18 Ιαν 2012

Ηταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά του απελευθερωτικού αγώνα


Η 6η ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ - ΙΟΥΝΗΣ 1941
Ηταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά του απελευθερωτικού αγώνα
1η του Ιούλη 1941. Μια χούφτα κομμουνιστές, δοκιμασμένα στελέχη του παράνομου από το Μεταξικό φασιστικό καθεστώς ΚΚΕ, δραπέτες από τους τόπους εξορίας, συγκροτούν το κεντρικό καθοδηγητικό όργανο του Κόμματος, την Κεντρική του Επιτροπή και συνέρχονται στην 6η Ολομέλειά της. Η Ολομέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί ιστορική, αφού η απόφασή της, με τίτλο «Η τρέχουσα στιγμή και τα καθήκοντα των Ελλήνων κομμουνιστών - έκκληση προς τα μέλη του ΚΚΕ», ήταν η σπίθα που θ' ανάψει τη φωτιά του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.
Ηδη από τον Απρίλη του 1941 η γερμανική μπότα του καταχτητή κυριαρχεί στην Ελλάδα και ο λαός της στενάζει κάτω από το χιτλερικό ιμπεριαλιστικό στρατό και τα ντόπια στηρίγματά του (κυβέρνηση Τσολάκογλου, κρατικός μηχανισμός).
Πρέπει να πούμε εδώ πως οι επιλογές της άρχουσας τάξης της Ελλάδας μετά την εισβολή των Γερμανών δεν ήταν ενιαίες, πράγμα εντελώς φυσιολογικό, αφού υπάρχουν και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τμημάτων της. Αυτό αντανακλάται και στις συμμαχίες της χώρας με τα άλλα κράτη. Μπορεί βεβαίως το Μεταξικό καθεστώς να ταυτιζόταν ιδεολογικά με το χιτλερισμό, αλλά παίρνοντας υπόψη τα γενικά συμφέροντα της αστικής τάξης, τα οποία διαπλέκονταν βασικά με τον αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό, να μην τάχτηκε στο πλευρό του γερμανικού ιμπεριαλισμού με το ξέσπασμα του πολέμου. Μετά όμως την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα και την κατοχή της, συνέβη το εξής. Το τμήμα της αστικής τάξης που είχε οικονομικοπολιτικές σχέσεις με τους Αγγλογάλλους φρόντισε να φύγει από την Ελλάδα για τη Μέση Ανατολή, το δε τμήμα της που είχε ανάλογες σχέσεις με τους Γερμανούς, να μείνει στην Ελλάδα και να εγκαθιδρύσει το κατοχικό καθεστώς με διάφορα πολιτικά σχήματα και πρόσωπα και ένα κρατικό μηχανισμό, που, όπως αποδείχτηκε μετά την απελευθέρωση, ήταν ένας από τους πιο καλούς μηχανισμούς, εξασφάλισης της εξουσίας του κεφαλαίου στο σύνολό του.
Ο χαρακτήρας του πολέμου
Οι πρώτες αντάρτικες ομάδες στο Ψάρι Τριφυλλίας
ΜΕΛΕΤΖΗΣ ΣΠΥΡΟΣ
Η απόφαση της ΚΕ (ΚΚΕ - Επίσημα Κείμενα, τ. 5ος, σελ. 36-40) κάνει εκτίμηση του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα του πολέμου:
«1. Η ανθρωπότητα περνάει την πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας της. Απ' άκρη σ' άκρη της Γης απλώνονται όλο και πιο πολύ οι φλόγες του δεύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου, που έχει σκοπό το ξαναμοίρασμα της Γης(...)».
Ταυτόχρονα εκτιμά ότι η υπεράσπιση και η νίκη της ΕΣΣΔ στον πόλεμο (ήδη από τις 22 του Ιούνη 1941 είχε δεχτεί τη χιτλερική επίθεση), ταυτίζεται με την αντιφασιστική πάλη των λαών.
«2. (...) Η υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης, η υποστήριξη της νίκης της με όλα τα μέσα είναι ύψιστο καθήκον κάθε κομμουνιστή, κάθε εργαζόμενου ανθρώπου που θέλει τη λευτεριά της χώρας του από το φασιστικό ζυγό. Οι κομμουνιστές ποτέ δεν ξεχνάνε, πως σε τελευταία ανάλυση η Σοβιετική Ενωση είναι ο κοινός εχθρός όλων των ιμπεριαλιστών. Ομως, οι κομμουνιστές οφείλουν να δουν, ότι στο σημερινό στάδιο της αντισοβιετικής επίθεσης ο φασισμός είναι ο κύριος εχθρός όχι μόνον του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους, αλλά και κάθε δημοκρατικής κατάκτησης του λαού. Γι' αυτό πρέπει να υποστηρίζουν κάθε προσπάθεια που θα τείνει στη συντριβή του φασισμού και στην υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης...».
Η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ και η οργάνωση του αγώνα
Η απόφαση της 6ης Ολομέλειας θέτει ως καθήκον, μέσα στις συγκεκριμένες αντίξοες συνθήκες, την ανασυγκρότηση του ΚΚΕ, μέσω της αντιμετώπισης της διαβρωτικής, από τον ταξικό αντίπαλο, δουλιάς στην περίοδο της Μεταξικής δικτατορίας, και τη συσπείρωση και εξασφάλιση της ενότητας του Κόμματος στην απόφαση αυτή, που έμελλε να είναι μετά το ιστορικό γράμμα του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Ν. Ζαχαριάδη, το οποίο καλούσε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, η βάση της πολιτικής για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση.
«6. Στις σημερινές υπεύθυνες ιστορικές στιγμές για την ανθρωπότητα και τον κομμουνισμό πρωταρχικός όρος για τη νίκη είναι η ύπαρξη γερού κομμουνιστικού κόμματος, ικανού να οδηγήσει το λαό στην εθνική και κοινωνική του απελευθέρωση. Είναι κοινή συνείδηση ότι πρέπει να μπει τέρμα σε μια κατάσταση αποσύνθεσης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας πρέπει το γρηγορότερο να περάσει από το στάδιο της σύγχυσης, του χαφιεδισμού και της διασποράς στο στάδιο της ανασυγκρότησης και συνένωσης των δυνάμεων, να γίνει ο οδηγός του λαϊκού αγώνα για την εθνική μας ανεξαρτησία, για την εξουσία του λαού...».
Και έθετε τα καθήκοντα του αγώνα ως εξής:
«7. Ο γερμανοϊταλικός φασιστικός ζυγός και ο διεκπεραιωτής του, η αντεθνική κυβέρνηση Τσολάκογλου, οδηγούν καθημερινά τον ελληνικό λαό στον αφανισμό. Μέσα στις σημερινές συνθήκες το βασικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών είναι η οργάνωση της πάλης του ελληνικού λάου για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης και την αποτίναξη του ξενικού φασιστικού ζυγού. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας καλεί τον ελληνικό λαό, τα κόμματα και τις οργανώσεις του, σ' ένα εθνικό μέτωπο της απελευθέρωσης:
α) Για το διώξιμο της γερμανοϊταλικής κατοχής από την Ελλάδα.
β) Για την ανατροπή της κυβέρνησης-οργανέτου τους.
γ) Για την καθημερινή υποστήριξη και υπεράσπιση της Σοβιετικής Ενωσης.
δ) Για την υποστήριξη κάθε συνεπούς αντιφασιστικής δύναμης με όλα τα μέσα.
ε) Για το σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης από όλα τα κόμματα, που θα αποκαταστήσει τις δημοκρατικές ελευθερίες του λαού, θα του εξασφαλίσει ψωμί και δουλιά, θα συγκαλέσει συνταχτική εθνοσυνέλευση και θα υπερασπίσει την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική δύναμη.
8. Η συγκρότηση του εθνικού μετώπου επιβάλλει στον κάθε κομμουνιστή, στον κάθε αντιφασίστα μια επίμονη καθημερινή δουλιά για την οργάνωση της πάλης για το ψωμί του λαού που λιμοκτονεί, για την αύξηση του μεροκάματου και των μισθών, ενάντια στις επιτάξεις και στη λήστεψη της εγχώριας παραγωγής, για την οργάνωση των εργατών και υπαλλήλων στα σωματεία τους, που θα είναι όργανα πάλης για την καλυτέρεψη της ζωής τους, για την άμεση οργάνωση των απολυθέντων πολεμιστών, των τραυματιών και των θυμάτων, για την ανακούφιση της τραγικής θέσης τους, για την κατάπαυση της εντεινόμενης φασιστικής τρομοκρατίας, για την απόλυση όλων των συλληφθέντων αντιφασιστών και για την παροχή γενικής πολιτικής αμνηστίας.
9. Οργανώνοντας ακούραστα τον αγώνα για τα καθημερινά ζητήματα όλων των λαϊκών στρωμάτων και την ένοπλη αντίσταση στους καταχτητές, το Κόμμα και ο κάθε κομμουνιστής ξεχωριστά οφείλει να προσανατολίζεται έγκαιρα και σωστά στα σοβαρά γεγονότα που αλλάζουν και θα αλλάζουν κάθε μέρα με γρηγορότερο ρυθμό, να οργανώνει τις δυνάμεις της λαϊκής εξέγερσης για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση της Ελλάδας. Κάθε κομμουνιστής έχει χρέος να δώσει όλες του τις δυνάμεις για τη συγκρότηση του εθνικού μετώπου, δουλεύοντας ειλικρινά γι' αυτό το σκοπό και οργανώνοντας παντού επιτροπές εθνικού μετώπου από πολίτες κάθε πολιτικής παράταξης, που θέλουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας. Οι κομμουνιστές οφείλουν να διαφωτίζουν το λαό πως οριστικά μόνον η λαϊκή εξουσία των εργατών και αγροτών θ' απαλλάξει το λαό από τα μαρτύρια των ιμπεριαλιστικών πολέμων, θα δώσει τη γη στους αγρότες, θα απαλλάξει τον τόπο από την ξενική εξάρτηση και εκμετάλλευση και θα κάνει τον εργαζόμενο λαό ελεύθερο, χορτάτο και πολιτισμένο».
Επομένως το ΚΚΕ σ' αυτή του την απόφαση θέτοντας το άμεσο καθήκον της εθνικής απελευθέρωσης, το συνέδεε με τη ζύμωση για τη λαϊκή εξουσία μετά την απελευθέρωση.
Το σημαντικό ζήτημα δεν ήταν μόνον το κάλεσμα στην εργατική τάξη και στ' άλλα λαϊκά στρώματα για εθνικοαπελευθερωτική πάλη. Ηταν κυρίως ότι η πρωτοβουλία οργάνωσης αυτού του αγώνα περνούσε στα χέρια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Τα ιστορικά γεγονότα
Πράγματι, τα αποτελέσματα της δράσης του ΚΚΕ με βάση αυτή την απόφαση δεν άργησαν να 'ρθουν. Αλλωστε, η λαϊκή πάλη για την απελευθέρωση, είχε ήδη αρχίσει να οργανώνεται πριν την Ολομέλεια, με πρωτοβουλίες που άπαιρναν κατά περιοχές οι κομμουνιστές. Το ζητούμενο ήταν να πάρει πανελλαδικά χαρακτηριστικά, να καθοδηγηθεί κεντρικά, να αποκτήσει ενιαίο προσανατολισμό, να γίνει πιο αποτελεσματική.
Ηδη από το Μάη-Ιούνη, ακόμη, του '41 είχαν δημιουργήθεί πλατιές εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις: Στη Μακεδονία η οργάνωση «Ελευθερία», στην Ηπειρο το «Πατριωτικό Μέτωπο», στην Καλαμάτα η «Νέα Φιλική Εταιρεία», στον Πύργο το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» κ.ο.κ. Η πρώτη όμως πανελλαδική εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση ήταν η ΕΘΝΙΚΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ, που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 28 του Μάη του 1941.
Στις 16 του Ιούλη του '41 η εργατική τάξη δημιούργησε το Εργατικό ΕΑΜ, που ήταν προπομπός του ΕΑΜ.
Στις 27 του Σεπτέμβρη του 1941, πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική σύσκεψη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου με τη συμμετοχή του ΚΚΕ, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΚΕ), του κόμματος της Ενωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ), του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας (ΑΚΕ).
Το Νοέμβρη του 1941, ο Θανάσης Κλάρας (μετέπειτα Αρης Βελουχιώτης), φεύγει από την Αθήνα για τη Ρούμελη με αποστολή της ΚΕ του ΚΚΕ να ερευνήσει τις δυνατότητες οργάνωσης του ένοπλου αγώνα. Το Δεκέμβρη ο Κλάρας επέστρεψε και κατέθεσε θετική, ως προς το θέμα, έκθεση στην ΚΕ. Στις αρχές Γενάρη του 1942 συνήλθε η ΚΕ του ΚΚΕ και αποφάσισε την ίδρυση πανελλαδικού απελευθερωτικού στρατού. Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης στις 2 του Φλεβάρη του 1942, πραγματοποιήθηκε η ιδρυτική σύσκεψη του ΕΛΑΣ.
Στις 16 του Φλεβάρη του 1942 ιδρύεται ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ), το ένοπλο τμήμα του ΕΑΜ. Ηδη από το καλοκαίρι του '41 κομμουνιστές και άλλοι πατριώτες είχαν συγκροτήσει ένοπλες αντιστασιακές ομάδες και αντάρτικα τμήματα σε διάφορα μέρη της χώρας με απόφαση του Κόμματος. Η ενοποίησή τους στον ΕΛΑΣ οδήγησε στη συγκρότηση λαϊκού στρατού ικανού να κατευθύνει ενιαία την ένοπλη πάλη κατά των Γερμανών κατακτητών και του ντόπιου καθεστώτος της άρχουσας τάξης. Και πράγματι στα επόμενα δυό χρόνια με την ανάπτυξη της ένοπλης πάλης του ΕΛΑΣ δημιουργήθηκαν ελεύθερες περιοχές στην Ελλάδα.
Ετσι στις 10 του Μάρτη του 1944, ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του ΕΑΜ η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), γνωστή και ως Κυβέρνηση του Βουνού. Οι ελεύθερες περιοχές, εκ των πραγμάτων, έπρεπε να διοικηθούν, για να μπορέσουν οι κάτοικοί τους να ζήσουν οργανωμένα, προσφέροντας στον εαυτό τους και στον αγώνα για την εθνική απελευθέρωση. Ετσι άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα όργανα λαϊκής αυτοδιοίκησης και δικαιοσύνης.
Επίσης, στα αστικά κέντρα η λαϊκή αντίσταση ήταν ασίγαστη, ενώ δημιουργούνταν λαϊκά όργανα και η «Εθνική Πολιτοφυλακή».
Η απελευθέρωση ήρθε τον Οκτώβρη του 1944. Οι βάσεις για την οργάνωση του λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα, μετά τη χιτλερική κατοχή, είχαν τεθεί με την απόφαση της ιστορικής 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ. Βεβαίως ο λαός μας δεν πρόλαβε όχι μόνο να ανοικοδομήσει τη λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα, όχι μόνο να εγκαθιδρύσει τη λαϊκή εξουσία, ζήτημα που έθετε η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το 1941, αλλά δεν πρόλαβε να χαρεί ούτε αυτή την απελευθέρωση από την ξενική κατοχή, αφού η επέμβαση των Αγγλων ιμπεριαλιστών το Δεκέμβρη του 1944 επέβαλε δεύτερη ξένη κατοχή και προκειμένου να εγκαθιδρυθεί αστικό καθεστώς ώθησε τις εξελίξεις έως τον εμφύλιο πόλεμο.
Σύντομα συμπεράσματα
Η ιστορική περίοδος στην οποία αναφερθήκαμε είχε, από την άποψη των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων, ως ένα βασικό χαρακτηριστικό της την εθνικοαπελευθερωτική πάλη του λαού απο τον ιμπεριαλιστή κατακτητή. Αλλά μόνο μ' αυτό το χαρακτηριστικό δεν αποτυπώνεται ολόκληρη η ιστορική αλήθεια της εξελιχθείσας στη συγκεκριμένη περίοδο πραγματικότητας. Γιατί η ταξική πάλη ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της Ελλάδας από τη μια πλευρά και στην εργατική τάξη και στ' άλλα λαϊκά στρώματα από την άλλη, διεξαγόταν ασίγαστα ακόμη και σ' αυτή την περίοδο.
Η επέμβαση των Αγγλων ιμπεριαλιστών στην Ελλάδα έρχεται ως συνέχεια της οικονομικοπολιτικής σύνδεσης του κεφαλαίου της Ελλάδας με την αστική τάξη της Αγγλίας (ήταν «παραδοσιακοί» σύμμαχοι), μετά την ήττα του αντίπαλου συνασπισμού, (Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία), καπιταλιστικών κρατών στον πόλεμο. Αυτή η επέμβαση ίσως δε θα χρειαζόταν, αν στον εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο ηγούνταν η αστική τάξη της Ελλάδας, οπότε και το ποιος-ποιον μετά την απελευθέρωση, αφού θα συνέχιζε να ήταν ο ηγέτης των μεταπελευθερωτικών κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων,ίσως ήταν πιο δύσκολο να λυθεί σε όφελος του λαού. Τώρα όμως ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν συντριπτικά υπέρ του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.
Γιατί σ' αυτό τον πόλεμο ηγήθηκε η εργατική τάξη με τους συμμάχους της. Και στη μεταπελευθερωτική πορεία της Ελλάδας αυτό το γεγονός έβαζε τη σφραγίδα του.
Ουσιαστικά σ' όλη την πορεία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δε βρισκόταν σε πρωτεύουσα θέση των εξελίξεων, αντικειμενικά κρινόταν το «ποιος-ποιον» στο ζήτημα της εξουσίας. Και απασχολούσε το ίδιο την άρχουσα τάξη και τα πολιτικά της κόμματα, αλλά και την εργατική τάξη και τους συμμάχους της και τα συνασπισμένα στο ΕΑΜ κόμματά τους, όπως και τον ίδιο το συνασπισμό του ΕΑΜ. Αλλωστε, η ταξική πάλη στις ταξικές κοινωνίες ποτέ δε σταματά.
Η άρχουσα τάξη της Ελλάδας, ακόμη πριν τον πόλεμο και στη διάρκεια της προετοιμασίας του προετοιμαζόταν η ίδια να αντιμετωπίσει ανάλογες καταστάσεις, φροντίζοντας η πάλη της ενάντια στο εργατικό και γενικότερα στο λαϊκό κίνημα να γίνεται ολοένα και πιο αποτελεσματική, με αποκορύφωμα τότε την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Μεταξά.
Επίσης, ακόμη πριν την απελευθέρωση και έχοντας επίγνωση των συνθηκών που δημιουργούνται παγκόσμια, ιδιαίτερα μετά τη νίκη των Σοβιετικών στο Στάλινγκραντ, που ήταν η αρχή του τέλους του πολέμου, αυτό που απασχολούσε την άρχουσα τάξη της Ελλάδας ήταν το μεταπελευθερωτικό καθεστώς. Και την απασχολούσε γιατί στην Ελλάδα άρχισε να οργανώνεται μια νέα λαϊκή εξουσία. Το έπος του ΕΑΜ δεν ήταν μόνον η εθνική απελευθέρωση, αλλά και η δημιουργία των φύτρων της λαϊκής εξουσίας στην Ελλάδα.
Η λαϊκή εξουσία δεν κατέκτησε την τελική νίκη. Αυτό είναι καίριο στρατηγικό ζήτημα, το οποίο η πολιτική πρωτοπορία, η καθοδήγηση και οι ηγετικές πολιτικές δυνάμεις του αγώνα, με πρώτο απ' όλες το κόμμα της εργατικής τάξης, μπορούν να εξασφαλίσουν αν σωστά κατανοούν και υπολογίζουν τις αντικειμενικές συνθήκες, το συσχετισμό των δυνάμεων, προβλέπουν και προνοούν τις εξελίξεις, εφαρμόζοντας σωστά τις νομοτέλειες της ταξικής πάλης για το καθοριστικό ζήτημα, και ως προς τους ελιγμούς και συμβιβασμούς, αλλά και ως προς το στρατηγικό σκοπό. Ο οποίος βεβαίως πρέπει να είναι σωστά καθορισμένος. Και εδώ βεβαίως στη σύνδεση του ζητήματος της εξουσίας με το ζήτημα της εθνικοαπελευθερωτικής πάλης, έγιναν λάθη στρατηγικής. Η επέμβαση των Αγγλων διαμόρφωσε μετά την απελευθέρωση άλλο συσχετισμό δύναμης στο εσωτερικό της Ελλάδας. Και αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός της συμμετοχής της Αγγλίας στον αντιχιτλερικό συνασπισμό επέδρασε στα στρατηγικά λάθη, πριν ακόμη την απελευθέρωση, όπως οι Συμφωνίες του Λιβάνου και της Γκαζέρτας για το μεταπελευθερωτικό καθεστώς της Ελλάδας και το ζήτημα της εθνικής ενότητας. Γιατί ουσιαστικά οι έχοντες την εξουσία στην Ελλάδα (ΕΑΜ-ΠΕΕΑ) κατέληξαν να συμφωνήσουν να τη μοιραστούν μετά την απελευθέρωση. Μόνον που στο συγκεκριμένο ζήτημα δε χωράει μοιρασιά.
Παρ' όλ' αυτά σε τίποτα δεν αναιρείται η μεγάλη εποποιία που έγραψε το εργατικό και το λαϊκό κίνημα της συγκεκριμένης περιόδου.
Πηγή: Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. 1ος, 1918-1949

Επιμέλεια
Στέφανος ΚΡΗΤΙΚΟΣ


Οι Ακροναυπλιώτες αιχμάλωτοι των Γερμανών



Οι Ακροναυπλιώτες αιχμάλωτοι των Γερμανών
Στις 6 Απρίλη 1941, έγινε η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα. Οι σιδερόφραχτες στρατιές των χιτλερικών παρελαύνουν. Οι πεμπτοφαλαγγίτες στρατηγοί υπογράφουν την άνευ όρων παράδοση. Στις 27 Απρίλη, οι Γερμανοί καταλαμβάνουν την Αθήνα.
Ο Τσολάκογλου και οι συν αυτώ γίνονται οι πρώτοι "Κουίσλιγκ" της Ελλάδας! Οι της "βασιλικής κυβερνήσεως", των συνεχιστών της "4ης Αυγούστου", φροντίζουν να το σκάσουν για να σωθούν!!
Φεύγουν αυτοί, αλλά αφήνουν άξιους συνεχιστές, που αγκαλιάζουν και υπηρετούν πιστά τον καινούριο ομογάλακτό τους, στις φασιστικές πρακτικές και ιδέες, "αφέντη".
Στο ιστορικό Ναύπλιο συντελείται ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έχει καταγράψει η ιστορία μας.
Με "πρωτόκολλο" και με όλη την επισημότητα της "παραλαβής" και της "παραδόσεως", οι "Ελληνικές Αρχές" μεταβιβάζουν στους Γερμανούς την κυριότητα του "Στρατοπέδου Κομμουνιστών Ακροναυπλίας" (αυτός είναι ο επίσημος τίτλος των φυλακών της Ακροναυπλίας, που ίδρυσε ο Μανιαδάκης το 1937). Και παραδίνουν στους κατακτητές 625 κομμουνιστές, που το μόνο τους "έγκλημα" ήταν η πίστη τους στα πανανθρώπινα ιδανικά της Αλήθειας και της προκοπής του λαού.
Εκείνη τη μέρα ξεκινάει το βασανιστικό μαρτύριο των 625 ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΩΤΩΝ, που η πορεία τους, τα μαρτύρια και η θυσία τους αποτελούν μια σημαντική σελίδα στην 80χρονη ιστορία του Κόμματός τους, του τιμημένου ΚΚΕ.
Θ. ΚΟΪΝΗΣ

27 ΑΠΡΙΛΗ 1941 Οι "θαυμαστές" του Χίτλερ παραδίνουν την Αθήνα στους Γερμανούς


27 ΑΠΡΙΛΗ 1941
Οι "θαυμαστές" του Χίτλερ παραδίνουν την Αθήνα στους Γερμανούς
Το ΚΚΕ καλεί το λαό σε αντίσταση
Τ
Κυριακή 27 τ' Απρίλη 1941. Πρωί, ακριβώς 8.10. Μέρα σημαδιακή για τη νεοελληνική ιστορία. Ηταν η αρχή της ξένης τετράχρονης φασιστικής σκλαβιάς, αλλά και η αρχή της ηρωικής πάλης του λαού μας ενάντια στους κατακτητές και τους συνεργάτες τους.
Αυτή τη μέρα κι αυτή την ώρα, οι εκπρόσωποι του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου υπέγραψαν την παράδοση της Αθήνας και του Πειραιά στους ξένους κατακτητές, πραγματοποιώντας την εντολή να σταματήσει ο πατριωτικός αντιφασιστικός αγώνας των φαντάρων στο μέτωπο. Η παράδοση έγινε στο καφενείο "Παρθενών" στους Αμπελοκήπους - διασταύρωση των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας.
Σύμφωνα με το σχέδιο "Μαρίτσα", οι γερμανικές μηχανοκίνητες μονάδες μπήκαν στην Αθήνα από δύο κατευθύνσεις. Από την Ιερά οδό και από τη λεωφόρο Κηφισίας. Επικεφαλής των επιδρομέων είναι ο ίλαρχος Γιακόμπι του 10ου Συντάγματος του Βραδεμβούργου, ο υπολοχαγός Ελσιτς της 6ης Ορεινής Μεραρχίας και ο συνταγματάρχης Φον Στέφεν, που θα είναι και ο πρώτος Γερμανός φρούραρχος της Αθήνας.
Το "πρωτόκολλο" παράδοσης
Οι τρεις αυτοί χιτλερικοί αξιωματούχοι θα είναι τα μέλη της Επιτροπής Παραλαβής της Αθήνας από την τετραμελή "ελληνική", που θα τους υποδεχτεί και θα υπογράψει στο καφενείο την παράδοση. Η σύνθεση της επιτροπής δεν είναι τυχαία. Αποτελείται από έμπιστους του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που ο καθένας τους απ' τη θέση που είχαν διοριστεί στήριξαν τη δικτατορία του Μεταξά. Επικεφαλής είναι ο φιλομοναρχικός υποστράτηγος Χρ. Καβράκος, στρατιωτικός διοικητής Αττικής, ο δήμαρχος Αθηναίων Αμβρ. Πλυτάς, μεγαλοασφαλιστής, ο Πεζόπουλος και ο δήμαρχος Πειραιά Μιχ. Μανούσκος, μεγαλοβιομήχανος, ιδιοκτήτης βαμβακοκλωστηρίου.
Δυο λόγια τώρα για τον υποστράτηγο Χρ. Καβράκο. Ο ίδιος είχε ομολογήσει ότι τον Φλεβάρη του 1925 στα αιματηρά γεγονότα των Τρικάλων ανάμεσα στους ξεσηκωμένους εργάτες και τη Χωροφυλακή, με θύματα 10 εργάτες, διηύθυνε τις επιχειρήσεις ως διοικητής του 5ου Συντάγματος Πεζικού. Ευθύνεται ακόμη για το φόνο του γέρου Μιχάλη Ράδου ξυλουργού, πατέρα του ταμία του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων. Ο Καβράκος είχε φροντίσει, πριν μπούνε στην Αθήνα οι Γερμανοί, να εκδώσει αυστηρή διαταγή με την οποία απαγόρευε έστω και την παραμικρή αντίσταση ενάντια στους κατακτητές και παράλληλα απαγόρευε και την κυκλοφορία στους δρόμους, διατάσσοντας την παραμονή του κόσμου μέσα στα σπίτια.
"Υποτελή καθάρματα"
Στην "υπηρεσία" των κατακτητών τρέχουν να μπούνε Γερμανόφιλοι χιτλερικοί φασίστες και εθνικά ξεπεσμένα στοιχεία. Αλλωστε ο Χίτλερ το είχε προβλέψει: "Σε κάθε τόπο - είχε πει - θα βρεθούν κάμποσα φιλόδοξα και υποτελή καθάρματα, που θα εξυπηρετήσουν πρόθυμα τους σκοπούς μου, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αναδειχτούν και να πλουτίσουν στη χώρα τους" (1).
Ενας απ' αυτούς, που αναδείχτηκαν στην περίοδο αυτή, είναι ο στρατηγός Γ. Τσολάκογλου, που υπέγραψε την παράδοση της Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου - Μακεδονίας στους Γερμανούς (21 Απρίλη 1941), διευκολύνοντας με τον τρόπο αυτό τους Γερμανούς να κατέβουν γρηγορότερα στο Νότο και παράλληλα να διατηρήσουν πιο ξεκούραστες τις στρατιωτικές τους δυνάμεις για να τις χρησιμοποιήσουν αργότερα στην επίθεση κατά της Σοβιετικής Ενωσης.
Δέκα μέρες πριν την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς (17 Απρίλη 1941), όταν ακόμη στη Δυτική Μακεδονία διεξάγονταν μάχες με τις στρατιές του Χίτλερ, έφυγε απ' την Ελλάδα η βασιλική οικογένεια και οι αυλικοί, παίρνοντας μαζί τους μπαούλα και βαλίτσες γεμάτες με χρυσαφικά και αντίκες, που χρόνια συγκέντρωναν στο παλάτι του Τατοϊου.
Η παράδοση στους χιτλερικούς 1.600 πολιτικών κρατουμένων
Επίσης, τέσσερις μέρες πριν μπούνε οι Γερμανοί στην Αθήνα, έφυγαν για την Κρήτη και στη συνέχεια πήγαν στη Μέση Ανατολή ο βασιλιάς Γεώργιος Β Γλύξμπουργκ, καθώς και τα μέλη της κυβέρνησης του Εμμ. Τσουδερού, που είχε διορίσει ο βασιλιάς. Στο Κάιρο ασφαλείς απολαμβάνουν όλα τα προνόμια της εξουσίας. Εχουν όμως αφήσει "οπισθοφυλακή" τον υφυπουργό Ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη, που έχει αναλάβει να παραδώσει στους φασίστες κατακτητές τούς 1.600 φυλακισμένους και εξόριστους κομμουνιστές και αντιφασίστες πολιτικούς κρατούμενους, που βρίσκονταν από χρόνια στα ξερονήσια απ' το δικτατορικό καθεστώς του Ι. Μεταξά.
Την επόμενη μέρα της παράδοσης της Αθήνας και του Πειραιά στους Γερμανούς φασίστες, ο εξόριστος απ' το 1938 Σπύρος Καλοδίκης, λιμενεργάτης, που είχε αποδράσει τον Ιούλιο του 1940 από τον Αη - Στράτη, μίλησε στην πλατεία της Ομόνοιας σε συγκεντρωμένους Αθηναίους. Ο Σπ. Καλοδίκης, το 1942 ήταν γραμματέας της Επιτροπής Πόλης της Αθήνας του ΚΚΕ κι αργότερα γραμματέας της ΕΠ Θεσσαλίας. Δολοφονήθηκε αργότερα στη Λάρισα από μοναρχοφασίστες.
Οι Γερμανοί φασίστες παίρνουν τα πρώτα απαγορευτικά μέτρα, με πρωταρχικό τον περιορισμό της κυκλοφορίας του κόσμου. Στις 11 το βράδυ σταματούσε η κυκλοφορία κι άρχιζε πάλι στις 6 το πρωί.
Οι κυβερνήσεις Κουίσλινγκ
Οι διάφοροι καιροσκόποι αστοί πολιτικοί "σιωπούν", κηρύσσοντας την υποταγή στους κατακτητές, θεωρώντας την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στη χώρα μας σαν "αδιέξοδη"! Περιμένουν την ευκαιρία για να αναρριχηθούν στην εξουσία, ενώ πολλοί απ' αυτούς είναι πρόθυμοι να εκτελέσουν τις διαταγές των κατακτητών σε βάρος του λαού και της ακεραιότητας της χώρας.
Μέσα στη γερμανική πρεσβεία σχηματίζεται (29 Απρίλη) η πρώτη κατοχική "κυβέρνηση ανδρεικέλων" όπως ονομάστηκε (2), με πρωθυπουργό τον στρατηγό Γ. Τσολάκογλου (29.4.1941-1.12.1942) και μέλη έξι αντιστράτηγους και υποστράτηγους, πλαισιωμένους από δύο καθηγητές, ένα δόκτορα και ένα μεγαλέμπορο. Την κυβέρνηση αυτή διαδέχθηκαν άλλες δύο, που είχαν τα ίδια γνωρίσματα. Το φιλοχιτλερισμό και τον αντικομμουνισμό. Του Κ. Λογοθετόπουλου (2.12.1942-7.4.1943) και του Ι. Ράλλη (7.4.1943-12.10.1944), ιδρυτή των Ταγμάτων Ασφαλείας, που οργίασαν σε βάρος του λαού μας.
Ο λαός μας έψαχνε να βρει ελπίδα φοβισμένος, γιατί διαισθανόταν τα δεινά που τον περίμεναν από τη χιτλερική βαρβαρότητα, που είχε ήδη εκδηλωθεί στις άλλες κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες.
Το Μανιφέστο του ΚΚΕ
Δεν έχει συμπληρωθεί ούτε μια βδομάδα απ' την κατάληψη της Αθήνας από τους χιτλερικούς και το πρώτο ελπιδοφόρο μήνυμα κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Το ΚΚΕ με το Μανιφέστο της ΚΕ με ημερομηνία 3 Μάη 1941 δείχνει το δρόμο του αγώνα για αντίσταση. Στο ιστορικό αυτό κείμενο (3) αναφέρονται ανάμεσα στ' άλλα και τα εξής:
"...Οποιος σταυρώνει τα χέρια περιμένοντας να μας λευτερώσει η... Αγγλία είτε η "καλή" διάθεση του καταχτητή, αυτός εξυπηρετεί τους προδότες. Οποιος εγκαταλείπει την υπόδουλη πατρίδα για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Γλύξμπουργκ και τους Εγγλέζους για τη διαιώνιση του πολέμου που είδαμε τι μας έφερε, τις υπηρεσίες αυτές τις στερεί από τον αγώνα που τις έχει ανάγκη - κ' είναι γι' αυτό ένας, λιποτάχτης. Οποιος θέλει την ανάσταση της Ελλάδας, αυτός παίρνει τη θέση του στο Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας - Ειρήνης που θα την πραγματοποιήσει - στη μοναδική οργάνωση που δίπλα στο Κόμμα μας έδειχνε στο λαό το σωτήριο δρόμο όταν ο Γλύξμπουργκ φυγάδευε τους θησαυρούς του στην Αίγυπτο κι ο Τσολάκογλου παζάρευε πόσες μεραρχίες να παραδώσει στο Χίτλερ για να τον κάνει πρωθυπουργό!.. Εμείς την πήραμε τη θέση μας στο Μέτωπο Εθνικής Σωτηρίας - Ειρήνης και δίνουμε το χέρι σε όλους όσοι δέχονται να παλέψουν για την απαλλαγή της χώρας μας απ' τον ξενικό ζυγό με τον αγώνα του λαού μας, από κοινού με τους άλλους βαλκανικούς λαούς...".
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(1) "Ιστορία της Αντίστασης" τόμος Α, σελ. 140.
(2) Γουντχάουζ Κρις, "Το μήλο της Εριδος", σελ. 44.
(3) Επίσημα Κείμενα ΚΚΕ, τόμος 5ος, σελ. 33.

ΟΚΤΩΒΡΗΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1941 Η Μάχη της Μόσχας


ΟΚΤΩΒΡΗΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 1941
Η Μάχη της Μόσχας
Ο στρατάρχης της ΕΣΣΔ Γκ. Ζούκοφ διαβάζει την πράξη άνευ όρων παράδοσης της Γερμανίας
Νοέμβρης του 1941. Σε απόσταση αναπνοής, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα βρίσκεται η ναζιστική στρατιωτική μηχανή, έτοιμη να δώσει το τελειωτικό χτύπημα στην καρδιά του σοβιετικού κράτους. Ηδη, από τις 19 Οκτώβρη, η σοβιετική πρωτεύουσα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πολιορκίας και το σοβιετικό Κομμουνιστικό Κόμμα έχει καλέσει το λαό και τις ένοπλες δυνάμεις να δείξουν τη μεγαλύτερη δυνατή επαγρύπνηση και να αποκρούσουν αποφασιστικά τον εχθρό. Στις 3 Νοέμβρη, η ΠΡΑΒΝΤΑ έγραφε: «Μπροστά σε όλους τους μαχητές που αμύνονται στα κράσπεδα της Μόσχας ορθώνεται τώρα το μεγαλύτερο ιστορικό καθήκον: Να συγκρατήσουν και τη νέα αυτή πίεση των χιτλερικών ορδών, να την υποδεχτούν με ατσαλένια σταθερότητα και καρτερικότητα, ανδρεία και αυτοθυσία»1. Η εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση όχι μόνο δεν εμποδίζει, αλλά αντίθετα επιβάλλει σε λαό, κόμμα και ηγεσία το γιορτασμό της 24ης επετείου της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Στις 6 Νοέμβρη, ο Στάλιν μιλάει στην αφιερωμένη στην επέτειο της Επανάστασης πανηγυρική συνεδρίαση του Σοβιέτ και των κομματικών και κοινωνικών οργανώσεων της πρωτεύουσας. «Πέρασαν - είπε - 24 χρόνια από τότε που νίκησε η σοσιαλιστική επανάσταση του Οχτώβρη και εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας το σοβιετικό καθεστώς. Βρισκόμαστε τώρα στο κατώφλι του 25ου χρόνου της ύπαρξης του σοβιετικού καθεστώτος. Συνήθως, στις πανηγυρικές συνεδριάσεις των επετείων της επανάστασης του Οχτώβρη, κάνουμε απολογισμό των επιτυχιών μας στον τομέα της ειρηνικής ανοικοδόμησης για το χρόνο που πέρασε. Εχουμε πραγματικά τη δυνατότητα να κάνουμε αυτόν τον απολογισμό, γιατί οι επιτυχίες μας στον τομέα της ειρηνικής ανοικοδόμησης μεγαλώνουν, όχι μόνο από χρόνο σε χρόνο, αλλά και από μήνα σε μήνα. Ποιες είναι αυτές οι επιτυχίες και κατά πόσο είναι μεγάλες, αυτό το ξέρουν όλοι, τόσο οι φίλοι, όσο και οι εχθροί. Ο χρόνος, όμως, που μας πέρασε δεν είναι μόνο χρόνος ειρηνικής ανοικοδόμησης. Είναι, ταυτόχρονα, και χρόνος πολέμου ενάντια στους Γερμανούς επιδρομείς, που επιτέθηκαν ενάντια στη φιλειρηνική μας χώρα. Μόνο στους πρώτους έξι μήνες του έτους, μπορέσαμε να συνεχίσουμε την ειρηνική, δημιουργική δουλιά μας. Η δεύτερη εξαμηνία, πάνω από 4 μήνες, περνάει μέσα σε συνθήκες άγριου πολέμου ενάντια στους Γερμανούς ιμπεριαλιστές. Ετσι, ο πόλεμος ήταν ένα σημείο στροφής στην ανάπτυξη της χώρας μας τον περασμένο χρόνο. Ο πόλεμος περιόρισε σημαντικά και σε ορισμένους τομείς σταμάτησε ολότελα την ειρηνική ανοικοδομητική δουλιά μας. Μας ανάγκασε να αναπροσαρμόσουμε όλη τη δουλιά μας πάνω σε πολεμικό ρυθμό. Μετέτρεψε τη χώρα μας σε ενιαία και συμπαγή μετόπισθεν, που εξυπηρετούν το μέτωπο, που εξυπηρετούν τον Κόκκινο Στρατό μας, το πολεμικό ναυτικό μας. Η περίοδος της ειρηνικής ανοικοδόμησης τελείωσε. Αρχισε η περίοδος του απελευθερωτικού πολέμου ενάντια στους Γερμανούς επιδρομείς».
Σοβιετικά άρματα αντιμέτωπα με τη γερμανική επίθεση
Αφού έκανε έναν απολογισμό των 4 μηνών του πολέμου και αναφέρθηκε εκτενώς στο χαρακτήρα της ναζιστικής Γερμανίας, ο Στάλιν υπογράμμισε το αναπόφευκτο της ήττας της Γερμανίας και πρόσθεσε: «Ο Λένιν ξεχώριζε δύο ειδών πολέμους: Κατακτητικούς, και συνεπώς άδικους πολέμους, και απελευθερωτικούς, δίκαιους πολέμους. Οι Γερμανοί διεξάγουν τώρα έναν κατακτητικό, άδικο πόλεμο, που αποβλέπει στην αρπαγή ξένου εδάφους και στην υποδούλωση ξένων λαών. Γι' αυτό όλοι οι τίμιοι άνθρωποι πρέπει να ξεσηκωθούν ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές σαν εχθρούς. Αντίθετα από τη χιτλερική Γερμανία, η Σοβιετική Ενωση και οι σύμμαχοί της διεξάγουν έναν πόλεμο απελευθερωτικό, δίκαιο, που αποβλέπει στην απελευθέρωση των υποδουλωμένων λαών της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ από τη χιτλερική τυραννία. Γι' αυτό όλοι οι τίμιοι άνθρωποι πρέπει να υποστηρίξουν τους στρατούς της ΕΣΣΔ, της Μεγάλης Βρετανίας και των άλλων συμμάχων, σαν στρατούς απελευθερωτικούς... Είναι ανάγκη ο στρατός και το ναυτικό μας να έχουν δραστήρια και ενεργητική υποστήριξη από ολόκληρη τη χώρα μας. Οι εργάτες μας και οι υπάλληλοι, άνδρες και γυναίκες, να εργάζονται ασταμάτητα στις επιχειρήσεις μας και να δίνουν στο μέτωπο όλο και περισσότερα τανκς, αντιαρματικά όπλα και πυροβόλα, αεροπλάνα, κανόνια, όλμους, πολυβόλα, τουφέκια, πολεμοφόδια. Οι άνδρες και οι γυναίκες των κολχόζ μας να δουλεύουν ασταμάτητα στα χωράφια τους και να δίνουν στο μέτωπο και στη χώρα όλο και περισσότερο στάρι, κρέας, πρώτες ύλες για τη βιομηχανία. Ολη η χώρα μας και όλοι οι λαοί της ΕΣΣΔ να οργανωθούν σε ένα πολεμικό στρατόπεδο, που να διεξάγει, μαζί με το στρατό και το ναυτικό μας, το μεγάλο απελευθερωτικό πόλεμο για την τιμή και την ελευθερία της πατρίδας μας, για τη συντριβή των γερμανικών στρατιών. Αυτό είναι τώρα το καθήκον μας. Μπορούμε και πρέπει να εκπληρώσουμε αυτό το καθήκον»2.
Ο γερμανικός κλοιός σφίγγει γύρω από τη Μόσχα, το φθινόπωρο του 1941
Την επόμενη μέρα, 7 Νοεμβρη, ο Στάλιν μίλησε στην Κόκκινη Πλατεία με την ευκαιρία μιας μεγαλειώδους και ταυτόχρονα ιστορικής στρατιωτικής παρέλασης προς τιμήν της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είπε ανάμεσα σε άλλα3: «Σύντροφοι κόκκινοι φαντάροι και κόκκινοι ναύτες, διοικητές και πολιτικοί καθοδηγητές, παρτιζάνοι και παρτιζάνες! Σας ατενίζει όλος ο κόσμος σαν σε μια δύναμη ικανή να εκμηδενίσει τις ληστρικές στρατιές των Γερμανών κατακτητών. Σας ατενίζουν οι υποδουλωμένοι λαοί της Ευρώπης που έχουν υποταχθεί στους Γερμανούς κατακτητές σαν απελευθερωτές τους. Σας έλαχε μια μεγάλη απελευθερωτική αποστολή. Φανείτε άξιοι αυτής της αποστολής! Ο πόλεμος που διεξάγετε είναι πόλεμος απελευθερωτικός, πόλεμος δίκαιος».
Στη συνέχεια, μετά το τέλος της ομιλία του Στάλιν, ξεκίνησε η παρέλαση. Τα συντάγματα περνούσαν για ώρες σιωπηλά μπροστά από το Μαυσωλείο του Λένιν και τραβούσαν κατευθείαν για το μέτωπο. Πρόσωπα βουβά, με αυστηρά χαρακτηριστικά, που τα έκανε ακόμη αυστηρότερα η στρατιωτική περιβολή, μα πάνω απ' όλα αποφασισμένα να φέρουν τη νίκη. Λίγες μέρες αργότερα, στις 15-18 Νοέμβρη, μια νέα επίθεση του εχθρού τον έφερε μια ανάσα από τη σοβιετική πρωτεύουσα. Στα τέλη Νοέμβρη, τα γερμανικά στρατεύματα βρίσκονταν στο κανάλι Μόσχα - Βόλγας και είχαν περάσει στην ανατολική του όχθη. Η Μόσχα απείχε πλέον 25 με 30 χιλιόμετρα. Ας δούμε όμως πώς φτάσαμε έως αυτό το σημείο4:
Η αποτυχία του κεραυνοβόλου πολέμου
Επίθεση σοβιετικών στρατευμάτων με αντιαρματικό πυροβόλο, μπροστά στη Μόσχα
Οταν η ναζιστική Γερμανία αποφάσιζε να επιτεθεί εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, υπολόγιζε σε έναν κεραυνοβόλο πόλεμο, που μέσα σε τέσσερις, το πολύ πέντε βδομάδες θα είχε οδηγήσει στη συντριβή του αντιπάλου της και στην καταστροφή του κύριου όγκου των στρατιωτικών του δυνάμεων. Η «Οδηγία Νο 21 - Περίπτωση Μπαρμπαρόσα» που ο Χίτλερ υπέγραψε στις 18 Δεκέμβρη του 1940, όρισε ότι «οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις πρέπει να προετοιμαστούν για να συντρίψουν τη Σοβιετική Ρωσία σε μια ταχεία εκστρατεία πριν απ' το τέλος του πολέμου εναντίον της Αγγλίας». Και υπογράμμιζε: «Ο όγκος του ρωσικού στρατού στη δυτική Ρωσία πρέπει να εκμηδενιστεί με τολμηρές επιχειρήσεις διά της εισχωρήσεως τεσσάρων βαθυτάτων αρματικών σφηνών και η υποχώρηση των ετοιμοπόλεμων δυνάμεων του εχθρού σε μεγάλες εκτάσεις της Ρωσίας πρέπει να παρεμποδιστεί». Ακόμη, τονιζόταν πως αν τα αποτελέσματα μιας τέτοιας επιχείρησης δεν έφεραν την εξάρθρωση της ρωσικής αντίστασης, τότε η γερμανική πολεμική αεροπορία θα έπρεπε να καταστρέψει και την πιο μακρινή βιομηχανική περιοχή των Ουραλίων, ενώ ο σοβιετικός στόλος θα έπρεπε να αχρηστευτεί με την κατάληψη των βάσεών του στη Βαλτική5. Η επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου απαιτούσε τη συγκέντρωση του κύριου όγκου του Κόκκινου Στρατού όσο πιο κοντά στα σύνορα γινόταν, κάτι που οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις επιχείρησαν να το πετύχουν, πριν τεθεί σε εφαρμογή το «σχέδιο Μπαρμπαρόσα», με τη σχεδόν φανερή παρουσία τους κατά μήκος των σοβιετικών συνόρων, τις παραβιάσεις του σοβιετικού εναέριου χώρου και πλήθος άλλων προκλήσεων. Εντούτοις δεν κατάφεραν το σκοπό τους, γεγονός που στο μεγαλύτερο, τουλάχιστον, βαθμό οφείλεται στην επιμονή του Στάλιν να διατηρηθεί ο κύριος όγκος των δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού σε σημαντική απόσταση από τη γραμμή του μετώπου. Γράφουν - οι κάθε άλλο παρά φιλοκομμουνιστές - αδελφοί Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ6: «Εκείνη την εποχή το υπουργείο Αμυνας και το Γενικό Επιτελείο, έχοντας πειστεί ότι η έναρξη του πολέμου θα ήταν άμεση, εκλιπάρησαν τον Στάλιν να μεταφέρει μεγαλύτερο όγκο δυνάμεων από τις εφεδρείες στα δυτικά σύνορα και να δημιουργήσει μια πιο συμπαγή, συγκεντρωμένη διάταξη των δυνάμεων στις περιοχές κοντά στο μέτωπο. Ο Στάλιν απέρριψε κατηγορηματικά αυτό το αίτημα, επιμένοντας ότι πρέπει να διατηρηθούν μεγάλης κλίμακας εφεδρείες σε σημαντική απόσταση από οποιαδήποτε γραμμή μετώπου».
Η ρωσική αντεπίθεση
Για το ίδιο θέμα, ο στρατάρχης Ζούκοφ γράφει στα απομνημονεύματα του7: «Τα τελευταία χρόνια συνήθιζαν να κατηγορούν το Γενικό Στρατηγείο ότι δεν είχε δώσει διαταγές για μετακίνηση των βασικών δυνάμεων των στρατευμάτων μας από το βάθος της χώρας με σκοπό ν' αποκρουσθεί το εχθρικό χτύπημα. Δεν μπορώ να πω τι θα συνέβαινε αν γινόταν αυτό, αν θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα. Είναι πολύ πιθανό ότι τα στρατεύματά μας, όντας ανεπαρκώς εφοδιασμένα με αντιτανκικά και αντιαεροπορικά μέσα άμυνας, έχοντας μικρότερη ευλυγισία από τα εχθρικά στρατεύματα, δε θα άντεχαν στα ισχυρά συντριπτικά χτυπήματα των θωρακισμένων δυνάμεων του εχθρού και μπορούσαν να βρεθούν στην ίδια δύσκολη κατάσταση που βρέθηκαν ορισμένες στρατιές των παραμεθόριων περιοχών. Και ακόμα είναι άγνωστο, πώς θα διαμορφωνόταν αργότερα η κατάσταση κοντά στη Μόσχα, στο Λένινγκραντ και στα νότια της χώρας. Σ' αυτά πρέπει να προστεθεί ότι η χιτλερική διοίκηση υπολόγιζε ότι εμείς θα τραβούσαμε πιο κοντά στα κρατικά σύνορα τις κύριες δυνάμεις των μετώπων, όπου ο εχθρός σκόπευε να τις κυκλώσει και συντρίψει. Αυτός ήταν ο κύριος σκοπός του σχεδίου "Μπαρμπαρόσα" στην αρχή του πολέμου».
Ο κεραυνοβόλος πόλεμος της Βέρμαχτ εναντίον της ΕΣΣΔ πολύ γρήγορα φάνηκε ότι είχε αποτύχει και τούτο οφειλόταν στη σωστή τακτική της σοβιετικής διοίκησης, η οποία δεν εγκλωβίστηκε στα σχέδια του εχθρού, αλλά και στη γεμάτη αυτοθυσία αντίσταση των σοβιετικών στρατευμάτων στα σύνορα, που είχε ως αποτέλεσμα πολύ μεγάλες απώλειες σε βάρος του Κόκκινου Στρατού8.
Στόχος η καρδιά του σοβιετικού κράτους
Παρά την αποτυχία του κεραυνοβόλου χτυπήματος, η γερμανική διοίκηση συνέχιζε να υποτιμά τη δύναμη της σοβιετικής στρατιωτικής μηχανής και να θεωρεί ότι η νίκη εναντίον του Κόκκινου Στρατού δε βρισκόταν πολύ μακριά. Στην εκτίμηση αυτή ωθούσε και το γεγονός ότι τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ακόμη την πρωτοβουλία των κινήσεων, ενώ ο Σοβιετικός Στρατός βρισκόταν σε θέση άμυνας. Το Σεπτέμβρη του 1941, η στρατιωτική κατάσταση είχε ως εξής: Υστερα από τη μάχη του Σμόλενσκ, σε όλο το κεντρικό μέτωπο, τα γερμανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν να διακόψουν την επίθεση και να περάσουν σε θέση άμυνας. Στο τέλος Σεπτέμβρη σταμάτησε η εχθρική επίθεση στην περιοχή του Λένινγκραντ και άρχισε η πολιορκία της πόλης και η ηρωική άμυνά της, που κράτησε πάνω από 900 μέρες. Στο νότιο μέτωπο, η προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων συνεχιζόταν. Στα τέλη Σεπτέμβρη, οι Γερμανοί κατέλαβαν το Κίεβο, πέρασαν το Δνείπερο και εισχώρησαν βαθιά στο έδαφος της Ανατολικής Ουκρανίας, φτάνοντας έως τη χερσόνησο της Κριμαίας9. Σ' αυτές τις συνθήκες κι έχοντας την ψευδαίσθηση μιας σύντομης ολοκληρωτικής νίκης, η γερμανική διοίκηση αποφάσισε να επιτεθεί εναντίον της Μόσχας, υπολογίζοντας να συντρίψει την αντίσταση του Κόκκινου Στρατού μπροστά στη σοβιετική πρωτεύουσα και να νικήσει ολοκληρωτικά πριν ακόμη ξεκινήσει ο βαρύς ρωσικός χειμώνας.
«Μάχη της Μόσχας»: Η γερμανική επίθεση
Η επιλογή της Μόσχας ως στρατιωτικού στόχου πρωτεύουσας σημασίας ήταν μια παρέκκλιση από το σχέδιο «Μπαρμπαρόσα». Ο Λίντελ Χαρτ σημειώνει: «Ο Χίτλερ επεθύμη να καταλάβει το Λένινγκραντ ως πρωταρχικόν αντικειμενικό σκοπόν, εκκαθαρίζων ούτω το βαλτικόν του πλευρόν και επιτυγχάνων σύνδεσμον με τους Φινλανδούς έθετε εις δευτερεύουσαν μοίραν τη σημασίαν της Μόσχας. Με μίαν οξείαν όμως έννοιαν των οικονομικών παραγόντων ήθελεν επίσης να εξασφαλίση τον γεωργικόν πλούτον της Ουκρανίας και τη βιομηχανική περιοχήν του Κάτω Δνείπερου». Αντίθετη άποψη, όμως, είχαν οι στρατηγοί του. «Ο Μπράουχιτς και ο Χάλντερ ήθελον να συγκεντρωθούν επί του άξονος προελάσεως της Μόσχας - όχι προς σκοπόν να καταλάβουν την πρωτεύουσαν, αλλά διότι εφρόνουν ότι ο άξων ούτος προσέφερε την καλυτέραν πιθανότητα προς καταστροφήν του όγκου των ρωσικών δυνάμεων, τον οποίον ούτοι ανέμενον να συναντήσουν επί της οδού προς τη Μόσχαν»10. Τελικά, η άποψη της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης επικράτησε της άποψης του Χίτλερ και η Μόσχα επιλέχτηκε ως στρατιωτικός στόχος πρωτεύουσας σημασίας. Γράφει ο Ian Kershaw11: «Η στρατηγική τού να αποκτήσουν πρώτα τον έλεγχο στη Βαλτική και να αποκόψουν τη ζωτική για την οικονομία σοβιετική ενδοχώρα στο νότο, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα γερμανικά αποθέματα πετρελαίου στη Ρουμανία, προτού επιτεθούν στη Μόσχα, δεν ήταν καθόλου παράλογη ως σκέψη. Και ο φόβος ότι μια κατά μέτωπο επίθεση εναντίον της Μόσχας θα απωθούσε απλώς τις σοβιετικές δυνάμεις αντί να τις περικυκλώσει, ήταν πραγματικός. Η επιλογή της Ανώτερης Στρατιωτικής Διοίκησης να παρεκκλίνει από το σχέδιο ''Μπαρμπαρόσα'' όσο η εκστρατεία βρισκόταν εν εξελίξει δεν αποτελούσε αυτονόητη βελτίωση. Η επιστροφή στην προεπιλεγμένη στρατηγική του Halder έγινε επειδή η Κεντρική Ομάδα Στρατιών είχε προωθηθεί γρηγορότερα και θεαματικότερα από τα αναμενόμενα και τώρα ασκούσε έντονες πιέσεις για να συνεχίσει την προέλαση και, όπως πίστευε, να τελειώσει την αποστολή της με την κατάκτηση της Μόσχας».
Γερμανοί στρατιώτες μπροστά στη Μόσχα
Το σχέδιο επίθεσης κατά της Μόσχας πήρε την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Τυφώνας». Μια ονομασία που όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπη, κάθε άλλο παρά μπορούσε να απεικονίσει τα πραγματικά, πολύ χειρότερα από έναν τυφώνα, σχέδια των χιτλερικών για τη σοβιετική πρωτεύουσα. Σε μια συζήτηση που είχε με τον Γκέμπελς στις 23 Σεπτέμβρη του 1941 ο Χίτλερ αποκάλυπτε πως στόχος ήταν το Λένινγκραντ - η γενέτειρα του Μπολσεβικισμού - να ισοπεδωθεί και την ίδια τύχη να έχει και η Μόσχα12. Οι χιτλερικοί στρατιωτικοί ηγέτες είχαν καταρτίσει το σχέδιο καταστροφής της Μόσχας σε όλες του τις λεπτομέρειες. Η περικύκλωση της πόλης έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί ως τις 15 Οκτώβρη του 1941. Κατόπιν θα εφαρμοζόταν η διαταγή του Χίτλερ που έλεγε13: «Η πόλη της Μόσχας θα κυκλωθεί έτσι ώστε ούτε ένας Ρώσος στρατιώτης, ούτε ένας κάτοικος - άνδρας, παιδί η γυναίκα - να μπορέσει να ξεφύγει. Κάθε απόπειρα εξόδου να παταχθεί με τη βία. Εγιναν όλες οι αναγκαίες προετοιμασίες, ώστε η Μόσχα και τα προάστιά της με τη βοήθεια τεράστιων μέσων να πλημμυρίσει από νερά. Εκεί που σήμερα είναι η Μόσχα, πρέπει να γίνει τεράστια θάλασσα που για πάντα θα σκεπάζει, από τον πολιτισμένο κόσμο, την πρωτεύουσα του ρωσικού λαού».
Η μεγάλη μάχη της Μόσχας αρχίζει
Δίνοντας στην επιχείρηση κατά της Μόσχας αποφασιστική σημασία η ναζιστική στρατιωτική διοίκηση ενίσχυσε την ομάδα στρατιών «Κέντρο» σε βάρος των άλλων στρατιωτικών της συγκροτημάτων. Ετσι, στον τομέα της Μόσχας συγκεντρώθηκαν 53 μεραρχίες πεζικού, 14 μεραρχίες αρμάτων μάχης και 8 μηχανοκίνητες, δηλαδή το 38% των δυνάμεων του πεζικού και το 64% των σχηματισμών αρμάτων και μηχανοκίνητων που δρούσαν σε ολόκληρο το σοβιετογερμανικό μέτωπο14. Την 1η Οκτώβρη 1941 η ομάδα στρατιών «Κέντρο» διέθετε 1.800.000 άνδρες, πάνω από 14 χιλιάδες πυροβόλα και όλμους και 1.700 τανκς. Για την υποστήριξη της επίθεσης διατέθηκαν περί τα 1.390 αεροπλάνα.
Την ομάδα στρατιών «Κέντρο» θα αντιμετώπιζαν από την άλλη πλευρά οι στρατιές του Δυτικού, του Εφεδρικού και του μετώπου Μπριάνσκ, τις οποίες διοικούσαν αντίστοιχα ο στρατηγός Ι. Κόνιεφ, ο στρατάρχης της ΕΣΣΔ Ε. Μπουντιόνι και ο στρατηγός Α. Γερεμένκο. Στη διάθεσή τους είχαν 95 σχηματισμούς, πολλοί από τους οποίους δεν είχαν πλήρη σύνθεση και μερικοί δεν ήταν αρκετά εκπαιδευμένοι και δεν είχαν πολεμική πείρα. Συνολικά στη σύνθεση των τριών αυτών μετώπων πολεμούσαν γύρω στους 1.250.000 άνδρες, με 7.600 πυροβόλα και όλμους, 990 τανκς και γύρω στα 680 αεροπλάνα15. Η υπεροχή του αντιπάλου είναι οφθαλμοφανής.
Η επίθεση των ναζιστικών στρατευμάτων κατά της Μόσχας άρχισε στις 30 του Σεπτέμβρη με χτύπημα της 2ης ομάδας αρμάτων μάχης στην αριστερή πτέρυγα του μετώπου του Μπριάνσκ και του Οριόλ, παρακάμπτοντας το Μπριάνσκ από τα νοτιοανατολικά. Στις 2 του Οκτώβρη άρχισαν την επίθεση οι κύριες δυνάμεις της ομάδας στρατιών «Κέντρο», με συγκλίνουσα κατεύθυνση προς τη Βιάσμα. Την ίδια ημέρα - δηλαδή στις 2 Οκτώβρη - ο Χίτλερ σε λόγο του έλεγε μεταξύ άλλων16: «Δημιουργήθηκαν επιτέλους οι προϋποθέσεις για το τελευταίο μεγάλο πλήγμα, που πρέπει να καταφέρουμε στον εχθρό για να τον συντρίψουμε πριν από το χειμώνα. Καταβάλαμε όλες τις ανθρώπινα δυνατές προσπάθειες και τώρα πια όλες οι προετοιμασίες μας έχουν τελειώσει. Αυτή τη φορά, σχεδιασμένα, βήμα με βήμα, προετοιμάσαμε τα πάντα, φέραμε τον εχθρό σε τέτοια θέση, ώστε σήμερα μπορούμε να του δώσουμε το τελικό θανάσιμο χτύπημα. Σήμερα αρχίζει η τελευταία, η πιο μεγάλη μάχη αυτού του χρόνου».
Στις 8 Οκτώβρη έπεσε το Οριόλ, μια σημαντική πόλη νότια της Μόσχας και ο Χίτλερ έστειλε το διευθυντή του για θέματα Τύπου, Οτο Ντίτριχ, αεροπορικώς στο Βερολίνο για να δηλώσει στους ανταποκριτές των κυριότερων εφημερίδων του κόσμου ότι «Δι' οιονδήποτε στρατιωτικόν σκοπόν η Σοβιετική Ρωσία έχει εξοφλήσει». Αλλά, όπως σημειώνει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Ουίλιαμ Σίρερ, «Αι δημόσιαι αυταί καυχησιολογίαι του Χίτλερ και του Ντίτριχ, διά να είπωμεν το ολιγώτερον, ήσαν πρόωροι»... Και ο Σίρερ προσθέτει με νόημα: «Οχι εν τούτοις τόσον πρόωροι, όσο αι προειδοποιήσεις του Αμερικανικού Γενικού Επιτελείου, το οποίον κατά τον Ιούλιον είχεν εμπιστευτικώς πληροφορήσει Αμερικανούς εκδότας εφημερίδων και εις Ουάσιγκτον ανταποκριτάς ότι η κατάρρευσις της Σοβιετικής Ενώσεως ήτο ζήτημα μόνον ολίγων εβδομάδων. Δεν είναι εκπληκτικόν ότι αι δηλώσεις του Χίτλερ και του δρ. Ντίτριχ κατά τας αρχάς Οκτωβρίου 1941 εγένοντο ευρέως πιστευταί εις τας Ηνωμένας Πολιτείας και την Βρετανίαν, όπως εις τη Γερμανίαν και αλλαχού;»17.
Οι επιτελείς, λοιπόν σε Βρετανία και ΗΠΑ πίστευαν, ίσως σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ό,τι ο Χίτλερ, ότι η κατάρρευση της ΕΣΣΔ ήταν ζήτημα του αμέσως επόμενου χρονικού διαστήματος. Η αντίληψή τους αυτή, αλλά και η γενικότερη ιδεολογικοπολιτική τους αντίθεση προς το σοβιετικό καθεστώς φαίνεται ότι καθόρισαν τη στάση τους στη Διάσκεψη των αντιπροσώπων τους με εκπροσώπους της σοβιετικής κυβέρνησης, που πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα από 29 Σεπτέμβρη ως 1 Οκτώβρη του 1941.
Η Διάσκεψη της Μόσχας
Η αγγλοαμερικανική αποστολή που έφτασε στη Μόσχα στα τέλη Σεπτέμβρη του 1941 με επικεφαλής τον λόρδο Μπίβερμπρουκ (Μ. Βρετανία) και τον Αβερελ Χάριμαν (ΗΠΑ) είχε συναντήσεις με τον Στάλιν και τον επικεφαλής της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής, Β. Μ. Μολότοφ. Στις συναντήσεις αυτές, στη βάση της κοινής διαπίστωσης ότι η ΕΣΣΔ σήκωνε το κύριο βάρος του πολέμου, τέθηκε ως κεντρικό θέμα το ζήτημα της βοήθειας που οι δύο σύμμαχες χώρες μπορούσαν να προσφέρουν στη Σοβιετική Ενωση. Η σοβιετική πλευρά πρότεινε το ύψος της κατά μήνα βοήθειας προς την ΕΣΣΔ να είναι: 400 αεροπλάνα (300 βομβαρδιστικά και 100 καταδιωκτικά), 1.100 μικρά και μεσαία άρματα μάχης, 300 αντιαεροπορικά πυροβόλα, 4 χιλιάδες τόνοι αλουμίνιο, 10 χιλιάδες τόνοι λαμαρίνα για θωράκιση αρμάτων μάχης και 4 χιλιάδες τόνοι τολουόλη. Η αγγλοαμερικανική αποστολή αρνήθηκε να ικανοποιήσει το σοβιετικό αυτό αίτημα και δεσμεύτηκε, οι δύο χώρες μαζί να στέλνουν κάθε μήνα, για χρονικό διάστημα 9 μηνών (από 1η Οκτώβρη 1941 ως 30 Ιούνη 1942): 400 αεροπλάνα (100 βομβαρδιστικά και 300 καταδιωκτικά), 500 άρματα μάχης, 2.000 τόνους αλουμίνιο, 1.250 τόνους τολουόλη, 1.000 τόνους λαμαρίνα για άρματα μάχης και μια ορισμένη ποσότητα από οπλισμό και πολεμικό υλικό. Την 1η Οκτώβρη υπογράφηκε το τριμερές σύμφωνο που κατοχύρωνε αυτές τις υποχρεώσεις18. Εντούτοις η βοήθεια αυτή - στην αποστολή της οποίας δεν υπήρχε πάντοτε η απαραίτητη συνέπεια, τόσο στο χρόνο παράδοσης όσο και στις ποσότητες υλικού - δεν ήταν αυτό που χρειαζόταν η ΕΣΣΔ, ούτε φυσικά αυτό που μπορούσαν να δώσουν οι Αγγλοαμερικανοί. Την αλήθεια αυτή της διαπίστωσης περιγράφει μα απόλυτη ακρίβεια ο λόρδος Μπίβερμπρουκ σε ένα γράμμα του προς στενό συνεργάτη του προέδρου Ρούσβελτ, το οποίο έστειλε λίγες ημέρες μετά τη λήξη της Διάσκεψης στη Μόσχα:
«Μετά την επιστροφή μου από τη Ρωσία στα μέσα περίπου Οκτωβρίου 1941 - γράφει ο λόρδος Μπίβερμπρουκ19-, έθεσα το ζήτημα του δεύτερου μετώπου με σκοπό να βοηθηθεί η Ρωσία. Θεωρώ ότι οι στρατιωτικοί μας ηγέτες εκδηλώνουν μόνιμα απροθυμία ν' αναλάβουν επιθετικές επιχειρήσεις. Η είσοδός μας στο Ιράν είναι μια ασήμαντη επιχείρηση... Οι μοναδικές επιχειρήσεις που κάνουμε είναι οι βομβαρδισμοί στη δυτική περιοχή της Γερμανίας και επιδρομές καταδιωκτικών στη Γαλλία, πράγμα που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να βοηθήσει τη Ρωσία και να βλάψει τη Γερμανία στη σημερινή κρίσιμη φάση. Η στρατηγική μας ακόμα και σήμερα στηρίζεται σε μια απαρχαιωμένη αντίληψη για τον πόλεμο, που δεν υπολογίζει τις επείγουσες ανάγκες και τις δυνατότητες της σημερινής στιγμής. Δεν έγινε καμιά προσπάθεια ν' αξιοποιηθούν τα νέα δεδομένα που προέκυψαν από την αυξανόμενη ρωσική αντίσταση. Σήμερα, στην ουσία, υπάρχει ένα μόνο στρατιωτικό πρόβλημα: πώς να βοηθηθούν οι Ρώσοι. Στο ζήτημα αυτό ακριβώς, οι επικεφαλής των Γενικών Επιτελείων περιορίζονται σε δηλώσεις ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτε. Διαρκώς μιλάνε για δυσκολίες, χωρίς όμως και να κάνουν καμιά πρόταση για το πώς θα ξεπεραστούν αυτές. Είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για τη Ρωσία. Μπορούμε να κάνουμε, αν αποφασίσουμε να θυσιάσουμε τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, τις οποίες ως τώρα εξακολουθούμε να καλλιεργούμε και οι οποίες ξεπεράστηκαν για πάντα τη μέρα που δέχτηκε την επίθεση η Ρωσία. Η αντίσταση της Ρωσίας μάς έδωσε νέες δυνατότητες. Οπως φαίνεται, το γεγονός αυτό απάλλαξε τη Δυτική Ευρώπη από τα γερμανικά στρατεύματα και έκανε αδύνατη για τις δυνάμεις του Αξονα την ανάληψη επιθετικών ενεργειών σε άλλα σημεία. Η αντίσταση της Ρωσίας δημιούργησε εκρηκτική σχεδόν κατάσταση σε κάθε χώρα που βρίσκεται κάτω από γερμανική κατοχή, κάνοντας τις ακτές της Δυτικής Ευρώπης ευάλωτες στις επιθέσεις των βρετανικών στρατευμάτων. Παρ' όλα αυτά, έχει διαμορφωθεί μια τέτοια κατάσταση, που επιτρέπει στους Γερμανούς να μεταφέρουν άνετα τις μεραρχίες τους στην Ανατολή. Αυτό είναι αποτέλεσμα του ότι οι στρατηγοί μας εξακολουθούν να θεωρούν την ηπειρωτική Ευρώπη περιοχή απροσπέλαστη για τα βρετανικά στρατεύματα. Οι εξεγέρσεις μάλιστα στις κατεχόμενες περιοχές θεωρούνται πρόωρες ή αξιοκατάκριτες, γιατί αυτή τη στιγμή, υποτίθεται ότι δε μας συμφέρουν. Οι αρχηγοί των επιτελείων θα ήθελαν να περιμένουμε μέχρι να ράψουμε και το τελευταίο κουμπί στη στολή του τελευταίου στρατιώτη απ' αυτούς που ετοιμάζουμε για την εισβολή. Παραγνωρίζουν τελείως τις δυνατότητες που ανοίγονται σήμερα. Επιπλέον, ξεχνάνε ότι η εισβολή των Γερμανών στη Ρωσία μάς δημιουργεί καινούριους κινδύνους, παράλληλα με τις νέες δυνατότητες. Γιατί, αν εμείς δε βοηθήσουμε τη Ρωσία τώρα, ίσως να μην μπορέσει ν' αντέξει στην πίεση και ο Χίτλερ, ανενόχλητος πια από την Ανατολή, να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις του εναντίον μας στη Δύση. Δε θα μας περιμένει να ετοιμαστούμε. Θα πρέπει να χτυπήσουμε τώρα, όσο δεν είναι αργά. Οπως είναι γνωστό, η άποψη αυτή δε βρήκε υποστήριξη ούτε στο Λονδίνο, ούτε στην Ουάσιγκτον». Περισσότερα σχόλια ασφαλώς περιττεύουν!!!
Ο φασισμός ηττάται στις πύλες της Μόσχας
Το πρώτο δεκαπενθήμερο του 1941, τα γερμανικά στρατεύματα, στην προέλασή τους προς τη σοβιετική πρωτεύουσα, είχαν εξασφαλίσει σημαντικές επιτυχίες. Στα βόρεια οι μονάδες μηχανοκίνητων αρμάτων κατέλαβαν το Καλίνιν και στα νότια κυρίευσαν το Ορέλ και πλησίασαν στην Τούλα. Η κατάσταση γινόταν εξαιρετικά δύσκολη. Στις 19 Οκτώβρη - όπως προαναφέραμε - η Επιτροπή Κρατικής Αμυνας κήρυξε τη Μόσχα και τη γύρω περιοχή σε κατάσταση πολιορκίας. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη, με απόφαση της εν λόγω Επιτροπής, πολλές κεντρικές κρατικές και κομματικές υπηρεσίες, το διπλωματικό σώμα, πολλά εργοστάσια, επιστημονικά, εκπαιδευτικά και πολιτικά ιδρύματα απομακρύνθηκαν από τη σοβιετική πρωτεύουσα και εγκαταστάθηκαν στο Κούιμπισεφ, στο Σβερντλόφσκ και σε άλλες πόλεις του Ποβόλζιε και των Ουραλίων, στο Καζαχστάν και στην Κεντρική Ασία. Το ΠΓ της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος με επικεφαλής τον Στάλιν και το Γενικό Αρχιστρατηγείο έμειναν στη Μόσχα όπου χιλιάδες λαού με τους κομμουνιστές στην πρώτη γραμμή δούλευαν ασταμάτητα στην οργάνωση της άμυνας της πόλης. Η Κομματική Επιτροπή Μόσχας του Μπολσεβίκικου κόμματος σε έκκλησή της προς το λαό έλεγε20: «Η Μόσχα κινδυνεύει. Θα πολεμήσουμε για τη Μόσχα επίμονα, μανιασμένα, ως την τελευταία σταγόνα του αίματός μας! Καθένας από σας, σε όποιο πόστο κι αν στέκεται, όποια δουλιά κι αν κάνει, ας γίνει μαχητής του στρατού που υπερασπίζεται τη Μόσχα από τους φασίστες επιδρομείς. Εκείνος που δουλεύει στα οχυρωματικά έργα πρέπει να ξέρει πως η δουλιά του εδραιώνει την άμυνα της Μόσχας. Εκείνος που δουλεύει στο εργοστάσιο πρέπει να ξέρει πως υπερασπίζει την πατρίδα, υπερασπίζει τη Μόσχα. Ο μαχητής του Κόκκινου Στρατού, ο μαχητής των ταγμάτων καταδρομών ας θυμάται πως ο λαός του έδωσε το όπλο για να υπερασπίσει την πατρίδα και το λαό του ως την τελευταία του πνοή».
Από τις 5 Οκτώβρη είχε κληθεί από το μέτωπο του Λένινγκραντ στη Μόσχα ο Γ. Κ. Ζούκοφ ο οποίος στις 10 Οκτώβρη - με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου της Ανωτάτης Γενικής Διοίκησης την οποία υπέγραφαν ο Στάλιν και ο Σαπόσνικοφ - διορίστηκε διοικητής του Δυτικού μετώπου.
Στις 20 Οκτώβρη, ύστερα από σκληρές μάχες, η επίθεση του εχθρού ανακόπηκε 100 περίπου χιλιόμετρα δυτικά της Μόσχας. Τώρα οι δυσκολίες και η αγωνία συσσωρεύονταν στο γερμανικό στρατόπεδο. Στις 6 Νοέμβρη 1941 ο Γερμανός διοικητής της δεύτερης ομάδας μεραρχιών αρμάτων - και μια από τις σημαντικότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου - στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν έγραφε21: «Για το στράτευμα πρόκειται περί ταλαιπωρίας, για την υπόθεσίν μας όμως περί τραγωδίας, δεδομένου ότι ο αντίπαλος κερδίζει χρόνον και εμείς προχωρούμε με τα σχέδιά μας στην καρδιά του χειμώνος. Είμαι στενοχωρημένος για την εξέλιξη αυτή. Και η πιο καλή θέλησις ανατρέπεται από τα στοιχεία της φύσεως. Η μοναδική ευκαιρία να καταφέρομε ένα τρομακτικό πλήγμα εξαφανίζεται όσο πάει και περισσότερον, και δεν ξέρω καν αν θα ξαναέλθει ποτέ. Τι πρόκειται να γίνη αυτό το γνωρίζει μόνον ο θεός. Πρέπει να ελπίζομε και να μη χάνομε το θάρρος μας, αλλά αναμφιβόλως πρόκειται για μια μεγάλη δοκιμασία».
Ανησυχώντας για το πλησίασμα του ρωσικού χειμώνα, το γερμανικό επιτελείο ξεκίνησε τη δεύτερη γενική επίθεση εναντίον της σοβιετικής πρωτεύουσας στις 16 Νοέμβρη του 1941. Η μάχη αυτή - σύμφωνα με τον στρατηγό του Κόκκινου Στρατού Ν. Ταλένσκι - χωρίζεται σε δύο φάσεις: Την αμυντική μάχη που καλύπτει την περίοδο από τις 16 Νοέμβρη ως τις 5 Δεκέμβρη 1941 και την αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού που άρχισε στις 6 Δεκέμβρη του ιδίου έτους22. Στη διάρκεια της αμυντικής μάχης, η Μόσχα ένιωσε συχνά την ανάσα του εχθρού αφού σε ορισμένα σημεία τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν σε απόσταση 25-30 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης. Ομως δεν είχαν δυνάμεις για κάτι περισσότερο. Η σκληρή αμυντική γραμμή του Κόκκινου Στρατού, το κύριο βάρος της οποίας σήκωσαν τα στρατεύματα υπό τη διοίκηση των Κ.Κ. Ροκοσόφσκι και Λ. Α. Γκοβόροφ, έφθειρε ανεπανόρθωτα τις εχθρικές δυνάμεις προκαλώντας τους τεράστιες απώλειες.
Στα τέλη Νοέμβρη το Σοβιετικό επιτελείο άρχιζε να ετοιμάζει την αντεπίθεση. «Το σχέδιο του σοβιετικού ανώτατου στρατηγείου - γράφει ο στρατηγός του Κόκκινου Στρατού Π. Δ. Κορκοντίνοφ - απέβλεπε στο να συντρίψει τα στρατεύματα κρούσης του εχθρού, που προσπαθούσαν να υπερφαλαγγίσουν τη Μόσχα από το βορά και το νότο, και ύστερα, αφού απωθήσει τα υπολείμματά τους προς δυσμάς, να υπερφαλαγγίσει, τα πλευρά των υπολοίπων δυνάμεων της ομάδας στρατιών ''Κέντρο''. Σύμφωνα με το σχέδιο αυτό, η μάχη μπροστά στη Μόσχα, μετά το πέρασμα των σοβιετικών στρατευμάτων στην αντεπίθεση, διεξαγόταν σε δύο τομείς - βορειότερα και νοτιότερα από τη Μόσχα»23. Ο Στρατηγός Α.Μ. Βασιλέφσκι που εκείνες τις μέρες αντικαθιστούσε τον άρρωστο στρατηγό Σαπόσνικοφ στα καθήκοντα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου, θυμάται24: «Αρχισε να ξετυλίγεται μια μεγαλειώδης μάχη. Η επιτυχία μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Η πρωτοβουλία περνούσε αναμφισβήτητα στα χέρια μας. Το απροσδόκητο χτύπημα των σοβιετικών στρατευμάτων προκάλεσε συγκλονιστική εντύπωση στη φασιστική διοίκηση. Στις 8 Δεκέμβρη, ο Χίτλερ υπόγραψε τη λεγόμενη διαταγή αριθμ. 39, που προέβλεπε το γενικό πέρασμα σε άμυνα των γερμανικών στρατευμάτων στις προσβάσεις της Μόσχας».
Οι Γερμανοί, στο εξής δεν κατάφεραν να πάρουν ξανά την πολεμική πρωτοβουλία. «Οι εξαντλημένοι Γερμανοί - γράφει ο Λίντελ Χαρτ25- ανατράπηκαν, τα πλευρά τους ζώθηκαν από τα ρωσικά στρατεύματα και τελικά δημιουργήθηκε μια κρίσιμη κατάσταση. Οι εισβολείς, από το βαθμό του στρατηγού και κάτω, άρχισαν να γεμίζουν με τις φοβερές σκέψεις της υποχωρήσεως του Ναπολέοντα απ' τη Μόσχα». Χωρίς αμφιβολία, τα πράγματα είχαν έτσι ακριβώς. Η νίκη κατά των ορδών του φασισμού μπροστά στις πύλες της Μόσχας χάραζε στον ορίζοντα την προοπτική της τελικής νίκης. Μόνο που ο δρόμος ως αυτήν ήταν ακόμη πολύ μακρύς.
1. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος Ι1-Ι2, σελ. 194
2. Ι. Β. Στάλιν: «Ο Μεγάλος Πόλεμος για την Πατρίδα», εκδόσεις «ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ», Αθήνα 1946, σελ. 13-25
3. στο ίδιο, σελ. 27-28
4. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Α' σελ. 226
5. Λ. Χαρτ: «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου», έκδοση 7ου ΕΓ/ΓΕΣ, τόμος Α', σελ. 178-179
6. Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ: «Ο Αγνωστος Στάλιν», εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 364
7. Στρατάρχης Γ. Κ. Ζούκοφ: «Αναμνήσεις και Στοχασμοί», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος 1ος, σελ. 319
8. Ο ίδιος ο Στάλιν ανέφερε ότι στους πρώτους 4 μήνες του πολέμου η Σοβιετική Ενωση μετρούσε τις παρακάτω απώλειες: 350.000 νεκροί, 378.000 αγνοούμενοι και 1.020.000 τραυματίες (βλέπε:. Β. Στάλιν: «Ο Μεγάλος Πόλεμος για την Πατρίδα», εκδόσεις «ΤΑ ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ», Αθήνα 1946, σελ. 14
9. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», Σύνταξη: Γ. Α. Ντεμπόριν, Εποπτεία: Στρατηγός Ι. Ι. Ζούμπκοφ, εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Α', σελ. 236
10. Λίντελ Χαρτ: «Η άλλη πλευρά του λόφου - Ομιλούν οι Γερμανοί στρατηγοί του Β' Παγκοσμίου πολέμου», εκδόσεις Σ.Α. ΤΖΗΡΙΤΑ, σελ. 325-326
11. Ian Kershaw: «Χίτλερ 1936-1945: Νέμεσις», εκδόσεις Scripta, σελ. 387
12. Ian Kershaw, στο ίδιο, σελ. 385
13. Υπουργείο Αμύνης ΕΣΣΔ: «Β' Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδόσεις «20ός αιώνας», Αθήνα 1959, σελ. 193-194
14. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος Ι1-Ι2, σελ. 189
15. «Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος 1939-1945", εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τόμος Α' σελ. 216-217
16. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», Σύνταξη: Γ. Α. Ντεμπόριν, Εποπτεία: Στρατηγός Ι. Ι. Ζούμπκοφ, εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Α', σελ. 237-238
17. William L. Shirer: «Ανοδος και πτώσις του Γ' Ράιχ», εκδόσεις Αρσενίδη, τόμος Γ' σελ. 119
18. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια Ιστορία», τόμος Ι1-Ι2, σελ. 187-188
19. Βαλεντίν Μπερεζκόφ: «Ημουν διερμηνέας του Στάλιν», εκδόσεις «Καστανιώτη, τόμος Α', σελ. 149-150
20. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», Σύνταξη: Γ. Α. Ντεμπόριν, Εποπτεία: Στρατηγός Ι. Ι. Ζούμπκοφ, εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, τόμος Α', σελ. 239
21. Χάιντς Γκουντέριαν: «Β' Παγκόσμιος πόλεμος - Αναμνήσεις ενός Στρατιώτου», εκδόσεις Α. Καραβία-Α. Δημητριάδη, σελ. 234.
22. Ν. Ταλένσκι: «Μόσχα-Στάλινγκραντ: Δύο γερά χτυπήματα», Εκδόσεις Κορυδαλλού-Αθήνα 1945, σελ. 18
23. Υπουργείον Αμύνης ΕΣΣΔ: «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος - Οι σπουδαιότερες επιχειρήσεις του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1941-1945», εκδόσεις ΚΑΔΜΟΣ, Αθήνα 1959, σελ. 96
24. Α. Μ. Βασιλέφσκι: «Απομνημονεύματα», εκδόσεις Σ.Ε., σελ. 224
25. Λ. Χαρτ: «Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου», έκδοση 7ου ΕΓ/ΓΕΣ, τόμος Α', σελ. 204

Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ


Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος και το ΚΚΕ


Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος και το ΚΚΕ
Ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος αποτελεί αναμφίβολα αναπόσπαστο τμήμα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα που διεξήγαγε ο ελληνικός λαός από τις 28 Οκτώβρη 1940, που η Ελλάδα δέχτηκε την απρόκλητη επίθεση της φασιστικής Ιταλίας, ως τις 12 Φλεβάρη του 1945, που υπογράφηκε η συμφωνία της Βάρκιζας, βάσει της οποίας τερματίστηκε η ένοπλη σύγκρουση του ΕΛΑΣ με τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής. Και αναμφίβολα σ' αυτόν τον πόλεμο το ΚΚΕ έχει τη δική του ξεχωριστή συμβολή. Οσο κι αν οι αντίπαλοί του δε θέλουν να το παραδεχτούν και άσπονδοι φίλοι του συνειδητά υποτιμούν, το ΚΚΕ μέσα από τη μακρόχρονη δράση του για τα λαϊκά συμφέροντα και τους σκληρούς αντιφασιστικούς αγώνες που έδωσε, αναδείχτηκε σε έναν από τους κύριους παράγοντες για την επιτυχή αντίσταση και νίκη του ελληνικού λαού κατά της φασιστικής Ιταλίας. Γι' αυτό και η πολιτική του βρήκε τόσο μεγάλη ανταπόκριση στο λαό στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, πράγμα πρωτοφανές στη νεοελληνική ιστορία για πολιτικό κόμμα. Ας δούμε όμως αναλυτικότερα το ζήτημα.
Η έναρξη του πολέμου και η κατάσταση του ΚΚΕ
Η έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου βρήκε το ΚΚΕ αποδεκατισμένο, την ηγεσία και τα στελέχη του στις φυλακές και τις εξορίες, τις οργανώσεις του σμπαραλιασμένες και όσες υπήρχαν ακόμη, υπό καθεστώς του άγριου διωγμού. Η μεταξική δικτατορία είχε καταφέρει ισχυρότατο πλήγμα στο σώμα του Κόμματος, αφού στο πρόσωπό του - όπως προαναφέραμε - έβλεπε τον κύριο και ανυποχώρητο εχθρό της.
Την 28η του Οκτώβρη 1940, περίπου δυο χιλιάδες κομμουνιστές, πρωτοπόρα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, βρίσκονταν κρατούμενοι σε 22 φυλακές, στρατόπεδα και τόπους εξορίας. Για παράδειγμα στην Ακροναυπλία (μαζί με την Πύλο) ήταν 625, στον Αϊ - Στράτη 230, στην Ανάφη 220, στην Αίγινα 170, στην Τρίπολη και άλλες φυλακές 500, στη Φολέγανδρο 140, στην Κίμωλο 36, στην Κέρκυρα και στα νησιά Ιο, Σίφνο, Αμοργό κλπ. περίπου 50, στα σανατόρια (φυματικοί) γύρω στους 40 κ.ο.κ.
Επίσης, όλη σχεδόν η ηγεσία του ΚΚΕ που είχε εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο (Δεκέμβρης 1935) βρισκόταν ανάμεσα στους φυλακισμένους και στους εξόριστους. Ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος, Ν. Ζαχαριάδης, από τις αρχές του 1940, είχε μεταφερθεί από τις φυλακές της Κέρκυρας στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών. Στην Κέρκυρα βρίσκονταν τα μέλη του ΠΓ Γιώργης Σιάντος, Βασίλης Νεφελούδης και Μήτσος Παρτσαλίδης, καθώς και το μέλος της ΚΕ Γιάννης Ζεύγος. Στην Ακροναυπλία βρίσκονταν ο Γιάννης Ιωαννίδης μέλος του ΠΓ και τα μέλη της ΚΕ Κώστας Θέος, Βασίλης Βερβέρης, Μήτσος Παπαρήγας, Μιχάλης Σινάκος και Ανδρέας Τσίπας. Στην Κίμωλο τα μέλη της ΚΕ Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσος και Χρύσα Χατζηβασιλείου. Στη Φολέγανδρο τα μέλη της ΚΕ Στέργιος Αναστασιάδης και Παντελής Καραγγίτσης - Σίμος. Στη Γαύδο το μέλος της ΚΕ Λεωνίδας Στρίγκος. Τέλος, στο σανατόριο της Αθήνας "Σωτηρία" νοσηλευόταν το μέλος της ΚΕ Ν. Πλουμπίδης.
Για να έχουμε την ακριβή και ολοκληρωμένη εικόνα του Κόμματος εκείνης της εποχής, είναι απαραίτητο να σταθούμε και στην κατάσταση που παρουσίαζαν οι παράνομες οργανώσεις. Καταρχήν κεντρικός παράνομος καθοδηγητικός μηχανισμός ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει μετά τη σύλληψη του Γιώργη Σιάντου και του Γρηγόρη Σκαφίδα, το Νοέμβρη του 1939. Η ομάδα στελεχών (Μήτσος Παπαγιάννης, Β. Κτιστάκης, Χρήστος Κανάκης, Σταματία Βιτσαρά κ.ά.) που εμφανίστηκε ως ΚΕ του Κόμματος και έμεινε στην ιστορία με την επωνυμία "παλιά ΚΕ" ήταν απομονωμένη από τις κομματικές δυνάμεις και δεν τις επηρέαζε.
Το κενό της κομματικής καθοδήγησης επιχείρησε να "καλύψει" η Ασφάλεια έχοντας προφανή στόχο να κατευθύνει τις κομματικές δυνάμεις, τους εργαζόμενους και το λαό σύμφωνα με τα συμφέροντα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου. Ετσι στις αρχές του 1940 εμφανίστηκε η "Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ" που διεκδικούσε την ηγεσία του Κόμματος και καθοδηγούνταν απευθείας από τον Μανιαδάκη, υφυπουργό ασφαλείας του Μεταξά. Χαρακτηριστικό είναι δε, ότι τόσο η "παλιά ΚΕ" όσο και η "Προσωρινή Διοίκηση" έβγαζαν η καθεμία το δικό της "Ριζοσπάστη".
Σε ό,τι αφορά τις κομματικές οργανώσεις, παρά την τρομοκρατία που είχε επιβάλλει το Μεταξικό καθεστώς, είχαν διατηρηθεί ορισμένοι κομματικοί πυρήνες που συνέχιζαν τη δράση τους τόσο σε Αθήνα - Πειραιά, όσο και στις άλλες περιοχές της χώρας. Κατά κανόνα οι οργανώσεις αυτές δεν είχαν εμπιστοσύνη ούτε στην "παλιά ΚΕ" ούτε στην "Προσωρινή Διοίκηση" και δρούσαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Εμπιστεύονταν μόνο τις ομάδες των φυλακισμένων και εξόριστων στελεχών του Κόμματος με τις οποίες επιδίωκαν να αποκτήσουν επαφή. Το ανώτερο κομματικό όργανο που κατάφερε να διατηρηθεί ήταν το Μακεδονικό Γραφείο της ΚΕ που είχε την ευθύνη της καθοδήγησης των οργανώσεων στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Η ιταλική επιδρομή και η στάση των κομμουνιστών
Υπό τις συνθήκες που προαναφέραμε κανένα πολιτικό κόμμα δε θα ήταν σε θέση να παρέμβει στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας, πολύ περισσότερο δε σε τόσο συνταρακτικές εξελίξεις, όπως ένας πόλεμος. Και για του λόγου το αληθές σημειώνουμε την ανυπαρξία των αστικών κομμάτων καθ' όλη τη διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, αλλά και όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επιδρομή. Ομως το ΚΚΕ δεν ήταν ένα συνηθισμένο κόμμα. Αμέσως μόλις εκδηλώθηκε η στρατιωτική επιδρομή της Ιταλίας, η ηγεσία του, τα μέλη και τα στελέχη του από τις φυλακές και τις εξορίες παρέμβηκαν και η παρέμβασή τους αυτή ήταν ουσιαστική, ενεργή και αποφασιστική δίπλα στο δοκιμαζόμενο λαό.
Χρονολογικά πρώτοι αντέδρασαν οι Ακροναυπλιώτες οι οποίοι στις 29 Οκτώβρη 1940 - μια μέρα μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου - με υπόμνημά τους (που υπογραφόταν από τον Γ. Ιωαννίδη και τον Κ. Θέο) προς την κυβέρνηση Μεταξά, ζητούσαν να πάνε στην πρώτη γραμμή του πυρός για να πολεμήσουν (το υπόμνημα δε σώθηκε στα αρχεία του ΚΚΕ, αλλά σίγουρα υπάρχει κάπου στα αρχεία του κράτους. Οι πληροφορίες που έχουμε γι' αυτό προέρχονται από μαρτυρίες που δημοσιεύτηκαν στο "Ριζοσπάστη" της 28/10/1945 κι από την εφημερίδα "ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ" της 28/10/1965, όπου δημοσιεύτηκε το τελευταίο μέρος του, προερχόμενο προφανώς από τα κρατικά αρχεία).
Το πιο γνωστό, όμως, κείμενο του ΚΚΕ για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο είναι το περίφημο γράμμα "Προς το Λαό της Ελλάδας" του Ν. Ζαχαριάδη, που χαρακτήριζε τον πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό και καλούσε "δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ". Το γράμμα αυτό που δημοσιεύτηκε στον τύπο της Αθήνας στις 2/11/1940 άσκησε τεράστια επίδραση στην εργατική τάξη και στον ελληνικό λαό, στα μέλη και στα στελέχη του Κόμματος, είτε βρίσκονταν ελεύθερα είτε στις φυλακές και στις εξορίες, στους φίλους και τους οπαδούς του. Οι φυλακισμένοι και εξόριστοι κομμουνιστές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ανταποκρίθηκαν αμέσως στο γράμμα του ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος και στάθηκαν αλληλεγγύοι στην πολιτική γραμμή που αυτό έθετε. (Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις των κομματικών μελών και στελεχών που παρασυρμένοι κυρίως από τις δύσκολες συνθήκες που ζούσαν, αντιμετώπισαν το γράμμα με δυσπιστία ή το χαρακτήρισαν πλαστό). Ετσι, απ' όλους τους τόπους εξορίας και φυλακής οι κομμουνιστές απευθύνθηκαν στην κυβέρνηση του Μεταξά εκφράζοντας το αίτημα να τους επιτραπεί να πάνε στο μέτωπο για να πολεμήσουν.
Οι Ακροναυπλιώτες π.χ. πέραν του προαναφερόμενου υπομνήματος έστειλαν προς τη Μεταξική κυβέρνηση άλλα δύο κείμενα: Ενα "ανοιχτό γράμμα", στις 6/11/1940 κι ένα υπόμνημα στις 13/11/1940. Το "ανοιχτό γράμμα" εξέφραζε τη συμφωνία τους με το περιεχόμενο του γράμματος του Ν. Ζαχαριάδη και το υπόμνημα ήταν η απάντηση προς την κυβέρνηση του Μεταξά, επειδή η τελευταία τους ζητούσε δηλώσεις μετανοίας για να τους επιτρέψει να πολεμήσουν στο μέτωπο τον Ιταλό επιδρομέα. Για την ακρίβεια, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου απάντησε ως εξής στο αίτημα των φυλακισμένων και εξόριστων κομμουνιστών - όχι μόνο της Ακροναυπλίας - να τους επιτραπεί να πάνε να πολεμήσουν: Η κυβέρνηση δεν πολεμάει το φασισμό, αλλά την Ιταλία κι αν θέλουν οι κομμουνιστές να πολεμήσουν πρέπει να υποβάλουν δηλώσεις μετανοίας, να αποκηρύξουν το παρελθόν και τις ιδέες τους που υπονομεύουν το έθνος". Και να πια ήταν η περήφανη απάντηση των κομμουνιστών της Ακροναυπλίας με το υπόμνημα τους της 13/11/1940:
"Οι ιδέες μας είναι πάντοτε και έχουν για κίνητρο, αφετηρία και σκοπό την εξύψωση και την ευημερία του ελληνικού λαού και του έθνους, ολόκληρο δε το παρελθόν μας είναι μια συνεπής και συνεχής προσπάθεια για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Στον αγώνα αυτόν δώσαμε ό,τι πολύτιμο είχαμε, υποστήκαμε αγόγγυστα επί σειρά ετών όλα τα μαρτύρια και τις στερήσεις της εξορίας και της φυλακής και πολλοί από μας έχουν θυσιάσει και τη ζωή τους, χωρίς κανένα υπολογισμό προσωπικών μας ωφελημάτων. Και σήμερα, ακριβώς διότι μένουμε πιστοί στις αρχές μας και διότι έχουμε για έμβλημά μας "Πάνω απ' όλα τα συμφέροντα του ελληνικού λαού" τασσόμασταν ανεπιφύλακτα στο πλευρό της κυβέρνησης, που διευθύνει την αντίσταση του ελληνικού λαού ενάντια στον επιδρομέα" (Βλέπε αναλυτικά: "Ρ" 28/10/1945).
Αυτή ήταν η στάση των κομμουνιστών όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την ξενική επιβουλή. Μια στάση πατριωτική, ηρωική, περήφανη. Και γι' ανταπόδοση, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η οικονομική ολιγαρχία που εκφραζόταν μέσα απ' αυτό, όχι μόνο δεν τους επέτρεψε να πάνε στο μέτωπο, αλλά και παρέδωσε τα φυλακισμένα και εξόριστα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ στους φασίστες κατακτητές, όταν η χώρα λύγισε κάτω από το βάρος της ναζιστικής πολεμικής μηχανής.
Γ. Π.


TOP READ