5 Ιαν 2012

Ο Ιωάννης Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας


Ο Ιωάννης Καποδίστριας κυβερνήτης της Ελλάδας
Η δολοφονία του Καποδίστρια. Ελαιογραφία του Διον. Τσόκου
«Οταν το θερίον είχε την πατρίδα, θυσιάστηκαν,σκοτώθηκαν και αφανίστηκαν οι Ελληνες και τουτο κάναμεν χαζίρι, τον φέραμεν να μας κυβερνήση,να μας αναστήση, να μας βγάλη κ' εμάς εις τηνκοινωνίαν του κόσμου και να τον λέμε ευεργέτη μαςκαι σωτήρα μας - κ' εμείς να ζήσουμε ως άνθρωποι κ'αυτός να δοξαστεί. Ο Κυβερνήτης μας φέρνει οπαδούςτων τυράγνων να τον οδηγήσουνε πώς τυραγνούνεεκείνοι οι τύραγνοι, να τυραγνήση κι αυτός. Και ποιουςθέλη να βλάψη; Εκείνους οπού 'λικρινώς αγωνίστηκανκαι υπάρχει η πατρίδα, οπού θυσίασαν κατάσταση και ζωή» στρατηγός Ι. Μακρυγιάννης1
Την Κυριακή 8/20 Ιανουαρίου του 1828, στις 8 το πρωί, ο κόμης Ι. Καποδίστριας, εκλεγμένος κυβερνήτης της Ελλάδας από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο από το αγγλικό πλοίο «Warspite». Η υποδοχή που του επιφυλάχτηκε ήταν μεγαλειώδης. «Τρία ξένα πολεμικά πλοία - γράφει ο Καρλ Μέντελσον- χαιρέτησαν την ελληνική σημαία με κανονιοβολισμούς. Είναι η πρώτη περίπτωση αποδόσεως επισήμων τιμών εκ μέρους των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ενώ ο λαός επευφημούσε». Κι ο Ν. Κασομούλης συμπληρώνει3: «Τι να ενθυμηθή κανένας και τι να γράψη... Πώς να ζωγραφίση αυτό το ηθικόν της ώρας εκείνης... Αλλος έτρεχεν, άλλος πηδούσεν, άλλος χόρευεν. Οι δρόμοι ταράττοντο. Ολοι πλέον από την χαράν αλησμόνησαν την θέσιν των, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, και μόνον από τους εν τοις πράγμασι οι περισσότεροι εμαραίνοντο».
Ιωάννης Καποδίστριας
Από το Ναύπλιο ο Καποδίστριας αναχώρησε την επομένη για την Αίγινα, όπου και έφτασε στις 11/23 Ιανουαρίου. Εκεί είχε την έδρα της η Επιτροπή που τον αναπλήρωνε στα καθήκοντά του, αποτελούμενη από τους Γ. Μαυρομιχάλη. Ι. Μηλαήτη και Ι. Νάκο4. Τώρα πια ο Κυβερνήτης ήταν έτοιμος να αναλάβει τις τύχες της χώρας στα χέρια του. Αλλά για ποια χώρα και ποιες τύχες μπορεί να γίνεται λόγος;
Οταν ο Καποδίστριας πάτησε το πόδι του στην ελληνική γη, η χώρα, όση είχε απελευθερωθεί, ήταν πραγματικό χάος. «Στη στεριά - γράφει ο Τ. Βουρνάς- επικρατούσε το δίκαιο της αρπακτικότητας του τοπάρχη κοτζαμπάση και στη θάλασσα η πειρατεία. Ο Μοριάς ήταν ρημαδιό. Κάθε μεγαλοκαπετάνιος που κρατούσε ένα κάστρο (Μονεμβασιά ο Πετρόμπεης, Ακροκόρινθο ο Κίτσος Τζαβέλλας, Παλαμήδι ο Γρίβας και ο Στράτος) τυραννούσε σαν κατακτητής το γυμνό και άστεγο πληθυσμό... Παραγωγή δεν υπήρχε, ούτε χέρια να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γης λόγω της ανασφάλειας. Ο πληθυσμός είχε καταφύγει στα βουνά και τις σπηλιές. Είκοσι πέντε χιλιάδες μαχητές περιπλανώνταν χωρίς καμιά μισθοδοσία ή ενίσχυση, ενώ οι μοναδικές δημόσιες πρόσοδοι (δεκάτη και τελωνειακές εισπράξεις του Αναπλιού) δε λειτουργούσαν. Κράτος, δηλαδή, και στην πιο υποτυπώδη του έννοια δεν υπήρχε». Εξίσου χαρακτηριστικά είναι και τα όσα σημειώνει ο Καρλ Μέντελσον - Μπάρτολντι: «Τους φόρους - γράφει- εισέπρατταν οι τοπικοί κοτζαμπάσηδες, τους οποίους σε μερικές περιπτώσεις υπεράσπιζε ο Κόχραν, όπως τη Σάμο. Το έλλειμμα του εθνικού ταμείου ήταν τη στιγμή της αφίξεως του Καποδίστρια 28.724 γρόσια. Ο υπουργός Δικαιοσύνης και Εκπαιδεύσεως δεν είχε να επιδείξει παρά δυο δικαστήρια, ένα στην Αίγινα κι ένα στη Σάμο, καθώς και ελάχιστα σχολεία. Ο υπουργός Στρατιωτικών αράδιασε μερικά ονόματα καπεταναίων που κρατούσαν τα κάστρα με άγνωστο αριθμό ανδρών και κυβερνούσαν σαν μεσαιωνικοί τιμαριούχοι, ζώντας σε βάρος των κατοίκων και ληστεύοντας τους, όπως περίπου και τ' ασκέρι του Ιμπραήμ».
Το κυβερνείο του Καποδίστρια στο Ναύπλιο
Δε χωρούσε αμφιβολία πως για να μεταμορφωθεί σε κράτος αυτό το χάος απαιτούσε ισχυρή κεντρική εξουσία με σιδερένια πυγμή κι ασφαλώς μια πολιτική γενναίου αστικοδημοκρατικού εκσυγχρονισμού, που θα ερχόταν σε κάθετη ρήξη με το παλιό φεουδαρχικό καθεστώς, τα τζάκια, και τους νεόπλουτους που είχαν αποκτήσει περιουσία, πλιατσικολογώντας σε βάρος της επανάστασης. Πώς όμως ανταποκρίθηκε σ' αυτά τα καθήκοντα ο Καποδίστριας; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει προηγουμένως να δούμε ορισμένες πλευρές του ανθρώπου για τον οποίο μιλάμε.
Ποιος ήταν ο Ι. Καποδίστριας
Οταν έφτασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας ήταν 51 ετών. Είχε γεννηθεί στην Κέρκυρα το 1776 από οικογένεια ευγενών. Μορφώθηκε πολύ επιμελημένα στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στη συνέχεια σπούδασε ιατρική και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Για ένα διάστημα δούλεψε στο νησί του ως γιατρός χειρουργός, αλλά πολύ γρήγορα - την περίοδο της ρωσοκρατίας στα Εφτάνησα - πέρασε στο χώρο της πολιτικής. Ηταν στα 1803, όταν διορίστηκε γραμματέας της νεοϊδρυθείσας Πολιτείας των Ιονίων νήσων. Η θητεία του αυτή υπήρξε βραχύβια, αφού στα 1807, ύστερα από τη συνθήκη του Τιλσίτ, η Ιόνιος Πολιτεία έπαψε να υπάρχει. Η σχέση όμως που ανέπτυξε όλο αυτό το διάστημα με την τσαρική Ρωσία του έδωσε τη δυνατότητα να μεταπηδήσει στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία όπου και είχε λαμπρή σταδιοδρομία, αφού το διάστημα 1815-1822 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Από το 1822 και μετά, αν και βρισκόταν σε άδεια αορίστου χρόνου και διέμενε στη Γενεύη, παρέμενε μέλος της ρωσικής διπλωματίας. Απαλλάχτηκε των καθηκόντων του αυτών με επίσημη έγκριση του τσάρου Νικόλαου μόλις τον Ιούλιο του 1827 όταν πλέον είχε εκλεγεί κυβερνήτης της Ελλάδας7.
Χαρακτηρίζοντας τον Καποδίστρια για τις πολιτικές του ιδέες ο Γ. Κορδάτος σημειώνει με έμφαση πως ήταν «συντηρητικός ως το κόκαλο και πιστός υπηρέτης της Ρωσικής πολιτικής»8. Για το ίδιο ζήτημα ο Τ. Βουρνάς γράφει9 πως ήταν «αριστοκράτης στην καταγωγή, ολιγαρχικός στις ιδέες, δοκιμασμένος από την εποχή της Ρωσοκρατίας στα Εφτάνησα (1804), οπόταν σαν πληρεξούσιος της ξένης κατοχής έπνιξε στο αίμα την αγροτική εξέγερση της Κεφαλονιάς, είχε πάρει σαφή θέση υπέρ του φεουδαρχισμού». Ακόμη πιο επικριτικός με τον Καποδίστρια είναι ο Γ. Ζέβγος, ο οποίος σημειώνει σχετικά10: «Ηταν αντιδραστικός διπλωμάτης της σχολής Μέτερνιχ, στεγνός και πεισματάρης γραφειοκράτης, φανατικός οπαδός του τσαρισμού στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική».
Αντίθετα από τους επικριτές του, οι υμνητές του Καποδίστρια εξάρουν συνήθως τις πολιτικές ικανότητες, τη διπλωματική καριέρα και τον πατριωτισμό του ανδρός. Ομως όλα αυτά δεν μπορεί να τα εξετάζει κανείς αταξικά και ουδέτερα. Ο Καποδίστριας ανέπτυξε τις πολιτικές του ικανότητες σ' ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, στο περιβάλλον του ρωσικού απολυταρχικού φεουδαρχισμού, και σ' αυτό ακριβώς το περιβάλλον αντιστοιχούν οι ιδέες που είχε για την πατρίδα και το μέλλον της. «Ο Πατριωτισμός του Καποδίστρια - γράφει πολύ εύστοχα ο Φίνλεϊ11 - είχε ταυτιστεί με την ορθοδοξία και την εθνική ανεξαρτησία, όχι όμως με την πολιτική ελευθερία και τα πολιτικά δικαιώματα. Ελάχιστα πρόσεξε την κοινωνική πρόοδο των λαϊκών μαζών της Δυτικής Ευρώπης που συντελέστηκε στη διάρκεια της ζωής του και η παράλειψη αυτή τον εμπόδισε να παρατηρήσει την επίδραση που ασκούσε ήδη η κοινή γνώμη στη γενική διαγωγή των περισσότερων κυβερνήσεων. Υπερτίμησε την επιρροή της ορθοδοξίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία και τη δύναμη της Ρωσίας στις διεθνείς σχέσεις της Ευρώπης. Αυτά ήταν ολότελα φυσικά, γιατί είχε αποκτήσει την πείρα του για την ανθρωπότητα είτε στην περιορισμένη και διεφθαρμένη κοινωνία της Κέρκυρας ή στην προσποιητή ατμόσφαιρα της ρωσικής διπλωματίας. Ωστόσο... ήτανε ασύγκριτα ανώτερος από κάθε Ελληνα που η Επανάσταση είχε μέχρι τότε ανεβάσει στην Εξουσία».
Η Καποδιστριακή δικτατορία
Από την πρώτη στιγμή που καταπιάστηκε με την άσκηση των καθηκόντων του ο Καποδίστριας φανέρωσε τις προθέσεις του να κυβερνήσει έχοντας όλη την εξουσία συγκεντρωμένη στα χέρια του. Ετσι ανέστειλε το Σύνταγμα της Τροιζήνας, βάζοντας στον πολιτικό κόσμο της εποχής το δίλημμα: ή παραμερίζεται το Σύνταγμα ή ο ίδιος φεύγει από τη χώρα εγκαταλείποντάς τη στην τύχη της. Ακόμη διέλυσε τη Βουλή και τοποθέτησε στη θέση της ένα συμβουλευτικό σώμα, το επονομαζόμενο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ, από 27 μέλη που είχε καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα. Το σώμα αυτό το χώρισε σε τρία τμήματα, διαιρώντας τις εργασίες του σε διοικητικές, οικονομικές και δικαστικές. Παράλληλα ίδρυσε την Κεντρική Γραμματεία που ήταν ένα είδος υπουργικού συμβουλίου το οποίο έπαιρνε απευθείας γραμμή απ' αυτόν.
Αφού έθεσε τις βάσεις της εξουσίας του όπως ήθελε, ο Καποδίστριας έδωσε όρκο ως κυβερνήτης ότι θα εκπλήρωνε τις αποφάσεις των Εθνικών Συνελεύσεων της Επιδαύρου, του Αστρους και της Τροιζήνας, κάτι που φυσικά δεν τήρησε ευθύς εξαρχής καταργώντας κάθε μορφή αντιπροσωπευτικής - συνταγματικής δημοκρατίας. Ταυτόχρονα ορκίστηκε και σεβασμό στη Συνθήκη του Λονδίνου, στην οποία είχαν καταλήξει όσον αφορά το ελληνικό ζήτημα οι τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, η Ρωσία, η Αγγλία και η Γαλλία, τον Ιούλιο του 1827. Ο όρκος αυτός ήταν τουλάχιστον αντιφατικός - «κάπως ατελή» τον χαρακτηρίζει ο Τρικούπης12 - διότι ο σεβασμός στις αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων, εκτός των άλλων, σήμαινε σεβασμό στην απόφαση του επαναστατημένου ελληνικού λαού να δημιουργήσει ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, ενώ ο σεβασμός στη Συνθήκη του Λονδίνου σήμαινε άρνηση του αγώνα για ανεξαρτησία, δεδομένου ότι με τη συνθήκη αυτή η Ελλάδα έπρεπε να είναι υποτελής στο Σουλτάνο. Στην πραγματικότητα η αντίφαση ήταν φαινομενική. Στην κρίση και στην πολιτική πρακτική του κυβερνήτη τη βαρύνουσα σημασία είχε πάντοτε η θέληση των μεγάλων δυνάμεων κι όχι η θέληση του ελληνικού λαού. Γι' αυτό άλλωστε και αφαίρεσε από τις λαϊκές μάζες οποιαδήποτε δυνατότητα επίδρασης στις αποφάσεις του, καταργώντας, όπως προαναφέραμε, τα αντιπροσωπευτικά σώματα και το Σύνταγμα.
«Η εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια - γράφει ο Ν. Σβορώνος13 κρίνοντας εν συντομία το έργο του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδας - αποσκοπούσε ουσιαστικά στο να υποτάξει το νέο κράτος στις βλέψεις του Τσάρου. Ως προς την εσωτερική του πολιτική ο Καποδίστριας στάθηκε ανίκανος να λύσει το κύριο πρόβλημα της εποχής, τη διανομή στους αγρότες των εθνικών γαιών, που ανήκαν άλλοτε στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των γαιών (το μισό περίπου του καλλιεργήσιμου εδάφους της χώρας) πέρασε στα χέρια των προκρίτων, ενώ τα πέντε έκτα των αγροτών έμεναν ακτήμονες, όπως στην τουρκική κατοχή, κι εξαρτημένοι από τους προκρίτους, πλουσίους γαιοκτήμονες κι εκμισθωτές των φόρων. Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια ωστόσο αποτελεί την πρώτη σοβαρή προσπάθεια διοργάνωσης του ελληνικού κράτους. Πρώτος αυτός φροντίζει για τη δημόσια εκπαίδευση, καταστέλλει την πειρατεία, διοργανώνει τη διοίκηση, υποβάλλει σε κάποια πειθαρχία το στασιαστικό πνεύμα των προκρίτων, που ήθελαν να αντικαταστήσουν στην ελεύθερη Ελλάδα τους Τούρκους αξιωματούχους. Για το λόγο αυτό συνάντησε από την πλευρά τους άγρια αντίδραση...».
Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου (9 Οκτωβρίου) του 1831, ημέρα Κυριακή, έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, από δύο μέλη της ισχυρής πελοποννησιακής οικογένειας των Μαυρομιχαλαίων. Υποστηρίζεται πως τη δολοφονία οργάνωσαν οι πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας για να εξασθενήσουν τη ρωσική επιρροή στην Ελλάδα. Χωρίς αμφιβολία οι κυβερνήσεις των δύο αυτών χωρών εμψύχωναν την αντιπολίτευση στην πολιτική του Καποδίστρια, αλλά και η πολιτική αυτή από μόνη της δημιουργούσε πλήθος αντιδράσεων όχι μόνο μέσα στον απλό λαό, αλλά ακόμη και στην τάξη των κοτζαμπάσηδων, ιδιαίτερα σε κείνους τους φεουδάρχες που δεν ήθελαν να παραχωρήσουν τίποτα από την τοπική τους εξουσία χάριν μιας ισχυρής κεντρικής κρατικής εξουσίας, στην αξία της οποίας άλλωστε δεν είχαν καθόλου εντρυφήσει.
1. Στρατηγού Μακρυγιάννη: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Μέρμηγκα, τόμος β`, σελ. 146.
2. Καρλ Μέντελσον - Μπάρτολντυ: «Επίτομη Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις Τολίδη, σελ. 183.
3. Ν. Κασομούλη: «Ενθυμήματα Στρατιωτικά», τόμος Β`, σελ. 689.
4. Ελένη Ε. Κούκου: «Ιωάννης Καποδίστριας: ο άνθρωπος, ο διπλωμάτης 1800-1828», Αθήνα 2000, σελ. 336.
5. Τ. Βουρνάς: «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας 1821-1909», εκδόσεις Τολίδη, σελ. 211.
6. Καρλ Μέντελσον - Μπάρτολντυ, στο ίδιο, σελ. 183-184.
7. Αναλυτικά για την πολιτική βιογραφία του Καποδίστρια βλέπε: Ι. Καποδίστρια: «Απομνημονεύματα - επισκόπηση της Πολιτικής μου σταδιοδρομίας», εκδόσεις Μπάυρον και Ελ. Κούκου, στο ίδιο.
8. Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις 20ός Αιώνας, τόμος X, σελ. 592.
9. Τ. Βουρνά, στο ίδιο, σελ. 214.
10. Γ. Ζέβγου: «Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας», εκδόσεις «ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ», μέρος Α`, Αθήνα 1945, σελ. 103.
11. Γ. Φίνλεϊ: «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις ΑΤΛΑΣ, σελ. 410-411.
12. Σπ. Τρικούπη: «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», εκδόσεις Νέα Σύνορα - Α. Α. Λιβάνη, τόμος Δ`, σελ. 226.
13. Ν. Σβορώνου: «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 72.


Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ