15 Ιαν 2012

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ*


Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ*
του Παναγιώτη Γεωργιάδη

Το θέμα της ενοποίησης της Ευρώπης μας απασχολεί από μακρού χρόνου στην ερευνητική και μελετητική μας δραστηριότητα, ως Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών. Είναι ένα θέμα που μας συνοδεύει από την ίδρυση του Κέντρου μας έως σήμερα. Θεωρούμε ότι δικαιολογημένα μας απασχολεί. 
Κατά τη γνώμη μας είναι ένα από τα βασικότερα θέματα που αντιμετωπίζει το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα της Ευρώπης. Είναι ένα θέμα που έχει ενταχθεί στη στρατηγική των πολιτικών δυνάμεων και ρευμάτων σε κάθε χώρα ξεχωριστά και συνολικά στην Ευρώπη.
Στη χώρα μας αντιμετωπίζουμε το εξής παράδοξο, από πρώτη άποψη, φαινόμενο. Σημαντικά τμήματα των εργαζομένων και του ελληνικού λαού να αποδέχονται το περιεχόμενο της ανάλυσης που επιχειρούμε από την πλευρά μας για την Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ). 
Για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της και το διεθνή της ρόλο, για τη συμμετοχή της στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, για την αντιδραστική πολιτική της απέναντι στους εργαζόμενους, τις κοινωνικές τους κατακτήσεις, την περιστολή των δημοκρατικών τους ελευθεριών, με το απογυμνωμένο και προκλητικό πρόσχημα της τρομοκρατίας, για τις προσπάθειες στρατικοποίησης που γίνονται από την πλευρά της. 
Η ευρύτερη αποδοχή της ανάλυσής μας εκφράζεται και με τα αυξημένα ποσοστά του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας στις ευρω-εκλογές. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και κάτι περισσότερο στην παραπάνω τοποθέτηση. 
Σε γενικές γραμμές, αυτά τα τμήματα των εργαζομένων, είναι δυνατόν να αποδέχονται ακόμη και την προοπτική του σοσιαλισμού, ή τουλάχιστον να κατασταλάζουν στην άποψη ότι τα βασικά τους προβλήματα δε μπορούν να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος και κατά προέκταση να μην τους είναι αρνητική η ιδέα της προοπτικής του σοσιαλισμού. Να μην την απορρίπτουν. Φαίνεται ότι κατανοούν γενικά ότι «τα πράγματα προς τα εκεί θα πάνε τελικά». Στις δημοσκοπήσεις γνώμης εμφανίζονται τέτοιες τάσεις. Παρά το βάρος που ασκείται πάνω τους από τις πρόσφατες αντεπαναστατικές εξελίξεις. 
Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα έχει δεχθεί σημαντικό αριθμό οικονομικών μεταναστών, που προέρχονται από τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι σε σημαντικό βαθμό, και έχοντας πλέον τις κοινωνικές και πολιτικές συγκρίσεις μπροστά τους, αναγνωρίζουν και αναπολούν τις κοινωνικές κατακτήσεις που γνώρισαν επί σοσιαλισμού. Κύρια, ότι είχαν σταθερή και εξασφαλισμένη εργασία αλλά και άλλες σημαντικές κοινωνικές παροχές, που η καπιταλιστική παλινόρθωση τις εξανέμισε. Μια τέτοια στάση αναμφίβολα επηρεάζει τη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης στη χώρα μας. 
Οταν, όμως, τίθεται επί τάπητος το ζήτημα αν όλη αυτή η αρνητική ανάλυση για την ίδια την ΕΕ έρχεται σε αντίθεση με την τρέχουσα διαδικασία ενοποίησης της Ευρώπης, δηλαδή της καπιταλιστικής ενοποίησης, που σε πρώτο βαθμό αντιπροσωπεύεται από την ΕΕ, και ότι την ξεπερνάει ανοίγοντας άλλους πολιτικούς δρόμους και ότι αυτοί οι άλλοι δρόμοι απαιτούν τους αγώνες των εργαζομένων και των λαών της Ευρώπης, για να υπάρξει μια Ευρώπη της προόδου και της ειρήνης, της δουλειάς και του σοσιαλισμού, τότε εμφανίζονται προβλήματα αποδοχής μιας τέτοιας προοπτικής. Δηλαδή, φαίνεται, ότι οι εργαζόμενοι θα προτιμούσαν οι οποιεσδήποτε ριζικές αλλαγές ακόμη και η προοπτική του σοσιαλισμού να προέλθει μέσα από την ευρωπαϊκή ενοποίηση. 
Είναι φανερό ότι το λαϊκό αισθητήριο μας αναδεικνύει και μας φέρνει μπροστά σε ένα πολύ σοβαρό δίλημμα, που είναι, ταυτόχρονα, ζήτημα στρατηγικής σημασίας για το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Την ίδια στιγμή είναι και πρόβλημα μεθοδολογικής προσέγγισης του ζητήματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά και πρόβλημα διαρκούς πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης των πολιτικών δυνάμεων και ιδεολογικών ρευμάτων μεταξύ τους.
Το δίλημμα συγκεκριμένα είναι: εάν τελικά η πορεία προς το σοσιαλισμό περνάει μέσα από την ευρωπαϊκή ενοποίηση ή εάν η ευρωπαϊκή ενοποίηση και γενικότερα η ενοποίηση ολόκληρου του κόσμου περνάει μέσα από το σοσιαλισμό.
Θεωρούμε ότι όλο το πρόβλημα της στάσης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, των προοδευτικών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση αποσαφηνίζεται μέσα από την απάντηση αυτού του διλήμματος-ερωτήματος. 
Στην κατεύθυνση αυτή θα βοηθήσει νομίζουμε να επιχειρήσουμε, με συντομία, ορισμένες αναφορές, που σχετίζονται με τις θέσεις των διάφορων ιδεολογικών ρευμάτων.
Η συζήτηση για τη διαμόρφωση της Ευρώπης ως ενός ενιαίου γεωστρατηγικού και οικονομικού χώρου έχει ένα αρκετά μεγάλο ιστορικό βάθος, έρχεται όμως περισσότερο στην επικαιρότητα κατά το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα και ιδιαίτερα λίγο πριν τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Είναι γνωστό ότι μετά το 1897 ο Γουλιέλμος ο Β΄, και όχι μόνο, είχε ταχθεί κατ’ επανάληψη υπέρ μιας συνένωσης της Ευρώπης που θα βασιζόταν κατ’ αρχήν σε μια τελωνειακή συμφωνία και η οποία θα στρεφόταν ενάντια στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Βρισκόμαστε στην εποχή που ήδη τα μεγάλα βήματα για τη διαμόρφωση του ιμπεριαλισμού έχουν πραγματοποιηθεί. Η αναζήτηση νέων αγορών καθίσταται επείγουσα ανάγκη και οι αντιθέσεις μεταξύ των μεγάλων ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών καθώς και ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα μονοπώλια οξύνονται. 
Η συζήτηση που έχει ανοίξει για τη συνένωση της Ευρώπης αντανακλά ουσιαστικά τη στάση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου απέναντι στο ανερχόμενο αμερικάνικο κεφάλαιο, χωρίς βέβαια να είναι δυνατόν να αγνοηθούν και οι αντίστοιχες αντιθέσεις στο έδαφος της ίδιας της Ευρώπης, οι οποίες τελικά οδηγούν και στο ξέσπασμα του πολέμου. Αντιθέσεις βέβαια που τις εκμεταλλεύεται και το ίδιο το αμερικάνικο κεφάλαιο.
Είναι ακριβώς αυτές οι αντιθέσεις που δεν επιτρέπουν να εξελιχτεί στην πράξη κανένα ουσιαστικό βήμα προς τη συνένωση της Ευρώπης. Αντίθετα αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα είναι η προετοιμασία του πολέμου. 
Η συζήτηση αυτή, ταυτόχρονα, διεξάγεται και στα πλαίσια της τότε σοσιαλδημοκρατίας και επηρεάζεται καθαρά από τις προσεγγίσεις που γίνονται στο εσωτερικό της σε σχέση με τη νεότατη εξέλιξη του καπιταλισμού, τον ιμπεριαλισμό. Οι ρεφορμιστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας αποδέχονται το σύνθημα για τη δημιουργία των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης (ΕΠΕ) στο πλαίσιο μια λογικής για την ειρηνική μετεξέλιξη του καπιταλισμού, μια και θεωρούσαν ότι ο ιμπεριαλισμός μπορεί να εξασφαλίσει μια τέτοια προοπτική. 
Στην πραγματικότητα βέβαια η εκτίμηση αυτή δεν εξέφραζε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά τον ιστορικό φόβο και την υπόκλιση αυτών των δυνάμεων μπροστά στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα στο μεταίχμιο μιας νέας ιστορικής εποχής. 
Η Ρώσικη Επαναστατική Σοσιαλδημοκρατία διαφοροποιείται από τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Προβάλλει το σύνθημα των «Δημοκρατικών Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», ως σύνθημα άμεσης πολιτικής δράσης και ως απάντηση, κατά κύριο λόγο, στο ξέσπασμα του ευρωπαϊκού πολέμου το 1914, με την παράλληλη θέση για την επαναστατική ανατροπή της γερμανικής, αυστριακής και ρωσικής μοναρχίας. Η επιχειρηματολογία της δεν έχει κανένα πασιφιστικό χαρακτήρα όπως αυτός εμφανίζεται στην αντίστοιχη επιχειρηματολογία του Κάουτσκυ π.χ. 
Την ίδια περίοδο τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τάσσονται υπέρ του πολέμου ψηφίζοντας τους πολεμικούς προϋπολογισμούς που προωθούνται από τις αστικές πολιτικές δυνάμεις και τις αντίστοιχες κυβερνήσεις των πατρίδων τους στα κοινοβούλια, αρνούμενα να εφαρμόσουν στην πράξη τις αποφάσεις της Βασιλείας (1912). 
Η βασική κριτική που ασκεί τότε ο Β. Ι. Λένιν στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ψήφισαν τις πολεμικές δαπάνες είναι ότι τα κόμματα αυτά τάχθηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους, στο όνομα της υπεράσπισης της πατρίδας τους, προδίδοντας την εργατική τάξη και την υπόθεση του σοσιαλισμού.
Στις αρχές του 1915 (Φλεβάρης), στη Συνδιάσκεψη των τμημάτων του ΣΔΕΚΡ που δρουν στο εξωτερικό, αποφασίζεται η αναβολή της συζήτησης γύρω από το σύνθημα των ΕΠΕ γιατί πήρε «μονόπλευρα πολιτικό χαρακτήρα» και κρίνεται ότι πρέπει να εξεταστεί και από την οικονομική του πλευρά.
Την ίδια περίοδο ο Β. Ι. Λένιν μελετάει εντατικά τις εξελίξεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, που αργότερα αποτυπώθηκαν στο μνημειώδες έργο του «Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», ενώ στα μέσα περίπου του 1915 (Αύγουστος) δημοσιεύει το άρθρο του «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης».
Τοποθετημένο το άρθρο αυτό στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, προκειμένου να γίνουν κατανοητές ορισμένες πλευρές που αναφέρονται, μπορούμε να σταθούμε σε ορισμένες θέσεις του, που, κατά τη γνώμη μας, έχουν διαχρονική και σταθερή ισχύ.
 Θέση πρώτη: «Οι πολιτικοί μετασχηματισμοί προς μια πραγματικά δημοκρατική κατεύθυνση κι ακόμη περισσότερο οι πολιτικές επαναστάσεις δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση ποτέ και κάτω από οποιασδήποτε συνθήκες ούτε να επισκιάσουν, ούτε να αδυνατίσουν το σύνθημα της σοσιαλιστικής επανάστασης» .
 Θέση δεύτερη: «Από την άποψη των οικονομικών όρων του ιμπεριαλισμού, δηλαδή της εξαγωγής κεφαλαίων και του μοιράσματος του κόσμου από τις “προηγμένες” και “πολιτισμένες” αποικιακές δυνάμεις, οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες, είτε είναι αντιδραστικές» .
 Θέση τρίτη: «Φυσικά είναι δυνατές προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη. Μ’ αυτή την έννοια μπορεί να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, σαν συμφωνία των ευρωπαίων καπιταλιστών…με ποιο σκοπό; Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στη Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες ενάντια στην Ιαπωνία και την Αμερική…» .
 Θέση τέταρτη: «Η ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη είναι απόλυτος νόμος του καπιταλισμού. Από δω βγαίνει πως είναι δυνατή η νίκη του σοσιαλισμού στην αρχή σε λίγες χώρες ή ακόμη και σε μια μονάχα, χωριστά παρμένη χώρα» .
Στο σημείο αυτό νομίζουμε ότι είναι χρήσιμο να σταθούμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα:
Η δημιουργία των ΕΠΕ επιλέγεται βασικά ως η απάντηση απέναντι στις ΕΠΑ. Οι πολιτικές δυνάμεις της τότε Ευρώπης, με εξαίρεση την επαναστατική σοσιαλδημοκρατία, αποδέχονται αυτή την επιλογή, αλλά, παράλληλα, ακολουθούν την πορεία των δυνάμεων του κεφαλαίου, τόσο στην ενότητά τους όσο και στις αντιθέσεις τους. Οταν οι αντιθέσεις αυτές παίρνουν εκρηκτικό χαρακτήρα και οδηγούν σε ανοικτό πόλεμο τότε ψηφίζουν τις πολεμικές δαπάνες στο όνομα της υπεράσπισης των ιδιαίτερων πατρίδων τους και “θυσιάζουν” το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης. Υποκλίνονται στην ανάγκη των μεγάλων δυνάμεων του ιμπεριαλισμού για το μοίρασμα των αγορών, ενώ παίρνουν εχθρική στάση απέναντι στο σοσιαλισμό, τόσο σε ότι αφορά την Οχτωβριανή Επανάσταση τη Γερμανική όσο και τις άλλες επαναστάσεις που ξέσπασαν στο έδαφος της Ευρώπης. Καταφεύγουν στην ανοιχτή πολεμική επέμβαση ενάντια στο πρώτο στην ιστορία σοσιαλιστικό κράτος.
Μετά την εμφάνιση του σοσιαλισμού ως κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού στο έδαφος της Ρωσίας, το αίτημα για τη δημιουργία των ΕΠΕ μερικά τροποποιείται. Μεταφέρεται περισσότερο προς τις καπιταλιστικές χώρες της Δ. Ευρώπης. Ενισχύεται αποφασιστικά η αντισοσιαλιστική του διάσταση, αλλά «δεν εγκαταλείπεται» η Σοβιετική Ενωση ως ευρωπαϊκός χώρος με την προϋπόθεση φυσικά της προοπτικής μιας καπιταλιστικής παλινόρθωσης.
Τα αποτελέσματα, όμως, του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου δεν είναι καθόλου ευνοϊκά για τις δυνάμεις του κεφαλαίου και τον ιμπεριαλισμό. Δημιουργείται το σοσιαλιστικό σύστημα των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, γεγονός που στην πράξη στερεί ζωτικό χώρο στον ιμπεριαλισμό.
Με αυτά τα αποτελέσματα από τον πόλεμο, με δεδομένο ότι οι ΕΠΑ βγήκαν σοβαρά ενισχυμένες ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, το αίτημα για την συνένωση της Ευρώπης αναζωπυρώνεται και παίρνει κυρίαρχα αντισοσιαλιστικό χαρακτήρα. Στρέφεται κατ’ εξοχήν ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες με τον ψυχρό πόλεμο και τον οικονομικό αποκλεισμό αλλά και ενάντια στο εργατικό κίνημα της Δ. Ευρώπης, όπου υπάρχει σοβαρή παρουσία των κομμουνιστικών κομμάτων. 
Η εξέλιξη αυτή, βέβαια, δε συναντά καμία αντιπαράθεση από την πλευρά των ΕΠΑ, γιατί δεν έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη γενική τους στρατηγική ως παγκόσμιας ιμπεριαλιστικής δύναμης. Αντίθετα γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη τους. Οι ΕΠΑ υιοθετούν μια ευέλικτη στάση αξιοποίησης της σοσιαλδημοκρατίας και αφομοίωσης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, σε συνδυασμό με τον ψυχρό πόλεμο και τον οικονομικό αποκλεισμό σε ότι αφορά τις χώρες του σοσιαλισμού. 
Ηταν πλέον ζήτημα χρόνου να εμφανιστεί η Ιδρυτική Συνθήκη που θα δρομολογούσε την ενοποίηση των καπιταλιστικών χωρών της Ευρώπης. 
Αλλά ο καθορισμός μιας τέτοιας στρατηγικής πορείας από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους δεν άφησε ανεπηρέαστο και το κομμουνιστικό κίνημα. Γεγονός είναι πως πέρα από τις συντηρητικές δυνάμεις που εκπροσωπούσαν κυρίαρχα τις δυνάμεις του κεφαλαίου, πέρα από τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, έτσι όπως εξελίχτηκαν αυτές από τη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το εγχείρημα της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης το ενστερνίστηκαν, στην πορεία, και δυνάμεις προερχόμενες από το κομμουνιστικό κίνημα. 
Είναι εκείνες οι δυνάμεις που αυτοπροσδιορίστηκαν ως ευρωκομμουνιστικές και που σήμερα πλέον δεν υφίστανται ως τέτοιες και που ως πολιτικές δυνάμεις μεταλλάχτηκαν, μετονομάστηκαν και είναι τώρα στο πλευρό των δυνάμεων του κεφαλαίου. 
Κατά τη γνώμη μας η στάση αυτή διευκόλυνε αποφασιστικά την υλοποίηση των στόχων του ιμπεριαλισμού, γιατί στο όνομα της ευρωπαϊκής ενοποίησης και της υποτιθέμενης κατοχύρωσης της δημοκρατικής εξέλιξης, του λεγόμενου δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, απεμπολήθηκε το σύνθημα για τη σοσιαλιστική επανάσταση, για την κατάκτηση της εξουσίας από την πλευρά της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, επεκράτησε ένας άκρατος ρεφορμιστικός κατήφορος που είχε σαν αποτέλεσμα την αφομοίωση του εργατικού κινήματος. 
Προωθήθηκε η άποψη ότι η συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας θα μπορούσε να είναι ένας άλλος εναλλακτικός δρόμος προς το σοσιαλισμό. Οτι θα είναι ένας αντίπαλος της αμερικάνικης κυριαρχίας, ότι η σοσιαλδημοκρατία είναι σύμμαχη δύναμη με το κομμουνιστικό κίνημα. Αποκρυβόταν συστηματικά ότι στόχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν κυρίαρχα ο σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός είτε ως κρατικό σύστημα είτε ως κομμουνιστικό κίνημα. 
Αλλά, τελικά, αυτό που έγινε ήταν η παραίτηση του κομμουνιστικού κινήματος από το βασικό στρατηγικό του στόχο, η ενίσχυση του καπιταλισμού στη Δ. Ευρώπη, η βαθμιαία αποδυνάμωση του κομμουνιστικού κινήματος, το πέρασμα της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού κατά κυρίαρχο και πολύμορφο τρόπο στο εσωτερικό των σοσιαλιστικών χωρών. 
Οι εξελίξεις που ακολούθησαν αργότερα με την επικράτηση των σοσιαλδημοκρατικών και οπορτουνιστικών απόψεων στα κομμουνιστικά κόμματα των σοσιαλιστικών χωρών οδήγησαν στις αντεπαναστατικές αλλαγές, στην ολική ανατροπή του σοσιαλισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού και έφεραν το κομμουνιστικό κίνημα στην πιο καθοριστική ήττα που γνώρισε από την ίδρυσή του.
Το συμπέρασμα που εξάγεται από την ιστορική πείρα είναι σαφές. Ο εγκλωβισμός στο αίτημα ότι η κοινωνική πρόοδος, ο σοσιαλισμός, θα έλθει μέσα από την ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι μια αδιέξοδη προοπτική, μια αυτοαναίρεση, που στρέφεται, τελικά, ενάντια στον ίδιο το στρατηγικό στόχο του κομμουνιστικού κινήματος και ωφελεί αποκλειστικά και μόνο την ύπαρξη και μακροημέρευση του καπιταλισμού στην Ευρώπη.
Αυτό το συμπέρασμα βγαίνει και από την ανάλυση της στάσης των εργαζομένων. Ενώ από τη μια δε νομιμοποιούν την ΕΕ, όπως έδειξαν και τα εκλογικά αποτελέσματα των ευρω-εκλογών με την τεράστια αποχή, και ιδιαίτερα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ενώ οι ίδιοι οι απολογητές της ενοποίησης ανησυχούν γιατί οι εργαζόμενοι όλο και περισσότερο απομακρύνονται από το λεγόμενο όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, από την άλλη, κάτω από την αφόρητη πολιτική και ιδεολογική πίεση που εξασκούν οι δυνάμεις της ενοποίησης επιδρούν στους εργαζόμενους και τους οδηγούν σε μια συνειδησιακή ανατροπή εκ των έσω, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την απορρόφηση των όποιων αμφισβητήσεων της ΕΕ.
Η δική μας ανάλυση, η ανάλυση του ΚΜΕ για την ευρωπαϊκή ενοποίηση παίρνει υπόψη της τις παρακάτω παραμέτρους:
1. Ο καπιταλισμός βρίσκεται στο στάδιο του ιμπεριαλισμού που ιστορικά καθορίζεται ως το τελευταίο στάδιο εξέλιξής του και που το διαδέχεται ο σοσιαλισμός. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι «έχουν ωριμάσει πέρα για πέρα οι αντικειμενικοί όροι για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού» .
Αν μια τέτοια εκτίμηση ισχύει γενικά για την εποχή του ιμπεριαλισμού, τότε ισχύει πολύ περισσότερο για τη σημερινή περίοδο και γεωπολιτικά, ιδιαίτερα, για το χώρο της Ευρώπης, που είναι η ήπειρος που ξέσπασαν και οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις, πράγμα που σημαίνει ότι η κοινωνική συνείδηση έχει αποτυπώσει ήδη μια τέτοια προοπτική.
Το κομμουνιστικό κίνημα σήμερα δε μπορεί παρά να εγγράψει στο προγραμματικό του λόγο το σοσιαλισμό ως άμεσο στρατηγικό του στόχο.
2. Την εποχή του ιμπεριαλισμού οι βάσεις του ιμπεριαλισμού δε μεταρρυθμίζονται. Οι αναδιαρθρώσεις που προωθούνται δεν είναι τίποτα άλλο από αστικού τύπου μεταρρυθμίσεις που έχουν ως βασικό στόχο την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, μπροστά στη σταθερή επιδίωξη των δυνάμεων του κεφαλαίου να αντιστρέψουν την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους που επηρεάζεται από τις αλλαγές που πραγματοποιούνται στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. 
Το κομμουνιστικό κίνημα δε μπορεί να “μπαίνει” στη λογική αυτών των αναδιαρθρώσεων, γιατί περιέρχεται σε θέση άμυνας και ουσιαστικά είναι αναγκασμένο να υπηρετεί σταθερά μια υποδουλωτική λογική του μικρότερου κακού. Δηλαδή, να διαπραγματεύεται το μέγεθος του ποσοστού εξαθλίωσης της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων. 
Είναι φανερό πως μια τέτοια λογική εξαντλεί τον πολιτικό ρόλο του κομμουνιστικού κινήματος και το υποβιβάζει σε μια δύναμη διαμαρτυρίας στο επίπεδο της τρέχουσας συνδικαλιστικής πρακτικής, που ταυτόχρονα αποδίδει και εύσημα δημοκρατισμού σε ένα σύστημα που κυριαρχεί η αντίδραση.
3. Την εποχή του ιμπεριαλισμού οι αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και οι ανταγωνισμοί μεταξύ των μονοπωλίων οξύνονται στο έπακρο. Το κομμουνιστικό κίνημα οφείλει να αξιοποιεί αυτές τις αντιθέσεις, αλλά σε καμιά περίπτωση δε μπορεί να επιλέγει ιμπεριαλιστή.
Από τη σύντομη ιστορική αναφορά που επιχειρήσαμε, διαπιστώσαμε ότι ευθύς εξαρχής, ως πράξη γέννησης, η συνένωση των κρατών της Ευρώπης θα αποσκοπούσε στην με καλύτερους όρους αντιμετώπιση του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού. Αλλά η ΕΕ στην προσπάθειά της να ανταγωνιστεί τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και κάθε άλλο παγκόσμιο ιμπεριαλισμό, δε μπορεί, ταυτόχρονα, να παρουσιάζεται ως η άλλη, η εναλλακτική δημοκρατική λύση για τα προβλήματα των εργαζομένων και πολύ περισσότερο δε μπορεί να γίνεται αποδεχτό αυτό από το κομμουνιστικό κίνημα. Γιατί τότε το κομμουνιστικό κίνημα εγκλωβίζεται στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού.
Η προσπάθεια διεύρυνσης της ΕΕ ισοδυναμεί με μια θεσμοθετημένη ανάπτυξη της ζώνης επιρροής της προκειμένου να κατοχυρωθεί ως ένας ισχυρός παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλος για να διεκδικήσει από ισχυρότερες θέσεις την ανακατανομή των αγορών. Τον ίδιο σκοπό υπηρετεί και ο στόχος που μπήκε στη Διάσκεψη Κορυφής της Λισσαβόνας που είναι να καταστεί η ΕΕ μέχρι το 2010 ως η ισχυρότερη παγκόσμια οικονομική δύναμη. Στόχος βέβαια που περνάει μέσα από την υλοποίηση των αντιδραστικών και αντεργατικών μέτρων που αποφασίστηκαν στην ίδια διάσκεψη, ανεξάρτητα, αν τελικά θα υλοποιηθεί.
Το πρόσθετο στοιχείο σε ότι αφορά την ΕΕ είναι ότι και στο εσωτερικό της σημειώνονται αντιθέσεις και ανταγωνισμοί, ότι έχει επιβληθεί ένας ανισότιμος καταμερισμός εργασίας από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις τη ΕΕ, που στρέφεται καταφανώς σε βάρος των μικρών χωρών, ότι η ίδια είναι μια τεράστια αγορά η οποία επιδιώκει τη συνεχή διεύρυνσή της και σ’ αυτό το πλαίσιο είναι εντελώς αναπόφευκτο να υπάρχουν οι ενδοενωσιακές ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οι ενδοενωσιακοί μονοπωλιακοί ανταγωνισμοί, σε σύμπλεξη με τις γενικότερες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και μονοπωλιακούς ανταγωνισμούς.
Το κομμουνιστικό κίνημα και σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να αξιοποιήσει τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς που σημειώνονται, κύρια για να ενισχύσει την αντικειμενική ιστορική τάση διάσπασης που υπάρχει στο εσωτερικό της EE.
4. Η ΕΕ δεν είναι μια αυθαίρετη επιλογή. Στηρίζεται πάνω σε αντικειμενικές ανάγκες του κεφαλαίου και σε αντικειμενικές τάσεις της ανάπτυξης του καπιταλισμού. Είναι ένα περίπλοκο αλλά και έντονα αντιφατικό φαινόμενο.
Κατ’ αρχήν στηρίζεται στη μεγάλη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου που οδηγεί στη δημιουργία των μονοπωλίων. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου ωθούν με τη σειρά τους στην τάση δημιουργίας ενώσεων μονοπωλίων και ενώσεων κρατών.
Η δημιουργία της ΕΕ στηρίζεται στην ενιαία στάση του κεφαλαίου απέναντι στην εργατική τάξη και στην αδιάπτωτη επιδίωξη να εξασφαλίσει το μεγάλο κεφάλαιο τους καλύτερους όρους εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης.
Στηρίζεται, επίσης, στην ενιαία στάση του κεφαλαίου απέναντι στο σοσιαλισμό, με την έννοια της εξασφάλισης μιας ενιαίας στρατηγικής για να μη δημιουργηθούν οι όροι εμφάνισης και επανεμφάνισης του σοσιαλισμού.
Τέλος στηρίζεται στη μόνιμη επιδίωξη να δημιουργούνται οι καλύτεροι δυνατοί όροι στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Ταυτόχρονα όμως με όλες τις παραπάνω τάσεις συνυπάρχει η τάση διάσπασης που εκφράζει την ένταση των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών μπροστά στον ιερό σκοπό του ελέγχου και του μοιράσματος των αγορών για όλο και μεγαλύτερα κέρδη. Πράγμα που εκφράζεται στο εσωτερικό της ΕΕ. 
Η τάση διάσπασης εξαρτάται από το βαθμό όξυνσης των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών, από το βάθος και την έκταση των οικονομικών κρίσεων του καπιταλισμού, από τη στάση της εργατικής τάξης απέναντι στην καπιταλιστική κρίση και την ιστορική φάση εξέλιξης του καπιταλισμού.
Για αυτό το λόγο είναι λάθος στρατηγικής σημασίας να θεωρείται η ύπαρξη της ΕΕ, σαν διακρατικής ένωσης, ως τελεσίδικη και σταθερή στο διηνεκές. Πολύ περισσότερο είναι λάθος να εξαρτήσει το κομμουνιστικό κίνημα την υλοποίηση του στρατηγικού του στόχου από την πορεία ύπαρξης η όχι της ΕΕ.
Από την άποψη αυτή έχει τεράστια σημασία για τη σοσιαλιστική προοπτική η στάση του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος απέναντι στις αντιθέσεις και την κρίση. Αν δηλαδή θα τραβήξουν προς τα μπροστά προς την παραπέρα όξυνσή τους ή θα τραβήξουν προς τα πίσω προς την άμβλυνσή τους. Γεγονός που εξαρτάται από την ανάπτυξη και την ένταση της ταξικής πάλης, που με τη σειρά της επιδρά και τροποποιεί ανάλογα τις συνυπάρχουσες τάσεις. Την τάση ενότητας σε βάρος της τάσης διάσπασης ή το ακριβώς αντίθετο.
Το ότι η εργατική τάξη στην ΕΕ, και όχι μόνο, δεν έχει τοποθετηθεί ακόμη με βάση ένα εργατικό πρόγραμμα, που οδηγεί στη σοσιαλιστική επανάσταση και στη συνέχεια στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού, είναι καθοριστικός παράγοντας για την πορεία της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης και για την ίδια την ΕΕ.
5. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όπου έχει δρομολογηθεί η ευρωπαϊκή ενοποίηση, δε μπορεί να υπάρξει συμμαχία με τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού. Αντίθετα πρέπει να υπάρχει σαφής πολιτικός και ιδεολογικός διαχωρισμός.
Ο λόγος βρίσκεται στο γεγονός ότι οι δυνάμεις αυτές έχουν ταχθεί αναφανδόν υπέρ της ευρωπαϊκής ενοποίησης, ενώ περιορίζονται σε μια μικροαστική κριτική περί εκδημοκρατισμού της ΕΕ, υποστηρίζοντας επί της ουσίας τη γενικότερη πολιτική της ΕΕ σε βάρος των εργαζομένων, αμβλύνοντας τις ταξικές αντιθέσεις και προωθώντας την ταξική συνεργασία. 
Στην πραγματικότητα οι δυνάμεις αυτές δε ξεφεύγουν από το υπάρχον κοινωνικό σύστημα, από τον καπιταλισμό, προπαγανδίζοντας στην καλύτερη περίπτωση τον εξανθρωπισμό του. Ανεξάρτητα από το εάν έχουν προέλθει από την ιστορική διάσπαση του εργατικού κινήματος ή από τη διάσπαση του κομμουνιστικού κινήματος και παρουσιάζονται ως «σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις», είτε ως δυνάμεις του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», είτε ως δυνάμεις του «σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία», ουσιαστικά είναι αστικορεφορμιστικές δυνάμεις με τις οποίες είναι αδύνατον να υπάρξει στρατηγική σύμπτωση. 
Αλλά και στο επίπεδο της δημοκρατίας, που για τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί ένα ισχυρό άλλοθι, εμείς γνωρίζουμε, και ήδη το αναφέραμε, ότι το πολιτικό εποικοδόμημα του ιμπεριαλισμού είναι η πολιτική αντίδραση. Και για ότι αφορά την ΕΕ αυτό αποδεικνύεται από τα αντιδραστικά μέτρα που λαμβάνονται καθημερινά σε βάρος των εργαζομένων για τις κοινωνικές τους κατακτήσεις και τις πολιτικές τους ελευθερίες, για την ενοχοποίηση των αγώνων τους ως τρομοκρατικών πράξεων.
Κορυφαία απόδειξη του αντιδραστικού χαρακτήρα της ΕΕ είναι η περίπτωση του ευρω-συντάγματος, που έρχεται ως μια νέα συνολική συνθήκη να κατοχυρώσει στην κυριολεξία τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος των εργαζομένων.
6. Συχνά ακούμε το επιχείρημα ότι η πορεία προς το σοσιαλισμό δε μπορεί να είναι μια μοναχική πορεία της κάθε ξεχωριστής χώρας, γιατί είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Με το επιχείρημα αυτό νομιμοποιείται η καπιταλιστική ευρωπαϊκή ενοποίηση μέσα από την οποία θα φτάσουμε υποτίθεται και στο σοσιαλισμό. Παράλληλα, έχει γίνει πλέον πολύ κουραστική επανάληψη το επιχείρημα ότι στη σημερινή εποχή έχουν ξεπεραστεί τα εθνικά πλαίσια και ότι η υπόθεση του σοσιαλισμού δε μπορεί να αντιμετωπίζεται με εθνοκεντρικό τρόπο.
Ασφαλώς και δεν αγνοούμε ότι βρισκόμαστε στην εποχή του ιμπεριαλισμού που σημαίνει ότι στη δράση των μονοπωλίων ξεπερνιούνται τα εθνικά πλαίσια. Αλλά ας μας επιτραπεί να προχωρήσουμε σε ορισμένες παρατηρήσεις, γιατί το θέμα αυτό το θεωρούμε σημαντικό. 
Η πρώτη παρατήρηση που θα μπορούσε να γίνει είναι ότι ξεπερνιούνται τα εθνικά πλαίσια ως προς τα μονοπώλια, τις εξαγωγές κεφαλαίων κλπ, αλλά δεν καταργούνται. 
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι το πολύ μεγάλο μέρος των διεθνών μονοπωλίων έχουν εθνοκρατική βάση, συνεπώς δεν είναι σωστό να διαγράφονται τα εθνικά κράτη τα οποία είναι ακόμη και σήμερα αναγκαία και για τα ίδια τα μονοπώλια. 
Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι η διεθνής δράση των μονοπωλίων δε μπορεί να ακυρώσει την καπιταλιστική ανισομετρία γιατί είναι εγγενές γνώρισμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και κατ’ επέκταση, δε μπορεί να ακυρώσει και τη σημασία της Λενινιστικής αναφοράς που ήδη έχουμε παραθέσει προηγούμενα. 
Η τέταρτη παρατήρηση είναι ότι την εποχή του ιμπεριαλισμού τα εθνικά σύνορα δεν τα ξεπερνάει μόνο η δράση των μονοπωλίων, αλλά και η δράση της εργατικής τάξης. Πρόκειται για μια ενοποιητική δύναμη που βασίζεται στον κοινό στόχο και που αντιπαρατίθεται απέναντι στην τάση ενότητας του κεφαλαίου, για την οποία αναφερθήκαμε προηγούμενα, οξύνοντας τις αντιθέσεις που αναπτύσσονται στα διάφορα τμήματά του.
Η τελευταία παρατήρηση που έχουμε να κάνουμε είναι ότι όσοι επικαλούνται το ξεπέρασμα του κράτους-έθνους, προχωράνε πιο πολύ και από την ίδια την ΕΕ, γιατί η ΕΕ δεν έχει ως στόχο την εξάλειψη των κρατών-εθνών που τη συγκροτούν, αντίθετα στη δομή της και προπαντός στη λειτουργία της και στις αποφάσεις της παίζουν όλο και πιο καθοριστικό ρόλο τα μεγάλα κράτη έθνη.
Εμείς βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε το σημαντικό ρόλο των μεγάλων κρατών, από την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής έως το διεθνές τους βάρος, πολύ περισσότερο για την προώθηση του σοσιαλισμού. Αλλά η τέτοια αντιμετώπιση του ζητήματος οδηγεί αναπόφευκτα στην παραίτηση της πάλης για το σοσιαλισμό σε εθνικό επίπεδο γεγονός που σημαίνει ότι θα υπονομευτεί και η δράση της εργατικής τάξης σε διεθνές επίπεδο. 
Αντίθετα. Οι δυνάμεις του σοσιαλισμού στα μεγάλα κράτη, ακριβώς επειδή κατανοούν το σημαντικό ρόλο των μεγάλων κρατών, θα έπρεπε αυτές το δίλημμα-ερώτημα που αρχικά τοποθετήσαμε να επιδιώξουν να λυθεί υπέρ του σοσιαλισμού, άρα και της ενοποίησης της Ευρώπης και όλου του κόσμου. 
 Κατά τη γνώμη μας η πορεία της καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει δεδομένο και αναλλοίωτο χαρακτήρα. Οι δυνάμεις του σοσιαλισμού πρέπει να αντιστρέψουν την απάντηση στο δίλημμα. Νομίζουμε ότι οι ιστορικές αναφορές που καταθέσαμε στη συζήτηση, διατυπωμένες από τις αρχές του 20ου αιώνα όχι απλώς ήταν ακριβείς, αλλά πρέπει να μας προκαλεί δέος η ιστορική τους και ταυτόχρονα δραματική τους επαλήθευση.
  Διαπιστώνουμε ταυτόχρονα ότι η επιχειρηματολογία και οι στόχοι παραμένουν οι ίδιοι. Μόνο μερική τροποποίηση επιδέχονται για να προσαρμοστούν καλύτερα ανάλογα με τις ιστορικές στιγμές. Το επιχείρημα π.χ. ότι η ΕΕ είναι εναλλακτική λύση απέναντι στην αμερικάνικη ηγεμονία και επιθετικότητα αποδείχτηκε παντελώς πλαστό, αφού ΕΠΑ και ΕΕ από κοινού εργάστηκαν για την ανατροπή του σοσιαλισμού και από κοινού εργάζονται για το χτύπημα του κομμουνιστικού κινήματος. Εκεί που ανταγωνίζονται ή και συνεννοούνται είναι στο μοίρασμα των αγορών. 
Πιστεύουμε πως οι δυνάμεις για την ανάκαμψη του αντιιμπεριαλιστικού αλλά και του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος υπάρχουν. Μπορούν να χαράξουν μια κοινή πορεία συσπείρωσης και πάλης, μιας ενιαίας στρατηγικής, που θα ανοίγει και την προοπτική για τη δημιουργία ενός αντιιμπεριαλιστικού, αντιμονοπωλιακού πόλου στην Ευρώπη, ο οποίος θα εργαστεί με στόχο το σοσιαλισμό.
Από την άποψη αυτή πολιτικές πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Αριστερού Ευρωπαϊκού Κόμματος, οι οποίες σπεύδουν να νομιμοποιήσουν την ευρωπαϊκή καπιταλιστική ενοποίηση, την ίδια στιγμή που καταθέτουν την ολοκληρωτική άρνησή τους για το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, δεν προσφέρουν στην εργατική υπόθεση, δεν βοηθάνε στο σωστό προσανατολισμό της πάλης για το σοσιαλισμό.  
Ο σοσιαλισμός θα μας οδηγήσει στην ενοποίηση της Ευρώπης και ολόκληρου του κόσμου. Για την ευημερία την ειρήνη και την πρόοδο όλων των λαών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ