21 Ιουλ 2012

Τελευταίες ώρες


Τελευταίες ώρες 






Παπαγεωργίου Βασίλης


Κείνη την τελευταία νύχτα το Μακρονησιώτικο τάγμα σκαρφάλωσε με όλα τα συνωμοτικά μέτρα στις πλαγιές του Σκίρτση κι έφτασε στα εκατό μέτρα από τα πολυβολεία των ανταρτών. Σύμμαχός του στάθηκε και η πυκνή αντάρα, που είχε σκεπάσει όλην την κορυφή. Εκεί ζάρωσαν και περίμεναν το σύνθημα της εξόρμησης.




Οι αντάρτες, ζαβλακωμένοι από την αγρύπνια, τις μάχες και την υπερένταση των προηγούμενων ημερών, έμεναν μέσα στα πολυβολεία και τα χαρακώματα χωρίς ν' αντιληφθούν πως έχουν πολύ κοντά τους τον αντίπαλο. Κι όταν τέλειωσε η συνηθισμένη προπαρασκευή πυροβολικού, με το πρώτο «αέραα» είδαν χακί μπροστά στα ορύγματά τους. Αρχισε να δουλεύει η χειροβομβίδα κι η ξιφολόγχη. Κανένας δεν ήξερε πόσο κράτησε κείνο το κύμα της αδελφοσφαγής.


Κάποια στιγμή δόθηκε το σύνθημα της εξόδου με τη βροντερή φωνή του Σάκη: «Χειροβομβίδες αυτόματα! Απάνω τους παιδιά! Ολοι μαζί, αέραα!...» «Απάνω τους, αέραα!» βρόντηξε από δίπλα κι η φωνή του Δημήτρη. Κι έγινε η έξοδος. Από τα δυο πολυβολεία δεν μπόρεσε να βγει κανείς. Οσοι επιχείρησαν, σκοτώθηκαν. Οι άλλοι κλείστηκαν μέσα για την τελευταία τους μάχη. Πολλήν ώρα κράτησε η πολιορκία.


Το ένα γρήγορα εξουδετερώθηκε. Ομως, το άλλο κρατούσε. Τέσσερις που δοκίμασαν να το βουλώσουν, σκοτώθηκαν. Μπήκε σε ενέργεια ο τηλεβόας.


- Βούλγαροι, παραδοθείτε!


Η απάντηση ήταν κοφτές ριπές. Τότε πήρε τον τηλεβόα ο ταγματάρχης.


- Ακούστε, ληστοσυμμορίτες!


- Εδώ Δημοκρατικός Στρατός! Οχι συμμορίτες!...


- Εντάξει. Ακούστε, παιδιά! Παραδοθείτε και δε θα πάθετε τίποτα.


- Δε σας πιστεύουμε!


- Σας το εγγυούμαι εγώ!


- Εσύ ποιος είσαι;


- Ο ταγματάρχης Κανέλλος του 596!


- Μακρονησιωτών;


- Ναι!...


Παύση για λίγο. Συζήτηση στο πολυβολείο. Επειτα η απάντηση:


Εχετε κανένα λοχία Κεραμάρη Δημήτρη; Κεραμάρη από τα Αγραφα;


- Εχουμε! αναπήδησε ο ταγματάρχης.


- Αν έρθει αυτός και μας εγγυηθεί...


- Πού τον ξέρετε;


- Πείτε του, πως εδώ είναι ο αδελφός του ο Παναγιώτης.


Σε λίγο έφτασε ο ξακουστός ανάμεσα στους «ανανήψαντας» λοχίας. Ακουγε κομμουνιστές και δαιμονιζόταν. Στην αρχή απόρησε: «Ζει ακόμα, το παλιόσκυλο;» Επειτα οργίστηκε: «Να ψοφήσει, κύριε ταγματάρχα. Να τους τινάξουμε στον αέρα!...» Τελικά, αφού άκουσε τις εξηγήσεις του ταγματάρχη, «πείσθηκε»: «Αφού το λέει ο κύριος ταγματάρχης...»


Πιάνοντας τον τηλεβόα ρώτησε με ύφος τάχα αδιάφορο:


- Καλά, κύριε ταγματάρχα, να του πω να βγει, αλλά είναι σίγουρο, πως δε θα τον πειράξουμε; Ρωτώ, γιατί δε θέλω να βγω ψεύτης. Για μια τιμή ζούμε, κύριε ταγματάρχα!...


- Οχι, δε θα πάθει ούτε μια τρίχα της κεφαλής του. Σου δίνω το λόγο μου.


- Καλά, κύριε ταγματάρχα.


Γύρισε προς το πολυβολείο κι έβαλε τον τηλεβόα στο στόμα:


- Παναγιώτη! Εδώ ο Δημήτρης, ο αδελφός σου!...


- Εσύ είσαι, Δημήτρη; Ελα αδελφάκι μου, κοντά στη θυρίδα να σε δω!


- Ηρθα, να, κοίτα! Με βλέπεις;


- Ναι, αδερφέ μου, σε βλέπω! Τι κάνεις; Είσαι γερός δυνατός; Τι κάνει η μάνα; Παίρνεις γράμμα; Είναι στο χωριό για στα σύρματα;


- Γερός! Καλά είναι η μάνα. Βρίσκεται στο χωριό. Παραδώσου και θα τα πούμε!


- Φοβάμαι, Δημήτρη. Είμαστε τρεις. Τι θα γίνει με τ' άλλα τα παιδιά;


- Κοίτα εσύ τον εαυτό σου. Τι σε νοιάζει για τους άλλους;


- Οχι Δημήτρη! Ούτε συζήτηση! Ο,τι γίνουμε όλοι μαζί.


Γύρισε ο λοχίας κατά τον ταγματάρχη για να ρωτήσει. Εκείνος κατάλαβε και τον πρόλαβε... Δε θα πάθαινε κανείς. Ας ήταν βέβαιοι. Γύρισε πάλι ο Δημήτρης στον αδελφό του.


- Μη φοβάσαι. Δεν έχει να πάθει κανένας τίποτα.


- Κι αν με γελάσεις;


- Στη ζωή της μάνας μας. Οσο ζει ο Δημήτρης δε θα πειραχτεί τρίχα σας.


- Μου το ορκίζεσαι;


Ο λοχίας, πριν απαντήσει, ξαναγύρισε στον ταγματάρχη: «Να ορκιστώ»; Εκείνος κούνησε αποφασιστικά το κεφάλι σε μια κατάφαση: «Και βέβαια!»


- Παναγιώτη, σου το ορκίστηκα, μα σου το ορκίζομαι πάλι. Παραδοθείτε! Μόνο ψηλά τα χέρια, όταν βγαίνετε.


Σε λίγο άνοιξε η πόρτα δισταχτικά και φάνηκαν τα δύο πρώτα χέρια. Επειτα τα δεύτερα, τα τρίτα... Τρεις όλοι κι όλοι. Ο Παναγιώτης σάλεψε από μακριά τα χέρια στον αδελφό του, που κρατούσε ακόμα τον τηλεβόα. Αυτό μόνο πρόλαβε. Σηκώθηκε ξαφνικά μεγάλος θόρυβος κι ένα τσούρμο ξέφρενο όρμησε πάνω στα σηκωμένα χέρια με φωνές:


- Βούλγαροι, ρουφιάνοι!... Κομμούνια, το σταυρό σας!... Αχ, μας φάγατε τόσα παιδιά!...


- Ε, πίσω, τι κάνετε!... έσκουξε ο ταγματάρχης.


Ποιος όμως τον άκουγε!... Και οι τρεις βρέθηκαν κάτω από τα πόδια των δαιμονισμένων χοίρων. Ο ταγματάρχης θέλησε να γίνει κύριος της κατάστασης. Εριξε μια ριπή πάνω από τα κεφάλια τους:


- Διαλυθείτε, θα σας τουφεκίσω!...


Κόπηκε η φόρα και τ' αλαλητά των αλλοπαρμένων. Ολοι γύρισαν κατά τη φωνή για να ξεδιαλύνουν τις διαθέσεις του θηριοδαμαστή.


- Προσοχή, το σταυρό σας!...


Το μπουλούκι άνοιξε και καταλάγιασε σε μαρμαρωμένες κολόνες. Ανάμεσα από τα ακίνητα πόδια φάνηκαν τρεις σωροί, που αναχτυπιούνταν. Ο λοχίας πέταξε τον τηλεβόα κι όρμησε αλαφιασμένος. Γονάτισε κι αγκάλιασε τον αδελφό του. Δοκίμασε να τον ανασηκώσει, μα δεν μπόρεσε να τον κάνει ζάφτι. Το κορμί ξέφυγε από τα χέρια του, τινάχτηκε απάνω σ' ένα χοροπήδημα ασφυξίας, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια. Εκανε μερικά αβέβαια παραπατήματα κι έγειρε να πέσει μ' ένα ρόγχο παράξενο. Ο λοχίας τον άρπαξε στον αέρα να τον συγκρατήσει, μα παρασύρθηκε στην πτώση και βρέθηκε πάλι στα γόνατα. Κείνη τη στιγμή τα αίματα πιτσίλισαν το πρόσωπό του κι ένιωσε μιαν αρμυρή γεύση στα χείλη του. Εκλεισε τα μάτια από φρίκη κι άπλωσε τη χούφτα να φράξει τον κόκκινο πίδακα, που τιναζόταν από τη φλέβα του λαιμού. Μα το κορμί πάλι ξέφυγε από την αδελφική περίπτυξη μ' έναν ύστατο σπασμό. Πήρε δυο τούμπες, αναχτυπήθηκε σα σφαγμένο κοτόπουλο κι ησύχασε ανασκελωμένο. Ανοιχτά χέρια, ανοιχτό στήθος, ματωμένα γένια, πρόσωπο μελιτζανί, παραμορφωμένο από την αγωνία του θανάτου. Κάποιος πρόλαβε να του κόψει την καρωτίδα με τη «μαυρομάνικη»!...


Εμεινε ο λοχίας αποσβολωμένος πολλήν ώρα, καθώς είχε καρφωμένα τα τρελά μάτια του πάνω στο άψυχο κορμί του αδελφού. Εσκυψε έπειτα, τον φίλησε κι ακούστηκε η φωνή του πνιγμένη στα δάκρυα:


- Αδερφάκι μου!... Ποιος σου το 'κανε αυτό!... Πες μου, ποιος!...


Σηκώθηκε έπειτα απάνω και γύρισε ξέφρενος στις παγωμένες κολόνες.


- Ποιος απ' αυτούς; Ποιος από σας;... Εσύ;... Εσύ; Εσύ;... Καμιά απάντηση στην πονεμένη κραυγή που πήρε τόνους υστερίας.


- Κανείς, λοιπόν; Κανείς, ε; Τότε εγώ το 'κανα!...


Τράβηξε σαν αστραπή το πιστόλι κι άρχισε να πυροβολεί πάνω στο άφωνο πλήθος, φωνάζοντας: «Εγώ, εγώ, εγώ»!!... Κι ώσπου να σκεφτεί ο ταγματάρχης να τον εμποδίσει, να τον σταματήσει, γύρισε το πιστόλι στο κεφάλι του: «Εγώωω»!!...


Επεσε το συγκρότημα Σκίρτση μαζί με τα δύο αδέρφια της χήρας των Αγράφων που χάθηκαν από την αποχαλίνωση της χαμένης ανθρωπιάς.


Του
Νίκου ΚΥΤΟΠΟΥΛΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ