29 Οκτ 2013

ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΙΟΣ Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ


της Αλέκας Παπαρήγα

Αγαπητές συντρόφισσες, αγαπητοί σύντροφοι,

Εκ μέρους της ΚΕ του ΚΚΕ σας απευθύνουμε θερμό συντροφικό χαιρετισμό για την ανταπόκριση και τη συμμετοχή σας στη νέα αυτή διεθνή συνάντηση των Κομμάτων μας, που φιλοξενεί το Κόμμα μας στην Αθήνα.

Η συνάντηση μας γίνεται μετά τα γεγονότα στις 11 Σεπτέμβρη 2001 στη Νέα Υόρκη και το Πεντάγωνο. Εχουμε περάσει ήδη σε μια νέα κρίσιμη περίοδο που το κύριο χαρακτηριστικό της είναι η απροκάλυπτη επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού όπου με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, στρέφεται ενάντια σε όλους τους λαούς και τα μαζικά τους κινήματα αντίστασης στον εφιάλτη της νέας τάξης του ιμπεριαλισμού, καθώς και ενάντια στη διεκδίκηση μιας άλλης παγκόσμιας τάξης που θα κατοχυρώνει την ειρήνη, θα αντιμετωπίζει ισότιμα τους λαούς, θα σέβεται τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και θα κατοχυρώνει τις δημοκρατικές ελευθερίες και κατακτήσεις τους.

Η συνάντηση μας έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά σημαντικές κατά τη γνώμη μας συναντήσεις και κινητοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν αυτό το διάστημα, όπως: Η συνάντηση των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων των χωρών της Νότιας και Ανατολικής Μεσογείου, της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου που φιλοξένησε το ΚΚΕ, οι συναντήσεις των κομμουνιστικών κομμάτων των αραβικών χωρών. Η συνάντηση Κομμουνιστικών κομμάτων που έγινε στο Μοντεβίδεο που ήταν μια πρώτη πολύ θετική προσπάθεια να αντιμετωπιστούν από κοινού ζητήματα που είχαν να κάνουν με το Φόρουμ του Σάο Πάολο και του Πόρτο Αλέγκρε, η συνάντηση του Φόρουμ του Σάο Πάολο στην Κούβα. Η συνάντηση για την πάλη του λαού της Κολομβίας στην πόλη του Μεξικού. Η συνάντηση αλληλεγγύης στην πάλη του παλαιστινιακού λαού που φιλοξένησε το ΑΚΕΛ. Οι μαζικές κινητοποιήσεις που έγιναν ενάντια στην πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε όλες τις ηπείρους, οι κινητοποιήσεις κατά των συνόδων του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, του ΠΟΕ και οι μεγάλες κινητοποιήσεις που έγιναν και γίνονται από τους εργαζόμενους στην Ευρώπη ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ενωση του κεφαλαίου, της στρατοκρατίας, της Σέγκεν και των δυνάμεων καταστολής. Οι μεγάλες μαχητικές συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις που έγιναν την 1η Μάη με συνθήματα κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, κατά της επίθεσης του κεφαλαίου στα εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις, διεκδίκησης ενός κόσμου ειρηνικού, με κοινωνική δικαιοσύνη.

Κατά τη γνώμη μας, οι συναντήσεις και οι κινητοποιήσεις που αναπτύσσονται δημιουργούν την ανάγκη μιας ακόμα πιο διεξοδικής συζήτησης ανάμεσα στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα των ζητημάτων που αντιμετωπίζουμε και αναζήτησης ενός όσο γίνεται κοινού πλαισίου αναφορών που θα σηματοδοτούν την στάση μας απέναντι τόσο στα παλιά όσο και στα νέα προβλήματα που προέκυψαν μετά τις 11 Σεπτέμβρη 2001.

Επιγραμματικά στεκόμαστε σε ορισμένα χαρακτηριστικά της σημερινής περιόδου.


ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ

Στις ΗΠΑ η κυβέρνηση Μπους έχει προχωρήσει σε εξαιρετικά μέτρα καταπάτησης και των πιο στοιχειωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Στο όνομα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας με το λεγόμενο «πατριωτικό νόμο» επιτρέπεται τώρα στις αρχές να συλλαμβάνουν υπόπτους και να τους κρατούν για αόριστο χρονικό διάστημα χωρίς επικοινωνία με δικηγόρους, να τους εκτοπίζουν ή να τους φυλακίζουν σε κελιά απομόνωσης, να παρακολουθούν την αλληλογραφία τους, τις συνδιαλέξεις τους και την επικοινωνία που μπορεί να έχουν μέσω του Διαδικτύου και να πραγματοποιούν έρευνες στα σπίτια τους χωρίς προηγούμενη δικαστική άδεια. Σήμερα πάνω από 1.400 άτομα υπολογίζεται ότι βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση. Επιτρέπεται τώρα επίσημα στη CIA να δολοφονεί ξένους ηγέτες ή άτομα που κρίνονται επικίνδυνα για τα συμφέροντα των ΗΠΑ.

Αντίστοιχα μέτρα περιστολής των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών πάρθηκαν και στην ΕΕ με το συντονισμό των αστυνομικών και δικαστικών αρχών, την καθιέρωση του ενιαίου εντάλματος έκδοσης για όλες τις χώρες της ΕΕ, τη συνεργασία των υπηρεσιών ασφαλείας και των δικαστικών αρχών μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ με την έκδοση υπόπτων στις ΗΠΑ, την ενίσχυση των μέτρων καταστολής και παρακολούθησης των «υπόπτων» σε όλες τις χώρες μέλη της ΕΕ, καθώς και στη δημιουργία του στρατού της ΕΕ ως μιας δύναμης ταχείας επέμβασης στην υπηρεσία των συμφερόντων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου.

Στα Αραβικά Κράτη: Στην ίδια κατεύθυνση της έντασης των μέτρων καταστολής κινήθηκαν και οι κυβερνήσεις σε αραβικές χώρες όπου υπόγραψαν μια σύμβαση για την καταστολή της τρομοκρατίας ανάμεσα τους (Arab Convention for the Suppression of Terrorism).

Στην Ινδία επίσης η κυβέρνηση Βατσπαγί προχώρησε στη θέσπιση της λεγόμενης «Διάταξης για την αποτροπή της τρομοκρατίας» (POTO The Prevention of Terrorism Ordinance).

Ανάλογα μέτρα καθιερώνονται και στη Ρωσική Ομοσπονδία και τώρα τελευταία με πρόσχημα όχι μόνο την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, αλλά και του «εξτρεμισμού». Ιδια μέτρα παίρνονται στις περισσότερες χώρες.


ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΕΙΛΗ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΥΡΗΝΙΚΩΝ ΟΠΛΩΝ ΠΑΝΤΟΥ

Η πρώτη επέμβαση, μετά τις 11/9, του αμερικανικού ιμπεριαλισμού πραγματοποιήθηκε στις 7.10.2001 με τη βοήθεια της Βρετανίας, ενάντια στο λαό του Αφγανιστάν. Ο Πρόεδρος Μπους κατονόμασε τις χώρες που αποτελούν τον λεγόμενο «Αξονα του κακού» και βρίσκονται στον άμεσο στόχο του, ενώ με το νέο πυρηνικό δόγμα που εξάγγειλε οι πύραυλοι στοχεύουν και χώρες όπως η Ρωσία και η ΛΔ της Κίνας, ενώ πυρηνικό πλήγμα μπορεί να δεχθούν και χώρες που δε διαθέτουν πυρηνικά όπλα αλλά προκαλούν τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως το Ιράκ ή το Ιράν ακόμα και η Κούβα. Στη σύνοδο των Υπουργών Αμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες ο Ράμσφελντ δήλωσε ότι δεν αποτελούν προϋπόθεση οι πλήρεις και απόλυτα βεβαιωμένες αποδείξεις για να αναληφθεί στρατιωτική δράση κατά ενός κράτους που έχει χαρακτηριστεί από τις ΗΠΑ ως «ύποπτο».

Ιδιαίτερα οξυμένη παρουσιάζεται επίσης η κατάσταση στην Παλαιστίνη, όπου συνεχίζονται οι επιθέσεις του Ισραηλινού στρατού στην κατεχόμενη Δυτική Οχθη και τις αυτοδιοικούμενες Παλαιστινιακές περιοχές. Οι Ισραηλινοί έχουν κάνει πολλές συλλήψεις και ανάμεσα σε αυτές έχουν και ηγετικά στελέχη του Παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος. Οι συνθήκες κράτησής τους είναι άθλιες και υπάρχει η ανάγκη της πιο ενεργούς κινητοποίησης της κοινής γνώμης για τις συνθήκες κράτησής τους και την απελευθέρωση τους.

Οξυμένη επίσης παρουσιάζεται η κατάσταση ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν με αφορμή την περιοχή του Τζαμού και Κασμίρ σε μια περιοχή πολύ ευαίσθητη και λόγω της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στο Αφγανιστάν και που δίνει μια ακόμη αφορμή για την ενεργότερη παρέμβαση των ΗΠΑ στην περιοχή.

Επισημαίνουμε με την ευκαιρία τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών του Ισραήλ κ. Πέρες κατά την επίσκεψη του στην Ινδία, κατά του Ιράν και την πρόσκληση προς την Ινδική κυβέρνηση να συνδεθεί η Ινδία με το ΝΑΤΟ, που απηχούν όπως φαίνεται ευρύτερους σχεδιασμούς πολύ επικίνδυνους για τους λαούς και την ειρήνη στην περιοχή.

Οι ΗΠΑ ετοιμάζονται αυτό το διάστημα εντατικά για μια επέμβαση ενάντια στο Ιράκ, ενώ εντείνουν τη στρατιωτική τους παρουσία στη Γεωργία και σε άλλες χώρες της Κεντρικής Ασίας καθώς και στις Φιλιππίνες.

Οι ΗΠΑ χαιρέτησαν μαζί με την ΕΕ το αποτυχημένο πραξικόπημα κατά του Προέδρου Τσάβεζ στη Βενεζουέλα, ενισχύουν με κάθε τρόπο τις αντιδραστικές δυνάμεις στην Κολομβία και περνούν όπως φαίνεται σε μια νέα φάση εφαρμογής του «σχεδίου Κολομβία» που στόχο έχει την εξόντωση του αντάρτικου και την κατάπνιξη του απελευθερωτικού κινήματος.

ΝΑΤΟ: Διεύρυνση - Συνεργασία με Ρωσία. Η ενεργοποίηση του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ για πρώτη φορά από την ίδρυση του, σημαίνει ότι όλες οι χώρες μέλη του βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση με έναν αντίπαλο που προσδιορίζεται με το γενικό τίτλο «τρομοκρατία» και στην αντιμετώπιση του συνεργάζεται σχεδόν το σύνολο των χωρών του κόσμου. Οι ΗΠΑ διατηρούν όμως το αποκλειστικό προνόμιο να προσδιορίζουν προς ποια χώρα θα εξαπολύσουν τις νέες φονικές επιθέσεις τους και ήδη έχουν στο στόχαστρο εκτός από τον «άξονα του κακού» και άλλες 60 χώρες.

Στο διάστημα αυτό προχώρησε και η νέα επικίνδυνη σχέση της Ρωσίας με το ΝΑΤΟ, ενώ προετοιμάζεται εντατικά η νέα διεύρυνση που θα γίνει κατά τη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Πράγα το Νοέμβρη του 2002.

Στην ουσία θα έχουμε μια νέα ίδρυση του ΝΑΤΟ στο ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα του ιμπεριαλισμού, του παγκόσμιου εκτελεστή των λαών με την επίσημη κάλυψη των κρατών μελών του και την ανοχή πολλών άλλων.

Προχωρά επίσης η συγκρότηση και λειτουργία του στρατού της ΕΕ, που θα αποτελεί το στρατιωτικό, επεμβατικό της βραχίονα για τα συμφέροντά της και ο οποίος θα έχει στενή σύνδεση και συνεργασία με το ΝΑΤΟ και τις δυνάμεις ταχείας επέμβασης.


ΕΝΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

Στις σημερινές συνθήκες έχει ενταθεί επίσης ο αντικομμουνισμός, οι διώξεις κατά κομμουνιστών και τα πολλαπλά εμπόδια στη δράση των κομμουνιστικών κομμάτων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Λιθουανία. Το ΚΚΛ παραμένει παράνομο. Εχει εκδώσει μερικά παράνομα φύλλα της εφημερίδας του «ΤΙΕΣΑ» («Αλήθεια»). Στη φυλακή βρίσκεται ο Μικόλας Μπουρακιάβιτσιους - Α΄ Γραμματέας της ΚΕ του ΚΚ Λιθουανίας, καθηγητής Πανεπιστημίου, που έχει καταδικαστεί σε 12 χρόνια, σε φυλακή καταναγκαστικών έργων με χαλκευμένες - στημένες κατηγορίες.

Στη Λετονία επίσης το ΚΚ είναι απαγορευμένο. Οι κομμουνιστές, τα πρώην μέλη του ΚΚ, αλλά και των Σοβιέτ των Εργατικών Κολεκτίβων, των οργανώσεων των βετεράνων του αντιφασιστικού αγώνα, δεν έχουν το δικαίωμα να βάλουν υποψηφιότητα για βουλευτές ή ακόμα και στα τοπικά όργανα Αυτοδιοίκησης, δεν μπορούν να εργαστούν σε κρατικά όργανα και υπηρεσίες.

Στη Σλοβακία επίσης έχουμε μια νέα νομοθεσία που ποινικοποιεί τη δράση του Κομμουνιστικού Κόμματος και απαγορεύεται κάθε αναφορά σε οτιδήποτε αναφέρεται στον κομμουνισμό, στην ιδεολογία του και την πολιτική του.

Στη Ρώσικη Ομοσπονδία υπό απαγόρευση βρίσκεται το ΚΕΚΡ-Επαναστατικό Κόμμα των Κομμουνιστών, επειδή στον τίτλο του αναγράφει τη λέξη «Επαναστατικό». Και σε άλλες χώρες παρατηρούνται ανάλογα φαινόμενα όπου ΚΚ βρίσκονται στην παρανομία και οι κομμουνιστές υφίστανται διώξεις και φυλακίσεις. Η γνώμη μας είναι ότι πρέπει να αναπτύξουμε την πιο πλατιά καμπάνια ενάντια σε αυτές τις ενέργειες και να εκφράσουμε την αλληλεγγύη προς τους δοκιμαζόμενους συντρόφους μας, με τους πιο πρόσφορους τρόπους για τον καθένα μας.


ΤΑ ΠΕΡΙ ΑΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ

Πρέπει επίσης να προβληματισθούμε για την τακτική του ιμπεριαλισμού και ιδιαίτερα των αστικών κομμάτων να στήνουν νέα εμπόδια στη συνείδηση των λαών με την επίκληση του κινδύνου της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού.

Οι ακροδεξιές και ρατσιστικές αντιλήψεις δε γεννιούνται μέσα στους λαούς σαν απάντηση στις όποιες συνέπειες φέρνει το μεταναστατευτικό ρεύμα. Είναι αναπόσπαστο στοιχείο και σε μερικές περιπτώσεις τεχνητό κατασκεύασμα του ίδιου του αστικού πολιτικού συστήματος προκειμένου να περιορίσουν τον ριζοσπαστισμό και να εγκλωβίσουν λαούς σε τεχνητά διλήμματα. Η γαλλική εμπειρία διδάσκει κατά τη γνώμη μας. Το μέτωπο με τις ακροδεξιές και φασίζουσες αντιλήψεις, με τον ρατσισμό και το σωβινισμό μπορεί να το ανοίξει με αποτελεσματικότητα αποκλειστικά και μόνο το αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό κίνημα που αναπτύσσεται πάνω σε γραμμή συνεργασίας και συμπαράταξης με το εργατικό κομμουνιστικό κίνημα. Τα ΚΚ, το δημοκρατικό, αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό κίνημα και τα κινήματα κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Ορισμένα ζητήματα που μας απασχολούν:

Για τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Είναι φανερό ότι με το νομοθετικό πλαίσιο που έχει ετοιμαστεί είναι πολύ εύκολο να χαρακτηριστούν ως τρομοκράτες και τρομοκρατικές πράξεις, κάθε κίνημα αντίστασης που αγωνίζεται κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, τα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα που αγωνίζονται κατά των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων, κατά του ΝΑΤΟ. Τα κινήματα που αναπτύσσονται κατά της αντιλαϊκής και αντιδραστικής πολιτικής της ΕΕ, αλλά και κάθε κοινωνικό και εθνικό-απελευθερωτικό κίνημα.

Κατά τη γνώμη μας, πρέπει να καταπολεμήσουμε τις απόψεις που προέρχονται κύρια από τα επιτελεία προπαγάνδας των ιμπεριαλιστικών κέντρων και λένε ότι τρομοκρατικές πράξεις όπως αυτές της 11ης Σεπτέμβρη είναι μια απάντηση των φτωχών και καταπιεσμένων λαών στην ιμπεριαλιστική καταπίεση και ληστρική εκμετάλλευση του υπόλοιπου κόσμου. Τέτιες απόψεις αποτελούν την άλλη όψη των κατασταλτικών μέτρων που στρέφονται κατά των κινημάτων και των λαών που αντιστέκονται και παλεύουν την ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων. Αποτελούν μια συντονισμένη προσπάθεια συκοφάντησης των κινημάτων αυτών.

Οχι, η πάλη των λαών και των κινημάτων για κοινωνική απελευθέρωση και εθνική ανεξαρτησία δεν έχει καμιά σχέση με τρομοκρατικές μεθόδους. Σε καμιά περίπτωση δε δεχόμαστε ότι η λαϊκή πάλη είναι τρομοκρατία.

Κινητοποιήσεις και μηχανισμοί καταστολής. Στη χώρα μας, όπου αναπτύσσεται ένα πλατύ και πολύμορφο κίνημα, όπου πρωταγωνιστούν οι κομμουνιστές για να φύγει το ΝΑΤΟ από τα Βαλκάνια, να μην επεκταθεί σε νέες χώρες, για να σταματήσει κάθε συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης στους ιμπεριαλιστικούς τυχοδιωκτισμούς και την αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό, έχουν δυναμώσει και τα μέτρα καταστολής και διώξεων.

Ο αγώνας αυτός συναντά την κρατική καταστολή, την ποινικοποίηση. Δεν υπάρχει μέρα που να μη δικάζεται κάποιος αγωνιστής.

Οι μηχανισμοί καταστολής, όπως έδειξαν και τα γεγονότα μιας σειράς άλλων κινητοποιήσεων όπως στο Σιάτλ, στο Γκέτεμποργκ, στη Γένοβα, απαιτούν από εμάς ιδιαίτερη προσοχή και επαγρύπνηση στην αντιμετώπισή τους και στην αποφυγή προβοκατσιών. Η ελληνική πείρα δείχνει ότι είναι εφικτό στον αγώνα κατά της κρατικής καταστολής να διαμορφωθεί ευρύτερο λαϊκό μέτωπο.


Διεθνοποιηση της πΑληΣ

Δίνουμε μεγάλη σημασία στη διεθνοποίηση της πάλης, στη μαζική συμμετοχή και τη στήριξη κινητοποιήσεων που στρέφονται κατά της καπιταλιστικής διεθνοποίησης, της παγκοσμιοποίησης, όπως συνήθως λέγεται, με τις μεγάλες κινητοποιήσεις όπως της Γένοβας και κατά των συνόδων κορυφής της ΕΕ, όπως στη Βαρκελώνη, αυτή που πραγματοποιείται στη Σεβίλλη, αύριο στην Κοπεγχάγη και με αποκορύφωμα τις κινητοποιήσεις που ετοιμάζονται από τώρα στη χώρα μας με τη δημιουργία της κίνησης «Θεσσαλονίκη Δράση 2003» για τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ που θα γίνει τον Ιούνη του 2003 στη Θεσσαλονίκη.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι προσπάθειές μας για ανταλλαγή πείρας με τη διοργάνωση συναντήσεων ανάμεσα σε κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα. Η στήριξη και η συμβολή μας στην πραγματοποίηση συναντήσεων ανάμεσα στις αγωνιζόμενες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ώστε να ανεβεί σε ανώτερο επίπεδο ο συντονισμός, η κοινή δράση.

Εχουμε υπόψη τις προσπάθειες που γίνονται ώστε από μια σειρά συναντήσεις και κινητοποιήσεις να αποκλείονται τα κόμματα και ειδικά τα κομμουνιστικά, να επιβάλλονται όροι στους κομμουνιστές να βάλουν νερό στο κρασί τους όσον αφορά τον αγώνα κατά του καπιταλισμού. Γίνεται επίσης προσπάθεια αντικατάστασης των αναφορών στον ιμπεριαλισμό και το ιμπεριαλιστικό σύστημα με αναφορές στην «παγκοσμιοποίηση» από αταξική θεώρηση ή στο μονοπολισμό και τον ηγεμονισμό των ΗΠΑ, θέση που υποτιμά σκόπιμα ή παραγνωρίζει τη συνευθύνη των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και διακρατικών ενώσεων. Στην υιοθέτηση μιας σειράς θέσεων και διεκδικήσεων που στην ουσία προσπαθούν να δώσουν ένα «πιο ανθρώπινο πρόσωπο» στο απάνθρωπο σύστημα εκμετάλλευσης.

Για τα παραπάνω ζητήματα χρειάζεται έντονη διαφώτιση των λαών και ιδεολογικό μέτωπο, ώστε το κίνημα κατά των διεθνών καπιταλιστικών ενώσεων, κατά της νέας τάξης πραγμάτων να είναι εύστοχο και αποτελεσματικό, να μη χειραγωγείται, να είναι ανοικτό στα ταξικά κινήματα, στον αντιπολεμικό οργανωμένο αγώνα.


Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΝΤΟΝΗ ΠΑΡΑ ΠΟΤΕ

Στις σημερινές συνθήκες παραπέρα διεθνοποίησης της πάλης μας αποκτούν εκ των πραγμάτων ιδιαίτερη σημασία τα ζητήματα των συμμαχιών, του συντονισμού των δυνάμεων μας. Ηδη και από τις προηγούμενες συναντήσεις μας φαίνεται να έχει συσσωρευτεί σημαντική πείρα από την πολιτική συμμαχιών που εφαρμόζεται από τα κόμματά μας. Συμμαχίες που αφορούν τον αγώνα που κάνουν τα κόμματα στις διάφορες χώρες με αιχμή την πάλη ενάντια στα μονοπώλια και τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, την πάλη για δημοκρατικές ελευθερίες που είναι ιδιαίτερα οξυμένη σε μια σειρά από χώρες. Φυσικά, η πολιτική συμμαχιών ασκείται σε συνθήκες που είναι διαφορετικές από χώρα σε χώρα, όπως υπάρχουν και διαφορές στην κατεύθυνση προς την οποία κινούνται αυτές οι συμμαχίες, ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω τις οποίες το κάθε κόμμα δουλεύει. Από τη μέχρι τώρα πείρα μας αναδεικνύεται ότι οι συμμαχίες δεν περιορίζονται μόνο στα κόμματα, αλλά και σε μορφές συμμαχιών με κινήματα. Φαίνεται πως πολύ σημαντικές είναι οι συμμαχίες που ωθούν και συμβάλλουν στην ανάπτυξη κινημάτων, της δράσης και των αγώνων στις συγκεκριμένες χώρες που τα κόμματά μας δραστηριοποιούνται. Στο έδαφος αυτών των αγώνων θα αναδειχτεί στην πορεία και η δυνατότητα συμμαχιών και σε πολιτικό επίπεδο.

Οπως και να έχει το ζήτημα των συμμαχιών και των συνεργασιών, αρκετά κόμματα έχουν εκφράσει κατά καιρούς την ανάγκη διατήρησης της αυτοτέλειας των ΚΚ μέσα σε αυτές τις συμμαχίες και έχουν αναπτύξει μια σειρά από ανησυχίες στο κατά πόσο μέσα σε αυτές τις συμμαχίες γίνονται προσπάθειες για να διαχυθούν τα Κομμουνιστικά Κόμματα σε αυτές και να χάσουν την ταυτότητά τους. Από αυτή την άποψη πιστεύουμε ότι και σε διεθνές επίπεδο το ζήτημα μια διακριτής παρουσίας των ΚΚ είναι πολύ σημαντικό.

Η πολιτική συμμαχιών και συνεργασιών που έχει κάθε κόμμα και η ανάγκη διατήρησης της αυτοτέλειας του ρόλου τους δε βρίσκονται -κατά τη γνώμη μας- σε αντιπαράθεση, αλλά στηρίζουν η μια την άλλη. Η διακριτή παρουσία και ο συντονισμός των ΚΚ ενδυναμώνουν με τη σειρά τους τα κινήματα αυτά.

Προτάσεις για καλύτερο συντονισμό:

Το ζήτημα της διακριτής παρουσίας των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων είναι αναγκαίο να αναδειχθεί γιατί δεν είναι πάντα εύκολο από το εθνικό επίπεδο να πάμε σε παγκόσμια κοινή δράση. Τόσο σαν συντονισμός και κοινή δράση των κομμάτων μας όσο και σαν συντονισμός και κοινή δράση ευρύτερων δημοκρατικών αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών πατριωτικών δυνάμεων.

Από την πείρα που έχει συσσωρευτεί, και την πιο πρόσφατη, επισημαίνουμε τους προβληματισμούς που υπάρχουν ότι χρειάζονται συναντήσεις σε περιφερειακό επίπεδο και κατά ήπειρο, καθώς και κατά ομάδες κινημάτων. Θα μπορούσαμε να δουλέψουμε προς αυτή την κατεύθυνση πιο δραστήρια και πιο συλλογικά επεξεργαζόμενοι προτάσεις που θα έχουν ως στόχο:

α) Να επιδιώκονται συναντήσεις των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων κατά περιφέρεια όπου θα εξετάζονται πιο εξειδικευμένα ζητήματα..

β) Να επιδιώκονται συναντήσεις των κομμάτων μας μπροστά σε μεγάλα διεθνή γεγονότα, όπως αυτή που πραγματοποιήθηκε στο Μοντεβίδεο πριν από το Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε.

γ) Να επιδιώκονται ευρύτερες συναντήσεις αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δυνάμεων κατά περιφέρεια.

Στην κατεύθυνση αυτή αναδεικνύεται και η αναγκαιότητα ανάπτυξης μιας δραστήριας πολιτικής αλληλεγγύης και στήριξης των ΚΚ μεταξύ τους, αλλά και γενικότερα των λαϊκών κινημάτων. Στήριξης των πρωτοβουλιών που παίρνονται από διάφορα ΚΚ ή κινήματα, όπως για παράδειγμα αυτό που οργανώνεται από το ΚΚ Βοημίας-Μοραβίας στην Πράγα για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, άλλες πρωτοβουλίες που παίρνονται από μαζικά κινήματα, από άλλα κινήματα με τα οποία πραγματικά πρέπει να αναπτύξουμε τους δεσμούς μας, όπως είναι κινήματα σαν αυτά που διαδηλώνουν κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Υπάρχουν επίσης μια σειρά προτάσεις που γίνονται για να διευκολύνουν το συντονισμό και την κοινή δράση και που θα μπορούσαν να συζητηθούν στο δεύτερο θέμα της συνάντησης.

Εχουμε τη γνώμη πως ζητήματα όπως αυτά θα μπορούσαν να απασχολήσουν τη συνάντηση μας, αλλά και τις διμερείς επαφές μας, έτσι ώστε να εκτιμηθεί η δυνατότητα ή χρησιμότητα και τα μέσα με τα οποία μπορούν να υλοποιηθούν αυτές οι προτάσεις. Ανάλογες προτάσεις υπάρχουν και για τη δημιουργία ταμείου όπου θα μπορούσε να βοηθήσει δραστηριότητες κοινές και άλλες.

Από προηγούμενες περιφερειακές συναντήσεις υπάρχει μια θετική πείρα στην υλοποίηση μιας σειράς προτάσεων που είχαν γίνει για να βρεθούν ορισμένα εργαλεία που να βοηθάνε τη γρήγορη ενημέρωση όλων μας, που να βοηθάνε το συντονισμό μας. Γεννήθηκε εκεί η ιδέα της δημιουργίας ενός κέντρου γρήγορης ενημέρωσης. Το Κόμμα μας προσπάθησε να ανταποκριθεί και σήμερα είναι μια πραγματικότητα το SOLID-NET που, απ΄ όσο διάστημα λειτουργεί, φαίνεται πως ανταποκρίνεται στις ανάγκες που θέλαμε να ικανοποιήσουμε με τη δημιουργία του κόμβου. Το SOLID-NET μαζί με το RED-NET, τον κόμβο των συντρόφων στις ΗΠΑ, σήμερα είναι σε θέση, και τα δύο αυτά κέντρα πληροφόρησης, να ενημερώνουν για τα βασικά ντοκουμέντα των ΚΚ και τις βασικές ανησυχίες και προβληματισμούς που έχουν.

Ακόμα βρίσκεται σε λειτουργία το κέντρο ταχείας πληροφόρησης όπου διακινούνται καθημερινά μια σειρά από ανακοινώσεις, καταγγελίες, εκκλήσεις αλληλεγγύης και εκτιμήσεις κομμάτων για συλλήψεις ή άλλα προβλήματα μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μόλις φτάσουν στο SOLID-NET και στέλνονται σε όλα τα κόμματα που έχουν ταχυδρομική διεύθυνση, αλλά και με φαξ όπου δεν υπάρχει ηλεκτρονική δυνατότητα. Αυτό συμβάλλει στην πιο γρήγορη ενημέρωση και βοηθά και στα ανακλαστικά αν θέλετε των ΚΚ, να αντιδρούν σε αιτήματα τέτια, έκφρασης αλληλεγγύης σε κόμματα ή κινήματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Στις προσπάθειες αυτές προστέθηκε και η έκδοση του «Πληροφοριακού Δελτίου» με τα υλικά των συναντήσεων των κομμάτων μας στα αγγλικά, στα ρωσικά και στα ισπανικά και καλύπτει μια ανάγκη πληροφόρησης που προχωρεί ικανοποιητικά.

Στις σημερινές συνθήκες της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας εκτιμάμε ότι πρέπει να δυναμώσουν ακόμα περισσότερο οι προσπάθειες για κοινή αντιμετώπιση των προβλημάτων, συντονισμό και ανάπτυξη της κοινής μας δράσης.


ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΗΣ ΔΡΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Σήμερα επείγει κατά τη γνώμη μας να αναπτύξουμε πιο συντονισμένα τις παρεμβάσεις σε μια σειρά ζητήματα όπως:

Στην καταδίκη των ιμπεριαλιστικών πολέμων και επεμβάσεων που γίνονται με το πρόσχημα της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Στην αποκάλυψη και αντιμετώπιση της κρατικής τρομοκρατίας και των νόμων καταστολής που ασκούνται στην ουσία ενάντια στους λαούς και τα κινήματα που αντιστέκονται και αντιπαλεύουν τη νέα τάξη πραγμάτων.

Στην υποστήριξη ιδιαίτερα του αγώνα που γίνεται για τα βασικά δημοκρατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες σε μια σειρά χώρες όπου η κατάσταση είναι ιδιαίτερα οξυμένη.

Στο δυνάμωμα της πάλης μας κατά της καθιέρωσης ενός νέου διεθνούς δικαίου που αντανακλά το δίκαιο του ισχυρότερου.

Στην υπεράσπιση της αρχής της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις ανεξάρτητων κυρίαρχων κρατών και στην αρχή του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας των κρατών.

Στην υπεράσπιση του δικαιώματος των λαών να επιλέγουν κυρίαρχα τον δικό τους δρόμο διακυβέρνησης και ανάπτυξης και να καθορίζουν το μέλλον τους.

Να δυναμώσουμε την αντίθεση μας στο ΝΑΤΟ και στις συνέπειες της επιθετικής του πολιτικής στην περιοχή καθώς και σε κάθε προσπάθεια διεύρυνσής του προς Ανατολάς ή προς Νότο (Μεσόγειος).

Να αντιταχθούμε στη δημιουργία των δυνάμεων ταχείας επέμβασης και στη δημιουργία του ξεχωριστού στρατού της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Να αντιταχθούμε στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Αμερικής (FTAA-ALCA), στο σχέδιο Κολομβία, στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και της ΕΕ για την καθυπόταξη των οικονομιών των Αραβικών χωρών (Μάγκρεμπ-Μάσρεκ).

Να αναλάβουμε δραστήριες πρωτοβουλίες για το συντονισμό της δράσης μας, απομυθοποιώντας την «παγκοσμιοποίηση» παίρνοντας υπόψη και τα νέα κινήματα που αναπτύσσονται κατά της πολιτικής των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων. Να εντείνουμε την πάλη μας και το συντονισμό μας κατά της πολιτικής και των αποφάσεων, της G.-8, του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας που εκφράζουν την κυριαρχία των ιμπεριαλιστών και του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που στρέφονται κατά των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και κατά χωρών και λαών που αντιστέκονται στα σχέδια τους.

Να αναπτύξουμε ένα πλατύ κίνημα υπεράσπισης των κατακτήσεων των εργαζόμενων, του δικαιώματος της υγείας και ασφάλισης για όλους, την αντιμετώπιση των ελαστικών μορφών εργασίας και της ανεργίας. Να αναπτύξουμε το συντονισμό και τη συνεργασία με τις ταξικές οργανώσεις των εργαζομένων που αντιστέκονται και παλεύουν την επίθεση του κεφαλαίου.

Μεγάλες είναι οι δυνατότητες να αναπτυχθεί ο συντονισμός με τις Κομμουνιστικές Νεολαίες των κομμάτων μας και με το κίνημα της νεολαίας για τις συνθήκες ζωής της, εκπαίδευσης, εξασφάλισης του μέλλοντός της, το κίνημα των γυναικών στην υπεράσπιση των κατακτήσεων τους και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων τους, στην υπεράσπιση της ειρήνης και της καταδίκης των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Το Κόμμα μας, σεβόμενο την αυτοτέλεια του κάθε κόμματος, σταθερά και με επιμονή προωθεί και στηρίζει κάθε προσπάθεια που συμβάλΛει στην ενότητα, το συντονισμό και την κοινή δράση του κομμουνιστικού κινήματος, σε κάθε πρωτοβουλία που στόχο έχει την ανάπτυξη ενός μαχητικού, πλατιού και μαζικού αντιιμπεριαλιστικού και αντιμονοπωλιακού κινήματος κατά της επιθετικότητας και της βαρβαρότητας του ιμπεριαλισμού, για την αντιμετώπιση της πολιτικής του και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ειρηνική ανάπτυξη των λαών, την κοινωνική δικαιοσύνη και το σοσιαλισμό.



Παρέμβαση του ΚΚΕ από τη ΓΓ της ΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, στη Διεθνή Συνάντηση των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων στην Αθήνα, στις 21-23 Ιούνη 2002, με θέμα: «Η διεθνής κατάσταση μετά τις 11 Σεπτέμβρη 2001».

Ό,τι πιο «αξιόπιστο» έχουν είναι η ψευτιά τους!

Ό,τι πιο «αξιόπιστο» έχουν είναι η ψευτιά τους!



Ο Νίκος Μπογιόπουλος στον eniko









Πώς λέμε «ο λόγος τους συμβόλαιο»; Ε, καμία σχέση. Θαυμάστε λοιπόν:




Αυτά, τα «μέχρις εδώ!», τα έλεγε – υποτίθεται - ο κ.Παπανδρέου στην τρόικα, τον Οκτώβρη του 2010. Ήμασταν και τότε, βλέπετε, σε φάση «σκληρής διαπραγμάτευσης»…







Για τα αποτελέσματα εκείνων των «σκληρών διαπραγματεύσεων», προφανώς δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ανασκόπηση.

Πάμε παρακάτω. Όπου στα παρακάτω περιλαμβάνεται κι αυτό:







Αυτά τα έλεγε ο κ.Σαμαράς στο «Πρώτο Θέμα», τον Μάιο του 2011.









Ήταν τότε που ο κ.Σαμαράς «δεν θα ψήφιζε» το Μνημόνιο 2 (που το ψήφισε). Που «δεν θα στήριζε» το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα (που το στήριξε). Που «δεν θα συναινούσε» σε απολύσεις (που συναίνεσε). Και που «δεν θα συμφωνούσε» σε ιδιωτικοποιήσεις (που συμφώνησε)…

Πάμε παρακάτω:

Στη λεγόμενη «προγραμματική συμφωνία» που συνυπέγραψαν η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, στη βάση της οποίας - υποτίθεται ότι - συγκροτήθηκε η συγκυβέρνησή τους μετά τις εκλογές του 2012, υπόσχονταν πολλά και διάφορα.

Έλεγαν:
«...Ο τελικός δημοσιονομικός στόχος μπορεί να επιτευχθεί χωρίς επιπλέον περικοπή μισθών και συντάξεων».

Τι έκαναν; Τέσσερις μήνες αργότερα, με το μεσοπρόθεσμο, λεηλάτησαν έτι περαιτέρω ό,τι είχε απομείνει να θυμίζει - ως ανάμνηση - τους μισθούς και τις συντάξεις.
«Η συλλογική αυτονομία και η ισχύς των συλλογικών συμβάσεων εργασίας επανέρχεται...».

Τι έκαναν; Τέσσερις μήνες μετά, «απελευθέρωσαν» τις απολύσεις, γύρισαν το ωράριο εργασίας στην προ της εξέγερσης του Σικάγου εποχή και κατάργησαν την καθολικότητα της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
«Αποκατάσταση αδικιών (χαμηλοσυνταξιούχοι, πολυτεκνικά επιδόματα κ.λπ.) με άμεσα δημοσιονομικά ισοδύναμα».

Τι έκαναν; Τέσσερις μήνες μετά, κατάργησαν δώρα και ΕΚΑΣ από χαμηλοσυνταξιούχους και έφτασαν να αποτιμούν το επίδομα παιδιού στα 13,3 ευρώ το μήνα!
«Όχι απολύσεις στο Δημόσιο».

Τι έκαναν; Οι «διαπραγματεύσεις» τους με την τρόικα κατέληξαν στις απολύσεις χιλιάδων υπαλλήλων.
«Για όλους καθολική υγειονομική προστασία χωρίς προϋποθέσεις (ένσημα, χρόνος ασφάλισης)».

Τι έκαναν; Τέσσερις μήνες μετά, μας ξεφούρνισαν για πρώτη φορά ότι ακόμα και για την είσοδο (!) στο νοσοκομείο ερχόταν νέο χαράτσι , ύψους 25 ευρώ!
«Για τα ΑΜΕΑ ενίσχυση επιδομάτων...».

Τι έκαναν; Πετσόκοψαν επιδόματα και ενισχύσεις ακόμα και από τους ανάπηρους!

Αυτά συνέβησαν στη χώρα ως απότοκο της «αξιοπιστίας» της «προγραμματικής συμφωνίας» μεταξύ των εταίρων της εσωτερικής τρόικας που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές: Κόπηκαν οι μισθοί (κι άλλο). Μειώθηκαν οι συντάξεις (κι άλλο). Κόπηκαν τα κοινωνικά επιδόματα (κι άλλο). Αυξήθηκε η ανεργία (κι άλλο). Κατακρεουργήθηκαν οι εργασιακές σχέσεις (κι άλλο). Καταληστεύτηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία (κι άλλο). Αυξήθηκαν οι φόροι (κι άλλο). Επιβλήθηκε ανομολόγητα Μνημόνιο (κι άλλο).









Μετά την ανάσα που μας έδωσε ο Στάθης, πάμε και παρακάτω – καθότι όταν μιλάμε για «αξιοπιστία» των κυβερνώντων, υπάρχει μεγάλη ουρά.

Οι διακηρύξεις που ακολουθούν ήταν οι «δεσμεύσεις» του κ. Σαμαρά, όπως διατυπώθηκαν προεκλογικά στο λεγόμενο «πρόγραμμα 18 σημείων» της ΝΔ. Απολαύστε:

«Αποκατάσταση αδικιών χαμηλοσυνταξιούχων. Πολυτεκνικά επιδόματα με άμεσα δημοσιονομικά ισοδύναμα. Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων φορολογουμένων ώστε να μην ξεπερνούν το 25% του εισοδήματός τους. Αποζημίωση φυσικών προσώπων και ασφαλιστικών ταμείων για το PSI. Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας με ρυθμό τουλάχιστον 150.000 το χρόνο από το 2013. Διατήρηση των επιπέδων των μισθών στον ιδιωτικό τομέα και επαναφορά της μετενέργειας στους 6 μήνες. Σταδιακή άνοδο του αφορολόγητου από τα 5.000, στα 8.000 και εν συνεχεία στα 12.000 ευρώ. Επαναδιαπραγμάτευση της οικονομικής πολιτικής. Παράταση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής κατά 2 τουλάχιστον χρόνια, χωρίς επιπλέον περικοπή μισθών και συντάξεων. Περικοπές δαπανών από σπατάλη και διαφθορά και όχι από μισθούς και συντάξεις».

Αυτά έλεγε ο κ.Σαμαράς. Δεν χρειάζεται κανένα απολύτως σχόλιο για το πόση σχέση έχουν με την αλήθεια αυτά που έλεγε, πριν τις εκλογές, με τα όσα έκανε και κάνει, μετά τις εκλογές.

Και τώρα ερχόμαστε στα τελευταία. Στα πολύ πρόσφατα. Στις 8/9/2013, ο κύριος πρωθυπουργός σε συνέντευξή του στο «Έθνος» ήταν κάτι παραπάνω από σαφής:

«Όχι νέα μέτρα, όχι νέα λιτότητα», είπε…







Κι αφού το είπε, ενάμιση μήνα αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 2013, ο κ.Σαμαράς προχώρησε από κοινού με τον κ.Βενιζέλο στη σύνταξη και δημοσιοποίηση της νέας «προγραμματικής συμφωνίας» της κυβέρνησης, που «δεσμεύει» τα δυο κόμματά τους, τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.



Στην συγκεκριμένη «προγραμματική συμφωνία» - δέσμευση, μεταξύ άλλων μας διαβεβαιώνουν:



Ότι «έχουμε (σσ: έχουνε…) πλήρη συναίσθηση της κατάστασης». Ότι θέλουν την «οριστική και πραγματική απαλλαγή της Πατρίδας μας από το μνημόνιο…». Και κυρίως ότι αφενός «μέτρα που περιορίζουν μισθούς και συντάξεις ούτε πρέπει ούτε μπορεί να ληφθούν» και ότι αφετέρου κινούνται «στα πλαίσια μιας συνολικής σταδιακής μείωσης των φορολογικών βαρών σε όλη την κλίμακα…».



Στο σημείο αυτό παρακαλούμε την προσοχή σας:



Η «προγραμματική συμφωνία» δημοσιοποιήθηκε, επαναλαμβάνουμε, την περασμένη Τετάρτη στις 23 Οκτώβρη. Ε, λοιπόν, την ίδια ακριβώς ημέρα – την ημέρα που στην «προγραμματική συμφωνία» τους μιλούσαν για μη λήψη νέων μέτρων και για σταδιακή μείωση των φορολογικών βαρών – δόθηκε στη δημοσιότητα το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. Τι προκύπτει; Ότι το νομοσχέδιο αυτό ξεπερνά σε φοροληστρικό κανιβαλισμό όλα τα προηγούμενα! Ότι με το νομοσχέδιο αυτό όχι μόνο μονιμοποιούν μέχρι δευτέρας παρουσίας το (δήθεν έκτακτο) χαράτσι στα ακίνητα, αλλά επιβάλουν πλέον το χαράτσι και σε σπίτια χωρίς ρεύμα! Και σε χωράφια! Και σε γιαπιά! Και σε μαντριά! Δεν αποκλείεται ακόμα και σε κοτέτσια!



Αυτό πότε το έκαναν; Την ίδια ακριβώς μέρα που υποσχέθηκαν τη «μείωση των φορολογικών βαρών»!



Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, επομένως, ότι σε κάθε τους βήμα τιμούν με τρόπο απόλυτο και καθαρό την έννοια της «αξιοπιστίας» στην πολιτική. Μόνο που γι΄ αυτούς, το πιο αξιόπιστο και το πιο αληθινό που σχετίζεται με την πολιτική τους και με τις δεσμεύσεις της, είναι η ψευτιά της.

Πύργος: Συνέλαβαν μέλη της ΚΝΕ γιατί προπαγάνδιζαν το σύγχρονο «ΟΧΙ»

Πύργος: Συνέλαβαν μέλη της ΚΝΕ γιατί προπαγάνδιζαν το σύγχρονο «ΟΧΙ»
Posted by marasagis

Το πρωί της Δευτέρας πέντε μέλη της ΚΝΕ στην Ηλεία, συνελήφθησαν και προσήχθησαν στην Ασφάλεια Πύργου, για… «ρύπανση του περιβάλλοντος» επειδή προπαγάνδιζαν με υλικό του ΚΚΕ και της ΚΝΕ το σύγχρονο μήνυμα που έχει το «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού.

Την προκλητική ενέργεια της Αστυνομίας καταγγέλλουν η Τομεακή Επιτροπή Ηλείας του ΚΚΕ και το Τομεακό Συμβούλιο Ηλείας της ΚΝΕ. «Όσο και να πασχίζουν το ΚΚΕ και την ΚΝΕ δεν μπορούν να τους φοβερίσουν», αναφέρεται στη καταγγελία. «Με το δόγμα “νόμος και τάξη” τα αφεντικά και οι μηχανισμοί τους, τα τσιράκια τους, όσοι προσπαθούν να εμποδίσουν την παρέμβαση του ΚΚΕ και της ΚΝΕ, θα πάρουν την απάντησή τους. Η υποταγή στην αντεργατική και αντιλαϊκή βαρβαρότητα, η μοιρολατρική αποδοχή των κυβερνητικών μέτρων που σφαγιάζουν στην κυριολεξία τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, δεν θα περάσει. Το ΚΚΕ και η ΚΝΕ καλεί κάθε νέο εργάτη, άνεργο, μαθητή, σπουδαστή που τσακίζεται από αυτήν την πολιτική, να καταδικάσει τα φαινόμενα αστυνομικής βίας και καταστολής και να ριχτεί στον αγώνα για την ανατροπή αυτής της εξουσίας, που πλέον μόνο με το βούρδουλα και την τρομοκρατία μπορεί να σταθεί» καταλήγει η καταγγελία του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.

Ανάλογες αναίτιες και προκλητικές συλλήψεις μελών της ΚΝΕ έγιναν και στη Κόρινθο.

902

ΓΙΑ ΤΟ «ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ»

ΓΙΑ ΤΟ «ΚΙΝΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ»



Τα τελευταία χρόνια το λεγόμενο -δόκιμα ή μη- «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» έχει κερδίσει αρκετό χώρο στο φως της δημοσιότητας, περιβάλλεται με αρκετή και αυξανόμενη πολιτική σημασία. Στις έντονες συζητήσεις για το χαρακτήρα και τις προοπτικές του, στην οξυνόμενη ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση στις γραμμές του αντικατοπτρίζονται διαφορετικές στρατηγικές αντιλήψεις για το χαρακτήρα της εποχής που ζούμε, το σύστημα των αντιθέσεων που κινεί την κοινωνική εξέλιξη, το ρόλο και τις σχέσεις των τάξεων και στρωμάτων, την κατεύθυνση της πάλης και την προοπτική.

Είναι μια διαπάλη που όμως δε γίνεται μόνο μεταξύ συναγωνιστών για την προοπτική ενός κοινού αγώνα, αλλά και μια αντιπαράθεση αντιτιθέμενων πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων που εκφράζουν ριζικά συγκρουόμενα ταξικά συμφέροντα. Δεν είμαστε «όλοι μια οικογένεια», λοιπόν. Η πάλη των τάξεων είναι εδώ, όπως και το καθήκον των κομμουνιστών, της οργανωμένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης να δώσει με επιτυχία τη μάχη στο επίπεδο της ιδεολογίας, όρος αναγκαίος και για την αντίσταση σήμερα, αλλά πολύ περισσότερο για το άνοιγμα της προοπτικής. Ορισμένες μόνο από τις πλευρές αυτής της διαπάλης φιλοδοξεί να ανοίξει το παρόν άρθρο.


ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗΣ

Βασιλεύει μια ορισμένη αυθαιρεσία, είναι αλήθεια, στη φιλολογία γύρω από αυτό το «κίνημα» και στις ερμηνείες που δίνονται σχετικά με τις ρίζες του, το περιεχόμενό του, τις ίδιες τις κινητοποιήσεις που εντάσσουν σε αυτό.

Eνα στοιχείο που χαρακτηρίζει τις τάσεις λαϊκής αφύπνισης τα τελευταία χρόνια είναι το δυνάμωμα των αγώνων σε όλο τον κόσμο ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τους οργανισμούς δια μέσου των οποίων επιβάλλει και δυναμώνει την κυριαρχία του και την εκμετάλλευση: το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, το ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα.

Οι λαϊκοί αγώνες και η αντίσταση αυξήθηκαν σε μια σειρά χώρες, και στη δική μας. Οι κινητοποιήσεις ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο Αφγανιστάν πολλαπλασιάστηκαν όπως πολλαπλασιάζεται και η αντίθεση στα σχέδια επίθεσης και επέμβασης στο Ιράκ και σε άλλες χώρες τις οποίες οι ΗΠΑ συμπεριλαμβάνουν στον «άξονα του κακού». Οι διαδηλώσεις αλληλεγγύης με το δίκαιο αγώνα των Παλαιστινίων δυνάμωσαν και επεκτάθηκαν σε όλο τον κόσμο. Τα αντι-ΝΑΤΟϊκά κινήματα δυνάμωσαν επίσης.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση των μονοδρόμων του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ, το σύνθημα «ενάντια στην Ευρώπη του κεφαλαίου και του πολέμου» προέκυψε ως το κύριο σύνθημα σε όλες τις μεγάλες κινητοποιήσεις κατά τις συνόδους κορυφής της ΕΕ, ακόμη και εκεί που δεν υπήρχαν δυνατές παραδόσεις αντι-ΕΕ αγώνων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός πως, ιδιαίτερα αυτές οι κινητοποιήσεις στις συνόδους κορυφής της ΕΕ λαμβάνουν όλο και δυνατότερα αντι-ΕΕ και αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, ξεπερνώντας και αμφισβητώντας τα συνθήματα και τις πολιτικές που έχουν προωθήσει τόσο οι κεντροαριστερές όσο και οι κεντροδεξιές κυβερνήσεις και συνασπισμοί από την Συνθήκη του Μάαστριχτ και τη σύνοδο του ΝΑΤΟ το 1999. Σημάδια των καιρών που και ο αντίπαλος παίρνει υπόψη: με δυνάμωμα της καταστολής, ιδιαίτερα μετά το Γκέτεμποργκ, ακόμα και με αναστολές της ίδιας αυτής αντιδραστικής συνθήκης του Σέγκεν όταν και τα ελάχιστα όρια αστικής νομιμότητας που αφήνει αποτελούν κίνδυνο.

Αυτή η αμφισβήτηση, ο ριζοσπαστισμός και οι αγώνες τροφοδοτήθηκαν από διαφορετικές πηγές: από τους αγώνες της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος, από τα βήματα ανάκαμψης των αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων και τα ξεσπάσματα των κινημάτων για την εθνική απελευθέρωση, από την πάλη των λαών που βρίσκονται ευθέως αντιμέτωποι με την ιμπεριαλιστική επέμβαση.

Την ίδια περίοδο, η ένταση των συνεπειών της κρίσης πάνω σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, και σε συνθήκες που το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα δεν έχει ακόμη ανακάμψει από την υποχώρηση που σημειώθηκε μετά το κύμα της αντεπανάστασης στα τέλη του 20ου αιώνα, έβαλε σε κίνηση τμήματα των μεσαίων στρωμάτων, της διανόησης και της νεολαίας, που τροφοδότησαν κινητοποιήσεις οι οποίες αν και αρχικά στόχευαν σε μερικές πλευρές και συνέπειες της κρίσης, ωστόσο στο σύνολό τους ενίσχυσαν τις τάσεις αμφισβήτησης των ιμπεριαλιστικών οργανισμών και την πάλη των λαών.

Σε κάθε περίπτωση οι κινητοποιήσεις αυτές έδειξαν πως η σημερινή τάξη πραγμάτων δεν αποτελεί ένα «μονόδρομο» όπως υποστηριζόταν εξίσου από σοσιαλδημοκράτες και «φιλελεύθερους». Αντιθέτως αποδείχθηκε πως οι κομμουνιστές είχαν δίκιο να λένε πως η ιστορία δε σταματά στην εκμεταλλευτική κοινωνία και πως η κοινωνική βάση στήριξης του καπιταλισμού αντικειμενικά στενεύει.


ΣΙΑΤΛ 1999: Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Μια λεπτομέρεια σημαντική, και ωστόσο επιμελώς συσκοτισμένη, αποτελεί η ίδια η αφετηρία των κινητοποιήσεων που ονομάστηκαν κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. «Ξεχνιέται» πως ξεπήδησε από τη μήτρα των διεργασιών στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Εκφρασε, στη γέννησή του, τα βήματα μα και τα όρια αυτών των βημάτων που είχε σημειώσει το εργατικό κίνημα. Υπέδειξε έτσι, και με τη γέννησή του, και με πορεία του με όλα τα θετικά και αρνητικά που τη συνοδεύουν το που τοποθετείται το κύριο πρόβλημα και το κύριο καθήκον σήμερα: στην ανάπτυξη του ταξικού εργατικού κινήματος.

Το σημείο εκκίνησης αναμφίβολα ήταν η μεγάλη κινητοποίηση στο Σιάτλ το Δεκέμβρη του 1999 ενάντια στον ΠΟΕ. Αποτέλεσμα και καρπός μιας σειράς διεργασιών που πραγματοποιούνταν εκείνη την περίοδο στο εσωτερικό της AFL-CIO (της Ομοσπονδίας των Συνδικάτων των ΗΠΑ), οι οποίες έστω και αν δε σηματοδότησαν κάποια ριζική στροφή σε σχέση με τους προσανατολισμούς της, ωστόσο απελευθέρωσαν σημαντικές δυνάμεις που εκφράστηκαν στους δρόμους του Σιάτλ. Μιλάμε για την απαλοιφή των αντικομμουνιστικών διατάξεων από το καταστατικό της, την αναθεώρηση της στάσης της απέναντι στους μετανάστες και η στροφή στην ανοικοδόμηση και ενιαιοποίηση των συνδικάτων στους τόπους δουλιάς. Ισως ακόμα το πιο σημαντικό γεγονός εκείνες τις μέρες δεν ήταν το Σιάτλ αυτό καθαυτό, μα η μεγάλη απεργία των λιμενεργατών σε όλα τα λιμάνια της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ. Καθόλου τυχαίο λοιπόν, που ο απόηχος του Σιάτλ αποτυπώθηκε στο σλόγκαν που κυκλοφόρησε πλατιά εκείνη την περίοδο: «Το εργατικό κίνημα επέστρεψε στο κίνημα»!

Από εκείνη τη στιγμή, αλλά και σε όλη την εξέλιξη των επόμενων κινητοποιήσεων, ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην επιτυχία ή όχι, στην καταγραφή τους ως γεγονός ή όχι, ήταν η παρουσία του εργατικού κινήματος και μάλιστα ως έκφραση των διεργασιών στη συνείδηση της εργατικής τάξης. Το Σιάτλ δε θα ’ταν δυνατό δίχως αυτό. Στη Γένοβα επίσης εκφράστηκε αυτό το στοιχείο με τη μαζική συμμετοχή των μεταλλεργατών και της COBAS[1], και μάλιστα δίχως τη συμμετοχή και σε αντίθεση με τη CGIL[2] που ακολουθούσε τη γραμμή της ταξικής συναίνεσης και συνεργασίας.


Η ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ

Οπως ήταν φυσικό, από την πρώτη κιόλας κινητοποίηση, ξέσπασε -είτε ανοικτά είτε συγκαλυμμένα- μια σκληρή διαπάλη για τον προσανατολισμό, τους στόχους, τα αιτήματα. Ηδη στη δεύτερη κινητοποίηση, την άνοιξη του 2000, διάφορες δυνάμεις προσπάθησαν να μεταθέσουν το επίκεντρο από το ΔΝΤ, τον ΠΟΕ, τις πολιτικές που προωθούν, στην συμμετοχή της Κίνας στον ΠΟΕ. Στις 8 Απρίλη 2000, στην εφημερίδα του ΚΚ ΗΠΑ δημοσιεύεται άρθρο του Σκοτ Μάρσαλ, μέλος της Εθνικής Διεύθυνσης του ΚΚ ΗΠΑ, με τίτλο «Δεν είναι η Κίνα το πρόβλημα, αλλά ο παγκόσμιος καπιταλισμός».

Τι ξεχωρίζει; Η πείρα έδειξε ότι καταγράφηκαν ως γεγονότα και απέκτησαν δυναμική εκείνες οι κινητοποιήσεις που είχαν πιο διακριτούς στόχους και προσανατολισμό. Ούτε η Ουάσιγκτον, ούτε το Κεμπέκ, ούτε το Σίδνεϋ, καταγράφηκαν με τη βαρύτητα του Σιάτλ, της Πράγας, του Γκέτεμποργκ, της Γένοβας. Η διαπάλη για τον προσανατολισμό λοιπόν, δεν αφορά μόνο το θέμα της προοπτικής αλλά ακόμα και τη δυναμική της αντίστασης.

Το 2000-2001 προβάλλει πιο καθαρά το πρόβλημα αυτό. Στην Πράγα το Σεπτέμβρη του 2000 έρχονται στην επιφάνεια δύο νέα σημεία: Από τη μία μια προσπάθεια διακριτής εμφάνισης και συντονισμού των Κομμουνιστικών Κομμάτων, μετά από την πρωτοβουλία του ΚΚ Βοημίας-Μοραβίας που διοργανώνει ξεχωριστή συγκέντρωση, από την άλλη για πρώτη φορά εμφανίζεται παράλληλα στις εκδηλώσεις και τις διαδηλώσεις ένα «φόρουμ συζήτησης» μεταξύ εκπροσώπων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και του ΔΝΤ ύστερα από πρωτοβουλία του Χάβελ. Ορισμένοι αναλυτές μιλάνε για την «ίδρυση μιας νέας διεθνούς», και συμπληρώνουν άλλοι «ναι, μιας διεθνούς των πολιτών».

Η πίεση δυναμώνει στο να περάσουν τα κινήματα από την αντίθεση στην πολιτική που εφαρμόζεται και τους οργανισμούς μέσω των οποίων επιβάλλει ο ιμπεριαλισμός την κυριαρχία του, στην διατύπωση «εναλλακτικών λύσεων», στα πλαίσια όμως του συστήματος. Είναι πράγματι πολύ «βολικό» για παράδειγμα να ζητάς «μια άλλη Ευρώπη» χωρίς να ξεκαθαρίζεις τη θέση σου για αυτή την ΕΕ του μονοπωλιακού κεφαλαίου και του πολέμου που υπάρχει, όταν η ρήξη με αυτήν αποτελεί την ελάχιστη προϋπόθεση για οποιαδήποτε σκέψη για «μια άλλη Ευρώπη». Ωστόσο η οικονομική κρίση έχει τη δική της δυναμική. Παράλληλα με αυτές τις πιέσεις για ενσωμάτωση, ξεπηδούν και νέες ριζοσπαστικές δυνάμεις, ενισχύεται και η αντίθετη τάση. Είναι φανερό ότι δύο τόσο αντιθετικές κατευθύνσεις δε θα μπορεί να συνυπάρξουν για πολύ.

Η αντίθεση αυτή εκφράζεται ανάγλυφα και στο Πρώτο (Γενάρης 2001) και στο Δεύτερο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (Γενάρης 2002) στο Πόρτο Αλέγκρε. Από τη μια, μια σειρά κινήματα και δυνάμεις προσβλέπουν σ’ αυτό σημείο επαφής και συντονισμού και από την άλλη η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία μια ευκαιρία χειραγώγησης των κινημάτων και επέμβασης στα πολιτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο «πνευματικός πατέρας» της ιδέας του ΠΚΦ, ο Oded Grazeu προέρχεται από τους επιχειρηματικούς κύκλους του Πόρτο Αλέγκρε. Η διαπάλη αυτή μετά τις 11 του Σεπτέμβρη αποκτά νέα σημασία και χαρακτηριστικά.


Η ΟΞΥΝΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από το βάθεμα της καπιταλιστικής κρίσης, την όξυνση των ανταγωνισμών μεταξύ των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και την ένταση της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού, ο οποίος με την πρόφαση της καταπολέμησης της τρομοκρατίας στρέφεται ενάντια σε όλους τους λαούς και τα κινήματά τους που αντιστέκονται στην ιμπεριαλιστική νέα τάξη.

Βασικά στοιχεία της νέας κατάστασης είναι η παραβίαση των θεμελιακών ελευθεριών και δικαιωμάτων, η κλιμάκωση των στρατιωτικών επεμβάσεων και η απειλή για χρήση πυρηνικών όπλων, η ένταση του αντικομμουνισμού. Αξίζει να σημειώσουμε πως μόνο στην Ευρώπη η χρήση του ονόματος «Κομμουνιστικό Κόμμα» εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη, στην Ουγγαρία, την Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, βρίσκεται υπό διωγμό στην Τουρκία ενώ απόπειρες στην ίδια κατεύθυνση σημειώθηκαν πρόσφατα στη Ρωσία και τη Σλοβακία. Ολοι οι λαοί και τα κινήματά τους απειλούνται από την επιβολή της παγκόσμιας κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου, με τις ΗΠΑ επικεφαλής, και από την ενεργοποίηση του Ευρωστρατού και του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Ολόκληρη η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, που απειλεί την ειρήνη, την ασφάλεια και τη σταθερότητα σε πολλές περιοχές του πλανήτη.

Η ένταση αυτή της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας δε περιορίζεται μονάχα στις διεθνείς σχέσεις και το στρατιωτικό τομέα, αλλά αγκαλιάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Στρέφεται ενάντια στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργατών. Επηρεάζει τα πολιτικά συστήματα, τον πολιτισμό, τον ελεύθερο χρόνο, με ακόμα πιο αντιδραστικά πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά.

Η τρέχουσα κρίση θα δυναμώσει και θα βαθύνει στην πορεία. Περιέχει μια δυναμική που θα μπορούσε να ριζοσπαστικοποιήσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Ωστόσο, για να εκφραστεί αυτό πολιτικά απαιτείται κάτι περισσότερο από την οργάνωση αγώνων γύρω από τα διάφορα προβλήματα. Είναι επιτακτικό παράλληλα να αναπτύσσεται η πολιτική ταξική συνείδηση. Αυτό το θέμα αποτελεί ένα από τα πιο κεντρικά θέματα για το κομμουνιστικό κίνημα.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση στα λαϊκά κινήματα, και στο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» οξύνεται. Οι κυρίαρχες τάξεις και οι υποστηρικτές τους, ιδιαίτερα η σοσιαλδημοκρατία, προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν και να ενσωματώσουν τη δυσαρέσκεια και τους αγώνες, να τους εκτονώσουν σε μια φτηνή και θολή διαμαρτυρία δίχως περιεχόμενο και στόχους.

Δύο διακριτές γραμμές γίνονται όλο και πιο φανερές μέσα σε αυτούς τους αγώνες και διαδικασίες. Μία που τείνει να ενισχύσει τα αντικαπιταλιστικά στοιχεία, και που θεωρεί ότι η διέξοδος από την καπιταλιστική βαρβαρότητα και εκμετάλλευση βρίσκεται στην ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής πάλης, στην κατεύθυνση προς το σοσιαλισμό, και η άλλη που απλώς θέλει να αντιμετωπιστούν και να στρογγυλευτούν οι πιο ακραίες επιπτώσεις της καπιταλιστικής κρίσης στο πλαίσιο αυτού του κοινωνικού συστήματος.

Η δεύτερη γραμμή προωθείται ανοικτά από τη σοσιαλδημοκρατία και είναι πιο φανερή στα διάφορα «Φόρουμ» παρά στους ίδιους τους αγώνες. Προσπαθεί να αντικαταστήσει το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα με τη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών» ή με ΜΚΟ, μάλιστα ορισμένες από αυτές είναι υπό την επιρροή διαφόρων κέντρων του ιμπεριαλισμού. Είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ο ιμπεριαλισμός «έστησε» και χρησιμοποίησε τέτιες οργανώσεις με στόχο να ελέγξει και να διαμορφώσει το πολιτικό σύστημα στις χώρες των Βαλκανίων στο πλαίσιο του «Συμφώνου Σταθερότητας», όπως χαρακτηριστικές είναι και οι αναφορές στα ντοκουμέντα του ΝΑΤΟ για το ρόλο της «κοινωνίας των πολιτών» σε όλες τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες.

Αυτή η προσπάθεια ήταν επίσης ορατή σε κάποιες ιδέες που εκφράστηκαν στο Πόρτο Αλέγκρε, προσβλέποντας με αυτή τη διαδικασία τη δημιουργία ενός «νέου» «κοινωνικού εταίρου» που θα συνδιαλέγεται με τους θεσμούς του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου. Μερικά από τα βασικά στοιχεία αυτής της ιδεολογικής αντιπαράθεσης:



Η εναλλακτική λύση

Υπάρχει σημαντική προσπάθεια να αντικατασταθούν οι αναφορές στον ιμπεριαλισμό και στο ιμπεριαλιστικό σύστημα με αναφορές στην «παγκοσμιοποίηση» και τον «νεοφιλελευθερισμό» βασισμένες σε μια αταξική θεώρηση, όπως και αναφορές στο μονοπώλιο και την ηγεμονία των ΗΠΑ με ένα τρόπο που δεν αναγνωρίζει την ευθύνη και το ρόλο των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και διεθνικών οργανισμών.

Αυτές οι απόπειρες συμπεριλαμβάνουν επίσης την αποδοχή μιας σειράς θέσεων και «διεκδικήσεων» οι οποίες στην πραγματικότητα προβάλλουν την ιδέα ενός πιο «ανθρώπινου πρόσωπου» για αυτό το απάνθρωπο εκμεταλλευτικό σύστημα. Αναζητούν μια «εναλλακτική λύση» μέσα στα όριά του.

Στην καλύτερη περίπτωση παρουσιάζουν την ουτοπική ιδέα της αναδιανομής πλούτου δίχως να διαταραχθεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και η εξουσία των μονοπωλίων, που συνιστούν, ιδιαίτερα στην εποχή του ιμπεριαλισμού, τα κεντρικά ζητήματα της πάλης των τάξεων.

Στην Ευρώπη, μια θετική συμβολή από δυνάμεις που συμμετέχουν στο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» είναι πιθανή υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι δυνάμεις θα συγκρούονται ή έστω θα αμφισβητούν το ΝΑΤΟ, την ΕΕ και τις πολιτικές τους, οι οποίες αποτελούν τον κινητήρα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην ήπειρό μας. Απόψεις που προβάλλουν αρκετές δυνάμεις και που περιορίζουν τον αντίπαλο αποκλειστικά στο ΔΝΤ, την Παγκόσμια Τράπεζα και τον ΠΟΕ, αφήνοντας απέξω την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, όχι μόνο είναι ακίνδυνες για το σύστημα, αλλά στην πράξη συνιστούν στήριξη του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου στον ανταγωνισμό του ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ και υποταγή των λαϊκών κινημάτων στα ιδιαίτερα συμφέροντα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

Η συστηματική κριτική των διαφόρων μορφών διαχείρισης που προτείνονται ως δήθεν εναλλακτικές προτάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης, της ανεργίας ακόμα και του πολέμου, λ.χ. απόψεις δανεισμένες από την περίοδο των Κεϊνσιανών ρυθμίσεων, είναι απαραίτητη προκειμένου να προβάλλουμε τη ρεαλιστική προοπτική και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού στις σύγχρονες συνθήκες.



Κοινωνικά κινήματα, κόμματα και το ζήτημα της εξουσίας

Δυναμώνουν οι απόπειρες να αποκλειστούν κόμματα και ιδιαίτερα ΚΚ από ορισμένες συναντήσεις και κινητοποιήσεις, όπως και να τεθούν όροι στους κομμουνιστές να αμβλύνουν τον αγώνα τους ενάντια στον καπιταλισμό.

Υπάρχουν όμως και βαθύτερες αιτίες για το γεγονός πως ορισμένες δυνάμεις προωθούν την αντιπαράθεση του «κοινωνικού» στο «πολιτικό». Η ιδέα δεν είναι καινούργια. Εκφράστηκε από αστούς διανοούμενους κατά τις κρίσεις του 1973-‘74 και 1978-‘79. Αποσκοπεί στη συσκότιση του ζητήματος της εξουσίας και της ταξικής της φύσης, όπως και του ζητήματος της πολιτικής πάλης. Αθωώνει τις κυβερνήσεις και τη σοσιαλδημοκρατία από τις ευθύνες τους. Αμφισβητεί την αξία της ταξικής πάλης. Προσπαθεί να αντικαταστήσει την ιδέα των τάξεων και του ιστορικού ρόλου της εργατικής τάξης ως το υποκείμενο της κοινωνικής εξέλιξης με την ιδέα της «κοινωνίας των πολιτών». Στοχεύει απευθείας στην μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και αναπαράγει ένα καλοστημένο αντικομμουνισμό, που ορισμένες φορές είναι ανοικτός και σχεδιασμένος. Ιδιαίτερο ρόλο εδώ παίζει η ATTAC, που σπονσοράρεται από τη Monde Diplomatique και τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας και έχει μια ιδιαίτερα επεξεργασμένη και ευέλικτη τακτική με στόχο το χτύπημα του κομμουνιστικού κινήματος και των ΚΚ. Να σημειώσουμε ότι στη Ρώσικη Ομοσπονδία το παράρτημα της ΑΤΤΑC πρωτοστάτησε στη δημιουργία του λεγόμενου «Κόμματος Εργασίας», και παίζει ρόλο στις προσπάθειες χτυπήματος των ΚΚ στη Ρωσία[3]. Προσπαθεί να υπονομεύσει την πολιτική συμμαχιών των ΚΚ.

Παράλληλα εξελίσσονται προσπάθειες να ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση δυνάμεων που συμμετέχουν σ’ αυτό με την ομογενοποίησή του και τον μετασχηματισμό του σε ένα πολιτικό-ιδεολογικό ρεύμα.

Ετσι, ορισμένες δυνάμεις, και κόμματα, βλέπουν σε αυτό το «κίνημα» τη γέννηση ενός «νέου κοινωνικού υποκειμένου» για την αλλαγή της κοινωνίας και προβάλουν την αντιδραστική ιδέα ενός «νέου πολιτικού υποκειμένου» που -κατά τη γνώμη τους- πρέπει να οικοδομηθεί βασιζόμενο σε αυτό το «κίνημα». Γι’ αυτό προσπαθούν να σπρώξουν ιδιαίτερα τις διαδικασίες του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ προς την δημιουργία κάθετων δομών και στην πολιτική ομογενοποίηση, αποκλείοντας, εκβιάζοντας και περιορίζοντας παράλληλα ριζοσπαστικές δυνάμεις που συμμετέχουν. Ετσι το Πρώτο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ συγκλήθηκε στο όνομα της αντίθεσης-αντίστασης στο νεοφιλελευθερισμό στο παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ. Το δεύτερο (2002) στο όνομα της διατύπωσης εναλλακτικών λύσεων και ενώ το τρίτο που έχουμε μπροστά μας το (2003) θα έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με ορισμένες δυνάμεις, πολιτικές στρατηγικές του «κινήματος». Ειδικά στην Ευρώπη μια σειρά δυνάμεις και κόμματα συνδέουν αυτό το «νέο πολιτικό υποκείμενο» με το -προωθούμενο από τις ίδιες δυνάμεις- «ευρωπαϊκό αριστερό κόμμα».[4]

Είναι ενδεικτική η πορεία τμημάτων του οικολογικού κινήματος της δεκαετίας του ‘80 σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που μέσα από παρόμοιες διεργασίες (βλέπε φιλολογία για «νέα κινήματα» -τώρα χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «νέες συλλογικότητες», «όχι στα κόμματα», αναζήτηση «εναλλακτικών λύσεων» στα πλαίσια του συστήματος) διαμορφώθηκαν στα περίφημα «πράσινα κόμματα» τα οποία γρήγορα μετατράπηκαν σε συμμάχους της σοσιαλδημοκρατίας και στυλοβάτες του συστήματος. Είναι γνωστό και το αποτέλεσμα που είχε για το οικολογικό κίνημα αυτή η πορεία: το οδήγησε σε εκφυλισμό και αποσύνθεση.

Είναι δυνατό σήμερα στο έδαφος των αυξανόμενων και περίπλοκων αντιθέσεων που πυροδοτεί ο ιμπεριαλισμός, να συσπειρωθούν ευρύτερα τμήματα των καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων, λαοί και κινήματα, στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Το κυριότερο: η βασική αντίθεση του καπιταλισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας οξύνεται όλο και περισσότερο. Η τάση της ταξικής πάλης κατευθύνεται όλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση της λύσης αυτής της αντίθεσης. Ο πρωτοπόρος, καθοδηγητικός ρόλος της εργατικής τάξης και του κινήματός της, των κομμάτων της εργατικής τάξης, ο ταξικός προσανατολισμός του εργατικού κινήματος αποτελούν προϋποθέσεις για την οικοδόμηση βιώσιμων συμμαχιών σε αντιιμπεριαλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση.



Η σχέση εθνικού και διεθνικού

Δίνουμε μεγάλη σημασία στη διεθνοποίηση της πάλης και στη μαζική συμμετοχή και στήριξη των κινητοποιήσεων ενάντια στην καπιταλιστική διεθνοποίηση, ή «παγκοσμιοποίηση» όπως καλείται συνήθως, όπως στη Γένοβα και τις Συνόδους της ΕΕ, στο Γκέτεμποργκ, στη Βαρκελώνη, στη Σεβίλλη, στην Κοπεγχάγη, αύριο στη Θεσσαλονίκη, όπως προετοιμάζεται από τη «Δράση-Θεσσαλονίκη 2003». Το Κόμμα μας συμμετείχε ενεργά και στήριξε τη συμμετοχή οργανώσεων του λαϊκού κινήματος σε όλα τα κορυφαία γεγονότα και διαδηλώσεις, και θα συνεχίσει να το πράττει.

Από την άλλη θεωρούμε επικίνδυνη και βαθύτατα αποπροσανατολιστική την άποψη ότι ο αγώνας σε εθνικό επίπεδο έχει ξεπεραστεί ή είναι αδιέξοδος. Αντίθετα, σήμερα ο αγώνας στην κάθε μία ξεχωριστή χώρα αποκτά ευρύτερη σημασία και περιεχόμενο, όπως και η ανάγκη του διεθνούς συντονισμού. Η πάλη στο εθνικό επίπεδο διαπλέκεται πιο έντονα με τον αγώνα σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Αλλαγές στο συσχετισμό δύναμης σε αυτή ή εκείνη τη χώρα επιδρούν πιο άμεσα στο συσχετισμό και τους αγώνες σε άλλες χώρες. Ωστόσο, στον καπιταλιστικό κόσμο εξακολουθεί, και μάλιστα εντείνεται, η δράση του νόμου της ανισόμετρης οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης των χωρών και είναι φυσικό να υπάρχουν διαφορές στα επίπεδα ανάπτυξης της ταξικής πάλης.

Η ουσία παραμένει ότι η διεθνοποίηση της πάλης δε μπορεί να φέρει αποτελέσματα παρά μόνο αν υπάρχει σε εθνικό επίπεδο ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα με ταξικό προσανατολισμό, ένα ισχυρό ΚΚ με σωστή πολιτική συμμαχιών που προσανατολίζεται στην επίλυση του ζητήματος της εξουσίας και την απόσπαση της χώρας του από το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.



Οι προοπτικές

Το λεγόμενο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης» έχει ήδη ένα παρελθόν, και καταγράφει ένα δύσκολο παρόν στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου και εκδηλώθηκε.

Το μέλλον του εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την έκβαση της διαπάλης στο εσωτερικό του. Αν και κατά πόσο θα δυναμώσουν τα δημοκρατικά, αντιιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά στοιχεία στο εσωτερικό του, σε ποιο βαθμό θα απελευθερωθούν δυνάμεις και θα τροφοδοτήσουν το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Κρίσιμο ζήτημα θα είναι η ανάπτυξη και ισχυροποίηση του ταξικού εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος.

Από την άλλη, η συστηματική διαφώτιση και το ιδεολογικό μέτωπο πρέπει να οξυνθεί ώστε η δυσαρέσκεια και οι αγώνες ενάντια στις διεθνείς οργανώσεις του καπιταλισμού να είναι σωστά προσανατολισμένες και αποτελεσματικές.

Η διακριτή παρουσία και παρέμβαση, η συνεργασία και ο συντονισμός των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων αποτελούν προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την αποτελεσματική συσπείρωση, συγκέντρωση και προσανατολισμό ευρύτερων αντιιμπεριαλιστικών, αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων.



Ο Νίκος Σερετάκης είναι μέλος του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Συνομοσπονδία Συνδικάτων της Βάσης.

[2] Γενική Συνομοσπονδία Ιταλών Εργατών. Ελέγχεται από το «Κόμμα της Δημοκρατικής Αριστεράς»

[3] Δες «Κόμμα Εργασίας της Ρωσίας: νέα εφεδρεία του καπιταλισμού στη χώρα», Ριζοσπάστης, 17/3/2002

[4] Ακρως διαφωτιστικό για το θέμα «Πολιτικά Ευρωπαϊκά Κόμματα» είναι το σχετικό άρθρο της Διαμάντως Μανωλάκου στην ΚΟΜΕΠ 1/2002.



H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΛΙΕΝΤΕ ΣΤΗ ΧΙΛΗ, 1970-1973

H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΛΙΕΝΤΕ ΣΤΗ ΧΙΛΗ, 1970-1973

  του Δημήτρη Καλτσώνη

Εχουν περάσει 27 χρόνια από το αιματηρό στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ στις 11 Σεπτέμβρη 1973 και 30 χρόνια από την ανάληψη στις 4 Νοέμβρη 1970 των προεδρικών καθηκόντων στη Χιλή από τον Σαλβαδόρ Αλιέντε και το σχηματισμό κυβέρνησης από τις δυνάμεις της «Λαϊκής Ενότητας». Στο μεταξύ σήμερα, η χούντα έχει παραχωρήσει τη θέση της στον κοινοβουλευτισμό, ο Πινοσέτ είναι ισόβιος γερουσιαστής. Αλλά και στο διεθνή περίγυρο οι μεταβολές υπήρξαν περισσότερο δραματικές: τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Ευρώπης και η Σοβιετική Ενωση δεν υπάρχουν πια.

Πολλά στοιχεία της χιλιάνικης εμπειρίας της περιόδου 1970-1973 πρέπει ίσως να ξανασυζητηθούν, άλλοτε για να υπομνησθούν γεγονότα και συμπεράσματα που διατηρούν την επικαιρότητά τους και άλλοτε για να διατυπωθούν νέα συμπεράσματα που προκύπτουν υπό το φως των βαθιών αλλαγών που έγιναν στον κόσμο υπό το βάρος της οπισθοχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος. Η μελέτη της εμπειρίας αυτής μπορεί και σήμερα να αξιοποιηθεί από το ανερχόμενο, αργά αλλά σταθερά, αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Τριάντα χρόνια μετά, τα λάθη γίνονται ίσως περισσότερο ευδιάκριτα, οι αυταπάτες το ίδιο.


ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΛΑΙΣΙΟ

Για την εκλογή του προέδρου Αλιέντε εκτός από τις αγωνιστικές παραδόσεις του χιλιάνικου λαού, στις εξελίξεις των αρχών της δεκαετίας του 1970 έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο, και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, οι διεθνείς εξελίξεις. Οι προοδευτικές δυνάμεις της ανθρωπότητας βγήκαν από το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο σαφώς ενισχυμένες. Η κοινότητα των σοσιαλιστικών κρατών περιλάμβανε τώρα πλήθος άλλων χωρών στην Ανατολική Ευρώπη και την Κίνα. Η Σοβιετική Ενωση με γοργά βήματα άρχισε να συνέρχεται από τις πληγές του πολέμου και να κατοχυρώνει την παρουσία της στη διεθνή σκηνή. Τα ΚΚ των καπιταλιστικών χωρών εξήλθαν από τον πόλεμο με πολύ μεγαλύτερο κύρος. Αρχισε να φουντώνει το εθνικοαπελευθερωτικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα των χωρών της Ασίας και της Αφρικής.

Στη Λατινική Αμερική κορυφαίο γεγονός αποτέλεσε η νίκη της κουβανέζικης επανάστασης το 1959 και η βαθμιαία μετεξέλιξή της από αντιδικτατορική και αντιιμπεριαλιστική σε σοσιαλιστική. Είχε προηγηθεί η ανατροπή της προοδευτικής κυβέρνησης του Αρμπενς στη Γουατεμάλα το 1954 από τους μισθοφόρους της CIA.

Το 1961 είναι η χρονιά όπου ξεκινούν και πάλι οι προσπάθειες του ένοπλου αγώνα στη Νικαράγουα με την ίδρυση του Σαντινιστικού Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης. Το ίδιο έτος, οι ΗΠΑ εξαγγέλλουν το πρόγραμμα «Συμμαχία για την Πρόοδο» προκειμένου να αποφύγουν περαιτέρω επαναστατικές εξάρσεις στην υποήπειρο.

Το 1961 είναι η χρονιά που αποτυγχάνει παταγωδώς η στρατιωτική επιχείρηση που οργάνωσε η CIA για να εισβάλει στην Κούβα στον Κόλπο των Χοίρων. Την ίδια χρονιά αρχίζει δειλά-δειλά το αντάρτικο στη Γουατεμάλα.

Το 1966 δολοφονείται στην Κολομβία ο επαναστάτης ιερέας Καμίλο Τόρρες ο οποίος είχε προσχωρήσει στις τάξεις του αντάρτικου.

Το 1967 δολοφονείται στη Βολιβία ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και διαλύεται το αντάρτικο κίνημα. Ωστόσο, μετά από τρία χρόνια ταραχών, το 1970 που θα έλθει στην κυβέρνηση και ο Αλιέντε, στη Βολιβία αναδεικνύεται μια πατρωτική στρατιωτική κυβέρνηση ενώ αντίστοιχη στρατιωτική κυβέρνηση συγκροτήθηκε στο Περού το 1968.

Το 1970 οι ΗΠΑ βρίσκονται ήδη για τα καλά μπλεγμένες στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η επέμβασή τους έχει ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων σε όλο τον κόσμο και μέσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δύο χρόνια πριν, οι ΗΠΑ συγκλονίστηκαν από τις μεγάλες φοιτητικές και νεανικές διαδηλώσεις και το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων. Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, πάντως, είναι φανερό ότι πόλεμος στο Βιετνάμ θα λήξει με την επικράτηση των εθνικοαπελευθερωτικών δυνάμεων που επικεφαλής τους ήταν το Βιετναμέζικο ΚΚ.

Στις διεθνείς εξελίξεις πρέπει να συνυπολογιστεί, δίχως άλλο, το επίπεδο των σχέσεων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην ΕΣΣΔ, γενικότερα ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού και σε εκείνες του σοσιαλισμού. Μετά την κρίση των πυραύλων το 1962, η άνοδος του επαναστατικού αλλά και του φιλειρηνικού κινήματος σε όλο τον κόσμο, καθώς και η επιμονή της ΕΣΣΔ στην πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης απέδωσαν καρπούς. Το 1970 προετοιμάζεται ουσιαστικά η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη που συνήλθε τρία χρόνια μετά και διακήρυξε το απαραβίαστο των συνόρων στην Ευρώπη.


ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Το 1969 δημιουργείται στη Χιλή η Λαϊκή Ενότητα. Το πρόγραμμά της υπογράφτηκε στις 17 Δεκέμβρη από τα παρακάτω κόμματα: Σοσιαλιστικό Κόμμα (ΣΚ), Κομμουνιστικό Κόμμα, Ριζοσπαστικό Κόμμα, Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση, Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα.

Το ΣΚ ήταν το ισχυρότερο κόμμα του συνασπισμού. Ιδρύθηκε το 1933 μετά την πτώση της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας» του Γκρόβε. Ο Αλιέντε ήταν από τα ιδρυτικά μέλη. Το κόμμα διαφοροποιόταν από την, όπως ισχυριζόταν, «αυστηρή ιδεολογία» του ΚΚ (δηλαδή το μαρξισμό-λενινισμό) και αγωνιζόταν για μια «αντιιμπεριαλιστική οικονομία» σε όλη τη Λατινική Αμερική ενώ δεχόταν το μαρξισμό μόνο «σαν μέθοδο ερμηνείας της πραγματικότητας». Επρόκειτο δηλαδή για ένα σοσιαλρεφορμιστικό κόμμα αντιιμπεριαλιστικής ωστόσο κατεύθυνσης, ίσως και εξαιτίας της ριζοσπαστικοποίησης των λαών ιδιαίτερα μετά την κουβανέζικη επανάσταση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε μια μακρόχρονη συνεργασία με το ΚΚ Χιλής, λιγότερο ή περισσότερο στενή, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και μετά.

Παλιότερα, το ΣΚ συμμετείχε μαζί με το Ριζοσπαστικό Κόμμα και το ΚΚ στο Λαϊκό Μέτωπο που κυβέρνησε τη χώρα την περίοδο 1936-1941. Αποχώρησε από αυτό την ίδια χρονιά. Αμέσως μετά διασπάστηκε. Η δεξιά πτέρυγα συμμετείχε ενεργά στην αντικομμουνιστική υστερία από το 1946 και μετά. Δεξιά και αριστερή πτέρυγα του ΣΚ ενώθηκαν και πάλι την ίδια περίπου περίοδο με την επανανομιμοποίηση του ΚΚ. Το ΣΚ δεν είχε σχέσεις με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Το Ριζοσπαστικό Κόμμα υπήρχε από το 1858. Ηταν ο κορμός του Λαϊκού Μετώπου των ετών 1938-1941. Εκφραζε τα μεσαία στρώματα. Το 1969 η αριστερή πτέρυγα πήρε την ηγεσία του κόμματος και το οδήγησε στη Λαϊκή Ενότητα.

Η Κίνηση Ενωμένης Λαϊκής Δράσης προέκυψε από αριστερή διάσπαση της Χριστιανοδημοκρατίας το 1969 και στελεχώθηκε κυρίως από την οργάνωση της νεολαίας της τελευταίας.

Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα ιδρύθηκε το 1966 και, παρά το όνομά του, είχε ταχθεί αλληλέγγυο με την κουβανέζικη επανάσταση. Το 1972 συγχωνεύθηκε με το Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση ήταν το μικρότερο από τα κόμματα που συμμετείχαν στη συμμαχία. Eνα χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, το 1971, στη Λαϊκή Ενότητα εντάχθηκε ακόμη η Χριστιανική Αριστερά που προήλθε από διάσπαση των Χριστιανοδημοκρατών.

Οι σχέσεις των κομμάτων της Λαϊκής Ενότητας βασίζονταν στην ισοτιμία. Για τη λήψη των αποφάσεων χρειαζόταν ομοφωνία. Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία της Λαϊκής Ενότητας μέχρι τις προεδρικές εκλογές δημιουργήθηκαν 14.800 επιτροπές βάσης που συσπείρωναν όχι μόνο τα μέλη των κομμάτων αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές που βρίσκονταν εκτός κομμάτων.


Ο ΑΛΛΙΕΝΤΕ

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ήταν το πρόσωπο στο οποίο συμφώνησαν οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας για να τον ανακηρύξουν υποψήφιο πρόεδρο της συμμαχίας. Ο Αλιέντε ήταν ηγετικό στέλεχος του Σοσιαλιστικού Κόμματος και είχε εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής και γερουσιαστής, ήταν υποψήφιος πρόεδρος του ΣΚ σε προηγούμενες προεδρικές εκλογές. Είχε διατελέσει υπουργός Υγείας το 1939 επί κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Αλιέντε ήταν σταθερά εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του ΣΚ με αντιιμπεριαλιστικές θέσεις και υπέρμαχος της συνεργασίας σοσιαλιστών και κομμουνιστών. Κρατούσε κάποια απόσταση από τις σοσιαλιστικές χώρες, δε δίσταζε όμως να εξαίρει τις επιτυχίες τους, να υποστηρίζει τη φιλειρηνική πολιτική τους. Ο ίδιος δήλωνε θαυμαστής και υποστηρικτής της κουβανέζικης επανάστασης παρά τις διαφορετικές εκτιμήσεις που είχε με τους ηγέτες της σε κάποια ζητήματα. Εμπνεόταν επίσης από το πρόγραμμα των δέκα σημείων του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου του Βιετνάμ το οποίο μαχόταν εκείνη την περίοδο ενάντια στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση.

Ο Αλιέντε ως πρόεδρος είχε σαν άμεσους στενούς συνεργάτες πάντοτε έναν εκπρόσωπο των σοσιαλιστών και έναν των κομμουνιστών. Η τριάδα αυτή εξέταζε τα θεμελιώδη ζητήματα. Ωστόσο, η τριάδα αυτή δε συζητούσε ποτέ, με απαίτηση του Αλιέντε, θέματα που σύμφωνα με το Σύνταγμα θεωρούνταν δικαιοδοσία της διοίκησης των ενόπλων δυνάμεων. Το σημείο αυτό είναι μια από τις εκφράσεις των πολιτικών αδυναμιών του. Οι αδυναμίες αυτές είχαν την αιτία τους ακριβώς στην ιδεολογική και πολιτική φυσιογνωμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος το οποίο, αν και κατά την ιστορική αυτή συγκυρία λάμβανε θέσεις αντιιμπεριαλιστικές, δεν ήταν επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης, δε βασιζόταν στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία. Το κόμμα αυτό δεν είχε σαν στόχο του το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό αλλά -σύμφωνα με τη διατύπωση του προγράμματός του- μια «αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης μικτή οικονομία».


ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Η Λαϊκή Ενότητα ήταν, σύμφωνα με το πρόγραμμά της, η συμμαχία των «λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων» που σκοπός τους δεν ήταν μόνο η νίκη στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, αλλά η πραγματοποίηση «θεμελιακών μεταβολών», «επαναστατικών μετασχηματισμών» και η μετάθεση της εξουσίας «από τις παλιές κυρίαρχες ομάδες στους εργάτες, τους αγρότες και τα προοδευτικά στρώματα της μεσαίας τάξης των πόλεων και της υπαίθρου».

Η Λαϊκή Ενότητα έθετε ως προς το πολιτικό ζήτημα δύο στόχους: α) να διαφυλάξει και να επεκτείνει τις δημοκρατικές κατακτήσεις των εργαζομένων, β) «να μεταβάλλει τους ισχύοντες θεσμούς, εγκαθιδρύοντας ένα νέο κράτος όπου η εργατική τάξη και γενικά ο λαός θα ασκεί την πραγματική εξουσία».

Ο άμεσος στόχος, που συνδεόταν άλλωστε με τις προεδρικές εκλογές, ήταν η ανάδειξη μιας «λαϊκής κυβέρνησης» η οποία θα στήριζε «την ισχύ και την εξουσία της κατά κύριο λόγο στην υποστήριξη που της παρέχει ο οργανωμένος λαός». Στην κυβέρνηση αυτή θα συμμετείχαν, όπως και έγινε, «όλα τα επαναστατικά κόμματα, κινήματα και τάσεις».

Ποια ήταν, όμως, τα μέτρα που προέβλεπε το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας σχετικά με τη μεταβολή των υπαρχόντων κρατικών θεσμών; Η Λαϊκή Ενότητα διακήρυσσε τη δημιουργία μιας νέας δομής εξουσίας, ενός «λαϊκού κράτους» το οποίο θα έπρεπε «να οικοδομηθεί από τη βάση προς τα πάνω, μέσα από μια διαδικασία εκδημοκρατισμού σε όλα τα επίπεδα και με την οργανωμένη κινητοποίηση των μαζών».*

Αναφορικά με το σκληρό πυρήνα κάθε κρατικής εξουσίας, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, το πρόγραμμα αναφερόταν ειδικά στο στρατό και στην αστυνομία. Για τις ένοπλες δυνάμεις (που ήταν κατά βάση επαγγελματικές και εξαρτημένες από τις ΗΠΑ) έθετε το στόχο «της διασφάλισης» του εθνικού χαρακτήρα τους και της άρνησης να χρησιμοποιηθούν ενάντια στο λαό ή για τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων.

Σαν γραμμή της αμυντικής πολιτικής του «λαϊκού κράτους» επιβεβαιωνόταν η διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της χώρας απέναντι στις επιβουλές του ιμπεριαλισμού και των ολιγαρχιών των γειτονικών κρατών.

Το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας αναφερόταν και στην αστυνομία: «Η αστυνομία θα πρέπει να αναδιοργανωθεί ώστε να μη χρησιμοποιηθεί ποτέ πια σαν καταπιεστική δύναμη ενάντια στο λαό, αλλά αντίθετα να εκπληρώνει τον προορισμό της, που είναι να υπερασπίζει το λαό από αντικοινωνικές ενέργειες».

Σε ό,τι αφορά τους κρατικούς θεσμούς και τα κέντρα των αποφάσεων, το πρόγραμμα της Λαϊκή Ενότητας αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας ενός μόνου κεντρικού αντιπροσωπευτικού θεσμού, της Λαϊκής Συνέλευσης, που θα αντικαθιστούσε τον αντιδημοκρατικό διαχωρισμό ανάμεσα στη Βουλή και στη Γερουσία.

Σημαντικότερη καινοτομία, που άνοιγε ριζοσπαστικές προοπτικές, ήταν η εξαγγελία του θεσμοθετημένου ελέγχου του λαού στους εκπροσώπους του καθώς και η δυνατότητα των εκλογέων να ανακαλούν τους αντιπροσώπους κάθε στιγμή που θεωρούν ότι έπαψαν να εκφράζουν τα λαϊκά συμφέροντα. «Τα μέλη της Λαϊκής Συνέλευσης και όλων των οργάνων λαϊκής εκπροσώπησης θα ελέγχονται από τους εκλογείς τους, μέσα από ορισμένες μορφές συμβουλίων που θα έχουν την εξουσία να ανακαλούν την εντολή». Επιπλέον, η Λαϊκή Ενότητα διακήρυσσε ότι θα καθιερώσει ένα σύστημα ασυμβίβαστων, έτσι ώστε «αν ένας βουλευτής ή δημόσιος υπάλληλος ενεργεί σαν αντιπρόσωπος ιδιωτικών συμφερόντων θα αποστερείται από το αξίωμά του».

Η Λαϊκή Συνέλευση θα ήταν, κατά το πρόγραμμα, το όργανο που θα ενέκρινε το σχέδιο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Η εξουσία αυτή, μέσα στη λογική του προγράμματος για τη οικονομική πολιτική, ξεπερνούσε κατά πολύ, τυπικά και ουσιαστικά την αρμοδιότητα ψήφισης του κρατικού προϋπολογισμού. Στο θέμα αυτό το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας έθετε τον πυρήνα της λογικής του κεντρικού σχεδιασμού, αποφασιστικό όργανο του οποίου θα ήταν ο κεντρικός αντιπροσωπευτικός θεσμός.

Η Λαϊκή Συνέλευση θα ήταν, κατά το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας, επικεφαλής ενός ιεραρχημένου πλέγματος συμβουλίων της τοπικής αυτοδιοίκησης, δημοκρατικά εκλεγμένων και ελεγχόμενων από το λαό.

Επιπλέον, το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας προέβλεπε τη συμμετοχή των εργατικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων στο σχεδιασμό της κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης, στη λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα των κάθε είδους κρατικών θεσμών καθώς, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, στην «εποπτεία των διοικητικών λειτουργιών», στην παρακολούθηση του κρατικού μηχανισμού στην καθημερινή, πρακτική υλοποίηση των νόμων και της πολιτικής γραμμής.


ΤΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Η οικονομική πολιτική της Λαϊκής Ενότητας είχε ως στόχο «την αντικατάσταση της σημερινής δομής της οικονομίας με την αφαίρεση της δύναμης του ντόπιου και ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και των μεγαλοτσιφλικάδων για ν’ αρχίσει το χτίσιμο του σοσιαλισμού». Η πολιτική αυτή θα έπρεπε να υλοποιηθεί μέσα από το δημοκρατικό σχεδιασμό και με κύριο μοχλό τον κρατικό τομέα της οικονομίας.

«Η διαδικασία του μετασχηματισμού της οικονομίας μας», έγραφε το πρόγραμμα, «αρχίζει με τη δημιουργία ενός ισχυρού κρατικού τομέα που θα αποτελείται από τις επιχειρήσεις που τώρα ανήκουν στο κράτος, μαζί με κείνες που θα απαλλοτριωθούν». Προβλεπόταν η εθνικοποίηση των ξένων εταιρειών που εκμεταλλεύονταν τον ορυκτό πλούτο καθώς και της αντίστοιχης μεταλλευτικής βιομηχανίας. Στον κρατικό τομέα θα έπρεπε να περάσουν επίσης οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες, το εξωτερικό εμπόριο, οι μεγάλες επιχειρήσεις στον τομέα της διανομής, η ενέργεια, οι συγκοινωνίες, το κύκλωμα του πετρελαίου και των υποπροϊόντων του, το τσιμέντο, τα πετροχημικά, τα βαρέα χημικά, το χαρτί και γενικά τα «βιομηχανικά μονοπώλια στρατηγικής σημασίας».

Στο πρόγραμμα υπήρχε η διευκρίνιση ότι «οι απαλλοτριώσεις θα πραγματοποιηθούν με πλήρη προστασία των συμφερόντων του μικρού μετόχου». Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, «στις οποίες η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής υπάρχει ακόμα», η Λαϊκή Ενότητα υποστήριζε ότι «θα ωφεληθούν από τη γενική σχεδιοποίηση της εθνικής οικονομίας». Υπογραμμιζόταν επίσης ότι «τα δικαιώματα των εργατών και υπαλλήλων αυτών των επιχειρήσεων, για ικανοποιητικές αποδοχές και συνθήκες δουλειάς, θα διασφαλιστούν και θα είναι σεβαστά».

Το πρόγραμμα δεν αναφερόταν, ωστόσο, στα μεσαία στρώματα αν και θα περίμενε κανείς να υπάρχει ιδιαίτερη αναφορά σε μέτρα στήριξης των μικροαστικών στρωμάτων απέναντι στην πίεση του μεγάλου κεφαλαίου (κυρίως των αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών) καθώς και σε μέτρα ενθάρρυνσης της ένταξής τους σε συνεταιρισμούς και στο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης.

Για την αγροτική οικονομία το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας υποστήριζε ότι έπρεπε να επιταχυνθούν οι απαλλοτριώσεις τσιφλικιών που είχαν πολύ δειλά αρχίσει επί προεδρίας Φρέι. Παράλληλα, θεωρούσε απαραίτητο να ευνοηθεί η συνεταιριστική οργάνωση των κτημάτων που απαλλοτριώνονται. Κάποια από αυτά τα κτήματα θα έπρεπε να οργανωθούν σε κρατικά αγροκτήματα με σύγχρονες τεχνολογικές μεθόδους. Γενικότερα, προβλεπόταν η διευκόλυνση και ενθάρρυνση των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών να ενταχθούν στους συνεταιρισμούς ή να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα και τις υπηρεσίες τους.


Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η εξωτερική πολιτική που επαγγελόταν η Λαϊκή Ενότητα στηριζόταν στην αρχή της καλλιέργειας ισότιμων σχέσεων με όλα τα κράτη ανεξάρτητα από τον προσανατολισμό τους και στην αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη με τους λαούς αλλά και τις κυβερνήσεις.

Η Λαϊκή Ενότητα θεωρούσε «ουσιώδες να καταγγελθούν και να καταργηθούν συνθήκες και συμβάσεις που περιορίζουν την κυριαρχία μας και ιδιαίτερα τα διάφορα σύμφωνα αμοιβαίας βοήθειας και άλλα που η Χιλή έχει υπογράψει με τις ΗΠΑ».

H λαϊκή κυβέρνηση δεσμευόταν να στηρίξει τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους, ενάντια στην νεοαποικιοκρατία και στον ιμπεριαλισμό, για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ξεχωριστή αναφορά γινόταν στην αλληλεγγύη προς το λαό του Βιετνάμ και προς την κουβανέζικη επανάσταση η οποία χαρακτηριζόταν ως «εμπροσθοφυλακή της Λατινοαμερικάνικης επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Νοτιοαμερικάνικη ήπειρο».

Το πρόγραμμα ανέφερε, επίσης, ότι «η φιλία και συνεργασία με τις σοσιαλιστικές χώρες θα ενισχυθούν».

Στον τομέα της λατινοαμερικάνικης πολιτικής δινόταν βάρος στην πολιτική της αμοιβαίας συνεννόησης και σεβασμού με τα κράτη της περιοχής. Η λαϊκή κυβέρνηση δεσμευόταν να υποστηρίξει την ολοκλήρωση των λατινοαμερικάνικων χωρών με την προϋπόθεση ότι αυτή «θα πρέπει να θεμελιωθεί πάνω σε οικονομίες απελευθερωμένες από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και εκμετάλλευση».


Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οπως είναι ευνόητο, τα μέτρα που αφορούσαν την κοινωνική πολιτική περιελάμβαναν ένα ξεχωριστό μέρος στο πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας. Καταρχήν εξαγγέλλονταν μια σειρά ρυθμίσεις για την άμεση ανύψωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων όπως: αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών κάθε 6 μήνες ή όποτε η αύξηση του κόστους ζωής ξεπερνά το 5%, βελτίωση και επέκταση του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος, χρηματοδότηση πλατιού προγράμματος κατασκευής κατοικιών για το λαό. Ειδική μέριμνα δινόταν στο πρόγραμμα για τα μέτρα ενίσχυσης της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία.

Αυτά συμπληρώνονταν με ριζοσπαστικές προτάσεις για βαθείς μετασχηματισμούς σε όφελος των εργαζομένων στους τομείς της παιδείας και της υγείας, στον αθλητισμό.


EΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Στις 4 Σεπτέμβρη 1970 ο Αλιέντε έλαβε 36,3% των ψήφων έναντι 35% που πήρε ο δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματος, Χόρχε Αλεσσάντρι, και 27,8% που έλαβε ο υποψήφιος των Χριστιανοδημοκρατών, Ραδομίρο Τόμιτς.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Χιλής πρόεδρος θα έπρεπε να αναδειχτεί εκείνος από τους δύο πρώτους υποψηφίους που θα λάμβανε την πλειοψηφία από το Κογκρέσσο (Βουλή και Γερουσία από κοινού). Για να γίνει αυτό η Λαϊκή Ενότητα έπρεπε να πετύχει κάποια συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Στις επαφές που έγιναν, οι Χριστιανοδημοκράτες ζήτησαν εγγυήσεις που αφορούσαν κυρίως την τήρηση του ισχύοντος Συντάγματος. Η τελευταία τις αποδέχτηκε γιατί έκρινε ότι η κατάκτηση της προεδρίας θα έδινε ώθηση στο λαϊκό κίνημα. Ετσι, 24 Οκτώβρη 1970 το Κογκρέσσο με 153 σε σύνολο 200 επικυρώνει τη εκλογή του Αλιέντε.

Τα αποτελέσματα των εκλογών της 4ης Σεπτέμβρη δημιούργησαν μεγάλη ανησυχία στην Ουάσιγκτον για προφανείς λόγους. Στις εκθέσεις Αμερικανών παραγόντων της εποχής φαίνεται καθαρά ο φόβος για την επίδραση της εκλογικής νίκης του Αλιέντε ιδιαίτερα στην Αργεντινή και στη Βραζιλία.

Εκείνο που προξενεί εντύπωση με πρώτη ματιά είναι πώς και γιατί οι αντιδραστικές δυνάμεις επέτρεψαν την εκλογή του Αλιέντε, πώς δεν κατάφεραν να την παρεμποδίσουν με τον ένα ή άλλο τρόπο. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η εκλογή Αλιέντε αποτέλεσε το επιστέγασμα μακρόχρονων λαϊκών αγώνων. Η αντίδραση και ιδιαίτερα οι ΗΠΑ ξόδεψαν τεράστια ποσά για προπαγάνδα και εξαγορά ψήφων αλλά δεν τα κατάφεραν. Σε ένα βαθμό ίσως οι κύκλοι της ολιγαρχίας αλλά και των ΗΠΑ να μην πίστευαν ότι θα μπορούσε ο Αλιέντε να αποσπάσει την πλειοψηφία. Αλλωστε και το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν πράγματι οριακό.

Mετά τις εκλογές και μέχρι την επικύρωση της ανάδειξης του Αλιέντε από το Κογκρέσσο (ένας μήνας και δέκα μέρες), το χαρακτηριστικό της πολιτικής της ντόπιας άρχουσας τάξης και των ΗΠΑ ήταν η ταλάντευση για το ποιο δρόμο θα πρέπει να ακολουθήσουν.

Υπήρχαν παράγοντες της οικονομικής ολιγαρχίας της Χιλής, του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου, καθώς και παράγοντες των πολυεθνικών και του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ που υποστήριζαν ένθερμα την άμεση λύση του στρατιωτικού πραξικοπήματος.

Οι ηγετικοί κύκλοι της Χριστιανοδημοκρατίας ταλαντεύονταν και αυτοί. Ετσι, ο απερχόμενος Χριστιανοδημοκράτης πρόεδρος, Εδουάρδο Φρέι, ενώ αρχικά είχε εγκρίνει σε μυστικές επαφές τη λύση του στρατιωτικού πραξικοπήματος πριν την κρίσιμη ψηφοφορία στο Κογκρέσσο, στη συνέχεια μετέβαλε τη στάση του και δήλωνε στους στρατιωτικούς και τους παράγοντες της πρεσβείας των ΗΠΑ ότι είναι αντίθετος στο πραξικόπημα.

Σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο το πραξικόπημα φαινομενικά θα στρεφόταν ενάντια στον Φρέι, αφού αυτός ήταν ακόμη πρόεδρος, έτσι ώστε να μη χρεωθεί το κόμμα του την ανατροπή του Αλιέντε και τη συνεργασία με τους πραξικοπηματίες. Ωστόσο, η κοινωνική βάση της Χριστιανοδημοκρατίας που την αποτελούσαν κυρίως σχετικά ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα των μεσαίων στρωμάτων πίεσε αντικειμενικά στη στήριξη του Αλιέντε.

Hταν τόση η πίεση του λαϊκού κινήματος ώστε η αντανάκλασή του βρήκε έδαφος ακόμη και στο δεξιό Εθνικό Κόμμα του οποίου ο υποψήφιος πρόεδρος, Χόρχε Αλεσσάντρι παραιτήθηκε από τη υποψηφιότητα κατά την επικείμενη ψηφοφορία στο Κογκρέσσο με μια -φαινομενικά- χειρονομία καλής θέλησης που, ωστόσο, γινόταν κατά κάποιο τρόπο εκ του ασφαλούς αφού ο Αλεσσάντρι θα ήταν ο χαμένος της ψηφοφορίας όπως είχαν εξελιχτεί τα πράγματα.

Από την άλλη πλευρά, το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ έκρινε, και μάλλον ορθά, ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Χιλής στην παρούσα φάση δεν είχαν «τη θέληση ή την ικανότητα ν’ αναλάβουν τον έλεγχο της χώρας». Στο μεταξύ, παράγοντες των αμερικανικών εταιρειών και της CIA οργάνωναν επαφές με στρατιωτικούς και πολιτικούς ή επιχειρηματίες με σκοπό να βολιδοσκοπήσουν αρχικά το έδαφος και να δημιουργήσουν στη συνέχεια τις προϋποθέσεις μιας στρατιωτικής ανταρσίας. Τα αποτελέσματα αυτών των συναντήσεων και διαβουλεύσεων ήταν όμως πενιχρά.

O άνθρωπος-κλειδί για τις συναντήσεις αυτές ήταν ο πρώην στρατηγός της χωροφυλακής, Ροβέρτο Βιω. Ο Βιω είχε οργανώσει εξέγερση ένα χρόνο πριν με αίτημα την αύξηση των μισθών των στρατιωτικών. Η ανταρσία είχε καταπνιγεί ταχύτατα από τον Φρέι και ο Βιω είχε εκδιωχθεί. Κατάφερε όμως να συγκεντρώσει γύρω του πλήθος εν ενεργεία και απόστρατων αντιδραστικών αξιωματικών.

Ο Βιω ετοίμαζε πραξικόπημα για τις αρχές Οκτώβρη 1970. Η Ουάσιγκτον όμως τον «συμβούλευσε» να σταματήσει γιατί κατά τη γνώμη της δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος, αλλά ούτε ο χρόνος ήταν κατάλληλος.

Αντίστοιχες επαφές, επίσημες και ανεπίσημες, έκανε και ο Αλιέντε με τους στρατιωτικούς. Η Λαϊκή Ενότητα είχε επιρροή στο στράτευμα, πιο πολύ βέβαια στους στρατιώτες και στα κατώτερα και μεσαία στελέχη των ενόπλων δυνάμεων και πολύ λιγότερο στην ηγεσία. Είναι ενδεικτικό ότι κανένας διοικητής μονάδας δε βρέθηκε να υποστηρίξει το εγχείρημα του Βιω. Παράλληλα, η Λαϊκή Ενότητα φαινόταν να είναι σχετικά ενήμερη των κινήσεων του Βιω και του περιβάλλοντός του και ο Αλιέντε κατήγγειλε σε ομιλία του τις σκευωρίες.

Η αδυναμία της ολιγαρχίας και των ΗΠΑ να αντιταχθούν δυναμικά στη Λαϊκή Ενότητα δημιουργούσε κλίμα παθητικότητας και απογοήτευσης στους συντηρητικούς κύκλους ακόμη και σε επιχειρηματίες, ντόπιους και ξένους.

Αυτό δε σήμαινε ότι εγκατέλειπαν τα σχέδια ανατροπής της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας. Tα προωθούσαν απλά με διαφορετικούς ρυθμούς και τρόπους.

Υπήρχαν μάλιστα και εκείνοι που υποστήριζαν ότι η υπερβολική πίεση στον Αλιέντε τη δεδομένη στιγμή θα τον έσπρωχνε πιο αριστερά. Οι υποστηρικτές της άμεσης δράσης αντέτασσαν ότι ο Αλιέντε θα αναγκαστεί από τα πράγματα να βαδίσει αριστερότερα και ότι όσο περνά ο καιρός οι ένοπλες δυνάμεις θα γίνονται ολοένα και πιο ανίκανες να αντιμετωπίσουν τις λαϊκές αντιδράσεις που θα μπορούσαν να πάρουν τη μορφή απεργιών, διαδηλώσεων ακόμη και ανταρτοπολέμου.


Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΣΝΑΪΝΤΕΡ

O στρατηγός Ρενέ Σνάιντερ ήταν ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής. Μετά τις εκλογές της 4ης Σεπτέμβρη προσεγγίστηκε με σκοπό να πειστεί να συμμετάσχει ή και να διευθύνει, το πραξικόπημα ενάντια στον απερχόμενο πρόεδρο Φρέι πριν το Κογκρέσσο αποφασίσει για τη διαδοχή. Ο Σνάιντερ αρνήθηκε. Ετσι, δυο μέρες πριν την κρίσιμη ψηφοφορία ο στρατηγός Σνάιντερ δολοφονήθηκε καθώς μετέβαινε από το σπίτι του προς το γραφείο. Τρία αυτοκίνητα έφραξαν το δρόμο στο δικό του και άνοιξαν πυρ.

Τις προηγούμενες βδομάδες είχαν σημειωθεί διάφορες τρομοκρατικές ενέργειες της ακροδεξιάς, κυρίως εκρήξεις βομβών.

Η δολοφονία του Σνάιντερ είχε βέβαια πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο από τις βομβιστικές επιθέσεις. Δεν επρόκειτο μόνο για εκδίκηση επειδή είχε αρνηθεί να συμπράξει σε πραξικόπημα. Αποτελούσε επίδειξη πυγμής και κίνηση εκφοβισμού.

Στο μεταξύ η αστυνομία συνέλαβε δύο απόστρατους ταγματάρχες. Ο ένας είχε στο σπίτι του ολόκληρο οπλοστάσιο ενώ ο άλλος ηγούνταν παράνομης τρομοκρατικής οργάνωσης της ακροδεξιάς. Η εφημερίδα του ΚΚ Χιλής αποκάλυπτε τις ίδιες μέρες τις ύποπτες διασυνδέσεις τους και ένα σχέδιο δολοφονίας του Αλιέντε που καθοδηγούνταν από τη CIA και τον στρατηγό Πανούσε της Αργεντινής.

Ομως, η αναταραχή που προκάλεσαν αυτά τα γεγονότα δεν απέτρεψαν την εκλογή του Αλιέντε από το Κογκρέσσο. Στις 24 Οκτώβρη 1970 ήταν οριστικά ο πρόεδρος της Χιλής.

Η αντίδραση μελετούσε με προσοχή τα επόμενα βήματά της που θα ήταν: οικονομικός πόλεμος, παραπληροφόρηση, εξαγορά, σαμποτάζ, αποσταθεροποίηση και τέλος πραξικόπημα.


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

Λίγες μέρες μετά την ψηφοφορία στο Κογκρέσσο σχηματίστηκε και ανέλαβε τα καθήκοντά της η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Σε αυτήν συμμετείχαν τρεις κομμουνιστές, τρεις σοσιαλιστές, τρεις του Ριζοσπαστικού Κόμματος, δύο του Σοσιαλδημοκρατικού, ένας της Κίνησης Ενωμένης Λαϊκής Δράσης, ένας από την Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας εξωκομματικός. Στις ηγετικές θέσεις των βασικών ιδρυμάτων του κεντρικού κρατικού μηχανισμού, των οργάνων τοπικής εξουσίας, των πρεσβειών και άλλων σημαντικών κρατικών υπηρεσιών τοποθετήθηκαν άνθρωποι της εμπιστοσύνης του προέδρου Αλιέντε που εκπροσωπούσαν τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας.

Το συνταγματικό καθεστώς της Χιλής έδινε στον πρόεδρο και στην κυβέρνηση αρκετά μεγάλες εξουσίες. Ωστόσο, μια σειρά αλλαγές έπρεπε, με βάση το Σύνταγμα, να γίνουν με νομοθετικές αλλαγές που θα έπρεπε γι’ αυτό να ψηφιστούν από το Κογκρέσσο. Εκεί όμως τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας είχαν τη σχετική και όχι την απόλυτη πλειοψηφία. Αυτό σήμαινε ότι για να υπερψηφιστούν κρίσιμοι νόμοι, όπως για παράδειγμα εκείνος των εθνικοποιήσεων, χρειαζόταν η άσκηση πίεσης από τα κάτω ώστε να αναγκαστούν οι Χριστιανοδημοκράτες να υπερψηφίσουν ή, πάντως, να μην εμποδίσουν την ψήφιση των σχεδίων νόμων της κυβέρνησης.

Bέβαια, το ίδιο το Σύνταγμα έδινε τη δυνατότητα στον πρόεδρο, σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα στην εκτελεστική και στη νομοθετική εξουσία, να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα. Αυτό όμως μπορούσε να το κάνει μόνο μια φορά σε όλη τη διάρκεια της προεδρικής θητείας.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχε δεσμευτεί, βέβαια, να μην παραβιάσει το Σύνταγμα. Αυτός ήταν ο βασικός όρος που ζήτησαν οι Χριστιανοδημοκράτες για να ψηφίσουν τον Αλιέντε.

Σε αυτές τις συνθήκες η κυβέρνηση προχώρησε σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε καταρχήν ο χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δύο χρόνια διακυβέρνησης οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν και πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες. Οι εργάτες συμμετείχαν ενεργά στη διοίκηση των εργοστασίων, κυρίως των εθνικοποιημένων. Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας παρήγαγε στα τέλη του 1972 περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή, επίσης, αυξήθηκε με γρηγορότερους ρυθμούς.

Επιπλέον, το πραγματικό εισόδημα των εργαζομένων αυξήθηκε σημαντικά, η ανεργία έπεσε από το 8,8% στο 3%. Η παιδική θνησιμότητα μειώθηκε κατά 20,1%. Για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας δημιουργήθηκε καθολικό υγειονομικό σύστημα. Θεαματικές πρόοδοι σημειώνονται στον τομέα του αναλφαβητισμού και της δημόσιας εκπαίδευσης.

Η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών προχώρησε. Αναδασώθηκαν 600 χιλιάδες στρέμματα. Χιλιάδες αγρότες πήραν γη. Αρχισαν να συγκροτούνται συνεταιρισμοί και η ζωή στο χωριό άρχισε να αλλάζει. Η κατάσταση των ιθαγενών ινδιάνων βελτιώθηκε αισθητά.


ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι αξιόλογες αυτές αλλαγές έγιναν παρά την επίμονη, πεισματική άρνηση του Κογκρέσσου να εγκρίνει τα σχετικά νομοσχέδια, τις συνεχείς διαβουλεύσεις και κάτω από τη διαρκή κωλυσιεργία του κρατικού μηχανισμού που καλούνταν να υλοποιήσει τους νόμους.

Eίναι χαρακτηριστικό ότι οι εθνικοποιήσεις ξεκίνησαν λίγες μέρες αφού η κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της με βάση κάποιο νόμο της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας» του 1932, ο οποίος τυπικά εξακολουθούσε να μην έχει καταργηθεί, αν και βέβαια παρέμενε ανενεργός και άγνωστος ακόμη και στους νομικούς.

Η αστική αντιπολίτευση εμφανίζεται ακόμη αποδυναμωμένη και διασπασμένη. Η πολιτική της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας αυξάνει την επιρροή της στο λαό. Ετσι, στις δημοτικές εκλογές του Απρίλη του 1971 η Λαϊκή Ενότητα έλαβε το 50,8%.

Eιδικότερα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα συγκέντρωσε το 22,89%, το ΚΚ πήρε το 17,36%, το Ριζοσπαστικό Κόμμα το 8,18% ενώ τα άλλα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας πήραν το καθένα γύρω στο 1%.

Ωστόσο, η κυβέρνηση, παρότι διέθετε και την τυπική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, δεν αποφάσισε να αξιοποιήσει τη συνταγματική δυνατότητα για διάλυση της Βουλής μέσω δημοψηφίσματος και την προκήρυξη νέων εκλογών για τροποποίηση του Συντάγματος. Μια τέτοια λύση θα παρείχε τη δυνατότητα ενός, σύμφωνου με το Σύνταγμα, χτυπήματος της αντιδραστικής αντιπολίτευσης και μάλιστα σε συνθήκες και σε χρονική στιγμή από τις πλέον κατάλληλες για τις αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μια και η δημοτικότητα της κυβέρνησης βρισκόταν στο απόγειό της. Τα οικονομικά και άλλα μέτρα που είχε λάβει, είχαν βελτιώσει αισθητά τη ζωή των λαϊκών στρωμάτων σε όλους τους τομείς σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Επειδή όμως είναι φανερό ότι αυτή η επιλογή θα όξυνε την ταξική πάλη, φόβισε τις μικροαστικές δυνάμεις που συμμετείχαν στο συνασπισμό και που δεν ήταν αποφασισμένες να οδηγηθούν ως την τελική σύγκρουση με την εξουσία της ολιγαρχίας. Να υπογραμμίσουμε ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές είχε σημειωθεί αποτυχημένη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον Αλιέντε, γεγονός που θα έπρεπε να προβληματίσει αφού έδειχνε για μια ακόμη φορά ότι ο αντίπαλος θα χρησιμοποιούσε κάθε μέσο. Αντί για την αντεπίθεση του λαϊκού κινήματος σε μια συγκυρία ευνοϊκή για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας επιλέχτηκε η «λύση» του κατευνασμού των αντιδραστικών δυνάμεων.

Από την άλλη, το ΚΚ δεν είχε ίσως την απαιτούμενη αποφασιστική επιρροή στο συνασπισμό, αλλά ούτε και την ξεκάθαρη θέληση να πείσει το λαϊκό κίνημα και να οδηγήσει στην αποφασιστική σύγκρουση με την άρχουσα τάξη.

Δυο μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές δολοφονήθηκε από αναρχικούς ο πρώην υπουργός εσωτερικών επί προεδρίας του Χριστιανοδημοκράτη Φρέι. Οι Χριστιανοδημοκράτες κατηγόρησαν ανοιχτά την κυβέρνηση Αλιέντε ως υπεύθυνη για τη δολοφονία, οξύνοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα και αξιοποιώντας τις τυχοδιωκτικές ενέργειες στοιχείων που καμιά σχέση με την κυβέρνηση δεν είχαν.


OΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Τους τελευταίους μήνες του 1971, ένα περίπου χρόνο από την εκλογή του Αλιέντε, άρχισαν να διαφαίνονται οι πρώτες οικονομικές δυσκολίες στις οποίες συνέβαλαν αποφασιστικά οι ΗΠΑ με την εφαρμογή του «αόρατου οικονομικού αποκλεισμού» της Χιλής. Σταδιακά άρχισε να ανεβαίνει ο πληθωρισμός και μαζί το κόστος ζωής. Ο ανεφοδιασμός σε προϊόντα, μαζί και σε προϊόντα πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, άρχισε επίσης να παρουσιάζει σοβαρές δυσκολίες. Η παραγωγική δραστηριότητα στη χώρα εμφάνισε σημάδια κάμψης καθώς οι ανεπάρκειες του ανεφοδιασμού έπληξαν την παραγωγική διαδικασία. Αυτά όλα είχαν σαν συνέπεια να δημιουργηθούν συνθήκες αύξησης της λαϊκής δυσαρέσκειας, γεγονός που έσπευσε να το επωφεληθεί η αντίδραση επιχειρώντας να μειώσει την επιρροή της Λαϊκής Ενότητας στο λαό.

Οι ΗΠΑ αξιοποιούσαν ακριβώς την εξαρτημένη και συμπληρωματική θέση της χιλιάνικης οικονομίας σε σχέση με εκείνη των ΗΠΑ κυρίως, αλλά και γενικότερα τη θέση της αστικής τάξης της Χιλής στον παγκόσμιο καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Βαρίδι ήταν το μεγάλο εξωτερικό χρέος της Χιλής όπου ήταν υποχρεωμένη να πληρώνει κάθε χρόνο, το καθόλου αξιοκαταφρόνητο ποσό των 200 εκ. δολαρίων, αν και είχε ξεκινήσει η κυβέρνηση την επαναδιαπραγμάτευσή του.

Πολύ μεγάλο πρόβλημα απετέλεσε πτώση της τιμής του χαλκού στην παγκόσμια αγορά. Αυτό είχε σαν συνέπεια τη μείωση των εσόδων της Χιλής κατά 240 εκ. δολάρια το χρόνο από το παραδοσιακά κύριο εξαγωγικό προϊόν της. Ακόμη και αν δεχτούμε ότι η πτώση της τιμής του χαλκού δεν οφειλόταν στις πιέσεις των «θεσμικών επενδυτών» και των ιμπεριαλιστικών κρατών με στόχο τη Χιλή και ότι ήταν καθαρά «συγκυριακή», η ουσία δεν αλλάζει. Αλλα προβλήματα ήταν η άνοδος της τιμής των εισαγομένων προϊόντων, κυρίως τροφίμων και πετρελαίου. Η φυγή ειδικευμένων επιστημόνων στο εξωτερικό, η κωλυσιεργία της διοίκησης, το σαμποτάρισμα της παραγωγής, οι βομβιστικές ενέργειες κατά εργοστασίων, γεφυριών κλπ. Η απόκρυψη εμπορευμάτων και η παρεμπόδιση μεταφοράς τους.

Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προσπάθησε να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση αυξάνοντας τη φορολογία των εύπορων στρωμάτων για να αυξήσει τα έσοδα. Κάλεσε επίσης τους εργαζόμενους να αυξήσουν την παραγωγή και την παραγωγικότητα της εργασίας, ενώ προσπάθησε να αναπτύξει παραπέρα το σχεδιασμό. Για το πρόβλημα των εισαγωγών και εξαγωγών η Χιλή προσανατολίστηκε περισσότερο στις σχέσεις συνεργασίας με τη Σοβιετική Ενωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες. Η ΕΣΣΔ χορήγησε δάνειο με ευνοϊκούς όρους για την αγορά τροφίμων. Ομως, δεν υπήρξε μια ποιοτική μεταβολή στον τομέα αυτόν που θα οδηγούσε στη σταδιακή μείωση των δυνατοτήτων του ιμπεριαλισμού για άσκηση οικονομικής πίεσης.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των εσόδων από την αύξηση της φορολογίας των μεγάλων επιχειρηματιών ήταν βέβαια σωστό μέτρο, δεν ήταν όμως επαρκές. Χρειαζόταν να προχωρήσουν παραπέρα οι εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων του μεγάλου κεφαλαίου. Ετσι θα μπορούσε να αφαιρεθεί οικονομική ισχύς από την αστική τάξη, να περιοριστούν οι δυνατότητές της για άσκηση πιέσεων, εξαγορά προσώπων κλπ. Ακόμη με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε η κυβέρνηση να διαθέσει περισσότερα οικονομικά μέσα για την επίλυση των προβλημάτων. Θα γινόταν επίσης πιο αποτελεσματικός και περισσότερο ουσιαστικός ο σχεδιασμός και η αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων.

Τέλος, στον τομέα της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας τα αποτελέσματα των εκκλήσεων της κυβέρνησης ήταν βέβαια αξιόλογα, αλλά όχι καθοριστικά. Σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομίας και κυρίως αστικής εξουσίας, οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν με τον τρόπο και στο βαθμό που γνώρισε η ανθρωπότητα, μετά τις μεγάλες σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα.

Ακόμη, η φυγή ειδικών στο εξωτερικό, το σαμποτάζ, η απόκρυψη εμπορευμάτων θα περιορίζονταν καλύτερα και θα ελαχιστοποιούνταν στο βαθμό που βάθαινε η συνεργασία με τις σοσιαλιστικές χώρες που μπορούσαν να παράσχουν ειδικούς και μέσα για την αντιμετώπιση του οικονομικού σαμποτάζ. Επίσης, μια πιο θαρραλέα πολιτική έναντι της άρχουσας τάξης θα ισχυροποιούσε το σχεδιασμό, τον έλεγχο, την καταγραφή και τη διακίνηση των εμπορευμάτων, θα αποθάρρυνε τη συμμαχία των μικροαστικών στρωμάτων με το μεγάλο κεφάλαιο και την αντίδραση και με ορισμένα μέτρα στήριξής τους απέναντι στην πίεση του μεγάλου κεφαλαίου, πιθανά θα έγερναν προς την κυβέρνηση.

Ομως, ο σχεδιασμός, ο έλεγχος και το σύνολο αυτών των μέτρων απαιτούσαν μια άλλη κρατική δομή που να μπορεί να υλοποιήσει αυτά τα καθήκοντα. Το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ερχόταν με πιεστικό τρόπο στην επιφάνεια. Μονάχα έτσι ο σχεδιασμός θα αποκτούσε αποφασιστική οντότητα, ο έλεγχος το ίδιο, ο ανεφοδιασμός θα γινόταν με την αποτελεσματικότητα που μόνο η εργατική, λαϊκή ενεργητική συμμετοχή μπορούν να επιτύχουν, χωρίς την κωλυσιεργία του αστικού κρατικού μηχανισμού.

Οπωσδήποτε η κυβέρνηση, όπως προαναφέρθηκε, πήρε κάποιες πρωτοβουλίες. Αξιοποίησε ακόμη, σε ένα βαθμό, τη λαϊκή πρωτοβουλία και οργάνωση για να λύσει το πρόβλημα του ανεφοδιασμού. Ομως, συνολικά δεν ξεπέρασε το κρίσιμο όριο που θα έθετε το ερώτημα της κατάκτησης της εξουσίας από τις λαϊκές δυνάμεις και που θα προσέδιδε αποτελεσματικότητα ποιοτικά ανώτερη σε όλες τις ενέργειές της.

Είναι γεγονός ότι, μέσα στην οικονομική κρίση και την επίθεση των αντιδραστικών δυνάμεων, πολλά εργοστάσια, όχι μόνο μεγάλα αλλά και μεσαία ή μικρά καταλήφθηκαν από τους εργάτες οι οποίοι απαιτούσαν την εθνικοποίησή τους. Επρόκειτο για μια αυθόρμητη απάντηση στην οικονομική και πολιτική επιθετικότητα της ολιγαρχίας. Η αντίδραση αυτή στηρίχτηκε και από τους αριστεριστές του Κινήματος Επαναστατικής Αριστεράς (MIR), το οποίο δεν είχε όμως αξιόλογη επιρροή. Η εργατική τάξη μάλλον απαντούσε αυθόρμητα στη σχετική διστακτικότητα της κυβέρνησης, της ασκούσε με την πράξη της κριτική.

Στις δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας ή τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, υπήρξαν αυταπάτες για τις δυνατότητες της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και την επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και του ιμπεριαλισμού μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς να λυθεί το πρόβλημα της εξουσίας. Μαζί με τις αυταπάτες πρέπει να συνυπολογιστεί η μη διάθεση συνολικής σύγκρουσης με την ολιγαρχία που υπήρχε σε κάποιες από τις συνεργαζόμενες δυνάμεις ή για άλλες μη ξεκάθαρη αντίληψη των πραγματικών καθηκόντων της ταξικής πάλης που έμπαιναν στην ημερήσια διάταξη και τέλος για άλλες όλοι αυτοί οι παράγοντες συνυπήρχαν.


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΙΕΣΗ

Παράλληλα με την οικονομική πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ και η ολιγαρχία της Χιλής αυξανόταν και η πολιτική δραστηριότητα της αντίδρασης εκμεταλλευόμενη ακριβώς τις οικονομικές δυσκολίες. Ο κύριος στόχος της άρχουσας τάξης ήταν να κερδίσει τα μεσαία στρώματα και να κλονίσει την επιρροή της Λαϊκής Ενότητας στην εργατική τάξη. Στην προσπάθεια αυτή η αντίδραση χρησιμοποιούσε συνδυασμένα τα νόμιμα και τα παράνομα μέσα, την προπαγάνδα και την εξαγορά, την κοινοβουλευτική πάλη και το πεζοδρόμιο. Επρόκειτο πραγματικά για «εμπνευσμένη» πολιτική προσπάθεια. Η άρχουσα τάξη της Χιλής με τη στενή καθοδήγηση της CIA εκμεταλλεύθηκε στο πεδίο αυτό την πλούσια πολιτική της πείρα. Φαίνεται επίσης πως διδάχθηκε πολλά από τη μελέτη του λαϊκού κινήματος.

Τον Οκτώβρη του 1971 εκτυλίχτηκε καμπάνια των συντηρητικών δυνάμεων ενάντια στην πρόθεση της κυβέρνησης να εθνικοποιήσει τη βιομηχανία χαρτιού. Βασικό επιχείρημα ήταν ότι η εθνικοποίηση αποτελεί πρόσχημα για την κατάργηση της ελευθερίας του Τύπου.

Το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου επισκέφθηκε τη Χιλή ο Φιντέλ Κάστρο, ο οποίος περιόδευσε σε όλη τη χώρα, μίλησε σε συγκεντρώσεις τονίζοντας την ανάγκη ενότητας των αριστερών δυνάμεων και επικρίνοντας τη στάση του αριστερίστικου MIR που αυτοπαρουσιαζόταν ως καστρικής και γκεβαρικής κατεύθυνσης. Η αντιπολίτευση ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών για δήθεν παρέμβαση του Κάστρο στα εσωτερικά της χώρας.

Την 1 Δεκέμβρη 1971 γυναίκες, κυρίως των πιο εύπορων στρωμάτων του Σαντιάγο, οργάνωσαν διαμαρτυρία στους δρόμους της πόλης κρατώντας άδειες κατσαρόλες. Κατά τη διάρκεια της πορείας έγιναν βανδαλισμοί από ακροδεξιά στοιχεία. Παράλληλα, οργανώνεται η απόκρυψη εμπορευμάτων, η μαύρη αγορά και η κερδοσκοπία. Η κυβέρνηση απάντησε με τη δημιουργία σωματείων προστασίας των καταναλωτών και για τον έλεγχο των εμπόρων από τους καταναλωτές.

Το Μάρτη του 1972 αποκαλύφθηκε σχέδιο της νεοφασιστικής οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία» που προέβλεπε τη δημιουργία ταραχών και στρατιωτικής ανταρσίας για την κατάληψη του προεδρικού μεγάρου.

Τον επόμενο μήνα η αστική αντιπολίτευση οργάνωσε την «Πορεία για τη Δημοκρατία» στο Σαντιάγο που συγκέντρωσε 200 χιλιάδες άτομα. Η Λαϊκή Ενότητα απάντησε με την «Πορεία για την Πατρίδα» που συγκέντρωσε πάνω από 400 χιλιάδες.

Τέλη Αυγούστου του 1972 οργανώθηκε η απεργία της ομοσπονδίας εμπόρων λιανικής πώλησης. Λίγες μέρες μετά γίνεται διαδήλωση 700 χιλιάδων ατόμων υποστηρικτών της Λαϊκής Ενότητας για τη δεύτερη επέτειο από την εκλογή του Αλιέντε. Μια βδομάδα αργότερα, στις 11 Σεπτέμβρη, αποτυγχάνει η δεύτερη δολοφονική απόπειρα ενάντια στον Αλιέντε.

Στο μεταξύ οι οικονομικές δυσκολίες εντείνονται κάτω από το βάρος του οικονομικού σαμποτάζ και του «αόρατου αποκλεισμού». Τον Οκτώβρη, η ομοσπονδία ιδιοκτητών φορτηγών αυτοκινήτων ξεκινά απεργία αόριστης διάρκειας. Ακολουθούν οι έμποροι λιανικής πώλησης και μετά οι σύλλογοι των γιατρών, των δικηγόρων και άλλοι. Οι απεργίες οργανώθηκαν κάτω από τις εντυπώσεις δυσαρέσκειας που επηρέασαν κυρίως τα μεσαία στρώματα, αλλά και με τη χρησιμοποίηση των μεθόδων του εκβιασμού, της τρομοκρατίας, των απειλών (όχι μόνο συνδικαλιστών αλλά πολύ πλατύτερα) καθώς οι πράκτορες της CIA και οι φασιστικές οργανώσεις δρούσαν σχεδόν ανενόχλητοι. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι η τιμή του δολαρίου στη μαύρη αγορά την περίοδο αυτή έπεσε, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι διακινήθηκε μεγάλη ποσότητα αμερικάνικου νομίσματος για εξαγορές σε μεγάλη κλίμακα. Οσοι συνδικαλιστές ή εργαζόμενοι δεν πείθονταν και δεν εξαγοράζονταν ή δίσταζαν να συμμετέχουν στην απεργία, εξαναγκάζονταν από τις ομάδες τραμπούκων.

Η κυβέρνηση απάντησε με συλλήψεις συνδικαλιστών ηγετών της αντιπολίτευσης, επίταξη φορτηγών και δημιουργία δικτύου διανομής βασισμένο στις λαϊκές οργανώσεις. Παράλληλα, διαπραγματευόταν με τους απεργούς υποσχόμενη λύσεις στα προβλήματά τους. Η απεργία τελικά έληξε στις αρχές Νοέμβρη. Δεν κράτησε ούτε ένα μήνα αν και ο συνέπειές της στην οικονομία ήταν ορατές, κυρίως, εξαιτίας της γεωγραφικής διάρθρωσης της Χιλής.

Στην εκτόνωση της κατάστασης βοήθησε ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης. Σε αυτήν πλέον συμμετείχαν ο πρόεδρος και ο γραμματέας των εργατικών συνδικάτων ενώ τη θέση του υπουργού εσωτερικών και αντιπροέδρου της κυβέρνησης κατέλαβε ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Πράτς. Υπήρχαν ακόμη δύο στρατιωτικοί με υπουργικά χαρτοφυλάκια. Ο Πρατς μαζί με άλλους υπουργούς ήταν που ζήτησε τον τερματισμό της απεργίας υποσχόμενος ικανοποίηση αρκετών αιτημάτων και ομαλή διεξαγωγή των κοινοβουλευτικών εκλογών που πλησίαζαν.

Oι εκλογές έγιναν το Μάρτη του 1973. Παρά την έξαλλη προπαγανδιστική εκστρατεία της αντίδρασης, η Λαϊκή Ενότητα έλαβε το 44% των ψήφων, λίγο λιγότερο βέβαια από τις δημοτικές του 1971, αλλά κατά 8% περισσότερο από τις προεδρικές του 1970. Αύξησε μάλιστα και την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση καθώς οι προηγούμενες βουλευτικές εκλογές είχαν γίνει πριν το 1970 οπότε οι αριστερές δυνάμεις δεν είχαν ούτε καν τη σχετική πλειοψηφία. Από την άλλη, οι δυνάμεις της αντίδρασης δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν τα 2/3 των εδρών που χρειάζονταν, με βάση το Σύνταγμα, για να καθαιρέσουν τον πρόεδρο.

Ενα μήνα μετά τις εκλογές η αντιπολίτευση συνέρχεται από την ήττα της και καθοδηγεί την απεργία στα μεταλλεία χαλκού «Ελ Τενιέντε». Αν και συμμετέχει σε αυτήν μόνο το 35% του προσωπικού, η απεργία διαρκεί οκτώ εβδομάδες και η παραγωγή πέφτει κατά 70% περίπου.

Μετά από αντικυβερνητικές διαδηλώσεις και συγκρούσεις στους δρόμους με οπαδούς της κυβέρνησης, τον Ιούλη του 1973 στασίασε ένα σύνταγμα τεθωρακισμένων στο Σαντιάγο. Η στάση καταστάλθηκε από στρατεύματα υπό τον στρατηγό Πρατς. Κομμουνιστές και σοσιαλιστές συμφώνησαν στο μεταξύ να προωθήσουν την οργάνωση της «Λαϊκής Δύναμης», εργατικής ουσιαστικά πολιτοφυλακής.

Στις ένοπλες δυνάμεις γίνονταν το διάστημα αυτό απομακρύνσεις προοδευτικών και δημοκρατικών αξιωματικών από κρίσιμα πόστα, ενώ στρατιώτες και ναύτες συλλαμβάνονται, βασανίζονται, τιμωρούνται γιατί έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους με τα πραξικοπηματικά σχέδια. Ο ίδιος ο Πρατς προπηλακίζεται στο δρόμο από ομάδες αντιδραστικών και παραιτείται αργότερα από αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, καταγγέλλοντας ταυτόχρονα τα σχέδια για πραξικόπημα. Δολοφονήθηκε μετά το πραξικόπημα στην Αργεντινή όπου είχε καταφύγει με την οικογένειά του. Διάδοχός του στην αρχηγία ήταν ο Αουγκούστο Πινοτσέτ.

Παράλληλα, με πρόσχημα την εφαρμογή του νόμου για τον έλεγχο των όπλων, ο στρατός τρομοκρατεί τα εργατικά συνδικάτα και άλλες λαϊκές οργανώσεις κάνοντας εφόδους και βιαιοπραγώντας. Ο νόμος είχε ψηφιστεί συναινετικά από κυβέρνηση και αντιπολίτευση με στόχο, υποτίθεται, την ειρήνευση και τον αφοπλισμό των ένοπλων οργανώσεων πολιτών από όποιο χώρο και αν προέρχονταν. Στην πραγματικότητα ο νόμος χρησιμοποιήθηκε για να τρομοκρατήσει τις προοδευτικές δυνάμεις, να κάνει ο στρατός μια «πρόβα τζενεράλε», ενώ οι δεξιές παραστρατιωτικές ομάδες έμειναν ανενόχλητες. Παράλληλα, νέα απεργία των ιδιοκτητών φορτηγών ξέσπασε τον Ιούλη 1973 και συνοδεύτηκε από δολοφονίες (ανάμεσά τους ο υπασπιστής του Αλιέντε, πλωτάρχης Αράγια), ανατινάξεις και εμπρησμούς εργοστασίων.

Στις 4 Σεπτέμβρη, μια βδομάδα πριν το πραξικόπημα, 800.000 οπαδοί της Λαϊκής Ενότητας συγκεντρώθηκαν για να γιορτάσουν την τρίτη επέτειο από την εκλογή του Αλιέντε.


TΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ

Στις 11 Σεπτέμβρη 1973 εκδηλώθηκε το πραξικόπημα του Πινοτσέτ. Καταλήφθηκε το βασικό λιμάνι της χώρας, βομβαρδίστηκαν ραδιοφωνικοί σταθμοί. Διεξήχθηκαν μάχες ενάντια σε λίγους οπλισμένους εργάτες της Λαϊκής Ενότητας στο προεδρικό μέγαρο, σε εργοστάσια, στο πανεπιστήμιο, σε γραφεία εφημερίδων. Γύρω στις δύο το μεσημέρι ο Αλιέντε ήταν νεκρός.

Αρχισαν μαζικές συλλήψεις στελεχών και μελών της Λαϊκής Ενότητας, εκτελέσεις επί τόπου άοπλων αγωνιστών, άγριοι ξυλοδαρμοί. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, κολαστήρια βασανιστηρίων και εκτελέσεων δημιουργήθηκαν απ’ άκρη σε άκρη σε όλη τη χώρα. Οι φρικαλεότητες της πρώτης κιόλας ημέρας του πραξικοπήματος καταγράφτηκαν χαρακτηριστικά στην ανταπόκριση των δύο Γερμανών πολιτών που ήταν ανταποκριτές της γερμανικής ραδιοφωνίας: «Μπροστά μας εκτέλεσαν 400 με 500. Ηταν η μεγαλύτερη ομάδα που εκτελέστηκε μέσα στο γήπεδο. Το άλλο που μπορούμε να πούμε είναι ότι ακούσαμε και είδαμε να σκοτώνουν τους ανθρώπους με το ξύλο. Δεν τους βασάνιζαν, τους χτυπούσαν μέχρι να πεθάνουν».

Η παγκόσμια δημοκρατική κοινή γνώμη έκανε λόγο για «νέα Τζακάρτα», αφού η αγριότητα και οι σφαγές στη Χιλή πήραν τέτοια έκταση που θύμισαν σε όλους τις σφαγές στην Ινδονησία το 1965. Πολλοί παρομοίασαν τότε, και όχι μόνο αριστερές πολιτικές δυνάμεις, τις μεθόδους του καθεστώτος Πινοτσέτ με εκείνες του ναζισμού: πνιγμοί κρατουμένων που τους είχαν δέσει τα χέρια στο νερό, ξερίζωμα των μελών με τανάλιες, επί τόπου τουφεκισμοί εργατών προς παραδειγματισμό όταν σε κάποιο ορυχείο κατέβηκαν σε απεργία λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα. Ακόμη και σήμερα η εισαγγελία της Ισπανίας και όχι μόνο αυτή, κάνει λόγο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι νεκροί των πρώτων ημερών μετά το πραξικόπημα υπολογίστηκαν σε 30.000, ενώ οι κρατούμενοι σε φυλακές και στρατόπεδα στις 40.000.

Η Βουλή και τα κόμματα καταργήθηκαν στο όνομα της δημοκρατίας και του πατριωτισμού. Οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις αποδόθηκαν ξανά στις ξένες πολυεθνικές και στους ντόπιους επιχειρηματίες. Ο πληθωρισμός εξανέμισε το λαϊκό εισόδημα. Κάθε δημοκρατικό δικαίωμα καταργήθηκε. Οι εκτελέσεις γίνονταν είτε μετά από δίκη στο στρατοδικείο είτε χωρίς καμιά διαδικασία. Συλλήψεις στα σπίτια, έλεγχοι οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Η εγκύκλιος Νο 34/1973 της στρατιωτικής λογοκρισίας υπογράμμιζε ότι η λέξη εργάτης πρέπει να αντικατασταθεί σε όλες τις εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης από τις λέξεις «χειρώναξ υπάλληλος», ενώ η λέξη σύντροφος πρέπει να διαγραφεί από το λεξιλόγιο.

Δεν μπορεί βέβαια να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το πραξικόπημα και όσα ακολούθησαν ήταν ένα καλοστημένο και επεξεργασμένο σχέδιο της CIA. Ηταν για την ακρίβεια η τελική πράξη ενός σχεδίου που είχε κατά βάση αρχίσει να υλοποιείται πριν την εκλογή του Αλιέντε.

Οι υπηρεσίες των ΗΠΑ μελετούσαν επισταμένα τη χιλιάνικη κοινωνία. Mέχρι και κοινωνιολογικές έρευνες γίνονταν από ειδικευμένους επιστήμονες, Αμερικανούς και Χιλιανούς με υποτροφίες αμερικάνικων πολυεθνικών και κρατικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 είναι γνωστές τέτοιες έρευνες που μελετούσαν τις τάσεις στη χιλιανή κοινωνία, σε κάθε κοινωνική τάξη, αλλά και σε επιμέρους κοινωνικά στρώματα.

Επιπλέον, διευθυντικά στελέχη των αμερικάνικων πολυεθνικών που εκμεταλλεύονταν τη Χιλή και τους Χιλιανούς ήταν συνήθως και πράκτορες της CIA. Aυτοί ενορχήστρωσαν την κλιμάκωση της αντίδρασης ενάντια στη Λαϊκή Ενότητα μέχρι το πραξικόπημα. Τεράστια ποσά δαπανήθηκαν για την ενίσχυση των μέσων ενημέρωσης των αντιδραστικών δυνάμεων, για τη στρατολογία ανθρώπων, την εξαγορά άλλων, για τη συγκρότηση νόμιμων και παράνομων οργανώσεων, για τις πλουσιοπάροχες αμοιβές των στελεχών και μελών τους.

Επιπλέον, οι ΗΠΑ στηρίχτηκαν στη συμφωνία αμοιβαίας στρατιωτικής βοήθειας που υπήρχε ανάμεσα στις δύο χώρες πριν την εκλογή του Αλιέντε και την οποία η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας δίστασε να καταγγείλει. Ετσι, γίνονταν κοινά γυμνάσια, στρατιωτικοί σύμβουλοι και πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών (CIA, κατασκοπεία του στρατού ξηράς, του ναυτικού κλπ.) των ΗΠΑ είχαν κάθε νόμιμη δυνατότητα να ασκήσουν κάθε μορφής επιρροή στο στράτευμα. Αξιωματικοί της Χιλής εκπαιδεύονταν από Αμερικανούς στις σχολές των ΗΠΑ και στις γνωστές σχολές δολοφόνων που είχαν οι ΗΠΑ στον Παναμά, στο Πουέρτο Ρίκο, στις ΗΠΑ και που ειδικεύονταν ακριβώς στα πραξικοπήματα, καθώς και στην αντιμετώπιση και καταστολή των λαϊκών κινημάτων. Οι ΗΠΑ είχαν κάθε δυνατότητα να ασκήσουν νόμιμα υλική και ιδεολογική επίδραση.

Σήμερα πια είναι γνωστό ότι υπήρχε κέντρο που συντόνιζε το στρατό, τα κόμματα της συντηρητικής αντιπολίτευσης, τις παράνομες ή ημιπαράνομες ακροδεξιές οργανώσεις, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Στη Χιλή δρούσαν φανερά, νόμιμα, εκτός από τη στρατιωτική αποστολή των ΗΠΑ, 89 υπάλληλοι του υπουργείου εξωτερικών των ΗΠΑ και σχεδόν 1.500 μυστικά εισαγμένοι πράκτορες.

Αυτό που, κυρίως, φοβούνταν ντόπια ολιγαρχία και ΗΠΑ ήταν ο κίνδυνος, να ξεφύγει η Λαϊκή Ενότητα από τις αυταπάτες για τα όρια της αστικής νομιμότητας και να θέσει πρωτοβουλιακά η ίδια ή, τουλάχιστον, το πιο πρωτοπόρο κομμάτι της το ζήτημα της εξουσίας. Ηδη, με κοινή απόφαση του ΚΚ και του ΣΚ καθώς και με απόφαση της Συνομοσπονδίας Εργατών προωθούνταν, αν και με εξαιρετικά βραδείς ρυθμούς, η οργάνωση της εργατικής πολιτοφυλακής. Ανάλογες ενέργειες είχε προωθήσει πρωτύτερα το MIR.

Εξάλλου, η αντίδραση δεν ήθελε απλά μια ήττα του Αλιέντε. Ηθελε να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα στο λαϊκό κίνημα στη Χιλή, να κερδίσει μια στρατηγική νίκη έτσι ώστε να κάνει καιρό να σηκώσει το κεφάλι ο χιλιάνικος λαός και να κλείσει με ένα τρόπο και για κάποιο διάστημα το «μέτωπο» της Νότιας Αμερικής. Για το λόγο αυτό, έπρεπε να ακολουθήσει το ματοβαμένο μακελειό που γνωρίζουμε και το οποίο δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα των ενεργειών κάποιων φανατικών. Ηταν σχεδιασμένο να εξοντωθεί το πρωτοπόρο, το μαχητικό κομμάτι του χιλιάνικου λαού.

Εκτός των άλλων, το Σεπτέμβρη του 1973 είχαν ολοκληρωθεί οι προετοιμασίες του στρατού για το πραξικόπημα και είχε ολοκληρωθεί ο συντονισμός των διαφορετικών αποχρώσεων συντηρητικών δυνάμεων. Η απόπειρα πραξικοπήματος που έγινε δύο μήνες πριν βοήθησε σημαντικά στην εξάσκηση των πραξικοπηματιών του Σεπτέμβρη, γιατί δεν ήταν ένα «εύκολο» πραξικόπημα όπως το ελληνικό του 1967. Από την άλλη, η εμπειρία της απόπειρας του Ιούλη βοήθησε στο ξεκαθάρισμα (με συλλήψεις, μεταθέσεις κλπ.) και στον εντοπισμό των προοδευτικών αξιωματικών και στρατιωτών, έτσι ώστε λίγο πριν την εκκίνηση στις 11 Σεπτέμβρη να συλληφθούν και να εκτελεστούν πολλοί από αυτούς. Διαφορετικά δεν ήταν δεδομένη η αντίδραση του στρατού παρότι στη δομή και τη λογική και τη στελέχωσή του ήταν εκ των πραγμάτων αστικός και φιλο-ιμπεριαλιστικός. Υπήρχε κίνδυνος να αποτύχει το πραξικόπημα. Ακόμη παραπέρα υπήρχε για την άρχουσα τάξη ο κίνδυνος να διασπαστεί ο στρατός, έτσι ώστε ένα τμήμα του να αποτελούσε μαζί με την εργατική πολιτοφυλακή που ήταν στα σπάργανα, τη βάση ενός νέου, λαϊκού στρατού.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ;

Το πραξικόπημα προκάλεσε, εκτός των άλλων, περισσότερες θεωρητικές συζητήσεις για την εμπειρία της περιόδου Αλιέντε από ό,τι αυτή η περίοδος της διαυβέρνησης. Το ίδιο το ΚΚ Χιλής εξέτασε επανειλημμένα τα δεδομένα της εποχής.

Στα άρθρα και στα βιβλία που γράφτηκαν την εποχή εκείνη ή λίγο μετά από αυτήν συνηθίζεται να γίνεται λόγος για επανάσταση στη Χιλή. To ΚΚ Χιλής υποστήριζε ότι είχε ξεκινήσει η επαναστατική διαδικασία της οποίας πρώτο στάδιο ήταν η αντιιμπεριαλιστική, αντιολιγαρχική, δημοκρατική επανάσταση και το δεύτερο θα ήταν η καθαυτό σοσιαλιστική επανάσταση. Υπήρξε όμως πραγματικά επανάσταση στη Χιλή ανάμεσα στο 1970 και 1973; Με την επιστημονική έννοια του όρου, και μόνο μια τέτοια αντιμετώπιση πρέπει να επιφυλάσσουμε σε αυτόν, επανάσταση στη Χιλή θα υπήρχε αν είχε υπάρξει ανατροπή της αστικής εξουσίας και αντικατάστασής της από μια νέα εξουσία, δια μέσου της κινητοποίησης των μαζών[1].

Η εκλογική νίκη του 1970, παρά το γεγονός ότι υπήρξε καρπός και επιστέγασμα της ανόδου των λαϊκών αγώνων, δεν έδωσε την εξουσία στους εργαζόμενους και ούτε θα μπορούσε να το κάνει άλλωστε από μόνη της. Εδωσε μόνο τη δυνατότητα σχηματισμού της κυβέρνησης της «Λαϊκής Ενότητας», ως έκφρασης αλλαγών στο συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος της ολιγαρχίας και αποδυνάμωσης της εξουσίας της. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η αστική τάξη έχασε την κρατική εξουσία που είναι μηχανισμός δομημένος και στελεχωμένος με τρόπο που να εξυπηρετεί τα συμφέροντά της. Το κράτος διακρίνεται από την ενότητα του ταξικού του περιεχομένου, παρά την τυχόν σχετική αυτοτέλεια των επιμέρους μηχανισμών του. Κατά συνέπεια, με την αποδυνάμωση της αστικής τάξης στο κυβερνητικό επίπεδο, παρόλο που αυτό δεν είναι λίγο, δεν μπορεί να γίνει στα σοβαρά λόγος ούτε για κατάκτηση μέρους της κρατικής εξουσίας, όπως τότε θεωρήθηκε.

Σε άρθρο του το 1977, ο Βολόντια Τεϊτελμπόιμ, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Χιλής, σημείωνε ότι «διαμορφωνόταν στη Χιλή η προεπαναστατική κατάσταση» κατά την προεκλογική του 1970 περίοδο.

Με το σχηματισμό της κυβέρνησης Αλιέντε και τα πρώτα φιλολαϊκά μέτρα της όπως οι πρώτες εθνικοποιήσεις, η ένταση της αντίδρασης του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας άρχουσας τάξης και η αντίστοιχη κινητικότητα των μαζών ως απάντηση και απαίτηση για πορεία προς τα εμπρός, φαίνεται ότι άρχισαν να διαμορφώνουν συνθήκες επαναστατικής κατάστασης το διάστημα 1970-1973[2].

Τελικά, η Λαϊκή Ενότητα δεν τόλμησε να επιλύσει το ζήτημα της εξουσίας που είχε τεθεί επί τάπητος. Δεν ήταν τόσο οικονομικά μέτρα πιο ριζοσπαστικά ό,τι χρειάζονταν, αλλά ότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει το θέμα της πολιτικής εξουσίας, του κράτους. Η Λαϊκή Ενότητα έπρεπε να διαλέξει με δική της πρωτοβουλία το χρόνο της σύγκρουσης κατά τον οποίο θα είχε πετύχει τη μέγιστη λαϊκή συσπείρωση και θα είχε οργανωθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ομως, το ερώτημα που μπαίνει είναι: Ηταν δυνατόν με τις ιδεολογικοπολιτικές δεσμεύσεις και του ΚΚ στην πάση θυσία συμμόρφωση στην αστική συνταγματική νομιμότητα και με τις αυταπάτες της αφετηρίας του εγχειρήματος να κάνει τη μεγάλη στροφή και να επιχειρήσει το άλμα προς τα εμπρός;

Το πιο καίριο και ακανθώδες πρόβλημα ήταν αυτό του στρατού. Η πλειοψηφία των δυνάμεων της Λαϊκής Ενότητας είχε λεγκαλιστικές αυταπάτες για τον ταξικό χαρακτήρα και για τη στάση που θα τηρήσει τελικά ο στρατός ή δεν επιθυμούσε, δεν ήταν αποφασισμένη και δεν προετοιμαζόταν ουσιαστικά για τη ρήξη.

Η θέση του ΚΚ Χιλής για το στρατό ήταν λαθεμένη. Ο τότε Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του κόμματος, Λουίς Κορβαλάν, υποστήριζε σε συνέντευξή του το 1972 ότι στη Χιλή «οι αλλαγές μπορούν να γίνουν μόνο στα πλαίσια του νόμου, παίρνοντας υπόψη την εξέλιξη της κατανόησης από τους στρατιωτικούς του ρόλου τους στην κοινωνία που θέλει να χτίσει ο λαός» και ότι «οι στρατιωτικοί δεν επιδιώκουν την πολιτική εξουσία». Υπήρχε μάλιστα η αντίληψη πως «είναι αλήθεια ότι και οι στρατιωτικοί θεσμοί χρειάζονται μετασχηματισμό. Ομως ο μετασχηματισμός αυτός δεν πρέπει να επιβληθεί, αλλά να γεννηθεί μέσα στους στρατιωτικούς, να έρθει σαν αποτέλεσμα της πεποίθησής τους για την αναγκαιότητά του»!

Επιπλέον, δεν οργανώθηκε έγκαιρα, αλλά και όταν ξεκίνησε έμεινε στα μισά του δρόμου, η εργατική πολιτοφυλακή. Υπήρχαν, ωστόσο, από την αρχή πολλές ευκαιρίες για να προχωρήσει αποφασιστικά η υπόθεση αυτή. Τις έδινε η ίδια η τρομοκρατική δράση της αντίδρασης, γεγονός που θα νομιμοποιούσε τη δημιουργία πολιτοφυλακής ακόμη και σε λαϊκές μάζες που δεν ακολουθούσαν τη Λαϊκή Ενότητα. Η δουλειά στο στρατό, σε συνδυασμό με την πολιτοφυλακή και τις λαϊκές οργανώσεις θα δημιουργούσαν μια παράλληλη εξουσία που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας τις επιβουλές της CIA.

Η Λαϊκή Ενότητα έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε να ξεφύγει από τη σύγκρουση και μάλιστα την ένοπλη σύγκρουση με την άρχουσα τάξη, αντί να προετοιμάζεται ποικιλότροπα γι΄ αυτήν. Δε συνειδητοποιούσε ότι αυτή ήταν αναπόφευκτη, ότι η ολιγαρχία και ο ιμπεριαλισμός δε θα παρέδιδαν με κανένα τρόπο την εξουσία τους αμαχητί.

Παρ’ όλα αυτά και το πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας με ένα τρόπο, αλλά και το ΚΚ Χιλής, δια στόματος Λουίς Κορβαλάν, προειδοποιούσαν από το 1970 ότι «δεν αποκλείεται να αναγκαστεί στο μέλλον ο λαός να καταφύγει στη μια ή την άλλη μορφή ένοπλης πάλης». Υποστήριζαν επίσης ότι «σήμερα είναι καθήκον μας να στριμώξουμε στη γωνιά τους αντίπαλους των μετασχηματισμών, να τους δέσουμε τα χέρια, να τους φορέσουμε το ζουρλομανδύα, να απαλλάξουμε τη χώρα από τον εμφύλιο πόλεμο που αυτοί θα ήθελαν να την ρίξουν».

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η πεποίθηση των μικροαστικών κομμάτων που συμμετείχαν στη Λαϊκή Ενότητα ότι στη Χιλή, λόγω ιστορικής συγκυρίας και παράδοσης αποχής του στρατού από πραξικοπήματα, θα εξασφαλιζόταν ο «συνταγματικός, νόμιμος δρόμος» για την επανάσταση χωρίς να χρειαστεί σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και το κράτος της. Ετσι, απολυτοποιούσαν την αναγκαία και χρήσιμη στη φάση αυτή χρησιμοποίηση των κοινοβουλευτικών μεθόδων και θεωρούσαν απαράδεκτη οποιαδήποτε προετοιμασία για άλλα μέσα αγώνα. Σε μικρότερο βαθμό η απολυτοποίηση αυτή υπήρχε ακόμη και στο ΚΚ Χιλής. Αναπτύχθηκε κάποιου τύπου συνταγματισμός (κοινοβουλευτική αυταπάτη) που δεν επέτρεπε την παραβίαση του Συντάγματος από τις λαϊκές δυνάμεις ακόμη και εκεί που το Σύνταγμα έθετε σοβαρά εμπόδια για το φιλολαϊκό πρόγραμμα της Λαϊκής Ενότητας και όπου υπήρχε ευνοϊκός συσχετισμός δυνάμεων για ένα τέτοιο εγχείρημα. Οπως προαναφέρθηκε ούτε η συνταγματική δυνατότητα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών δε χρησιμοποιήθηκε το 1971, που η Λαϊκή Ενότητα είχε το 51% των ψήφων στις δημοτικές και που θα μπορούσε να κατακτήσει την πλειοψηφία στη Βουλή και να επιβάλει νέο Σύνταγμα.

Τα πρώτα σχετικά ολοκληρωμένα συμπεράσματα του ΚΚ Χιλής για την περίοδο Αλιέντε διατυπώθηκαν στην ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του τον Αύγουστο του 1974. Ο Λουίς Κορβαλάν συνοψίζοντας για το θέμα αυτό υποστήριζε ότι «πρώτο, το κόμμα επεξεργάστηκε σωστά την πολιτική γραμμή για όλη την περίοδο που το οδήγησε στη μερική κατάκτηση της εξουσίας, καθώς και στην πρώτη περίοδο δράσης της λαϊκής κυβέρνησης. Ωστόσο, τώρα έγινε σαφές ότι δεν είχαμε επεξεργαστεί αρκετά καθαρά τη γραμμή μας για την κατάκτηση όλης της εξουσίας και το πέρασμα από το ένα στάδιο της επανάστασης στο άλλο, που θα μας επέτρεπε πραγματικά να φτάσουμε στο σοσιαλισμό. Δεύτερο, δεν επεξεργαστήκαμε κατάλληλη στρατιωτική πολιτική».


EΠΙΛΟΓΟΣ

Το χτες και το σήμερα στη Χιλή, όπως και παντού αλλού, είναι αξεχώριστα. Η λαϊκή μνήμη πρέπει να μείνει ζωντανή για να θρέφει την αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς, για να μελετά επιστημονικά την ιστορική εμπειρία, τα διδάγματα της ταξικής πάλης.

Η περίοδος Αλιέντε είναι βαθιά διδακτική για το σήμερα και το αύριο. Οσο και αν οι διαφόρων αποχρώσεων σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να παραπλανήσουν το λαϊκό κίνημα, το αιματηρό πραξικόπημα του Πινοτσέτ επιμένει να μας θυμίζει τους βασικούς νόμους κίνησης της ιστορίας που αποκάλυψαν οι κλασικοί του μαρξισμού. Oι όποιες ιδιομορφίες που προκύπτουν από την ιστορική παράδοση, το διεθνή και εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων ή από άλλους δευτερεύοντες παράγοντες, δεν μπορούν ποτέ να αναιρούν τις γενικές νομοτέλειες που διέπουν κάθε επαναστατική διαδικασία.

Η αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς, η αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη ανάμεσα στο χιλιάνικο και στον ελληνικό λαό είναι και σήμερα απαραίτητη όσο τότε, στις δύσκολες ώρες της εγκληματικής φασιστικής εκτροπής. Τα χρόνια πέρασαν, οι μορφές επίσης άλλαξαν. Οι πόθοι των λαών παραμένουν ωστόσο αδικαίωτοι. Είκοσι επτά (27) χρόνια μετά το πραξικόπημα Πινοτσέτ, ο ιμπεριαλισμός παραμένει ο βασικός εχθρός της ανθρωπότητας.



Ο Δημήτρης Καλτσώνης είναι νομικός, συνεργάτης της ΚΟΜΕΠ.

* Σύγκρινε τη μ-λ θέση για το τσάκισμα του αστικού κράτους με τη μετάλλαξη του κράτους μέσω της «διαδικασίας εκδημοκρατισμού».

[1] Β. Ι. Λένιν: «Το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από τα χέρια μιας τάξης στα χέρια της άλλης είναι το πρώτο, το κύριο, το βασικό γνώρισμα της επανάστασης, τόσο με την αυστηρή επιστημονική έννοια, όσο και με την πρακτική πολιτική σημασία».

[2] Β. Ι. Λένιν: «Η χρεοκοπία της ΙΙης Διεθνούς», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1994, σελ. 16. «Για ένα μαρξιστή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επανάσταση είναι ανέφικτη χωρίς επαναστατική κατάσταση, αλλά η οποιαδήποτε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση. Ποια είναι μιλώντας γενικά, τα γνωρίσματα μιας επαναστατικής κατάστασης; Ασφαλώς δεν θα πέσουμε έξω, αν υποδείξουμε τρία βασικά γνωρίσματα, τα παρακάτω: 1) Η αδυναμία των αρχουσών τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους, η μία είτε η άλλη κρίση στις «κορυφές», η κρίση στην πολιτική της άρχουσας τάξης που προκαλεί ρωγμή, απ’ όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζομένων τάξεων. Συνήθως, για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό «τα κάτω στρώματα να μη θέλουν» να ζήσουν όπως παλιά. 2) Επιδείνωση, μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη, της ανέχειας και της εξαθλίωσης των καταπιεζόμενων τάξεων. 3) Σημαντικό ανέβασμα, για τους παραπάνω λόγους, της δραστηριότητας των λαϊκών μαζών, που σε «ειρηνική» εποχή υπομένουν ήρεμα την καταλήστευσή τους, ενώ σε καιρούς θύελλας ωθούνται τόσο από την όλη κατάσταση της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις «κορυφές», σε αυτοτελή ιστορική δράση. Χωρίς αυτές τις αντικειμενικές αλλαγές, που δεν εξαρτώνται όχι μόνο από τη θέληση των χωριστών ομάδων και κομμάτων, αλλά και χωριστών τάξεων, η επανάσταση, κατά γενικό κανόνα, είναι ανέφικτη. Το σύνολο αυτών των αντικειμενικών αλλαγών είναι αυτό που ονομάζεται επαναστατική κατάσταση...».



TOP READ