15 Ιαν 2012

Η ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ


Η ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
του Βασίλη Μαμάη

Οι μικρές επιχειρήσεις  αποτελούν, έτσι κι αλλιώς, τμήμα -έστω και αδύναμο- της αναπαραγωγής κεφαλαίου. Από την άποψη αυτή, τα αστικά κόμματα δε θα μπορούσαν να σταθούν αδιάφορα απέναντί τους. Επειτα, αποτελούν προνομιακό -όχι τον μοναδικό- χώρο αναπαραγωγής της αστικής ιδεολογίας, αφού οι μικροί ΕΒΕ και οι αυτοαπασχολούμενοι είναι ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής και διαχειρίζονται κεφάλαια. Οταν μάλιστα καταλαμβάνουν υπολογίσιμο τμήμα του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, και κατά συνέπεια του εκλογικού σώματος, αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην πολιτική συμμαχιών της αστικής τάξης. 
Ταυτόχρονα οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις οξύνουν την ανεργία της εργατικής τάξης και επιταχύνουν την καταστροφή των αγροτικών στρωμάτων. Πολλοί άνεργοι και καταστραμμένοι αγρότες επιδιώκουν να ανοίξουν μια μικροεπιχείρηση για να εξασφαλίσουν κάποιο μεροκάματο. Ο χώρος των μικρών επιχειρήσεων αποτελεί, προς το παρόν τουλάχιστον, μια κάποια διέξοδο στην κοινωνική πίεση που δημιουργείται. Και μπορεί αυτή η διέξοδος να αποτελεί μακροπρόθεσμα αυταπάτη, στις σημερινές συνθήκες, όμως είναι ακόμα υπαρκτή. Αυτήν την πραγματικότητα την υπολογίζουν οι αστοί πολιτικοί στους σχεδιασμούς τους.
Σε ορισμένες περιόδους της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, η διευκόλυνση των μικρών επιχειρήσεων αποτέλεσε συστατικό στοιχείο -όχι κυρίαρχο φυσικά- της αστικής πολιτικής χωρίς αυτή να παρεκκλίνει από τους βασικούς στόχους της, δηλαδή της εξυπηρέτησης των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και των μονοπωλίων. Στις σημερινές συνθήκες, και μάλιστα μετά τη Συμφωνία του Μάαστριχτ, ο ανταγωνισμός οξύνθηκε σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων. Τα περιθώρια παρεμβάσεων υπέρ των μικρών επιχειρήσεων στένεψαν ασφυκτικά. Γίνεται φανερή, σήμερα όλο και πιο έντονα, μια αντίθεση στους στόχους της αστικής πολιτικής. Η επιδίωξη για μια συνεπή πολιτική εξυπηρέτησης των μονοπωλιακών συμφερόντων έχει επίδραση στις δυνατότητες της αστικής τάξης για μια σταθερή πορεία ιδεολογικής και πολιτικής ενσωμάτωσης πλατιών μικροαστικών στρωμάτων. 
Οι αντιθέσεις στους στόχους γεννούν αναπόφευκτα και αντιφάσεις στην αστική πολιτική που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν με μια σειρά ιδεολογήματα, με  κυριότερα τα παρακάτω.
Σκόπιμα οι αστοί πολιτικοί αναφέρονται στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και όχι στις μικρές επιχειρήσεις. Ανακατεύουν με αυτόν τον τρόπο επιχειρήσεις με διαφορετικό ρόλο και δυνατότητες στην οικονομία. Δηλαδή τις μικροεπιχειρήσεις των μικρών ΕΒΕ και των αυτοαπασχολούμενων, που μόλις καταφέρνουν (και όχι όλες) να εξασφαλίζουν ένα «μεροκάματο» στους ιδιοκτήτες τους (οι επιχειρήσεις μέχρι 4 εργαζόμενους αποτελούν το 92-93% του συνόλου), με επιχειρήσεις που απασχολούν 200-250 εργαζόμενους με σημαντικά κεφάλαια και υψηλό βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (οι επιχειρήσεις που απασχολούν 5-250 εργαζόμενους αποτελούν το 6-7% του συνόλου). Ομως, για παράδειγμα, μια αύξηση στα ασφάλιστρα του ΟΑΕΕ αποτελεί σημαντική επιβάρυνση για τον αυτοαπασχολούμενο, ενώ για έναν εργοδότη με 100 εργαζόμενους το πρόβλημα είναι ασήμαντο. Αντίθετα, μια μείωση στα ασφάλιστρα του ΙΚΑ δεν προσθέτει τίποτα στο εισόδημα του πρώτου, ενώ αποτελεί σημαντική μείωση του εργατικού κόστους για τον δεύτερο. Στην πράξη τα αστικά κόμματα διακηρύσσουν μια πολιτική υπέρ των μεσαίων επιχειρήσεων στο όνομα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σπέρνουν ψευδαισθήσεις προβάλλοντας μια πλασματική πραγματικότητα σε απόσταση από τα πραγματικά προβλήματα των μικρών ΕΒΕ και των αυτοαπασχολούμενων.
Προβάλουν με έμφαση τη βελτίωση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας σαν την πεμπτουσία της ανάπτυξης . Δηλαδή ισχυρίζονται ότι όποιος είναι ικανός και εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που του προσφέρονται πάει μπροστά. Στην καπιταλιστική αγορά όμως ανταγωνίζονται βασικά, κεφάλαια και όχι άνθρωποι, και μέτρο της επιχειρηματικότητας είναι το μέγεθος του κεφαλαίου. Το μερίδιο της αγοράς που κατέχει κάθε μια κατηγορία επιχειρήσεων (μικρές - μεγάλες), καθορίζεται κάθε φορά από το επίπεδο της ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και όχι από τις ικανότητες των επιχειρηματιών. Οι ικανότητες του κάθε ξεχωριστού επιχειρηματία έχουν αξία μόνο στο βαθμό που εξυπηρετούν τη γενική καπιταλιστική κίνηση. Σε καμία περίπτωση, δεν αντιστρέφεται η τάση του περιορισμού του μεριδίου των μικρών επιχειρήσεων στην αγορά οι οποίες βαδίζουν σαν σύνολο στη συρρίκνωση, πέρα από τα επιμέρους ζιγκ-ζαγκ της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Μια κριτική προσέγγιση των θέσεων του ΠΑΣΟΚ της ΝΔ και του ΣΥΝ για τις μικρές επιχειρήσεις, έτσι όπως τουλάχιστον καταγράφονται στα κείμενα και τις εξαγγελίες τους, οφείλει να πάρει υπόψη της και την πολιτική αυτών των κομμάτων όταν βρίσκονται στην κυβερνητική εξουσία. Μια τέτοια προσπάθεια γίνεται παρακάτω. Στο σημείωμα αυτό αναλύονται κομματικά κείμενα και πολιτικές ομιλίες της πρόσφατης διετίας σε συσχετισμό με τη συγκεκριμένη πρακτική των αστικών κομμάτων. Και επειδή αναφερόμαστε σε αστικά κόμματα χρήσιμο είναι να ρίξουμε μια ματιά στη στάση της αστικής τάξης απέναντι στις μικρές επιχειρήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες.


ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ


Μετά τη δικτατορία, η αστική τάξη βρέθηκε μπροστά στην προοπτική της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ. Η επιλογή αυτή στόχο είχε την εξυπηρέτηση των άμεσων, αλλά κύρια των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της. Η νέα πραγματικότητα απαιτούσε μια σειρά εκσυγχρονισμούς για την ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην πιο ανεπτυγμένη καπιταλιστικά αγορά της ΕΟΚ και τη διεύρυνση της αναπαραγωγής κεφαλαίου. Η πραγματοποίηση αυτού του στόχου απαιτούσε, επίσης, την ενσωμάτωση πλατιών λαϊκών στρωμάτων στο «ευρωπαϊκό» όραμα της αστικής τάξης. Στα πλαίσια αυτά, θεσμοθετούνται από την τότε κυβέρνηση της ΝΔ παρεμβάσεις που δημιουργούν ένα καλύτερο κλίμα για τις μικρές επιχειρήσεις (ή τουλάχιστον για ένα τμήμα τους) με πιο σημαντικές τις παρακάτω.
 Την ίδρυση του ΕΟΜΜΕΧ το 1977 με στόχο «την παροχή υπηρεσιών τεχνικό-οικονομικού συμβούλου στο χώρο των ΜΜΕ, την ίδρυση εργαστηρίων ποιοτικού ελέγχου, την ίδρυση και συμμετοχή σε υφιστάμενες επιχειρήσεις παραγωγής και εμπορίας βιοτεχνικών προϊόντων» κλπ.
 Την απόφαση 197/1978 της νομισματικής επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος που υποχρέωνε της τράπεζες να δημιουργήσουν αποθεματικό για την παροχή πιστώσεων στις ΜΜΕ με επιτόκιο επιδοτούμενο από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Το ΠΑΣΟΚ συνέχισε και επέκτεινε μια παρόμοια πολιτική για τις μικρές επιχειρήσεις χωρίς όμως, επί της ουσίας, να παρεκκλίνει από μια γενικότερη φιλομονοπωλιακή πολιτική. Αυτό έγινε κύρια για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μικροαστικών στρωμάτων που συνέβαλαν, σε έναν βαθμό, στη στήριξή του στη διακυβέρνηση της χώρας.
 Το 1983 τροποποιείται το νομικό πλαίσιο του ΕΟΜΜΕΧ (Ν. 1479/84) και αρχίζει η ενασχόλησή του με χρηματοπιστωτικά θέματα, όπως, δάνεια, οικονομικές ενισχύσεις, εγγυητικές επιστολές προς τις ΜΜΕ, η συμμετοχή του στην εφαρμογή των Αναπτυξιακών Νόμων κλπ. .
 Ευνοείται, σε ένα βαθμό, η ανάπτυξη συνεταιρισμών μικρών επιχειρήσεων.
 Παραχωρείται μέρος των Μεσογειακών Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων (ΜΟΠ) προς όφελος των ΜΜΕ.
 Οι μικρές επιχειρήσεις απολαμβάνουν μια ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση κληρονομημένη από το παρελθόν.
Η κατάσταση αρχίζει να αλλάζει σταδιακά στο τέλος της δεκαετίας του ‘80 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας με σημείο καμπής τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις βρίσκονται «προ των πυλών» και αυτό έχει την επίδρασή του και στις κρατικές ρυθμίσεις τέτοιου είδους. Τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής είναι τα παρακάτω.
 Ο ΕΟΜΜΕΧ γίνεται ΑΕ και συρρικνώνεται (νόμοι 2414/96 και 2702/99). Μετατρέπεται έτσι σε απλό διαχειριστή ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
 Καταργείται η ΑΝΕ 197/78 και δυσκολεύεται η πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων στην τραπεζική χρηματοδότηση. Στη συνέχεια, με τη μείωση των επιτοκίων γίνονται αντικείμενο τοκογλυφίας με επιτόκια τριπλάσια του πληθωρισμού και εγγύηση την προσωπική περιουσία του δανειολήπτη.
 Επιδεινώνεται το σύστημα φορολόγησης που χωρίζει ουσιαστικά τις επιχειρήσεις σε δυο κατηγορίες. Αυτές που φορολογούνται με βάση τα κέρδη που εμφανίζουν (μεγάλες και μεσαίες) και σε αυτές που φορολογούνται «με το κομμάτι» (μικρές). Στην ουσία μπαίνει ένα κατώτερο πλαφόν επιβίωσης μιας επιχείρησης που μεταβάλλεται ανάλογα με τις ταμειακές ανάγκες του κρατικού προϋπολογισμού και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.
 Τα ευρωπαϊκά προγράμματα για τις ΜΜΕ δεν απευθύνονται στη συντριπτική πλειοψηφία των μικρών επιχειρήσεων για δύο λόγους. Οι όροι και οι προϋποθέσεις είναι απαγορευτικές. Απευθύνονται σε κάθε μια επιχείρηση ξεχωριστά και όχι στις μικρές επιχειρήσεις σαν τμήμα της οικονομίας .


ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


Σε μια εποχή καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και αναδιανομής της αγοράς προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου και των μονοπωλίων, να πώς βλέπουν τις μικρές επιχειρήσεις τα αστικά κόμματα.
«…Για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και νοιαζόμαστε και μπορούμε. Δε λέμε απλώς ότι είστε η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Το εννοούμε… πυρήνας της οικονομικής μας πολιτικής είναι η ενίσχυση της μικρής και μεσαίας επιχείρησης» . «Η σημασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για την οικονομία είναι τεράστια, εάν ληφθεί υπόψη ο μεγάλος αριθμός και η συμβολή τους στην απασχόληση και το εισόδημα» . 
Μικρές-μεσαίες επιχειρήσεις μπαίνουν στο ίδιο καζάνι, χαρακτηριστικά που έχουν μεσαίες επιχειρήσεις αποδίδονται σε μικρές, ο αριθμός τους μεγεθύνεται για να χωρέσει και τον ψιλικατζή της γειτονιάς και υπερτιμιέται σκόπιμα ο ρόλος τους στην οικονομία. Ο εργοδότης των 200 εργαζομένων νιώθει πως εκπροσωπούνται τα συμφέροντά του, ενώ ο ψιλικατζής κολακεύεται ότι αποτελεί τμήμα της «ραχοκοκαλιάς της οικονομίας». Και για του λόγου το αληθές ας δούμε τι εννοούν όταν λένε ΜΜΕ.
«Στη νέα εποχή, οι τύχες μιας μικρής επιχείρησης … θα εξαρτάται από τη γνώση του τι ζητούν οι καταναλωτές από τη Φινλανδία μέχρι την Κίνα ή οι ανταγωνιστές μας αλλού … οραματιζόμαστε μία κοινωνία της γνώσης στηριζόμενη σε ένα μωσαϊκό μικρομεσαίων επιχειρήσεων όπου η κάθε μια θα προσφέρει στο σύνολο εξειδικευμένη τεχνογνωσία και καινοτόμα προϊόντα …» . «…Είναι ο ισχυρότερος μοχλός ανάπτυξης. Είναι η επιχείρηση εκείνη που έχει μεγαλύτερη ευελιξία να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα των αγορών, μεγαλύτερη ευελιξία στον τομέα της αγοράς εργασίας… δεν πιστεύω ότι το όποιο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας έχουν ή όποιες ελληνικές επιχειρήσεις, οφείλεται στο μέγεθός τους…» .
Πρόκειται για συνειδητή πολιτική απάτη. Οι μικρές επιχειρήσεις καθόλου δεν ενδιαφέρονται για το «…τι ζητούν οι καταναλωτές στη Φινλανδία…», γιατί το πολυκατάστημα που άνοιξε δίπλα τους παίρνει την πελατεία, γιατί τα εισαγόμενα προϊόντα πουλάνε περισσότερο από τα δικά τους και ο σκληρός ανταγωνισμός τις υποχρεώνει να ρίχνουν τις τιμές για να επιβιώσουν. Γιατί ο εξοπλισμός με νέα τεχνολογία απαιτεί κεφάλαια που δύσκολα μπορούν να εξασφαλίσουν ακόμα και αν διαθέσουν τμήμα από το ατομικό τους εισόδημα και, τέλος πάντων, η μοναδική «ευελιξία» που διαθέτουν είναι να βάλουν λουκέτο μια ώρα γρηγορότερα. Οσο για τη συμβολή των μικρών επιχειρήσεων στην απασχόληση, προσπαθούν να σπρώξουν κάθε απελπισμένο άνεργο να ανοίξει τη δική του, χωρίς μέλλον, μικροεπιχείρηση μπαλώνοντας όπως-όπως τη ζωή του. Κάτι δηλαδή σαν τη μερική απασχόληση.
Ο ΣΥΝ αποφάσισε σχετικά πρόσφατα να ασχοληθεί και αυτός με τις ΜΜΕ.
«Η συζήτηση για τα προβλήματα των ΜΜΕ και ΕΒΕ  σημαίνει στην ουσία συζήτηση για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και για το μεγαλύτερο μέρος του ενεργού πληθυσμού της χώρας είτε ως επιχειρηματίες είτε ως μισθωτούς απασχολούμενους στις επιχειρήσεις» .
Μια ακόμα παραλλαγή της «ραχοκοκαλιάς της ελληνικής οικονομίας» σε πιο λεπτεπίλεπτη έκδοση. Ο ΣΥΝ ταυτίζει τις ΜΜΕ με το σύνολο της ελληνικής οικονομίας και τους απασχολούμενους σε αυτές, με το μεγαλύτερο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας. Μια θέση που παίρνει υπόψη της μόνο τους ορισμούς της ΕΕ, αδυνατεί να αναλύσει την ελληνική οικονομική πραγματικότητα και οδηγεί το ΣΥΝ, αντικειμενικά, σε ταύτιση με τις θέσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.
«Την τελευταία δεκαετία, στο διεθνές και εγχώριο περιβάλλον δράσης των ΜΜΕ και ΕΒΕ, έχουν επέλθει σημαντικές αλλαγές Η ανάπτυξη των νέων τεχνολογικών, η πολιτική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, οι διαδικασίες ευρωπαϊκής ενοποίησης και διεύρυνσης, η διεθνής οικονομική συγκυρία, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, κ.ά., είναι παράγοντες που επηρεάζουν τις γενικότερες ανταγωνιστικές συνθήκες δράσης τους» .
Τα προβλήματα δημιουργήθηκαν, κατά το ΣΥΝ, από συγκυριακούς παράγοντες της «τελευταίας δεκαετίας» και δεν έχουν σχέση με τη θέση των ΕΒΕ στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Οι «συγκυρίες» εμφανίζονται ανεξάρτητες μεταξύ τους και, περίπου, τυχαίες. Εξαφανίζεται η πραγματική τους αιτία που δεν είναι άλλη από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό και τη συγκέντρωση, τη συγκεντροποίηση κεφαλαίων και παραγωγής από το μεγάλο κεφάλαιο και κύρια το μονοπωλιακό. Μια διαδικασία που επιταχύνθηκε με την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ.
«Ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς προτείνει την εφαρμογή ενός συνεκτικού προγράμματος εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης των ΜΜΕ …  κόντρα στο φιλελευθερισμό και στις πολιτικές ανεξέλεγκτης δράσης των πολυεθνικών, κόντρα στον οικονομικό ιμπεριαλισμό του διεθνούς κεφαλαίου, με στόχο την ανάπτυξη στη βάση των αναγκών της χώρας. Κεντρικός πυρήνας του σχεδίου είναι η εφαρμογή οριζόντιων και κάθετων πολιτικών, σε κάθε τομέα, κλάδο και περιφέρεια, καθώς πολιτική πλήρους αξιοποίησης και ανάπτυξης των παραγωγικών τους δυνάμεων. Η εφαρμογή της προγραμματισμένης ανάπτυξης και των διαφοροποιημένων πολιτικών, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δράσης και συμμαχίας των ΕΒΕ, με τους εργαζόμενους, τους αγρότες, τους νέους και άλλες κοινωνικές ομάδες, που παλεύουν κατά του νεοφιλελευθερισμού, για μια νέα κοινωνία που οι άνθρωποι θα είναι πάνω από τα κέρδη» .
Πέρα από το βερμπαλισμό και την αοριστολογία που χωράει κάθε ερμηνεία, αυτό που κύρια λείπει από την ανάλυση του ΣΥΝ είναι μια σαφής οριοθέτηση του χαρακτήρα της εξουσίας που είναι σε θέση να επιβάλει τις περιορισμένες, έστω, αλλαγές που προτείνει. Και όταν δεν προβάλεις τη διέξοδο της εργατικής εξουσίας, αυτό που μένει είναι η κυριαρχία των μονοπωλίων που υπάρχει και σήμερα. Οι προτάσεις και οι αναλύσεις μένουν μετέωρες και τελικά ανέφικτες. Οι λεονταρισμοί ενάντια «στο φιλελευθερισμό» και «στον οικονομικό ιμπεριαλισμό του διεθνούς κεφαλαίου» ακούγονται κούφιοι, γιατί το ευρωπαϊκό μονοπωλιακό κεφάλαιο είναι οργανικό τμήμα του διεθνούς κεφαλαίου, που παρά τις οποίες αντιθέσεις έχει ενιαία πολιτική εξόντωσης απέναντι στους πιο αδύνατους ανταγωνιστές του, τις μικρές επιχειρήσεις. Η «ανεξέλεγκτη δράση των πολυεθνικών» είναι φυσικό επακόλουθο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και δεν περιορίζεται, μόνο καταργείται με την κατάργηση της εξουσίας του κεφαλαίου. 
Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ στις αναλύσεις τους δεν παρεκκλίνουν από μια γενικότερη φιλομονοπωλιακή αντίληψη. Οταν απευθύνονται στους μικρούς ΕΒΕ και τους αυτοαπασχολούμενους, το μόνο που κάνουν είναι να προσπαθούν να παραπλανήσουν το ακροατήριό τους (ειδικά το προεκλογικό). Ο ΣΥΝ ξεκινάει από μια μικροαστική αφετηρία που οδηγεί σε μια λογική διαχείρισης στα πλαίσια της εξουσίας των μονοπωλίων και καταλήγει να ταυτίζεται στην πράξη με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, όπως είναι φυσικό. Και τα τρία κόμματα προσπαθούν να επενδύσουν, το καθένα με τον τρόπο του, στις μικροαστικές αυταπάτες για μια «πιο ήπια» φιλομονοπωλιακή πολιτική που θα αφήσει και λίγο χώρο στις μικρές επιχειρήσεις να επιβιώσουν. Η ιστορία όμως δε γυρίζει πίσω.


ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ


Οι θέσεις των αστικών κομμάτων για το φορολογικό αποκαλύπτονται καλύτερα όταν προβάλλονται στο φόντο των συγκεκριμένων πολιτικών που εφαρμόστηκαν από τις κάθε φορά κυβερνήσεις.
«…Θα μειώσουμε το φόρο των επιχειρήσεων από το 35% στο 30% και θα εξετάσουμε ευνοϊκά την περαιτέρω μείωση στο 25%…» . Αναφέρεται στις ΑΕ, αλλά δεν το λέει, πρόκειται δηλαδή για μείωση της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου, γιατί δεν υπήρχαν (τότε που ειπώθηκε αυτό) άλλες επιχειρήσεις πέρα από τις ΑΕ που είχαν φορολογία στα κέρδη 35%. 
Η ΝΔ ήταν πιο ειλικρινής προεκλογικά. «…Μείωση του συντελεστή φορολογίας των αδιανέμητων κερδών σε 25% για AE και EΠE και σε 18% για OE και EE…» . Αυτοί που πρώτοι εφάρμοσαν το χαράτσι του 35% για ΟΕ και ΕΕ έρχονται σήμερα να ζητούν τη μείωσή του σε ενιαία συσκευασία με προκλητικές φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο. 
Ας δούμε τι λένε οι ίδιοι για τα αντικειμενικά κριτήρια και το κλείσιμο των ανέλεγκτων χρήσεων.
«…Οι επιχειρήσεις στη χώρα μας, κυρίως οι μικρομεσαίες, βρέθηκαν την τελευταία 10ετία, κάτω από διωγμό, κυρίως φορολογικό … μια τα αντικειμενικά κριτήρια, μια η συνάφεια, μια η, δήθεν, ρύθμιση φορολογικών εκκρεμοτήτων, μια το ΣΔΟΕ … να φορολογούνται οι εταιρείες με βάση τα βιβλία τους … θα προσπαθήσουμε να μειώσουμε και το χρόνο της παραγραφής. Στόχος είναι η τριετία … και αυτό για να μην παραμένουν οι εκκρεμότητες και οι, εκ των υστέρων, αναδρομικοί εκβιασμοί…» .
Η ΝΔ, βέβαια, είναι ο εφευρέτης των αντικειμενικών κριτηρίων. Να θυμίσουμε επίσης ότι η πρώτη αρπαχτή με τις ανέλεγκτες χρήσεις έγινε το 1993 με κυβέρνηση της ΝΔ, γι’ αυτό ο σημερινός της πρόεδρος αναφέρεται στην «τελευταία δεκαετία» και όχι στην τελευταία δεκαπενταετία, ας πούμε. Είναι επίσης το ίδιο κόμμα που με πρόσφατο νόμο καθιέρωσε την «αυτόματη περαίωση», δηλαδή το φορολογικό «χαρακίρι» των μικρών επιχειρήσεων.
Το ΠΑΣΟΚ που κινείται στην ίδια κατεύθυνση δηλώνει: «…Καταργήθηκε ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των κερδών απαλλάσσοντας τις επιχειρήσεις από πιθανές αυθαιρεσίες και καλλιεργώντας την αναγκαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και ΜΜΕ...» . Είναι το ίδιο κόμμα που σαν κυβέρνηση αφαίρεσε από τις τσέπες των ΕΒΕ 3 δισ. ευρώ με τη «συνάφεια» και τις ανέλεγκτες χρήσεις πριν από μερικά χρόνια. Τόσο κοστίζει, φαίνεται, η «σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτείας και ΜΜΕ».
Και μια νέα εκσυγχρονιστική πρόταση από τον Γ. Παπανδρέου, «…υπαγωγή όσων επιχειρήσεων έχουν αγορές μέχρι 100 χιλ. ευρώ σε ένα καθεστώς, όπου από την αρχή της χρονιάς θα είναι γνωστός ο φόρος που θα πληρώσουν, το ΦΠΑ και το εισόδημα, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο συντελεστή και με ελάχιστο φόρο εισοδήματος τα 300 ευρώ. Η επιχείρηση θα τηρεί μόνο ένα βιβλίο αγορών...» .
Δηλαδή κάθε μικροεπιχείρηση ξεκινάει τη χρονιά με μείον 300 ευρώ στη φορολογία εισοδήματος και με ΦΠΑ προϋπολογισμένο που δεν έχει ακόμα εισπράξει για να αποδώσει. Μια ακόμη παραλλαγή του «κατ’ αποκοπή» φόρου. Η πρόταση αυτή κρύβει και μια πονηριά. 500.000 επιχειρήσεις δηλώνουν τζίρο μέχρι 40.000 ευρώ το χρόνο. Με ένα μέσο συντελεστή κέρδους 20% δηλώνουν κέρδη γύρω στα 8.000 ευρώ, για τα οποία δεν εισπράττεται φόρος γιατί βρίσκονται κάτω από το αφορολόγητο όριο. Με την παραπάνω πρόταση ο κρατικός προϋπολογισμός θα εισπράξει τουλάχιστον 150 εκ. ευρώ επιπλέον. 
ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν να κρύψουν το αντιλαϊκό τους πρόσωπο όσα τεχνάσματα και αν μεταχειριστούν. Είτε σαν κυβέρνηση είτε σαν αντιπολίτευση δε ξεφεύγουν από το φιλομονοπωλιακό τους προσανατολισμό. Ακόμα και αν περιορίσουμε το θέμα μόνο στη φορολογία των επιχειρήσεων, θα παρατηρήσουμε, προτείνουν και εφαρμόζουν ένα φορολογικό σύστημα δυο ταχυτήτων. Αντικειμενικά κριτήρια - «κεφαλικός φόρος» - για ατομικές επιχειρήσεις ΟΕ και ΕΕ (κατά τεκμήριο μικρές επιχειρήσεις) και φορολογία κερδών με συνεχώς μειούμενους συντελεστές για ΑΕ και ΕΠΕ (μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις κατά κύριο λόγο). Η φορολογία των μικρών επιχειρήσεων αποτελούν, φυσικά, συγκοινωνούντα δοχεία με τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου. 
Οταν αναφέρονται στη φοροδιαφυγή, στην πράξη στοχεύουν στις μικρές επιχειρήσεις, γι’ αυτό εφευρέθηκαν τα αντικειμενικά κριτήρια και οι ανέλεγκτες χρήσεις. Για τη φοροδιαφυγή του μεγάλου κεφαλαίου ούτε λόγος. Αλλωστε ένα τμήμα της είναι θεσμοθετημένη με τη μορφή φοροαπαλλαγών και ένα άλλο ανήκει στη φυσική κίνηση του κεφαλαίου. 
Ο ΣΥΝ διατυπώνει την κριτική του στη φορολογική πολιτική των κυβερνήσεων ως εξής:
«Σε επίπεδο φορολογίας, εξακολουθεί η αστάθεια και η μεταβολή του φορολογικού συστήματος που συνοδεύεται από μη προβλεπόμενες (έκτακτες) φορολογίες (εφ άπαξ φόρος κλεισίματος χρήσεων, συνάφειες τριετίας, συνοπτικοί έλεγχοι κ.ά.)… Παρά τη θέσπιση ορισμένων θετικών μέτρων, όπως λογιστικός προσδιορισμός κερδών, μείωση φορολογίας μεταβίβασης επιχειρήσεων σε άμεσους συγγενείς, αφορολόγητο αποθεματικό 35% επί των κερδών, ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων (TAXISnet) κ.ά., με εξαίρεση το τελευταίο, δεν έχουν γίνει ακόμη εμφανή τα αποτελέσματά τους» .
Το πρόβλημα, κατά το ΣΥΝ, είναι η «αστάθεια» του φορολογικού συστήματος και όχι η φιλομονοπωλιακή αντιλαϊκή του κατεύθυνση. Εδώ συμφωνεί με τη ΝΔ που επίσης μιλάει για σταθερό φορολογικό σύστημα. Ομως ο πυρήνας του φορολογικού συστήματος για τις μικρές επιχειρήσεις τα τελευταία χρόνια παραμένει σταθερότατος. Αντικειμενικά κριτήρια και ανέλεγκτες χρήσεις. Το περιτύλιγμα αλλάζει. Θεωρεί θετικό το «λογιστικό προσδιορισμό» των κερδών, που λαμβάνεται υπόψη μόνο όταν δίνει περισσότερους φόρους από τα αντικειμενικά κριτήρια. Εδώ συμφωνεί με το ΠΑΣΟΚ. Θεοποιεί κάποιους τεχνικούς εκσυγχρονισμούς (ηλεκτρονική υποβολή στοιχείων κλπ.) και απλά παραπονιέται για τα σημαντικά ζητήματα (συνάφειες, συνοπτικοί έλεγχοι κλπ.). Αυτή είναι η μοίρα του οπορτουνισμού.


ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ


Η πολιτική της ΕΕ είναι προσανατολισμένη στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης κεφαλαίων. Η πολιτική για τις ΜΜΕ, ενταγμένη στον παραπάνω προσανατολισμό, προωθεί μια ζώνη μεσαίων επιχειρήσεων (μεγάλων για τα ελληνικά δεδομένα) που θα απορροφά την ανεργία (έτσι τουλάχιστον ισχυρίζονται τα επιτελεία της) και δραστηριοποιούνται σε τομείς σχετικά μικρότερης συγκέντρωσης, δορυφορικά γύρω από τα μονοπώλια με συμπληρωματικό ρόλο στην καπιταλιστική αγορά. Και αυτό επιδιώκεται σε τρεις, κύρια, κατηγορίες επιχειρήσεων:
 Επιχειρήσεις που λόγω του μικρού τους μεγέθους, σε σχέση με τα μονοπωλιακά συγκροτήματα, διαθέτουν κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα ευελιξίας στην εφαρμογή πιο σύγχρονων μεθόδων παραγωγής (έστω και προσωρινά), είναι ικανές να πετύχουν υψηλή παραγωγικότητα και άρα αυξημένες δυνατότητες εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (π.χ. σε τομείς νέας τεχνολογίας και εξειδικευμένης παραγωγής).
 Επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου σε νέους ή ασταθείς τομείς της αγοράς όπου τα μονοπώλια διστάζουν, προς το παρόν, να διαθέσουν κεφάλαια (π.χ. επενδύσεις σε κλάδους καταναλωτικών εμπορευμάτων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες).
 Επιχειρήσεις υπεργολαβίας σε τομείς ασύμφορους για τα μονοπώλια, με τους συμβατικούς όρους πώλησης της εργατικής δύναμης. Δηλαδή επιχειρήσεις της πιο άγριας και πρωτόγονης εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (π.χ. φασόν και επιχειρήσεις «μαύρης» εργασίας).
Οι αστοί αναλυτές δεν κρύβουν ότι οι ΜΜΕ, όπως τουλάχιστον τις εννοούν, έχουν περιορισμούς. Απαιτείται ένα ορισμένο κρίσιμο μέγεθος επιχείρησης για να μπορέσει να παίξει τέτοιο ρόλο, γι’ αυτό προκρίνουν κύρια την κατηγορία απασχόλησης των 50-250 ατόμων. Αυτές οι επιχειρήσεις θα υποκύψουν αργά ή γρήγορα στο σκληρό ανταγωνισμό των μονοπωλίων, γι’ αυτό και επιμένουν στις συγχωνεύσεις, τις εξαγορές και τις υπεργολαβίες τις οποίες η ΕΕ επιδοτεί. 
Αυτές οι ΜΜΕ αποτελούν μέρος της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, διευρύνουν και επιταχύνουν την κυκλοφορία του κεφαλαίου, συμπληρώνουν τις διαδικασίες συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης κεφαλαίων και παραγωγής και δευτερευόντως, σε ένα βαθμό και περιστασιακά έχουν θετική επίδραση στην απασχόληση. Η ΕΕ στα επίσημα κείμενα της αντιστρέφει την πραγματικότητα υπερβάλλοντας τη θετική επίδραση των ΜΜΕ στην αύξηση των θέσεων εργασίας, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία.
Γι’ αυτές τις ΜΜΕ ενδιαφέρονται τα μονοπώλια και η ΕΕ και σε αυτές προσανατολίζονται οι όποιες πολιτικές στήριξής τους και όχι για το σύνολο των χιλιάδων μικροεπιχειρήσεων. 
Η ΝΔ δεν έχει κανένα πρόβλημα να κρύψει τις προθέσεις της για επιτάχυνση των διαδικασιών συγκέντρωσης κεφαλαίων. «Eιδικά κίνητρα για την ενθάρρυνση της μεγέθυνσης με συγχωνεύσεις, εξαγορές και επεκτάσεις» . Αυτή είναι μια πρόταση που ανταποκρίνεται πλήρως στην πολιτική της ΕΕ για τις ΜΜΕ. «…ακόμα και στα αναπτυξιακά κίνητρα θα επιδιώξουμε να εμπλέξουμε και τις τράπεζες. Και ο λόγος είναι για να τις κινητροδοτήσουμε, ή αν θέλετε να τις πείσουμε, να τις ωθήσουμε, να εξοικειωθούν περισσότερο με τη δράση, τη μορφή της μικρομεσαίας επιχείρησης» . Και το τραπεζικό κεφάλαιο καλείται να παίξει το ρόλο του προς αυτήν την κατεύθυνση.
Βέβαια, ο σημερινός πρωθυπουργός δεν αποφεύγει και το λαϊκισμό. «Περίπου 750.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις λειτουργούν σήμερα στη χώρα. Είναι το 98% των επιχειρήσεων. Αν η καθεμία προσλάμβανε από έναν εργαζόμενο, όχι μόνο θα λυνόταν το πρόβλημα της ανεργίας στη χώρα, που είναι τεράστιο -σήμερα έχουμε σχεδόν 600.000, ανέργους - …αλλά θα είχαμε και αυξημένη ζήτηση εργαζομένων» . Οι μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να θρέψουν τους ιδιοκτήτες τους, πώς θα καταφέρουν να προσλάβουν και έναν εργαζόμενο, ώστε να φτάσουμε να έχουμε και έλλειψη εργατικών χεριών, είναι απορίας άξιον. 
Το ΠΑΣΟΚ το οποίο ήταν κυβέρνηση μέχρι πριν δύο χρόνια αρέσκεται στους αριθμητικούς απολογισμούς.
«1.500 επενδύσεις για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων από νέους/ες και γυναίκες.
1.600 σχέδια αναδιοργάνωσης για την εισαγωγή συστημάτων διασφάλισης ποιότητας.
1.200 προτάσεις μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων για αγορά εξοπλισμού, αναδιοργάνωση και απόκτηση τεχνογνωσίας.
2.500 προτάσεις για την αναβάθμιση καταλυμάτων τουριστικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων» κλπ. .
Ωστόσο, από μια συγκριτική μελέτη των στοιχείων που απαριθμούνται, προκύπτουν τα παρακάτω:
 Χρηματοδοτήθηκε μόλις το 3,2% των ΜΜΕ.
 Από αυτές αξιόλογα ποσά πήρε το 39% (1,2% του συνόλου των ΜΜΕ) γιατί τα προγράμματα «ΔΙΚΤΥΩΘΕΙΤΕ» και «ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΤΕ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ» δίνουν ψίχουλα της τάξης των 1.250 ευρώ το πολύ.
 23.800 επιχειρήσεις εντάχθηκαν στα προγράμματα και προβλεπόταν να ενταχθούν 79.000 όταν το Γ΄ ΚΠΣ είχε υλοποιηθεί κατά τα 2/3.
 Αποκρύπτεται ότι το φιλέτο των χρηματοδοτήσεων απόσπασαν μια μικρή μερίδα μεσαίων κύρια επιχειρήσεων .
Οι αναλύσεις του ΣΥΝ ενσωματώνουν ατόφια ακόμα και τη φρασεολογία των κειμένων της ΕΕ.
«Η εξειδίκευση της «Στρατηγικής της Λισσαβόνας», αποτυπώθηκε στο «Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις», ο οποίος εγκρίθηκε στο Συμβούλιο Γενικών Υποθέσεων τον Ιούνιο 2000 και περιέχει συστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο οι Μ.Μ. Επιχειρήσεις μπορούν να αξιοποιήσουν την οικονομία της γνώσης. Ειδικότερα καθορίστηκαν δέκα άξονες δράσης: α) εκπαίδευση και επιμόρφωση για επιχειρηματικό πνεύμα, β) φθηνότερη και ταχύτερη εκκίνηση των επιχειρήσεων, γ) καλύτερη νομοθεσία και ρυθμίσεις, δ) διαθεσιμότητα ικανοτήτων, ε) βελτίωση της πρόσβασης σε απευθείας σύνδεση, στ) περισσότερα οφέλη από την ενιαία αγορά, ζ) φορολογικά και χρηματοοικονομικά ζητήματα, η) ενίσχυση τεχνολογικών δυνατοτήτων των μικρών επιχειρήσεων, θ) επιτυχημένα πρότυπα ηλεκτρονικών επιχειρήσεων και υποστήριξη πρότυπων επιχειρήσεων και τέλος ι) ανάπτυξη ισχυρότερης και αποτελεσματικότερης εκπροσώπησης των συμφερόντων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο». Εδώ γίνεται προσπάθεια να κουκουλωθεί η αμηχανία του ΣΥΝ μπροστά στην πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις κάτω από επιτηδευμένα γενικόλογες και δυσνόητες αναλύσεις των επιτελείων της ΕΕ. Η «ευρωλαγνεία» σε όλο της το μεγαλείο!
Για να διασώσει το αριστερό του προφίλ αισθάνεται υποχρεωμένος να αναγνωρίσει και κάποια προβλήματα στην πολιτική της ΕΕ για τις ΜΜΕ.
«Παρά τα βήματα που σημειώθηκαν, δε φαίνεται να επιτυγχάνεται ο στόχος, να γίνει η ευρωπαϊκή οικονομία η ανταγωνιστικότερη στον κόσμο ως το 2010, ενώ οι Μ.Μ. Επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια στη δράση τους … Κατά συνέπεια η απάντηση δε βρίσκεται στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής στην πιο ακραιφνή, νεοφιλελεύθερη εκδοχή της, αλλά στο ριζικό αναπροσανατολισμό της… για την αντιμετώπιση της πίεσης της ευρωπαϊκής οικονομίας από τις ανταγωνίστριες χώρες (ΗΠΑ, Ιαπωνία και Κίνα), θα ήταν λάθος η αναζήτηση λύσεων προς την κατεύθυνση της αποδυνάμωσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Αντίθετα οι πολιτικές στήριξης θα πρέπει να επιδιώκουν την ενδυνάμωση του μοντέλου και στήριξη της ανάπτυξης των ΜΜΕ σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο». Οι μικροί ΕΒΕ και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν μπορούν να συμμεριστούν την αγωνία του ΣΥΝ για την ανταγωνιστικοτητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, τη στιγμή που η ύπαρξη τους απειλείται από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Τη στιγμή που η απελευθέρωση της αγοράς έφερε τα μονοπώλια στην πόρτα τους και τα μέτρα σε βάρος τους διαδέχονται το ένα το άλλο.
Οι προτάσεις του ΣΥΝ διατυπώνονται ως εξής:
«…χρειάζεται άμεσα η επεξεργασία ευρωπαϊκού «Συνεταιριστικού Χάρτη» των Μ.Μ. Επιχειρήσεων και η ηλεκτρονική τους διασύνδεση, με στόχο ανάπτυξη της παραγωγής και της εξαγωγικής δραστηριότητας». Ωστε,  οι συνεταιρισμοί των μικρών επιχειρήσεων είναι ζήτημα επεξεργασίας ενός ευρωπαϊκού «Συνεταιριστικού Χάρτη» και η «ηλεκτρονική διασύνδεση» είναι αυτό που έλειπε για την ανάπτυξη της «παραγωγής και της εξαγωγικής δραστηριότητάς» τους. Η πραγματικότητα δείχνει ότι είναι τόσα τα προβλήματα επιβίωσής τους που η εξαγωγική δραστηριότητα αποτελεί αυταπάτη. Οσο για τους συνεταιρισμούς δεν είναι στην ατζέντα της ΕΕ.
«Ανακατανομή κονδυλίων του Γ΄ ΚΠΣ και αύξηση του μεριδίου των ΜΜΕ. Εφαρμογή εξειδικευμένων πολιτικών, με στόχο την ανάπτυξη τομέων και κλάδων που θα λειτουργούν ως «ατμομηχανές» άλλων κλάδων της οικονομίας, σχεδιασμός νέων προϊόντων, χρήση νέας τεχνολογίας, προγράμματα κατάρτισης, ειδικές πολιτικές για τους αυτοαπασχολούμενους και τις οικογενειακές μονάδες κ.ά..» . Δυστυχώς, για το ΣΥΝ, όσο και να ανακατανεμηθούν τα κοινοτικά κονδύλια στις μικρές επιχειρήσεις, δε φθάνουν για να τις κάνουν «ατμομηχανές» της οικονομίας. Και αυτού του είδους οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο, γιατί τα προβλήματα κοινωνικοποίησης της εργασίας που αντιμετωπίζουν είναι αξεπέραστα στον καπιταλισμό. 


ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ


Αν από τη χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων αφαιρέσουμε τα κοινοτικά κονδύλια αυτό που μένει είναι ο τραπεζικός δανεισμός. Τη δεκαετία του ’90 οι τράπεζες ήταν απρόθυμες να χρηματοδοτήσουν τις μικρές επιχειρήσεις καταδικάζοντάς τις σε ασφυξία. Τα τελευταία χρόνια άλλαξαν τακτική και δημιούργησαν τα «ανοιχτά επαγγελματικά δάνεια» με επιτόκιο γύρω στο 10%. Φαίνεται ότι οι τράπεζες χτύπησαν μια ακόμα χρυσοφόρα φλέβα τοκογλυφίας. Για τη χρηματοδότηση, οι θέσεις και οι διαπιστώσεις των αστικών κομμάτων δε διαφέρουν ουσιαστικά.
«Eνθάρρυνση των μικρών αλλά δυναμικών επιχειρήσεων να χρησιμοποιήσουν τα σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία των κεφαλαιαγορών» . Δεν είναι όμως το θάρρος αυτό που λείπει. «Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η είσοδός μας στην Ευρωζώνη οδήγησε στη μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων κατά 15 μονάδες» . Το σημερινό ύψος των επιτοκίων όμως παραμένει τριπλάσιο του πληθωρισμού. «Πολιτική υπαγωγής των τραπεζών σε πολιτικές ανάπτυξης της οικονομίας και όχι αποκλειστικά των κερδών» . Κερδοφορία του κεφαλαίου (τραπεζικού ή μη) και καπιταλιστική ανάπτυξη είναι όψεις του ίδιου νομίσματος και δε διαχωρίζονται. Το ερώτημα είναι «ανάπτυξη προς όφελος ποιου;», που ο ΣΥΝ δεν είναι διατεθειμένος ούτε  καν να θέσει.
Φαίνεται όμως ότι ακόμα και με ληστρικά επιτόκια χορηγήσεων οι τράπεζες διστάζουν, γιατί  η χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά επισφαλής. Γι’ αυτό θεσμοθετήθηκε το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ), το οποίο με μια επιβάρυνση του επιτοκίου, κατά μια μονάδα περίπου (την οποία πληρώνει ο δανειολήπτης), αναλαμβάνει να εγγυηθεί μέρος των χρημάτων των τραπεζών που χορηγούνται σε μικρές επιχειρήσεις. Σε αυτό το ζήτημα οι θέσεις των αστικών κομμάτων είναι επίσης πανομοιότυπες.
«Εμείς … αναβαθμίζουμε το ρόλο και τα κεφάλαια για τη δράση του Εγγυητικού Κεφαλαίου. Είναι βασική αρχή για μας. Γι’ αυτό δημιουργήθηκε, άλλωστε, μετά από πολύ μεγάλη πίεση, κυρίως δική μας, αλλά δεν έχει δράσει ακόμη, στην ουσία, όπως θα έπρεπε. Αρα είναι καίριο ζήτημα, διότι πράγματι διευκολύνει ιδιαίτερα την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα» . 
«Δημιουργήθηκαν οι βάσεις εναλλακτικών πηγών, όπως το Ταμείο Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων με μετοχικό κεφάλαιο 100 εκατ. ευρώ που καλύπτει τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων απέναντι στις τράπεζες μέχρι 80%, διευκολύνοντας έτσι την πρόσβασή τους στα τραπεζικά κεφάλαια. Σκοπεύουμε να διπλασιάσουμε το κεφάλαιο αυτού του Ταμείου ώστε να επωφεληθούν όσο γίνεται περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις» .
«Οσον αφορά το ΤΕΜΠΜΕ, η ίδρυσή του δε συνοδεύτηκε από υλοποίηση των αισιόδοξων αρχικών σχεδίων… Κρίνεται κατά συνέπεια αναγκαίος ο επανασχεδιασμός του, ιδίως στα σημεία του κόστους εγγύησης και της συλλογικής διαπραγμάτευσης των επιτοκίων με τις τράπεζες. Υλοποίηση των στόχων του με παράλληλη διεύρυνση του εγγυητικού κεφαλαίου» *. Οι διαφοροποιήσεις του ΣΥΝ περιορίζονται πάλι στα επιμέρους.
Τι δε λένε όμως τα αστικά κόμματα για τη χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων:
 Το ΤΕΜΠΜΕ ΑΕ δυσκολεύεται να βρει ακόμα πελάτες γιατί τα επιτόκια είναι ήδη πολύ υψηλά για να διογκωθούν κι άλλο και μάλιστα για τμήμα της εγγύησης.
 Οι Εταιρίες Αμοιβαίων Εγγυήσεων θεσμοθετήθηκαν πριν από μερικά χρόνια με τον ίδιο στόχο αλλά με κεφάλαια των ίδιων των δανειοληπτών και δεν λειτούργησαν ποτέ.
 Οι περίφημες «συνεταιριστικές τράπεζες» αποδείχτηκαν «φούσκα» γιατί καλούσαν τις μικρές επιχειρήσεις να επιδοτήσουν την ίδρυση τραπεζών που θα τις χρηματοδοτούσαν στη συνέχεια.
 Η χρηματοδότηση κάθε μικροεπιχείρησης ξεχωριστά, σε τελευταία ανάλυση, είναι συνώνυμη της κατασπατάλησης πόρων. Και αυτό το ξέρουν καλά οι τράπεζες, γι’ αυτό και τα υψηλά επιτόκια. Και έχουν δίκιο να φοβούνται για τα κεφάλαιά τους (πολύ περισσότερο στις σημερινές συνθήκες συμπίεσης των μικρών επιχειρήσεων) και γι’ αυτό οι αυξημένες απαιτήσεις εγγυήσεων. Επειτα, οι νόμοι της καπιταλιστικής αγοράς επιβάλλουν την τοποθέτηση κεφαλαίων με κριτήριο το μεγαλύτερο και το πιο γρήγορο κέρδος. Οι μικρές επιχειρήσεις γενικά δεν ικανοποιούν αυτό τα κριτήριο


ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ


Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ στις θέσεις τους για τις ΜΜΕ δεν αναφέρονται καθόλου στο ασφαλιστικό των ΕΒΕ. Και αυτό δε γίνεται τυχαία. Εχει άμεση σχέση με το τι εννοούν με τον όρο ΜΜΕ, που κατά κόρο χρησιμοποιούν, και μικρές επιχειρήσεις. Γι’ αυτά τα κόμματα ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να ασχολείται με την ατομική του ασφάλιση και πολύ περισσότερο δεν πρέπει να την βλέπει ενταγμένη σε ένα κοινωνικό σύστημα ασφάλισης. Η τωρινή  και η μελλοντική του εξασφάλιση εξαρτάται από την κερδοφορία της επιχείρησης του και αυτό θεωρείται ατομική του υπόθεση. 
Στην πράξη 750 χιλιάδες ασφαλισμένοι στον ΟΑΕΕ πληρώνουν όλο και ακριβότερα για όλο και πιο υποβαθμισμένες παροχές (η μέση ετήσια αύξηση των εισφορών κυμαίνεται γύρω στο 8% τα τελευταία χρόνια, χωρίς να υπολογίσουμε την προ τριετίας έκτακτη αύξηση που ξεπέρασε το 25%). 250 χιλιάδες συνταξιούχοι απολαμβάνουν μια μέση σύνταξη γύρω στα 400 ευρώ (η μέση ετήσια αύξηση των συντάξεων δεν ξεπερνάει τα 4%). Η κρατική επιχορήγηση έφτασε το 4% από 35% που ήταν πριν από 2 δεκαετίες. Δεν αναγνωρίζονται βασικά κατακτημένα δικαιώματα των εργαζόμενων όπως βαρέα και ανθυγιεινά, αποζημίωση για ασθένεια, αποζημίωση τοκετού κ.ά. Οι κρατικές υπηρεσίες ακόμα χρωστούν 115 δισ. δρχ. στο ταμείο. Τα σπασμένα από την ενοποίηση των ταμείων καλούνται να πληρώσουν οι ασφαλισμένοι.
Τα όρια συνταξιοδότησης παραμένουν στα 65 χρόνια για άντρες και γυναίκες με άμεσο τον κίνδυνο για παραπέρα αύξηση τους. Ο ιδιωτικός τομέας της υγείας μεγεθύνεται επιβαρύνοντας παραπέρα το ταμείο. Για όλα αυτά δεν έχουν τίποτα να πουν στις θέσεις τους για τις ΜΜΕ.  
Οσο για το ΣΥΝ αναφέρεται στο ασφαλιστικό των ΕΒΕ με θέσεις που μοιάζουν με τις θέσεις του συνδικαλιστικού κινήματος, αφυδατωμένες βέβαια από το ταξικό τους περιεχόμενο. Χαρακτηριστική αυτής της αντίληψης είναι η ακόλουθη πρόταση. «Οσον αφορά το όριο του «προσδόκιμου εργασιακού βίου», δεν πρέπει να εστιάζεται στην αύξηση των χρονικών ορίων συνταξιοδότησης αλλά στην ελεύθερη επιλογή παραμονής ή όχι στην επιχείρησή τους». Από πότε όμως ένας ΕΒΕ έχει την «ελεύθερη επιλογή» να εργάζεται μέχρι τα βαθιά του γεράματα για να καλύψει τις ανάγκες του;


ΓΙΑ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ


Η παραπάνω περιδιάβαση στις θέσεις των αστικών κομμάτων για τους μικρούς ΕΒΕ και τους αυτοαπασχολούμενους δεν εξαντλεί το θέμα. Γίνεται όμως μια προσπάθεια να αναδειχθούν τα επιχειρήματα με τα οποία η άρχουσα τάξη επιδιώκει την στήριξη της πολιτικής της και της εξουσίας της από τα μικροαστικά λαϊκά στρώματα. Η καλλιέργεια αυταπατών, οι υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα για αναβάθμιση της θέσης τους στον καπιταλισμό, η υπόθαλψη μιας συνείδησης υποταγής, είναι στόχοι των αστικών κομμάτων, αποτελούν τη βάση για τις κοινωνικές συμμαχίες που επιδιώκουν. Οι επιδιώξεις αυτές διευκολύνονται αντικειμενικά από την ενδιάμεση θέση τους στον καπιταλισμό και τη σχέση ιδιοκτησίας που έχουν με τα -περιορισμένα έστω- μέσα παραγωγής και κεφάλαια που διαθέτουν. 
Ομως τα αστικά κόμματα δεν παίζουν μόνα τους στο πολιτικό παιχνίδι και η αποκάλυψη των θέσεών τους από τους κομμουνιστές έχει μεγάλη αξία. Επειτα υπάρχουν και παράγοντες που αντιστρατεύονται τις επιδιώξεις των αστικών κομμάτων. Τέτοιοι είναι η θέση τμημάτων των μικροαστικών λαϊκών στρωμάτων στην παραγωγή, η περιορισμένη δυνατότητα εκμετάλλευσης ξένης εργατικής δύναμης, τα κοινά κοινωνικά προβλήματα και το παρόμοιο οικονομικό επίπεδο με την εργατική τάξη και βέβαια οι συνέπειες από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές που τα σπρώχνουν στο περιθώριο της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Παράγοντες που αντικειμενικά δημιουργούν προϋποθέσεις αντιμονοπωλιακής συμμαχίας με την εργατική τάξη. Αυτοί οι παράγοντες είναι απαραίτητο να αξιολογηθούν και να αξιοποιηθούν προς όφελος της ανάπτυξης του αντιιμπεριαλιστικού δημοκρατικού μετώπου πάλης και της επαναστατικής προοπτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ