11 Νοε 2017

Οι «Μαρτυρίες» μιας άγρυπνης συνείδησης


Οι μαρτυρίες μιας άγρυπνης συνείδησης
Μεγάλη η ευθύνη, κι ακόμα μεγαλύτερες οι δυσκολίες, να καταπιαστεί κανείς με την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Μια ποιότητα έργου, απ’ τις πιο μοναδικές, και μια ποσότητα, απ’ τις πιο σπάνιες, υψώνονται σα Συμπληγάδες πέτρες απ’ όπου πρέπει να οδηγήσεις το ισχνό κριτικό σου πλοιάριο.
Βέβαια, κάθε ιδιαίτερη ποιητική σύνθεση μέσα στη γενική προσφορά ενός ποιητή, αποτελεί έναν αυτόνομο κι αυτοδύναμο οργανισμό, δεν παύει όμως νάναι και μια βαθμίδα στην ανελισσόμενη κλίμακα. Κι αν δεν το δεις έτσι, κι απ’ τις δυο πλευρές, θα σου διαφύγουν ασφαλώς ένα πλήθος απ’ τις πιο ουσιαστικές ιδιότητές του. Σκεφθείτε λοιπόν, πως κάθε φορά που αποπειράται κανείς να διατυπώσει τις απόψεις του πάνω στο τελευταίο βιβλίο του Ρίτσου, τα τριάντα τόσα προηγούμενα βιβλία του στέκουν σαν ισάριθμες διαδοχικές κλειστές πόρτες που πρέπει να τις έχουμε ανοίξει για να φτάσουμε στην τελευταία.
Σπάνια, αλήθεια, σε παγκόσμια κλίμακα, συναντάμε ένα τόσο μεγάλο σε έκταση ποιητικό έργο. Τριαντατρία βιβλία μέσα τριάντα χρόνια – χώρια τ’ ανέκδοτα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως ο ποιητής δίνει ό,τι καλύτερο κι ό,τι περισσότερο απ’ τον εαυτό του μέχρι τα 40 του το πολύ, όσο διαθέτει δηλαδή, μια αυξημένη βιολογική ορμή. Στην «ρωμαντική» αυτή άποψη συνετέλεσε και η συμπτωματική του θανάτου (βίαιου τις περισσότερες φορές) πολλών μεγάλων ποιητών του περασμένου αιώνα: Μπάυρον, Κητς, Σέλλεϋ, Πούσκιν, Λέρμοντωφ, που αντί να την εξηγήσουν σαν ατύχημα, της δόσαν, αρκετά ανόητα, μια «μοιραία» ποιητική εκδοχή. Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο ερμηνεύουν τη σιωπή του Ρεμπώ στα 19 του χρόνια, και την τραγική χειρονομία του Εσσένιν και του Μαγιακόφσκυ.
Οι υποστηρικτές μιας τέτοιας άποψης κάνουν το τεράστιο λάθος ν’ αγνοούν ότι το αναντικατάστατο δώρο του αληθινού ποιητή είναι η παράταση, και σε προχωρημένη ηλικία, της βιολογικής έντασης, της ζωτικότητας, της αιώνιας φρέσκιας αίσθησης των πραγμάτων, που μαζί, τώρα, με το βάθος του στοχασμού και την ικανότητα διείσδυσης μπορούν να δώσουν καλλιτεχνικούς καρπούς απεριόριστου μεγαλείου.
Εκτός απ’ τις δυό πρώτες συλλογές του το  ΄34 και ΄35, είναι η πρώτη φορά, σ’ όλο το διάστημα από τότε, που κυκλοφορεί ο Ρίτσος το βιβλίο του με ολιγόστιχα ποιήματα. Τα βιώματά του κ’ η εμπνοή που τον συνέπαιρνε ήταν πάντα ισχυρής ακτινοβολίας – δε χωρούσαν στους λίγους στίχους. Και πραγματικά στάθηκε ένας δάσκαλος της ποιητικής σύνθεσης. Με τις «Μαρτυρίες» τώρα, μας δίνει πάλι ένα μέτρο για το μικρό ποίημα, κάτι ανάλογο με το μάθημα του Καβάφη.
Γιατί το μικρό, το ολιγόστιχο ποίημα δεν είναι απλώς λίγοι στίχοι που εκφράζουν μια κατάσταση, μια διάθεση ή ένα αίσθημα. Πρέπει να ολοκληρώνεται σε μια αυτάρκη και τελειωμένη παρουσία. Ν’ ανελίσσεται, δηλαδή, μ’ ένα μαθηματικό, σχεδόν, υπολογισμό για ν’ απολήξει πάντα στον τελευταίο στίχο – γινόμενο, γιατί περί πολλαπλασιασμού πρόκειται. Θα μπορούσε να πει κανείς πως το αληθινό μικρό ποίημα ξεφεύγει, τελικά, απ’ τα όρια του συναισθήματος για να μπει στον αυστηρό χώρο των ιδεών και των συμβόλων. Για να γίνω πιο σαφής: Οι ανθρώπινες καταστάσεις που εκφράζονται στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» και στη «Σατραπεία» ή στο «Ανέβασμα», τον «Έλεγχο» ή την «Καινούργια Νίκη» του Ρίτσου έχουν μεταξιωθεί σε σύμβολα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αποτυχίας του συνειδησιακού ελέγχου, ή της δύναμης για ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή.
«Τόσες μάχες, τόσα τραύματα, τόσες έντιμες
ήττες και νίκες,
τόσα παράσημα – γέμισε το στήθος του,
βάρυνε,
πονούσαν τα μάτια του απ’ τη λάμψη τους
τρόμαξε
μήπως το μόνο φως, που θα του φώτιζε την
ξύλινη σκάλα,
τα βράδια, σαν θα γύριζε σπίτι του, θάταν
αυτό. Ξεντύθηκε
έβαλε τη στολή του στην ντουλάπα, τα παράσημα
στις θήκες τους
και πήγε να καταταχθεί εθελοντής – απλός
στρατιώτης.
Κανένας δεν τον γνώρισε. Τον δέχτηκαν. Ίσως
εκείνο
το νέο χαμόγελό του, να τον έφερνε στην
ηλικία των εθελοντών».
Σ’ αυτό βέβαια, πρωταρχικό ρόλο παίζει πάντοτε η ποιότητα του εκφραζόμενου. Όσο πιο καθολικού χαρακτήρα είναι, τόσο πιο καίρια, και πιο πειστική η μεταξίωση που αναφέραμε.
Εκείνο που θάχε να παρατηρήσει κανείς στη νεοελληνική ποίηση (και θ’ άξιζε κάποτε μια πιο εμπεριστατωμένη μελέτη) είναι πως παρουσιάζει, σ’ ό,τι καλύτερο έχει, αν όχι μια καθαρά περιγεγραμμένη πλαστικότητα, όμως μια τάση, μια φ ο ρ ά προς την πλαστικότητα, προς την απτότητα, προς την ακρίβεια. Κ’ ίσως αυτό, περισσότερο από κάθε τι άλλο, να υπογραμμίζει την ελληνική βιολογική και ιστορική συνέχεια. Ακόμα και τα ξένα μοντέρνα ποιητικά κινήματα, μόλις μπολιάστηκαν στο νεοελληνικό κορμό, πήραν αμέσως αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αποσαφήνισης. Στην ποίησή μας ισχύει αυτό που έλεγε ο Θωμαζαίος για το Σολωμό: «Οι Γερμανοί κάνουνε βαθειά τα πιο κοινά νοήματα. Εσύ ήβρες τρόπο να καταστήσεις κοινά και τα βαθύτερα».
Ο ίδιος ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Καβάφης, ο Παλαμάς κι ο Σικελιανός, όταν δε «φιλοσοφεί» ο πρώτος και δεν «χρησμοδοτεί» ο δεύτερος, ο Βάρναλης κ’ οι καλύτεροι απ’ τους συγχρόνους μας έχουν αυτή τη σφραγίδα της απτότητας, της υ λ ι κ ό τ η τ α ς  στην τέχνη τους.
Οι «Μαρτυρίες» απ’ την άποψη της ψυχικής κίνησης και του προβληματισμού βρίσκονται στον ίδιο κύκλο της τελευταίας εργασίας του ποιητή, απ’ το 1956 και δώθε, κύκλος που μπορεί να οριστεί με την έκφραση: Τ ε λ ι κ ή  μ έ θ ε ξ η. Η ως τα έσχατα διερεύνηση της φθοράς, η μοναξιά, η γνώση, συχνά, ενός αδιεξόδου, το ανεπανάληπτο γεγονός του θανάτου καταλήγουν πάντα σε μια βαθειά κατανόηση, σε μιαν άφεση, και περισσότερο, μέσω της γνώσης και της αίσθησης, σε μια τελική μέθεξη. Έτσι, τα σύνορα αντικειμένου και υποκειμένου καταργούνται, κ’ οι δυό αυτοί προαιώνιοι εχθροί, αλληλοσυμπληρώνονται σε μια υψηλή λυτρωτική φιλία. Και σε μια έφεση υποκατάστασης:
«…το μεγάλο άδειο κιούπι –
στο σκοτεινό του χείλος περπατάει χωρίς
νόημα μια αράχνη.
…(χωρίς νόημα για σένα, μα ίσως όχι για κείνην»).
Κάτι παραπλήσιο, σε άλλο όμως τόνο και τρόπο, συναντάμε στον Ουίτμαν. Η διαφορά έγκειται ότι στον Έλληνα ποιητή, το προτσές της μέθεξης συντελείται με πολύ δραματικότερα στοιχεία. Πάντως πρόκειται για έναν ανθρώπινο πανθεϊσμό, θα λέγαμε, που αφετηρία του έχει την τρομερά δύσκολη κατάκτηση κ’ εσωτερική διεργασία της αποατομίκευσης και της καθολικοποίησης του προσωπικού. Ο ποιητής δεν αναφέρεται παρά σπάνια στις δικές του απόψεις για τα πράγματα. Απλώς τις φωτίζει, από μιαν οπτική γωνία, σοφά διαλεγμένη, ώστε απ’ το μέρος να συλλάβουμε το όλο, απ’ το μερικό το γενικό, απ’ τη λεπτομέρεια την ουσία. Έτσι μας οδηγεί απ’ την α ί σ θ η σ η  του πράγματος στην  α π ο κ ά λ υ ψ ή  του – χαρακτηριστικό κι αυτό της υλικότητας, για την οποία μιλήσαμε, που κορυφώνεται με την απαράμιλλη χρησιμοποίηση του επιθέτου. Τα επίθετα στην τελευταία ποίηση του Ρίτσου παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο, καθώς, ακολουθώντας το ένα το άλλο, ανασύρουν σαν άρπαγες στο ύψος της ακρίβειας και της μεταδοσιμότητας ακόμα και το πιο θολό, αόριστο, ή συγκεχυμένο αίσθημα.
Βέβαια, σ’ αυτήν την συνειδησιακή κατάσταση της τελικής και ολικής παραδοχής, ενεδρεύει πάντα ο κίνδυνος μιας εκτροπής της ποιητικής όρασης σ΄ ένα καθαρά θεωρητικό επίπεδο, με έσχατο αποτέλεσμα την παρουσίαση ενός κόσμου «εν αρμονία». Γιατί, ο ποιητής, λειτουργώντας μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπερνάει το οδυνηρό ιστορικό γίγνεσθαι για να φτάσει στην τελειωμένη πια ιστορία – εκεί όπου όλα έχουν καταχωρηθεί και δικαιολογηθεί. Η προβληματική αντικαθίσταται, δηλαδή, με την επεξηγηματική, και η εποχή με την αιωνιότητα.
Όμως πέρα απ’ την αναγκαιότητα (και την ευγένεια) των ανθρωπίνων αγώνων, πέρα από το ιστορικό γίγνεσθαι και τις αλλαγές των εποχών, πέρα απ’ τις κοινωνικές σχέσεις, (Α σήμερα, αύριο Ω), εκεί στη ρίζα της ζωής, υπάρχει κάτι το τραγικό, αν όχι και το παράλογο: η φθορά, ο θάνατος, η απουσία ενός συνειδητού σκοπού στη ζωή (καταγωγικά εννοώ), η δυναστεία του τυχαίου, η τυραννία της ίδιας της αναγκαιότητας κλπ, κλπ. (που αναμφισβήτητα κάποτε η ανθρώπινη δραστηριότητα θα ελέγχει, ως ένα σημείο ορισμένα απ’ αυτά) μα που όπως και σήμερα θ’ αποτελούν για πάντα το μεγάλο και τραγικό άγνωστο Χ. Απ’ τη στιγμή που η διείσδυση του ποιητή, όπως στην περίπτωση του Ρίτσου, φτάσει ως εκεί, ως αυτό το φοβερό βάθος, δύο δρόμοι, ποιητικοί, ανοίγονται: η άρνηση της ζωής, και η ολική, μ’ όλο της το ακατανόητο παραδοχή της. Αυτή η δεύτερη μορφή με την κατάφαση που περικλείνει, τίθεται αυτόματα πλάι στην επίμονη ανθρώπινη πορεία, την εξηγεί και την ανακουφίζει. Ο ποιητής πρέπει να παρηγορεί την ανθρωπότητα, είπε, σοφά, ο Λωτρεαμόν. Κι ο Ρίτσος αναμφισβήτητα, την παρηγορεί.
«Μια δροσερή πνοή μπήκε αναίτι απ’ το παράθυρο,
ένα μετέωρο ρυάκι·
την ένοιωσες μονάχα απ’ το λόξεμα της φλόγας
των τεσσάρων κεριών,
κ’ οι σκιές της λάμψης τρέμισαν στο πρόσωπο
του πεθαμένου
σα να του γλείφαν και να του αφαιρούσαν το θάνατο.
Μεμιάς, αυτή η πνοή σού επανέλαβε την άνοιξη
κ’ οι φλόγες των κεριών έγιναν τέσσερις χρυσοί τροχοί
σ’ ένα μεγάλο, ανάλαφρο αμάξι που έφευγε αστραπιαία
ίσως κατάφορτο λουλούδια και γυναίκες. Παρ’ ολίγο
μάλιστα
να διαμελίσει το νεκρό. Μα ο νεκρός μισάνοιξε τα μάτια
και παραμέρισε με προσοχή και σύνεση. Τ’ αμάξι πέρασε».
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης τον Σεπτέμβρη του 1964 (τ. 117)

Πόσο βλάκες μας θεωρούνε;!

        


«Στο χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί οι αναλύσεις μου πιο πολύ για την οικονομία για την εξέλιξη των κοινωνικών αντιθέσεων να είναι μαρξιστική, αλλά στις τράπεζες είμαι συντηρητικός»!
Ποιος έκανε την παραπάνω δήλωση φαίνεται κι από τα Ελληνικά του! Ο διαβόητος υπουργός Ευκλείδης Τσακαλώτος ο οποίος είναι κοινωνικά μαρξιστής και οικονομικά συντηρητικός! Προφανώς αυτά διδάσκει ο Τσακαλώτος ως καθηγητής! Ότι μπορεί δηλαδή κοινωνικά ο καθένας να παριστάνει τον μαρξιστή αλλά οικονομικά να είναι συντηρητικός! Τι διδάσκει ο Τσακαλώτος;! Ότι στις ανέξοδες κουβέντες μπορείς να πουλάς μαρξισμό, αλλά στις πράξεις που κοστίζουν, όπως τα αντιλαϊκά μνημόνια και οι αντιλαϊκοί νόμοι, πρέπει να πουλάς καπιταλισμό! Γιατί ο Ευκλείδης με τα φτωχά Ελληνικά του ξέρει ότι αυτό που «ταΐζει» είναι η οικονομία και όχι η θεωρία, οπότε ότι είσαι στην οικονομία είσαι και στην κοινωνία! Εάν στην οικονομία είσαι κομμουνιστής, είσαι και στην κοινωνία. Εάν στην οικονομία είσαι συντηρητικός είσαι και στην κοινωνία! Οτιδήποτε άλλο είναι απλά για να κοροϊδέψεις τον κόσμο!
Βέβαια ο Ευκλείδης Τσακαλώτος μπορεί να μην τα έχει καλά με την Ελληνική γλώσσα αλλά όπως κι ο αρχηγός του τα έχει πολύ καλά με τον εμπαιγμό και την κοροϊδία του Ελληνικού λαού! Ωστόσο τον τελευταίο καιρό ο Τσακαλώτος, ο αρχηγός του και γενικά οι Συριζαίοι περνάνε για πολύ βλάκα τον Ελληνικό λαό αμολώντας όποια σαχλαμάρα τους έρχεται στο κεφάλι! Αδιάψευστη μαρτυρία του ότι θεωρούν τον Ελληνικό λαό εντελώς βλάκα είναι και η γεμάτη θράσος δήλωση του «κομμουνιστή» υπουργού Κατρούγκαλου: «Γιατί η βασική μας διαφορά, επαναλαμβάνω, με τη Νέα Δημοκρατία είναι ότι εμείς νοιαζόμαστε για τους πολλούς και για τους αδύναμους»!
Άκου εκεί… κοινωνικά είναι μαρξιστής και οικονομικά είναι συντηρητικός! Για πολύ βλάκες μας περνάει ο Τσακαλώτος και η παρέα του!

Μαυρομάτης

Σαν τον κλέφτη



«Φύλλο και φτερό» έκαναν οι βουλευτές του ΚΚΕ την επιχειρηματολογία της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας και συνολικά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, που διατείνονταν ότι το νομοσχέδιο «για την οργάνωση του χρόνου εργασίας» των νοσοκομειακών γιατρών «προστατεύει τον σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας», «περιορίζει την εργασιακή ζούγκλα» και άλλα τέτοια. Μάλιστα, οι βουλευτές του ΚΚΕ αποκάλυψαν ότι το άρθρο 6 του νομοσχεδίου καταργούσε διάταξη του ισχύοντος νόμου 3754/2009, ο οποίος προβλέπει ότι «Για τις ανάγκες κατάρτισης του προγράμματος εφημεριών και ομαλής λειτουργίας των νοσοκομείων και των Κέντρων Υγείας δεν εφαρμόζονται ελαστικά ωράρια και ελαστικές σχέσεις εργασίας». Η αποφασιστική παρέμβαση του ΚΚΕ ανάγκασε την κυβέρνηση, το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης, δηλαδή λίγο πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου, να αποσύρει το σχετικό άρθρο, που πήγε να το περάσει σαν τον κλέφτη. Βέβαια, ο αντιδραστικός χαρακτήρας του νομοσχεδίου παραμένει και επιβάλλει συνέχιση και κλιμάκωση των αγώνων από την πλευρά των γιατρών, συνολικά των εργαζομένων.

Ξαναγράφοντας (!) τον Μαρξ και τον Λένιν


Διαβάζουμε από άρθρο της «Αυγής» με τίτλο «Ο Μαρξ, ο Λένιν και ο κομμουνισμός»: «Τι είναι λοιπόν ο κομμουνισμός; Για να απαντήσουμε πρέπει πρώτα να διακρίνουμε ανάμεσα στον κομμουνισμό σαν ιδέα (...) και σαν ιστορική εμπειρία, όπως αυτή εφαρμόστηκε στα καθεστώτα του "υπαρκτού" (...) Ο Μαρξ ξεκίνησε ως οπαδός των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων (...) η τραγική κατάληξη όμως της Παρισινής Κομμούνας τον προβλημάτισε έντονα. Η αντίληψη για τον ρόλο των εξεγέρσεων εγκαταλείφθηκε από την πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στη Γερμανία και στη Γαλλία, που επέλεξαν τον κοινοβουλευτικό δρόμο για να επιτύχουν τον στόχο τους. Ο Λένιν ήταν από αυτούς που επέμειναν στον δρόμο της εξέγερσης (...) Αυτό ήταν και το πρόταγμα με το οποίο χτίστηκε το Κόμμα των μπολσεβίκων στη Ρωσία, με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία (...) Η νίκη των μπολσεβίκων -απρόσμενη- είναι η αποθέωση της λενινιστικής αντίληψης για τον χειρισμό των πρόσφορων καταστάσεων (...) η ανάπλαση της κοινωνίας έπρεπε να ανατεθεί στο κράτος, που όμως διαμορφώθηκε κατ' εικόνα και ομοίωση του κόμματος. Το ίδιο εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για την κατάκτηση της εξουσίας, χρησιμοποιείται τώρα για την άσκησή της (...) επανέρχεται ο όρος του Μαρξ "δικτατορία του προλεταριάτου" (...) Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο κομμουνισμός είναι πολύ μεγάλη ιδέα ώστε να την αναλάβει το κράτος (...) Το απελευθερωτικό μήνυμα του κομμουνισμού εκφυλίστηκε (...) κομμουνισμός, επομένως, είναι η ελπίδα και η πίστη στη δυνατότητα απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τον ασφυκτικό εγκλωβισμό της στον καπιταλισμό (με) απο-ιδιωτικοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, εξάλειψη του κράτους, αποκατάσταση του ενιαίου πολυμορφικού χαρακτήρα της εργασίας».
***
Τι μας λέει η «Αυγή»; Οτι ο Μαρξ ήταν υπέρ των εξεγέρσεων, αλλά ...του γεννήθηκαν αμφιβολίες μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας! Για να δούμε, όμως, τι έλεγε πραγματικά ο Μαρξ γι' αυτήν την «πρώτη έφοδο του προλεταριάτου στον ουρανό»: «Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η Ιστορία στον πάσσαλο της ατίμωσης απ' όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους» (Καρλ Μαρξ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»). Κομματάκι δύσκολο να καταλογίσει κανείς στον Μαρξ «αναδίπλωση» από την επαναστατική του θεωρία με αφορμή την Παρισινή Κομμούνα. Ο αρθρογράφος της «Αυγής» όμως το καταφέρνει... Τι άλλο μας λέει; Οτι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Γερμανίας, της Γαλλίας και άλλων χωρών, γρήγορα κατάλαβαν ότι η επανάσταση δεν ήταν μέσο για να πετύχουν τους σκοπούς τους και ότι «το γύρισαν» στον κοινοβουλευτισμό. Προφανώς, ο συγγραφέας του άρθρου αναφέρεται στην προδοσία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Β' Διεθνούς, που τάχθηκαν με το πλευρό της αστικής τάξης των χωρών τους στην έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, παραδίδοντας την εργατική τάξη βορά στους ανταγωνισμούς και στα κανόνια των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών κρατών της εποχής. Κι ενώ οι σοσιαλδημοκράτες, έχοντας συνθηκολογήσει με την αστική τάξη, ετοιμάζονταν να αναλάβουν ακόμα «υψηλότερα» καθήκοντα, όπως ήταν για παράδειγμα ο βρώμικος ρόλος τους στην κατάπνιξη της Γερμανικής Επανάστασης το 1919, ο ...αμετανόητος Λένιν οργάνωνε μεθοδικά ένα κόμμα «με στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία» για να ανατρέψει την αστική τάξη με επανάσταση.
***
Κι όταν - «απρόσμενα»! - οι Μπολσεβίκοι το πέτυχαν στα 1917, το κόμμα τους εγκαθίδρυσε τη «δικτατορία του προλεταριάτου», δηλαδή τη νέα εξουσία, η οποία όμως, όπως υπονοεί ο αρθρογράφος, είχε την ίδια «αγριότητα» με το κόμμα που καθοδήγησε την επανάσταση, επειδή το κράτος «διαμορφώθηκε κατ' εικόνα και ομοίωση του κόμματος». Τι τους πείραξε; Οτι οι Μπολσεβίκοι, διδαγμένοι κι από την πείρα της Παρισινής Κομμούνας, δεν άφησαν πέτρα πάνω στην πέτρα από το παλιό αστικό κράτος και γκρέμισαν συθέμελα τους θεσμούς του. Οτι η εργατική εξουσία πάλεψε «με θεούς και δαίμονες» για να στεριώσει κι ότι η αστική τάξη και οι αντεπαναστατικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να γκρεμίσουν το νέο, πριν μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Γι' αυτό οι συκοφαντίες και οι αφορισμοί για το Μπολσεβίκικο κόμμα και το κράτος της εργατικής εξουσίας. Γι' αυτό οι νεκρολογίες για το «απελευθερωτικό μήνυμα του κομμουνισμού» που «εκφυλίστηκε», σύμφωνα με την «Αυγή», και για το αδιέξοδο των επαναστάσεων. Αρα, τι μένει; Ο κομμουνισμός «σαν ιδέα», όπως έλεγε στην αρχή του άρθρου του ο συγγραφέας. Και η ελπίδα «στη δυνατότητα απελευθέρωσης της ανθρωπότητας από τον ασφυκτικό εγκλωβισμό της στον καπιταλισμό». Αλλά πώς; «Προφανώς» μέσα από την αλλαγή του κοινοβουλευτικού συσχετισμού και περιμένοντας από κυβερνήσεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ να φέρουν ένα βήμα κοντύτερα τον ...κομμουνισμό. Κι αν δεν έχουν δει τα μάτια μας αερολογίες και διαστρεβλώσεις στην εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ! Αλλά τέτοια προκλητική προσπάθεια να φέρουν τον Μαρξ και τον Λένιν στα μέτρα τους, είναι δύσκολο να την καταπιεί κανείς...

Στο επίκεντρο η απεργιακή προετοιμασία




Τα προχτεσινά συλλαλητήρια του ΠΑΜΕ έστειλαν δυνατό εργατικό - λαϊκό μήνυμα αντίστασης και αντεπίθεσης σε κυβέρνηση και εργοδοσία, αποτέλεσαν βήμα για αγωνιστική κλιμάκωση ενάντια στο νέο γύρο της επίθεσης, που ήδη ξεδιπλώνεται για λογαριασμό του κεφαλαίου.
Στο επίκεντρο της δράσης των ταξικών συνδικαλιστικών οργανώσεων μπαίνει τώρα η προετοιμασία για άμεση και μαζική απεργιακή απάντηση, ενάντια στο χτύπημα που ετοιμάζει η κυβέρνηση στο ίδιο το απεργιακό δικαίωμα, στη συλλογική οργάνωση και δράση.
Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να προωθήσει με κάθε τρόπο παλιά και νέα μέτρα «βγάζει μάτι»: Ενισχύει την καταστολή ενάντια στις κινητοποιήσεις για την προστασία της λαϊκής κατοικίας από τους πλειστηριασμούς. Εχει ήδη συμφωνήσει με το κουαρτέτο για το παραπέρα ξήλωμα του δικαιώματος στην απεργία, ενώ κρατά επίτηδες «θολά» άλλα μέτρα της 3ης «αξιολόγησης», όπως το νέο πετσόκομμα σε κοινωνικά και προνοιακά επιδόματα.
Παράλληλα, με τις γνωστές απαράδεκτες διαδικασίες «fast track», που ακολούθησε στην ψήφιση του νομοσχεδίου για το σμπαράλιασμα του ωραρίου των νοσοκομειακών γιατρών, «υπενθύμισε» την ετοιμότητά της να φέρει σαν τον κλέφτη και τα υπόλοιπα αντιλαϊκά μέτρα.
Είναι προφανές ότι δεν χωρά καμιά αναμονή: Ολες οι προσπάθειες των ταξικών δυνάμεων στρέφονται στη διαμόρφωση ετοιμότητας για απεργιακή απάντηση, που περνά μέσα από τη δράση και τους αγώνες στους κλάδους και τους χώρους δουλειάς.
Ηδη δεκάδες συνδικαλιστικές οργανώσεις υπογράφουν το κοινό κάλεσμα 9 Ομοσπονδιών για απεργιακή απάντηση στα σχέδια κυβέρνησης - κεφαλαίου για το χτύπημα του απεργιακού δικαιώματος. Οι αποφάσεις μπορούν να γίνουν πολύ περισσότερες, η πάλη αυτή να αγκαλιάσει τους εργαζόμενους. Με οδηγό την πείρα από την πρωτοβουλία για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που στήριξαν πάνω από 530 συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι ταξικές δυνάμεις απευθύνονται σε κάθε συνδικάτο, συνδικαλιστή και εργαζόμενο και τους καλούν να πάρουν θέση στη μάχη.
Πολύ περισσότερο, δουλεύουν ώστε οι αποφάσεις που παίρνονται, όλη αυτή η προσπάθεια που ξεδιπλώνεται, να εκφραστούν στην πράξη, με τη μαζική συμμετοχή εργαζομένων στον αγώνα. Μέσα από γενικές συνελεύσεις, συσκέψεις, περιοδείες και εξορμήσεις, τα συνδικάτα και οι συνδικαλιστές που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ αναλαμβάνουν την ευθύνη να αποκαλύψουν πλατιά τον ταξικό χαρακτήρα της αντιλαϊκής επίθεσης, την προκλητική προπαγάνδα περί «δίκαιης ανάπτυξης» και «κυβερνητικής πολιτικής προστασίας των εργαζομένων», την ίδια ώρα που εντείνεται η εκμετάλλευση και κλιμακώνεται η αντεργατική επίθεση διαρκείας για τη στήριξη των κερδών του κεφαλαίου.
Στο επίκεντρο μπαίνει η προσπάθεια να γίνεται υπόθεση των ίδιων των εργαζομένων η οργάνωση της πάλης για τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες. Κόντρα στη σιγή νεκροταφείου που θέλουν να επιβάλουν κυβέρνηση και εργοδοσία, κόντρα στο «δεν βγαίνει τίποτα» και τη διαλυτική επίδραση του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, απάντηση δίνουν οι εστίες αντίστασης και διεκδίκησης που αναπτύσσονται σε κλάδους και χώρους δουλειάς.
Τέτοια θετικά παραδείγματα είναι οι κινητοποιήσεις για τις Συλλογικές Συμβάσεις σε μια σειρά από χώρους, όπως σε μεγάλα εργοτάξια, στον όμιλο ΟΤΕ, αλλά και στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, όπου οι εργαζόμενοι πέτυχαν την υπογραφή ΣΣΕ και θα δώσουν τη μάχη για την εφαρμογή της. Είναι οι αγώνες που αναπτύσσουν εργαζόμενοι για τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας και των δικαιωμάτων τους, όπως στα Πρακτορεία Τύπου, στην UNILEVER κ.α., οι αγώνες ενάντια στις απολύσεις και την απληρωσιά.
Δίνουμε τη μάχη οι εστίες αυτές να πολλαπλασιάζονται και να δυναμώνουν, να ενισχύεται ο αγώνας ενάντια στην εργοδοσία μέσα σε κάθε χώρο δουλειάς. Μάχες που πρέπει να ενώνονται στη γενική αναμέτρηση με την εργοδοσία ως τάξη, να μεταφράζονται σε αυξημένη συμμετοχή εργαζομένων στις κεντρικές μάχες του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η μάχη για την απεργία, η δουλειά σε αυτήν την κατεύθυνση, είναι απαραίτητη για να δοθεί δυνατή εργατική - λαϊκή απάντηση, για να μπουν νέες δυνάμεις στον αγώνα!

Οι δύο δίκες του Πολυτεχνείου και οι ποινές που (δεν) έφαγαν οι πρωταίτιοι

Κατιούσα Είναι γνωστό πως η διαδικασία της “αποχουντοποίησης” δηλαδή αφενός της δικαστικής δίωξης...

TOP READ