30 Αυγ 2020

Γιώργος Μαργαρίτης – Ο εμφύλιος πόλεμος και η ψυχολογία των μαζών


Την επαύριο της 71ης επετείου από τη λήξη του, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος εξακολουθεί να εξάπτει τα πνεύματα και να προκαλεί αντιπαραθέσεις με σαφείς αναφορές στο σήμερα, όπως αποδεικνύει και η υπόθεση Στεφανή, που κατέληξε μετά τις έντονες αντιδράσεις σε απόσυρση της παρουσίας του υφυπουργού Άμυνας στη φιέστα “κατά των συμμοριτών”. Με αφορμή το συγκεκριμένο ιστορικό ορόσημο, επιλέξαμε να μεταγράψουμε ένα από τα εισαγωγικά κεφάλαια στον πρώτο τόμο της “Ιστορίας του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949”, του Γιώργου Μαργαρίτη, το οποίο εστιάζει στο γενικότερο ιστορικό ευρωπαϊκό πλαίσιο που προετοίμασε το έδαφος για τη διεξαγωγή αυτής της μέχρις εσχάτων εμφύλιας σύγκρουσης, εστιάζοντας στις μεταλλαγές της πρόσληψης των εμφυλίων από το 19ο αι. στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, με κρίσιμο σημείο καμπής την εμπειρία του Α’ Παγκοσμίου πολέμου.
Ο Εμφύλιος πόλεμος την εποχή του ολοκληρωτικού πολέμου
Οι εμφύλιοι, οι “αδελφοκτόνοι” πόλεμοι χαρακτηρίστηκαν με τα πλέον μελανά χρώματα από την ιστοριογραφία κυρίως του 19ου αιώνα. Η τελευταία ήταν στενά συνδεδεμένη με την ιδέα της εθνικής ενωτικής πορείας, της φυλετικής και πολιτισμικής ταυτότητας, της οποίας οποιαδήποτε ρήξη δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί παθολογικό σύμπτωμα, μεταφυσικών διαστάσεων τραγωδία, ατύχημα και εκτροχιασμός από τα πεπρωμένα και απόδειξη βαθύτατης κρίσης και παρακμής. Το έθνος, στους εμφυλίους, “έτρωγε τις σάρκες του”, κάτι πολύ δύσκολα μπορούσε να γίνει αποδεκτό. Στην ιστοριογραφία της περιόδου, οι εμφύλιοι πόλεμοι, από την αρχαία Ρώμη ως τους θρησκευτικούς πολέμους, με όλα τα ενδιάμεσα και τα συμπληρωματικά, παρουσιάζονταν ως περίοδοι δοκιμασίας ή παρακμής, “σκοτεινές εποχές” αποδείξεις αδιεξόδων και κρίσης του πολιτισμού. Για την ερμηνεία τους επιστρατεύθηκαν τα ηθικοπλαστικά και οι ρίζες τους συνδέθηκαν με τις πλέον ταπεινές ιδιότητες των ανθρώπων: τη φιλοδοξία, τη ματαιοδοξία, τα ανεξέλεγκτα πάθη, την αγραμματοσύνη και το φασισμό, τα μίση, κάθε είδος δαίμονα τέλος πάντων. Ο ρομαντισμός βρήκε στο πεδίο αυτό μια πλούσια φλέβα τραγικών καταστάσεων.
Μερικά χρόνια αργότερα, στον ευρωπαϊκό Μεσοπόλεμο, η αντίληψη για τον εμφύλιο πόλεμο είχε αλλάξει ριζικά. Προφανώς υπήρχαν ακόμα πολλοί που θεωρούσαν τον εμφύλιο κατάρα για την κοινωνία, ένα από τα δεινά που απειλούν την ευημερία και την ευτυχία των ανθρώπινων κοινωνιών. Στο χώρο, όμως, της πολιτικής και της κοινωνικής παρέμβασης, η ιδέα της εμφύλιας σύγκρουσης είχε πλέον επισημοποιηθεί και είχε ενταχθεί ως βασική επιλογή στις προτεινόμενες  τακτικές και μεθόδους. Πολιτικά κόμματα και κινήματα επέλεγαν, σε μεγάλο ποσοστό και χωρίς αυτό να προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη στην κοινωνία, στρατιωτική οργάνωση στις δομές τους και πολεμική προοπτική στις παρεμβάσεις τους. Το κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών, σε όλες τις εκφράσεις του, τα συνδικάτα, οι εργατικές ενώσεις, το φασιστικό κίνημα, τα κινήματα της άκρας Δεξιάς εν γένει ακολούθησαν τέτοιες διαδρομές. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων εποχής -μαχητικό απόσπασμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς- είχε εκ κατασκευής αυτή την προοπτική. Οι εξελίξεις στη Ρωσία επιβεβαίωσαν την αναγκαιότητα και τη λειτουργικότητά της. Με άλλα λόγια, η πολεμική σύγκρουση εμφύλιου χαρακτήρα είχε επισημοποιηθεί ως πιθανή επιλογή, ως “συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα”.
Προφανώς μέσα σε πολύ λίγα χρόνια πολλά πράγματα άλλαξαν. Οι βαθμιαίες μετατοπίσεις, ώσπου να φτάσουμε στην αποδοχή του εμφύλιου πολέμου ως βασικού μέσου για την επίτευξη μιας ριζοσπαστικής κοινωνικής και πολιτικής μεταβολής, σηματοδοτούσαν ένα δρόμο μακρύ και πολύπλοκο, του οποίου τα χαρακτηριστικά δεν είναι μονοσήμαντα και εύκολα διακριτά. Τα βασικά πεδία των αλλαγών που χρειάστηκαν για να οδηγηθούμε σε αυτήν την ανατροπή των αντιλήψεων απλώθηκαν στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, με άμεσο αντίκρισμα στο αντίστοιχο των πολιτικών πρακτικών και των ιδεών. Μόνο επιγραμματικά μπορούμε να θίξουμε εδώ μερικές από αυτές τις αλλαγές. Εκείνες που αφορούν τις σχέσεις των ανθρώπων με ορισμένου είδους βία αποτελούν ίσως ένα πρώτο πεδίο αναζητήσεων.
-.-
Όσο ο 19ος αιώνας πλησίαζε προς το τέλος του, τόσο η σχέση των ανθρώπων με τη βία άλλαζε, γινόταν πιο φυσική και καθημερινή, απλωνόταν σε δραστηριότητες ανύποπτες ως τότε. Οι νέες καταστάσεις αποτυπώνονταν στις κοινωνικές συμπεριφορές και μέσα από αυτές άρχισαν προοδευτικά να κρούουν την πόρτα της πολιτικής. Πλήθος ιδεολογικά και κοινωνικά ρεύματα συνηγορούσαν αυτής της εξέλιξης. Ο νιτσεϊσμός, ο νεορομαντισμός, η αίσθηση παρακμής και αυτοκαταστροφής ως αντίδοτου της προόδου: των αδικιών, δηλαδή, των ανισοτήτων και των μεταλλάξεων που αυτή δημιουργούσε. Ίσως να είναι τυχαίο, ίσως όμως και όχι, ότι η εξέλιξη αυτή έγινε πιο διακριτή μετά από δύο σημαντικά πολιτικά γεγονότα. Το θρίαμβο των προσδοκιών περί εθνικής ολοκλήρωσης που ήρθε με την εθνική συγκρότηση των δύο μεγάλων, όσο και πολυδιασπασμένων, ευρωπαϊκών εθνών, της Ιταλίας και της Γερμανίας, αλλά και τη μετεξέλιξη ενός διακρατικού πολέμου, του Γαλλογερμανικού του 1870, σε κανονικό εμφύλιο πόλεμο.
Οι ενδείξεις για τη ριζική αλλαγή της σχέσης μεγάλων τμημάτων των ευρωπαϊκών κοινωνιών με τη βία ήταν συχνά υπόγειες, εντοπίστηκαν όμως και συζητήθηκαν πολύ στην εποχή τους. Η εμφάνιση της μονομαχίας σε στρατιωτικούς και αριστοκρατικούς κύκλους, λόγου χάρη, ή η καθιέρωση αυτοκαταστροφικών και θανατηφόρων παιχνιδιών, όπως η ρωσική ρουλέτα, περίπου την ίδια εποχή. Σε πιο ταπεινά στρώματα και χώρους, στο μικροαστικό και μεσοαστικό χώρο εξαπλώθηκαν βίαιες, όσο και αυτοκαταστροφικές συνήθεις, οι επονομασθείσες “επιδημίες αυτοκτονιών”, οι οποίες τόσο πολύ βασανίζουν ένα σημαντικό κλάδο της σύγχρονής μας ιστοριογραφίας. Το χαρακτηριστικό ήταν η κοινωνική διάσταση και η κοινωνική αναφορά αυτών των διαβημάτων. Αφορούσαν κυρίως τάξεις και στρώματα του πληθυσμού που βρίσκονταν σε ασταθείς ισορροπίες μέσα στον έντονο στοβιλισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς το τέλος του προπροηγούμενου αιώνα. Η αριστοκρατία συνθλιβόμενη ανάμεσα στην αφύσικη, εκτός εποχής και εξέλιξης, δόξα της και τον εμφανή πλέον, γεμάτο αδιέξοδα αναχρονισμό της. Τα μεσοστρώματα, επίσης, στριμωγμένα ανάμεσα στην προσδοκία της περαιτέρω κοινωνικής ανέλιξης και την απειλή της πτώσης στο προλεταριακό υπόστρωμα. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε μερικές πιο ειδικές κατηγορίες σε αυτά τα πεδία: την εύθραυστη είσοδο των γυναικών, λόγου χάρη, στο ενεργό κοινωνικό στερέωμα που, ρευστή και αβέβαιη, τις οδηγούσε πολύ συχνά σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, προς μεγάλο σκανδαλισμό της τότε ανδροκρατούμενης κοινωνίας.
Αυτές οι ενδείξεις αυτοκαταστροφικής πρακτικής τρέφονταν από τις κοινωνικές αστάθειες και πιέσεις και συχνά εμπεριείχαν διακηρύξεις κατά κάποιον τρόπο προς την κοινωνία, στο όνομα της οποίας λάμβαναν χώρα. Τόνιζαν την έννοια της κοινωνικής ταυτότητας, έστω και μέσα από την ακύρωσή της. Η ζωή είχε νόημα μέσα στο πλαίσιο αξιών που η κοινωνία όριζε, την τιμή, την αξιοπρέπεια, τον αυτοπροσδιορισμό και το δικαίωμα επιλογής στο προσωπικό πεδίο. Ο θάνατος σε μονομαχία ή η αυτοκτονία διακήρυσσε αυτές τις αρχές, που έκαναν υποφερτή τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία και επιθυμητή τη ζωή. Η ρήξη αυτών των κοινωνικών συμβολαίων, η αδικία και η ατίμωση έφερναν την επιθυμία του θανάτου. Οι άνθρωποι, ορισμένοι έστω άνθρωποι -τέτοιες ιδέες δεν περνούσαν λόγου χάρη σε θρησκευόμενους αγρότες- θεωρούσαν ότι η ακύρωση των συμβολαίων καθιστούσε το άτομο αναλώσιμο. Η αυτοκαταστροφή έγινε έσχατο προπύργιο στην υπόθεση της προπάσπισης της προσωπικής ταυτότητας, της θέσης του ατόμου, δηλαδή, μέσα στην κοινωνία. Έσχατο καταφύγιο στις πιέσεις ενός κόσμου ρευστού, που εύκολα μπορούσε να κλείσει προσωπικούς δρόμους και προοπτικές.
Αυτές οι ιδέες, αν και τις συμμερίζονταν πολλοί, περιφέρονταν για αρκετές δεκαετίες στο ατομικό, στο προσωπικό επίπεδο. Χρειαζόταν ένας ισχυρός καταλύτης για να τις μετατρέψει σε συλλογικές πρακτικές. Να τις συνδέσει με την πολιτική, με άλλα λόγια. Ο τρομερός αυτός καταλύτης ήταν ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Πριν φθάσουμε σε αυτόν και στις αλλαγές που επέφερε στις σχέσεις των Ευρωπαίων με τη βία και τη διαθεσιμότητά τους προς την αυτοκαταστροφή -την αναλωσιμότητά τους αν προτιμάτε- ας εξετάσουμε κάτι παράλληλο. Τη σχέση των Ευρωπαίων με τον πόλεμο, με την ιδέα του πολέμου.-.-
Προς το τέλος του 19ου αιώνα ο πόλεμος είχε εξωτική χροιά για τους Ευρωπαίους. Στην ίδια την Ευρώπη, από το 1815 και μετά, οι πόλεμοι και μικρή διάρκεια είχαν και συγκριτικά λίγα θύματα και πολύ απείχαν από το ανατρέψουν τον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Τίποτα δηλαδή που να μοιάζει με τους Ναπολεόντειους Πολέμους που προηγήθηκαν ή με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο που θα ακολουθούσε. Από το 1871 δε και μετά, ίσως να το οφείλει στο Βίσμαρκ αυτό η Ευρώπη, έπαψαν ακόμη και αυτές οι εφήμερες συρράξεις. Οι Ευρωπαίοι ζούσαν ειρηνικά, η Ευρώπη όχι. Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, χιλιάδες ναυτικά μίλια μακριά, αρκετοί από τους Ευρωπαίους πολεμούσαν στο όνομα του μεγαλείου των εθνών τους. Στη δεκαετία του 1880 οι αποικιακές εκστρατείες έφθαναν ως τις πλέον ξεχασμένες περιοχές της αμερικανικής γης και, συντρίβοντας, όταν χρειαζόταν, τις τυχόν αντιρρήσεις, εγκαθιστούσαν στα πέρατα της οικουμένης το ευρωπαϊκό διοικητικό σύστημα και μαζί του τον ευρωπαϊκό, λεγόμενο, πολιτισμό.
Ο πόλεμος μέσα σε αυτές τις συνθήκες, περνούσε, για την Ευρώπη, μια περίοδο εξημέρωσης. Δεν αφορούσε το μέσο Ευρωπαίο, ήταν μια μακρινή υπόθεση. Γινόταν για καλό σκοπό, για τον εκπολιτισμό των βαρβάρων και την ένταξή τους στον κόσμο των ευρωπαϊκών αξιών. Ήταν επωφελής, δημιουργούσε δουλειές, άνοιγε ευκαιρίες. Προκαλούσε μια αίσθηση ενότητας και ανωτερότητας ταυτόχρονα μεταξύ των λευκών και Ευρωπαίων. Αίσθηση που λειτουργούσε ακόμη και στα μικροαστικά και στα εργατικά στρώματα. Όλοι αισθάνονταν δια του πολέμου εκπολιτιστές απέναντι στους άγριους βαρβάρους. Ο πόλεμος στα χρόνια αυτά εξωραΐτηκε, έγινε, μέσα από τα φυλετικά και πολιτιστικά του χαρακτηριστικά, μια αποδεκτή ιστορία, μια περιπέτεια στην οποία περισσότερο ή λιγότερο ρομαντικοί ήρωες άξιζε να αφιερώσουν τον εαυτό τους. Σε κοινωνικό επίπεδο, έγινε κάτι περισσότερο. Ο πόλεμος-περιπέτεια έγινε για πολλές από τις κοινωνικές ομάδες που ταλάνιζε η κοινωνική αστάθεια σύμβολο υπέρβασης των ταξικών τους ανησυχιών και φόβων. Στην πολύ εργατική Αγγλία, θύελλες ενθουσιασμού συνόδευαν κάθε αναχώρηση στρατευμάτων για να πολεμήσουν το Μαχντί στο Σουδάν ή τους Μπόερς. Όταν, μετά το 1905-1906, απογειώθηκαν οι ανταγωνισμοί των εξοπλισμών και κάθε ευρωπαϊκή δύναμη έσπευσε να πολλαπλασιάσει τους εξοπλισμούς και να κατασκευάσει τα
, η διευρυνόμενη οικονομία πολέμου πολλαπλασίασε τις λειτουργίες του τελευταίου μέσα στον κοινωνικό ιστό. Η αποκατάσταση της εικόνας του πολέμου τότε, στην “μπελ επόκ”, άνοιξε το δρόμο για την επανένταξή του στις πρακτικές των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στο κάτω-κάτω σημαντικές λαϊκές -θα λέγαμε- κινητοποιήσεις στήριξαν ή επέβαλαν την απόφαση των ηγετών, τον Ιούλιο του 1914, για το ξεκίνημα του Μεγάλου Πολέμου.
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήρθε σε μια τέτοια εποχή. Αυτός ο πόλεμος ήταν ταυτόχρονα τμήμα και αποτέλεσμα των διεργασιών που περιγράψαμε και ταυτόχρονα καταλύτης που θα τους έδινε νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά. Η πρώτη του συνέπεια ήταν ότι δημιούργησε το τόσο απαραίτητο για τις βαθιές αλλαγές κενό. Στη διάρκειά του υπήρξε κατ’ αρχήν πλήρης αναθεώρηση της πολιτικής. Η αξιοπιστία των θεσμών και των κρατικών μηχανισμών δέχτηκε ισχυρό πλήγμα, σχεδόν εκμηδενίστηκε. Δεν επρόκειτο μόνο για τα καθεστώτα και η ανατροπή των τελευταίων, σε πολλά από τα κράτη που δέχτηκαν ιδιαίτερες πιέσεις, δεν εξομάλυνε καταστάσεις. Επρόκειτο για άμεση αμφισβήτηση των αξιών και των κανόνων που νομιμοποιούσαν και στήριζαν τους θεσμούς, την κοινωνική συνοχή αν προτιμάτε. Η μαζική –η κατάχρηση της λέξης μας αποκρύπτει εδώ τα μεγέθη: για περισσότερα από τριάντα εκατομμύρια ανθρώπους πρόκειται- συμμετοχή στην εμπειρία των χαρακωμάτων, της μαζικής καταστροφής και του ολέθρου ήταν αρκετή ώστε να κλονίσει τις όποιες κοινωνικές αναφορές και βεβαιότητες. Οι φαντάροι στα χαρακώματα ήταν αλλοτριωμένοι ως προς τον τελικό στόχο, ως προς την τακτική που τα επιτελεία επέλεγαν, ως προς τις πολιτικές επιδιώξεις που συντηρούσαν αυτό τον πόλεμο. Η απάντηση στο ερώτημα «γιατί πολεμάμε» ήταν ακόμη πιο αόριστη από την ανάλογη των εργοστασιακών εργατών: τι φτιάχνουμε, για ποιον το φτιάχνουμε; Όλ’ αυτά τα εμπιστεύονταν, ή μάλλον αναγκαστικά τα παραχωρούσαν στους αόρατους ηγέτες, στα απρόσωπα σχέδια, κρατώντας για τον εαυτό τους την πειθαρχία, τη μηχανιστική κίνηση που επέβαλλαν οι τεχνικές και οι κανονισμοί. Μην ξεχνάμε ότι ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε με άξονα το παράλογο. Πέρα από την προάσπιση ενός συστήματος συμμαχιών, σχέσεων και ισορροπιών, οι αντίπαλοι δεν είχαν σοβαρές -ανάλογες του μεγέθους της πολεμικής εμπλοκής- προτάσεις για τους στόχους του πολέμου. Στην ουσία, ουδείς ζήταγε κάτι συγκεκριμένο από τον αντίπαλό του, με τον οποίο όμως είχε εμπλακεί σε έναν μέχρι τελικής καταστροφής αγώνα.
Ο πόλεμος παρουσιαζόταν με τον τρόπο αυτό ως αυτοσκοπός, ως αυτόνομη και αυτόφωτη καταστροφική κατάσταση όπου το διακριτό ζητούμενο δεν ήταν μόνο ή καταστροφή του αντιπάλου ως καθεστώτος, ως οικονομικής οντότητας, ως στρατιωτικής δύναμης, ως διπλωματικής απειλής και ό,τι άλλο. Ως ζητούμενο παρουσιαζόταν η υποταγή, η «άνευ όρων» παράδοση της κοινωνίας ολόκληρης, από τα υψηλά κλιμάκια της καθεστωτικής και κρατικής ιεραρχίας ως τον τελευταίο αγρότη, εργάτη ή πολίτη του εχθρού. Για εξανδραποδισμό της κοινωνίας επρόκειτο, στην πιο απόλυτη μορφή του. “Αν οι τεχνικές δυνατότητες συμβάδιζαν με τις προθέσεις, τότε ζητούμενο θα ήταν η εξαφάνιση της αντίπαλης κοινωνίας η έστω η συρρίκνωσή της σε όλα τα επίπεδα- δημογραφικό, οικονομικό, πολιτισμικό, πολιτικό- ως το σημείο που θα γινόταν εφικτή η χωρίς όρια υποταγή της. Ο αποκλεισμός της Γερμανίας μετά την ανακωχή του Νοεμβρίου του 1918, η πείνα, η αναταραχή και το θανατικό που προκάλεσε ανέδειξαν, με τον πληρέστερο τρόπο, τις νέες προθέσεις. Ο κόσμος έγινε ρευστός, τόσο ρευστός όσο επέβαλλε ο μοναδικός αξιόπιστος κανόνας που απέμενε. Ο κανόνας αυτός ήταν η απόλυτη, περίπου μεταφυσική, επικράτηση, ο νικητής είχε κάθε δικαίωμα επί του ηττημένου και ως ηττημένος λογιζόταν πλέον μια κοινωνία ολόκληρη. Ο κανόνας της υπεροχής, αυτής που μετριόταν με τη βία, κυριάρχησε στη διπλωματία και από εκεί πέρασε στην πολιτική, στις κοινωνικές σχέσεις. Η ταξική αναμέτρηση, όπως και πλήθος άλλες αναμετρήσεις, αναβαπτίστηκε σε αυτή τη νέα λογική. Η πολιτική πρόθεση, η πολιτική τακτική προσανατολίστηκε στη με κάθε μέσο καταστροφή του αντιπάλου. Οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις κλονίστηκαν τόσο βαθιά από τις αξίες αυτές, που ήταν αδύνατον να γυρίσουν πίσω στο παρελθόν. Λέγεται ότι αυτή η μεγάλη σύγκρουση του 1914-1918 ριζοσπαστικοποίησε τις κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές. Όσον αφορά τον προσδιορισμό των στόχων και των προθέσεων, η λέξη ριζοσπαστικοποίηση είναι μάλλον ήπια. Πολύ απλά, το ζήτημα της εξόντωσης, της υποταγής, της καταστροφής του απέναντι, είτε αυτός ήταν πολιτικός είτε κοινωνικός είτε οικονομικός χώρος, έγινε νόμιμη και επιθυμητή πρόθεση. Εκείνο πού απέμενε ήταν η τεχνική στήριξη των προθέσεων. Η προσαρμογή της πολιτικής και της κοινωνικής οργάνωσης, με άλλα λόγια “Επρόκειτο για τη «στρατιωτικοποίηση» της κοινωνίας πρώτα και της πολιτικής ως συνέπεια. Η εκβιομηχάνιση του πολέμου, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώνα και στη διάρκεια τουΑ’ Παγκόσμιου Πολέμου, δημιούργησε αυτές τις προϋποθέσεις. Η αλλαγή δεν συνίστατο μόνο στην καθολική επιστράτευση και στη συμμετοχή πολλαπλάσιου -σε σύγκριση με το παρελθόν- ποσοστού της κοινωνίας, άμεσα ή έμμεσα, στα πολεμικά δρώμενα. Το νέο στοιχείο, που μπορούσε να μεταβάλει τους όρους της πολιτικής παρέμβασης, ήταν ότι η πολεμική οργάνωση μπορούσε να εντάξει -να υποτάξει- στις ανάγκες της το σύνολο των λειτουργιών του κοινωνικού χώρου, διαρθρώνοντάς τις με άξονα μια μηχανιστική λογική που μπορούσε, φυσικά, νά υπηρετήσει τίς άνάγκες τού «ολοκληρωτικού» πολέμου, άλλά πού, ταυτόχρονα, φαινόταν ικανή νά έπιβληθεΐ καί νά έπαναδιατάξει τίς κοινωνικές σχέσεις καί ισορροπίες. Οί ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις βρήκαν στό σχήμα αύτό τήν άπόδειξη γιά τό έφικτό τών τολμηρών προτάσεών τους.
Μία από τις βασικές προϋποθέσεις αυτής της αλλαγής ήταν να μικρύνει η απόσταση ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους και τους πολεμιστές. Δεν πρόκειται ούτε για κάτι εύκολο ούτε για κάτι αυτονόητο. Στο ξεκίνημα του ευρωπαϊκού κόσμου, όπως τον αντιλαμβανόμαστε σήμερα, η απόσταση που χώριζε τους πολεμιστές από τους ταγμένους στην εργασία και τους ταγμένους στην προσευχή ήταν, όσον αφορά τις πολεμικές δεξιότητες, αβυσσαλέα. Ακόμη και όταν οι στρατοί έγιναν πιο μαζικοί, η αποτελεσματικότητα των επαγγελματιών του πολέμου πολύ απείχε από οτιδήποτε μπορούσε να τους αντιτάξει στο πεδίο αυτό η υπόλοιπη κοινωνία. Το όλο πρόβλημα έμεινε ημιτελές στον καιρό του Ναπολέοντα και η λύση του μεταφέρθηκε ακριβώς στους καιρούς που ενδιαφέρουν την παρούσα εισήγηση. Η ανάγκη για μαζικούς στρατούς, προϊόντα της γενικής επιστράτευσης, ικανούς να μεταβάλουν σε πολεμικό μέτωπο όλο το μήκος των συνόρων και ολόκληρο το βάθος μιας κοινωνίας, έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της ταύτισης πολίτη και πολεμιστή.
Οι τεχνικές του πολέμου έγιναν μαζικές και απλοποιήθηκαν ώστε να μπορούν να γίνουν κτήμα ενός ολοένα ευρύτερου τμήματος της κοινωνίας. Μιμήθηκαν στον τομέα αυτό και πλησίασαν τις τεχνικές της βιομηχανικής εργασίας, όπου το ζητούμενο ήταν η συμμετοχή στη βιομηχανική παραγωγική διαδικασία του φθηνότερου είδους εργάτη: του ανειδίκευτου. ‘Οπως οι τεχνίτες, οι μαστόροι, παραχώρησαν προοδευτικά τη θέση τους στους ανειδίκευτους εργάτες με βάση μια νέου τύπου οργάνωση της εργασίας, έτσι και στα πεδία των μαχών οι επαγγελματίες του πολέμου έδωσαν τη θέση τους στους επίστρατους φαντάρους. Τα όπλα απλοποιήθηκαν περίπου όσο και οι εργαλειομηχανές. Οι τακτικές στο πεδίο της μάχης έγιναν τεχνικές, οι αυτοματισμοί πολλαπλασιάστηκαν μαζί με τα εγχειρίδια και τα δόγματα που προνοούσαν για κάθε απρόβλεπτο, κατά τρόπο ώστε νά εξαλείφουν κάθε αυτοσχεδιασμό, κάθε αυτενέργεια, έξω από τα σχέδια και την πειθαρχία του στρατεύματος. Ο πόλεμος έγινε μια δεξιότητα όπως οι ανάλογες της καθημερινής ζωής, ένα είδος εργοστασίου. Με λίγα λόγια, όσοι ήταν σε θέση να εργαστοϋν και να παράγουν ήταν πλέον σε θέση και να πολεμήσουν. Η κοινωνία των μετόπισθεν υποτάχθηκε στις ανάγκες του μετώπου. Οργανώθηκε δηλαδή παραγωγικά και κοινωνικά έτσι ώστε να στηρίζει και να τροφοδοτεί την πολεμική προσπάθεια, να ανταποκρίνεται στις ανάγκες που η τελευταία έθετε, να ακολουθεί τα σχέδια του στρατού και των επιτελείων του. Στην υπηρεσία του πολέμου ο κοινωνικός χώρος απέκτησε τη δική του πειθαρχία, τους δικούς του κανονισμούς και νόμους, τις ιδιαίτερες λειτουργίες του, καθ’ υπαγόρευση των επιταγών του πολέμου. Με τον τρόπο αυτό έγινε τμήμα του, εντάχθηκε σε αυτόν. Κανένας κοινωνικός χώρος δε διέφυγε από αυτή την πολεμική συγκεντρωτική και πειθαρχημένη συμμετοχή. Μέσα από αυτή, η πολιτική ως κοινωνική λειτουργία απέκτησε νέες προδιαγραφές. Τον βασικό στόχο της συλλογικής προσπάθειας τον υπηρετούσαν οι μαχητές του μετώπου. Τα επιτελεία τους, οι ηγεσίες τους, τον προσδιόριζαν και οργάνωναν τα σχέδια, τις τακτικές με τις όποιες θα τον πετύχαιναν. Οι υπόλοιποι ακολουθούσαν, πειθαρχούσαν, στήριζαν. Στη μετά τον Α’ Παγκόσμιο πολιτική σκέψη η διάρθρωση παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό η ίδια ένα ιδεολογικό και οργανωτικό κέντρο, ως επιτελείο, καθόριζε τους στόχους και τις τακτικές. Οι μάχιμοι, τα ενεργά μέλη, οι οργανωμένοι, αποφασισμένοι και αναλώσιμοι, έφτιαχναν το μέτωπο της παρέμβασης, κατ’ εικόνα και ομοίωση του πολεμικού μετώπου. Γύρω από αυτές τις δυνάμεις διαρθρωνόταν το κίνημα και ο κοινωνικός χώρος, σε σχέση ιεραρχικά υποδεέστερη, σε θέση πειθαρχίας και υποταγής σε όσα η ηγεσία είχε προκρίνει ως υπηρετούντα το κοινό καλό. Τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα διαρθρώθηκαν ως μικρογραφίες των στρατών του Α’ Παγκοσμίου.
Την επαύριο του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, όλα, οι προϋποθέσεις και τα στοιχεία του ολοκληρωτικού πολέμου, βρίσκονταν σταθερά στη θέση τους. Η έννοια της καταστροφής, της απαξίωσης και της εξόντωσης του αντιπάλου, η συμμετοχή όλων των πόρων, ανθρώπινων η υλικών, της κοινωνίας στην πολεμική προσπάθεια, η ιεράρχηση των θεσμών με βάση τις αξίες και τις ανάγκες του ολόπλευρου πολέμου. Το ίδιο συνέβαινε με τα στοιχεία αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ολοκληρωτική πολιτική παρέμβαση. Με τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις δηλαδή που αντιμετώπιζαν την πολιτική αντιπαράθεση με όρους ολοκληρωτικού πολέμου. Όλα τα στοιχεία, των όποιων την εμφάνιση περιγράψαμε συνοπτικά προηγουμένως, ήταν σε πλήρη ανάπτυξη. Η έννοια της αυτοκαταστροφής και του αναλώσιμου, η πολεμική δεξιότητα, η στρατιωτική πειθαρχία και οργάνωση, η γενική αποδοχή ή και επίκληση του πολέμου. Ο πρώτος υποσχόταν νέους πιο καταστροφικούς κύκλους στις μελλοντικές μεταξύ εθνών αναμετρήσεις. Η δεύτερη έθετε την ιδέα του εμφύλιου πολέμου ως συστατικού των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών στο εσωτερικό μιας χώρας. Στην ουσία, πολλά από τα χαρακτηριστικά του ολοκληρωτικού και του εμφύλιου ήταν κοινά, οπωσδήποτε προέρχονταν από κοινές ρίζες. Θα μπορούσαμε μάλιστα να συμπτύξουμε τα δύο αυτά κεφάλαια σε ένα και το αυτό αν στη ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής δεν περιλαμβανόταν μία ολοκληρωμένη πρόταση για την υπέρβαση όλων αυτών και την επαναστατική ανάπλαση του κόσμου. Ο ολοκληρωτικός πόλεμος με τις καταστροφικές του προδιαγραφές μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τη μετατροπή του σε επανάσταση. Η τελευταία θα ξεκινούσε από το επαπειλούμενο μηδέν για να ξαναχτίσει σε νέες βάσεις τις κοινωνίες των ανθρώπων, ακυρώνοντας όλους τους παράγοντες που είχαν οδηγήσει τα πράγματα ως εδώ.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της περιόδου της Γ’ Διεθνούς, όπως το προσδιόρισε η λενινιστική αντίληψη στην περίοδο τού Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν το πιο τυπικό παράδειγμα αυτής της αλλαγής. Από τη λογική τού ολοκληρωτικού πολέμου δεν αντλούσε μόνο στοιχεία για την οργανωτική του δομή και λειτουργία, εμπνεόταν τρόπους παρέμβασης και διεκδίκησης. Στην πορεία της Γ’ Διεθνούς ή έννοια του κομμουνιστή είχε ταυτιστεί με τις έννοιες όπλο και ένοπλη σύγκρουση. Ο δρόμος προς την εξουσία λογιζόταν ως πόλεμος και μάχη περισσότερο παρά ως κοινοβουλευτική ή άλλου τύπου εξέλιξη. Και αυτό χωρίς να αποτελούν τα κομμουνιστικά κόμματα εξαιρέσεις ή μοναδικές περιπτώσεις σε αυτό το τακτικό πεδίο. Ακόμη και τα πλέον αξιοπρεπή αστικά κόμματα συγκροτούσαν εκείνο τον καιρό πολεμικά τμήματα, ομάδες κρούσης. Οι πολιτικές νεολαίες, πέρα από τη συμβολική πολιτική τους σημασία, ήταν συχνά το μεγάλο έμπεδο ή μονάδες κρούσης, πάντα έτοιμες για την περίπτωση πού ή πολιτική θα περνούσε από το κοινοβούλιο και τούς διαδρόμους στα οδοφράγματα και την ένοπλη αντιπαράθεση. Ο εμφύλιος πόλεμος μετατράπηκε λοιπόν, από ατύχημα του έθνους, σε βασικό στοιχείο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε πολλά κράτη της Ευρώπης έγινε ισχυρή προοπτική και δυνατότητα. Με διάφορες μορφές, στοιχεία του εκδηλώθηκαν στα περισσότερα από τα ευρωπαϊκά κράτη, σε λίγα δε, εκεί όπου οι συσχετισμοί δυνάμεων το επέτρεπαν, πήρε τη μορφή τακτικού πολέμου, της πλέον ολοκληρωτικής μορφής. Γενικά ακολούθησε τις τύχες του ολοκληρωτικού πολέμου. Στο Β’ Παγκόσμιο, ο εμφύλιος έγινε συστατικό, αναγκαίο συμπλήρωμα ενός πολέμου που πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλο στην ιστορία την έννοια του ολοκληρωτικού. Παραδόξως, την έννοια του εμφυλίου πολέμου τη δάμασε και τελικά την εξοβέλισε από το πολιτικό προσκήνιο ο Ψυχρός Πόλεμος. Όταν δηλαδή η εκδήλωση κάποιας ευρωπαϊκής εμφύλιας σύγκρουσης κινδύνεψε να γίνει συστατικό και αφετηρία γενικότερου πολέμου, ο έλεγχος του οποίου μπορούσε εύκολα να ξεφύγει από ορισμένα αποδεκτά, στη διπλωματία και στις αντοχές των ενδιαφερομένων, πλαίσια. Στο κάτω – κάτω οι Ευρωπαίοι, μετά από παθήματα και πικρές εμπειρίες, έπαψαν να θεωρούν τον εαυτό τους ή τον κοινωνικό χώρο τους αναλώσιμους. Ακόμα και για την πλέον αξιοπρεπή υπόθεση.

Περί θεωριών συνωμοσίας


Κι όλο και πιο σπάνια, όλο και πιο δύσκολα μοιάζει να συναντά κανείς στα παντός είδους ΜΜΕ όχι μόνο ενημερωμένες και  αιτιολογημές απόψεις, αλλά ακόμα και έγκυρες ειδήσεις. Και ενώ επαίρεται  η αστική μας δημοκρατία ότι ο νόμος για τα μέσα ενημέρωσης δεν μπορεί παρά να βασίζεται στο ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης και μοιάζει  τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να διευκολύνουν σχεδόν όλους να συνεισφέρουν με τις απόψεις τους, στην πραγματικότητα όμως δεν σημαίνει πως λειτουργούν  χωρίς  φίλτρα που συνδέονται με οικονομικές ή και πολιτικές προϋποθέσεις. Γενικά, πιο συχνά φαίνεται να  αναδεικνύονται απόψεις και γεγονότα που αντανακλούν  την κυρίαρχη σκέψη, ενώ ακόμα και ψευδή δεδομένα ή πλασματικές δικαιολογίες, που δεν συγκρούονται ή ενισχύουν την κυρίαρχη άποψη, διαδίδονται επειδή στον πυρήνα τους δεν την αμφισβητούν. Εξάλλου η άρχουσα τάξη και τα μέσα μαζικής ενημέρωσής της έχουν μακρά ιστορία παραπληροφόρησης και ατέρμονης προπαγάνδας, που αυξάνει τη δυσπιστία πολλών προς την καθεστηκυία τάξη.
Σε καταστάσεις λοιπόν κρίσης, όπως τώρα με την πανδημία,  συχνά παρουσιάζονται ιδιαίτερες προκλήσεις σχετικά με την πληροφόρηση που μπορεί να επιδεινώσουν την αρχική κατάσταση. Προβλήματα μπορεί να προκληθούν από την αβεβαιότητα σχετικά με νέα επιστημονικά δεδομένα και αναλύσεις και από την ταχύτητα με την οποία αυτά αλλάζουν, και διαδίδονται οι σχετικές πληροφορίες, που μπορεί όμως να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη τόσο προς την επιστημονική κοινότητα όσο και προς τις κυβερνήσεις. Κι αυτό, γιατί υπάρχει κίνδυνος κάθε αβεβαιότητα ή κενό πληροφόρησης να καλυφτεί με φωνές διαφωνούντων που προσφέρουν λύσεις με σιγουριά, χωρίς να έχουν ιατρική εμπειρογνωμοσύνη. Σε ένα ήδη εύθραυστο πολιτικό περιβάλλον, η πόλωση στην οποία συνεισφέρουν αυτές οι συζητήσεις αυξάνει τις υπάρχουσες εντάσεις, συσκοτίζει πηγές ή προθέσεις που συνδέονται με ψεύδη για την επιδημία και κινητοποιεί την αντίσταση σε κυβερνητικές εντολές. 
Επιπλέον, επιδεινώνεται αυτή η κατάσταση από την αυξανόμενη δυσπιστία προς παρόχους φροντίδας υγείας και τις κυβερνήσεις, καθώς κατά καιρούς αποκαλύπτεται για αυτούς πως ενδιαφέρονται μόνο για τον πλουτισμό τους. Η διαφθορά, η κερδοσκοπία, οι δωροδοκίες εταιρειών που σχετίζονται με την υγεία έχουν σε πολλές περιπτώσεις αποδειχτεί αναμφισβήτητα, όπως τελευταία με την Novartis, με τις κυβερνητικές αρχές που έχουν το ρόλο του ρυθμιστικού παράγοντα πολλές φορές να είναι είτε εσκεμμένα αδαείς είτε ενεργά συνένοχοι. Αυτό αφήνει ένα επιστημολογικό κενό, γιατί δείχνει πως το σύστημα δεν είναι αξιόπιστο. Και αυτό είναι ακριβώς το βασικό πρόβλημα σύγχυσης της επιστήμης με την εφαρμογή της στον καπιταλισμό.
Η διάβρωση της εμπιστοσύνη στην πολιτική εξουσία και την επιστήμη  σε μια τέτοιας έκτασης υγειονομική κρίση δημιουργεί ένα κενό που ένα πλήθος θεωριών συνωμοσίας, παραπληροφόρησης και προπαγάνδας έρχεται να το καλύψει, που με άλματα λογικής συνδέουν αυθαίρετα ένα φαινόμενο με ένα άλλο. Οι ισχυρισμοί ότι ο ιός είναι ένα ξένο βιολογικό όπλο, μια στοχευμένη εφεύρεση ή μέρος μιας συνωμοσίας για τον επανασχεδιασμό του πληθυσμού ή συνδέεται με ιστούς 5G εστιάζουν σε ένα μάλλον ασυνάρτητο σύνολο μηνυμάτων που συνδυάζει αφηγήσεις διαχεόμενες, όπως κατηγορίες εναντίον μεταναστών ή συγκεκριμένων εθνοτήτων, υποψίες για έλεγχο της αύξησης του πληθυσμού, καχυποψία για τη χρήση της τεχνολογίας κλπ. Οι φήμες των μυστικών θεραπειών ή της ανυπαρξίας του ιού υπόσχονται ελπίδα προστασίας από μια απειλή που ούτε καν παγκόσμιοι ηγέτες δεν μπορούν να αποφύγουν. Η πεποίθηση ότι κάποιος έχει πρόσβαση στην απαγορευμένη γνώση προσφέρει αισθήματα βεβαιότητας και ελέγχου, εν μέσω μιας κρίσης που έχει ανατρέψει δεδομένα, και μια αυξανόμενη πεποίθηση ότι οι άνθρωποι πρέπει και μπορούν να βρουν την αλήθεια από μόνοι τους. 
Οι θεωρίες συνωμοσίας δημιουργούν πεποιθήσεις που κινούνται στα όρια ενός πραγματικού και ενός πλασματικού κόσμου. Και αν τα θέματα τους δεν είναι καινούργια, οι σύγχρονες όμως μορφές τους επηρεάζονται από την τάση της αστικής ιδεολογίας να γίνεται όλο και πιο ανοιχτά παράλογη. Μάλιστα πολλές νέες θεωρίες συνωμοσίας με ερπετόμορφα, εξωγήινους κλπ. συγκρούονται και με την απλή λογική, χωρίς  επιχειρηματολογία και αληθοφάνεια, που επιδιώκουν με τη διαρκή επανάληψη τη συναισθηματική απόκριση σ’ αυτές και γι’ αυτό τις υποθάλπουν ακροδεξιοί και φασίστες κινητοποιώντας ένστικτα και συναισθήματα. Και αν η διαφορά μεταξύ του πραγματικού κόσμου και ενός φανταστικού δεν μπορεί πλέον να αναγνωριστεί, λόγω ανεξέλεγκτων δυνάμεων που δρουν στη σκιά, τότε η πραγματικότητα γίνεται ξένη, ανεξέλεγκτη χωρίς δυνατότητα μετασχηματισμού της. Κι αυτός ο λανθασμένος συλλογισμός που προκύπτει από αυτές τις παραμορφωμένες πραγματικότητες  είναι που κάνει την πραγματική ζημιά.
Το κοινό μήνυμα όλων των θεωριών συνωμοσίας είναι  η δυσπιστία προς την κυρίαρχη εξουσία, ότι η κατοχή των μυστικών της αλήθειας επιδιώκεται να αποκρυφτεί, ότι ο κόσμος ελέγχεται από μια μυστική ομάδα και όλα τα σημαντικά γεγονότα είναι στην πραγματικότητα το προϊόν των μηχανισμών αυτής της κλίκας  Κι αν τα συναισθήματα ασφάλειας και ελέγχου που προσφέρονται από τέτοιες φήμες μπορεί να είναι απατηλά, η  ζημιά όμως είναι πάρα πολύ πραγματική, γιατί αποτρέπει τους ανθρώπους από την προσπάθεια για επιστημονική και ορθολογική ερμηνεία της κοινωνίας και από οποιαδήποτε συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας των οικονομικοπολιτικών συστημάτων..
Η κατανόησή μας για το πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός απορρίπτει την ιδέα μιας μυστικής παγκόσμιας ελίτ αναπαράγοντας τις ψευδαισθήσεις που προσφέρει η αστική τάξη ότι κάποιος, κάπου, έχει τον έλεγχο. Φαίνεται πιο εύκολο να αποδίδεται η φρίκη και αποσύνθεση του καπιταλισμού στις συνέπειες μιας μεγάλης συνωμοσίας από ό, τι να κατανοηθεί αυτή η τραγωδία γι’  αυτό που πραγματικά είναι. Δηλαδή, μια κοινωνία όπου ακόμη και η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει τη δική της οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα ως κάτι ξένο και πέρα από τον έλεγχό της. Οι νόμοι του καπιταλισμού λειτουργούν ανεξάρτητα από τη βούληση των καπιταλιστών, ανεξάρτητα από το πόσο απεγνωσμένα προσπαθούν να τους ελέγξουν συνήθως μέσω του κράτους.
Η αληθοφάνειά τους και εν μέρει η λογική τους σχετίζεται και με  το γεγονός ότι πολλές πραγματικές επιχειρήσεις συνωμοσίας έχουν προγραμματιστεί και πραγματοποιηθεί καθ΄ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, από μια  άρχουσα τάξη που είναι πλήρως ικανή να οργανώσει περίτεχνες συνωμοσίες προκειμένου να προωθήσει τους στόχους της. Το πολιτικό και οικονομικό σκάνδαλο της Στοάς Popaganda duo (P2) με την τράπεζα Ambrosiano στην Ιταλία, που αποκαλύφτηκε το 1982 και έχει συνδεθεί τόσο με τη μαφία όσο και με το Βατικανό και περιελάμβανε Ιταλούς πολιτικούς, επιχειρηματίες και κρατικούς λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένης της αστυνομίας και των υπηρεσιών ασφαλείας, με δράσεις  που απέβλεπαν σε αποσταθεροποίηση κυβερνήσεων, θα έμοιαζε με θεωρία συνωμοσίας αν δεν αποδεικνυόταν απόλυτα πραγματική. Όπως το ίδιο πραγματική υπήρξε και η παρακρατική και παραστρατιωτική επιχείρηση του ΝΑΤΟ Gladio, με παρακλάδι της και στην Ελλάδα την Κόκκινη Προβιά, με σκοπό αντικομμουνιστική δράση με ύποπτες τρομοκρατικές ενέργειες. Βέβαια και πολλοί τέτοιοι ψευδείς ισχυρισμοί ακόμα κι αν δεν προωθούνται, όπως με τα  διαβόητα «Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών» που ήταν στην πραγματικότητα πλαστογραφία που δημιούργησε η τσαρική μυστική αστυνομία η Οκράνα, γίνονται όμως επίσης ανεκτοί από κυβερνήσεις όταν θέλουν να κρύψουν τις αποτυχίες τους στην αντιμετώπισή ιδιαίτερα έκτακτων καταστάσεων.
Οι θεωρίες συνωμοσίας, και στη συγκεκριμένη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης, αποσπούν την προσοχή από την πραγματική πηγή των προβλημάτων, την καπιταλιστική διαχείριση της.  Ο διχαστικός χαρακτήρας τους μπορεί να αποβεί χρήσιμος για την άρχουσα τάξη, που δεν είναι αρνητική να χρησιμοποιεί ανασφάλειες και φόβους  προς όφελός της, εστιάζοντας την προσοχή  σε διάφορους αποδιοπομπαίους τράγους και να θεωρηθεί υπεύθυνος οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε άλλο εκτός από την ίδια.
Και αν αυτές οι θεωρίες συνωμοσίας φαίνεται να αμφισβητούν τη μυθολογία του αστικού κράτους, όμως, στην πραγματικότητα, συμβάλλουν στη διατήρηση αυτής της ίδιας της μυθολογίας, γιατί δεν είναι σε θέση να προσφέρουν μια πραγματική εναλλακτική λύση στην αστική δημοκρατία. Αντίθετα, περιορίζονται στο εντελώς ουτοπικό αίτημα να ζητούν από το αστικό κράτος να είναι αυτό που προσποιείται ότι είναι, η δημοκρατική έκφραση του λαού. Εν μέρει μάλιστα αποτελούν μια απάντηση στο αυξανόμενο χάος του καπιταλισμού στην καθημερινή, υλική του πραγματικότητα, και δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν στενοί δεσμοί με την άνοδο της ακροδεξιάς και τον θρησκευτικό φανατισμό. Καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι δυσπιστούν στις δημοκρατίες, οι φασίστες παρουσιάζονται ως υπερασπιστές του παραδοσιακού πολιτισμού, υποσχόμενοι σταθερότητα και έλεγχο.  Η νοοτροπία συνωμοσίας προωθεί τη δημοκρατική αποξένωση, η οποία με τη σειρά της ανοίγει το δρόμο, μέσα από τη συκοφάντηση του κομμουνισμού, για φασιστικές αντιλήψεις.  

Οι θέσεις του ΚΚΕ για τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο για τις ΑΟΖ




Μια τοποθέτηση που αντανακλά τη γενικότερη αντίληψη του ΚΚΕ για τα συμφέροντα των λαών σε αντίθεση με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών και των μονοπωλίων.
 Συνοπτικά:
 - … οι σημερινές συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, τις οποίες κυρώνει απόψε η κυβέρνησή σας, ανοίγουν τους δρόμους της αβύσσου, όντας ενταγμένες στις επικίνδυνες επιδιώξεις των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ σε ολόκληρη την περιοχή. Μέρος αυτών των επιδιώξεων είναι και η συνεκμετάλλευση των θαλάσσιων ζωνών της Ανατ. Μεσογείου, του Αιγαίου και η επιβολή διχοτομικής λύσης στο Κυπριακό.
-Προετοιμάζουν τον μεγαλύτερο και πιο επώδυνο συμβιβασμό, αυτόν της συνεκμετάλλευσης των θαλάσσιων ζωνών, με τις ευλογίες φυσικά και τα σχέδια των συμμάχων σας.
-Ποτέ και πουθενά, στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο, συμφωνίες ανάμεσα σε κυβερνήσεις, δηλαδή ανάμεσα στις αστικές τάξεις των χωρών, δεν υπηρετούσαν τα λαϊκά συμφέροντα, γιατί πουθενά στον κόσμο δεν ταυτίζονται τα συμφέροντα των λαών με τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών τους.
-Σήμερα η θέση η οποία μπορεί να εκφράσει τα λαϊκά συμφέροντα είναι η θέση για καμία αλλαγή συνόρων, καμία αλλαγή των διεθνών Συνθηκών, καμία συμμετοχή σε παζάρια για τη συνδιαχείριση του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου.
-Γιατί τα σύνορα αλλάζουν μόνο με πολέμους, επεμβάσεις που πληρώνουν τελικά με τη ζωή τους οι εργαζόμενοι, οι λαοί.
-Ο ελληνικός λαός το έχει γνωρίσει οδυνηρά αυτό το πνεύμα της «συμμαχικής αλληλεγγύης» που μας προτείνει ο Στόλτενμπεργκ. Ποιος μπορεί αλήθεια να προστατέψει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας; Οι ΗΠΑ; Που με δηλώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μιλούν για «αμφισβητούμενα ύδατα», νομιμοποιούν δηλαδή τις διεκδικήσεις της Τουρκίας;
-Είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ, βέβαια, που έδωσαν στην Τουρκία κάλυψη για τις επεμβάσεις στη Συρία, στο βόρειο Ιράκ, και της δίνουν κάλυψη και για την κατοχή της Κύπρου εδώ και 46 χρόνια.
-Ομως η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, της εδαφικής ακεραιότητας, των συνόρων, δεν είναι θεωρίες, κούφια λόγια. Αποκτούν πραγματικό νόημα μόνο όταν συμβαδίζουν με την πάλη για την απεμπλοκή της χώρας μας από τα επικίνδυνα σχέδια των ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της ΕΕ, με το διώξιμο των στρατιωτικών βάσεων, με το λαό να κάνει κουμάντο στον τόπο του.
-Όποιος αμφισβητεί το δικαίωμα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ ρίχνει νερό στο μύλο της τουρκικής επιθετικότητας
-Η ελληνική επικράτεια είναι ενιαία και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται, κι ας αφήσουν αυτά που ξέρουν όσοι τώρα ανακάλυψαν πως το Καστελόριζο είναι κοντά στην Τουρκία, δηλαδή μακριά από την ηπειρωτική Ελλάδα.
-Η επίλυση των προβλημάτων που αφορούν την Αιγιαλίτιδα Ζώνη, την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, συνδέεται με την οικοδόμηση σχέσεων αμοιβαίου οφέλους μεταξύ των γειτονικών κρατών και λαών, την εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου με κριτήριο τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες, τη λύτρωση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες.
-Κι αυτά και εσείς της κυβέρνησης και εσείς της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των άλλων αστικών κομμάτων δεν μπορείτε να τα εγγυηθείτε. Είστε φανατικοί πολέμιοι όλων αυτών των αναγκαίων βημάτων
-Οι ισχυρισμοί σας ότι η συμφωνία με την Αίγυπτο ακυρώνει το απαράδεκτο τουρκολιβυκό σύμφωνο δεν ευσταθούν. Οι διεκδικήσεις της Τουρκίας αφορούν μια ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, συμπεριλαμβανόμενης και της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, στην οποία έχουν χαραχτεί οικόπεδα στα οποία ετοιμάζεται για έρευνες και εκμετάλλευση η Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου.
-Ο λαός μας πρέπει να απορρίψει όλα τα εκβιαστικά διλήμματα, να μη δεχτεί καμία υποχώρηση σε κυριαρχικά δικαιώματα.
-Σήμερα τέτοιες συμφωνίες, σαν αυτές που φέρνετε, εν μέσω μάλιστα σφοδρών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, είναι επικίνδυνες. Αυτό ισχύει και για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και την εκμετάλλευσή τους από τους μονοπωλιακούς ομίλους, είτε γαλλικούς, είτε γερμανικούς, είτε ιταλικούς, είτε αμερικανικούς, ρωσικούς ή κινέζικους.
-…πάνω από όλα όλοι μας πρέπει να βάζουμε την Ελλάδα των εργατών, των αγροτών, των βιοπαλαιστών επαγγελματιών βιοτεχνών - εμπόρων, επιστημόνων, ανδρών και γυναικών, των νέων και των συνταξιούχων. Και όχι μια Ελλάδα των μονοπωλίων, του κοσμοπολιτισμού του μεγάλου κεφαλαίου και των κάθε είδους πολιτικών διαχειριστών τους.
 Για όλους αυτούς τους λόγους, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, με αίσθημα ευθύνης, θα ψηφίσει ΟΧΙ και στις δύο αυτές συμφωνίες.
 
*******



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΑΣ: Η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων αποκτά νόημα μόνο με την πάλη για απεμπλοκή από τα επικίνδυνα σχέδια ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ
 Η ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ στη Βουλή, την περασμένη Τετάρτη,26-8-2020,  στη συζήτηση για τις συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο για την ΑΟΖ
  Κυρίες και κύριοι,
 Θέλετε τον ελληνικό λαό στο ίδιο έργο θεατή, να παρακολουθεί ανήσυχος και μπερδεμένος τα παιχνίδια που παίζονται στην ιμπεριαλιστική σκακιέρα. Ενα έργο που επαναλαμβάνεται με όλες τις κυβερνήσεις και τους πρωθυπουργούς, είτε ονομάζονταν Σημίτης, είτε Γ. Παπανδρέου, είτε Τσίπρας, τώρα Μητσοτάκης.
Δεν τους αναφέρω όλους και τους υπόλοιπους, απλώς ήθελα να επικεντρωθώ στους πλέον «βασιλικότερους του βασιλέως», όπου ο ένας μετά τον άλλον έκαναν τα πιο μεγάλα βήματα προς τον γκρεμό, που είχαν φροντίσει να ανοίξουν «οι μεγάλοι μας σύμμαχοι».
Ετσι και οι σημερινές συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, τις οποίες κυρώνει απόψε η κυβέρνησή σας, ανοίγουν τους δρόμους της αβύσσου, όντας ενταγμένες στις επικίνδυνες επιδιώξεις των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ σε ολόκληρη την περιοχή. Μέρος αυτών των επιδιώξεων είναι και η συνεκμετάλλευση των θαλάσσιων ζωνών της Ανατ. Μεσογείου, του Αιγαίου και η επιβολή διχοτομικής λύσης στο Κυπριακό.
Ο κ. Μάας χτες, ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, ήταν απλά ο αγγελιαφόρος κακών μαντάτων, αφού δεν κόμισε τίποτε άλλο παρά προτάσεις οδυνηρού συμβιβασμού για συνεκμετάλλευση και αυτό αποδεικνύεται, εκτός των άλλων, ότι μετά από εδώ, πέταξε για την Τουρκία, την οποία, όπως όλοι γνωρίζουμε, η γερμανική αστική τάξη, η Μέρκελ και σία την έχει «στα όπα - όπα», καθότι είναι μεγάλη αγορά και πουλάει εμπορεύματα, την εξοπλίζει στρατιωτικά κ.λπ. κ.λπ.

Γι' αυτό και ο Ερντογάν με περισσό θράσος δήλωνε προχτές: «Η Ελλάδα δεν έχει δικαίωμα να κηρύξει NAVTEX στην περιοχή... Η Ελλάδα με τη στάση της αυτή έριξε τον εαυτό της σε ένα χάος από το οποίο δεν μπορεί να βγει μόνη της... Από δω και πέρα θα είναι υπεύθυνη για οποιοδήποτε αρνητικό γεγονός στην περιοχή, και θα είναι η μόνη χώρα που θα ζημιωθεί. Οπως ξέρουμε εμείς πρέπει να ξέρουν και οι Ελληνες γείτονες... πως όσοι ρίχνουν την Ελλάδα μπροστά στον τουρκικό στόλο θα την αφήσουν μόνη σε ενδεχόμενο δυσκολίας».
Αν αυτό δεν είναι ευθέως απειλή για κλιμάκωση, για ένα πολεμικό επιθετικό επεισόδιο εκ μέρους τους, τι είναι;
Την ίδια ώρα οι τουρκικές εφημερίδες αναφέρουν ότι η Τουρκία μελετά δύο εκδοχές για εγκαθίδρυση τουρκικής στρατιωτικής ναυτικής βάσης στην Κύπρο, είτε στην Αμμόχωστο είτε στο Τρίκωμο.
Αν αυτό επίσης δεν είναι προκλητική κλιμάκωση ενταγμένη στα σχέδια για διχοτόμηση της Κύπρου, τότε τι είναι;
Προετοιμάζουν τον επώδυνο συμβιβασμό της συνεκμετάλλευσης
Οταν μιλάμε για συνεκμετάλλευση και συμβιβασμό, μιλάμε για συνεκμετάλλευση ανάμεσα σε ενεργειακούς κολοσσούς, που δρουν την ίδια ώρα και ανταγωνιστικά μεταξύ τους, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με πραγματικά συμφέροντα γειτονικών λαών. Δυστυχώς, αυτή την υπόθεση ακριβώς προετοιμάζουν οι επιμέρους συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο - με απαράδεκτους συμβιβασμούς.
Προετοιμάζουν τον μεγαλύτερο και πιο επώδυνο συμβιβασμό, αυτόν της συνεκμετάλλευσης των θαλάσσιων ζωνών, με τις ευλογίες φυσικά και τα σχέδια των συμμάχων σας.
Και αυτά τα σχέδια δεν έχουν καν έστω μια δίκαιη - όπως θα λέγατε κι εσείς - μοιρασιά σε αυτό το αλισβερίσι. Τα σχέδια αυτά των «ισχυρών συμμάχων» έχουν μόνο αναβάθμιση της Τουρκίας στη μοιρασιά, κι αυτό σας το υπογράφουμε.
Τα όσα βέβαια λέτε περί ιστορικών συμφωνιών - για εθνική επιτυχία μίλησε ο κ. Μητσοτάκης - στόχο έχουν να κρύψουν πως αυτές οι συμφωνίες δεν υπηρετούν τα λαϊκά συμφέροντα.
Δεν είναι η πρώτη φορά. Τα ίδια ακούγαμε και για τη Συμφωνία των Πρεσπών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, τα ίδια ακούγαμε και από τους δυο σας για τις επικίνδυνες στρατιωτικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, με το Ισραήλ.
Ποτέ και πουθενά, στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο, συμφωνίες ανάμεσα σε κυβερνήσεις, δηλαδή ανάμεσα στις αστικές τάξεις των χωρών, δεν υπηρετούσαν τα λαϊκά συμφέροντα, γιατί πουθενά στον κόσμο δεν ταυτίζονται τα συμφέροντα των λαών με τα συμφέροντα των εκμεταλλευτών τους.
Και οπωσδήποτε ο στόχος για «γεωστρατηγική αναβάθμιση» της ελληνικής άρχουσας τάξης, δηλαδή ουσιαστικά αναβάθμιση των δικών της και μόνο συμφερόντων, σε μια περιοχή όπου βρίσκεται σε εξέλιξη ένα μεγάλο ιμπεριαλιστικό παζάρι, σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με την αναβάθμιση της ζωής, της ειρήνης και της φιλίας των λαών.
Το αντίθετο. Σήμερα η θέση η οποία μπορεί να εκφράσει τα λαϊκά συμφέροντα είναι η θέση για καμία αλλαγή συνόρων, καμία αλλαγή των διεθνών Συνθηκών, καμία συμμετοχή σε παζάρια για τη συνδιαχείριση του Αιγαίου, της Ανατολικής Μεσογείου.
Γιατί τα σύνορα αλλάζουν μόνο με πολέμους, επεμβάσεις που πληρώνουν τελικά με τη ζωή τους οι εργαζόμενοι, οι λαοί.
Οι διεθνείς Συνθήκες αλλάζουν, όταν οι νέες υπογράφονται για να καταργήσουν τις προηγούμενες και να ολοκληρώσουν τελικά το έγκλημα σε βάρος των λαών. Και ο λαός μας δεν χρειάζεται να κοιτάξει μακριά. Μια ματιά να ρίξει στη γειτονιά μας, στα Βαλκάνια, θα δει πως τα σύνορα έχουν αλλάξει δυο και τρεις φορές με το αίμα των λαών της περιοχής. Και η αλλαγή αυτή έχει τη σφραγίδα των δικών σας συμμάχων, του ΝΑΤΟ, της ΕΕ.

 
Οι φορείς του «διαίρει και βασίλευε» δεν μπορούν να εγγυηθούν τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας
Εχετε μάλιστα το θράσος να προπαγανδίζετε στη νέα γενιά πως η ΕΕ και ο προπομπός της, η ΕΟΚ, δήθεν εξασφάλισε για 70 και πλέον χρόνια, από την εμφάνισή της, την ειρήνη στο έδαφός της. Οταν η ίδια η ΕΕ και οι δυνάμεις της οργάνωσαν με τους ΝΑΤΟικούς τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία πριν από 20 χρόνια. Θυμίζουμε τις 78 μέρες ανελέητων βομβαρδισμών, 2.300 αεροπορικές επιδρομές μέσα στην καρδιά της Ευρώπης. Εκτόξευσαν συνολικά 420.000 βλήματα, πυραύλους και βόμβες, ενώ χρησιμοποίησαν 37.000 βόμβες διασποράς, που προκάλεσαν τις περισσότερες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.
Με το αίμα αυτών των αμάχων χαράχτηκαν τα νέα σύνορα, υπογράφτηκαν οι νέες Συνθήκες. Ποιος μπορεί λοιπόν να εγγυηθεί τα σύνορα της χώρας μας, τα κυριαρχικά της δικαιώματα, την εδαφική της ακεραιότητα; Αυτοί που έχουν εφαρμόσει και συνεχίζουν τη λογική τού «διαίρει και βασίλευε» σε όλο τον κόσμο; Αυτοί που δεν αναγνωρίζουν σύνορα ανάμεσα στα κράτη - μέλη τους, όπως το ΝΑΤΟ, που θεωρεί το Αιγαίο ενιαίο επιχειρησιακό χώρο; Και που ο γγ του ΝΑΤΟ δηλώνει ότι οι διαφορές με την Τουρκία πρέπει να λυθούν «in a spirit of Allied Solidarity»;
Ο ελληνικός λαός το έχει γνωρίσει οδυνηρά αυτό το πνεύμα της «συμμαχικής αλληλεγγύης» που μας προτείνει ο Στόλτενμπεργκ. Ποιος μπορεί αλήθεια να προστατέψει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας μας; Οι ΗΠΑ; Που με δηλώσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μιλούν για «αμφισβητούμενα ύδατα», νομιμοποιούν δηλαδή τις διεκδικήσεις της Τουρκίας;
Είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ, βέβαια, που έδωσαν στην Τουρκία κάλυψη για τις επεμβάσεις στη Συρία, στο βόρειο Ιράκ, και της δίνουν κάλυψη και για την κατοχή της Κύπρου εδώ και 46 χρόνια.
Και για να μην κοροϊδευόμαστε, σε αυτές τις απαράδεκτες δηλώσεις έρχονται να κουμπώσουν και διάφορες απόψεις που αποσπούν το δικαίωμα της ΑΟΖ από τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Ομως η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, της εδαφικής ακεραιότητας, των συνόρων, δεν είναι θεωρίες, κούφια λόγια. Αποκτούν πραγματικό νόημα μόνο όταν συμβαδίζουν με την πάλη για την απεμπλοκή της χώρας μας από τα επικίνδυνα σχέδια των ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της ΕΕ, με το διώξιμο των στρατιωτικών βάσεων, με το λαό να κάνει κουμάντο στον τόπο του.
Για τα επικίνδυνα σχέδια όλων αυτών, ο λαός μας πληρώνει 4 δισ. το χρόνο, πάνω από το 2% του ΑΕΠ. Οχι φυσικά για να προστατέψει τα σύνορα, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας του.
Γιατί το κριτήριο αυτών των συγκεκριμένων εξοπλισμών δεν είναι η ενίσχυση της άμυνας της χώρας, αλλά η απόκτηση περισσότερων μέσων συμμετοχής στα επικίνδυνα σχέδια που επιβάλλει ο στόχος της δήθεν «γεωστρατηγικής αναβάθμισης», η συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές αποστολές, κόντρα στα πραγματικά συμφέροντα του ελληνικού λαού και τα δικαιώματά του.
Το ομολογούν οι σύμμαχοί σας οι Αμερικάνοι, όταν για παράδειγμα έλεγαν χωρίς μισόλογα ότι η αναβάθμιση των ελληνικών «F-16» θα ενισχύσει την «προβολή ισχύος» του ΝΑΤΟ στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, όπως και η αναβάθμιση των στρατιωτικών υποδομών της χώρας, των στρατιωτικών βάσεών τους.
Αρα, η κούρσα των στρατιωτικών εξοπλισμών - στην οποία οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ είχαν πολύ καλές επιδόσεις, χωρίς βέβαια η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ να αποτελεί εξαίρεση - δεν υπηρετεί την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Οποιος αμφισβητεί το δικαίωμα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ ρίχνει νερό στο μύλο της τουρκικής επιθετικότητας
Πιο συγκεκριμένα για τις συμφωνίες με την Ιταλία και την Αίγυπτο για τις ΑΟΖ, που σήμερα συζητάμε:
Οταν αναφερόμαστε στις ΑΟΖ, αναφερόμαστε σε κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.
Τα νησιά, με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας, έχουν το ίδιο δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ όπως και η ηπειρωτική χώρα. Οποιος καλοθελητής αμφισβητεί αυτή τη βασική θέση, ρίχνει νερό στο μύλο της επιθετικότητας της αστικής τάξης της Τουρκίας, της αμφισβήτησης των συνόρων - με ό,τι βέβαια συνεπάγεται αυτό.
Γιατί η Τουρκία δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό των ελληνικών νησιών. Τι κάνει; Εστιάζει ιδιαίτερα στο Καστελόριζο, που μαζί με την Στρογγύλη και το σύμπλεγμα νησίδων και βραχονησίδων στην περιοχή αυτή, είναι το κλειδί για την οριοθέτηση ΑΟΖ ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Κύπρο. Πολύ περισσότερο που η λεκάνη αυτή φαίνεται ότι έχει σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων.
Η αμφισβήτηση βέβαια από την Τουρκία του δικαιώματος για το Καστελόριζο συνδυάζεται με την αμφισβήτηση για τα Δωδεκάνησα, την Κρήτη και τα υπόλοιπα νησιά στην περιοχή.
Πού ακριβώς όμως είναι η υποχώρηση στις συμφωνίες που υπογράψατε με την Ιταλία και πολύ περισσότερο με την Αίγυπτο; Καταρχάς, η επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης σε ένα τμήμα της επικράτειας και όχι στο σύνολό της μπορεί να ερμηνευτεί, κυρίως από την πλευρά της Τουρκίας, ως αποδοχή από την ελληνική πλευρά της ύπαρξης «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο. Μάλιστα η συμφωνία που υπογράψατε με την Ιταλία, εκτός των άλλων, έχει δημιουργήσει το εξής δεδομένο:
Η ελληνική πλευρά έχει συμφωνήσει στη διατήρηση των δικαιωμάτων του ιταλικού αλιευτικού στόλου στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ των 6 και των 12 ναυτικών μιλίων, όπως αυτά ίσχυαν όταν η συγκεκριμένη περιοχή τελούσε υπό το καθεστώς της ανοιχτής θάλασσας πριν από τη συμφωνία.
Τι σημαίνει αυτό; Οτι η ελληνική πλευρά έχει αποδεχτεί την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων - σίγουρα ως προς τα δικαιώματα στην αλιεία - για το τμήμα που προστέθηκε στην ελληνική Αιγιαλίτιδα Ζώνη.
Η ελληνική επικράτεια είναι ενιαία και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται
Ακούμε βέβαια όλα τα επιχειρήματα που έχουν επιστρατευτεί για να πείσουν ότι η συμφωνία είναι προς όφελος της χώρας. «Δίκαιη για όλους», είπε ο υπουργός Εξωτερικών. Από πού κι ως πού είναι δίκαιη μια μερική οριοθέτηση; Να αφήνεις έξω το Καστελόριζο και τη μισή Ρόδο, μια περιοχή ιδιαίτερης σημασίας, που είναι στην πρώτη γραμμή των διεκδικήσεων της τουρκικής αστικής τάξης, όπως φαίνεται άλλωστε από τις απανωτές NAVTEX, τις στρατιωτικές ασκήσεις αλλά και τις κινήσεις των ερευνητικών πλοίων;
Η ελληνική επικράτεια είναι ενιαία και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται, κι ας αφήσουν αυτά που ξέρουν όσοι τώρα ανακάλυψαν πως το Καστελόριζο είναι κοντά στην Τουρκία, δηλαδή μακριά από την ηπειρωτική Ελλάδα. Εχουν πάρει μάλιστα και τη μεζούρα για να μετρήσουν πόσο απέχει από την Αττική, από την Πελοπόννησο. Το Καστελόριζο είναι μέρος του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου και τμήμα της ελληνικής επικράτειας, και δικαιούται - όπως όλα τα νησιά με οικονομική ζωή - θαλάσσιες ζώνες, δικαιούται πλήρη επήρεια, όπως οι ηπειρωτικές ακτές, σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Ας αφήσουν λοιπόν κατά μέρος τις μεζούρες ορισμένοι, που φτάνουν μέχρι και σε εξυπνακισμούς, γιατί το μόνο που κάνουν είναι να αμφισβητούν τις διεθνείς Συνθήκες που καθόρισαν τα σύνορα.
Και ας μη σφυρίζουν αδιάφορα, δήθεν, όταν τους υπενθυμίζουμε πως πολύ κοντά στις τουρκικές ακτές βρίσκονται και άλλα νησιά: Η Λέσβος, η Σάμος, η Χίος κ.λπ. Γιατί το μόνο που κάνουν είναι να παίζουν το παιχνίδι και να ανοίγουν την όρεξη των πιο επιθετικών κύκλων.
Λέτε, βέβαια, ότι οι διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο συνεχίζονται και ότι αν τώρα εξαιρέθηκαν το Καστελόριζο και η μισή Ρόδος, αυτό θα διορθωθεί με μια νέα συμφωνία, όταν θα ωριμάσουν οι συνθήκες.
Πότε ακριβώς βλέπετε να ωριμάζουν αυτές οι συνθήκες, αλήθεια; Οπως ωριμάζουν δεκαετίες τώρα για το άλυτο κυπριακό πρόβλημα; Οπως ωριμάζουν τα «γκριζαρίσματα» των «Γαλάζιων Πατρίδων» του Ερντογάν;
Ξέρετε επίσης πολύ καλά πως η γραμμή που χωρίζει την ελληνική από την αιγυπτιακή γραμμή οριοθέτησης δεν καθορίστηκε με βάση τη Μέση Απόσταση 50+50%. Πρόκειται για γραμμή με ξεκάθαρη σκοπιμότητα, μόνο και μόνο για να ικανοποιηθούν οι θέσεις της Αιγύπτου και να υπογράψει οπωσδήποτε τη συμφωνία. Δυστυχώς, φαίνεται ότι αυτή η λογική επικράτησε και στη μη απόδοση πλήρους επήρειας στην Κρήτη και στα άλλα νησιά, στη διαγραφή από το χάρτη των νησιών νότια της Κρήτης.
Με ή χωρίς επέκταση στα 12 ν.μ. υπηρετείτε συμφέροντα εχθρικά για τους λαούς
Η Ελλάδα, όπως και τα άλλα κράτη, έχει δικαίωμα σε Αιγιαλίτιδα Ζώνη έως τα 12 ν.μ. και στον καθορισμό της στη βάση της Μέσης Απόστασης, της Μέσης Γραμμής, όπου αυτό χρειάζεται. Κι αυτό ανεξάρτητα από το χρόνο άσκησης του δικαιώματος.
Ομως ο ελληνικός λαός πρέπει να γνωρίζει ότι η επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ., που με στόμφο ανακοινώθηκε σήμερα για το Ιόνιο, δεν μπορεί από μόνη της να λειτουργήσει υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Γιατί ενδεχομένως μπορεί και να αποτελέσει λόγο όξυνσης των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών των αστικών τάξεων, κρατών και κυβερνήσεων, είναι μέρος των ενδιαφερόντων και σχεδιασμών των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών σας. Μπορεί να πυροδοτήσει νέες εντάσεις και απειλές ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Ο λαός μας δεν μπορεί να σας έχει εμπιστοσύνη, αφού και με και χωρίς επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης στα 12 ν.μ., θα συνεχίσετε να υπηρετείτε συμφέροντα των μονοπωλίων, να υπηρετείτε τα παζάρια των αστικών τάξεων, την εμπλοκή της χώρας μας σε επικίνδυνα σχέδια των ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ στην περιοχή και τους διάφορους ανταγωνισμούς τους, που βάζουν το λαό μας μπροστά σε μεγάλους κινδύνους.
Η επίλυση των προβλημάτων που αφορούν την Αιγιαλίτιδα Ζώνη, την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ υπέρ των λαϊκών συμφερόντων, συνδέεται με την οικοδόμηση σχέσεων αμοιβαίου οφέλους μεταξύ των γειτονικών κρατών και λαών, την εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου με κριτήριο τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες, τη λύτρωση της χώρας από τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες.
Κι αυτά και εσείς της κυβέρνησης και εσείς της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των άλλων αστικών κομμάτων δεν μπορείτε να τα εγγυηθείτε. Είστε φανατικοί πολέμιοι όλων αυτών των αναγκαίων βημάτων που ανοίγουν πραγματικά ελπιδοφόρους δρόμους για το καλό του ελληνικού λαού και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, της ειρήνης, ασφάλειας και σταθερότητας στην περιοχή.
Σας παρακολουθούμε να κομπάζετε για τη συμμαχία σας με την αιγυπτιακή αστική τάξη. Ξέρετε όμως πώς είναι αυτά! Και κυρίως ξέρετε και πως αυτά αλλάζουν όταν αλλάζουν και τα συμφέροντα. Και η κυβέρνηση της Αιγύπτου, παρά τις όποιες αντιπαραθέσεις της με την Τουρκία, κρατάει ανοιχτό το θέμα των διαπραγματεύσεων για την οριοθέτηση τουρκο-αιγυπτιακής ΑΟΖ.
Από την πρώτη στιγμή της συμφωνίας σάς θέσαμε πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα, αλλά καθαρές απαντήσεις δεν πήραμε, γιατί θα αποκάλυπταν τις απαράδεκτες υποχωρήσεις και τους πραγματικούς σχεδιασμούς. Οτι δηλαδή δεν δικαιολογείται από το γεωγραφικό ανάγλυφο η μειωμένη έκταση της ελληνικής ΑΟΖ που υπογράψατε.
Το γεγονός που ανέφερα πριν, ότι δηλαδή η μοιρασιά έγινε με το 44% η Ελλάδα και το 56% η Αίγυπτος, με βάση τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, τα οποία πιθανώς να είναι ακόμα πιο ανισότιμα.
Επίσης, η εκτίμηση ότι μια θαλάσσια ζώνη νότια και κοντά στην οριοθετική γραμμή, που ενδιέφερε ιδιαίτερα την αιγυπτιακή κυβέρνηση, αποτελεί πηγή υδρογονανθράκων, έχει έρθει από καιρό στη δημοσιότητα. Το ξέρατε.
Μάλιστα, σε μια μελέτη που φιλοξενήθηκε σε ιστοσελίδα πριν από λίγες μέρες, αναφέρεται ότι η οριοθετημένη θαλάσσια περιοχή έχει εμβαδόν 73.910 τετραγωνικά χιλιόμετρα και με βάση τις συντεταγμένες της οριοθετικής γραμμής του σχετικού χάρτη, η συμφωνία δίνει εμβαδόν 32.525 τετραγωνικά χιλιόμετρα στην Ελλάδα και 41.385 στην Αίγυπτο. Αλήθεια, γιατί αυτό δεν το ανέφερε το αρμόδιο υπουργείο;
Ψεύτικο και επικίνδυνο το δίλλημμα «επώδυνος συμβιβασμός ή σύγκρουση»
Οι ισχυρισμοί σας ότι η συμφωνία με την Αίγυπτο ακυρώνει το απαράδεκτο τουρκολιβυκό σύμφωνο δεν ευσταθούν. Οι διεκδικήσεις της Τουρκίας αφορούν μια ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, συμπεριλαμβανόμενης και της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, στην οποία έχουν χαραχτεί οικόπεδα στα οποία ετοιμάζεται για έρευνες και εκμετάλλευση η Τουρκική Κρατική Εταιρεία Πετρελαίου.
Μπορείτε να ρωτήσετε και τους συμμάχους σας, ΕΕ, ΗΠΑ και ΝΑΤΟ, τι ακριβώς ισχύει με το σύμφωνο που υπέγραψε ο Ερντογάν με τον Σάρατζ, ή μήπως ξεχάσατε κιόλας ότι η κυβέρνηση Σάρατζ στη Λιβύη προέκυψε από την επέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ;
Αλήθεια, η Γαλλία τι ρόλο έπαιξε για να υπερασπίσει τα συμφέροντα της «Total» στη Λιβύη; Τα ξεχάσατε; Ξεχάσατε πως έχει αναγνωριστεί από τον ΟΗΕ και την ΕΕ;
Ο ίδιος ο γγ του ΝΑΤΟ δήλωσε πως το ΝΑΤΟ είναι έτοιμο να στηρίξει την κυβέρνηση Σάρατζ, προφανώς και να αναγνωρίσει και τη συμφωνία που έχει υπογράψει, συμφωνία βέβαια που θα χρησιμοποιηθεί στο σχέδιο γενικότερης διευθέτησης των προβλημάτων της περιοχής με κριτήριο τα ευρωατλαντικά συμφέροντα.
Οι συμφωνίες σας με την Ιταλία και την Αίγυπτο στην πραγματικότητα είναι μελετημένοι αλλά επικίνδυνοι συμβιβασμοί σκοπιμότητας, που εντάσσονται στον γενικότερο σχεδιασμό για τον μεγαλύτερο ακόμα συμβιβασμό που θα ακολουθήσει, με την Τουρκία.
Την ώρα που η Τουρκία μιλά για μηδενική επήρεια, εσείς προωθείτε στην πράξη, με αυτές τις συμφωνίες, τη μειωμένη, ακόμα και τη μηδενική επήρεια σε ορισμένα νησιά!
Το επιχείρημα που επιστρατεύετε, ότι δήθεν θα αποφύγουμε τον πόλεμο εάν προχωρήσουμε σε έναν επώδυνο συμβιβασμό με την Τουρκία, δηλαδή τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου και των οικοπέδων της Κύπρου, είναι ψεύτικο και επικίνδυνο.
Είναι και ψεύτικο και επικίνδυνο, τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον, για τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, για την ειρήνη στην περιοχή.
Γιατί εδώ στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, του Αιγαίου, μια περιοχή πλούσια σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων, κυρίως φυσικού αερίου, ανταγωνίζονται ισχυρά κράτη, όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Ρωσία, η Βρετανία, η Ιταλία, η Γερμανία, η Κίνα για το ποιος θα βάλει στο χέρι τον πλούτο αυτής της περιοχής.
Σ' αυτό το έδαφος εκδηλώνονται και οι ανταγωνισμοί. Και αυτοί οι ανταγωνισμοί οδηγούν σε πολεμικές συγκρούσεις, όπως με τραγικό τρόπο έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν, με διάφορες επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική, για να πιάσω εδώ τη γειτονιά μας, και αλλού φυσικά σε όλο τον κόσμο.
Ο λαός έχει άλλο δρόμο να βαδίσει
Ο λαός μας πρέπει να απορρίψει όλα τα εκβιαστικά διλήμματα, να μη δεχτεί καμία υποχώρηση σε κυριαρχικά δικαιώματα. Και να σκεφτεί:
Πως και στην Ελλάδα και στην Τουρκία, όπως και σε άλλες χώρες, πρέπει οι λαοί να βαδίσουμε ένα δρόμο στον οποίο θα κάνουμε κουμάντο εμείς οι ίδιοι, πως και στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική και στην Ευρώπη, πρέπει να βαδίσουμε το δρόμο εκείνο που θα μας οδηγήσει στο να πάρουν την εξουσία οι ίδιοι οι εργάτες, οι εργαζόμενοι της κάθε χώρας. Μόνο σε αυτόν το δρόμο οι λαοί θα έβρισκαν τον τρόπο να λύσουν και τις όποιες διαφορές παρουσιάζονταν.
Προς τα εκεί λοιπόν πρέπει να πάμε σαν λαός, συνολικά σαν χώρα. Εκεί πρέπει να κατευθύνεται η πάλη μας και μέσα στην Ελλάδα και σε κάθε άλλη χώρα απ' τους δικούς της λαούς, σε άλλες περιοχές.
Δεν ισχυριζόμαστε ότι δεν θα υπογράφονται συμφωνίες, ότι δεν θα γίνεται κανένας διάλογος, ότι δεν θα υπάρχουν και κάποιοι συμβιβασμοί σε αυτήν την πορεία. Δηλώνουμε όμως ότι είμαστε κάθετα αντίθετοι με τις συμφωνίες σκοπιμότητας, τις συμφωνίες που εκφράζουν συμφέροντα των αστικών τάξεων και όχι των λαών.
Σήμερα τέτοιες συμφωνίες, σαν αυτές που φέρνετε, εν μέσω μάλιστα σφοδρών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, είναι επικίνδυνες. Αυτό ισχύει και για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων και την εκμετάλλευσή τους από τους μονοπωλιακούς ομίλους, είτε γαλλικούς, είτε γερμανικούς, είτε ιταλικούς, είτε αμερικανικούς, ρωσικούς ή κινέζικους.
Γιατί πάνω από όλα όλοι μας πρέπει να βάζουμε την Ελλάδα των εργατών, των αγροτών, των βιοπαλαιστών επαγγελματιών βιοτεχνών - εμπόρων, επιστημόνων, ανδρών και γυναικών, των νέων και των συνταξιούχων. Και όχι μια Ελλάδα των μονοπωλίων, του κοσμοπολιτισμού του μεγάλου κεφαλαίου και των κάθε είδους πολιτικών διαχειριστών τους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, με αίσθημα ευθύνης, θα ψηφίσει ΟΧΙ και στις δύο αυτές συμφωνίες.

Μάρκο Ρίτσο – “Διαλέξαμε τους χειρότερους θαμώνες μπαρ και τους κάναμε υπουργούς”


Δηκτικός ήταν για άλλη μια φορά ο γγ του ΚΚ Ιταλίας, Μάρκο Ρίτσο, σε συνέντευξή του στο Radio Italia, σχετικά με τις παλινωδίες και την ολιγωρία της ιταλικής κυβέρνησης σχετικά με τα μέτρα για το ασφαλές άνοιγμα των σχολείων. Παρομοίασε τις σχετικές συζητήσεις με αυτές που θα γίνονταν σε ένα μπαρ, μόνο που “διαλέξαμε τους χειρότερους θαμώνες και τους κάναμε υπουργούς”, ενώ δεν παραλείπει να σχολιάσει και όσους πολιτικούς αρχηγούς και βουλευτές επιδίδονται σε λεονταρισμούς κατά της κυβέρνησης, χωρίς να αποσύρουν τη στήριξή τους από αυτή, με το φόβο απώλειας της βουλευτικής έδρας. Ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα αναφέρει:
Το βλέπουμε από τις προβλέψεις, από τη συζήτηση. Δεν υπάρχει καμία πρόληψη. Ο κορονοϊός άρχισε το Φλεβάρη, τα σχολεία κλείσανε για ένα ολόκληρο εξάμηνο, υπήρξε πλήρως ο χρόνος για πρόληψη. Τώρα ασχολούνται με την αποστασιοποίηση στα λεωφορεία, τα μονοθέσια θρανία… Νομίζω πως μιλάνε σαν να είμαστε σε μπαρ. Μια υπουργός που δεν ξέρει ότι οι μικροί πάνε στο σχολείο με τους γονείς τους και οι μεγάλοι με τα ΜΜΜ. Κι αν ένας δάσκαλος έχει κορονοϊό; Πολλά γίνονται στο περίπου.
Πήγα να δω το βίντεο της Ατζολίνα (σ.σ. υπουργός παιδείας, από το Κίνημ 5 Αστέρων) το 2018, όταν έκανε προεκλογική εκστρατεία. Είναι αναστατωμένη επειδή η κυβέρνηση κάνει αυτό που κάνει και η ίδια το 2020. Μα είναι δυνατόν πριν δυο χρόνια να λες ένα πράγμα κι όταν είσαι κυβέρνηση να κάνεις ακριβώς το αντίθετο;
Αυτό το “περίπου” θα καταστρέψει το δημόσιο σχολείο στην Ιταλία. Η συζήτηση είναι σαν να είμαστε σε μπαρ, αλλά έχουμε διαλέξει τους χειρότερους θαμώνες του μπαρ και τους κάναμε υπουργούς.
Είμαστε στα πρόθυρα της σχολικής χρονιάς και δεν ξέρουμε τι θα γίνει. Με αυτό τον τρόπο λειτουργίας, με αυτό το υπουργείο, με αυτή την κυβέρνηση, αυτή την κύρια, δεν ξέρουμε τι θα γίνει;
Ο Ρέντσι; (σ.σ Ματέο Ρέντσι, πρώην πρωθυπουργός της χώρας και νυν πρόεδρος μικρού κόμματος που στηρίζει την κυβέρνηση) Αυτός θα έπρεπε να πει ή θα κάνουμε αυτό ή θα ρίξω την κυβέρνηση. Πάντα όλοι απειλούν αλλά στο τέλος δε ρίχνουν την κυβέρνηση γιατί φοβούνται πως μαζί με την κυβέρνηση θα διαλυθεί η βουλή και θα πάνε όλοι σπίτια τους”.

TOP READ