16 Απρ 2021

Μένουμε Ευρώπη (version 1941-42)

 


Θ’ ασχοληθούμε σήμερα με την κατοχική προπαγάνδα μέσω του νόμιμου τότε Τύπου.

[...]

Μια θέση στην Ευρώπη

-Ποια ήταν όμως τα βασικά μοτίβα αυτής της έντυπης συνεργασίας; Μπορούμε να διακρίνουμε δυο διαφορετικές περιόδους, με διαφορετικά καθεμιά χαρακτηριστικά της φιλοκατοχικής προπαγάνδας –αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τον κοινό τόπο της εξύμνησης του κατακτητή και των ντόπιων οργάνων του.

Στην πρώτη φάση, από τον Απρίλιο του 1941 μέχρι τα τέλη του 1942, τον τόνο δίνει η προβολή των στρατιωτικών επιτυχιών του Αξονα και η απροκάλυπτη εξύμνηση του ναζισμού και του φασισμού ως καινοτόμων «φιλολαϊκών» κοινωνικών συστημάτων, σε συνδυασμό με τις υμνωδίες για τον γερμανικό και ιταλικό πολιτισμό, την υπενθύμιση των «προαιώνιων δεσμών» του Ελληνισμού μ’ αυτές τις χώρες και -σε μια πρώτη φάση- την αισιόδοξη επαγγελία των προοπτικών της Ελλάδας και της οικονομίας της στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής χιτλερικής Νέας Τάξης.

Ορισμένα απ’ αυτά τα επιχειρήματα εμφανίζουν μια περίεργη διαχρονικότητα.  

«Η Ελλάς δεν μπορεί να είναι διαρκώς μια χώρα “σούι γκένερις”», ξεκαθαρίζει λ.χ. ο Μελάς από τις στήλες της «Καθημερινής» (7/5/1941), δέκα μέρες μετά την είσοδο της Βέρμαχτ στην Αθήνα. «Για να προσαρμοσθούμε στη σημερινή μορφή της Ευρώπης χρειαζόμαστε κράτος με μορφή κατάλληλη, που να μπορή ν’ ανταποκριθή με όσον το δυνατόν μεγαλύτερη ευστοχία σ’ έναν τέτοιο σκοπό. Να θέλουμε να μπούμε στην καινούρια ζωή της Ευρώπης -και είμαστε υποχρεωμένοι να μπούμε- με κράτος παρωχημένης μορφής, είναι το ίδιο σαν να επιχειρούσαμε να παίξουμε Μπετόβεν με λατέρνα».
Για να μην αφεθεί δε η παραμικρή αμφιβολία τι ακριβώς συμβολίζει η λατέρνα, ο ίδιος αρθρογράφος φροντίζει να επισημάνει την κεφαλαιώδη αντίφαση των προηγούμενων μηνών:

«Οι Ελληνες είμαστε λαός περίεργος. Είχαμε κράτος ολοκληρωτικό και πολεμούσαμε με τη σημαία των δημοκρατιών. Τέτοιου είδους αντίφασις ματάγινε ποτέ στην πολιτική ιστορία; Φανταζόμουνα, για μια στιγμή, νίκη της σημαίας με την οποίαν πολεμούσαμε. Και γελούσα μέχρι δακρύων. Τι θα γινώτανε, την επαύριον, τ’ ολοκληρωτικό καθεστώς μας; Στάχτη και καπνός».
Υπενθυμίζοντας απ’ την πλευρά της πως ο πρόσφατος πόλεμος «είχεν απονεκρώσει τους κυριωτέρους κλάδους της εθνικής οικονομίας» και «καταφέρει σοβαρώτατα πλήγματα εις την ιδιωτικήν οικονομίαν», η «Εστία» τονίζει σε κύριο άρθρο της (4/5/1941) ότι με 

«εργασίαν όχι απλώς επιμελή, αλλά άγρυπνον, ακούραστον, υπεράνθρωπον» όχι μόνο θα επουλωθούν οι πληγές αλλά και «θα καταλάβωμεν την θέσιν μας εις την Ευρωπαϊκήν οικογένειαν», αφού «η νέα οργάνωσις της Ευρώπης, εις την οποίαν ανήκομεν πρέπει κυρίως να βασισθή εις την οργάνωσιν της εργασίας» – οπότε, «διά να έχωμεν από τας άλλας χώρας ό,τι μας λείπει, πρέπει να είμεθα εις θέσιν να δώσωμεν και ημείς, εις τας ποσότητας τας οποίας μας επιτρέπουν αι δυνατότητές μας, ό,τι λείπει από τους άλλους».
Είκοσι μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα επιχαίρει για τις λαμπρές προοπτικές του εξωτερικού εμπορίου με τις χώρες του Αξονα, επισημαίνοντας ταυτόχρονα (με προσφυγή στα συνήθη εξωραϊστικά στερεότυπα) πως  

«επιβάλλεται να γίνουν αυστηραί οικονομίαι» στις κρατικές δαπάνες, με κατάρτιση προϋπολογισμού που «θ’ απαιτήση όλην την τεχνικήν δεξιότητα, αλλά και το αίσθημα της αυτοθυσίας και της αλληλεγγύης του ελληνικού λαού»· το κείμενο τιτλοφορείται -πώς αλλιώς;- «Αναγκαίαι θυσίαι».
Η «Καθημερινή», πάλι, υπόσχεται στους αναγνώστες της χρυσά ναζιστικά κουτάλια:  

«Η Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία», εξηγεί σε κύριο άρθρο της, «έδειξεν εις όλα τα Εθνη τον δρόμον μιας νέας ζωής και η νέα αυτή ζωή έχει ως κυρίας της βάσεις την διευκόλυνσιν του ατόμου εις τον σκληρόν αγώνα του βίου και την δημιουργίαν ανέσεων προσιτών εις κάθε βαλάντιον, την δημιουργίαν χαράς εις τον μοχθούντα πολίτην [...]. Η συνεργασία με τους Γερμανούς, εμποτισμένους με τα ιδεώδη αυτά, θα είναι συνεπώς χρησιμωτάτη» («Η γερμανική συμβολή», 8/6/1941).
Τις ώρες που γράφονταν όλες αυτές οι αισιόδοξες επαγγελίες, σε Αθήνα κι επαρχία διεξαγόταν από τον γερμανικό στρατό η μεγαλύτερη ομαδική ληστεία που υπέστη ποτέ ο τόπος, με το ξάφρισμα κάθε είδους εμπορευμάτων, αγαθών και τροφίμων, επιτάξεις και λεηλασίες καταστημάτων και ιδιωτικών κατοικιών, όχι μόνο από την κατοχική διοίκηση αλλά και από απλούς αξιωματικούς και φαντάρους για προσωπική τους χρήση.

Δεν λείπουν, πάντως, και αυστηρότεροι τόνοι, κατά την αναπαραγωγή ιδίως της αρθρογραφίας των γερμανόγλωσσων «Νέων για την Ελλάδα» (Deutsche Nachrichten für Griechenland). Χαρακτηριστικό -και μάλλον οικείο- δείγμα:
«Οι Ελληνες πρέπει να μάθουν τι εστί εργασία, πρέπει να αποχαιρετίσουν τον προσφιλή των ατομικισμόν και να διαπαιδαγωγηθούν εις την αλληλεγγύην με τους πτωχούς των συντρόφους. Αι γερμανικαί αρχαί έπραξαν ειλικρινώς το παν και πράττουν το παν διά να ελάφρώσουν την τύχην του ελληνικού λαού» (αναδημοσίευση στην «Καθημερινή», 21/5/1941, σ.1).

Πηγή: ΕΦ.ΣΥΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ