6 Αυγ 2012

«Χρονικό» λεβεντιάς


«Χρονικό» λεβεντιάς
«Για τον υπόδουλο λαό, τον αγράμματο μα μεγαλόψυχο και γενναίο, το δημοτικό τραγούδι είναι το "βιβλίο", το "περιοδικό", το "χρονικό" του καιρού του. Μ' αυτό, με το δικό του τρόπο, "γνωστοποιούσε" όχι μονάχα τα σημαντικά παρά και τα καθημερινά περιστατικά της ζωής του»
«Ο Καραϊσκάκης καταδιώκων τον Κιουταχή», έργο του Θεόφιλου
«Ο,τι ήταν για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα ομηρικά έπη το ίδιο στάθηκαν, ανεξάρτητα από κάθε αξιολόγηση, τα δημοτικά τραγούδια για το νέο Ελληνισμό», γράφει ο Δημήτρης Φωτιάδης στην «Επανάσταση του '21». «Βρυσομάνα», όπου σ' αυτή ο λαός μας ξεδίψαγε συναισθηματικά, στις πολυκύμαντες ώρες της ιστορίας της ιστορίας του, τα δημοτικά τραγούδια, βγαλμένα από την καρδιά ανώνυμων ποιητών μίλαγαν με μοναδικό τρόπο στην καρδιά της «ολότητας». Και όπως σημειώνει ο Δ. Φωτιάδης «για τον υπόδουλο λαό, τον αγράμματο μα μεγαλόψυχο και γενναίο, το δημοτικό τραγούδι είναι το "βιβλίο", το "περιοδικό", το "χρονικό" του καιρού του. Μ' αυτό, με το δικό του τρόπο, "γνωστοποιούσε" όχι μονάχα τα σημαντικά παρά και τα καθημερινά περιστατικά της ζωής του».
Ενα έξοχο είδος δημοτικού τραγουδιού, που αναπτύχθηκε κυρίως τον 18ο αιώνα είναι τοκλέφτικο τραγούδι, που απλώθηκε σε Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ηπειρο και Δυτική Μακεδονία. Δημιουργημένο σε μια εποχή προετοιμασίας για την απελευθέρωση, επικεντρώνεται στην «εξαιρετική ψυχή του ήρωα» και αποτελεί «το αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Ελληνα» (Γ. Αποστολάκης), αυτής που θα δημιουργήσει το 1821. Κατ' εξοχήν λυρικό στη γνησιότερή του μορφή, όπως σημειώνει ο Λίνος Πολίτης στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκφράζει «το αδρό και πολεμικό πνεύμα των βουνίσιων κατοίκων της Ηπείρου και της Στερεάς, που ως "κλέφτες" ή "αρματολοί" είχαν κάνει συνήθεια της ζωής τους τ' άρματα»... Οι τραχείς αυτοί κι εμπειροπόλεμοι βουνίσιοι», που κράτησαν το βάρος του πολέμου της απελευθέρωσης ήταν «αυτοί που τραγουδούσαν και αυτούς που τραγουδούσε το κλέφτικο τραγούδι: ο Καραϊσκάκης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης. Ο τελευταίος, κλεισμένος στην Ακρόπολη, θα δώσει έκφραση στη λύπη του αυτοσχεδιάζοντας ένα κλέφτικο τραγούδι: "Ο ήλιος εβασίλεψε - Ελληνά μου, βασίλεψε -/ και το φεγγάρι εχάθη,/ κι ο καθαρός αυγερινός που πάει κοντά στην πούλια..."»
Οι πιο ξακουστοί «κλέφτες» γίνονταν τραγούδι στα χείλη του λαού. Και πώς άλλωστε, αφού όπως έλεγε οΚολοκοτρώνης «το κλέφτης βγήκε από την εξουσία» και το να γίνει κανείς κλέφτης ήταν καύχημα για τον ίδιο και τους δικούς του. Οταν ο τουρκικός κατατρεγμός ή η αδικία των κοτζαμπάσηδων γίνονταν αβάσταχτα, ένα φοβέρισμα απόμενε στους ραγιάδες: «Σηκώνομαι κλέφτης!». Η ζωή τους δύσκολη, τυραννισμένη. «Οι κλέφτες είμαστε ελεύθεροι», λέει στη διήγησή του ο Κολοκοτρώνης, «αλλά τι ζωή, τι άνθρωποι! Βασανισμένοι, αϊσκιωτοι, άγριοι εις τες σπηλιές, τα βουνά, εις τα χιόνια σαν τα θηρία, με τα οποία συζούσαμε».
«Οταν οικονομάγανε», γράφει ο Δ. Φωτιάδης, κανένα αρνί ή κατσίκι και το σούβλιζαν, πίνοντας από τις πλόσκες το κρασί δίνανε ο ένας στον άλλο την ευχή να βρει «καλό μολύβι». Να πεθάνει πολεμώντας παρά να λαβωθεί, να τον πιάσουν και να μαρτυρήσει. Και όπως δεν έλειπε από τα μπουλούκια κάποιος που έπαιζε λογκάρι, μερακλώνονταν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Προτίμαγαν όχι μονάχα τα τραγούδια της λεβεντιάς και του θανάτου, παρά κι εκείνα που τους φέρνανε τη θύμηση των δικών τους - του παιδιού, της μάνας, της αγαπητικιάς».
Οι τρανοί αρματολοί και κλέφτες και οι ξακουστοί ήρωες του Εικοσιένα (Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Νικηταράς, Μπότσαρης, Διάκος κ.ά.) έχουν τα δικά τους τραγούδια. Τις μάχες για τη λευτεριά τις ξαναζούμε μέσα σ' αυτά. Τα Δερβενάκια αντικρίζουν το Μανιάκι, το Μεσολόγγι την Αράχοβα... «Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου/ να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα/ Της Ρούμελης οι μπέηδες, του Δράμαλη οι αγάδες/ στο Δερβενάκι κείτονται, στο χώμα ξαπλωμένοι...».
Βαθιά συγκίνηση θεμελιώνει τη σύλληψη του κλέφτικου τραγουδιού, ενώ η μουσική του χαρακτηρίζεται από ρυθμό εντελώς ελεύθερο. Τα κλέφτικα τραγούδια χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: σ' εκείνα που αναφέρονται ειδικά σε ένα πρόσωπο (του Ζίδρου, του Στουρνάρη, του Γυφτάκη) ή σε ένα περιστατικό και σ' εκείνα που μιλούν γενικά για τη ζωή των κλεφτών, τις δυσκολίες ή τα καλά της.
Τίποτα άλλο πέρα από τα κλέφτικα τραγούδια, σημειώνει ο Δ. Φωτιάδης, «δεν μπορεί να μας δώσει την ατμόσφαιρα που ζούσαν, τα συναισθήματά τους, τον πόθο τους για λευτεριά, την αντρίκεια ανάσα τους, τις νοσταλγίες τους, την αγάπη τους στη ζωή μα και την περιφρόνησή τους στο θάνατο - μ' ένα λόγο τον κόσμο τους. Αυτά τα τραγούδια, που φτιάχτηκαν από ανώνυμους λαϊκούς ποιητές και που τραγουδήθηκαν στα χρόνια της σκλαβιάς, στέκονται μια από τις πολύτιμες κληρονομιές του λαού μας - πηγή που πάντα θα σκύβουμε σ' αυτή για να χορτάσουμε τη δίψα μας για λεβεντιά και λευτεριά».

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

Ονειρεύομαι τους κόκκινους
Καθώς επέστρεφα από το Περιστέρι, από μία συνάντηση που είχα με νέα παιδιά, που "σ' αυτόν τον κόσμο χύνονται και σ' άλλους κόσμους φτάνουν", απότομα σταμάτησαν όλα γύρω μου. Το παρόν παρελθόν σαν σε όνειρο ακέραιο φανερώθηκε μπροστά μου. Το παρόν παρελθόν είχε τη μορφή του στρατηγού που συνέτριψε τους Παρισινούς κομμουνάριους. Ο στρατηγός ακόμα και τώρα απορεί γιατί τον έβαλαν να κατεβάσει τόσο στρατό γι' αυτά τα ανθρώπινα κουρέλια, που βρίσκονται πάνω στα οδοφράγματα. Ο σύμβουλός του τότε και τώρα πάλι του λέει: "Στρατηγέ, μην τους βλέπεις έτσι. Η δύναμή τους δεν είναι σ' αυτό που είναι, αλλά σ' αυτό που νομίζουν πως είναι".
Το παρόν παρελθόν, όνειρο ελεύθερο μέσα στο δρόμο συνεχίζει. Είμαστε στην οδό Σταδίου, στο καφενείο που το λένε "Τώρα". Μέσα κάθεται ο Σαιν Ζυστ με την παρέα του. Η κουβέντα συνεχίζεται από τον Απρίλη του 1793. Μιλάει για την ελευθερία στην Αθήνα: "Η ελευθερία δεν ανήκει πλέον στο λαό. Είναι ένας νόμος ξένος προς τη δημόσια ευτυχία. Είναι η Αθήνα στα τέλη της, που ψηφίζει χωρίς δημοκρατία και διακηρύχνει την απώλεια της ελευθερίας της. Η ελευθερία δεν πρέπει να βρίσκεται μέσα σ' ένα βιβλίο, πρέπει να βρίσκεται μέσα στο λαό και να γίνεται πράξη. Αν θέλετε τη δημοκρατία, προσηλωθείτε στο λαό και μην κάνετε τίποτα παρά μόνο γι' αυτόν. Ολες οι πέτρες είναι κατάλληλες για το οικοδόμημα της λευτεριάς: με τις ίδιες πέτρες μπορείτε να της χτίσετε ένα ναό ή έναν τάφο".
Υστερα πέφτει σιωπή. Ο Σαιν Ζυστ κοιτάει έξω, στη Σταδίου, σ' ένα παράθυρο όπου ανάβει ένα φως. Ο Σαιν Ζυστ δείχνει το παρόν παρελθόν μέσα από αυτό το παράθυρο. Βλέπει τον νεαρό Μαρξ να διορθώνει τα θαυμάσια χειρόγραφα του 1844. Να τι γράφει για το μάτι: "Ο άνθρωπος που διαβιώνει μέσα στην άγνοια και την ανάγκη δεν έχει μάτια για το ομορφότερο θέαμα. Το μάτι γίνεται μάτι ανθρώπινο με τον ίδιο τρόπο που το αντικείμενό του γίνεται κοινωνικό ανθρώπινο αντικείμενο που πηγάζει απ' τον άνθρωπο και προορίζεται γι' αυτόν. Ενα ον αρχίζει να αισθάνεται ανεξάρτητο από τη στιγμή που γίνεται κυρίαρχο του εαυτού του, και τέτοιο γίνεται μόνο όταν οφείλει την ύπαρξή του στον εαυτό του".
Ακούγεται θόρυβος από νερά που τρέχουν και η σκέψη μου διακόπτεται. Κοιτάζω με έκπληξη μια κυρία που περπατάει πάνω στο νερό. Το παρόν παρελθόν, και να μπροστά μου η κόκκινη Ρόζα. Μάταια, μάταια την ψάχνουν από το 1919. Είναι ψέματα αυτά που λένε για το ξενοδοχείο Εντεν, ότι ο υπολοχαγός Φόγκελ τη χτύπησε και κάποιος στρατιώτης Ρόνγκεν πέταξε το σώμα της από τη γέφυρα του Λίχτενστάιν στο κανάλι. Η Ρόζα είναι μαζί μας στην Αθήνα και, κόντρα σε κάθε θρησκευτική προφητεία, είχε η ίδια την προφητεία στο χέρι, όταν έγραφε σ' έναν φίλο της στις 13 Ιουλίου του 1900 για τα νερά του Ρήνου: "Κάθε φορά που παρατηρώ αυτό το τρομερό θέαμα, αυτόν τον αφρό που αναβλύζει, αυτή τη λευκή άβυσσο του νερού που κοχλάζει, και κάθε που ακούω αυτόν τον εκκωφαντικό πάταγο, η καρδιά μου σφίγγεται και κάτι μέσα μου λέει: να ο εχθρός. Σας φαίνεται παράξενο; Βέβαια, αυτός είναι ο εχθρός της ανθρώπινης οίησης, που πιστεύει ότι είναι κάτι και απότομα καταρρέει και εκμηδενίζεται. Αυτό είναι άλλωστε το αποτέλεσμα μιας αντίληψης του κόσμου που λέει για όλα τα πράγματα ότι έτσι ήταν πάντα και έτσι θα είναι πάντα και όπου ο άνθρωπος με τη θέλησή του, τη δύναμή του, τη γνώση του, φαίνεται εντελώς περιττός. Εγώ τη μισώ αυτή τη φιλοσοφία και θα προτιμούσα να γκρεμιστώ μέσα στους καταρράκτες του Ρήνου και να χαθώ σ' αυτούς σαν καρυδότσουφλο παρά να σκύψω φρόνιμα το κεφάλι και ν' αφήσω το νερό να βρυχάται, όπως αυτό βρυχόταν στον καιρό των προγόνων μας και όπως θα βρυχάται ύστερα από εμάς".
Είμαι πολύ τυχερός. Βρίσκομαι μέσα σ' έναν κύκλο ομιλιών, από τη Γεωπονική Σχολή στο Περιστέρι και από εκεί στο Χημείο, και μέσα στο βαθύ βλέμμα των δικών μας παιδιών, που γεννάει όνειρα στο παρόν παρελθόν, πάντα θα ονειρεύομαι τους Κόκκινους.

Του
Γιώργου ΚΑΚΟΥΛΙΔΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ