1 Αυγ 2012

Ένα κείμενο που έπρεπε ήδη να έχει τυπωθεί και να μοιράζεται παντού


Ένα κείμενο που έπρεπε ήδη να έχει τυπωθεί και να μοιράζεται παντού



Ένα κείμενο που πρέπει να μπει σε κάθε ελληνικό σπίτι, που πρέπει να διαβάσει κάθε εργαζόμενος. Για να μάθει και να κρίνει. Κάθε άνθρωπος που δεν του αφαίρεσαν ακόμα τη στοιχειώδη λογική. Και αφού το διαβάσει, να συλλογιστεί…

Πρόταση: να τυπωθεί  και να μπει ένθετο στο Ριζοσπάστη της Κυριακής.

Να τυπωθεί από το ΠΑΜΕ και τις άλλες οργανώσεις που συμπαραστάθηκαν στον ηρωικό αγώνα των χαλυβουργών και να φτάσει στα χέρια κάθε εργαζόμενου, άνεργου, συνταξιούχου, κάθε φοιτητή και μαθητή.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΟΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΗΚΕ  ΣΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΩΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΥΣΙΝΑΣ ΣΤΙΣ 28 ΙΟΥΛΗ 2012 (για την αναστολή της απεργίας).

Συνάδελφοι απεργοί Χαλυβουργοί,

Στην προηγούμενη συνέλευσή μας είχαμε πει πως πάμε στη συνάντηση με τον υπουργό εργασίας χωρίς αυταπάτες, και επιβεβαιωθήκαμε. Αποδείχτηκε ότι ο υπουργός σε συνεννόηση με το Μάνεση εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία. Εμπαίζει τους Χαλυβουργούς, παίζοντας το ρόλο του ταχυδρόμου ανάμεσα στο σωματείο και την εργοδοσία. Μας παραπλανά ότι δήθεν θα μελετήσει τις προτάσεις μας για να κερδίσει χρόνο για το Μάνεση. Με τη τρομοκρατία και τη βία των ΜΑΤ, με απειλές και εκβιαστικά τηλεφωνήματα στα σπίτια των απεργών, εκμεταλλεύοντας τη φτώχεια και τις δυσκολίες που έχουμε μετά από εννέα μήνες απεργίας, έχουν στόχο να μας διασπάσουν, να απομονώσουν το σωματείο για να μπορούν στη συνέχεια μαζί με την εργοδοσία να επιβάλουν χωρίς εμπόδια τα αντεργατικά τους σχέδια. Είναι γελασμένοι αν νομίζουν πως θα τους αφήσουμε να πετύχουν αυτό το στόχο τους. Το καθήκον μας είναι να τους αποτρέψουμε για να μπορούμε μαζί με το σωματείο μας να συνεχίσουμε τον αγώνα μας. 

Συνάδελφοι  απεργοί Χαλυβουργοί,

Πριν  από 272  μέρες  απέναντι στο εκβιαστικό  δίλλημα  του Μάνεση, πεντάωρο ή 180  απολύσεις, μέσα από την συνέλευση μας απαντήσαμε ομόφωνα απεργία.  Κάναμε δηλαδή  ότι έπρεπε   να κάνει κάθε  τίμιος  εργάτης  που σέβεται  τον εαυτό του  και την τάξη  του.

Κανένας  μας  τότε, δεν μπορούσε  να  προβλέψει  ότι ξεκινούσαμε ένα  απεργιακό αγώνα, ο  οποίος  θα εξελισσόταν σε ένα από  τους  πιο  λαμπρούς του  εργατικού  κινήματος της  χώρας  μας και διεθνώς, σε ορόσημο.

Κανένας  μας  τότε,  δεν  μπορούσε να  φανταστεί  ότι  είχαμε  τόση μεγάλη  δύναμη, αντοχή, ώστε  να  αντιμετωπίσουμε παλικαρίσια  μια  σειρά  εμπόδια  και  παγίδες,  πρωτόγνωρα  για  εμάς.

Κανένας μας τότε,  δεν μπορούσε  να φανταστεί  ότι  θα μπορούσαμε  να  οργανώσουμε  ένα  τέτοιο  μεγαλειώδη και σύνθετο αγώνα που θα πυροδοτούσε ένα πρωτόγνωρο κύμα αλληλεγγύης απ’ όλο τον κόσμο, που οι εργάτες θα το έκαναν δική τους υπόθεση.

Κανένας μας τότε, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι  θα  γίνουμε  αντικείμενο εκτίμησης, θαυμασμού από τους εργαζόμενους όλου του κόσμου.  Ότι  θα  γινόμασταν  η  αφορμή για  να  αναδειχθούνε   πιο  πολύ τα  βάσανα  των  βιομηχανικών  εργατών  και η  αναλγησία  των  αφεντικών, η ανειρήνευτη πάλη των δυο αντίθετων κόσμων.

Αποδείξαμε  ότι  είμαστε ικανοί,  όχι  μόνο για να  βγάζουμε μέσα από τη φωτιά και το σίδερο χρυσό  για τα  σεντούκια  του Μάνεση, αλλά και  για να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας. Να οργανώνουμε  συλλογικά  και  να περιφρουρούμε μεγάλους  και  σκληρούς  ταξικούς  αγώνες. Το συμπέρασμα είναι ότι ποτέ δεν θα τα μαθαίναμε και δεν θα τα αποκτούσαμε αυτά, αν δεν νικούσαμε το φόβο. Αν δεν είχαμε μπει ενωμένοι και αποφασισμένοι στον αγώνα.

Έχουμε ένα πολύ πλούσιο απολογισμό

Οργανώσαμε 20 συνελεύσεις,  όπου  συλλογικά εκτιμούσαμε την κατάσταση  και  καθορίζαμε  τα  επόμενα  βήματα  μας.  Συγκροτήσαμε  στο  πλάι του ΔΣ,  διάφορες  επιτροπές που  βοηθούσαν  στην  καλύτερη  οργάνωση,  στην περιφρούρηση, στην προπαγάνδιση και στην αλληλεγγύη. Μπήκανε όλα  τα  μέλη των οικογενειών μας  στον  αγώνα, γυναίκες και παιδιά.

Απευθύναμε  ανοιχτό κάλεσμα  προς όλη  την εργατική τάξη  και τον εργαζόμενο λαό, για  να  στηρίξει  τον αγώνα μας. Πυροδοτήσαμε ένα πρωτόγνωρο  κίνημα  αλληλεγγύης  από  όλες  τις  γωνιές  της Ελλάδας και  από  πολλά  μέρη του  εξωτερικού.

Διοργανώσαμε μπροστά  στο εργοστάσιο πάνω από 50 εκδηλώσεις. συγκεντρώσεις, συλλαλητήρια, συναυλίες, παρουσιάσεις  βιβλίων, εκδηλώσεις για τα  παιδιά, για τις  γυναίκες. Κάναμε  όλοι  μαζί  Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Απόκριες, Πάσχα, γίναμε μέσα από τον αγώνα «μια οικογένεια» όπως πρέπει να είναι οι εργάτες.

Από  την πύλη της Χαλυβουργίας  πέρασαν χιλιάδες  εργαζόμενοι, νέοι, συνταξιούχοι, χιλιάδες  μαθητές , σπουδαστές, εργαζόμενοι από  όλο τον κόσμο. Μετατράπηκε  σε  σχολείο ταξικής  διαπαιδαγώγησης  και  αφύπνισης.

Βγάλαμε  τον αγώνα μας έξω από  την πύλη της Χαλυβουργίας, έφτασε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Μεταφέραμε  το κάλεσμα των Χαλυβουργών  σε  δεκάδες  εργοστάσια  στην Αττική  και σε άλλες  πόλεις. Είναι  100δες  τα  συλλαλητήρια  και  οι  εκδηλώσεις αλληλεγγύης  που  έγιναν  σε όλα  τα  μέρη  της  Ελλάδας  και σε  10δες  πόλεις  του  εξωτερικού.

Προκαλέσαμε  μια  σειρά  απεργίες αλληλεγγύης  στο Θριάσιο ,  στην Αττική,  στον Βόλο, στο να οργανωθεί καλύτερα η αντίσταση των εργατών σε πολλούς χώρους δουλειάς.

Ο  αγώνας  μας έγινε  πηγή αγωνιστικής έμπνευσης   για  τους   εργάτες, για τους νέους, για τους μαθητές. Είναι 100δες  και συγκινητικά τα  γράμματα  από μαθητές  που  έκφρασαν  την αλληλεγγύη  τους. Γράφτηκαν  ποιήματα, φτιάχτηκαν τραγούδια και  είναι σίγουρο ότι θα γραφτούν ακόμα  περισσότερα  στο μέλλον. Ο αγώνας μας θα διαβάζεται, θα συζητιέται και θα τραγουδιέται για πολλά χρόνια ακόμα.

Ο  «άγνωστος» Χαλυβουργός  του Ασπροπύργου,  έγινε  σημείο αναφοράς  για   εκατομμύρια  εργάτες    σε  όλο  τον κόσμο. Ο αγώνας μας  γράφτηκε ήδη με χρυσά γράμματα στην ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα αλλά και παγκόσμια. Πρόσφερε πλούσια πείρα και συμπεράσματα για αξιοποίηση στους μελλοντικούς αγώνες. Για αυτό η προσφορά του είναι τεράστια.

Ορισμένοι καλοπροαίρετα ή   και άλλοι κακοπροαίρετα αναρωτιούνται : «τι βγήκε από αυτό τον αγώνα», «τι κέρδισαν οι χαλυβουργοί, αφού τα  αιτήματα  τους  δεν υλοποιήθηκαν».

Εμείς τους λέμε πως η απάντηση είναι απλή. Κανένας μεγάλος αγώνας δεν έγινε ούτε θα γίνει, έχοντας εκ των προτέρων εξασφαλισμένους τους όρους για τη νίκη, έχοντας προβλέψει αλάθητα όλες τις πιθανότητες. Στη ζωή τέτοιοι αγώνες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο στα μυαλά των γραφειοκρατών, των βολεμένων, των φοβισμένων, και των συμβιβασμένων.
Κανένας πραγματικός αγώνας δεν γίνεται χωρίς θυσίες, ακόμα και νεκρούς. Η ιστορία του εργατικού   κινήματος  το επιβεβαιώνει. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος, γιατί όλοι μας βοηθάνε να διδασκόμαστε, να γίνουμε καλύτεροι. Αυτά που πήγε να αφαιρέσει ο Μάνεσης από εμάς, κάποιοι άλλοι πριν από εμάς, τα κατέκτησαν με σκληρούς και αιματηρούς αγώνες.

Κάθε αγώνας είναι συνέχεια των προηγούμενων και προετοιμάζει τους επόμενους. Είναι μια μάχη στον πόλεμο που κάνουν οι εργάτες μέχρι να καταργήσουν την εκμετάλλευση, να ανατρέψουν τους εκμεταλλευτές τους, να πάρουνε την εξουσία και να οικοδομήσουνε την δική τους κοινωνία.

Το αποτέλεσμα ενός αγώνα δεν μετριέται μόνο με το πόσα παίρνεις ή δεν παίρνεις στο χέρι. Υπάρχουν αγώνες που προσφέρουν πολύ περισσότερα από όσα παίρνεις στο χέρι, γιατί προετοιμάζουν τα επόμενα βήματα, τις επόμενες μάχες συνολικά της εργατικής τάξης. Βοηθάνε σημαντικά στην γενικότερη αφύπνιση, να σπάσει η τρομοκρατία, γίνονται ορόσημα. Τέτοιος είναι ο απεργιακός αγώνας των  Χαλυβουργών, με τέτοια κριτήρια πρέπει να κριθεί. Έτσι τον έχουνε κρίνει όλοι οι εργαζόμενοι, για αυτό εδώ και αρκετό καιρό, μας θεωρούν ήδη νικητές.

Τι καταφέραμε με τον αγώνα μας

Ο δικός μας αγώνας έφερε  στο  προσκήνιο τη δύναμη και την αξία του ενωμένου ταξικού αγώνα, το μεγαλείο και τη δύναμη της εργατικής αλληλεγγύης. Τα χαρίσματα και τις καλές παραδόσεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος στη χώρα μας. Τα ατσάλινα, πειθαρχημένα πρωτοπόρα χαρακτηριστικά του βιομηχανικού εργάτη.

Έσπασε το φόβο, τον τσαμπουκά της εργοδοσίας, χτύπησε τη μοιρολατρία, την κλάψα και τη γκρίνια. Προκάλεσε σοβαρό πλήγμα στο λεγόμενο ρεαλισμό, στη συμβιβαστική λογική του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, στην απάτη του λεγόμενου κοινωνικού διαλόγου.

Απέδειξε με πολύ παραστατικό τρόπο ποιοι είναι οι παραγωγοί του πλούτου, και ποιοι είναι αυτοί που τον κλέβουν. Έριξε περισσότερο φως στο δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει κάθε τίμιος εργάτης που σέβεται τον εαυτό του, την τάξη του, απέναντι στην κόλαση που πάνε να τον ρίξουν.
Βοήθησε να αναδειχτούν οι δυσκολίες αυτού του δρόμου. Ότι δεν είναι στρωμένος με τριαντάφυλλα, ότι το κάθε βήμα προς τα μπρος θα απαιτεί κόπο, θυσίες, σύγκρουση με αδίστακτους και ισχυρούς αντιπάλους και μηχανισμούς, με την κρατική και εργοδοτική βία.

Ανέκοψε έστω και προσωρινά, τους αντεργατικούς σχεδιασμούς της εργοδοσίας, στην περιοχή του Θριάσειου και συνολικότερα της Αττικής. Η απεργία ξεκίνησε τη στιγμή που προετοιμαζόταν νέα γενικευμένη επίθεση, όπου πολλές μεγάλες επιχειρήσεις στην περιοχή και γενικότερα είχαν σχεδιάσει  να προχωρήσουν σε 5ωρα, 4ωρα, σε μειώσεις μισθών. Λόγω της απεργίας αναστάλθηκε προσωρινά η εφαρμογή τους.

Φώτισε περισσότερο την κόλαση που υπάρχει μέσα στα εργοστάσια. Ότι πίσω από τις βίλες και τη χλιδή του κάθε Μάνεση βρίσκεται η εκμετάλλευση, ο ιδρώτας, η δυστυχία, η φτώχια, τα σακατεμένα κορμιά των εργατών και οι νεκροί τους.

Στην πύλη της Χαλυβουργίας αναδείχτηκε πιο παραστατικά η σύγκρουση δύο αντίθετων τάξεων, δύο αντίθετων κόσμων, δύο αντίθετων πολιτισμών. Από τη μία η τάξη του Μάνεση, με την κυβέρνησή της, το κράτος της, τη δικαιοσύνη της, τα μέσα προπαγάνδας της, και τους ανθρώπους της στα συνδικάτα. Από την άλλη οι Χαλυβουργοί, με την τάξη τους, με τη συμπαράσταση και αλληλεγγύη, του ταξικού εργατικού κινήματος και των συμμάχων τους.

Από τη μία το πρότυπο της αστικής τάξης, δηλαδή του υποταγμένου στην εργοδοσία, του απεργοσπάστη, του ανθρώπου που “τον ενδιαφέρει μόνο το τομάρι του”, που γι’ αυτό πουλάει ακόμα και το μέλλον των παιδιών του. Αυτού που βγαίνει στην τηλεόραση και χωρίς ντροπή δηλώνει “ότι αφού ο Μάνεσης μου λέει να δουλέψω με αυτά που έδινε προηγούμενα δεν υπάρχει λόγος να απεργώ”, και δεν τον ενδιαφέρει τι θα γίνει με τους 120 απολυμένους συναδέλφους τους.

Από την άλλη είναι το πρότυπο του απεργού Χαλυβουργού, που για εννιά μήνες απεργεί, για να επαναπροσληφθεί ο συνάδελφός του στη δουλειά. Που έχει υποβάλλει τον εαυτό του και την οικογένειά του σε απίστευτη οικονομική και γενικότερη ταλαιπωρία, και παλεύει για την αξιοπρέπεια, την τιμή τη δική του και της τάξης του, που έβαλε το εμείς πάνω από το εγώ του.

Από τη μία είναι ο φοβισμένος, που η ιστορία θα τον βάλει εκεί που πρέπει στα αζήτητα, στα σκουπίδια, και τα παιδιά του θα ντρέπονται γι’ αυτόν. Από την άλλη ο ήρωας, που οι επόμενες γενιές της εργατικής τάξης θα τον αναφέρουν πάντα ως πρότυπο, θα προσπαθούν να του μοιάσουν και τα παιδιά του θα καμαρώνουν

Από τη μία η υποταγή, η σαπίλα, ο βάλτος, το γλείψιμο, το πισωγύρισμα.

Από την άλλη η υπερηφάνια, το καύσιμο για να κινείται ο τροχός της ιστορίας προς τα μπροστά, προς την απελευθέρωση συνολικά της εργατικής τάξης από την εκμετάλλευση.

Εμείς από αυτή τη σκληρή αναμέτρηση βγήκαμε νικητές.

Μας είχαν παρεξηγήσει. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να μας ξεγελάσουν με ένα ξεροκόμματο. Ότι το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε  ήταν να είμαστε σκλάβοι. Να δουλεύουμε με σκυμμένο το κεφάλι και να λιώνουμε το σίδερο για να βγάζουν κέρδος, για να ζούνε όλοι αυτοί καλά.

Κανένας από τους αντιπάλους μας, ο Μάνεσης, η κυβέρνηση, ο εργοδοτικός και κυβερνητικός συνδικαλισμός δεν μας περίμεναν τόσο δυνατούς. Μας υποτίμησαν, μας θεωρούσαν κατώτερους, φοβισμένους, με σκυμμένο το κεφάλι και έχασαν πανηγυρικά. Νόμιζαν ότι θα μας φοβίσουν, θα μας γονατίσουν, θα μας απομονώσουν από τους υπόλοιπους εργάτες και γελάστηκαν οικτρά.

Επιχείρησαν ακόμα, να αμαυρώσουν την προσπάθεια που έκαναν χιλιάδες εργαζόμενοι, να στηρίξουν και υλικά τον αγώνα μας, λέγοντας ότι “πληρωνόμαστε για να απεργούμε”. Προσπάθησαν να ταυτίσουν με την εξαγορά την εργατική αλληλεγγύη που μας προσέφερε από το υστέρημά της η εργατική τάξη για να αντέξουμε εμείς και οι οικογένειές μας.

Δεν τα κατάφεραν όμως, γιατί ο δικός μας μεγαλειώδης αγώνας δε λερώνεται, δεν τον πιάνει η λάσπη. Την ίδια τύχη θα έχουν όσοι και στο μέλλον προσπαθήσουν να λερώσουν τον αγώνα μας. Εμείς μιλήσαμε με τα έργα μας και όχι με ανέξοδες, παχιές κουβέντες. Μακριά από εμάς, τα εκ του ασφαλούς  μαθήματα αγωνιστικότητας.

Τους νικήσαμε όλους, αυτός είναι ο δικός μας απολογισμός. Τους νικήσαμε γιατί είχαμε το δίκιο με το μέρος μας, γιατί είμαστε ενωμένοι. Γιατί δεν μπόρεσαν να μας διασπάσουν με όσες προσπάθειες και αν έκαναν. Γιατί δουλεύαμε με βάση το «ένας για όλους και όλοι για έναν». Γιατί παλεύαμε και ταυτόχρονα περιφρουρούσαμε τον αγώνα μας.

Οι Χαλυβουργοί στάθηκαν αλύγιστοι, δεν φοβήθηκαν. Το χαλυβουργείο του Μάνεση σταμάτησε να βγάζει χρυσό που γέμιζε τα σεντούκια του με το δικό μας ιδρώτα. Αποδείχτηκε με τον καλύτερο τρόπο ποιοι είναι οι παραγωγοί του πλούτου, ποιοι έχουν τη δύναμη στα χέρια τους, ότι  «χωρίς εμάς γρανάζι δεν γυρνά». Αυτό ήταν ένα μεγάλο πάθημα για το Μάνεση, που μας θεωρούσε σκλάβους και ένα μεγάλο μάθημα για τους Χαλυβουργούς και όλους τους εργάτες, για τους πιο μεγάλους και σκληρούς μελλοντικούς αγώνες

Κατορθώσαμε αυτό που ίσως πριν από εννιά μήνες εθεωρείτο απίστευτο. Εργάτες να απεργούνε για εννιά μήνες για να γυρίσουν οι συνάδελφοί τους απολυμένοι στη δουλειά. Απολυμένοι να απεργούνε εννιά μήνες για να ξαναγυρίσουν στη δουλειά. Ποτέ δεν έχει ξαναγίνει αυτό. Γι’ αυτό και αυτοί που δεν έχουμε απολυθεί είμαστε υπερήφανοι για τους συναδέλφους μας απολυμένους, και αυτοί που είμαστε απολυμένοι είμαστε υπερήφανοι γιατί είχαμε την τύχη να έχουμε τέτοιους συναδέλφους.

Προχωράμε με ήσυχη τη συνείδησή μας

Εμείς έχουμε ήσυχη τη συνείδησή μας, πράξαμε το καθήκον μας στο ακέραιο. Πράξαμε αυτό που ήταν δίκαιο, τίμιο και αναγκαίο. Προχωρήσαμε μέχρι εκεί που κανένας πριν 272 μέρες δεν μπορούσε να φανταστεί.

Ο αντίπαλος χρησιμοποίησε για εννιά μήνες, όλα τα μέσα για να  μας  λυγίσει, να μας τσακίσει τη θέληση, την περηφάνια μας. Τις προσωπικές απειλές και τα απειλητικά τηλεφωνήματα στα σπίτια μας, σε εμάς και τις οικογένειές μας. Τους εκβιασμούς, τα δικαστήρια, τις προβοκάτσιες, τις συκοφαντίες, τους Γκαίμπελς των καναλιών του.

Τους δοκιμάσαμε  και  τους  αντιμετωπίσαμε όλους. Την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, τη συγκυβέρνηση του Παπαδήμου, τώρα τη συγκυβέρνηση του Σαμαρά. Το συμπέρασμα είναι ότι άλλαζαν τα κυβερνητικά σχήματα και οι υπάλληλοι και το αφεντικό έμεινε το ίδιο, ο Μάνεσης και η τάξη του. Ο καθένας έπαιξε το ρόλο του, προκειμένου ο Μάνεσης και η τάξη του να περνά καλά, να αυξάνονται τα κέρδη τους, πατώντας πάνω στα δικά μας πτώματα.

Τους αναγκάσαμε να ξεβρακωθούνε

Τελικά ο αντίπαλος αφού δεν κατόρθωσε με όλα αυτά να μας νικήσει αναγκάστηκε να βγάλει την μάσκα “της δημοκρατίας και του διαλόγου, την προβιά του λύκου” και να παρουσιαστεί όπως πραγματικά είναι, τύραννος, εχθρός των εργατών. Αναγκάστηκε να αφήσει στην άκρη τα όποια προσχήματα και να χρησιμοποιήσει το τελευταίο του όπλο, τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, κάτι που σήμερα είναι υπέρτερο από τις δυνάμεις μας.

Όλος ο κρατικός μηχανισμός, κυβέρνηση, κόμματα του κεφαλαίου, ταξική δικαιοσύνη, ΜΜΕ, δεκάδες κλούβες των ΜΑΤ, δεκάδες περιπολικά και εκατοντάδες ασφαλίτες συντονίστηκαν για να υπερασπίσουν το αφεντικό τους το Μάνεση. Για να  χτυπήσουν τους εχθρούς, τους εργάτες απεργούς. Να χτυπήσουν εμάς που χρόνια τώρα με τον ιδρώτα μας, όλους αυτούς τους ταΐζουμε.

Αφού με την πολιτική της ΕΕ και τους αντεργατικούς νόμους που ψήφισαν μετέτρεψαν τα εργοστάσια σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, έφεραν τώρα και τους δεσμοφύλακες, τους βασανιστές. Στρατοπέδευσαν έξω και μέσα από τη Χαλυβουργεία. Τώρα δίπλα στο ρουφιάνο της εργοδοσίας υπάρχει ο ΜΑΤατζής και ο ασφαλίτης.

Στρατοπέδευσαν και καθημερινά χτυπάνε τους εργάτες, με κλομπς, τους ραντίζουν με χημικά. Δεν μας έφτανε το καρκινογόνο δηλητήριο που μας ποτίζει χρόνια ο Μάνεσης στα καμίνια της Χαλυβουργίας, τώρα φροντίζουν να μας δώσουν και άλλο οι ΜΑΤατζήδες. Ήρθαν πλήρως οπλισμένοι, χτυπώντας άοπλους, ξέροντας ότι μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να κάνουν αυτό, που δεν μπορούσαν για εννιά μήνες.

Ήρθαν με την εντολή του πρωθυπουργού Σαμαρά, που δρα ως υπάλληλος του Μάνεση και της τάξης του. Που καυχιέται χωρίς ντροπή για την επιτυχία του. Που ηδονίζεται βλέποντας τις κλούβες έξω από τη Χαλυβουργία, όπως κάνουν οι θρασύδειλοι. Συνεργοί του είναι, ο Βενιζέλος, και ο Κουβέλης της Δημοκρατικής Αριστεράς, που απ’ ότι φαίνεται την έμαθε γρήγορα τη δουλειά. Το ρόλο του υπονομευτή, και της παραπλάνησης έχει αναλάβει ο υπουργός εργασίας Βρούτσης, νομίζοντας ότι μπορούσε να μας ξεγελάσει. Τους θυμίζουμε ότι και άλλοι προκάτοχοί τους είχαν προβλέψει το τέλος της πάλης των τάξεων και διαψεύστηκαν οικτρά. Το ίδιο θα γίνει και τώρα.

Μπροστά μας έχουμε μια νέα κατάσταση

Συνάδελφοι

Μετά τις τελευταίες εξελίξεις έχουμε μια νέα κατάσταση. Ο αγώνας μας έχει γίνει πιο δύσκολος και σύνθετος. Εμείς που δίνουμε εννιά μήνες ένα μεγαλειώδη και ηρωικό αγώνα, ξέρουμε καλύτερα από τον καθένα τις νέες δυσκολίες.

Απέναντί μας έχουμε ολόκληρο το κράτος και τους μηχανισμούς του. Έχουμε ένα οπλισμένο  στρατό  που διευκολύνει τον απεργοσπαστικό μηχανισμό του Μάνεση, να δουλεύει και να διακινεί έξω από το εργοστάσιο το εμπόρευμα που εμείς έχουμε παράγει. Η εποχή που διάλεξαν για να εφαρμόσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, έχει και αυτή τις δικές της ιδιαίτερες δυσκολίες.

Τώρα δίπλα στην πείνα που αντιμετωπίζουμε εμείς και οι οικογένειές μας, στις απίστευτες δυσκολίες και στερήσεις για να σταθούμε τόσο καιρό όρθιοι, υπερήφανοι, για να μη χάσουμε την αξιοπρέπειά μας, προστέθηκαν και αυτές.

Δεν το βάζουμε όμως κάτω. Γνωρίζουμε ότι αυτός ο αγώνας, όσο μεγάλος και αν είναι δεν ήταν ο πρώτος, ούτε θα είναι ο τελευταίος αγώνας που δίνουμε στη Χαλυβουργία. Η κατάσταση το επόμενο διάστημα θα χειροτερέψει, έρχεται νέα καταιγίδα αντεργατικών μέτρων, στα ωράρια, στους μισθούς, στις συντάξεις, στην υγεία, στην παιδεία, νέα φοροληστεία. Νέες δεκάδες χιλιάδες απολύσεις. Γι’ αυτό η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, θέλει να επιβάλει “το νόμο και την τάξη”.

Το αίτημα για αλλαγές στα ωράρια και στους μισθούς που προβλέπονται από τη σύμβασή μας, θα το ξαναφέρει σύντομα ο Μάνεσης, που τώρα το έχει προσωρινά αποσύρει λόγω της απεργίας. Αυτό το γνωρίζει και ο αντίπαλος, ξέρει ότι ο αγώνας δεν τελειώνει όταν λήξει αυτή η απεργία, γι’ αυτό παίρνει και αυτός τα μέτρα του για το πώς θα μας αντιμετωπίσει στη συνέχεια.

Είναι γελασμένοι όμως, όσοι νομίζουν ότι μπροστά στις νέες δυσκολίες θα τους κάνουμε αυτή τη χάρη. Τους λέμε ότι θα μείνουμε ενωμένοι, γιατί μπροστά μας έχουμε ακόμα πολύ δρόμο ώσπου το εργοστάσιο της Χαλυβουργίας, όπως και τα υπόλοιπα να πάνε σε αυτούς που ανήκουν, δηλαδή στους εργάτες.

Πως θα αντιμετωπίσουμε τη νέα κατάσταση

Συνάδελφοι

Η νέα κατάσταση δεν αντιμετωπίζεται ούτε με απεγνωσμένες κινήσεις, ούτε με ατομικές ενέργειες. Τη νέα κατάσταση μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε όπως αντιμετωπίσαμε και προηγούμενες άλλες δύσκολες φάσεις του αγώνα μας. Ενωμένοι, συλλογικά κάτω από τη καθοδήγηση του ΔΣ του σωματείου μας. Ο αντίπαλος εδώ στοχεύει τώρα, να σπάσει αυτό, για να έχει στη συνέχεια τα χέρια του λυμένα.

Το ΔΣ του σωματείου, παίρνοντας υπόψη τη νέα κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, την ανάγκη να συνεχίσουμε να δίνουμε τη μάχη συγκροτημένα, οργανωμένα, προτείνει την αναστολή αυτής της μορφής του αγώνα.

Μπαίνουμε ξανά στο εργοστάσιο οργανωμένα, συντεταγμένα με ψηλά το κεφάλι, με τη δική μας απόφαση και θέληση. Με το δοκιμασμένο σωματείο μας, και συνεχίζουμε με άλλες μορφές τον αγώνα.

Συνεχίζουμε την προσπάθεια για την υλοποίηση των αιτημάτων μας. Για να επαναπροσληφθούνε άμεσα 40 συνάδελφοι μας απολυμένοι. Για την σταδιακή επαναπρόσληψη των υπόλοιπων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Για να μη γίνει μέχρι τότε καμία νέα πρόσληψη εκτός των συναδέλφων μας απολυμένων. Ζητάμε να φύγουν σήμερα τα ΜΑΤ από την πύλη του εργοστασίου και όλες οι δυνάμεις καταστολής και παρακολούθησης που είναι μέσα στο χώρο του εργοστασίου.

Όλοι μαζί, ΔΣ, επιτροπή γυναικών, επιτροπή απολυμένων, συνεχίζουμε όπως γίνεται μέχρι σήμερα, να παλεύουμε για προβλήματα που έχουν σχέση με τα δάνεια συναδέλφων από τις τράπεζες, με λογαριασμούς των ΔΕΚΟ, με προβλήματα που έχουν σχέση με φάρμακα, υγεία και άλλα.

Είμαστε σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση, για να αντιδράσουμε άμεσα, αγωνιστικά, στην περίπτωση που η εργοδοσία επαναφέρει το αίτημα για αλλαγή ωραρίων και μεροκάματων.

Θα αξιοποιήσουμε όλα τα μέσα ώστε να διερευνηθούνε οι καταγγελίες που είδαν το φως της δημοσιότητας για την ύπαρξη ραδιενεργών υλικών. Θα αξιοποιήσουμε για όλα τα ζητήματα και τα όποια νομικά περιθώρια υπάρχουν.

Είμαστε σε ετοιμότητα για να αντιδράσουμε άμεσα, σε περίπτωση που η εργοδοσία προσπαθήσει με αυταρχισμό και τρομοκρατία, να αντιμετωπίσει τους ηρωικούς Χαλυβουργούς. Θα αντιμετωπίσουμε αποφασιστικά και μαχητικά κάθε προσπάθεια αυταρχισμού, δίωξης ή σπίλωσης σε βάρος του σωματείου μας, κάθε απεργού.

Θα πάρουμε μέτρα ώστε να συντονίσουμε πιο καλά τη δράση μας με το υπόλοιπο ταξικό εργατικό κίνημα, που ήταν και παραμένει το βασικό στήριγμά μας. Σε αυτή την προσπάθειά μας θα έχουμε την αλληλεγγύη των υπόλοιπων εργαζομένων, όπως γινόταν μέχρι σήμερα.

Θα επιδιώξουμε να συνεργαστούμε και με αυτούς τους συναδέλφους που κάτω από τα βάσανα και τις πιέσεις δεν μπόρεσαν να αντέξουν μέχρι το τέλος. Τους καλούμε στις νέες συνθήκες, να συνεχίσουμε τον αγώνα, ενωμένοι όπως κάναμε τόσους μήνες. Δεν τους ταυτίζουμε με τον απεργοσπαστικό μηχανισμό, με τον οποίο δεν έχουμε καμία σχέση, είναι αντίπαλός μας. 

Ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας, όλους τους εργαζόμενους στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, που για εννιά μήνες στήριξαν τον αγώνα μας ηθικά και υλικά. Ιδιαίτερα ευχαριστούμε το ΠΑΜΕ, που καθόλη τη διάρκεια του αγώνα μας, μέρα-νύχτα, μας βοήθησε και θα συνεχίζει να μας στηρίζει και στη συνέχεια. Στήριζε πρακτικά όλες τις αποφάσεις και τις πρωτοβουλίες που πήραμε, μετέφερε το μήνυμα των ηρωικών Χαλυβουργών σε όλες τις γωνιές της Ελλάδας, στα πέρατα του κόσμου. Ακριβώς, για αυτή του τη συμμετοχή το πολεμάει και το συκοφαντεί καθημερινά ο αντίπαλος.

Εμείς προσπαθήσαμε να ανταποκριθούμε όσο μπορούσαμε καλύτερα στην εμπιστοσύνη που μας έδειξαν και νομίζουμε πως τα καταφέραμε. Ρίξαμε αρκετό σπόρο, και είμαστε σίγουροι ότι το επόμενο διάστημα θα αποδώσει καρπούς για όλους τους εργαζόμενους. Οι πιο μεγάλοι και σκληροί αγώνες είναι μπροστά μας.

Γνωρίζουμε ότι η ιστορία το έφερε να βρεθούμε στην εμπροσθοφυλακή αυτού του αγώνα. Δεν πήραν όμως τα μυαλά μας αέρα, γιατί έχουμε συνειδητοποιήσει, πως ένα μικρό τμήμα της εργατικής τάξης όπως είμαστε εμείς, δεν μπορεί να τα βάλει με όλο τον κρατικό μηχανισμό, να ανατρέψει την κατάσταση, αν συνολικά η εργατική τάξη δεν ακολουθήσει το δρόμο των Χαλυβουργών, αν δεν αλλάξουν οι γενικότεροι πολιτικοί συσχετισμοί και στο εργατικό κίνημα.

Συνάδελφοι

Ο αγώνας μας αποτελεί  ήδη μια μεγάλη παρακαταθήκη. Τα παιδιά μας θα περπατάνε με ψηλά το κεφάλι, θα είναι υπερήφανα γιατί οι πατεράδες τους και οι μανάδες τους έκαναν το καθήκον τους. Γιατί στάθηκαν με ψηλά το κεφάλι, αψήφησαν την ταπείνωση και τον τρόμο της εργοδοσίας. Γιατί στάθηκαν αλύγιστοι, πάλεψαν για ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτούς και τα παιδιά τους.

Ο αγώνας μας θα αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και θαυμασμού στις επόμενες γενιές, θα αποτελεί πηγή έμπνευσης και παραδειγματισμού. Γυρίζουμε συντεταγμένα με ψηλά το κεφάλι και προς το παρόν συνεχίζουμε τον αγώνα για την υλοποίηση των αιτημάτων μας, με άλλες μορφές.

Ζήτω ο ηρωικός αγώνας των Χαλυβουργών
Ζήτω η εργατική τάξη
Ζήτω η εργατική αλληλεγγύη

Ο αγώνας συνεχίζεται μέχρι την τελική νίκη!


ΚΙΛΕΛΕΡ 1910
Η εξέγερση της αγροτιάς
«Τας ανωτέρω ιδέας προσπαθώ να
φυτεύσω εις την ψυχήν των χωρικών,
διά να γίνωσι μίαν ημέραν ελεύθεροι -
ήδη είνε είλωτες - και επειδή η εργασία
αύτη απαιτεί οικονομικήν ευρωστίαν -
οιονεί λίπασμα διά το φυτόν - διά τούτο
προσπαθώ το κατά δύναμιν ν' αφαιρεθώσιν
από τα κακώς κτηθέντα δικαιώματα των
τσιφλικιούχων, διά να δωθώσιν εις τους
αδίκως εξ αυτών απογυμνωθέντας χωρικούς...
Φρονώ ότι το δίκαιον είνε εκεί όπου το συμφέρον
των πολλών και όχι των ολίγων, επομένως
μεταχειρίζομαι τας δυνάμεις μου υπέρ της
εξαφανίσεως του τσιφλικιού και της πλήρους
ανεξαρτησίας του καλλιεργητού»
Μαρίνος Αντύπας1
Στις 6/19 Μαρτίου του 1910, ημέρα Σάββατο, πριν καλά - καλά ξημερώσει, οι κολίγοι απ' άκρη σ' άκρη της θεσσαλικής γης, με μαύρες και κόκκινες σημαίες, ξεκίνησαν έχοντας ως προορισμό το μεγάλο αγροτικό συλλαλητήριο της Λάρισας. Πρώτοι μπήκαν στην πόλη οι κολίγοι του Δήμου Κρανώνος. Ακολούθησαν οι κολίγοι από τους Δήμους Συκουρίου και Ογχήστου και κατόπιν από άλλα χωριά, χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερα προβλήματα, αν και ο στρατός είχε κινητοποιηθεί από τα μεσάνυχτα, ενώ οι αρχές της πόλης στο σύνολό τους βρίσκονταν επί ποδός πολέμου2.

Οι κολίγοι των απομακρυσμένων περιοχών της Λάρισας θα έρχονταν στην πόλη με το πρωινό τρένο, το οποίο και περίμεναν από πολύ νωρίς στο σταθμό του Κιλελέρ (σημερινή Κυψέλη) και του Τσουλάρ (σημερινή Μελία).
Ομως πριν συνεχίσουμε την εξιστόρηση, ας κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν κι ας προσπαθήσουμε να δούμε τι ήταν αυτό που ξεσήκωνε τους κολίγους.
Το άλυτο αγροτικό πρόβλημα
Είναι γνωστό πως το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα, δηλαδή η απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και το μοίρασμά τους στους αγρότες, δε λύθηκε μετά την Επανάσταση του '21, αλλά μετατέθηκε για έναν αιώνα μετά, ενώ στη Θεσσαλία έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις.
Η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στην Ελλάδα το 1881, ύστερα από την υπογραφή ειδικής σύμβασης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και την Τουρκία, στο πλαίσιο του Συνεδρίου του Βερολίνου. Ομως τίποτα δεν άλλαξε στη ζωή των αγροτών του θεσσαλικού κάμπου. Η γη απλώς άλλαξε χέρια και τον Τούρκο δυνάστη διαδέχτηκε ο Ελληνας, ο οποίος πολύ συχνά αποδεικνυόταν χειρότερος του προκατόχου του. Πέρα όμως από αυτό, η κατάσταση των φτωχών αγροτών της περιοχής επιβαρυνόταν και από τη διεθνή κατάσταση, δεδομένου ότι την εποχή που η Θεσσαλία πέρασε στην ελληνική επικράτεια, ο παγκόσμιος καπιταλισμός βρισκόταν σε συνθήκες οξύτατης κρίσης (κρίση του προμονοπωλιακού καπιταλισμού του ελεύθερου ανταγωνισμού). Ετσι πολλαπλασιάζονταν τα κερδοσκοπικά φαινόμενα γενικά και η κερδοσκοπική εκμετάλλευση της γης ειδικότερα, με την οποία ασχολήθηκαν σημαντικοί παράγοντες του ελληνικού χρηματιστικού κεφαλαίου που - ας σημειωθεί - στη συνέχεια αποκλήθηκαν από το κράτος ως εθνικοί ευεργέτες.
Πώς ζούσαν, επομένως, οι κολίγοι της Θεσσαλίας τώρα που δεν είχαν τον Τούρκο στο κεφάλι τους;

«Οι καλλιεργηταί, όπως και πρώτα - γράφει ο Δ. Μπούσδρας- υποχρεούντο να δίδωσιν εις τον γαιοκτήμονα (αφέντην), το τρίτον ή το ήμισυ των παραγομένων καρπών, ενοίκιον διά την βοσκήν των κτηνών, μέγαν αριθμόν ορνίθων και αμνών, ικανήν ποσότητα τυρού, βουτύρου, καυσοξύλων, αιγών, πεπονιών, χόρτου και αχύρου, να στέλλωσιν εν θήλυ μέλος, ίνα ζυμώνη και ψήνη το ψωμί της επιστασίας, λείψανον του δικαιώματος της πρώτης νυκτός: Οι τσιφλικούχοι εξουσίαζον το σώμα των γυναικών και των θυγατέρων των κολίγων... Κατώκουν (σ.σ. οι κολήγοι) εις τρώγλας και πολλοί συνέτρωγον εν την αυτή φάτνη με τους όνους των, θνήσκοντες δε, και με αιμάσσουσαν καρδίαν, ητένιζον τα πέριξ της κλίνης του θανάτου τέκνα των, διότι τα εγκατέλειπον άστεγα... Οσάκις δε υπεδέχοντο τον αφέντην επισήμως, γονυπετείς, εσύροντο, εκτύπων το χώμα με το μέτωπον τρεις φορές και εφίλουν τον αριστερόν πόδα του. Γενικώς δε ειπείν αι μεγάλαι πιέσεις, αι εξαθλιώσεις και αι αφόρηται ταπεινώσεις δίκην μαστιγίου, έπληττον τα νώτα και είχον κάμει τους χωρικούς δέκτας ενός επαναστατικού ευαγγελίου...».
Τέτοια ήταν η κατάσταση και ακόμη χειρότερη. Την περιέγραφαν άλλωστε κορυφαίοι αστοί διανοούμενοι και πολιτικοί της εποχής. Ο Αλ. Παπαναστασίου, για παράδειγμα, σε μια μελέτη του γραμμένη και δημοσιευμένη την άνοιξη του 1910, γράφει ανάμεσα σε άλλα4:
«Κατά τον επικρατούντα εις την θεσσαλικήν πεδιάδα οικονομικόν οργανισμόν, η κυριότης της γης έχει χωρισθή από την καλλιέργειαν αυτής. Η πρώτη ανήκει εις σχετικώς ολίγους ιδιοκτήτας, η δεύτερα ευρίσκεται εις τας χείρας πολλών γεωργών... Εις την Θεσσαλίαν η κατανομή της παραγωγής μεταξύ καλλιεργητών και ιδιοκτητών ρυθμίζεται κατά το σύστημα της επιμόρτου καλλιέργειας... Το σύστημα τούτο είναι ανεκτό εις πρωτογόνους κοινωνίας και πρωτογόνους αγροτικάς σχέσεις».
Το έδαφος, επομένως, στη Θεσσαλία ήταν αρκετά γόνιμο για να φυτρώσει, να ριζώσει και να φουντώσει το απελευθερωτικό κοινωνικό κίνημα των κολίγων, που το πολιτικό του πρόγραμμα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, συμπυκνωνόταν στο σύνθημα της απαλλοτρίωσης και του μοιράσματος της γης. Ενα σύνθημα που λέγεται ότι το έριξε πρώτη η Εφημερίδα «Πανθεσσαλική» του Σοφ. Τριανταφυλλίδη, η οποία έβγαινε στο Βόλο από το 1900, αλλά το πρόβαλαν με όλες τους τις δυνάμεις οι ριζοσπάστες και οι σοσιαλιστές της εποχής σαν τον Μαρίνο Αντύπα, που στα 1906 κατέβηκε στη Θεσσαλία και προπαγάνδιζε την ιδέα της απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών, με αποτέλεσμα να τον δολοφονήσουν οι τσιφλικάδες στις 9/3/1907. Τους κολίγους του θεσσαλικού κάμπου ενέπνευσαν, επίσης, και οι απεργίες των Βολιωτών καπνεργατών, καθώς και οι αγώνες του Σοσιαλιστικού Κέντρου του Βόλου, ενώ σημαντική επίδραση άσκησε πάνω τους και το κίνημα στο Γουδί (15/8/1909), που ως γεγονός συνέβαλε να εδραιωθεί η πίστη τους στον αγώνα, αν και ως προς τα αιτήματά τους ήταν εντελώς ξένο.
Το κίνημα των κολίγων φουντώνει
Η πρώτη πράξη συνειδητοποίησης των αγροτών ήταν να δημιουργήσουν δικές τους οργανώσεις. Ετσι φτιάχτηκε στην Καρδίτσα, αρχικά, ο «Γεωργικός Σύλλογος» και στη συνέχεια ακολούθησε η δημιουργία αντίστοιχων συλλόγων στη Λάρισα και τα Τρίκαλα. Ας δούμε όμως πώς περιγράφει αυτή την πορεία του κινήματος των κολίγων προς την κορύφωση, μια μελέτη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας (Α.Κ.Ε.)5:
«Οσο τα τσιφλίκια εξακολουθούν να μένουν αμοίραστα - σημειώνει το Α.Κ.Ε. - κι όσο συνεχίζει η άθλια κατάστασή τους, τόσο και πιο πολύ οι Θεσσαλοί κολήγοι ξεσηκώνονται και με συλλαλητήρια και εξεγέρσεις διεκδικούν το δίκιο τους.
Απ' το 1908 ο θεσσαλικός κάμπος γίνεται αναμμένο ηφαίστειο, έτοιμο να ξεσπάσει. Οι αγρότες της Θεσσαλίας βρίσκονται σε διαρκή κινητοποίηση. Το Φλεβάρη του 1909 στην Καρδίτσα έγινε το πρώτο μεγάλο αγροτικό συλλαλητήριο. Μικρότερα συλλαλητήρια έγιναν τον ίδιο μήνα στα Τρίκαλα, Σοφάδες, Αγιά, Τύρναβο και Φάρσαλα. Στις αρχές του 1910 ο οργασμός κινητοποίησης γενικεύεται σ' όλο το θεσσαλικό κάμπο. Οι πρωτοπόροι αγρότες και μερικοί διανοούμενοι "αγροτόπαιδα" γυρίζουν σε όλα τα χωριά, συγκεντρώνουν τους δουλευτάδες της θεσσαλικής γης, τους μιλούν για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και τους καλούν σε ομαδικό αγώνα, σε παναγροτικά συλλαλητήρια που θα γίνουν σ' όλες τις θεσσαλικές πόλεις... Η αγανάκτηση των εξεγερμένων κολήγων κορυφώθηκε τόσο, ώστε άρχισαν να ξεσπούν σε πράξεις βίας κατά των τσιφλικάδων και του κράτους τους».
Το πόσο οξυμένα ήταν τα πνεύματα των κολίγων στις αρχές Μαρτίου του 1910, το δείχνει ένα ακόμη γεγονός: Οταν προετοιμαζόταν το συλλαλητήριο της Λάρισας, είχε ριχτεί η ιδέα οι χωρικοί να κατέβουν οπλισμένοι, αλλά παρενέβησαν οι δήμαρχοι των χωριών και συγκράτησαν την αγανακτισμένη αγροτική μάζα. «Οι Δήμαρχοι - σχολιάζει ο Γ. Κορδάτος- ήταν μεγαλονοικοκυραίοι που είχαν τον τρόπο τους και φυσικά δεν είχαν επαναστατική ψυχολογία. Ηταν οι ασυνείδητοι πράχτορες των αστοτσιφλικάδων».
Το μακελειό της 6ης Μαρτίου 1910
Κι ενώ οι χωρικοί αποφάσιζαν να διαδηλώσουν ειρηνικά, λίγες ημέρες πριν, οι εφημερίδες της Αθήνας προετοίμαζαν πολεμικό κλίμα.
«Κινδυνεύομεν με όσα γίνονται εν Θεσσαλία - έγραφε στην "ΕΣΤΙΑ" ο Αδ. Κύρου - να προκαλέσωμεν επέμβασιν εξωτερικήν. Είναι καιρός να συνέλθωμεν και να αντιληφθώμεν ότι δεν είναι καιρός διά πειραματισμούς».
Και η εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙ» του Πωπ συμπλήρωνε: «Η εν Θεσσαλία εξέγερσις, η παράλογος, αλλά και όντως αντιπατριωτική κατά την περίοδον ταύτην του πολιτειακού ημών βίου, πρέπει να περισταλή πάση θυσία...»7. Ετσι ξημέρωσε η 6η Μαρτίου του 1910, η μέρα του μεγάλου συλλαλητηρίου.
Στη Λάρισα, όπως προαναφέραμε, συνέρεε πλήθος λαού κι οι χωρικοί των απομακρυσμένων περιοχών κατέβαιναν τραγουδώντας προς τους σταθμούς του τρένου. Σε λίγο η εικόνα θα άλλαζε εντελώς.
Στο Κιλελέρ οι κολίγοι επιβιβάστηκαν στο τρένο για να πάνε στη Λάρισα χωρίς να βγάλουν εισιτήριο και οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι- ύστερα από διαταγή του διευθυντή των θεσσαλικών σιδηροδρόμων Πολίτη, που έτυχε να ταξιδεύει με κείνη την αμαξοστοιχία - τους ζήτησαν να αποβιβαστούν. Η αποβίβαση έγινε χωρίς αντίσταση. Αλλά ο διευθυντής θέλησε να δώσει και συνέχεια βρίζοντας χυδαία τους κολίγους που του ανταπάντησαν με γιουχαΐσματα, ενώ ορισμένοι άρχισαν να πετροβολούν την αμαξοστοιχία. Τα αίματα άναψαν, οι βρισιές από μέρους του Πολίτη συνεχίστηκαν κι οι κολίγοι αγρίεψαν. Τότε εκείνος ζήτησε από τον αξιωματικό στρατιωτικής δύναμης, που βρισκόταν στο τρένο και πήγαινε στη Λάρισα για το συλλαλητήριο, να αντιμετωπίσει ένοπλα τους αγρότες. Ο καραβανάς υπάκουσε. Διέταξε ευζώνους και φαντάρους να πυροβολήσουν το πλήθος. Δύο από τους αγρότες, ο Αθ. Νταφούλης και ο Αθ. Μπόκας έπεσαν νεκροί. Πολλοί αγρότες πληγώθηκαν. Το αίμα έβαψε τον κάμπο.
Το τρένο αγκομαχώντας έφτασε στο σταθμό Τσουλάρ, όπου κι εκεί βρίσκονταν συγκεντρωμένοι κολίγοι για το συλλαλητήριο, αλλά δε σταμάτησε να τους πάρει. Νέα ένταση. Η οργή των κολίγων στο κατακόρυφο. Οι τσολιάδες από τα παράθυρα πυροβολούν και πάλι. Δύο ακόμη αγρότες ξαπλώνονται στη γη και πολλοί άλλοι τραυματίζονται. Το αίμα κυλάει άφθονο.
Η είδηση της αιματοχυσίας δεν άργησε να φτάσει στους συγκεντρωμένους στη Λάρισα. Οι σκλάβοι της γης διαμαρτύρονται, φωνάζουν εναντίον των δολοφόνων, ζητούν γη και δικαιοσύνη. Οι δυνάμεις καταστολής χτυπούν στο ψαχνό. Χύνεται και πάλι αίμα, γίνεται μάχη σώμα με σώμα και οι αγρότες βγαίνουν νικητές. Ο νομάρχης, ο αστυνόμος και ο φρούραρχος, βλέποντας πως δεν είναι εύκολη υπόθεση η επιχείρηση καταστολής των αγροτών, ύστερα από πολλή ώρα μάχης, διατάσσουν το στρατό να σταματήσει το πυρ. Ετσι το συλλαλητήριο θα καταλήξει με την έγκριση του παρακάτω ψηφίσματος που στάλθηκε τηλεγραφικώς στην Αθήνα, στην κυβέρνηση και τη Βουλή:
«Απας ο γεωργικός λαός Λαρίσης συνελθών πανοικεί σήμερον Λάρισαν ίνα εκφράση βαθύν πόνον και πικρόν παράπονον διά την μη υποβολήν και επιψήφισην του νόμου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και προικοδοτήσεως γενναιοτέρας του Γεωργικού Ταμείου
Α π α ι τ ε ί
α) Την άμεσον επιψήφισιν του νομοσχεδίου περί απαλλοτριώσεως των τσιφλικίων και διανομήν των Ζαππείων κτημάτων.
β) Την γενναιοτέραν προικοδότησιν του γεωργικού ταμείου διά της διαθέσεως του όλου φόρου των αροτριώντων κτηνών και παντός ό,τι νομίζει η Κυβέρνησις καλύτερον.
γ) Εκφράζει την βαθείαν λύπην και οδύνην του διά την εκ μέρους των αρχών της Πολιτείας άδικον επίθεσιν κατά του φιλησύχου και νομοταγούς λαού, ης θύματα υπήρξαν άοπλοι και λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας»8.
Μετά το μακελειό της 6ης Μαρτίου του 1910 η κυβέρνηση του Στ. Δραγούμη οργάνωσε δίκες κατά των αγροτών. Οι κατηγορούμενοι, όμως, αγρότες αθωώθηκαν. Ο αγώνας τους δεν πήγε χαμένος. Το αγροτικό κίνημα μετά το Κιλελέρ φούντωσε σε όλη την Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να δημοσιεύσει διάταγμα για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών.
Σήμερα, οι αγρότες αντιμετωπίζουν καινούργια οξυμένα προβλήματα και τον κίνδυνο να ξεκληριστούν οπό τη γη τους. Ομως το Κιλελέρ μένει εκεί, φάρος φωτεινός για να τους δείχνει το δρόμο της νίκης.
1. Μαρίνος Αντύπας: «Προς τον λαόν και άλλα κείμενα», Βιβλιοθήκη Ελλήνων Ριζοσπαστών και Σοσιαλιστών, εκδόσεις Κούριερ, σελ. 56-57.
2. Χρ. Βραχνιάρη: «Ανάμεσα σε δύο εξεγέρσεις: Κιλελέρ 1910- Τρίκαλα 1925», εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 1985, σελ. 61.
3. Δ. Μπούσδρας: «Η Απελευθέρωσις των Σκλάβων αγροτών», εν Αθήναις 1951, σελ. 1-2.
4. Αλέξανδρος Παπαναστασίου: «Μελέτες - Λόγοι - Αρθρα», έκδοση Μορφωτικό Ιδρυμα Α.Τ.Ε., τόμος Α`, σελ. 61.
5. «Η εξέγερση του Κιλελέρ», έκδοση της ΚΕ του ΑΚΕ, σελ. 11- 12.
6. Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα», εκδόσεις Μπουκουμάνη, σελ. 149.
7. Γ. Κορδάτος: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός αιώνας», τόμος XIII, σελ. 187.
8. Γ. Καρανικόλα: «Κιλελέρ», εκδόσεις Θουκυδίδης, σελ. 219-220 και Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 193.

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δήλωση αποχώρησης μελών και στελεχών της Νέας Σποράς


Δήλωση αποχώρησης μελών και στελεχών της Νέας Σποράς 

Λάβαμε και προωθούμε στη βάση του μπλοκ το εξής ηλεκτρονικό μήνυμα.
Όλοι εμείς, η σιωπηλή ανώνυμη πλειοψηφία που αποτελεί τη βάση της νέας σποράς, γράφουμε αυτή την επιστολή για να καταγγείλουμε ανοιχτά το καθοδηγητικό της σώμα, που λυμαίνεται την ομώνυμη ιστοσελίδα κι αξιοποιεί τη διαχείρισή της, για να υπηρετήσει τους δικούς της σκοτεινούς σκοπούς.


Αναγκαζόμαστε να καταγγείλουμε ανοιχτά την ηγεσία της νέας σποράς για την εγκατάλειψη του κομματικού φραξιονισμού με πολιτικές αρχές και τη σταδιακή διολίσθηση σε ένα στείρο φραξιονισμό, χωρίς αρχές και περιεχόμενο. Μία πορεία που άρχισε με την εμφάνιση του ιστολογίου, σε μια δύσκολη χρονική στιγμή για το κόμμα, που δε βοήθησε τη βάση του να δει θετικά την κίνησή μας και να βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματα. Και η οποία έγινε ανεπίστρεπτη, κατά τη δική μας εκτίμηση, μετά τις τελευταίες αναρτήσεις σχετικά με την πρώτη ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής του κουκουέ για το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης ιούνη.


Στην τελευταία τριπλή ανάρτηση του ιστολογίου διαφάνηκαν μια σειρά στοιχεία που δυστυχώς επιβεβαιώνουν το παραπάνω συμπέρασμα. Πρώτα και κύρια φάνηκε καθαρά η ροπή -αν όχι υπόγεια διασύνδεση- της ηγετικής ομάδας της νέας σποράς προς τον σύριζα, ο οποίος αθωώνεται έμμεσα σε δύο τουλάχιστον σημεία της τριλογίας. Στο πρώτο μέρος της η ανάρτηση αναγνωρίζει ότι ο δεξιός οπορτουνισμός του σύριζα είναι πιο «λογικός» από τον «αριστερό» οπορτουνισμό της ηγεσίας του κόμματος, γιατί δίνει τουλάχιστον άμεση διέξοδο σε έναν αστικό ρεφορμισμό. Και στο τρίτο μέρος, ενώ οι ιστογράφοι παραδέχονται ότι ο σύριζα αποτελεί μέρος του προβλήματος εξαιτίας του στρατηγικού προσανατολισμού του στην εε και το ευρώ, σπεύδουν αμέσως να προσθέσουν ότι η πρότασή του για απόρριψη των μνημονίων αναιρούσε σε τελική ανάλυση τη στρατηγική του!! 


Η λογική αυτή, που αγνοεί επιδεικτικά τις παλινωδίες του σύριζα για το μνημόνιο, δεν ακυρώνεται από άλλες «κορώνες» εις βάρος του σύριζα, που βρίσκονται διάσπαρτες στο υπόλοιπο κείμενο. Παράλληλα δίνει στην ηγεσία του κουκουέ και στην συντακτική ομάδα του ριζοσπάστη το πάτημα που περίμεναν για να ισχυριστούν ότι πίσω από τα κείμενα και τις αναλύσεις της «νέας σποράς» κρύβεται ο χώρος του σύριζα και του δεξιού οπορτουνισμού.


Το τελευταίο πόνημα της καθοδήγησης της νέας σποράς αρνείται ουσιαστικά όλη την πορεία και τα συνέδρια του κόμματος με τις αποφάσεις τους, μετά την ψήφιση του προγράμματος στο 15ο συνέδριο. Εξετάζει μονοδιάστατα τις εξελίξεις, με βασικό γνώμονα το εκλογικό αποτέλεσμα, λες και είναι αυτό το απόλυτο κριτήριο για την δράση των κομμουνιστών, την επιβεβαίωση ή την διάψευση των αναλύσεών τους. Αγνοεί τις δύσκολες συνθήκες και την αντικειμενική πίεση που δέχτηκε το κόμμα και συνολικά οι κομμουνιστές, από τις εκλογικές συμπληγάδες και τα εκβιαστικά διλήμματα του ιούνη. Αποκρύπτει από το κοινό τους πραγματικούς λόγους για την καθυστέρηση έκδοσης της ανακοίνωσης της νέας σποράς (έλλειψη ομοφωνίας και ισχυρή διαπάλη στο εσωτερικό της, από όσα υγιή στοιχεία έχουν παραμείνει σ’ αυτήν κι αντιστέκονται στη διολίσθηση). Αγνόησε επιδεικτικά τη δεύτερη και ολοκληρωμένη ανακοίνωση της κεντρικής επιτροπής που διαμορφώθηκε από τον γόνιμο προβληματισμό και τις παρατηρήσεις της βάσης στην εσωκομματική διαδικασία και στις συσκέψεις με φίλους και ψηφοφόρους του κόμματος.


Παράλληλα το κείμενο στοχοποιεί με σκαιό τρόπο τους συναγωνιστές του εργατικό αγώνα, ιστοσελίδα που φωτογραφίζεται εμμέσως πλην σαφώς στο πρώτο μέρος της τριλογίας. Οι ασώματες κεφαλές, που διαχειρίζονται το ιστολόγιο, περιβάλλουν με σεχταρισμό και στείρο δογματισμό σύμμαχες ιστοσελίδες, αντί να υιοθετήσουν μια μετωπική και συντροφική στάση, που να προωθεί τον ανοιχτό διάλογο και τη συνεννόηση για τα ζητήματα που μας απασχολούν και τους κοινούς μας προβληματισμούς.


Καταγγέλλουμε επίσης την ηγετική κλίκα της νέας σποράς, για τη δημιουργία φράξιας στο εσωτερικό της φράξιας, που εξυπηρετούσε τα ιδιαίτερα συμφέροντά της, καταπνίγοντας κάθε διαφορετική άποψη που δε συμφωνούσε με την δική της. Την κατηγορούμε ευθέως για τη μη τακτική σύγκληση ολομέλειας της φράξιας, την τυπική συζήτηση με τα γνωστά πεντάλεπτα –κι αυτά αν υπήρχαν- που προηγούταν της έγκρισης των κειμένων της «νέας σποράς», και τη βάναυση και αντικαταστατική καταπάτηση των φραξιονιστικών μας δικαιωμάτων, καθώς δε μας δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσουμε τη γνώμη μας και τις ενστάσεις μας στο σύνολο των μελών της νέας σποράς. Μια τακτική βγαλμένη από τις χειρότερες παραδόσεις της γραφειοκρατίας κι όχι της λενινιστικού κόμματος και της τάσης νέου τύπου.


Θέλουμε με την ευκαιρία να σημειώσουμε τα εξής. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η ανωνυμία δεν ταιριάζει στο ήθος του κομμουνιστή. Τα κλειστά σχόλια κι οι αναρτήσεις-μονόλογοι, χωρίς δυνατότητα κάποιας απάντησης, δεν προωθούν την ανταλλαγή απόψεων, δεν αντιστοιχούν στα πρότυπα του διαλόγου που θέλουμε και τον οποίο θεωρούμε οξυγόνο, απαραίτητο για τις αναζητήσεις μας. Η στάση αυτή οδηγεί αντικειμενικά την ηγετική κλίκα της «νέας σποράς» στην αποκοπή της από τη βάση του κόμματος και την κοινωνία εν γένει, ενώ την ίδια στιγμή εγκαλεί την ηγεσία του κόμματος για τη μη διενέργεια ενός μετεκλογικού διαλόγου μέσα από τις σελίδες του ριζοσπάστη.


Παραδίδουμε στην χλεύη των απλών κομμουνιστών και κάθε απλού προοδευτικού ανθρώπου εν γένει την ηγεσία της νέας σποράς για τη σταδιακή διολίσθησή της και τον κατήφορο που ακολουθεί.
Επανεντασσόμαστε ομαλά ως απλά μέλη στις γραμμές του κόμματος, για να συνεχίσουμε από εκεί την πάλη μας για τη συνεπή εφαρμογή του προγράμματος του 15ου συνεδρίου και την προστασία του από διάφορους εξωτερικούς καλοθελητές και όψιμους εραστές του, που το διαστρεβλώνουν κατάφορα.
Καλούμε κάθε τίμιο φραξιονιστή που ενδιαφέρεται να επικοινωνήσει μαζί μας αφήνοντας μήνυμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: e-fraxia@gmail.com για να βρεθούμε, να συζητήσουμε χωρίς στεγανά και να συντονίσουμε τις επόμενες κινήσεις μας.


Ανώνυμοι αντικομματικοί


 ΥΓ Κλείνουμε την επιστολή μας με μία αφιέρωση στην ηγετική κλίκα της νέας σποράς. Προσοχή στο όνομα του συγκροτήματος και ο νοών νοείτω...






 Προβοκάτσια από  Μπρεζνιεφικό απολίθωμα  

Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου


Ο ρόλος της εργασίας στην εξανθρώπιση του πιθήκου
ΟΚ. Μαρξ αναφέρει ότι «η εργασία είναι πρώτα ένα προτσές ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση. Ενα προτσές, όπου ο άνθρωπος με τη δική του πράξη μεσολαβεί, ρυθμίζει και ελέγχει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον εαυτό του και τη φύση».
Ο άνθρωπος με τη δική του δραστηριότητα, παίρνει υλικά από τη φύση και τα μετατρέπει σε χρήσιμες, ωφέλιμες μορφές, για να τα χρησιμοποιήσει για τη δική του ζωή, για τις ανάγκες του.
Για να το πετύχει αυτό, βάζει σε κίνηση, ο άνθρωπος, τις φυσικές δυνάμεις που ανήκουν στο σώμα του, το κεφάλι του, τα χέρια, τα μπράτσα, τα πόδια του. Στην πορεία, λοιπόν, κάθε σκόπιμης πράξης, δράσης, κάθε εργασίας ο άνθρωπος ξοδεύει σωματική, νευρική και πνευματική ενέργεια.
Αποτέλεσμα της εργασίας, είναι χρήσιμα, ωφέλημα υλικά αγαθά, για τη ζωή του ανθρώπου. Η εργασία δηλαδή του ανθρώπου είναι πηγή κάθε πλούτου, κάθε δηλαδή αξίας χρήσης.
Μπορούμε να πούμε επομένως ότι η εργασία αποτελεί τον απαραίτητο όρο, για την ύπαρξη, την ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας. Οτι η εργασία αποτελεί τη βασική πηγή αύξησης του πλούτου κάθε ανθρώπινης κοινωνίας.
Αλλά ο ρόλος της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου, κάθε άλλο παρά περιορίζεται μόνο σ' αυτό το γεγονός.
Επενεργώντας ο άνθρωπος, με την κίνηση των φυσικών του δυνάμεων, πάνω στη φύση, που βρίσκεται έξω από αυτόν και αλλάζοντάς την, αλλάζει ταυτόχρονα και τη δική του φύση. Επιδρώντας, δηλαδή, με την εργασία του ο άνθρωπος, πάνω στη φύση, αλλάζει ταυτόχρονα και τον ίδιο τον εαυτό του. Αναπτύσσει τις δυνάμεις που «κοιμούνται» μέσα στην ανθρώπινη φύση. Αναπτύσσει, δηλαδή, τις φυσικές και πνευματικές του ικανότητες.
Η εργασία, επομένως, είναι ο πρωταρχικός, βασικός όρος κάθε ανθρώπινης ζωής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που από μια άποψη μπορούμε να πούμε, (λέει ο Ενγκελς), ότι: «Η εργασία δημιούργησε τον ίδιο τον άνθρωπο».
Ο Ενγκελς, αξιοποιώντας τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου, τεκμηριώνει την άποψη αυτή. Ξεκινώντας από το ότι οι μακρινοί πρόγονοί μας, ήταν μια ράτσα ανθρωποειδών πιθήκων, που ζούσαν κοπαδιαστά πάνω στα δέντρα και που είχαν φτάσει σε μια ιδιαίτερα ψηλή ανάπτυξη.
Θεωρεί ότι λόγω του τρόπου ζωής τους, για το σκαρφάλωμά τους στα δέντρα, τα χέρια τους απέκτησαν διαφορετικές λειτουργίες από τα πόδια τους. Ετσι οι πίθηκοι αυτοί άρχισαν να χάνουν τη συνήθεια να χρησιμοποιούν τα χέρια τους, για να βαδίσουν πάνω στο επίπεδο έδαφος. Αποκτούσαν όλο και πιο πολύ κατακόρυφο βάδισμα. Ετσι έγινε το πρώτο αποφασιστικό βήμα, για το πέρασμα από τον πίθηκο στον άνθρωπο.
Για να γίνει το όρθιο βάδισμα κατ' αρχήν κανόνας και ύστερα ανάγκη, προϋπόθεση ήταν η μεταβίβαση στα χέρια όλο και πιο πολλών δραστηριοτήτων. Τα χέρια χρησιμοποιούνταν για το σκαρφάλωμα διαφορετικά από τα πόδια. Με τα χέρια μάζευαν και κρατούσαν την τροφή τους. Κατασκεύαζαν φωλιές στα δέντρα. Αρπαζαν ξύλα για να αμυνθούν ή πετούσαν καρπούς και πέτρες. Δραστηριότητες - πράξεις του χεριού κατ' αρχήν απλούστατες, που όμως βαθμιαία στην πορεία πολυάριθμων χιλιετηρίδων έμαθαν σιγά σιγά να προσαρμόζουν το χέρι τους. Ηταν η εποχή περάσματος από τον πίθηκο στον άνθρωπο. Μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδος, πριν ακόμα δουλευτεί από το χέρι του ανθρώπου η πρώτη πέτρα, για να γίνει μαχαίρι.
Αλλά το αποφασιστικό βήμα είχε γίνει: Το χέρι είχε απελευθερωθεί. Μπορούσε πια να αποκτά όλο και πιο νέες δεξιότητες που μεταβιβάζονταν κληρονομικά και μεγάλωναν από γενιά σε γενιά.
Ετσι το χέρι δεν είναι μονάχα το όργανο, αλλά και το προϊόν της εργασίας. Μόνο με την εργασία, με την προσαρμογή σε όλο και νέες λειτουργίες, δραστηριότητες, με την κληρονομική μεταβίβαση της ανάπτυξης των μυών, των τενόντων, των οστών, έφτασε το ανθρώπινο χέρι σε υψηλό βαθμό τελειότητας, ώστε να δημιουργεί αριστουργήματα...
Αλλά το χέρι δεν υπάρχει από μόνο του. Είναι ένα μέλος ενός εξαιρετικά περίπλοκου οργανισμού. Και η ανάπτυξη του χεριού επέδρασε άμεσα και στον υπόλοιπο ανθρώπινο οργανισμό.
Η κατάκτηση της φύσης, άρχισε με την ανάπτυξη του χεριού, με την εργασία. Αλλά η ανάπτυξη της εργασίας βοήθησε αναγκαστικά στη σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των ανθρώπων. Πολλαπλασίασε την αμοιβαία βοήθεια, την κοινή δραστηριότητα. Η εργασία των ανθρώπων από τότε είχε πάντα κοινωνικό χαρακτήρα. Και αυτή η κοινή εργατική δραστηριότητα των ανθρώπων δημιούργησε την ανάγκη να πουν κάτι ο ένας στον άλλον. Αυτή η ανάγκη επικοινωνίας δημιούργησε, διαμόρφωσε τον μη αναπτυγμένο λάρυγγα, που σιγά σιγά πρόφερε τον έναν έναρθρο φθόγγο μετά τον άλλο. Ετσι εμφανίστηκε και άρχισε να αναπτύσσεται ο έναρθρος λόγος, η γλώσσα που γεννήθηκε από την εργασία και μαζί με την εργασία, στη διαδικασία της εργασίας και στη στενά συνδεδεμένη μ' αυτήν ανάγκη της αμοιβαίας επικοινωνίας των ανθρώπων.
Πρώτα η εργασία και ύστερα απ' αυτήν και σε συνέχεια μ' αυτήν η γλώσσα, είναι τα δύο ουσιαστικά ερεθίσματα, που κάτω από την επίδρασή τους μεταμορφώθηκε σιγά σιγά ο πιθηκίσιος εγκέφαλος σε ανθρώπινο. Παράλληλα, με την ανάπτυξη του εγκεφάλου, προχωρούσε και η ανάπτυξη των αισθητηρίων οργάνων, (ακοής, όρασης, όσφρησης, αφής).
Η επίδραση στην εργασία και τη γλώσσα, από την ανάπτυξη του εγκεφάλου και των αισθήσεων, την αυξανόμενη σαφήνεια της συνείδησης, την αφαιρετική δύναμη και την κρίση, έδωσαν μια νέα ώθηση στην παραπέρα ανάπτυξη της εργασίας και της γλώσσας.
Η παραπέρα αυτή ανάπτυξη επισπεύσθηκε έντονα από τη μια και οδηγήθηκε σε πιο καθορισμένες κατευθύνσεις από την άλλη, χάρη στη δημιουργία σιγά σιγά της κοινωνίας που είναι αποτέλεσμα του ολοκληρωτικά αναπτυγμένου ανθρώπου.
Η εργασία είναι η χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στο κοπάδι των πιθήκων και στην ανθρώπινη κοινωνία.
Η εργασία, με την καθαυτή σημασία της λέξης, αρχίζει με την κατασκευή εργαλείων από τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι το ζώο που κατασκευάζει εργαλεία.
Τα πιο παλιά εργαλεία, (των προϊστορικών ανθρώπων), είναι εργαλεία για κυνήγι και ψάρεμα. Αλλά το κυνήγι, το ψάρεμα δείχνουν και το πέρασμα από την αποκλειστική φυτική διατροφή στην ταυτόχρονη χρήση του κρέατος.
Η διατροφή με κρέας περιέχει, σχεδόν έτοιμα, τα πιο ουσιώδη υλικά, που έχει ανάγκη ο οργανισμός για τον μεταβολισμό του. Επέδρασε στον εγκέφαλο, που δεχόταν σε πολύ πιο άφθονες ποσότητες από πριν τα στοιχεία που χρειαζόταν, για τη διατροφή και την ανάπτυξή του. Ετσι αναπτύχθηκε γρηγορότερα και τελειότερα από γενιά σε γενιά.
Η κρεοφαγία οδήγησε σε δύο νέες προόδους: στη χρήση της φωτιάς και στην εξημέρωση των ζώων. Η χρήση της φωτιάς συντόμευσε πιο πολύ τη διαδικασία της πέψης και η εξημέρωση των ζώων έκανε πιο άφθονο το κρέας.
Με τη συνεργασία του χεριού, της γλώσσας και του εγκεφάλου, όχι μόνο σε κάθε άτομο αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία, οι άνθρωποι έγιναν ικανοί να εκτελούν όλο και πιο περίπλοκες εργασίες. Η εργασία γινόταν από γενιά σε γενιά διαφορετική, τελειότερη, περισσότερο ποικίλη.
Στο κυνήγι και στην κτηνοτροφία προστέθηκε η γεωργία. Σ' αυτήν προστέθηκαν το κλώσιμο, η υφαντουργική, η μεταλλουργία, η αγγειοπλαστική, η ναυσιπλοΐα. Η τέχνη και η επιστήμη εμφανίστηκαν πλάι στο εμπόριο και στη βιοτεχνία.
Ο άνθρωπος με την επίδρασή του πάνω στη φύση, με τις αλλαγές που τις δημιουργεί, την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει. Σ' αυτό βρίσκεται μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στα υπόλοιπα ζώα. Και τη διαφορά αυτή τη χρωστά για άλλη μια φορά στην Εργασία.
Η ανθρώπινη εργασία αποτελεί πάντα μια λογική, συνειδητή και σκόπιμη δραστηριότητα, ενώ τα ζώα κατευθύνονται από το ένστικτο. Και ο χειρότερος αρχιτέκτονας, (αναφέρει ο Μαρξ), διαφέρει από την καλύτερη μέλισσα, γιατί πριν αρχίσει να κατασκευάζει κάτι, το έχει κι όλας οικοδομήσει νοερά, το έχει σχεδιάσει στο κεφάλι του.
Χάρη, λοιπόν, στην εργασία, ο άνθρωπος υποτάσσει τις δυνάμεις της φύσης. Τις αναγκάζει να εξυπηρετούν τους σκοπούς του. Ενώ, αντίθετα, τα ζώα προσαρμόζονται σ' αυτές και δεν είναι σε θέση συνειδητά να επιδράσουν σ' αυτές, να τις δαμάσουν. Αυτό αποτελεί το πιο ουσιαστικό διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου από τα ζώα.
Και αυτό ο άνθρωπος το οφείλει στην εργασία. Στην εργασία, που είναι ο πρωταρχικός και βασικός όρος στη διαμόρφωση του ανθρώπου, στην εργασία που οδήγησε στην εξανθρώπιση του πιθήκου.

Η δασκάλα Μιλένα Μιλάνοβιτς


Η δασκάλα Μιλένα Μιλάνοβιτς
Γρηγοριάδης Κώστας
Βιαστική κάθε πρωί περνούσε απ' το Γενί-Μπαζάρ, διασχίζοντας τη μικρή πλατεία της επαρχιακής πόλης.
Ομως, στα μαγαζιά, ολάκερη ανησυχία στο πέρασμά της. Οι μπαρμπέρηδες έβγαιναν στην πόρτα, τα χασαπάκια χτυπούσαν πιο δυνατά το σαντούρι στο απόκορμο κι οι μανάβηδες διαλαλούσαν με τέμπο τ' αγαθά της γης.
Κι όλοι κάρφωναν τα μάτια τους στη Μιλένα, όπως πήγαινε προς το σχολείο.
- Τα καλλίγραμμα λαγόνια της, τ' ανύπνωτα δίδυμα του κόρφου της, τα μάτια της... είναι θησαυροί ανεκτίμητοι, σιγοψιθύριζε ο Βάντσο Σκρέζο, μασουλώντας πασατέμπο στην πόρτα του φαρμακείου του.
Ετσι κυλούσε η ζωή κι οι άνθρωποι νοιάζονταν για το καλό και τ' όμορφο, κι είχαν τις δουλιές και τους καημούς τους, τα ντέρτια, μα και τις χαρές τους.
Ωσπου κάποια άνοιξη γύρισε ο κόσμος ανάποδα. Ολα άλλαξαν, η ζωή τ' ανθρώπου ήταν το μικρότερο αγαθό. Σκότωσαν ένα δάσκαλο γιατί τραγουδούσε τον ύμνο του Καραγιώργη. Ενα παιδί, του 'σπασαν το χέρι γιατί, παίζοντας με το τόπι του, χάλασε ένα τζάμι απ' τ' αυτοκίνητό τους. Πήρανε το Χημείο και το κάνανε στάβλο και στο Γυμναστήριο βάλανε μπάλες από χόρτο...
Ολα αυτά τα 'βλεπε η Μιλένα. Και γιγάντωσε μέσα της το μίσος.
Ωσπου μια μέρα, καθώς περνούσε βιαστικός ο Μίτο, τον κιαλάρισε μέσα απ' τις γρίλιες κι έτρεξε να τον συναντήσει. Του είπε τον πόθο της, εκείνος την άκουσε με προσοχή, αντάλλαξαν έπειτα ένα θερμό χαιρετισμό κι αποχωρίστηκαν. Η Μιλένα έφυγε στο σπίτι, αποφασισμένη. Τα ετοίμασε όλα στο μυαλό της.
Ετσι θ' αρχίσει, αυτό θα πει, εκείνο θα προτείνει και κανείς δεν μπορεί να της αρνηθεί. Οχι, αυτό είναι χρέος της, δεν είναι δικαίωμα.
Το βράδυ της ίδιας μέρας, γύρω απ' την πυροστιά, αμίλητοι κάθονταν κι οι τρεις. Ο πατέρας κάπου κάπου έσπρωχνε τ' αποκαΐδια στη φωτιά, η μητέρα ανακάτωνε το κατσαμάκι με την ξύλινη κουτάλα κι η Μιλένα έβλεπε τις φλόγες που δίνανε μια ξεχωριστή αναλαμπή στα λαμπρά γλαρά μάτια της, κείνο το βράδυ...
- Πατέρα, θα πάω να γίνω παρτιζάνα, είπε στεγνά.
Αργά κάπως, ανασήκωσε εκείνος το κεφάλι του και την κοίταξε με απορία.
Κι η μάνα της έμεινε ακίνητη απ' την ταραχή.
- Μη και τρελάθηκες, κόρη μου; Ενα σ' έχουμε, να σε χάσουμε και σένα; Ποιος αντίχριστος το 'βαλε στο νου σου;
- Θα πάω, μάνα, και κανείς δεν μπορεί να σταθεί μπροστά μου.
Ο κυρ Βλάντο Μιλάνοβιτς ήταν φτωχός τελωνειακός υπάλληλος σ' ένα συνοριακό φυλάκιο ανάμεσα Γευγελή - Δοϊράνη και φίλησε πολλές ποδιές για να σπουδάσει την κόρη του, να γίνει δασκάλα. Και να τη χάσει τώρα; Οχι.
Εκείνη όμως επέμενε. Ανοιξαν τα φράγματα του χτυπημένου πατριωτισμού της και ξεχείλισαν χείμαρροι τα επιχειρήματά της.
- Το Ιλιν-Ντεν προστάζει. Η ψυχή των πεθαμένων μας. Το μέλλον μας. Το καλό της ανθρωπότητας...
Την άλλη μέρα ανάβραδα, η γριά Τσόνω, καταπίνοντας τους λυγμούς της, ντορβάδιαζε σιγά σιγά τις αλλαξιές της κόρης της. Η Μιλένα στ' άλλο δωμάτιο διάλεγε μερικά βιβλία. Ο πατέρας έλειπε. Σε λίγο ήρθε.
- Πάρε τη λαγοπροβιά που 'ναι στο κελάρι κι άμε στην κρεμάθρα, βάλε ψωμί για το κορίτσι, είπε η γριά Τσόνω με τρεμάμενη φωνή και πήγε να φέρει απ' το πανέρι βελόνα και κλωστή για την αναχωρήτρα.
Εκείνος, απόκαρδος και θλιβερός, τράβηξε σέρνοντας τα βήματά του, να κάνει το στερνό θέλημα της κόρης του.
Και σαν απόσκιωσεν σ' όλη τη γης κι ήλθεν της νύχτας το βασίλειο, όλα ήταν έτοιμα... Ενας φλογερός ασπασμός ανταλλάχτηκε ανάμεσα μάνας και κόρης, πατέρα και παιδιού κι έπειτα η Μιλένα βρέθηκε πισωκάπουλα καβάλα στον Ψαρή, που καβαλούσε ο Μίτο. Μ' ένα γερό τίναγμα στα χαλινά, τα παιδιά χάθηκαν μες στο σκοτάδι.
Η γριά Τσόνω γυρίζοντας βιαστικά άναψε το καντήλι της και προσευχήθηκε.
- Γκόσποτε, Γκόσποτε. Μέλι και γάλα κάνε το δρόμο τους κι ανθόσπαρτο το ριζικό τους. Λυπήσου με τη ζάβαλη...
Πέρασαν μήνες και χρόνια κι η γριά Τσόνω δεν είχε νέα από την κόρη της.
Βασανιζόταν να μάθει κάτι, μα δεν μπορούσε.
Κι όμως αυτή ήξερε πως πολύ κοντά, εκεί κάπου τριγύρω, ήταν οι παρτιζάνοι του καπετάν Μπουκμάνοβιτς.
Μια μέρα, όμως, όπως καθόταν η γριά Τσόνω στο τζάκι, είδε να μπαίνει ένας γέρος χωρικός, δειλά δειλά.
- Ντόμπρο βέτσερ, είπε. Εδώ είναι το σπίτι του κυρ Βλάντο Μιλάνοβιτς;
- Ναι. Κι από πού έρχεσαι του λόγου σου;
Ο γέρος δεν απάντησε, μόνο έριξε μια ματιά γύρω του, όλο προφύλαξη.
- Κόπιασε, γέρο, και φιλόξενο είναι το φτωχικό μας, είπε η γριά Τσόνω.
Ο γέρος προχώρησε, έβαλε το ραβδί του πίσω στην πόρτα, τίναξε λίγο τους ώμους του απ' το χιονόνερο και πλησίασε έπειτα στη φωτιά.
Αμίλητος έβγαλε τα χρωματιστά τουζλούκια που 'χε δεμένα ως το γόνατο.
- Δε βλέπω τον αφέντη του σπιτιού. Καλή του ώρα, που να 'ναι;
- Μάιδε ξέρω κι εγώ; Βράδιασεν ο Θεός τη μέρα του και κείνος τριγυρνάει, ο καψόγερος... απάντησεν η γριά Τσόνω, σκαλίζοντας τη φωτιά στο τζάκι ν' αναδέψει. Και συνέχισε:
- Και ποια ανάγκη σ' έφερεν ως εδώ. Αν είναι για καλό, μην το αργείς κι αν πάλι είναι για κακό, πες το, ζεμάτισέ με...
Ο ξένος είδε κι απόειδε, μην το πει αμέσως, μα δεν τον βόλευεν η ώρα.
Κι άρχισε.
- Ο αγώνας..., η πατρίδα..., ο φασισμός..., οι θυσίες..., το δέντρο της λευτεριάς...
Η γριά Τσόνω σαν κάτι άρχιζε να υποψιάζεται.
- ...Και τότε την έστειλε ο καπετάνιος στο ελληνικό το μέρος, να ειδοποιήσει εκεί τους χωρικούς, να στείλουνε ανθρώπους από τα χωριά, να πάρουνε τα βόδια και τ' άλογά τους. Τα έχουν φέρει εδώ στο μέρος μας οι Γερμανοί με το φευγιό τους και τ' απόλυκαν έπειτα αδέσποτα. Κι έπρεπε να τα πάρουν οι Γραικοί χωρικοί, να καλλιεργήσουν. Στο δρόμο όμως πέρ' απ' τα σύνορα, στο ελληνικό το έδαφος, την έπιασαν οι Γραικοί προσκυνημένοι, και την...
- Λέγε, ξένε, λέγε. Μην το κρατάς μυστικό. Λέγε...
Ο ξένος έβγαλε απ' την τσέπη του τη δαχτυλήθρα, τη βελόνα με την κλωστή και τη φωτογραφία της Μιλένας και τα 'δωσε στη μάνα της, σιγομουρμουρίζοντας με κατεβασμένο το κεφάλι.
- Η Μιλένα δε ζει πια... Τη σκότωσαν οι φασίστες...
Η γριά Τσόνω ξέσπασε σ' ένα βοερό μοιρολόγι. Ο ξένος ανησύχησε μη κι οι φωνές του κάνουνε κακό κι ανασηκώθηκε να φύγει.
Χαιρέτησε θερμά τη μάνα της ηρωίδας. Και βιαστικά ξεπόρτισε.
Σαν έφτασε στη ρεματιά κοντοστάθηκε ν' αφουγκραστεί.
Βάι Γκόσποτε. Γκόσποτε. Μπόζε, μπόζε, μάλε... Στο κινά πράβουμ σαγάα... τι να κάνω τώρα... πουλάκι μου ακανάκευτο..., κρύο νερό αναβρυτόνερο... περδίκι μου τρατάρικο... νεράιδα μου...
Αντιλαλούσε πίσω η φωνή.

TOP READ