7 Απρ 2014

Πίσω από τη διαπάλη για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών

Πίσω από τη διαπάλη για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών



Ο τελευταίος γύρος ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών μετατρέπεται σε μοχλό εξελίξεων, που αφορούν την αναπαλαίωση του αστικού πολιτικού συστήματος. Από τη μία ο κυβερνητικός πόλος εμφανίζει την ανακεφαλαιοποίηση ως σημαντικό κυβερνητικό επίτευγμα. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ επικαλείται την ανάγκη ενός «ισχυρού κρατικού τραπεζικού τομέα» που θα δράσει τάχα «φιλολαϊκά». Κυρίως, όμως, η αντιπαράθεση αυτή συμπυκνώνει τόσο τη διαπάλη διαφορετικών ομίλων και ιμπεριαλιστικών κέντρων για τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος όσο και την αντιπαράθεση για το μείγμα διαχείρισης.

Η κρατική στήριξη των τραπεζών στη φάση της κρίσης
Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών εντάσσεται στη γενικότερη κρατική στήριξη του τραπεζικού κεφαλαίου. Εξετάζοντας την ανακεφαλαιοποίηση και την άμεση στήριξη των τραπεζών την περίοδο της κρίσης, το ελληνικό κράτος έχει διαθέσει, είτε με τη μορφή άμεσων εγγυήσεων είτε με τη μορφή άμεσης χρηματοδότησης, πάνω από 200 δισ. ευρώ στον τραπεζικό τομέα. Ο πρώτος μόνο γύρος ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, το 2013, περιλάμβανε άμεση κρατική στήριξη ύψους 50 δισ. ευρώ προς τους τραπεζικούς ομίλους. Οι κρατικές αυτές δαπάνες προς όφελος των τραπεζών βαραίνουν τελικά τα λαϊκά στρώματα. Η οικονομική ουσία αυτής της διαδικασίας είναι ότι η αναπόφευκτη απαξίωση κεφαλαίου στον τραπεζικό τομέα λόγω της καπιταλιστικής κρίσης μεταφέρθηκε στις πλάτες του ελληνικού λαού.
Την τελευταία περίοδο, μετά την πρώτη φάση ανακεφαλαιοποίησης, το ελληνικό κράτος, μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), έγινε ο βασικός μέτοχος όλων των μεγάλων τραπεζών, με ποσοστά που κυμαίνονται από περίπου 85% (ETE, ALPHA, Πειραιώς) έως και 98,5% για την Eurobank (το ποσοστό αυτό μειώθηκε στη συνέχεια λόγω της Αύξησης Μετοχικού Κεφαλαίου - ΑΜΚ - που πραγματοποίησαν οι τράπεζες).
Ωστόσο, ο ελληνικός λαός, παρά το γεγονός ότι βασικός μέτοχος όλων των τραπεζών είναι το ελληνικό κράτος, δεν έχει κερδίσει απολύτως τίποτα. Οι όροι δανεισμού μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων και οι όροι καταθέσεων για τις αποταμιεύσεις τους δεν έχουν μεταβληθεί προς το ευνοϊκότερο όσον αφορά και τις τέσσερις μεγάλες τράπεζες. Η αδυναμία αποπληρωμής των δανείων από πλευράς των εργαζομένων οδηγεί σε κατασχέσεις των όποιων περιουσιακών στοιχείων τους.
Τα παραπάνω αποτελούν κοινή κατεύθυνση για το σύνολο των τραπεζών, μεγάλων και μικρών, υπό κρατικό ή ιδιωτικό έλεγχο. Ειδικότερα η συμπεριφορά των τεσσάρων συστημικών τραπεζών είναι, στην ουσία της, απολύτως ίδια είτε μιλάμε για τις τρεις τράπεζες (ΕΤΕ, ALPHA, Πειραιώς) όπου το ΤΧΣ δεν ασκεί άμεσα έλεγχο γιατί συμμετείχαν και οι προηγούμενοι βασικοί τους μέτοχοι στη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης, είτε μιλάμε για τη Eurobank, όπου οι ιδιώτες μέτοχοι δεν συμμετείχαν και το σύνολο των μετοχών μαζί με τον έλεγχό της έχει περάσει στο ΤΧΣ.
Το γεγονός αυτό υπενθυμίζει ότι η κρατική καπιταλιστική ιδιοκτησία δεν είναι «δημόσια περιουσία», που τάχα ανήκει στο λαό. Αποδεικνύει εκ των πραγμάτων πόσο απατηλός είναι ο ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ πως ο κρατικός έλεγχος των τραπεζών μπορεί τάχα να οδηγήσει σε φιλολαϊκή λειτουργία, στον αντίποδα της διασφάλισης του μεγαλύτερου ποσοστού κέρδους.
Ο νέος γύρος ανακεφαλαιοποίησης
Το πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε την προηγούμενη Κυριακή, περιλαμβάνει, μεταξύ πολλών άλλων, και τις ρυθμίσεις που αφορούν το δεύτερο γύρο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Η νέα ανακεφαλαιοποίηση καθίσταται απαραίτητη καθώς το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης και το «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων που επέφερε έχει ως αποτέλεσμα την απαραίτητη νέα απαξίωση κεφαλαίου στον τραπεζικό τομέα.
Ο δεύτερος γύρος ανακεφαλαιοποίησης, που θα πραγματοποιηθεί μέσω της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου (ΑΜΚ) των τραπεζών, περιλαμβάνει νέα προκλητικά προνόμια για τους μεγαλομετόχους των τραπεζών. Βασικό στοιχείο της διαδικασίας είναι το γεγονός ότι η τιμή των νέων μετοχών μπορεί να είναι χαμηλότερη από την τρέχουσα χρηματιστηριακή τους τιμή, ενώ μπορεί να είναι μικρότερη και από την τιμή των προηγούμενων ΑΜΚ. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα εκδοθούν σε τιμή μικρότερη από την τιμή των μετοχών που έχει στα χέρια του σήμερα το ΤΧΣ. Πρόκειται για κίνηση - δώρο στους μεγαλοτραπεζίτες, αφού θα πραγματοποιήσουν την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου με μικρότερη δαπάνη.
Συγχρόνως, το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει διάταξη που επιτρέπει στο ΤΧΣ να ελαττώσει το ποσοστό συμμετοχής του στις τράπεζες. Η έκδοση νέων μετοχών σε χαμηλότερη τιμή από τις προηγούμενες, δηλαδή σε τιμή μικρότερη της τιμής του ΤΧΣ και το γεγονός ότι επιτρέπεται στη διοίκηση του ΤΧΣ να μειώνει τη συμμετοχή του ταμείου στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας, σημαίνει τελικά ότι έχουμε σημαντικές απώλειες για το ΤΧΣ και επομένως νέα έμμεση χρηματοδότηση των τραπεζών.
Το παράδειγμα της Eurobank είναι αποκαλυπτικό για το πώς λειτουργεί αυτή η διαδικασία. Το ελληνικό κράτος, με διάφορους τρόπους, διέθεσε συνολικά πάνω από 13 δισ. ευρώ στην τράπεζα και κατέχει σήμερα το 95% περίπου των μετοχών της, με το μεγαλύτερο κομμάτι να ανήκει στο ΤΧΣ. Με τους όρους της νέας ΑΜΚ, ο επενδυτής θα καταβάλει γύρω στα 2 δισ. ευρώ, για να αποκτήσει το 60-65% των μετοχών της Eurobank και την ίδια στιγμή το ελληνικό κράτος θα δει το ποσοστό του να μειώνεται στο 35-40% και να χάνει τον έλεγχο της τράπεζας. Οι όροι αυτής της διαδικασίας είναι τόσο προκλητικά αρνητικοί για το ελληνικό Δημόσιο, που στο πολυνομοσχέδιο παρέχεται ειδική νομική κάλυψη στα μέλη του ΤΧΣ για όλες τις πράξεις τους.
Τέλος, με το πολυνομοσχέδιο ανοίγει ο δρόμος για έκδοση κυβερνητικών αποφάσεων με τις οποίες το ΤΧΣ θα κάνει πρόταση εξαγοράς των warrants (δηλαδή των τίτλων που δόθηκαν δωρεάν στους ιδιώτες μετόχους στην πρώτη ΑΜΚ και με τους οποίους θα αποκτούσαν τη δυνατότητα να ξαναγοράσουν τις μετοχές του ΤΧΣ ώστε να αποπληρωθούν τα κεφάλαιά του) σε είδος, με μετοχές των τραπεζών. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοχοι warrants θα μπορέσουν να αποκτήσουν τις μετοχές των τραπεζικών ιδρυμάτων χωρίς να αποπληρώσουν στο ΤΧΣ τα κεφάλαια (50 δισ.) που αυτό κατέβαλε στην πρώτη φάση της ανακεφαλαιοποίησης. Η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί επίσης με σημαντικές απώλειες κεφαλαίων για το ΤΧΣ, επομένως άμεση χρηματοδότηση των μεγαλομετόχων σε βάρος του ελληνικού λαού, καθώς αυτόν βαραίνει το κρατικό χρέος.
Η νέα «διπολική» αντιπαράθεση
Στο έδαφος αυτών των αλλαγών εμφανίζεται μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πόλων του αστικού πολιτικού συστήματος, που αντανακλά τη διαπάλη ομίλων και ιμπεριαλιστικών κέντρων για το ποιος θα ελέγξει το τραπεζικό σύστημα και κυρίως τη γενικότερη αντιπαράθεση για το δημοσιονομικό μείγμα διαχείρισης.
Αξιοσημείωτο στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι η σύμπλευση ΣΥΡΙΖΑ και τμήματος της σοσιαλδημοκρατίας υπό τον Γ. Α. Παπανδρέου με όχημα την αντίθεση στις νέες ρυθμίσεις ανακεφαλαιοποίησης. Εμφανίζουν τις τελευταίες ρυθμίσεις για τις τράπεζες ως παράδοσή τους σε κερδοσκοπικούς ομίλους και στα «golden boys του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει λόγο για την ανάγκη ενός κρατικού τραπεζικού πυλώνα που τάχα θα δρα σε φιλολαϊκή κατεύθυνση.
Η «Αυγή» επισημαίνει ότι το νομοσχέδιο «επιχειρεί να φέρει την επόμενη κυβέρνηση προ τετελεσμένων γεγονότων» με την προκαταβολική αμνηστία των μελών του ΤΧΣ από αστικές και ποινικές ευθύνες, προετοιμάζοντας το έδαφος ώστε μια μελλοντική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να είναι σε θέση να επιρρίψει τις ευθύνες στην προηγούμενη. Παράλληλα, ο Γ. Σταθάκης, για λογαριασμό του οικονομικού επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ, προτείνει ως καλύτερη λύση το «αμερικανικό μοντέλο» ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, όπου το κράτος «κράτησε τις μετοχές που έδωσε στις τράπεζες έως τη στιγμή που είχαν τουλάχιστον 30% απόδοση». Η θέση αυτή πρακτικά δεν αποκλείει την πώληση των τραπεζών σε ιδιώτες αλλά διαφοροποιείται στο τίμημα και στους αγοραστές, ενώ παραλείπει φυσικά να αναφέρει ότι οι κρατικές αμερικανικές τράπεζες συμμετείχαν στο κύμα των σχεδόν 10 εκατομμυρίων κατασχέσεων κατοικιών στην περίοδο της οικονομικής κρίσης...
Απ' την άλλη, ο κυβερνητικός πόλος της ΝΔ με το τμήμα της σοσιαλδημοκρατίας υπό τον Ε. Βενιζέλο προωθεί τη συγκεκριμένη νομική ρύθμιση, κάνοντας λόγο για ανάγκη άμεσης ιδιωτικοποίησης του τραπεζικού τομέα, προκειμένου να συμβάλει στην επιτάχυνση της καπιταλιστικής ανάκαμψης. Οσον αφορά το περιεχόμενο της ρύθμισης και την κατηγορία ότι ευνοούνται οι μεγαλομέτοχοι των τραπεζών, η κυβερνητική πλευρά αντιπαραθέτει δύο βασικά επιχειρήματα. «Η κρίση των τραπεζών προήλθε, κυρίως, από το "κούρεμα" στα ελληνικά ομόλογα και αυτό είχε ένα μεγάλο όφελος σε όρους δημοσίου χρέους», δήλωσε ο Γ. Στουρνάρας στη Βουλή, ενώ το δεύτερο κυβερνητικό επιχείρημα στοιχίζεται πίσω απ' την τοποθέτηση της Κομισιόν, όπως αυτή κωδικοποιείται στην επιστολή Αλμούνια, η οποία προτρέπει σε ανταγωνιστικές τιμές έκδοσης των νέων μετοχών για την προσέλκυση ιδιωτών.
Η διέξοδος απ' τη σκοπιά των λαϊκών αναγκών
Οι συνολικές εξελίξεις στο χρηματοπιστωτικό τομέα, μαζί με τη δεύτερη φάση της ανακεφαλαιοποίησης αναδεικνύουν τον κεντρικό ρόλο του αστικού κράτους στη στήριξη των τραπεζικών ομίλων, στη θωράκιση της κερδοφορίας τους σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.
Οι εξελίξεις αποδεικνύουν πως οι κρατικές τράπεζες δεν μπορούν να διαφέρουν από τις ιδιωτικές στη λειτουργία τους με γνώμονα το καπιταλιστικό κέρδος. Πριν από την κρίση η κρατική ΑΤΕ ξεζούμισε τους αγρότες και υποθήκευσε μεγάλο κομμάτι της αγροτικής γης, ενώ η κρατικά ελεγχόμενη Εθνική δεν είχε φιλολαϊκότερη πολιτική δανείων και καταθέσεων για τα λαϊκά στρώματα από τις άλλες τράπεζες. Σήμερα, οι τράπεζες των οποίων το κράτος είναι μεγαλομέτοχος ή και μοναδικός πρακτικά μέτοχος ασκώντας τον πλήρη έλεγχο ακολουθούν την ίδια αντιλαϊκή πολιτική.
Με τις νέες ρυθμίσεις θα υπάρξουν νέες «απώλειες» του κράτους προς όφελος των ιδιωτών μεγαλομετόχων. Ομως, έτσι και αλλιώς η αύξηση των δυνατοτήτων κρατικής χρηματοδότησης αφορά αποκλειστικά τους μονοπωλιακούς ομίλους, τους οποίους χρηματοδοτεί το κράτος και όχι τα λαϊκά στρώματα. Αποδεικνύεται ότι στον καπιταλισμό οι τράπεζες, κρατικές και ιδιωτικές, δανείζουν και δανείζονται με γνώμονα το ποσοστό κέρδους, δεν έχουν και δεν μπορούν να υιοθετήσουν φιλολαϊκή λειτουργία.
Το δίλημμα εάν οι τράπεζες πρέπει να ανήκουν στα μονοπώλια ή στο κράτος των μονοπωλίων είναι ψευτοδίλημμα από τη σκοπιά των λαϊκών συμφερόντων. Αποπροσανατολίζει από την ανάγκη η πάλη του λαϊκού παράγοντα να κατευθύνεται προς την πραγματική διέξοδο, την αλλαγή τάξης στην εξουσία και το ριζικά διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης, που προϋποθέτει την κοινωνικοποίηση όλων των μονοπωλίων και την οργάνωση της παραγωγής με επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο, με γνώμονα την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.
Οι τραπεζοϋπάλληλοι μαζί με τους υπόλοιπους μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους έχουν συμφέρον να παλέψουν γι' αυτήν την προοπτική. Να συνδέσουν τον καθημερινό αγώνα για 7ωρο - 5ήμερο - 35ωρο, κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις που να καλύπτουν τις ανάγκες, καμιά συμμετοχή των λαϊκών αποταμιευτών στις μελλοντικές αναδιαρθρώσεις των τραπεζών, μέτρα προστασίας των δανειοληπτών, φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου, με τον αγώνα για τον άλλο δρόμο ανάπτυξης. Οι εργαζόμενοι στις τράπεζες και σε όλους τους κλάδους έχουν καθήκον να οργανώσουν μια λαϊκή συμμαχία με αντικαπιταλιστικό - αντιμονοπωλιακό προσανατολισμό, στο δρόμο της ρήξης με τα μονοπώλια και την εξουσία τους, στο δρόμο της αποδέσμευσης από την ΕΕ με λαϊκή εξουσία.

Του Ηλία ΤΣΙΜΠΟΥΚΑΚΗ*
*Ο Ηλίας Τσιμπουκάκης είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ