένης της διαδικασίας ένταξης».
Τρεις μέρες πριν τη Σύνοδο, στις 23 Μάρτη, το ίδρυμα «Στράτφορντ» επισήμαινε σε εκτενή του ανάλυση: «Η σχέση της Τουρκίας με την ΕΕ είναι περίπλοκη». Ανάμεσα σε άλλα, υποστήριζε ότι εξαιτίας πολλών «άλυτων διαφωνιών» και παρά «τις ενταξιακές φιλοδοξίες της Τουρκίας, είναι απίθανο το να μπει στην Ενωση στα επόμενα χρόνια, αν αυτό γίνει ποτέ. Κι αφού μια πλήρης ένταξη δεν είναι δυνατή, Τουρκία και ΕΕ θα συνεργαστούν κατά περίπτωση σε τομείς στους οποίους μοιράζονται κοινά συμφέροντα...».
Ενώ σε άλλο σημείο αναφερόταν: «Είναι πολλά αυτά που διακυβεύονται από τη σχέση ΕΕ - Τουρκίας, (και) για τις δύο πλευρές, για να σταματήσουν να εργάζονται από κοινού (έστω) σε ορισμένα θέματα. Οι εμπορικοί δεσμοί των δύο πλευρών είναι ισχυροί και εκατομμύρια Τούρκοι ζουν μια αξιοπρεπή ζωή σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ χιλιάδες ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρούν στην Τουρκία.
Ακόμα παραπέρα, η Τουρκία αποτελεί ένα σημαντικό παίκτη σε διάφορες συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και η ΕΕ ενδιαφέρεται πολύ να εργαστεί για τη σταθερότητα σε αυτήν την περιοχή, αφού οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή αυξάνουν τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη, διαταράσσουν τις τιμές της Ενέργειας και αυξάνουν τον κίνδυνο της τρομοκρατίας...».
Βεβαίως, αυτό για το οποίο η Μέση Ανατολή προκαλεί μεγάλο «ενδιαφέρον» και στην ΕΕ, είναι ότι η γεωγραφική της θέση και ο μεγάλος φυσικός της πλούτος καθιστούν τις ισορροπίες σε αυτή καθοριστικές για έναν ευρύτερο γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων. Με δεδομένες μάλιστα και τις ενισχυμένες φιλοδοξίες της ΕΕ να αναπτύξει τη στρατιωτική και επενδυτική της δράση σε διάφορες γωνιές του πλανήτη ακόμα πιο «αυτοτελώς» (ενώ αυξάνονται οι «τριβές» και μεγαλώνουν οι αντιθέσεις με τις ΗΠΑ), είναι σίγουρο πως και η συνεργασία με την Τουρκία εξετάζεται και από την πλευρά των «προοπτικών» που μπορεί να ανοίξει στα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και γενικά τα ευρωπαϊκά μονοπώλια.
Ετσι, το «Στράτφορντ» σημειώνει ότι «τώρα που η ενταξιακή πορεία στην ΕΕ δεν είναι αξιόπιστος στόχος, το εμπόριο θα αποτελέσει έναν σημαντικό κινητήριο παράγοντα (για τη διμερή συνεργασία)», προσθέτοντας ότι «η Τουρκία αποτελεί τον τέταρτο σημαντικότερο προορισμό για τις ευρωπαϊκές εξαγωγές», ενώ «η Ενωση αποτελεί τον βασικότερο εμπορικό εταίρο της Τουρκίας».
Και η αξιοποίηση διαφόρων «τριβών»
Από τη δική του μεριά, το τουρκικό κεφάλαιο μελετά και αυτό πώς καλύτερα θα παζαρέψει συμμαχίες ωφέλιμες για τη γεωστρατηγική του αναβάθμιση. Μάλιστα, σε αυτήν την κατεύθυνση κάθε πλευρά εξετάζει και πώς μπορεί να αξιοποιήσει «ρωγμές» που αναπτύσσονται στα σύμμαχα ή αντίπαλα «στρατόπεδα» (βλ. τριβές ΗΠΑ - ΕΕ).
Ενδεικτική είναι η αρθρογραφία που σχεδόν καθημερινά φιλοξένησε η εφημερίδα «Χουριέτ» πριν αλλά και μετά τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ - Τουρκίας στη Βάρνα, μιλώντας για τη σημασία να αναπτυχθεί μια «σχέση αμοιβαίου οφέλους», για τις δυσκολίες που υπάρχουν, αλλά και για τη «βούληση» που έχουν και οι δύο πλευρές για να διατηρηθεί συνεργασία, έστω σε ορισμένα πεδία.
«Το σημερινό αδιέξοδο στις σχέσεις Τουρκίας - ΕΕ φαίνεται απίθανο να λυθεί στο άμεσο μέλλον, πόσο μάλλον σε μία Σύνοδο Κορυφής. Αλλά η συνάντηση στη Βάρνα έδειξε μια επιθυμία και στις δύο πλευρές η Τουρκία να παραμείνει αγκυροβολημένη στην ΕΕ... Η Τουρκία αποτελεί έναν απαραίτητο σύμμαχο για την ΕΕ όσον αφορά τη διατήρηση της ασφάλειας στα ανατολικά και στα νότια της ηπείρου, σε μια περίοδο που οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού περνούν σοβαρές αναταραχές (σ.σ. οι σημειώσεις δικές μας).
Τουρκία και ΕΕ μοιράστηκαν στρατηγικά συμφέροντα στην ανάπτυξη συνεργασίας στα πεδία της ασφάλειας, της οικονομίας, της Ενέργειας... Πέρα από το ότι η Ευρώπη είναι ο σημαντικός εμπορικός της εταίρος, η Τουρκία κερδίζει από τη διατήρηση της ευρωπαϊκής της άγκυρας, που εξυπηρετεί ως διασφάλιση για τους ξένους επενδυτές: Ως ουσιαστικό στοιχείο βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Γι' αυτό οι διπλωμάτες επιλέγουν να συνεχίσουν τη φαινομενική "υποκρισία" σχετικά με τη χρονοβόρα ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, καθώς οι κίνδυνοι για κάθε εναλλακτική είναι πολύ μεγάλοι...».
Εξάλλου, είναι ενδεικτικές και οι κατά καιρούς δηλώσεις διαφόρων Ευρωπαίων αξιωματούχων, που ξεκαθαρίζουν ότι το να χάσει η ΕΕ την Τουρκία εντελώς από σύμμαχο θα ήταν μεγάλο πρόβλημα.
Η Γαλλία, αν και εμφανίζεται όλο και πιο αρνητική για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, διαμηνύει με πολλές ευκαιρίες ότι πρέπει να δυναμώσει η διμερής συνεργασία, ειδικά σε τομείς όπως η Αμυνα και η Ενέργεια.
Η Αυστρία, που εδώ και πολλά χρόνια ξεχωρίζει για τους τόνους με τους οποίους ζητά τερματισμό των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, μέσω πρόσφατων επαφών της ΥΠΕΞ Καρίν Κνάισλ, σε Αγκυρα αλλά και Βιέννη, υπογράμμισε: «Θέλουμε να βελτιώσουμε περαιτέρω τη (διμερή) σχέση μας, βήμα - βήμα κάθε φορά... Θέλουμε να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα που θα μας επιτρέπει ακόμα και την αντιμετώπιση των δύσκολων προβλημάτων...».
Τέλος, και η Γερμανία έχει και αυτή επανειλημμένα τονίσει ότι παρά τις διαφωνίες σε πολλά θέματα, είναι «πολλά» αυτά που ενώνουν τις δύο χώρες, από τους περισσότερους από 3 εκατομμύρια Τούρκους μετανάστες στη Γερμανία, έως το ΝΑΤΟ, τον αγώνα κατά της «τρομοκρατίας», αλλά και οικονομικά θέματα...

8 Απρ 2018

Η αυτοκρατορία των πολιτικών αισθήσεων

Η γενική κουλτούρα απογυμνωμένη από γνώσεις σε βάθος, αλλά παρούσα, ευτελισμένη, αλλά όχι τόσο ώστε να μην υπάρχουν κάμποσοι σ’ αυτόν τον τόπο, που να ξέρουν ότι ο Τειρεσίας ήταν μάντης και μάλιστα τυφλός, πριν βαφτίσει το σύστημα ελέγχου πελατών των τραπεζών \, κοπανιέται στα έδρανα της βουλής, που μοιάζουν στα τηλεοπτικά πλάνα σαν ανοιχτόχρωμα φέρετρα, ικανά να θάψουν κάθε αίσθηση κάλλους, μέτρου, λογικής και ψήγματος αλήθειας. Ένας σκοπός που αγιάζει τα μέσα, βαράει κουτουλιές, αριστερά και δεξιά, πάνω-κάτω, εντός εκτός κι επί τ’ αυτά, και μπάζει τη χώρα στα παρασκήνια των γυρισμάτων κοινότοπης αμερικάνικης αστυνομικοδικαστικής σαπουνόπερας.
Είναι λες και κάποιος πήρε να σκηνοθετήσει ένα στα καθ’ ημάς , που θα λεγε κι ο Ζουράρις, πολύωρο φιλμ με τίτλο “η αυτοκρατορία των πολιτικών αισθήσεων” , όπου το σαγηνευτικό πορνό μιας ανοίκειας κουλτούρας -πολλά αντιγράψαμε, τις γκέισες όχι- παίζεται με κομμένες κι αποκαλυπτικές στιγμές και στα γκρο πλαν, τα λεγόμενα κοντινά πλάνα, η χρήση προφυλακτικού επιβάλλεται για να εξασφαλιστεί χώρος διαφήμισης του ανύπαρκτου δημοσίου συμφέροντος, σε καπιταλιστική στύση.
Το διεθνές σκάνδαλο της NOVARTIS, μιας πολυεθνικής που δεν ασχολείται μόνον με το φάρμακο, κι όπως όλες οι πολυεθνικές βγάζει κέρδος από τους ανθρώπους – μύγες, απομυζώντας και το ξύγκι τους, δεν θα γινόταν ποτέ σκάνδαλο έξω από τον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης βαρβαρότητας. Οι θηριώδεις πρακτικές, που αρχίζουν από τη διαβόητη ΤΤΙΡ και τελειώνουν στα FBI για του δυτικού πλούτου, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν διαδικασίες διαφάνειας ή αυτοκάθαρσης, παρά μόνον σε επίπεδο τραβάω το καζανάκι γιατί βούλωσε η αποχέτευση… Τι μεγαλοστομίες περί τεκμηρίων αθωότητας, τι θεοποίηση της κουκούλας ως προστασία, τι διαστρέβλωση το δίκιο του εργάτη σε δίκιο του πελάτη, ακούστηκαν για να γεμίσουν λογικά κενά φασίζουσες απλουστεύσεις, δεν περιγράφεται. Χωρίς κανείς να παίρνει πρέφα, στήθηκε για μια ακόμη φορά, αυτή τη φορά από την αριστερά, το σκηνικό εξωραϊσμού του αστικού συστήματος διακυβέρνησης, που επικαλείται το δημόσιο συμφέρον, τόσο – όσο χρειάζεται για να υπηρετεί το ταξικό – ιδιωτικό. Το φάρμακο, η αρρώστια, ο σωματικός και ψυχικός πόνος που χρήζουν επιστημονικής αντιμετώπισης είναι κεφαλαιοποιούμενα αγαθά, δηλαδή προϊόντα ριγμένα στο εμπόριο, τιμολογημένα από τους έχοντες και κατέχοντες τα μέσα παραγωγής, και υγείας και νοσηρότητας. Σ’ αυτή τη διαδικασία, η θέση και η τιμή των μεσαζόντων είναι το ζήτημα που πραγματεύεται η εξουσία, τιμολογώντας την ίδια της την τιμή, που κατά τη γενική μας κουλτούρα  “τιμή δεν έχει και χαρά σ’ όποιον την έχει’’.
Στη μεταπολιτευτική περίοδο, η αυτοκρατορία των πολιτικών αισθήσεων είναι ταινία χιλιοπαιγμένη. Ωστόσο απ’ το 1999 ως σήμερα, στο μοντάζ του 21ου αιώνα έχουν προστεθεί δυο σκηνές ικανές να θαμπώσουν, ώσπου και να εξαφανίσουν εκείνη τη βαριά, απεχθή και στη συλλογική συνείδηση καταδικασμένη, εικόνα του δοσίλογου της κατοχής, που τέντωνε το δάχτυλο κρυμμένος πίσω από μια μαύρη κουκούλα, ξεκαθαρίζοντας και τους προσωπικούς του λογαριασμούς ως άκρον άωτον της δειλίας, της ιδιοτέλειας, της προδοσίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η έννοια του μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος προκύπτει όταν είναι απαραίτητος ένας δήθεν ηρωικός καθαρτήριος αντίλογος του συστήματος, όταν πια δεν έχει να επικαλείται τον αντίπαλο σοσιαλισμό, ένα άλλο πολιτικό σύστημα, από το οποίο κινδυνεύει να ανατραπεί η κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία. Πρέπει πότε με ακτιβισμούς, πότε με ΜΚΟ, πότε με συνειδησιακές επαναστάσεις ατόμων, να φαίνεται ότι οι κατέχοντες το 80% του παγκόσμιου πλούτου, το 1% του πληθυσμού δεν παίζουν, εν ου παικτοίς, και τάχα μου θέλουν να προστατεύουν τους επικριτές τους! Στην πραγματικότητα η νομιμοποίηση της κουκούλας, πέρα και πάνω από τα προσωπικά ρίσκα, που κάποιοι μεμονωμένοι άνθρωποι, υπάλληλοι του συστήματος πήραν για να βγάλουν το κεφάλι τους έξω απ’ τα σκατά, εξελίχθηκε σε αξιοποιήσιμο τρικάκι για να χτίσει το σύστημα εκείνο που του επιτρέπει να δηλώνει ανενόχλητο, υψώνοντας τις εντυπώσεις πάνω απ’ την ουσία.
Άλλωστε η αποδοχή της κουκούλας, τάχα μου δήθεν για το δημόσιο συμφέρον, επιτρέπει να θεωρείται σενάριο συνωμοσίας κάθε απόπειρα επαναστατικής ανατροπής του συστήματος. Έτσι φτάσαμε στη γελοιότητα να χαρακτηρίζονται οι μάρτυρες του εν Ελλάδι σκανδάλου NOVARTIS ογκόλιθοι whistler blowers, επιπέδου Σνόουντεν, και τα έγγραφα του FBI βίβλος αξιοπιστίας της μεταφυσικής αλήθειας των εταιρικών συμφερόντων, και το novartisgate αλά ελληνικά, ακριβές αντίγραφο του watergate…
Είναι το ίδιο φιλμ που παιζόταν, όταν κάτι πράκτορες του FBI φοράγανε περούκες και ψάχναν μια Μαρία στη Δουκίσσης Πλακεντίας ή άρπαζαν Πακιστανούς κι έμπλεκαν οι πρεσβείες των συμμάχων τα μπούτια τους, και η αριστερά τον πύργο της Βαβέλ με τα κόμικ.
Μην υποτιμήσει κανείς την ηθική ανωτερότητα των κομμουνιστών υπερασπιστών των θυμάτων της επίθεσης χρυσαυγιτών εναντίον τους, που στη δίκη της Χ.Α, την ατέλειωτη, αρνήθηκαν να εξετάσουν κουκουλοφόρους μάρτυρες κατηγορίας. Και λέω να μην υποτιμηθεί πως οι πραγματικές μάσκες πέφτουν στην πραγματική ζωή, ανά πάσα στιγμή, απ’ αυτούς που δεν τις επικαλούνται και δεν τις δέχονται, ακόμα κι όταν τους συμφέρει, γιατί έχουν μάθει ότι το πρόσωπο είναι σπαθί και καμιά επανάσταση δεν έγινε με άλλοθι καρναβαλιού.

Άγριο ξύλο σε Αμερικανό διπλωμάτη που έβρισε το Στάλιν στην Κίνα

Χωρίς τον ξενοδόχο λογάριασε ο Αμερικανός πολιτιστικός ακόλουθος Ρόμπερτ Φορντ στη διάρκεια ομιλίας του στα εγκαίνια έκθεσης σύγχρονης τέχνης στη Σαγκάι της Νότιας Κίνας πριν λίγες μέρες. Ο διπλωμάτης έκρινε σκόπιμο να αναμείξει λίγη αντικομμουνιστική προπαγάνδα στο λόγο του, ενδεχομένως θεωρώντας ότι οι παρευρισκόμενοι θα μπορούσαν να το εκλάβουν ακόμα κι ως έπαινο, δεδομένου του ότι η κινέζικη οικονομία κινείται, με όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, σε καπιταλιστικές ράγες εδώ και δεκαετίες. Η δήλωση που άναψε τα αίματα ήταν η εξής: “Χαίρομαι που σταδιακά η κινεζική τέχνη απομακρύνθηκε από τις παραδόσεις του αιματηρού σταλινισμού και προσήλθε στη σύγχρονη παράδοση”.  Μετά από αυτό, πέντε παριστάμενοι έπεσαν πάνω του, τον έριξαν στο πάτωμα κι άρχισαν να τον ξυλοφορτώνουν, σπάζοντάς του τη μύτη και προκαλώντας μώλωπες στο σώμα του. Οι εξοργισμένοι Κινέζοι δε σταμάτησαν παρά μόνο όταν κατέφτασε η αστυνομία.
Ο διπλωμάτης θα περάσει το ερχόμενο δεκαπενθήμερο στο νοσοκομείο, ενώ όσοι του επιτέθηκαν θα κληθούν να πληρώσουν πρόστιμο για χουλιγκανισμό. Το περιστατικό καταδεικνύει για μια ακόμα φορά τις αντιφάσεις της κινεζικής κοινωνίας, όπου η προάσπιση του Στάλιν, κληρονομιά του μαοϊκού παρελθόντος, μπορεί να συμβαδίζει με πολιτικές ελεύθερης αγοράς στη συνείδηση ενός τμήματος τουλάχιστον του κόσμου, που αυθόρμητα αντέδρασε σε αυτό που θεωρεί βεβήλωση της ταυτότητάς του, και -χωρίς διάθεση νουθεσίας προφανώς- θα ήταν ευχής έργων αν έδειχνε κάποια αντίστοιχα αντανακλαστικά στην καταπάτηση των σοσιαλιστικών αρχών από την ίδια του την κυβέρνηση στο σήμερα . Ενδεικτική πάντως είναι και η ισορροπιστική στάση των κινέζικων αρχών, που εκτός από την τιμωρία των ενόχων, έστειλαν επίσημο απολογητικό γράμμα στην πρεσβεία των ΗΠΑ εκ μέρους του Υπουργείο Εξωτερικών, συνιστώντας ωστόσο παράλληλα, για να αποφευχθούν οι κακοτοπιές στο μέλλον, οι Αμερικανοί διπλωμάτες στη χώρα να αποφεύγουν την κριτική στο Στάλιν. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών παρέδωσε έτσι δωρεάν μαθήματα προετοιμασίας για τους νυν και μελλοντικούς διπλωμάτες στη χώρα, παρότι οι σχέσεις των δύο χωρών δε διανύουν την καλύτερη περίοδό τους,  τα οποία απορεί κανείς βέβαια γιατί δεν έχει αφομοιώσει το ίδιο το State Department, μετά από τόσες δεκαετίες σινοαμερικανικών διπλωματικών σχέσεων.
Με πληροφορίες από: amazingreveal.com μέσω Αγκίδα Πρες.

Χένρυ Φορντ-Ο “δικτάτορας του Ντιτρόιτ”

Πενθήμερο, οχτάωρο, ωρομίσθιο πέντε κι αργότερα έξι δολλαρίων σε μια εποχή που τα 12ωρα για ένα δολλάριο την ώρα ήταν ο κανόνας στα αμερικανικά εργοστάσια. Εκ πρώτης όψης ο Χένρυ Φορντ, που έφυγε σαν σήμερα από τη ζωή, έμοιαζε η ιδανική περίπτωση εργοδότη για να διαφημιστεί το “ανθρώπινο πρόσωπο του καπιταλισμού”, κάτι που πιθανόν και να συνέβαινε αν ο αντισημιτισμός και οι φιλοφασιστικές του τάσεις δεν ήταν τόσο φανερές και μακροχρόνιες. Ασφαλώς, η εισήγηση της γραμμής συναρμολόγησης, που αποτελεί τη βάση της μαζικής παραγωγής έκτοκτε, αποτελεί ένα σημαντικό επίτευγμα που αντικειμενικά έδωσε ώθηση στην ταχύτερη παραγωγή όχι μόνο αυτοκινήτων, αλλά σταδιακά κάθε είδους προϊόντων. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΣΣΔ στη διαδικασία της γοργής εκβιομηχάνισής της με τα τρία πενταετή πλάνα από το 1929 ως το ξέσπασμα του πολέμου, υιοθέτησε τόσο το φορντισμό όσο και τον κάπως προγενέστερο ταιηλορισμό για την επίτευξη των μεγαλεπήβολων οικονομικών στόχων της περιόδου. Βεβαίως, σε αντίθεση με τη σοβιετική εφαρμογή του μέτρου, ο Φορντ δεν είχε κατά νου το καλό των εργατών, αλλά το προσωπικό του όφελος, καθώς με τη ριζική μείωση του κόστους παραγωγής ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να προσφέρει τις χαμηλότερες τιμές της αγοράς.
Οι εργάτες που συνωστίζονταν για μια θέση στα εργοστάσια του Φορντ, λόγω των καλύτερων αμοιβών και του συντομότερου ωραρίου, ανακάλυπταν σύντομα ότι η “προνομιακή” τους θέση συνοδευόταν από ένα αυστηρό σύστημα ελέγχου, τόσο εντός, όσο κι εκτός εργασιακού χώρου. Ο Φορντ είχε αυστηρούς όρους για το πώς θα έπρεπε να μένουν οι εργάτες, τι να τρώνε και πώς να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Όλα αυτά καθορίζονταν από το “Τμήμα Κοινωνιολογίας” που είχε ιδρύσει ο ίδιος στην Ford Motor Company, οι εργαζόμενοι στο οποίο είχαν το δικαίωμα να εισβάλουν ανά πάσα στιγμή απροειδοποίητα στα διαμερίσματα των εργατών για να ελέγξουν τον τρόπο ζωής και τις δραστηριότητες τους. Οι παραβάτες των άτεγκτων ηθικών κανόνων της επιχείρησης τιμωρούνταν με περικοπές στην αμοιβή τους και βέβαια έχαναν τη θέση τους αν κρίνονταν υπότροποι.
Ο έλεγχος της επιχείρησης δε σταματούσε στην προσωπική ζωή των εργατών, αλλά εκτεινόταν όπως είναι αναμενόμενο και στην πολιτική και συνδικαλιστική τους δράση. Με το έργο αυτό είχε επιφορτιστεί το διαβόητο “Τμήμα Υπηρεσιών” με επικεφαλής έναν πρώην πυγμάχο με σκοτεινό παρελθόν, ονόματι Χάρυ Μπένετ. Αυτό το ασφαλίτικο τμήμα εντός επιχείρησης παρακολουθούσε τους εργαζόμενους και χρησιμοποιούσε κάθε μέσο, ακόμα και την προσφυγή στα όπλα, για να κινηθεί κατά διαδηλωτών και συνδικαλιστών, κάτι που εξασφάλισε στην ομάδα του Μπένετ το προσωνύμιο “Η Γκεστάπο του Φορντ”.
Παρότι δεν έκανε ιδιαίτερες φυλετικές διακρίσεις κατά την πρόσληψη των εργατών του, προσλαμβάνοντας πχ. Αφροαμερικανούς ή Ανατολικοευρωπαίους μετανάστες που συχνά ήταν ανεπιθύμητοι σε άλλες εργασίες, δεν έκυρβε καθόλου τον αντισημιτισμό του, τον οποίο εξέθεσε και στη σειρά βιβλίων του το 1920 με τίτλο “Ο διεθνής Εβραίος. Ένα παγκόσμιο πρόβλημα”, όπου μπορούμε να βρούμε και μια δήλωση ανατριχιαστικά προφητική του Ολοκαυτώματος: “Η λύση του εβραϊκού ζητήματος είναι κατά κύριο λόγο δουλειά των Εβραίων. Αν δεν το κάνουν, θα το λύσει ο κόσμος”. Την αντίληψη περί παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας για τον έλεγχο της οικονομίας και των κυβερνήσεων, καθώς και άλλες αντισημιτικές προκαταλήψεις όπως η δήθεν ακαταλληλότητα των Εβραίων για βαριά χειρωνακτική εργασία, διέδιδε και μέσω της εφημερίδας “Dearborn Independent”, την οποία εξέδιδε από το 1919 ως το 1927, όταν αναγκάστηκε να την κλείσει μετά από δικαστική δίωξη (η οποία τελικά ανεστάλη), ενώ χρηματοδότησε και τη μετάφραση των διαβόητων “Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών”, βίβλου του παγκόσμιου αντισημιτισμού. Αν κι ο ίδιος την εποχή που έκλεισε την εφημερίδα του ισχυρίστηκε πως “δε διάβαζε” τα άρθρα της, μεταθέτοντας τις ευθύνες στους δημοσιογράφους, οι φιλοφασιστικές του ιδέες ήταν ήδη εμπεδωμένες στο ευρύ κοινό, κι είναι χαρακτηριστικό ότι το 1928 οι Τάιμς της Νέας Υόρκης των αποκάλεσαν “Μουσολίνι του Χάιλαντ Παρκ”.
Παρότι Χίτλερ και Φορντ δε συναντήθηκαν ποτέ, οι ναζί από την πρώτη στιγμή της δημιουργία του κόμματός τους άντλησαν έμπνευση από τα αντισημιτικά άρθρα του Φορντ, τα οποία μετέφραζε στη Γερμανία το ακροδεξιό έντυπο “Το Σφυρί”. Ο μετέπειτα αρχηγός των Ες-Ες Χάινριχ Χίμλερ χαρακτήριζε τον Φορντ το 1924 σε επιστολή του “τον πιο πολύτιμο, σημαντικό και πνευματώδη πρωτοπόρο”, ενώ στο “Ο Αγών μου” του Χίτλερ το 1925, ο Φορντ είναι ο μόνος Αμερικανός που αναφέρεται ονομαστικά. Δυο χρόνια πριν ανέλθει στην εξουσία, ο Χίτλερ δήλωσε στην εφημερίδα “Detroit news” πως ο Φορντ υπήρξε “έμπνευση” για εκείνον. Ο Φορντ, εκτός από αντισημιτικό πρότυπο, ήταν και η ενσάρκωση του ιδεολογήματός τους περί “παραγωγικού” και “παρασιτικού” κεφαλαίου, με το δεύτερο να εκπροσωπείται κυρίως από Εβραίους.
Δεν είναι γνωστή η ακριβής φύση των επαφών του ίδιου το Φορντ με τους ναζί, κι αν πράγματι ισχύουν οι κατηγορίες εναντίον του πως ενίσχυε οικονομικά ήδη από τη δεκαετία του ’20 το περιθωριακό τότε ακόμα ναζιστικό κόμμα. Σε κάθε περίπτωση, υπήρξε ο μόνος Αμερικανός που το 1938 έλαβε μια από τις σημαντικότερες διακρίσεις που είχε θεσπίσει το ναζιστικό καθεστώς μια χρονιά νωρίτερα για τους συμμάχους του στο εξωτερικό, το “Μεγαλόσταυρο του γερμανικού αετού”, με πρώτο παραλήπτη το Μουσολίνι. Ένα μήνα αργότερα το παρέλαβε κι ένας έτερος μεγιστάνας της αυτοκινητοβιομηχανίας, ο επικεφαλής της Τζένεραλ Μότερος, Τζέιμς Μούνεϊ. Μάλιστα, παρά τις πιέσεις που του ασκήθηκαν από τον τύπο αλλά και την αμερικανική κυβέρνηση να δώσει πίσω το σταυρό, όπως είχε κάνει με το δικό του παράσημο το 1940 ο πρόεδρος της IBM Τόμας Γουότσον, ο Φορντ ποτέ δεν αποστασιοποιήθηκε από τους ναζί.
Εξάλλου υπήρξε ιδιαίτερα ωφελημένος από τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, στον οποίο αντιτάχθηκε αρχικά, θεωρώντας τον ασύμφορο για τις εμπορικές του σχέσεις με τις χώρες του άξονα, καθώς περίπου το ένα τρίτο των φορτηγών της Βέρμαχτ κατασκευάστηκε από την εταιρεία του. Μετά την κήρυξη πολέμου των ΗΠΑ στη Γερμανία το 1941, η εταιρεία του Φορντ επισήμως διέκοψε τις σχέσεις της με τη θυγατρική της στην Κολωνία, ωστόσο οι επαφές συνεχίστηκαν στα παρασκήνια. Τα κέρδη της θυγατρικής πάντως εκτοξεύτηκαν, χάρη και στο γεγονός πως ως το 1943 το μισό εργατικό της προσωπικό ήταν εργάτες από κατεχόμενες περιοχές σε καταναγκαστική εργασία. Όντας βαριά άρρωστος, άφησε λίγο μετά το τέλος του πολέμου την διαχείριση της επιχείρησης στον εγγονό και συνονόματό του, και πέθανε από εγκεφαλική αιμορραγία στις 7 Απρίλη 1947.

Πόσες πατρίδες έχει ο πόλεμος;




Του Αεροπεζοναύτη

Το κουβάρι έχει την ιδιότητα να τυλίγεται και να ξετυλίγεται ανάλογα με τη χρήση του.

Ο συμβολισμός του εδώ ταιριάζει στην περίοδο που ξετυλίγεται μπροστά μας.
Τα νήματα πολλά και από πολλές προελεύσεις. Όλοι μαζί ετοιμάζονται να πλέξουν, αν μη τι άλλο, το σάβανο των λαών της περιοχής.

Δείγματα και περγαμηνές από το παρελθόν έχουν όλοι. Η ταυτότητά τους είναι γνωστή και δεν είναι άλλη από την αστική τάξη η οποία στο πέρασμα των αιώνων έκανε την ανθρωπότητα μαλλιά κουβάρια και έστειλε εκατομμύρια εργάτες από όλο τον κόσμο στον τάφο και στα πεδία των μαχών για το συμφέρον της.

Δύο παγκόσμιοι και εκατοντάδες περιφερειακοί και τοπικοί πόλεμοι έχουν την ετικέτα των ιμπεριαλιστών, άλλοτε με την ΑΝΤΑΝΤ, άλλοτε με το ΝΑΤΟ και άλλοτε με πρωτοβουλίες των μεγάλων κρατών που συμμετέχουν σε αυτούς τους στρατιωτικούς οργανισμούς.


Παντού όπου οι φωτιές του πολέμου άναβαν, από όποιο κράτος και αν ξεκινούσε, το συμφέρον της αστικής τάξης βαφτιζόταν συμφέρον της «πατρίδας».

Τίθεται αυτονόητα το ερώτημα: «Πόσες πατρίδες έχει ο πόλεμος;». «Όσες και τα συμφέροντα των καπιταλιστών!» είναι η σωστή απάντηση.

Εκεί που σφιχταγκαλιάζονται και ξεζουμίζουν τους λαούς και τους εργαζόμενους, όταν οσμίζονται κέρδη σε νέες αγορές, νέα μερίδια, εκεί σφάζονται, γιατί απλά εκεί που τελειώνουν τα επιχειρήματα, αρχίζουν τα συμφέροντα.

Εκεί, πρώτα με το πιστόλι στον κρόταφο υπογράφεται η ιμπεριαλιστική ειρήνη, με την πιο βάρβαρη εκμετάλλευση των λαών ως συνέχεια. Σε αντίθετη περίπτωση, το λόγο έχουν τα όπλα.

Εδώ η πληρωμή για το λαό αποτιμάται σε αίμα. Αίμα φρέσκο, από νιάτα. Τα καλύτερα παιδιά της εργατικής τάξης οδηγούνται στα σφαγεία για την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Η ιστορία των λαών αυτό μας διδάσκει.

Ναι ανησυχούμε.

Στην αστική τάξη, την κυβέρνηση και τα κόμματα που συμφωνούν και πειθαρχούν στα κελεύσματα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ δεν έχουμε καμιά εμπιστοσύνη. Γιατί η ιστορία αυτών των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών στάζει αίμα για την κερδοφορία της αστικής τάξης.

Τα κόμματα της αστικής τάξης στην πατρίδα μας έχουν δεσμευτεί στις πολιτικές των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Είναι πλέον μέρος του κουβαριού και κινούν στο μέτρο που τους αναλογεί τα νήματα στην περιοχή, με τη διαφορά ότι καλλιεργούν στο λαό εφησυχασμό, δίνοντας την αίσθηση ότι μέσα από τις γεωπολιτικές αλλαγές που επιδιώκουν οι καπιταλιστές θα έρθουν καλύτερες μέρες για το λαό.

Βρώμικο παιχνίδι σε βρώμικο κουβάρι.

Είμαστε ήδη σε πόλεμο. Οι εργαζόμενοι της χώρας μας έχουν χάσει τη μισή ζωή τους, τις δουλειές τους, την υγεία τους και τώρα το σκιάχτρο του πολέμου το βλέπουν να ζωντανεύει και να πλανάται πάνω από τα κεφάλια των παιδιών τους.
Έχει εμπειρία από πολέμους ο ελληνικός λαός. Την πολιτική της αστικής τάξης και των κομμάτων που την υπηρετεί την πλήρωσε αρκετά.

Το ΚΚΕ δεν δίνει εξετάσεις για το αν θα υπερασπιστεί την ακεραιότητα της πατρίδας, το έκανε με εκατόμβες νεκρών και αίματος, άλλοι είναι υπόλογοι ιστορικά να το κάνουν. Το βέβαιο είναι ότι θα ματώσει ο λαός και αν είναι να ματώσει, πρέπει να τελειώνει μια για πάντα με το αίτιο που γεννά τους πολέμους, την αστική τάξη και το καπιταλιστικό σύστημα. Εκεί εδράζεται η ανησυχία με παράλληλη στράτευση για έναν κόσμο ειρηνικό για όλους τους λαούς της περιοχής.

Σε αυτή την κατεύθυνση, τα κουβάρια που ενθυλακώνουν τους λαούς, θα πεταχτούν στα καλάθια των αχρήστων. Κυρίαρχο σώμα της νέας κοινωνίας θα είναι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της.

Απλά γιατί αυτοί είναι η πραγματική δύναμη που μπορεί να πάει ειρηνικά την ανθρωπότητα μπροστά και μόνο για το συμφέρον της.

902.gr 

Με το δάχτυλο στη σκανδάλη προσμένοντας να σημάνει η Ανάσταση!

        


Τη χρονιά εκείνη της καμπάνας το σχοινί δε θα τραβηχτεί για να δώσει το σύνθημα για ψεύτικα βεγγαλικά, για ψεύτικες κροτίδες, για ψεύτικες αναστάσεις και για ψεύτικες χαρές! Τη χρονιά εκείνη της καμπάνας το σχοινί θα τραβηχτεί για να δώσει το σύνθημα και να τραβήξει το δάχτυλο τη σκανδάλη, για ν’ ακουστούν ομοβροντίες, για να φανούν οι λάμψεις από τις χειροβομβίδες, για να αναστηθεί αληθινά ο Χριστός που χιλιάδες χρόνια τον κρατούν στον ερμητικά κλειστό τάφο του οι σταυρωτήδες και κοροϊδεύουν τον λαό πως ανασταίνεται! Τη χρονιά εκείνη τα λαϊκά τουφέκια θα τσακίσουν τις σφραγίδες στον τάφο του Χριστού και θα κάνουν κομμάτια την μαρμάρινη πλάκα, αφού πρώτα θα έχουν ξεκάνει τους δαιμόνους που φυλούν τον τάφο! Τη χρονιά εκείνη ο λαός ζωσμένος τ’ άρματα και με μπροστάρηδες τους δικούς του Αγίους θα αναστήσει τον Χριστό και μαζί του θα αναστηθεί κι ο ίδιος, αφανίζοντας από προσώπου γης τους σταυρωτήδες! Τη χρονιά εκείνη θα μετατοπιστεί ο φλοιός της γης και η θάλασσα θα πνίξει τους δημίους και η λάβα θα κάψει τα παράσιτα τους λεφτάδες και μια ήπειρος θα ανυψωθεί για να φιλοξενήσει τη σπορά του ανθρώπου της Αναστάσεως! Τη χρονιά εκείνη το τραπέζι της Ανάστασης θα είναι αληθινό και γύρω του θα κάθονται αρματωμένοι οι ήρωες της Επανάστασης και η χαρά θα είναι τέτοια που όμοιά της δεν θα έχει ζήσει αυτός ο κόσμος μέχρι εκείνη τη στιγμή! Και εκείνη η χρονιά δεν είναι μακριά!!
Καλή Ανάσταση, Καλή Επανάσταση, Καλή Λευτεριά!

Εφραίμ Σύριος

Η Επανάσταση του 1821 και η πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα


Εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα, μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ, σε εκδήλωση με αφορμή την 25η Μαρτίου



Από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον κινηματογράφο «Studio» στην Αθήνα
Από την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον κινηματογράφο «Studio» στην Αθήνα
Σε εκδήλωση της ΤΟ Εκπαιδευτικών Αττικής του ΚΚΕ και των Οργανώσεων Φιλοσοφικής Αττικής του ΚΚΕ και της ΚΝΕ μίλησε η Αλέκα Παπαρήγα, στις 24 Μάρτη, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου. Θέμα της εκδήλωσης ήταν η Επανάσταση του 1821 και η πορεία συγκρότησης του ελληνικού αστικού κράτους. Ακολουθούν εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της Αλ. Παπαρήγα.
***
Η Επανάσταση του 1821 ήταν αστική εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση, τον ηγετικό ρόλο έπαιξαν βασικά τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης. Η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, άρα και των πρώιμων τμημάτων της αστικής τάξης, στους κόλπους της φεουδαρχικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ξεκίνησε από το εμπορικό κεφάλαιο.
Στην αστική τάξη, που ήταν εξαιρετικά ανομοιογενής, ανήκαν: Πλοιοκτήτες και έμποροι, γαιοκτήμονες και προεστοί που είχαν ενταχθεί στις αστικές σχέσεις ή προσέγγιζαν σ' αυτές στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, επίσης πλοιοκτήτες στα νησιά, ιδιαίτερα στην Υδρα.
Η ελληνική αστική τάξη, ιδιαίτερα το πιο πρωτοπόρο - ηγετικό τμήμα της, αναπτύχθηκε στη ναυτιλία και στο διεθνές εμπόριο, ήδη από τον 18ο αιώνα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που επεκτεινόταν σε 3 ηπείρους και 5 θάλασσες, ευνόησε αρχικά το εσωτερικό εμπόριο και στη συνέχεια το εξωτερικό, στο οποίο αξιοποιήθηκε ιδιαίτερα η ελληνική ναυτιλία με την ήδη πολύχρονη κατακτημένη εμπειρία, και από τις μάχες κατά των πειρατικών πλοίων. Οι Ελληνες αστοί είχαν πια τη δυνατότητα να σταματήσουν να αποθησαυρίζουν τα χρήματά τους ως προσωπική περιουσία, έκαναν επενδύσεις στο εμπόριο, τις τράπεζες, στη βιοτεχνία κ.λπ.

Η αστική τάξη ταύτιζε την εθνική απελευθέρωση με τη δημιουργία εθνικού αστικού κράτους, δηλαδή είχε τον ίδιο στόχο που είχαν όλες οι αστικές επαναστάσεις. Αλλωστε, η έννοια έθνος, εθνικό κράτος διαμορφώθηκε την εποχή που η αστική τάξη άρχισε να παλεύει για την ανατροπή της φεουδαρχικής εξουσίας.
Η Επανάσταση του '21 δεν ήταν ακριβώς ίδια με τις αστικές ευρωπαϊκές επαναστάσεις, καθώς η διαμόρφωση του εθνικού αστικού κράτους συνδεόταν με την απελευθέρωση εδαφών με ελληνικό ή ελληνόφωνο πληθυσμό, από τη φεουδαρχική πολυεθνική και πολυφυλετική Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Εκτός από τους εσωτερικούς βασικούς παράγοντες που οδήγησαν στο ξέσπασμα της Επανάστασης, πρέπει να παρθούν υπόψη και οι διεθνείς συνθήκες, καθώς ο 19ος αιώνας, όπως και ο προηγούμενος, ήταν εποχή αστικών και αστικοδημοκρατικών επαναστάσεων.
Η απελευθέρωση από την οθωμανική κατοχή συνεπαγόταν διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ζήτημα που ενδιέφερε την Αγγλία, αρχικά το έβλεπε αρνητικά, ενώ την ίδια ώρα η Γαλλία βρισκόταν σε σοβαρή υποχώρηση, καθώς είχε ηττηθεί κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Θετικό ενδιαφέρον για την ελληνική επανάσταση είχε η τσαρική Ρωσία, που ναι μεν επιθυμούσε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την άλλη όμως πλευρά είχε στον προσανατολισμό της να μην έρθει σε σύγκρουση και με την Αγγλία.

Οι αστικές επαναστάσεις συνέβαλαν στη διαμόρφωση ελληνικής εθνοτικής συνείδησης λόγω της διάδοσης του ευρωπαϊκού αστικού διαφωτισμού, που διαδιδόταν από τους Ελληνες που σπούδαζαν στα ξένα πανεπιστήμια, ιδέες που έρχονταν σε αντίθεση με τις θεοκρατικές και ανορθολογικές ιδέες. Στην πραγματικότητα, τα πρώτα σκιρτήματα εθνοτικής ελληνικής συνείδησης αναπτύχθηκαν από τον 13ο αιώνα μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, ενώ άνθιση αστικών ιδεών έφερε στη συνέχεια η αστική Γαλλική Επανάσταση.
Η αστική τάξη δεν ήταν ενιαία απέναντι στην Επανάσταση
Τα διάφορα τμήματα της αστικής τάξης είχαν διαφορετική θέση και όρους πλουτισμού στις συνθήκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Εκείνο το τμήμα των πλοιοκτητών, δηλαδή των εφοπλιστών της εποχής, που είχαν διεθνή επιχειρηματική δράση, έδειχναν δισταγμό απέναντι στην Επανάσταση, εξαιτίας και της σχέσης τους με το αγγλικό κεφάλαιο και όσο η Αγγλία δεν ήθελε το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντιφατική ήταν και η στάση των κοτζαμπάσηδων που αποσπούσαν σταδιακά πολλά προνόμια και ιδιοκτησία γης, όμως αισθάνονταν ανασφάλεια, γιατί ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να τα χάσουν όλα από την κεντρική εξουσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και γι' αυτό τελικά πήραν θετική στάση. Οι Φαναριώτες που λειτουργούσαν αρχικά ως διερμηνείς και στην πορεία απέσπασαν υψηλά δικαιώματα, πέρα από τα θρησκευτικά τους και ως διοικητικά στελέχη, στήριξαν κατά βάση την οθωμανική εξουσία.
Η Εκκλησία στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έπαιζε ρόλο στα ζητήματα του ελληνικού χριστιανικού θρησκεύματος και στη διάσωση της ελληνοβυζαντινής γλώσσας, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν στη διαμόρφωση ελληνικής εθνικής συνείδησης. Ομως, ο ανώτερος κλήρος ασκούσε και δικαστική εξουσία, προωθούσε τις αποφάσεις της οθωμανικής διοίκησης, και γι' αυτό δεν έβλεπε θετικά την προετοιμασία της εξέγερσης. Ο λαϊκός κλήρος πήρε ενεργό ρόλο στην Επανάσταση.
Η σύνθεση των ηγετικών αστικών επαναστατικών δυνάμεων που ήδη θίξαμε και οι αντιθέσεις τους πήραν τη μορφή εμφύλιων ενόπλων αιματηρών συγκρούσεων. Ο πρώτος εμφύλιος, το 1821, έγινε ανάμεσα στους πρόκριτους και στρατιωτικούς και έληξε με την ήττα των στρατιωτικών. Με τους πρόκριτους συμμάχησαν και εφοπλιστές. Ο δεύτερος εμφύλιος, το 1824, ανέδειξε διαφορετικές συμμαχίες, από τη μια πλευρά ήταν οι πρόκριτοι και οι στρατιωτικοί και από την άλλη οι εφοπλιστές και έμποροι.
Οι επιδιώξεις του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και ο ρόλος του στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού
Η αναγνώριση του ελληνικού κράτους έγινε στις 4/2/1830, με πρωτόκολλο που υπογράφηκε στο Λονδίνο από τις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, το οποίο καθόρισε ως βόρεια σύνορα τη γραμμή που ένωνε τον Αμβρακικό και τον Παγασητικό Κόλπο. Από τα νησιά ανήκαν στην ελληνική επικράτεια μόνο οι Βόρειες Σποράδες και οι Κυκλάδες. Ηταν το πρώτο ανεξάρτητο κράτος που πρόκυψε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, με έκταση 47.516 τ.χλμ. και πληθυσμό 500 - 600.000 άτομα. Εκτός Ελλάδας έμεναν 2-3 εκατομμύρια ελληνικοί πληθυσμοί. Ηδη από το 1828, ως κυβερνήτης του νέου κράτους είχε οριστεί ο Καποδίστριας, που επιχείρησε εκσυγχρονισμούς για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων με αφετηρία βεβαίως τη συγκρότηση αστικού κράτους.
Μετά τη συγκρότηση του αστικού κράτους και σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, πρωτοπορία στην καπιταλιστική ανάπτυξη ήταν το τμήμα εκείνο της αστικής τάξης που δρούσε στο εμπόριο, στις μεταφορές, στη ναυπήγηση πλοίων. Στο εμπόριο στράφηκε και μεγάλο μέρος γαιοκτημόνων με εξαγωγές και με μικρότερη διάθεση να διοχετευθούν χρήματα για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής. Το ελληνικό αστικό κράτος δημιουργούσε ένα εμπορικό δίκτυο υποδομών, τελωνεία, επιμελητήρια, προξενεία στο εξωτερικό για την υπηρέτηση του τομέα του εμπορίου. Παράλληλα, αναπτύχθηκε ακόμα πιο πολύ η ελληνική ναυτιλία, που δεν έκανε μόνο μεταφορά προϊόντων, εντασσόταν στο διεθνές ευρωπαϊκό εμπόριο. Οι πλοιοκτήτες κατάφεραν να ξεπεράσουν προβλήματα εκσυγχρονισμού, με τη ναυπήγηση και χρησιμοποίηση ατμοκίνητων πλοίων, χάρη στη στήριξη του ελληνικού αστικού κράτους και τις επενδύσεις των Ελλήνων εφοπλιστών, πράγμα που δεν μπορούσαν να το κάνουν μικρότεροι καραβοκύρηδες, που άρχισαν να εκτοπίζονται. Από το τέλος του 19ου αιώνα, η Ελλάδα μετατράπηκε σε κέντρο ναυτιλιακών επιχειρήσεων με επίκεντρο τον Πειραιά, ενώ ήδη είχε καταξιωθεί, πιο πριν, ως ναυπηγικό κέντρο η Σύρος.
Μετά το β' μισό του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε η βιομηχανία, με αποτέλεσμα και το σχηματισμό μικρής, ακόμα, εργατικής τάξης.
Η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, της μεταποιητικής βιομηχανίας και των άλλων τομέων της οικονομίας, όποια έγινε, πραγματοποιήθηκε από βασικά τμήματα της αστικής τάξης, επίσης και με τη συμβολή του βρετανικού και γαλλικού κεφαλαίου. Από τους πρώτους βιομηχανικούς κλάδους που γνώρισαν ανάπτυξη ήταν τα ναυπηγεία. Η ανάπτυξη πιο σύγχρονης αγροτικής καλλιέργειας και ο εξαγωγικός προσανατολισμός της διευκόλυνε να αναπτυχθούν ορισμένοι κλάδοι της μεταποίησης, όπως ήταν η βιομηχανία ξύλινων κιβωτίων και του οινοπνεύματος. Το μεγαλύτερο επίτευγμα για τη βιομηχανική ανάπτυξη ήταν το σιδηροδρομικό δίκτυο, στη συνέχεια ενισχύθηκε και η βιομηχανία των τροφίμων.
Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ξεκίνησε η προσπάθεια για τη δημιουργία πιστωτικού συστήματος και χρηματικών, δανειακών συναλλαγών. Το πρώτο βήμα έγινε επί Καποδίστρια, που καθιέρωσε ως ελληνικό νόμισμα το φοίνικα έναντι του τουρκικού, που ήταν το γρόσι. Το 1841 ιδρύθηκε η ΕΤΕ, που λειτουργούσε ως Τράπεζα της Ελλάδας, αν και εμπορική, γιατί είχε το προνόμιο της έκδοσης χαρτονομίσματος.
Η ίδρυση της ΕΤΕ απέβλεπε να μειώσει έως και να εμποδίσει την τοκογλυφία, βεβαίως προς όφελος των επιχειρηματιών. Αρχικά το τραπεζικό σύστημα έπαιζε το ρόλο του δανειστή προς το κράτος, με την έναρξη του 20ού αιώνα ξεχώρισε η εμπορική και εκδοτική δραστηριότητα και η ΕΤΕ συνδέθηκε με τις βιομηχανικές επιχειρήσεις, δηλαδή σχηματίστηκε το χρηματιστικό κεφάλαιο.
Αδυναμίες στις εκτιμήσεις του Κόμματος
Το Κόμμα μας δεν μπόρεσε για πολλά χρόνια να εκτιμήσει αντικειμενικά την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και να ερμηνεύσει σωστά γιατί το εγχώριο βιομηχανικό κεφάλαιο, τον 19ο αιώνα, ήταν αδύναμο σε σχέση με το εμπορικό. Υποεκτιμούσε την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, παίρνοντας ως κύριο δείκτη την καθυστερημένη ανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας, δεν έπαιρνε υπόψη το ρόλο της ελληνικής ναυτιλίας και της βιομηχανίας των μεταφορών στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα και ο λαθεμένος χαρακτηρισμός της ελληνικής αστικής τάξης ως κομπραδόρικης και υποτελούς στο ξένο κεφάλαιο.
Οι λόγοι της καθυστέρησης στη βιομηχανική μεταποίηση ήταν οι εξής:
1. Η μικρή και αδύναμη εσωτερική αγορά λόγω της περιορισμένης έκτασης του ελληνικού κράτους το 1830, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος εδαφών και νησιών παρέμεναν σε κατοχή.
2. Η εμβρυακή κατάσταση των αστικών κέντρων και η μεγάλη έλλειψη βασικών υποδομών, δηλαδή σιδηροδρομικό, οδικό, χερσαίο. Τα μεγάλα ακόμα και ελληνικά αστικά κέντρα ήταν εκτός τότε γεωγραφικών ορίων.
3. Από το 1830 έως το 1840 η εμπορευματική παραγωγή ήταν αδύνατη σε σχέση με την παραγωγή για αυτοκατανάλωση.
Οι αστικές κυβερνήσεις έκαναν προσπάθειες για την εγκατάσταση μανιφακτούρας με άμεσες επενδύσεις, από τις οποίες υπήρχε δυνατότητα να προκύψουν βιομηχανικές μονάδες, τελικά έγιναν μόνο 4 εργοστάσια. Επαιξε ρόλο ότι έλειπε και η μισθωτή εργατική δύναμη, γι' αυτό και έγινε εισαγωγή ξένων εργατών από την Αλβανία κυρίως για τα έργα της Κωπαΐδας, επίσης εισαγωγή ειδικευμένων εργατών Ιταλών και Ισπανών.
4. Τροχοπέδη αποτελούσε η αντοχή της μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας και της οικιακής βιοτεχνίας.
Μια άλλη πλευρά που το Κόμμα δεν εκτίμησε σωστά, αποτελεί το ζήτημα του εξωτερικού δανεισμού, που θεωρήθηκε παράγοντας καθυστέρησης της Ελλάδας. Ο εξωτερικός δανεισμός για την υποδουλωμένη Ελλάδα, στις συνθήκες της αστικής απελευθερωτικής επανάστασης, ήταν απολύτως αναγκαίος γιατί δεν ήταν δυνατόν να δημιουργηθούν με διαφορετικό τρόπο όροι πολεμικής προετοιμασίας. Βεβαίως, οι όροι του δανεισμού ήταν δυσβάσταχτοι, χρησιμοποιήθηκαν ως παράγοντας εξωτερικής πίεσης, πράγμα που δεν αποτελεί ελληνική ιδιοτυπία, είναι γνώρισμα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων και συναλλαγών ανάμεσα στα αναπτυσσόμενα ανισόμετρα μεταξύ τους καπιταλιστικά κράτη.
Το ζήτημα της γης
Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος κληρονόμησε πολύ πιο περίπλοκες σχέσεις στην αγροτική παραγωγή σε σύγκριση με άλλα αστικά κράτη.
Το οθωμανικό δίκαιο κατοχύρωνε ότι η ιδιοκτησία της γης ανήκε στο Θεό και η διαχείριση στο σουλτάνο, που προβαλλόταν ως εκπρόσωπος του Θεού στη Γη. Οι Ελληνες γαιοκτήμονες - εντολοδόχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δρούσαν ως φοροεισπράκτορες και ως μηχανισμός συλλογής του αγροτικού υπερπροϊόντος. Ετσι έπαιρναν ένα μέρος του παρακρατήματος από το αγροτικό υπερπροϊόν, απέκτησαν χρήματα που τα επένδυσαν όχι στον εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής, αλλά κυρίως στο εμπόριο. Εκμεταλλεύονταν σκληρά τους φτωχούς κατοίκους του χωριού με φεουδαρχικές και μεταβατικές προς τις καπιταλιστικές μισοφεουδαρχικές σχέσεις, χρησιμοποιούσαν και μισθωτή εργασία χωρικών.
Το νεοσύστατο ελληνικό κράτος εφάρμοσε νέο δίκαιο ιδιοκτησίας γης, που βασιζόταν στο αντίστοιχο ρωμαϊκό, βυζαντινό. Τα εδάφη που ανήκαν στην ιδιοκτησία ή τη νομή του οθωμανικού κράτους μετατρέπονταν σε ελληνική κρατική ιδιοκτησία, που ονομάστηκαν «εθνικές γαίες», στην Πελοπόννησο και τη δυτική Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια και τα νησιά.
Το κράτος εκμίσθωνε τη γη που ανήκε στις «εθνικές γαίες» στους χωρικούς, επιβαρύνοντάς τους με φορολογικά βάρη, αρχικά με τη μορφή της δεκάτης, που διατήρησε και κληρονόμησε από το οθωμανικό καθεστώς, ενώ στη συνέχεια υποχρέωνε τους χωρικούς να αποδίδουν το 15% της παραγωγής τους στο κράτος. Η γη που πριν την Επανάσταση ανήκε σε Ελληνες αναγνωρίστηκε ως ιδιοκτησία τους στο βαθμό που υπήρχαν οθωμανικοί τίτλοι παραχώρησης. Επίσης, μετατράπηκε σε εκκλησιαστική ιδιοκτησία η γη που ανήκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με τη μορφή της κατοχής. Τέλος, το αστικό κράτος έδειξε ανοχή στην κατάληψη εγκαταλελειμμένων από τους Οθωμανούς κτημάτων όσο και στην παράνομη κατοχή δημόσιων, κοινοτικών και εκκλησιαστικών ιδιοκτησιών. Νόμος του 1838 έδινε το δικαίωμα απόκτησης γης σε ιδιώτες με ανώτατο όμως μέγεθος, ώστε να εμποδίζεται η μεγάλη ιδιοκτησία.
Πολλοί από τους νέους μεγάλους γαιοκτήμονες, αφού συγκέντρωναν μεγάλες εκτάσεις γης, την νοίκιαζαν σε αγρότες και τους μεταβίβαζαν το βάρος της ανυπαρξίας αρδευτικών έργων και άλλων υποδομών. Τους υπόσχονταν ότι στην πορεία θα γινόταν εκχώρηση γης, σε αντάλλαγμα για την προσωπική εργασία. Η μη διανομή γης καλλιεργούσε στους ακτήμονες την ελπίδα της επίλυσης του προβλήματος με απόκτηση τίτλων ιδιοκτησίας και γι' αυτό δεν υπάρχουν τον 19ο αιώνα αγροτικές κινητοποιήσεις.
Εως το 1880 οι μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις αποτελούσαν μικρό μέρος της παραγωγής, μόνο το 5%, όμως άλλαξε η σχέση γαιοκτημόνων και κολίγων, καθώς οι δεύτεροι διώχνονταν από τα σπίτια τους και από τα χωράφια που καλλιεργούσαν αν δεν συμμορφώνονταν με τις νέες σχέσεις γαιοκτημόνων.
Το αγροτικό ζήτημα μπήκε σε νέα βάση με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Αρτας το 1881. Εγινε τεράστια μεταβίβαση ιδιοκτησιών γης από τους αποχωρούντες Τούρκους σε Ελληνες χρηματιστές της διασποράς. Στα πεδινά κυριάρχησε η μεγάλη ιδιοκτησία, που κατ' όνομα όμως παρέμενε τσιφλίκι, στα ορεινά κυριάρχησε η μικρή ιδιοκτησία. Οι κολίγοι δούλευαν είτε με την παραχώρηση σε αυτούς του δικαιώματος χρήσης γης και την αντίστοιχη παράδοση στον ιδιοκτήτη μεγάλου μέρους της παραγωγής, είτε ως μισθωτοί αγρότες με ετήσια συμβόλαια. Οι κολίγοι είχαν και βοηθούς που ονομάζονταν παρακεντέδες.
Το Κόμμα δεν μπόρεσε, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, να ερμηνεύσει σωστά ότι στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι υπήρχε πολύ χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης της γης, πολύ χαμηλό επίπεδο παραγωγικότητας, δεν σήμαινε ότι δεν είχε προχωρήσει ο αστικός μετασχηματισμός και στην αγροτική παραγωγή ή ότι η αγροτιά δεν υφίστατο την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, όταν μάλιστα αυτή ήταν στενά δεμένη με μεγάλους και μικρούς αστούς γαιοκτήμονες που δρούσαν ως καπιταλιστές.
Ο Μαρξ είχε ξεκαθαρίσει το χαρακτήρα της τσιφλικάδικης οικονομίας. Απέδειξε ότι οι λεγόμενοι τσιφλικάδες εκμεταλλεύονταν την εργασία ελεύθερων εργατών γης, με το ονομαζόμενο «μεσακάρικο» σύστημα, σύμφωνα με το οποίο, μοίραζαν ένα μέρος του προϊόντος στον ενοικιαστή της γης τους. Αυτό συνιστούσε μια μεταβατική μορφή από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό ως προς τον κολίγο, ενώ ο γαιοκτήμονας λειτουργούσε ως καπιταλιστής.
Το Κόμμα εκτιμούσε ότι παραμένουν φεουδαρχικές και μισοφεουδαρχικές σχέσεις και όταν αυτές είχαν τελείως εξαλειφθεί. Το τσιφλίκι δεν συνιστούσε την περίοδο που αναφερόμαστε στην Ελλάδα τυπική φεουδαρχική σχέση. Ανάλογο πρόβλημα εκτίμησης των καπιταλιστικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή υπήρχε και στις εκτιμήσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας.
Ο μεγαλοϊδεατικός εθνικισμός της ελληνικής αστικής τάξης
Ανάμεσα στους πρώτους στόχους της αστικής τάξης, μετά την αναγνώριση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, ήταν η απελευθέρωση εδαφών με ελληνικούς πληθυσμούς, προβάλλοντας μάλιστα το εθνικιστικό σύνθημα ότι υπάρχει συνέχεια της Ελλάδας από την αρχαιότητα και μέσω του Βυζαντίου. Εδώ βρίσκεται και η ρίζα του ελληνικού εθνικισμού, που στην πορεία αποκλήθηκε «Μεγάλη Ιδέα».
Ηδη η Φιλική Εταιρεία το 1814 εκδήλωσε τάσεις υπέρ της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με το περιεχόμενο των διακηρύξεων του Ρήγα και του ανώνυμου κειμένου της Ελληνικής Νομαρχίας (1806), που έδιναν έμφαση στο αστικό κοινωνικό περιεχόμενο της Επανάστασης.
Τη διακήρυξη του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού πρόβαλε ο Κωλέττης του Γαλλικού κόμματος το 1844. Συστατικό της ήταν η διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς, η εθνική ομογενοποίηση, αξιοποιώντας τις εθνοτικές ή εθνοφυλετικές παραδόσεις. Στα Βαλκάνια, όμως, υπήρχε μωσαϊκό εθνοτήτων, επομένως η ελληνοποίηση σήμαινε αγνόηση της εθνικής ταυτότητας. Και ο Οθωνας ήταν επίσης οπαδός της «Μεγάλης Ιδέας» ταυτισμένος με τις επιδιώξεις της τσαρικής Ρωσίας.
Ο Κωλέττης αναφερόταν στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την πρώτη ως τη μεγάλη πρωτεύουσα των Ελλήνων. Τη «Μεγάλη Ιδέα» υποστήριζε και το Αγγλικό κόμμα, με μόνη διαφορά ότι υποστήριζε ότι πρώτα έπρεπε να ενισχυθεί η ελληνική οικονομία και μετά να επιδιωχθεί η επέκτασή της ανάλογα και με την πορεία αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Τρικούπης ήταν υπέρ της οικονομικής ισχυροποίησης πρώτα και μετά να επιδιωχθεί η επέκταση, αντίθετα ο πολιτικός του ανταγωνιστής Δεληγιάννης ήταν υπέρ της επέκτασης ως προϋπόθεσης ισχυροποίησης. Η Αγγλία επιθυμούσε τη διατήρηση των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως μέσο επέκτασής της στη Μέση Ανατολή.
Η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Αρτας αύξησε την επιθυμία για την άμεση πραγματοποίηση της «Μεγάλης Ιδέας», όμως ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος και η επονείδιστη ήττα που τον σημάδεψε (1897), έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα, τη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους και κλονισμό του κύρους του θρόνου. Στο μεταξύ άρχισε να δυναμώνει η επιρροή της Γερμανίας σε τμήματα της αστικής τάξης και στο θρόνο, καθώς η γερμανική τράπεζα είχε φιλόδοξο σχέδιο επενδύσεων στη Βαλκανική, οπότε η «Μεγάλη Ιδέα» συνδέθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α' Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο.
Οι διεκδικήσεις της αστικής τάξης διέπονταν και από ρεαλισμό, με την έννοια ότι ήξερε πως οι στόχοι της χρειάζονταν την υποστήριξη Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που ήταν οι λεγόμενες «προστάτιδες δυνάμεις».
Το γενικό συμπέρασμα για τον ελληνικό καπιταλισμό λίγο πριν την ίδρυση του ΚΚΕ
Η Ελλάδα στο διάστημα 1864 - 1918 δεν ήταν μονομερώς αγροτική χώρα. Είχαν αναπτυχτεί οι καπιταλιστικές σχέσεις στη βιομηχανία και στην αγροτική παραγωγή, είχε ενισχυθεί το αστικό κράτος, ήταν ενταγμένη στους ενδοκαπιταλιστικούς ανταγωνισμούς. Βεβαίως, η καπιταλιστική ανάπτυξη της Ελλάδας σφραγίστηκε από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, πράγμα άλλωστε που ισχύει για κάθε καπιταλιστικό κράτος, επέδρασαν δηλαδή οι δικές της ιστορικές ιδιαιτερότητες, αλλά και η εποχή, που ήταν εποχή ανάπτυξης του καπιταλισμού. Τα ιδιαίτερα ελληνικά χαρακτηριστικά και ο διεθνής ανταγωνισμός, που βασίζονταν κυρίως στην ανάπτυξη της παραγωγικότητας, επιδρούσαν στο ποιοι κλάδοι της βιομηχανίας αναπτύσσονταν περισσότερο από άλλους. Δεν επρόκειτο για ζήτημα υποτέλειας ή υποχώρησης της ελληνικής αστικής τάξης από τους δικούς της σκοπούς και στόχους. Το πρόβλημα του εξωτερικού δανεισμού, που απαιτούσε η πολεμική στρατιωτική δράση, επιδρούσε στην πρόοδο των αστικών εκσυγχρονισμών. Ο δανεισμός, οι πολεμικές ανάγκες για την ολοκλήρωση της εδαφικής επικράτειας ήταν παράγοντες που ταυτόχρονα αξιοποιούνταν για εξωτερική πίεση πάνω στην Ελλάδα. Οι ανισότιμες σχέσεις αλληλεξάρτησης και εξάρτησης δεν ήταν ελληνική ιδιομορφία, ούτε ήταν ιδιομορφία η προσπάθεια σύνδεσης με τη συμμαχία πότε της μιας, πότε της άλλης μεγάλης δύναμης.
Η ελληνική αστική τάξη, αν και διαμορφώθηκε σε μια Ελλάδα με οξυμένα προβλήματα, δεν υστέρησε σε κοσμοπολιτισμό και εθνικισμό - αλυτρωτισμό, στη διάθεση να πάρει ενεργό μέρος στον πόλεμο επέκτασης σε νέα εδάφη.

Πιο μαζικά, πιο μαχητικά στην πάλη ενάντια στους επικίνδυνους σχεδιασμούς





«Η Ελλάδα από το καλοκαίρι και μετά γυρίζει σελίδα...». Η παραπάνω τοποθέτηση επαναλαμβάνεται μονότονα από κυβερνητικά στελέχη, προκειμένου να συντηρήσουν τις ψεύτικες ελπίδες σε ένα κομμάτι εργαζομένων και για να μην αμφισβητηθούν οι στόχοι της καπιταλιστικής ανάκαμψης, που τσακίζουν τα εργατικά δικαιώματα.
Με κάθε ευκαιρία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ προπαγανδίζει το παραπάνω σχήμα, στέλνοντας το μήνυμα στο λαό ότι τώρα το μόνο που πρέπει να τον ενδιαφέρει είναι το αν υπηρετείται αυτός ο στόχος, δηλαδή της κατοχύρωσης της καπιταλιστικής ανάκαμψης, της προσέλκυσης επενδύσεων, της διευθέτησης του χρέους κ.λπ. Ενας σχεδιασμός που εκτός από το «ξεκαθάρισμα» με το παρελθόν, δηλαδή με τις λαϊκές κατακτήσεις που ξηλώθηκαν τα τελευταία χρόνια, περιλαμβάνει και τον αναβαθμισμένο ρόλο της χώρας στα βρώμικα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην περιοχή. Αυτό δηλαδή που η κυβέρνηση περιγράφει ως «γεωστρατηγική αναβάθμιση» και περιλαμβάνει τη μετατροπή της Ελλάδας σε μπροστάρη στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ στην περιοχή.
Οι «τοποτηρητές» του ΝΑΤΟ και της ΕΕ φέρνουν την αστάθεια
Πρόκειται για στρατηγική που από το κεφάλαιο προβάλλεται ως «ευλογία» για τον τόπο, όμως στην πραγματικότητα φέρνει το λαό μπροστά σε ανυπολόγιστους κινδύνους. Η κυβέρνηση, προκειμένου να καθησυχάσει και να πείσει τους εργαζόμενους να παραιτηθούν από την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την αλλαγή συνόρων, τη ΝΑΤΟική παρουσία στην περιοχή, αναγορεύει τους ιμπεριαλιστές συμμάχους της σε παράγοντες σταθερότητας και ασφάλειας. Αυτό επιχειρήθηκε ξανά τη βδομάδα που μας πέρασε, ειδικά στο υπουργικό συμβούλιο, όπου ο πρωθυπουργός ξεδίπλωσε όλη τη σχετική επιχειρηματολογία της κυβέρνησης.
Αποδεικνύεται όμως ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο από τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης. Τις τελευταίες μέρες είχαμε νέα επεισόδια στην κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας. Οι δεκάδες καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου συμπληρώθηκαν από ένα ακόμα επεισόδιο στα σύνορα, με την προσπάθεια παρεμπόδισης του Λιμενικού να διασώσει πρόσφυγες από τουρκικό σκάφος. Κι αυτά έρχονται σε συνέχεια όλων των προκλήσεων από την τουρκική αστική τάξη, που καταρρίπτουν με πάταγο όλη τη φιλολογία περί ΝΑΤΟικής προστασίας των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας.
Την ώρα που η κυβέρνηση καθησυχάζει επειδή η «Ελλάδα έχει ισχυρά διεθνή ερείσματα», ένα από αυτά τα ...ερείσματα, δηλαδή το ΝΑΤΟ, όλο και περισσότερο προχωρά σε διάταξη πολέμου, στον ανταγωνισμό του με τη Ρωσία. Από την άλλη, η Ρωσία προσεγγίζει την Τουρκία, με πιο χαρακτηριστικό στοιχείο την επίσκεψη Πούτιν στη γειτονική χώρα και τη συνάντηση με τους Προέδρους Τουρκίας και Ιράν για την κατάσταση στη Συρία. Ολα αυτά τα γεγονότα συνηγορούν ότι όλο και περισσότερο πλέκεται το κουβάρι των ανταγωνισμών, συμμαχίες αναδιατάσσονται, δημιουργούνται νέες και δοκιμάζονται οι «παραδοσιακές». Αυτό το περιβάλλον ρευστότητας δεν πρέπει να το χάνει από τα μάτια του ο λαός, αλλιώς θα πέφτει στην παγίδα αναλύσεων, φημών και εκτιμήσεων, στις οποίες ποντάρει και η κυβέρνηση για να εντείνει τον αποπροσανατολισμό και την καλλιέργεια αυταπατών.
Τσακίζουν τις λαϊκές ανάγκες για την καπιταλιστική ανάπτυξη
Αν στη λεγόμενη «εξωτερική πολιτική» το κυνήγι της καπιταλιστικής ανάπτυξης σημαίνει εμπλοκή σε παιχνίδια με τη φωτιά σε μια περιοχή που μυρίζει μπαρούτι, στο εσωτερικό κάθε εξέλιξη συνηγορεί στη χρεοκοπία του αφηγήματος της κυβέρνησης ότι «τα δύσκολα τελειώνουν τον Αύγουστο»...
Οσα είπε ο πρωθυπουργός από το αστυνομοκρατούμενο Λαύριο, στο πλαίσιο της κυβερνητικής - επιχειρηματικής φιέστας για την καπιταλιστική ανάπτυξη, είναι χαρακτηριστικά. Από τη μία, ανέλυσε με κάθε λεπτομέρεια τα διάφορα «αναπτυξιακά πακέτα», τον πακτωλό των δισεκατομμυρίων ευρώ για τις επενδύσεις του κεφαλαίου, τα έργα υποδομής που έχει ανάγκη ώστε να βγάζουν περισσότερα κέρδη οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι μεγαλοξενοδόχοι. Από την άλλη, για μια ακόμα φορά ξεκαθάρισε ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να κρατούν μικρό καλάθι, αφού δεσμεύτηκε να «μην κάνουμε τα λάθη του παρελθόντος, να μην επιστρέψουμε ποτέ στο σημείο εκείνο που βρεθήκαμε 8 χρόνια πριν...».
Ομως, το τι σημαίνει για το λαό ανάπτυξη με γνώμονα την κερδοφορία, την εξοικονόμηση πόρων για το κεφάλαιο και τις προτεραιότητές του, έγινε για μια ακόμα φορά σαφές στη Θεσσαλονίκη, με την πολυήμερη διακοπή της υδροδότησης, που έφερε σοβαρά προβλήματα σε ολόκληρη την πόλη. Μια βλάβη που οφείλεται στην ελλιπή συντήρηση αλλά και στην απουσία έγκαιρου σχεδιασμού για εναλλακτική λύση παροχής νερού, έργα που όμως κοστίζουν, οπότε η ΕΥΑΘ, στο όνομα της εξοικονόμησης, ουσιαστικά άφησε χωρίς νερό την πόλη.
Παράλληλα, για όσα δεν καταφέρνει να κάνει μόνη της, η κυβέρνηση αξιοποιεί τους πολύτιμους βαστάζους της στο εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, τους συνδικαλιστές της. Η στράτευση όλων τους στο στόχο της ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας δεν αφήνει πολλά περιθώρια διαφοροποιήσεων. Ετσι, για μια ακόμα φορά η ΓΣΕΕ, η κυβέρνηση και οι βιομήχανοι ανανέωσαν το αίσχος του κατώτατου και υποκατώτατου μισθού, την ίδια στιγμή που μια σειρά κλαδικές Ομοσπονδίες εργαζομένων δίνουν τη μάχη για την υπογραφή Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Σε όλα τα παραπάνω εντοπίζεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η «συναίνεση» που υπάρχει αντικειμενικά ανάμεσα σε όλα τα κόμματα του κεφαλαίου. Παρά τους καβγάδες τους γύρω από διάφορες αφορμές, όπως τα σκάνδαλα προκειμένου να συντηρούνται οι κάλπικες διαχωριστικές γραμμές, το νήμα που τους ενώνει είναι τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Και μπροστά σε αυτά στοιχίζονται απόλυτα. Αυτό φαίνεται και με τις εξελίξεις στην αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού, που μπαίνουν σε νέα φάση με αφορμή τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία αναδεικνύεται σε πολυεργαλείο. Εδώ «δοκιμάζονται» συγκλίσεις, κατά κύριο λόγο ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ (Κίνημα Αλλαγής), με απώτερο στόχο την επίτευξη της κυβερνητικής σταθερότητας που απαιτεί το κεφάλαιο ώστε να ξεδιπλώνεται απρόσκοπτα ο σχεδιασμός που έχει ανάγκη.
Το «στοίχημα» για τους εργαζόμενους
Αν το «στοίχημα» που παλεύει να κερδίσει η κυβέρνηση είναι η ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου, η γεωστρατηγική αναβάθμιση της αστικής τάξης και ο ρόλος σημαιοφόρου των ΝΑΤΟικών σχεδιασμών στην περιοχή, το «στοίχημα» για τους εργαζόμενους βρίσκεται στον αντίποδα.
«Στοίχημα» λοιπόν για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα είναι να ανακάμψει το κίνημά τους και να περάσει στην αντεπίθεση, σε σύγκρουση με τους σχεδιασμούς κυβέρνησης - κεφαλαίου.
Τώρα πρέπει να τραβηχτούν νέοι εργαζόμενοι στην οργανωμένη πάλη. Να μπουν μαζικά και μαχητικά στα συνδικάτα, στις Επιτροπές Αγώνα, να συμμετάσχουν ενεργά στον προγραμματισμό της δράσης και να αναζωογονήσουν το εργατικό κίνημα. Το κυριότερο: Να έχουν «σημαία» τους την ικανοποίηση των αναγκών τους και όχι τα παζάρια για το πόσα θα χάσουν ή τις «αντοχές» της καπιταλιστικής οικονομίας.
Ο λαός, μέσα από την πάλη του, να στείλει το μήνυμα ότι δεν εφησυχάζει. Οτι εχθροί του δεν είναι οι γειτονικοί λαοί, αλλά οι κυβερνήσεις, οι αστικές τάξεις, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ. Το επόμενο διάστημα, με κορύφωση τον εορτασμό της Πρωτομαγιάς, αυτή η δράση πρέπει να γενικευτεί μέσα στους χώρους δουλειάς και τους κλάδους.
Μέσα στην εργατική τάξη να αναπτυχθεί ο προβληματισμός για τη διέξοδο από αυτήν τη βαρβαρότητα, που φέρνει πότε τον πόλεμο και πότε την «ειρήνη» με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών. Τα 100χρονα του ΚΚΕ, τα συμπεράσματα που αντλούμε από την ηρωική μας Ιστορία, η πολύμορφη δράση που αναπτύσσουν οι Κομματικές Οργανώσεις, είναι το πεδίο όπου πρέπει να αναπτυχθεί η συζήτηση για τη δυνατότητα που υπάρχει σήμερα να ικανοποιήσει ο λαός ολόπλευρα τις ανάγκες του, να εξασφαλίσει σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους γειτονικούς λαούς. Για τη δυνατότητα η εργατική τάξη, παίρνοντας την εξουσία, να οικοδομήσει τη δική της κοινωνία, τη σοσιαλιστική, χωρίς πολέμους, φτώχεια, εκμετάλλευση.

TOP READ