26 Μαΐ 2020

Ανιστόρητος αντικομμουνισμός από τον Ανδρ. Ανδριανόπουλο

Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, παλιός βουλευτής και  υπουργός της Νέας Δημοκρατίας, σε μια επιφυλλίδα  του με τίτλο «Η τύχη των αγωνιστών» μέσα από μια σειρά διαστρεβλώσεις, αποσιωπήσεις και μισές αλήθειες επιχειρεί να αγιοποιήσει τον Κώστα Σπέρα, με άμεσο στόχο να πλήξει το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ. Παρουσιάζει τον Σπέρα ως έναν αναρχοσυνδικαλιστή αγωνιστή, απλό και ανιδιοτελή, που το ΚΚΕ τον δολοφόνησε το 1943 επειδή είχε ιδεολογικές διαφορές με αυτό, επειδή «αρνήθηκε την κομματική μονοκρατορία». Το γραπτό του Ανδριανόπουλου, με τις αποκρύψεις που κάνει, είναι πλήρως ανιστόρητο, υπηρετεί μόνο την αντι-ΚΚΕ εμπάθεια.
Ο Κώστας Σπέρας (1893-1943) είχε γεννηθεί στη Σέριφο, μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου απέκτησε και σημαντική για την εποχή μόρφωση, αποφοιτώντας από τη Λεόντειο, όπου πρωτογνωρίστηκε με τις αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις τις οποίες και υποστήριξε. Το 1916 εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του λεγόμενου Εθνικού Διχασμού στην Ελλάδα, βρέθηκε ξανά στη Σέριφο όπου πήρε μέρος στην απεργία των μεταλλωρύχων, η οποία βάφτηκε στο αίμα, δίπλα στον ηρωισμό και την αυτοθυσία των εργατών, αρνητικό σημείο είναι ότι οι απεργοί ζήτησαν την προστασία των δυνάμεων της Αντάντ.
Από το 1910 είχε δραστηριοποιηθεί στο Εργατικό Κέντρο Αθηνών και το Σοσιαλιστικό Κέντρο του Νικολάου Γιαννιού,  το 1918 πήρε μέρος στο Ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στο ΣΕΚΕ πήρε μέρος από την ίδρυσή του το 1918 έως τον Απρίλη 1920, οπότε επιτροπή που ασχολήθηκε με την «Υπόθεση Σπέρα» αποφάσισε τον αποκλεισμό του από το Κόμμα, για το λόγο «της δημοσιεύσεως εξυβριστικής εναντίον του Κόμματος επιστολής σε αντισοσιαλιστική εφημερίδα» («Ριζοσπάστης» 11/4/1920).
Αρχικά ο Σπέρας υποστήριζε ένα κράμα αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων που μείωναν την ανάγκη οργανωμένης πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης. Σε αυτά τα πλαίσια ήταν αντίθετος στην οργανική σύνδεση ΣΕΚΕ και ΓΣΕΕ.  Η οργανική σύνδεση ούτως ή άλλως δεν ήταν σωστή, καθώς ένα εργατικό συνδικάτο που επιδιώκει να ενώσει το σύνολο των μελών της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι τμήμα του Κόμματος της εργατικής τάξης που απαιτεί ανώτερο επίπεδο συνείδησης και είναι ανώτερη μορφή οργάνωσης. Ο Σπέρας όμως δεν εναντιώνονταν από αυτή τη σκοπιά, αλλά από σκοπιά που μείωνε – εξαφάνιζε το ρόλο του Κόμματος.
Παρά αυτές τις θέσεις του ο Σπέρας προσπάθησε να παίξει ένα πιο σύνθετο παιχνίδι αξιοποιώντας αντιφάσεις και καθυστερήσεις του νεαρού ΣΕΚΕ. Έτσι μαζί με τον Φανουράκη και άλλους την άνοιξη του 1921 δημιούργησε οργάνωση και ομώνυμη εφημερίδα με τίτλο «Νέα Ζωή», μέσα από την οποία αυτοπαρουσιαζόταν ως ακραιφνής υπερασπιστής «των 21 όρων της ΚΔ» που είχαν αποφασιστεί στο Δεύτερο Συνέδριο της ΚΔ το 1920 και αφορούσαν τη σφυρηλάτηση των επαναστατικών χαρακτηριστικών των ΚΚ. Αυτούς τους όρους το ΣΕΚΕ τους είχε μεν δημοσιεύσει, αλλά  τους υιοθέτησε ανεπιφύλακτα μόλις το 1924, τότε μετονομάστηκε και σε ΚΚΕ (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
Το πιο πιθανό είναι πως οι διάφορες θέσεις που τυχοδιωκτικά υποστήριξε ο Σπέρας για να αποσπάσει εργάτες από το ΣΕΚΕ,  δεν τις πίστευε καν – το έκανε για λόγους διείσδυσης, προβοκαρίσματος.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 1922, ο Σπέρας και η ομάδα του εγκατέλειψαν την κριτική στο ΣΕΚΕ με βάση τους 21 όρους και  δημιούργησαν το λεγόμενο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1924 υποστήριξε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Στις 16 Μάη 1925 ομάδα χαφιέδων και εργατοκάπηλων με επικεφαλής τον  Σπέρα και δύναμη κρούσης τη συντεχνία των αμαξηλατών (ιδιοκτητών αμαξών), με τη συνδρομή του Στρατού και της Αστυνομίας κατέλαβαν το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, πήραν τη σφραγίδα, το Αρχείο του και ο Στρατός ανέλαβε τη φρούρησή του. Ο αστικός Τύπος σε συγχορδία πρόβαλε την ενέργεια του Σπέρα ως κίνηση υπέρ των μη κομμουνιστών εργατών, των συντηρητικών. Στις 18 Μάη 1925, ο «Ριζοσπάστης» καταγγέλλει τον Σπέρα ως χαφιέ του Α’ Σώματος Στρατού, ως λαθρέμπορο καπνού, που δεν εκπροσωπούσε τίποτα καθώς το Σωματείο των Σιγαροποιών είχε παύσει να τον εκλέγει, επίσης αποκαλύπτει το ποιόν όσων πραξικοπηματικά αυτοανακηρύχθηκαν διοίκηση του ΕΚΑ, όπως του Στρουτζάκη, προέδρου των ιδιοκτητών αμαξηλατών. Την ενέργεια του Σπέρα κατήγγειλαν η εκλεγμένη διοίκηση του ΕΚΑ, εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες (επισιτιστές, οικοδόμοι, σιδεράδες, ξυλουργοί – επιπλοποιοί, οι εργάτες του Πουλόπουλου κ.ά.). Παρά τις διαμαρτυρίες το ΕΚΑ συνέχιζε να φρουρείται από το Στρατό, με το πρόσχημα να μην οξυνθούν οι σχέσεις «συντηρητικών και κομμουνιστών εργατών». Την ίδια στιγμή, τον Ιούνη 1925, συνελήφθη η εκλεγμένη διοίκηση του ΕΚΑ, Βλέντζας, Βγενόπουλος και Τσατσάκος. Μετά από εβδομάδες το ΕΚΑ επανήλθε στα χέρια των εργατών, για λίγες μέρες καθώς ακολούθησε η δικτατορία του Πάγκαλου (Ιούνης 1925 – Αύγουστος 1926) που συνέλαβε ξανά τη διοίκηση του ΕΚΑ.
Στην περίοδο της παγκαλικής δικτατορίας στις 23 Φλεβάρη 1926 ο Σπέρας εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των κομμουνιστών στο Α’ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, όπου δικάζονταν επί εσχάτη προδοσία κατηγορούμενοι ως αυτονομιστές της Μακεδονίας. Στις εφημερίδες της εποχής υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από την κατάθεσή του. Ανάμεσα στις αναλύσεις του για την ΚΔ  και τη συνεργασία της με τους Κομιτατζήδες κ.ά. υποστήριξε «…ότι κατά την γνώμην του οι κατηγορούμενοι ηθέλησαν να αυτονομήσουν την Μακεδονίαν και την Θράκην…».
Η δικτατορία προσπάθησε να έχει και ορισμένο φιλελεύθερο προφίλ, οργάνωσε δημοτικές εκλογές, εκλογές για  Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.ά. Σε αυτά τα πλαίσια συνήλθε και το Γ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ στις 28 Μάρτη 1926. Σε αυτό το συνέδριο πήραν μέρος εκπρόσωποι από σωματεία-σφραγίδες, ενώ η δικτατορία συνέλαβε και αρκετούς συνέδρους για να αλλοιώσει τους συσχετισμούς. Ο Αβραάμ Μπεναρόγια αναφέρει τον Σπέρα ως εκείνον που καταδείκνυε τους συλληφθέντες. «Ο άλλοτε ασυγκράτητος επαναστάτης Σπέρας επικεφαλής των αστυνομικών συλλαμβάνει τους οπαδούς του Κόμματος» («Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», εκδόσεις Ολκός, 1975,  σελ. 180). Το Γ’ Συνέδριο πήρε απόφαση για την αποχώρηση της ΓΣΕΕ από την Προφιντέρν, που μέχρι τότε ήταν μέλος της. Αυτό το συνέδριο, που μόνο κομμουνιστικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αποφάσισε τη διαγραφή του Σπέρα από τη ΓΣΕΕ για την απροκάλυπτα αντεργατική δράση του, ως εντελώς καμένο χαρτί.
«…Το Γʼ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπʼ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα διαα την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε διʼ ανατάσεως των χειρών όλων…».
Για τη μέχρι τότε και την παραπέρα διαδρομή του ο κύριος Ανδριανόπουλος γράφει: «Η αντιπαράθεση κορυφώνεται στο συνέδριο της ΓΣΕΕ του 1926 που καταλήγει στη διαγραφή του. Το ΚΚΕ έκτοτε, παρά τους εργατικούς του αγώνες, τον θεωρεί εχθρό». Ποιοι ήταν οι «εργατικοί αγώνες» του Σπέρα μετά το 1926;
Μετά την πτώση της παγκαλικής δικτατορίας, η ομάδα που είχε οργανωθεί από τον Σπέρα, προκάλεσε νέα επέμβαση στο ΕΚΑ με αποτέλεσμα τη δολοφονία του επισιτιστή Δημήτρη  Πατλάκα, στις 19 Οκτώβρη 1926.
Παραπέρα, ο Σπέρας μαζί με τον Στρουτζάκη και άλλους οργανώνει κάποια «Επιτροπή Ανεργίας» η οποία δραστηριοποιείται ως απεργοσπαστικός μηχανισμός. Στις 9 Μάρτη 1927 η «Επιτροπή Ανεργίας» προσφέρεται στις αρχές για το σπάσιμο της απεργίας των αρτεργατών. «…ουδεμία δυσχέρεια θα προκύψη (…) έστω και αν η απεργία πραγματοποιηθή διότι η επιτροπή συνεννοηθήσα με τους ανέργους αρτεργάτας και γενικώς με τους εργάτας τροφίμων θα είνε σε θέσιν να ανταποκριθή από της πρώτης στιγμής εις τας ανάγκας του κοινού αρκεί να θελήση η Κυβέρνησις να επιτάξη τους κλιβάνους και τα λοιπά καταστήματα τροφίμων…» (εφημερίδα «Εμπρός», 10 Μάρτη 1927).
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, εφαρμόζοντας το Ιδιώνυμο, έβαλε στο στόχαστρο την ταξική συνομοσπονδία Ενωτική ΓΣΕΕ, οργάνωσε  δίκη και την έθεσε εκτός νόμου. Στις 19 Δεκέμβρη του 1929 ο Σπέρας ήταν  μάρτυρας κατηγορίας κατά  της  Ενωτικής ΓΣΕΕ.
Μετά το 1930 ο Σπέρας διορίστηκε υπάλληλος στους Σιδηροδρόμους και από το 1934 δραστηριοποιείται στο φασιστικό κόμμα (Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος)  του Γεώργιου Μερκούρη, το οποίο εξέδιδε την εφημερίδα «Εθνική Σημαία». Ο Σπέρας φιγουράρει  μεταξύ όσων παραβρέθηκαν στα εγκαίνια των γραφείων του Κόμματος Μερκούρη, ως εκπρόσωπος των εργατών. Ενώ επιδίδεται σε αντικομμουνιστική αρθρογραφία στην «Εθνική Σημαία», με τους γνωστούς ασφαλίτικους χαρακτηρισμούς για τους κομμουνιστές ως όργανα της Μόσχας και ως «πρόβατα» για τους εργάτες που αγωνίζονταν στο ταξικό κίνημα.
Το κόμμα του Μερκούρη διαλύθηκε από τη δικτατορία Μεταξά – είχαν και οι φασίστες τις διαφορές τους. Κάποια στιγμή ο Σπέρας συνελήφθη και εκτοπίστηκε, μόνο που δεν είχε να κάνει με πολιτικό αδίκημα. Οι περισσότερες αναφορές λένε ότι μαζί με την εργασία του στο σιδηρόδρομο ήταν και υπεύθυνος σε καφενείο- παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη.
Στην περίοδο της Κατοχής συνδέθηκε με το περιβάλλον του Νικόλαου Καλύβα και άλλων δοσίλογων συνδικαλιστών. Ο Καλύβας έγινε διορισμένος κατοχικός πρόεδρος της ΓΣΕΕ και αργότερα υπουργός Εργασίας της κατοχικής κυβέρνησης.
Σχετικά με το τέλος του Σπέρα, ο Ανδριανόπουλος για να το κάνει ακόμα πιο δραματικό γράφει: «Το 1943 ο καπετάν Ορέστης του ΕΛΑΣ, τον κάλεσε σε συνάντηση στη Μάντρα. Φεύγοντας από το σπίτι του, χάθηκαν τα ίχνη του. Αποκεφαλίστηκε από τους εκτελεστές της ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) Είναι άγνωστο πού πετάχτηκε το πτώμα του… Κι όλα αυτά επειδή αρνήθηκε την κομματική μονοκρατορία. Ο “Ριζοσπάστης” υποδέχτηκε ως εξής την είδηση του θανάτου του: “Πιάσαμε επιτέλους το κάθαρμα τον Σπέρα…” (28-10-1943). Η τύχη των πραγματικών αριστερών αγωνιστών…».
Πράγματι, ο «Ριζοσπάστης» στις 25 και όχι στις 28 Οκτώβρη 1943 γράφει: «Το 34ο Σύνταγμα Αττικής κοντά σ’  άλλους έπιασε και το κάθαρμα Σπέρας σταλμένο για κατασκοπεία απ’ την ομάδα Λαζαρή του ΕΔΕΣ». Δηλαδή δίνει την ουσία της υπόθεσης. Προσθέτοντας ένα «επιτέλους», που δεν είχε γραφτεί, το κάνεις να φαίνεται ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών που από το 1920 ξοφλήθηκαν το 1943. Επίσης να σημειώσουμε ότι η ΟΠΛΑ δεν υπήρχε καν τον Σεπτέμβρη 1943.
Τι είχε γίνει και ο Σπέρας έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ; Τον Σεπτέμβρη 1943 μαζί  με τον αξιωματικό του Στρατού Αποστόλη Κοκμάδη κινήθηκε από την Αθήνα στη Μάνδρα. Ο  Κοκμάδης είχε σκοπό να καταταχτεί στον ΕΔΕΣ. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Γιώργη Μπουτσίνη, διοικητή του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας, οι Σπέρας και Κοκμάδης ενώ βρισκόντουσαν σε σπίτι στη γερμανοκρατούμενη Μάνδρα Αττικής έκαναν πολλές συζητήσεις ενάντια στο ΕΑΜ, πράγμα που κίνησε τις υποψίες καθώς ήταν άγνωστοι στο χωριό, κινήθηκε ο ΕΛΑΣ τους έπιασε και τους μετέφερε στα Δερβενοχώρια. Νωρίτερα ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει διάφορους κατασκόπους. Ο Σπέρας αναγνωρίστηκε και όπως επιβάλλουν οι νόμοι του πολέμου εκτελέστηκε. Όχι βέβαια για τις απόψεις του του 1920, αλλά για τη δοσιλογική του δράση που έστελνε τους αγωνιστές στα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί.
Ο συνταξιδιώτης του Σπέρα, Απόστολος Κοκμάδης, που επίσης αιχμαλωτίστηκε, όχι μόνο δεν εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ, αλλά μετά από ένα διάστημα κράτησής του, βλέποντας τον αγώνα, την αυτοθυσία, τις στερήσεις των μαχητών του ΕΛΑΣ προσχώρησε εθελοντικά στις γραμμές του. Αργότερα πολέμησε ως αξιωματικός στον ΔΣΕ και ακολούθησε το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς.

Όταν ο Ανδριανόπουλος αγάπησε τον Σπέρα, για να “στριμώξει” το ΚΚΕ


Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, παλιός βουλευτής και  υπουργός της Νέας Δημοκρατίας, σε μια επιφυλλίδα του με τίτλο «Η τύχη των αγωνιστών» μέσα από μια σειρά διαστρεβλώσεις, αποσιωπήσεις και μισές αλήθειες επιχειρεί να αγιοποιήσει τον Κώστα Σπέρα, με άμεσο στόχο να πλήξει το ΚΚΕ, το ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ. Παρουσιάζει τον Σπέρα ως έναν αναρχοσυνδικαλιστή αγωνιστή, απλό και ανιδιοτελή, που το ΚΚΕ τον δολοφόνησε το 1943 επειδή είχε ιδεολογικές διαφορές με αυτό, επειδή «αρνήθηκε την κομματική μονοκρατορία». Το γραπτό του Ανδριανόπουλου, με τις αποκρύψεις που κάνει, είναι πλήρως ανιστόρητο, υπηρετεί μόνο την αντι-ΚΚΕ εμπάθεια.
Ο Κώστας Σπέρας (1893-1943) είχε γεννηθεί στη Σέριφο, μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου απέκτησε και σημαντική για την εποχή μόρφωση, αποφοιτώντας από τη Λεόντειο, όπου πρωτογνωρίστηκε με τις αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις τις οποίες και υποστήριξε. Το 1916 εν μέσω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του λεγόμενου Εθνικού Διχασμού στην Ελλάδα, βρέθηκε ξανά στη Σέριφο όπου πήρε μέρος στην απεργία των μεταλλωρύχων, η οποία βάφτηκε στο αίμα, δίπλα στον ηρωισμό και την αυτοθυσία των εργατών, αρνητικό σημείο είναι ότι οι απεργοί ζήτησαν την προστασία των δυνάμεων της Αντάντ.
Από το 1910 είχε δραστηριοποιηθεί στο Εργατικό Κέντρο Αθηνών και το Σοσιαλιστικό Κέντρο του Νικολάου Γιαννιού,  το 1918 πήρε μέρος στο Ιδρυτικό Συνέδριο της ΓΣΕΕ. Στο ΣΕΚΕ πήρε μέρος από την ίδρυσή του το 1918 έως τον Απρίλη 1920, οπότε επιτροπή που ασχολήθηκε με την «Υπόθεση Σπέρα» αποφάσισε τον αποκλεισμό του από το Κόμμα, για το λόγο «της δημοσιεύσεως εξυβριστικής εναντίον του Κόμματος επιστολής σε αντισοσιαλιστική εφημερίδα» («Ριζοσπάστης» 11/4/1920).
Αρχικά ο Σπέρας υποστήριζε ένα κράμα αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων που μείωναν την ανάγκη οργανωμένης πολιτικής δράσης της εργατικής τάξης. Σε αυτά τα πλαίσια ήταν αντίθετος στην οργανική σύνδεση ΣΕΚΕ και ΓΣΕΕ.  Η οργανική σύνδεση ούτως ή άλλως δεν ήταν σωστή, καθώς ένα εργατικό συνδικάτο που επιδιώκει να ενώσει το σύνολο των μελών της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι τμήμα του Κόμματος της εργατικής τάξης που απαιτεί ανώτερο επίπεδο συνείδησης και είναι ανώτερη μορφή οργάνωσης. Ο Σπέρας όμως δεν εναντιώνονταν από αυτή τη σκοπιά, αλλά από σκοπιά που μείωνε – εξαφάνιζε το ρόλο του Κόμματος.
Παρά αυτές τις θέσεις του ο Σπέρας προσπάθησε να παίξει ένα πιο σύνθετο παιχνίδι αξιοποιώντας αντιφάσεις και καθυστερήσεις του νεαρού ΣΕΚΕ. Έτσι μαζί με τον Φανουράκη και άλλους την άνοιξη του 1921 δημιούργησε οργάνωση και ομώνυμη εφημερίδα με τίτλο «Νέα Ζωή», μέσα από την οποία αυτοπαρουσιαζόταν ως ακραιφνής υπερασπιστής «των 21 όρων της ΚΔ» που είχαν αποφασιστεί στο Δεύτερο Συνέδριο της ΚΔ το 1920 και αφορούσαν τη σφυρηλάτηση των επαναστατικών χαρακτηριστικών των ΚΚ. Αυτούς τους όρους το ΣΕΚΕ τους είχε μεν δημοσιεύσει, αλλά  τους υιοθέτησε ανεπιφύλακτα μόλις το 1924, τότε μετονομάστηκε και σε ΚΚΕ (Ελληνικό Τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
Το πιο πιθανό είναι πως οι διάφορες θέσεις που τυχοδιωκτικά υποστήριξε ο Σπέρας για να αποσπάσει εργάτες από το ΣΕΚΕ,  δεν τις πίστευε καν – το έκανε για λόγους διείσδυσης, προβοκαρίσματος.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 1922, ο Σπέρας και η ομάδα του εγκατέλειψαν την κριτική στο ΣΕΚΕ με βάση τους 21 όρους και  δημιούργησαν το λεγόμενο Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1924 υποστήριξε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.
Στις 16 Μάη 1925 ομάδα χαφιέδων και εργατοκάπηλων με επικεφαλής τον  Σπέρα και δύναμη κρούσης τη συντεχνία των αμαξηλατών (ιδιοκτητών αμαξών), με τη συνδρομή του Στρατού και της Αστυνομίας κατέλαβαν το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, πήραν τη σφραγίδα, το Αρχείο του και ο Στρατός ανέλαβε τη φρούρησή του. Ο αστικός Τύπος σε συγχορδία πρόβαλε την ενέργεια του Σπέρα ως κίνηση υπέρ των μη κομμουνιστών εργατών, των συντηρητικών. Στις 18 Μάη 1925, ο «Ριζοσπάστης» καταγγέλλει τον Σπέρα ως χαφιέ του Α’ Σώματος Στρατού, ως λαθρέμπορο καπνού, που δεν εκπροσωπούσε τίποτα καθώς το Σωματείο των Σιγαροποιών είχε παύσει να τον εκλέγει, επίσης αποκαλύπτει το ποιόν όσων πραξικοπηματικά αυτοανακηρύχθηκαν διοίκηση του ΕΚΑ, όπως του Στρουτζάκη, προέδρου των ιδιοκτητών αμαξηλατών. Την ενέργεια του Σπέρα κατήγγειλαν η εκλεγμένη διοίκηση του ΕΚΑ, εργατικά σωματεία και ομοσπονδίες (επισιτιστές, οικοδόμοι, σιδεράδες, ξυλουργοί – επιπλοποιοί, οι εργάτες του Πουλόπουλου κ.ά.). Παρά τις διαμαρτυρίες το ΕΚΑ συνέχιζε να φρουρείται από το Στρατό, με το πρόσχημα να μην οξυνθούν οι σχέσεις «συντηρητικών και κομμουνιστών εργατών». Την ίδια στιγμή, τον Ιούνη 1925, συνελήφθη η εκλεγμένη διοίκηση του ΕΚΑ, Βλέντζας, Βγενόπουλος και Τσατσάκος. Μετά από εβδομάδες το ΕΚΑ επανήλθε στα χέρια των εργατών, για λίγες μέρες καθώς ακολούθησε η δικτατορία του Πάγκαλου (Ιούνης 1925 – Αύγουστος 1926) που συνέλαβε ξανά τη διοίκηση του ΕΚΑ.
Στην περίοδο της παγκαλικής δικτατορίας στις 23 Φλεβάρη 1926 ο Σπέρας εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των κομμουνιστών στο Α’ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών, όπου δικάζονταν επί εσχάτη προδοσία κατηγορούμενοι ως αυτονομιστές της Μακεδονίας. Στις εφημερίδες της εποχής υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από την κατάθεσή του. Ανάμεσα στις αναλύσεις του για την ΚΔ  και τη συνεργασία της με τους Κομιτατζήδες κ.ά. υποστήριξε «…ότι κατά την γνώμην του οι κατηγορούμενοι ηθέλησαν να αυτονομήσουν την Μακεδονίαν και την Θράκην…».
Η δικτατορία προσπάθησε να έχει και ορισμένο φιλελεύθερο προφίλ, οργάνωσε δημοτικές εκλογές, εκλογές για  Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.ά. Σε αυτά τα πλαίσια συνήλθε και το Γ΄ Συνέδριο της ΓΣΕΕ στις 28 Μάρτη 1926. Σε αυτό το συνέδριο πήραν μέρος εκπρόσωποι από σωματεία-σφραγίδες, ενώ η δικτατορία συνέλαβε και αρκετούς συνέδρους για να αλλοιώσει τους συσχετισμούς. Ο Αβραάμ Μπεναρόγια αναφέρει τον Σπέρα ως εκείνον που καταδείκνυε τους συλληφθέντες. «Ο άλλοτε ασυγκράτητος επαναστάτης Σπέρας επικεφαλής των αστυνομικών συλλαμβάνει τους οπαδούς του Κόμματος» («Η πρώτη σταδιοδρομία του ελληνικού προλεταριάτου», εκδόσεις Ολκός, 1975,  σελ. 180). Το Γ’ Συνέδριο πήρε απόφαση για την αποχώρηση της ΓΣΕΕ από την Προφιντέρν, που μέχρι τότε ήταν μέλος της. Αυτό το συνέδριο, που μόνο κομμουνιστικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, αποφάσισε τη διαγραφή του Σπέρα από τη ΓΣΕΕ για την απροκάλυπτα αντεργατική δράση του, ως εντελώς καμένο χαρτί.
«…Το Γʼ Πανελλαδικό Συνέδριο, λαβόν υπʼ όψιν την στάσιν την οποίαν ετήρησεν ο Κ. Σπέρας εις όλους τους αγώνας της εργατικής τάξεως, την δήλωσιν του ιδίου ότι έλαβεν εκ μέρους των αστών χρήματα διαα την δημιουργία αντεργατικού κόμματος και τας γενομένας επί του ζητήματος τούτου συζητήσεις αποφασίζει τον αποκλεισμό του Κ. Σπέρα εκ του Συνεδρίου και τον στιγματίζει ως εχθρό της εργατικής τάξεως. Ψηφίστηκε διʼ ανατάσεως των χειρών όλων…».
Για τη μέχρι τότε και την παραπέρα διαδρομή του ο κύριος Ανδριανόπουλος γράφει: «Η αντιπαράθεση κορυφώνεται στο συνέδριο της ΓΣΕΕ του 1926 που καταλήγει στη διαγραφή του. Το ΚΚΕ έκτοτε, παρά τους εργατικούς του αγώνες, τον θεωρεί εχθρό». Ποιοι ήταν οι «εργατικοί αγώνες» του Σπέρα μετά το 1926;
Μετά την πτώση της παγκαλικής δικτατορίας, η ομάδα που είχε οργανωθεί από τον Σπέρα, προκάλεσε νέα επέμβαση στο ΕΚΑ με αποτέλεσμα τη δολοφονία του επισιτιστή Δημήτρη  Πατλάκα, στις 19 Οκτώβρη 1926.
Παραπέρα, ο Σπέρας μαζί με τον Στρουτζάκη και άλλους οργανώνει κάποια «Επιτροπή Ανεργίας» η οποία δραστηριοποιείται ως απεργοσπαστικός μηχανισμός. Στις 9 Μάρτη 1927 η «Επιτροπή Ανεργίας» προσφέρεται στις αρχές για το σπάσιμο της απεργίας των αρτεργατών. «…ουδεμία δυσχέρεια θα προκύψη (…) έστω και αν η απεργία πραγματοποιηθή διότι η επιτροπή συνεννοηθήσα με τους ανέργους αρτεργάτας και γενικώς με τους εργάτας τροφίμων θα είνε σε θέσιν να ανταποκριθή από της πρώτης στιγμής εις τας ανάγκας του κοινού αρκεί να θελήση η Κυβέρνησις να επιτάξη τους κλιβάνους και τα λοιπά καταστήματα τροφίμων…» (εφημερίδα «Εμπρός», 10 Μάρτη 1927).
Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, εφαρμόζοντας το Ιδιώνυμο, έβαλε στο στόχαστρο την ταξική συνομοσπονδία Ενωτική ΓΣΕΕ, οργάνωσε  δίκη και την έθεσε εκτός νόμου. Στις 19 Δεκέμβρη του 1929 ο Σπέρας ήταν  μάρτυρας κατηγορίας κατά  της  Ενωτικής ΓΣΕΕ.
Μετά το 1930 ο Σπέρας διορίστηκε υπάλληλος στους Σιδηροδρόμους και από το 1934 δραστηριοποιείται στο φασιστικό κόμμα (Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος)  του Γεώργιου Μερκούρη, το οποίο εξέδιδε την εφημερίδα «Εθνική Σημαία». Ο Σπέρας φιγουράρει  μεταξύ όσων παραβρέθηκαν στα εγκαίνια των γραφείων του Κόμματος Μερκούρη, ως εκπρόσωπος των εργατών. Ενώ επιδίδεται σε αντικομμουνιστική αρθρογραφία στην «Εθνική Σημαία», με τους γνωστούς ασφαλίτικους χαρακτηρισμούς για τους κομμουνιστές ως όργανα της Μόσχας και ως «πρόβατα» για τους εργάτες που αγωνίζονταν στο ταξικό κίνημα.
Το κόμμα του Μερκούρη διαλύθηκε από τη δικτατορία Μεταξά – είχαν και οι φασίστες τις διαφορές τους. Κάποια στιγμή ο Σπέρας συνελήφθη και εκτοπίστηκε, μόνο που δεν είχε να κάνει με πολιτικό αδίκημα. Οι περισσότερες αναφορές λένε ότι μαζί με την εργασία του στο σιδηρόδρομο ήταν και υπεύθυνος σε καφενείο- παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη.
Στην περίοδο της Κατοχής συνδέθηκε με το περιβάλλον του Νικόλαου Καλύβα και άλλων δοσίλογων συνδικαλιστών. Ο Καλύβας έγινε διορισμένος κατοχικός πρόεδρος της ΓΣΕΕ και αργότερα υπουργός Εργασίας της κατοχικής κυβέρνησης.
Σχετικά με το τέλος του Σπέρα, ο Ανδριανόπουλος για να το κάνει ακόμα πιο δραματικό γράφει: «Το 1943 ο καπετάν Ορέστης του ΕΛΑΣ, τον κάλεσε σε συνάντηση στη Μάντρα. Φεύγοντας από το σπίτι του, χάθηκαν τα ίχνη του. Αποκεφαλίστηκε από τους εκτελεστές της ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) Είναι άγνωστο πού πετάχτηκε το πτώμα του… Κι όλα αυτά επειδή αρνήθηκε την κομματική μονοκρατορία. Ο “Ριζοσπάστης” υποδέχτηκε ως εξής την είδηση του θανάτου του: “Πιάσαμε επιτέλους το κάθαρμα τον Σπέρα…” (28-10-1943). Η τύχη των πραγματικών αριστερών αγωνιστών…».
Πράγματι, ο «Ριζοσπάστης» στις 25 και όχι στις 28 Οκτώβρη 1943 γράφει: «Το 34ο Σύνταγμα Αττικής κοντά σ’  άλλους έπιασε και το κάθαρμα Σπέρας σταλμένο για κατασκοπεία απ’ την ομάδα Λαζαρή του ΕΔΕΣ». Δηλαδή δίνει την ουσία της υπόθεσης. Προσθέτοντας ένα «επιτέλους», που δεν είχε γραφτεί, το κάνεις να φαίνεται ως ξεκαθάρισμα λογαριασμών που από το 1920 ξοφλήθηκαν το 1943. Επίσης να σημειώσουμε ότι η ΟΠΛΑ δεν υπήρχε καν τον Σεπτέμβρη 1943.
Τι είχε γίνει και ο Σπέρας έπεσε στα χέρια του ΕΛΑΣ; Τον Σεπτέμβρη 1943 μαζί  με τον αξιωματικό του Στρατού Αποστόλη Κοκμάδη κινήθηκε από την Αθήνα στη Μάνδρα. Ο  Κοκμάδης είχε σκοπό να καταταχτεί στον ΕΔΕΣ. Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Γιώργη Μπουτσίνη, διοικητή του 34ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αττικοβοιωτίας, οι Σπέρας και Κοκμάδης ενώ βρισκόντουσαν σε σπίτι στη γερμανοκρατούμενη Μάνδρα Αττικής έκαναν πολλές συζητήσεις ενάντια στο ΕΑΜ, πράγμα που κίνησε τις υποψίες καθώς ήταν άγνωστοι στο χωριό, κινήθηκε ο ΕΛΑΣ τους έπιασε και τους μετέφερε στα Δερβενοχώρια. Νωρίτερα ο ΕΛΑΣ είχε πιάσει διάφορους κατασκόπους. Ο Σπέρας αναγνωρίστηκε και όπως επιβάλλουν οι νόμοι του πολέμου εκτελέστηκε. Όχι βέβαια για τις απόψεις του του 1920, αλλά για τη δοσιλογική του δράση που έστελνε τους αγωνιστές στα εκτελεστικά αποσπάσματα των ναζί.
Ο συνταξιδιώτης του Σπέρα, Απόστολος Κοκμάδης, που επίσης αιχμαλωτίστηκε, όχι μόνο δεν εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ, αλλά μετά από ένα διάστημα κράτησής του, βλέποντας τον αγώνα, την αυτοθυσία, τις στερήσεις των μαχητών του ΕΛΑΣ προσχώρησε εθελοντικά στις γραμμές του. Αργότερα πολέμησε ως αξιωματικός στον ΔΣΕ και ακολούθησε το δρόμο της πολιτικής προσφυγιάς.
Πηγή: 902.gr
Δείτε ακόμα:
REVOLTERPIECES – Αντικομμουνισμός και φασισμός: Το παράδειγμα Σπέρα και η σπορά 

Ανακοίνωση του ΚΚΕ για τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Σε ανακοίνωσή του για τις εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ αναφέρει τα εξής:
«Η πολιτική της εμπλοκής στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς οξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και βάζει σε κινδύνους και περιπέτειες το λαό μας. Οι τελευταίες εξελίξεις είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές και σε αυτό το συμπέρασμα συγκλίνουν τα εξής γεγονότα:
Πρώτο, η τουρκική αμφισβήτηση του Πρωτοκόλλου του 1926, επί της ουσίας της Συνθήκης της Λοζάνης του 1923, που έχουν καθορίσει τα σύνορα στον Έβρο, αξιοποιώντας την περίοδο της υποχώρησης των νερών του ποταμού και την πρεμούρα της ελληνικής κυβέρνησης να επεκτείνει το Φράκτη στον Έβρο.
Δεύτερο, οι συνεχείς και κλιμακούμενες υπερπτήσεις τουρκικών αεροσκαφών πάνω από ελληνικά νησιά και οι δηλώσεις του υπουργού Άμυνας της Τουρκίας Ακάρ, που θέτουν θέμα νομιμοποίησης των υπερπτήσεων και αμφισβήτησης των ελληνικών θαλάσσιων συνόρων.
Τρίτο, οι απειλές του υπουργού Εξωτερικών Τσαβούσογλου περί έντασης των προσφυγικών ροών στα νησιά και ενδεχομένως προς τον Έβρο, το επόμενο διάστημα, στο πλαίσιο των παζαριών ΕΕ – Τουρκίας για την απαράδεκτη συμφωνία των δύο μερών για το προσφυγικό, μεταναστευτικό πρόβλημα.
Τέταρτο, η συνέχιση των γεωτρήσεων τουρκικού γεωτρύπανου στην Κυπριακή ΑΟΖ.
Πέμπτο, η συμφωνία της λιβυκής κυβέρνησης Σάρατζ με την κρατική εταιρεία πετρελαίου της Τουρκίας, στα πλαίσια του ανυπόστατου τουρκο-λιβυκού Συμφώνου για τον αυθαίρετο καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή και το ενδεχόμενο έναρξης ερευνών Νοτίως της Κρήτης, σε συνθήκες συνέχισης του πολέμου στη Λιβύη και πολιτικο-στρατιωτικής στήριξης της κυβέρνησης Ερντογάν στις δυνάμεις του Σάρατζ.
Έκτο, η στήριξη του ΝΑΤΟ στην τουρκική επέμβαση στη Λιβύη και της κυβέρνησης Σάρατζ, δια μέσου των δηλώσεων του γγ της λυκοσυμμαχίας Στόλτενμπεργκ.
Επί της ουσίας πρόκειται για ένταση της τουρκικής προκλητικότητας στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των αστικών τάξεων της Τουρκίας και της Ελλάδας και τη συμμετοχή των δύο κρατών στο γενικότερο ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ενεργειακών πηγών και αγωγών, με στρατηγική σύμπλευση της κυβέρνησης της ΝΔ, του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων αστικών κομμάτων.
Οι ευθύνες τους είναι μεγάλες, οι διαξιφισμοί τους είναι άσφαιροι και αποσκοπούν στην παραπλάνηση του λαού. Οι εθνικιστικές κραυγές που τροφοδοτούνται και απ’ τη στάση της κυβέρνησης και άλλων κομμάτων, δίνουν άλλοθι σε επικίνδυνους τυχοδιωκτισμούς.
Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι μέλη του ΝΑΤΟ, συμμετέχουν μαζί στη λήψη των αποφάσεων της λυκοσυμμαχίας κατά των λαών. Οι μύθοι ότι οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μπορούν να εξασφαλίσουν την ειρήνη στην περιοχή και τα κυριαρχικά – εδαφικά δικαιώματα της χώρας, έχουν καταρριφθεί.
Η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας συμβαδίζει με τα παζάρια για τη συνδιαχείριση του Αιγαίου και περιοχών της Ανατολικής Μεσογείου.
Το ΚΚΕ καλεί το λαό να επαγρυπνεί και να δυναμώσει τον αγώνα για:
– Τη μη αλλαγή των συνόρων.
– Την απεμπλοκή της Ελλάδας από τα σχέδια των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στην περιοχή και την αποχώρηση από όλες τις ιμπεριαλιστικές αποστολές στο εξωτερικό.
– Την αποδέσμευση από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, το κλείσιμο της βάσης της Σούδας και των άλλων αμερικανικών βάσεων.
– Την ακύρωση της συμφωνίας ΕΕ – Τουρκίας για το Προσφυγικό, τον απεγκλωβισμό των προσφύγων από τα νησιά και τη μετάβαση στις χώρες προορισμού τους».

Το «παιδομάζωμα», η Φρειδερίκη και το δουλεμπόριο της εθνικοφροσύνης


    Κατ’ αρχάς, όποιος επιθυμεί να έχει εικόνα της αλήθειας όσον αφορά το ζήτημα του λεγόμενου «παιδομαζώματος» δεν έχει παρά να προμηθευτεί δυο πραγματικά σπουδαία βιβλία. «Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια» του Δημήτρη Σέρβου και την «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους» του Βασίλη Ραφαηλίδη.
    Από εκεί και πέρα δεν έχουμε παρά να υπενθυμίσουμε στους τυφλοπόντικες της Ιστορίας τις αποκαλύψεις που ήρθαν στο φως τη δεκαετία του ’90, δηλαδή 50 χρόνια μετά την άθλια αντικομμουνιστική προπαγάνδα περί «παιδομαζώματος». Αποκαλύψεις ότι το πραγματικό παιδομάζωμα διεπράχθη, αλλά από τους «αναμορφωτές του έθνους».

Μετεμφυλιακά καταγώγια 
    Ας δούμε, πριν, τι ισχυρίζονταν τα καταγώγια:   
«Εκ των κομμουνιστικών θρανίων επέρασαν μέχρι σήμερον ουχί μόνον οι 28.000 αρπαγέντες Ελληνόπαιδες, αλλά και έτεροι …νεαροί συμμορίται, οίτινες εξεπαιδεύθησαν συστηματικώς εις τα κομμουνιστικά σχολεία, σύνολο δηλαδή 50.000 και άνω προσώπων, τα οποία ετράφησαν και τρέφονται και θα τρέφονται με το μαρξιστικόν γάλα και θα δέχονται το κομμουνιστικόν εμβόλιον»!!
    Αυτό είναι απόσπασμα από το βιβλίο του «μεταμεληθέντα» – χαφιέ Γ. Χ. Μανούκα με τίτλο «Παιδομάζωμα» που εκδόθηκε το «χουντικό» έτος 1969,σύμφωνα με την οποία οι κομμουνιστές «έκλεβαν» κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου τα παιδιά της Ελλάδας και τα «φυλάκιζαν στο σιδηρούν παραπέτασμα» για να τα κάνουν «γενίτσαρους»…
    Πρόκειται για δείγμα της προπαγάνδας του μετεμφυλιακού κράτους, που έστησαν στη χώρα οι Αγγλοαμερικάνοι, οι χίτες, το παλάτι και τα φερέφωνά τους του αστικού πολιτικού κόσμου.
Ομολογίες παλιανθρωπιάς
    Όπως είπαμε, η υπόθεση του παιδομαζώματος επανήλθε στην επικαιρότητα τη δεκαετία του ‘90, αλλά με τη μορφή, πλέον, της ομολογίας. 
    Ήταν οι ίδιοι οι πάτρωνες των αποβρασμάτων που μετά την ήττα του ελληνικού λαού στον Εμφύλιο στιγμάτισαν τη ζωή αυτού του τόπου που τους έβγαλαν στη σέντρα.
    Ανάμεσά τους μέχρι και οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» ανακάλυψαν τον Απρίλη του 1996 ότι πράγματι υπήρξε στην Ελλάδα παιδομάζωμα, μόνο που αυτό ήταν το τερατώδες έργο εκείνων που κατηγορούσαν τους κομμουνιστές για πράγματα που οι ίδιοι έκαναν.
    Το πραγματικό παιδομάζωμα γινόταν από τη Φρειδερίκη και τους «φιλέλληνες» Αμερικανούς «μπίσνεσμαν» σε συνεργασία με τους μηχανισμούς του αστικού ελληνικού κράτους και την «ευλογία» υψηλά ισταμένων της Εκκλησίας.
    Γινόταν από τα όργανα της «βασιλομήτορος», που, αφού στη δίνη του Εμφυλίου άρπαζαν βρέφη και παιδιά, τα στοίβαζαν στα «αναμορφωτήρια» της εθνικοφροσύνης, αναμένοντας αγοραστές για να τα πουλήσουν!
    Άλλωστε, μεταξύ των λόγων που αναφέρονταν στην ανάγκη απόσπασης των παιδιών από τις ρίζες τους ήταν η «μόλυνσή τους» από «κομμουνιστικά γονίδια»! Χώρος υποδοχής για την «αποστείρωση» των «συμμοριτόπληκτων» παιδιών αποτέλεσαν οι ΗΠΑ και άλλες χώρες του δυτικού πολιτισμού…
    Εκεί, μέσω του υπερωκεανίου «Φρειδερίκη» και με την εποπτεία του Ελληνοαμερικανού Σ. Σπανός (θαμώνας του παλατιού και πρόεδρος της ΑΧΕΠΑ τη δεκαετία του ’50), περίπου 15.000 «παιδιά – εμπορεύματα», παραδόθηκαν για υιοθεσία από τα «ευαγή» ιδρύματα, έναντι 4.000 δολαρίων το κεφάλι! Όσο για τους γονείς τους, όταν μετεμφυλιακά τα αναζητούσαν, εισέπρατταν την απάντηση ότι πέθαναν…
Απόφαση διάσωσης των Ελληνόπουλων
    Την ίδια ώρα που οι έμποροι λευκής σάρκας επιδίδονταν στην …εφαρμογή των «αρχών» τους περί «Πατρίδος – Θρησκείας – Οικογένειας», κατηγορούσαν τους κομμουνιστές για «παιδομάζωμα»!
    Πρόθεση των «δημίων κομμουνιστών» – σύμφωνα με το ασφαλίτικο έντυπο που προαναφέρθηκε – ήταν «να σαρώσουν μια γενεά Ελληνοπαίδων, να τη σύρουν εις το παραπέτασμα… να τη βομβαρδίσουν με “μαρξιστικάς βόμβας” διά να εξαληφθή η θρησκεία των, να διαστραφούν τα εθνικά των ιδανικά, να αχρηστευθή η μητρική των γλώσσα, να αντικατασταθούν αι ιστορικαί, πνευματικαί και ηθικαί παραδόσεις των, να εκλείψουν όλα τα φυλετικά και εθνικά γνωρίσματά των…».
    Και το ερώτημα που έθετε το σκυλολόι του μοναρχοφασισμού ήταν εύληπτο:
«Ποιος διαβεβαιώνει ότι οι απαχθέντες Ελληνόπαιδες, οίτινες υπέστησαν τον πνευματικόν και ηθικόν θάνατον εκ της αγωγής και διδασκαλίας του κομμουνισμού… δε θα προβούν και εις τον φυσικόν θάνατον των γονέων των;»! 
    Έτσι η μη «αποκήρυξη του παιδομαζώματος» έφτασε να αποτελεί «έγκλημα» ισότιμο της μη «αποκήρυξης του κομμουνισμού», επισείοντας την ποινή του θανάτου από τα μετεμφυλιακά στρατοδικεία…
    Αυτή ήταν η γκεμπελική αντίδραση της εθελόδουλης αστικής τάξης της Ελλάδας από τη στιγμή που η Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (ΠΔΚ) και ο ΔΣΕ αποφάσισαν να σώσουν τα παιδιά, προχωρώντας από το Μάρτη του 1948(μετά τη θετική ανταπόκριση των σοσιαλιστικών χωρών) στη φυγάδευση των παιδιών που αποτελούσαν μαζικά θύματα των βομβαρδισμών με αμερικανικές βόμβες «Ναπάλμ», που εκτόξευε η «Βασιλική Αεροπορία» κατά του αγωνιζόμενου λαού.
     Έσωσαν 28.000 παιδιά, που αποτελούσαν τα υποψήφια θύματα της πείνας και της αρρώστιας, λόγω του αποκλεισμού που επέβαλαν οι ιμπεριαλιστές στις ελεύθερες περιοχές της χώρας. Παιδιά υποψήφια  – εμπόρευμα στα παραρτήματα δουλεμπορίας της Φρειδερίκης, στη Μακρόνησο, στη Γυάρο, στη Λέρο και τις 50 περίπου «βασιλικές παιδουπόλεις»…
Άθλια προπαγάνδα
    Όλοι οι μηχανισμοί του μετεμφυλιακού κράτους υπήρξαν αρωγοί της σχετικής προπαγάνδας. Σύμφωνα με αυτήν, τα παιδιά «αρπάχθηκαν», παρά τη θέληση τη δική τους και των γονιών τους, λιμοκτονούσαν στις σοσιαλιστικές χώρες, έπεφταν θύματα μαρτυρικής εκμετάλλευσης, υπέστησαν πλύση εγκεφάλου για να γίνουν «κομμουνιστές γενίτσαροι»… Εκδηλώθηκε δε και πλήθος ενεργειών για «διεθνή καταδίκη της γενοκτονίας»…
  • Από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδας Σπυρίδωνα (αλλά και την Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής μέχρι τον πάπα!), που από άμβωνος τα Χριστούγεννα του ’49 κατακεραύνωνε τους «άπιστους» για το «έγκλημα, το οποίον έχει διαπραχθή εις βάρος της Ελλάδος, με δήμιους κράτη τινά του σιδηρού παραπετάσματος και μάρτυρας χιλιάδες αθώα παιδιά».
  • Από την Αμερικανική Πρεσβεία, που διατεινόταν ότι «η υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών απαγωγή 28.000 Ελληνοπαίδων, αντιπροσωπεύει εν εκ των μεγαλύτερων εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας».
  • Από την Ακαδημία Αθηνών, που τελούσε «μετέχουσα της οδύνης και της αγανακτήσεως του ελληνικού λαού διά τη μισηράν αρπαγήν χιλιάδων Ελληνοπαίδων… και τη βίαιαν τούτων αποκόμισιν εις ξένας κομμουνιστικάς χώρας προς τον ανίερον σκοπόν της εκριζώσεως του τε εθνικού φρονήματος…»
  • Μέχρι, βεβαίως, από τη Φρειδερίκη που προσέφυγε στον ΟΗΕ (!) για να ζητήσει, διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών Τσαλδάρη,στις 28/9/48, την επιστροφή των «χιλιάδων παιδιών απαχθέντων από τους γονείς των, (που) έχουν ήδη εκτοπισθεί υπό των ορδών αναρχικών… και… εξωθούμενα να μισήσουν τη χώρα των, ταύτα θα αποτελέσουν μια ημέρα ομάδα νέων γενιτσάρων»…
Η αλήθεια ήταν από τότε γνωστή
    Η αλήθεια, φυσικά, ήταν διαφορετική. Ας σημειωθεί ότι η ΠΔΚ, μέσω του υπουργού Παιδείας, καθηγητή Ιατρικής Πέτρου Κόκκαλη, δήλωνε τη συμφωνία της για τη διεξαγωγή έρευνας εκ μέρους του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού για την κατάσταση των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες, εφόσον η έρευνα αυτή γινόταν και στα στρατόπεδα της μοναρχοφασιστικής Ελλάδας (Γ. Ζωίδης). Η Φρειδερίκη βέβαια ποτέ δε δέχτηκε τέτοια έρευνα…
    Ας δούμε, όμως, μερικά στοιχεία της …«κομμουνιστικής θηριωδίας»:
  • Από το σύνολο των 25.000 περίπου Ελληνόπουλων που κατέφυγαν στις σοσιαλιστικές χώρες, το 90% έπασχαν από πνευμονικές παθήσεις, βρογχικά, νευρικές παθήσεις, ψώρα, ρευματικά κλπ. Στις 30/1/52 και ενώ η μοναρχοφασιστική προπαγάνδα περί λιμοκτονίας των παιδιών στο «σιδηρούν παραπέτασμα» οργιάζει, η Κόλμπι,παρατηρήτρια του ΟΗΕ – μέλος της Διεθνούς Ενωσης για την Προστασία του Παιδιού, δηλώνει μετά από επίσκεψη στην Τσεχοσλοβακία: «Τα Ελληνόπουλα είναι τόσο λαμπρά από άποψη υγείας και γενικά δείχνουν τόσο ευτυχισμένα, ώστε θα ήταν ευτύχημα αν τα παιδιά σ’ όλον τον κόσμο είχαν τέτοια όψη».
  • Στις 22/8/49 ο Ρ. Γκασλοπέν, γενικός διευθυντής του Ερυθρού Σταυρού, γράφει στον Πέτρο Κόκκαλη για τα Ελληνόπουλα: «Οι συνθήκες διαβίωσης είναι πολύ ικανοποιητικές».
  • Από το σύνολο των παιδιών, το 60% ήταν εντελώς αγράμματα, ενώ μόλις το 4% είχε μόρφωση πάνω από τη Γ’ τάξη. Με βάση τα στοιχεία του 1979 και έπειτα από 30 χρόνια πολιτικής προσφυγιάς, 786 παιδιά είχαν αποφοιτήσει ή φοιτούσαν σε Πανεπιστήμια και άλλα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα(στοιχεία από το βιβλίο «Μείναμε Ελληνες», Θ. Μητσόπουλου).
    Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά του «παιδομαζώματος» βρέθηκαν και πάλι στις ρίζες τους. Στους δικούς τους ανθρώπους, με την πατρίδα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την παράδοση,  άσβεστα.
    Ποια ήταν όμως η κατάσταση που επικρατούσε στα «αναμορφωτήρια» της Φρειδερίκης; Την περιγράφει ο Γιώργος Χατζάτογλου, ένα από’ τα παιδιά του παιδομαζώματος της Φρειδερίκης:
«(…) Το στρατόπεδο είχε φρουρά και ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα 4 μέτρα ύψος. Υπήρχαν παιδιά ηλικίας από 2 μέχρι 16 και 17 χρόνων, που έκλαιγαν γιατί είχαν με τη βία αποχωριστεί απ’ τους γονείς τους. Μέναμε σε τολ, που το καλοκαίρι οι λαμαρίνες τους καίγανε και το χειμώνα πάγωναν. Κοιμόμασταν σε σιδερένια κρεβάτια, σε τρεις σειρές και χωρισμένα κατά 25άδες. Με την άφιξή μας στο Καστρί, μας μοίρασαν στρατιωτικές φόρμες. Πρώτο μέλημά τους ήταν να μας στείλουν ιεροκήρυκα, να δημιουργήσουν κατηχητικά και στελέχη προσκόπων. Θυμάμαι ότι σε όλους τους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη μια μορφή ενός αγριανθρώπου γενειοφόρου με μια χατζάρα στο στόμα, που έσταζε αίμα, να αρπάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας το παιδί της. Επίσης, στους τοίχους υπήρχαν συνθήματα για το έθνος και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονταν η διαπαιδαγώγηση και η νουθέτηση για τη “μάνα μας” τη Βασίλισσα. Νύχτα – μέρα αυτά διαρκώς μας έλεγαν (…)». 
    Πέραν των 15.000 παιδιών που πουλήθηκαν από τη Φρειδερίκη  έναντι 4.000 δολαρίων το κεφάλι, ποιά ήταν η τύχη των υπόλοιπων 20.000 περίπου παιδιών που αρπάχτηκαν στην πιο τρυφερή τους ηλικία (από 5-6 χρόνων μέχρι 16-17) και που μέχρι το 1968 ο αριθμός τους στις παιδουπόλεις έφτασε τα 36.562;
    Αφού τα άρπαζαν για να τα «αναμορφώσουν» ώστε να «αποτελέσουν τους πυρήνας του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», κατά τις ανακοινώσεις του Βασιλικού Ιδρύματος, τα στοίβαζαν στην εκμετάλλευση και την αμορφωσιά.
    «Κανένα απ’ τα έγκλειστα παιδιά, όχι μόνο δεν πήγε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δεν τέλειωσε καν τη δευτεροβάθμια. Ένας πολύ μικρός αριθμός κοριτσιών πήγε μέχρι 2η ή 3η τάξη του Γυμνασίου. Μόνο ελάχιστες εξαιρέσεις υπήρχαν και αυτές κάτω απ’ την προσωπική προσπάθεια και κόπο των ίδιων των παιδιών. Τα ήθελαν αμόρφωτα και ανίκανα ν’ αναπτύξουν την προσωπικότητά τους. Όσα κορίτσια δεν επέστρεψαν στα χωριά τους κι αργότερα εγκαταστάθηκαν στις μεγαλουπόλεις, μετατράπηκαν σε φτηνή εργατική δύναμη στα μεγάλα υφαντουργεία και καπνεργοστάσια (Ρετσίνα, Καρέλα, Σφαέλου, Λαναρά, Παπαστράτου, Κεράνη, κλπ.).
    Την ίδια στιγμή, αυτά τα “ιδρύματα” αποτελούσαν μια άκρως κερδοφόρα επιχείρηση, όπου τα παιδιά χρησίμευαν ως τζάμπα εργάτες. Σύμφωνα με τον απολογισμό δράσης για τη δεκαετία 1947 – 1957, τα κέρδη του ιδρύματος “Βασιλική Πρόνοια Βορείου Ελλάδος” απ’ την εκμετάλλευση της υποχρεωτικής εργασίας των κοριτσιών των παιδουπόλεων ανέρχονταν σε πολλά εκατομμύρια δραχμές (…)ι μόνο σ’ ένα χρόνο το Βασιλικό Ιδρυμα της Φλώρινας – με τιμές 1949 – είχε κέρδη 1.005.000 δραχμές! Τα κέρδη αυτά προέρχονταν απ’ την πώληση 170.608 φορεμάτων, 90.936 πήχεων υφάσματος. Στα 22 ταπητουργεία – κιλιμοποιεία, όπου πάλι κορίτσια απ’ το παιδομάζωμα της Φρειδερίκης εργάζονταν χωρίς αμοιβή, κατασκευάστηκαν χιλιάδες χαλιά, που πουλήθηκαν στην εσωτερική αγορά και στο εξωτερικό. Το 1968 (!), τα ταπητουργεία της Φρειδερίκης έφθαναν τα …65» (Ριζοσπάστης, 1/3/2009) .
***
    Η αποστολή παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες ξεκίνησε στις 10 Απρίλη του 1948 με πρωτοβουλία των ίδιων των αγωνιστών του ΔΣΕ υλοποιήθηκε με τη φροντίδα της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης της Ελεύθερης Ελλάδας σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις των Λαϊκών Δημοκρατιών και αφορούσε συνολικά 28.000 παιδιά.
    Αποτέλεσε μέτρο αναγκαίο για να σωθούν τα παιδιά από τους βομβαρδισμούς του μοναρχοφασιστικού στρατού και την πείνα. Οι οικογένειές τους ήταν κυνηγημένες από τους μοναρχοφασίστες ή δολοφονημένες ή στις φυλακές και τις εξορίες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει φροντίδα για τα παιδιά ή να συγκεντρώνονται από το μοναρχοφασιστικό καθεστώς και να μεταφέρονται στα ιδρύματα-γκέτο της Φρειδερίκης που είχε εξαπολύσει το πραγματικό παιδομάζωμα .
    Η αποστολή παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες έσωσε τη ζωή τους. Τα παιδιά αυτά διαπαιδαγωγήθηκαν, μορφώθηκαν και γλίτωσαν τις συνέπειες της εξαφάνισης από τη δράση της Φρειδερίκης.
    Αντίθετα,  από τα παιδιά του πραγματικού παιδομαζώματος, το ένα μέρος τους υπήρξε θύμα «αναμόρφωσης», βαναυσότητας και εκμετάλλευσης, το άλλος μέρος τους (με τον συντριπτικό τους αριθμό να μην το γνωρίζει ακόμα!) υπήρξε θύμα αρπαγής και αγοραπωλησίας. Όσοι ανακάλυψαν την αλήθεια την δεκαετία του ‘90, ανακάλυψαν – για πρώτη, ίσως, φορά – και την Ελλάδα!
    Το λιγότερο που υποχρεούνταν προς αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους το σημερινό κράτος – το οποίο υπηρετούν τα θρασίμια που αναμηρυκάζουν την ασφαλίτικη μετεμφυλιακή προπαγάνδα – θα ήταν να ρίξει άπλετο φως στην απίστευτη αυτή υπόθεση της κλοπής και της μεταφοράς των παιδιών στις ΗΠΑ, να ανοίξει τα αρχεία των παράνομων υιοθεσιών από τα κολαστήρια της Φρειδερίκης, ώστε να μπορέσουν – όσα από τα θύματα της “εθνικοφροσύνης” θα το κατάφερναν – να ξαναενώσουν το νήμα της ζωής τους. Το κράτος των αστών και των σμπίρων τους, αν και έχουν περάσει 20 χρόνια από την αποκάλυψη, δεν το έπραξε ποτέ.
***
Για περισσότερα στοιχεία:
 Δημήτρης Σέρβος, Το παιδομάζωμα και ποιοι φοβούνται την αλήθεια, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
Μαργαρίτης Γιώργος, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949,  εκδ. Βιβλιόραμα)
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=5016449
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=5010949
http://www.rizospastis.gr/story.do?id=4969094

Η «δίκαιη κατανομή των βαρών»...




Αν για κάποιους φρόντισε η κυβέρνηση να είναι πραγματικά ...«δίκαιη» η κατανομή των βαρών, αυτοί είναι οι εργαζόμενοι, που όλοι τους βιώνουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τα αποτελέσματα των «έκτακτων» μέτρων λόγω της πανδημίας, τα οποία ήρθαν για να μείνουν, όπως επιβεβαιώνουν και οι πρόσφατες εξαγγελίες.
Πράγματι, τι έχουν να χωρίσουν οι χιλιάδες εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων που έχουν ανασταλεί οι συμβάσεις τους, με αυτούς που δουλεύουν «εκ περιτροπής», με μισό μισθό το μήνα; Τι έχουν να χωρίσουν οι χιλιάδες εργαζόμενοι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, που δουλεύουν τηλεργασία με ανεξέλεγκτα ωράρια και φουλ εντατικοποίηση, με τους χιλιάδες εργαζόμενους στα σούπερ μάρκετ, που αυτή την περίοδο «έλιωσαν» στη δουλειά κάτω από απαράδεκτες συνθήκες; Τι έχουν να χωρίσουν οι πάνω από 100.000 απολυμένοι το πρώτο 20ήμερο του Μάρτη, με τους χιλιάδες εποχικούς συναδέλφους στον Επισιτισμό - Τουρισμό που βρίσκονται στον αέρα;
Τι έχουν να χωρίσουν μεταξύ τους οι εργαζόμενοι στη «Mellon», που οι μισοί είναι με αναστολή σύμβασης από αρχές Απρίλη, με το επίδομα των 800 ευρώ για 45 μέρες, ορισμένοι δουλεύουν κάτω από δύσκολες συνθήκες, κάποιοι άλλοι κάνουν τηλεργασία, ενώ παράλληλα η εργοδοσία ετοιμάζει εκ περιτροπής εργασία και αφήνει ανοιχτό και το ενδεχόμενο απολύσεων μέσα στο καλοκαίρι; Τίποτα δεν έχει αφήσει αναξιοποίητο η εργοδοσία της «Mellon»...
* * *
Για ποια «δίκαιη κατανομή βαρών» μας μιλάει λοιπόν η κυβέρνηση, όταν για άλλη μια φορά ετοιμάζονται να ρίξουν όλα τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων, την ίδια στιγμή που στους εργοδότες δίνει φοροαπαλλαγές, αναστολές πληρωμών, επιδοτήσεις δανείων, δυνατότητα απαλλαγής από κάθε υποχρέωση προς τους εργαζόμενους, μείωση του κόστους εργασίας κ.ά.;
Οι εργαζόμενοι στη «Mellon» έχουν μεγάλη πείρα και πρέπει να την αξιοποιήσουν. Στις αρχές της προηγούμενης κρίσης, «για να σωθεί ο όμιλος» δέχτηκαν μειώσεις μισθών 11% στην Αθήνα και έως 22% στη Θεσσαλονίκη. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, ανάλογα με το πώς προχωρούσαν οι συμφωνίες μεταξύ της «Mellon» και των τραπεζιτών, μία αυξανόταν η δουλειά και παράλληλα η εντατικοποίηση και οι υπερωρίες, μία μειωνόταν η δουλειά και ξεκινούσαν οι απολύσεις.
Την περίοδο των «capital controls», που η εταιρεία έκλεισε λόγω «ανωτέρας βίας» και οι εργαζόμενοι εξαναγκάστηκαν σε χρήση όλης της κανονικής τους άδειας και στη συνέχεια άνευ αποδοχών, μόνο μετά από δυναμικές παρεμβάσεις του Σωματείου καταφέραμε οι εργαζόμενοι να αποζημιωθούν για ένα μικρό διάστημα.
Βγαίνοντας από την προηγούμενη κρίση, ο όμιλος εταιρειών «Mellon» όχι απλά «σώθηκε», αλλά το καλοκαίρι του 2019 και ενώ ήταν σε εξέλιξη οι μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων για υπογραφή επιχειρησιακής Σύμβασης με αυξήσεις, βραβεύτηκε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ των πιο κερδοφόρων και αναπτυσσόμενων εταιρειών στην Ελλάδα!
Οι εργαζόμενοι βγήκαν από την προηγούμενη κρίση με πετσοκομμένους μισθούς και δικαιώματα, που όλες οι κυβερνήσεις της δεκαετίας φρόντισαν για αυτό, και μπαίνουν σε μια νέα κρίση, με το κεφάλαιο, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους τραπεζίτες να καιροφυλακτούν με μεγαλύτερες ορέξεις πάνω από όποιο δικαίωμα έχει απομείνει (εργασιακό, κοινωνικό, συνδικαλιστικό), αξιοποιώντας και την πανδημία.
* * *
Ο,τι πετύχαμε όλο το προηγούμενο διάστημα, ακόμα και μικρές αυξήσεις, ήταν αποτέλεσμα των δυναμικών αγώνων των εργαζομένων με το ταξικό τους Σωματείο, των πολύμορφων παρεμβάσεων, των μαζικών Γενικών Συνελεύσεων, της ενότητας και της συμμετοχής των εργαζομένων στη διαμόρφωση των αιτημάτων και της διεκδίκησης αυτών.
Η λογική «έτσι είναι τα πράγματα, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς» ή «δεν φταίει η "Mellon" που δεν έχουμε δουλειά, αλλά οι τράπεζες που δεν μας δίνουν δουλειά» είναι επικίνδυνες για τους ίδιους τους εργαζόμενους, για τις διεκδικήσεις τους και τα δικαιώματά τους. Είναι βούτυρο στο ψωμί της εργοδοσίας, που επιδιώκει σε τέτοιες ειδικά συνθήκες να αποσπάσει τη συναίνεση των εργαζομένων, να κάμψει τις αντιδράσεις, να τους διασπάσει. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν καμία δουλειά να γίνονται «μπαλάκι» μεταξύ των αφεντικών (π.χ. «Mellon» και τράπεζα) και να αγωνιούν για τις μεταξύ τους συμφωνίες και διαπραγματεύσεις.
Οι εργαζόμενοι της «Mellon» έχουν χρέος να απειθαρχήσουν σε αυτά που τους ετοιμάζουν κράτος και εργοδοσία, να προτάξουν τις δικές τους ανάγκες, τα δικά τους προβλήματα, να βροντοφωνάξουν «Δεν θα πληρώσουμε ξανά εμείς την κρίση τους». Να συσπειρωθούν στο Σωματείο τους, να στηρίξουν τις πρωτοβουλίες του, να συμμετέχουν στη συγκέντρωση κάτω από την εταιρεία την Τρίτη 26 Μάη, να απαιτήσουν να επιστρέψουν όλοι οι εργαζόμενοι στο χώρο δουλειάς, καμία απόλυση, όχι στην εκ περιτροπής εργασία και την τηλεργασία, μέτρα προστασίας της υγείας των εργαζομένων.
Σήμερα, Τρίτη 26 Μάη, μέρα πανελλαδικής δράσης για τους εργαζόμενους στο Χρηματοπιστωτικό, να ενώσουν τη φωνή τους με τους υπόλοιπους εργαζόμενους του κλάδου, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία βρίσκονται υπό καθεστώς τηλεργασίας και αντιμέτωποι με τα υπόλοιπα προβλήματα. Οι εργαζόμενοι της «Mellon» ξεκινάμε με δίωρη στάση εργασίας 9 - 11 π.μ. και το απόγευμα δίνουμε μαχητικό «παρών» στην κινητοποίηση στο Σύνταγμα στις 6 μ.μ.

Ειρήνη ΜΠΕΚΙΑΡΗ
Πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων στην εταιρεία «Mellon» και γραμματέας του Κλαδικού Σωματείου Χρηματοπιστωτικού

TOP READ