20 Ιουλ 2016

ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

   ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Στην πρόσφατη προεκλογική περίοδο ενισχύθηκε η αντιπαράθεση μεταξύ των διεκδικητών της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού γύρω από τα ζητήματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του αστικού κράτους. Έτσι, παράλληλα με την επικέντρωση της αντιπαράθεσης αυτής στο ζήτημα της ικανότητας διαχείρισης των μνημονίων (ποιος μπορεί να τα εφαρμόσει καλύτερα, ποιος μπορεί να βρει «αντισταθμιστικά μέτρα» κλπ.), η προεκλογική εκστρατεία όλων των αστικών κομμάτων γέμισε από φράσεις όπως «ανασυγκρότηση του κράτους», «εκδημοκρατισμός της δημόσιας διοίκησης», «ενίσχυση της άμεσης δημοκρατίας», «συνταγματική αναθεώρηση», «καταπολέμηση της διαφθοράς», «πόλεμος στη γραφειοκρατία» και άλλα παρόμοια.
Εκ πρώτης όψεως μπορεί να θεωρηθεί ότι οι παραπάνω διακηρύξεις έχουν αποκλειστικά προπαγανδιστικό χαρακτήρα, ότι αποτελούν διακηρυκτικές «εκθέσεις ιδεών» των αστών «πολιτικάντηδων». Πράγματι, σε κάποιο βαθμό η επικέντρωση της αντιπαράθεσης σε τέτοια ζητήματα εκπορευόταν από τον αντικειμενικό περιορισμό των περιθωρίων αντιπαράθεσης στα ζητήματα της οικονομίας, ως απόρροια του γεγονότος ότι για πρώτη φορά ίσως ήταν σε τέτοιο βαθμό καθορισμένο από τα πριν το κυβερνητικό πρόγραμμα οποιασδήποτε κυβέρνησης προέκυπτε. Η από κοινού ψήφιση άλλωστε από τα περισσότερα κόμματα του «καπιταλιστικού τόξου» του 3ου μνημονίου (το οποίο περιλαμβάνει και τα δύο προηγούμενα) δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αντιπαράθεσης γύρω από τα ζητήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό.
Τα παραπάνω όμως δεν πρέπει να κρύψουν το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συζήτηση έχει ένα βαθύτερο επίδικο. Αυτό δεν είναι άλλο από τις αναγκαίες προσαρμογές του αστικού κράτους, έτσι ώστε αυτό να αντιστοιχηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό με τις σύγχρονες ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Αυτός ο εκσυγχρονισμός του αστικού κράτους περιλαμβάνει αλλαγές τόσο στη δομή και τη λειτουργία του όσο και στο νομικό, θεσμικό, ιδεολογικό οπλοστάσιό του. Ταυτόχρονα, πολλές από αυτές τις προσαρμογές έχουν και πιο άμεσες οικονομικές στοχεύσεις, όπως, π.χ., την αύξηση των κρατικών εσόδων για την υποβοήθηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας ή τη συμβολή στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης της παραγωγής. Η επιτακτικότητα αυτών των προσαρμογών στο ελληνικό κράτος αυξάνεται αντικειμενικά από τις πολύ μεγάλες δυσκολίες περάσματος σε φάση καπιταλιστικής ανάκαμψης, η οποία δυσχεραίνεται από την καθυστέρησή τους.
Το ζήτημα βέβαια αυτής της προσαρμογής του κράτους στις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου δεν είναι αταξικό. Το αστικό κράτος άλλωστε αποτελεί όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης επί της εργατικής τάξης και του πλήθους των μισοπρολετάριων. Αποτελεί ένα είδος «συλλογικού καπιταλιστή» που διασφαλίζει τη δημιουργία των γενικών (οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών) όρων της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Έτσι, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του αστικού κράτους υπηρετεί το στόχο της πιο αποτελεσματικής καθυπόταξης της εργατικής τάξης στην αστική. Η ανάδειξη του αντιλαϊκού χαρακτήρα αυτών των προσαρμογών αποτελεί απαραίτητο όρο για την καταπολέμηση της αστικής προπαγάνδας, η οποία προσπαθεί να αποκρύψει την ουσία τους μέσω της επιλεκτικής ανάδειξης κάποιων δευτερευόντων οφελών που πιθανώς έχουν για τα λαϊκά στρώματα (π.χ., μείωση της γραφειοκρατίας μέσω των ΚΕΠ, επιδίωξη μείωσης του «λαδώματος» σε μια σειρά κρατικές υπηρεσίες).
Οι αναφορές των αστικών κομμάτων στα παραπάνω ζητήματα χρωματίζονται φυσικά από τις ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες του κάθε κόμματος. Παρόλ’ αυτά όμως, βασίζονται σε κοινές αποδοχές και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για κόμματα που διεκδικούν να διαχειριστούν τα γενικά συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού και κατ’ επέκταση εκφράζουν τις αντικειμενικές ανάγκες αυτής της διαχείρισης.
Στο άρθρο αυτό θα αναδείξουμε κάποια από τα παραπάνω ζητήματα με αναφορές κυρίως σε διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ και του κυβερνητικού του προγράμματος. Η επιλογή αυτή έγινε για δύο λόγους: πρώτο γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ προέταξε σε μεγαλύτερο βαθμό προεκλογικά αυτά τα ζητήματα (π.χ., επίκληση δημοκρατίας, αξιοπρέπειας, λαϊκής κυριαρχίας) στην προσπάθειά του να διαχωριστεί ιδεολογικά από το αστικό φιλελεύθερο κόμμα της ΝΔ (τη στιγμή που σε επίπεδο κυβερνητικής διαχείρισης σχεδόν ταυτίστηκε με αυτό)1 και δεύτερο γιατί προσπαθεί να προσδώσει φιλολαϊκό χαρακτήρα σε αυτές και να ρυμουλκήσει το λαό στη στήριξή τους.

ΓΙΑ ΤΗ «ΘΕΣΜΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ» ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 «Το κράτος, ωστόσο, δεν είναι φρούριο, αλλά δίκτυο, σχέση και στρατηγικό πεδίο του πολιτικού αγώνα. Δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά αντίθετα ο επιβεβλημένος μετασχηματισμός του προϋποθέτει συνεχείς και συνεχόμενες μάχες, εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα, διαρκή εκδημοκρατισμό»2.
Η παραπάνω διατύπωση και οι διάφορες εκδοχές της προβάλλονται από το ΣΥΡΙΖΑ στο λαό ως η αντίληψή του για το κράτος. Παράλληλα, βέβαια, στα «σαλόνια» της αστικής τάξης στο εσωτερικό και το εξωτερικό προβάλλονται διαφορετικές διατυπώσεις για το χαρακτήρα και τα καθήκοντα του κράτους. Πριν παραθέσουμε, ωστόσο, και αυτές τις διακηρύξεις, ας δούμε λίγο καλύτερα το παραπάνω απόσπασμα.
Σύμφωνα με αυτό, το αστικό κράτος δεν αποτελεί από την ίδια του τη φύση όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης, αλλά ένα σύνολο θεσμών που επιδέχονται μετασχηματισμού σε φιλολαϊκή κατεύθυνση. Αυτή η αντίληψη υποστηρίζει ότι ο χαρακτήρας των θεσμών του αστικού κράτους –και εν τέλει και το ίδιο το αστικό κράτος ως ενότηταç καθορίζονται από τους συσχετισμούς που διαμορφώνονται στο εσωτερικό τους. Με αυτόν τον τρόπο αυτονομείται το κράτος από την οικονομική βάση του, από τις κυρίαρχες οικονομικές σχέσεις, κάτι που έχει ως συνέπεια να φαίνεται ότι ο ρόλος του αστικού κράτους και των θεσμών του (π.χ., κοινοβούλιο, κυβέρνηση, στρατός, αστυνομία3) εξαρτάται από το ποια πολιτική δύναμη κυριαρχεί σε αυτούς. Αυτή η υποτιθέμενη ταξική ουδετερότητα του αστικού κράτους και των θεσμών του καθιστά δυνατή την αξιοποίησή τους προς όφελος της κοινωνικής αλλαγής, όπως κι αν μπορεί να προσδιορίζεται αυτή.4
Είναι σαφές ότι αυτή η προσέγγιση του κράτους έχει τις ρίζες της στην «ευρωκομμουνιστική» οπορτουνιστική παράδοση, από την οποία άλλωστε έλκει την πολιτική καταγωγή της μεγάλο μέρος του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, παρά τον κοινό ιδεολογικό «πυρήνα» της παραπάνω αντίληψης για το κράτος με τις αντίστοιχες παλαιότερες «ευρωκομμουνιστικές» απόψεις, υπάρχουν και διαφορές μεταξύ τους. Ενώ τα συμβιβασμένα «ευρωκομμουνιστικά» κόμματα ενέτασσαν προπαγανδιστικά την παραπάνω άποψη σε μια διαδικασία σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας5, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απεκδυθεί σε μεγάλο βαθμό των σχετικών προσχημάτων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ανάλογα με το ακροατήριο μπορεί να υπάρξει και καμία αναφορά στη γνωστή «επιδίωξη του σοσιαλισμού ως τελικού σκοπού», η πλάστιγγα της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ έχει γείρει σαφώς υπέρ της άποψης της αξιοποίησης του κράτους προς όφελος της πατρίδας, των Ελλήνων, μέχρι και της… υγιούς επιχειρηματικότητας6.
Χαρακτηριστικός είναι ο ρόλος που αποδίδεται στο ίδιο κείμενο στο κράτος στο πλαίσιο του «νέου παραγωγικού - αναπτυξιακού προτύπου»: «Χρησιμοποιεί (σ.σ.: το νέο παραγωγικό - αναπτυξιακό πρότυπο) το θεσμικά ανασυγκροτημένο κράτος ως αρωγό της ανασυγκρότησης, μοχλό ανάπτυξης και εγγυητή της ισονομίας για υγιή επιχειρηματικότητα».
 Πόσο διαφέρει, αλήθεια, αυτή η διατύπωση από την αντίστοιχη του Β. Μεϊμαράκη στη ΔΕΘ: «Προχωρούμε στην αναμόρφωση του κράτους με έμφαση στον επιτελικό και ρυθμιστικό ρόλο του. Θέλουμε κράτος αποτελεσματικό, αρωγό στην ανάπτυξη»;
Έτσι, στον «μπαχτσέ» των απόψεων του ΣΥΡΙΖΑ για το κράτος μπορούμε να βρούμε όλα τα «φρούτα», από τα πιο οπορτουνιστικά μέχρι τα πιο καθαρόαιμα αστικά, με τα τελευταία να αυξάνονται όλο και περισσότερο σε βάρος των πρώτων. Η προπαγανδιστική αυτή προσαρμογή και η απεμπόληση των όποιων σοσιαλιζόντων προσχημάτων του ΣΥΡΙΖΑ απορρέει τόσο από τη σημερινή διεθνή παντοδυναμία του καπιταλισμού όσο και από τη «βίαιη προσαρμογή» –εν γνώσει του– που υπέστη ως κόμμα από την άσκηση της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού στις σημερινές συνθήκες. Όπως και να το κάνεις, είναι λίγο δύσκολο να προβάλλει στο ΣΕΒ, τον ΟΗΕ, τον Ομπάμα και την ΕΕ τη διακυβέρνησή του ως μέσο επίτευξης του σοσιαλισμού… Έτσι, ο Τσίπρας γυρίζει τον κόσμο διαφημίζοντας στους ξένους καπιταλιστές τις αντιλαϊκές ανατροπές και το τσάκισμα της εργατικής τάξης για την προσέλκυση επενδύσεων, ενώ στις διεθνείς «γύρες» του δρα ως άμεσος ντίλερ ελληνικών επενδυτικών συμφερόντων.
Οι προκλήσεις της κυβερνητικής διαχείρισης του καπιταλισμού ωθούν το ΣΥΡΙΖΑ να προτάσσει όλο και πιο διακριτά την ανάγκη της «κοινωνικής ειρήνης», της ανοιχτής δηλαδή υποταγής της εργατικής τάξης στις αστικές επιδιώξεις. Αυτό άλλωστε είναι και το περιεχόμενο όλων των πατριωτικών κηρυγμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες προτάσσουν ως βασική διαχωριστική γραμμή αυτή μεταξύ της Ελλάδας και κάποιων ξένων καπιταλιστικών κρατών (κυρίως της Γερμανίας). Φυσικά, αυτή η επικίνδυνη εθνικοπατριωτική επιχειρηματολογία δεν εμποδίζει καθόλου –όπως αποδεικνύεται– την ανάπτυξη ενός μεγάλου «έρωτα» ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις άλλων αστικών κρατών, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Αποδεικνύεται για άλλη μία φορά η συνύπαρξη εθνικιστικών και κοσμοπολίτικων στοιχείων που διαπερνά –με διαφορετικές αναλογίες ανάλογα με τη συγκυρία και τις ιδεολογικές αναφορές κάθε αστικού κόμματος– κάθε αστική κυβέρνηση.
Υπό το πρίσμα των παραπάνω, οι φράσεις του αποσπάσματος στην αρχή αυτού του κεφαλαίου αποκτούν συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο «πολιτικός αγώνας» αναφέρεται στις προκλήσεις της κυβερνητικής διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού. Οι «συνεχείς και συνεχόμενες μάχες» υποδηλώνουν τις μάχες για την κατάκτηση της πλειοψηφίας σε αυτούς τους θεσμούς και πάνω απ’ όλα στο κοινοβούλιο προς όφελος του σχηματισμού κυβέρνησης, καθώς και τις μάχες αυτής της κυβέρνησης για την υπεράσπιση του ελληνικού καπιταλισμού. Η «εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα» σημαίνει την ανάκτηση της εμπιστοσύνης –αντί της πολεμικής– του λαού στους αστικούς θεσμούς και τη μετατροπή του λαού σε ενεργό υπερασπιστή των επιδιώξεων της αστικής τάξης της Ελλάδας.
Ο «διαρκής εκδημοκρατισμός» αποτελεί από τη μία το πρόσχημα των παραπάνω επιδιώξεων, ενώ από την άλλη υπηρετεί και αυτός –όπως θα δείξουμε– το στόχο της στοίχισης του λαού πίσω από τις αστικές επιδιώξεις.
Όσον αφορά τώρα το περιεχόμενο της «θεσμικής ανασυγκρότησης» του κράτους, ο ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει σε αυτή μια σειρά τροποποιήσεις πλευρών του κρατικού μηχανισμού που θα το διευκολύνουν να δράσει ως αρωγός της (υγιούς πάντα) επιχειρηματικότητας. Και στο ίδιο το κυβερνητικό πρόγραμμα, άλλωστε, αυτή η ανασυγκρότηση προβάλλεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την «παραγωγική ανασυγκρότηση», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευφημισμός για την ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και ανάπτυξης: «Αν δεν πραγματοποιηθούν οι ριζοσπαστικές αλλαγές και οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στο πολιτικό σύστημα, το κράτος και τη δημόσια διοίκηση […] είναι αδύνατο […] να πραγματοποιηθούν οι δύο άλλοι στρατηγικοί στόχοι του κυβερνητικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ: Η παραγωγική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας (και άρα η καταπολέμηση της ανεργίας) και η επαναθεμελίωση του κοινωνικού κράτους».
Σε αυτές τις αλλαγές ανήκουν τροποποιήσεις στη δομή των κρατικών θεσμών διοίκησης (αριθμός και αρμοδιότητες υπουργείων, προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Τοπικής Διοίκησης, «οργανωτική αλλαγή σε όλη την πυραμίδα του δημόσιου τομέα» κλπ.), στην καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και των σχετικών εμποδίων στην επιχειρηματική δραστηριότητα, στην καταπολέμηση της διαφθοράς στον κρατικό τομέα (στην οποία θα αναφερθούμε αναλυτικά στη συνέχεια), αλλαγές στο φορολογικό σύστημα κ.ά.
Ο εκσυγχρονισμός και η βελτίωση των όρων επιδίωξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας που συνεπάγεται η παραπάνω «θεσμική ανασυγκρότηση» του αστικού κράτους δεν είναι χωρίς ταξικό πρόσημο. Πέραν της θεσμικής διευκόλυνσης της αστικής επιθετικότητας που πλήττει την εργατική τάξη ως ενιαία κοινωνική κατηγορία, έχει και άμεσο συγκεκριμένο αντιλαϊκό αντίκρισμα. Για παράδειγμα, το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ρητά περιλαμβάνει την (εθελούσια, υποτίθεται,) κινητικότητα στον κρατικό τομέα και το «ξεπάγωμα» της («μη τιμωρητικής») αξιολόγησης, καθώς και την αξιοποίησή της για το περαιτέρω τσάκισμα μισθών και εργασιακών σχέσεων στον κρατικό τομέα. Επίσης, στη θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους περιλαμβάνεται η δημιουργία ενός «δίκαιου, απλού και σταθερού φορολογικού συστήματος», το οποίο ήδη έχουμε δει πώς το εννοεί ο ΣΥΡΙΖΑ…

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ «ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 «Επιδιώκουμε την ουσιαστικοποίηση των θεσμών της έμμεσης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας […] (βασική αρχή της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ είναι) ο βαθύς εκδημοκρατισμός της σημερινής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας»7.
Η «δημοκρατική αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος» προτάσσεται από το ΣΥΡΙΖΑ στο κυβερνητικό πρόγραμμά του ως το πρώτο και σημαντικότερο συστατικό στοιχείο της θεσμικής ανασυγκρότησης του κράτους. Το παραπάνω απόσπασμα μας ωθεί να θέσουμε το εξής ερώτημα: Ποια είναι η ουσία των θεσμών της αστικής «έμμεσης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας» που έχει απολεσθεί και την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ υπόσχεται να «ουσιαστικοποιήσει»; Ή –με εξίσου… ωραία ΣΥΡΙΖΑϊκά ελληνικά– πώς «εκδημοκρατίζεται» η αστική δημοκρατία;
Όταν ακούει κανείς για δημοκρατία βάζει αμέσως στο νου του διαδικασίες όπως εκλογές και δημοψηφίσματα και θεσμούς όπως κοινοβούλιο και δημοτικά συμβούλια. Όλα τα παραπάνω βασίζονται σε δύο αποδοχές, στο ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στο νόμο (ισονομία) και στο ότι ο ίδιος ο λαός αποφασίζει –κυρίως μέσω της ψήφου του– για τη ζωή του («λαϊκή κυριαρχία»).
Με βάση τα παραπάνω πρέπει, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε τι αντίκρισμα έχουν αυτές οι αποδοχές στις ζωές των εργαζομένων. Ταυτόχρονα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι μπορεί να σημαίνει η ενίσχυση αυτών των χαρακτηριστικών στη λειτουργία της αστικής κοινωνίας, αφού αυτή ακριβώς η ενίσχυση αποτελεί κατά το ΣΥΡΙΖΑ –και πολλά ακόμα αστικά κόμματα- το περιεχόμενο της «ουσιαστικοποίησης» και του «εκδημοκρατισμού» της δημοκρατίας.
Ας ξεκινήσουμε από τη λεγόμενη ισονομία. Το άρθρο 4 του Συντάγματος αναφέρει: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Πρόκειται για μια αρχή η οποία περιλαμβάνεται ρητά σε όλα σχεδόν τα αστικά συντάγματα, που βασίζονται στην τυπική ισότητα έναντι του νόμου.8 Το παραπάνω αποτελεί άλλωστε και σημαντικό στοιχείο προόδου απέναντι στους προκαπιταλιστικούς πολιτικούς και νομικούς θεσμούς που θεμελίωναν νομικά την κοινωνική και πολιτική ανισοτιμία μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων, ενώ πρακτικά η εξουσία των πρώτων πάνω στη ζωή των δεύτερων δε γνώριζε σχεδόν κανένα νομικό ή άλλου είδους περιορισμό. Για παράδειγμα, στη δουλοκτητική κοινωνία οι δουλοκτήτες είχαν το δικαίωμα να έχουν άλλους ανθρώπους για δούλους, καθώς και να τους συμπεριφέρονται όπως αυτοί ήθελαν (να τους βρίζουν, να τους χτυπάνε, να τους πουλάνε κλπ.). Στη φεουδαρχική κοινωνία υπήρχε ένα ολόκληρο ιεραρχικό σύστημα προνομίων της άρχουσας τάξης στη βάση της ιδιοκτησίας της γης. Αντίθετα, ο καπιταλισμός εξάλειψε ή τείνει να εξαλείψει όλα αυτά τα φαινόμενα και οι αστικές επαναστάσεις έγραψαν στη σημαία τους τη λέξη «ισονομία». Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο τίτλος του έργου που περιλαμβάνει στην πιο καθαρή και συστηματική μορφή τις ιδέες της αστικής τάξης της Ελλάδας και της επερχόμενης ελληνικής Επανάστασης του 1821 είχε την ονομασία «Ελληνική Νομαρχία»9 (δηλαδή Αρχή, εξουσία του Νόμου).
 Η ισονομία, ωστόσο, δεν αλλάζει τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα του καπιταλισμού ο οποίος, όπως ακριβώς και οι προηγούμενες ταξικές κοινωνίες, έχει τη βάση του στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κατ’ επέκταση στην απόσπαση απλήρωτης εργασίας. Απλώς καθιστά αυτήν την απόσπαση πιο δυσδιάκριτη στα μάτια των εκμεταλλευόμενων συγκριτικά με άλλους τρόπους παραγωγής όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δε βασιζόταν μόνο στην οικονομική βία, αλλά και στην εξωοικονομική (φυσική) βία και τους εξαναγκασμούς κάθε είδους. Όπως σημείωνε ο Μαρξ: «Οι οικονομικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, λ.χ., η δουλοκτητική κοινωνία και η κοινωνία της μισθωτής εργασίας, διαφέρουν μεταξύ τους μόνο στη μορφή με την οποία αποσπάται από τον άμεσο παραγωγό, από τον εργάτη, αυτή η υπερεργασία»10.
Έτσι, ενώ οι προκαπιταλιστικές και η καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης έχουν ως κοινό στοιχείο το γεγονός ότι βασίζονται στην ουσιαστική ταξική ανισότητα, ταυτόχρονα διαφέρουν κατά το ότι οι πρώτες λαμβάνουν χώρα σε συνθήκες τυπικής ανισότητας, ενώ η δεύτερη σε συνθήκες τυπικής ισότητας. Ο καπιταλισμός άλλωστε έχει ως ιστορική προϋπόθεση τη δημιουργία του διπλά ελεύθερου εργάτη, ελεύθερου τόσο από μέσα παραγωγής όσο και από τον εξωοικονομικό καταναγκασμό πρόσδεσης σε ένα συγκεκριμένο αφεντικό. Προϋποθέτει δηλαδή την εμφάνιση του νομικά ελεύθερου εργάτη, που συνάπτει με τον καπιταλιστή συμβόλαιο (σύμβαση) εργασίας.
Αυτή η τυπική ισότητα δεν αποτελεί κάποιο προπαγανδιστικό τρικ για να προσδίδεται επίφαση ισότητας σε μια καθαυτό εκμεταλλευτική κοινωνία, παρόλο που αντικειμενικά διευκολύνει την απόκρυψη του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η τυπική ισότητα μεταξύ των μελών της κοινωνίας αποτελεί αντανάκλαση της αξιακής ισότητας των εμπορευμάτων, της γενικής ανταλλαγής ισοδυνάμων, αποτελεί αντανάκλαση των φαινομένων της καπιταλιστικής οικονομίας (και συγκεκριμένα της καπιταλιστικής κυκλοφορίας11) στο πολιτικό και νομικό εποικοδόμημα της κοινωνίας. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αστική δημοκρατία αποτελεί τη εκείνη μορφή οργάνωσης της αστικής εξουσίας που προσιδιάζει στην καπιταλιστική οικονομία12 και τις αντιλήψεις που αυτή τροφοδοτεί.
Το πρόβλημα φυσικά με την ισότητα αυτή είναι ακριβώς το γεγονός ότι είναι τυπική και όχι ουσιαστική. Είναι ισότητα στο έδαφος της κραυγαλέας οικονομικής ανισότητας.13 Στη συνέχεια του άρθρου αυτό θα φανεί καλύτερα, ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η ισότητα είναι «κενό πουκάμισο», ακόμα και στην καθαυτό στάση απέναντι στον αστικό νόμο. Η οικονομική ισχύς του καθενός καθορίζει και την ποιότητα της νομικής υποστήριξης που μπορεί να απολαύσει, με αποτέλεσμα οι νομικές διαδικασίες (αγωγές, μηνύσεις κλπ.) εναντίον είτε πλούσιων ανθρώπων είτε μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων να αποφεύγονται από τους εργαζόμενους λόγω της προκαθορισμένης σε μεγάλο βαθμό κατάληξης των δικαστικών διαδικασιών υπέρ των τελευταίων.
Η παραπάνω τυπικότητα έχει αποτελέσει αντικείμενο σαρκασμού από πολλούς. Ο Γάλλος λογοτέχνης Ανατόλ Φρανς –κάτοχος βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1921– σημείωνε: «Φυσικά και είμαστε όλοι ίσοι απέναντι στο νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από γέφυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί. Επίσης, σύμφωνα με ένα γνωστό ρητό: “Δημοκρατία είναι το καθεστώς στο οποίο τέσσερεις λύκοι και ένα πρόβατο ψηφίζουν για το ποιο θα είναι το γεύμα τους”».
Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο χαρακτηριστικό της αστικής δημοκρατίας, αυτό της εκλογής αντιπροσώπων μέσω της μυστικής καθο-
λικής ψηφοφορίας. Η ύπαρξη μάλιστα του γενικού εκλογικού δικαιώματος προβάλλεται στις μέρες μας ως απόδειξη ύπαρξης της λαϊκής κυριαρχίας. Το βράδυ των πρόσφατων εκλογών, ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε: «Αυτή η νίκη είναι νίκη του λαού». Είναι όμως έτσι; Είναι νίκη του λαού ή της αστικής τάξης η εναλλαγή των αστικών κομμάτων στη διακυβέρνηση μέσω της διαδικασίας των γενικών εκλογών; Είναι νίκη του λαού ή της αστικής τάξης η συνεχής προσφυγή στην κάλπη για την
ανανέωση της απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης στην αντιλαϊκή πολιτική;
Καταρχάς, όσα είπαμε προηγουμένως για τον τυπικό χαρακτήρα του αστικού «κράτους δικαίου» ισχύουν στο ακέραιο και για τη διαδικασία των εκλογών. Η ψήφος ενός καπιταλιστή έχει τυπικά ακριβώς το ίδιο βάρος με την ψήφο ενός εργαζόμενου ή άνεργου. Στην πραγματικότητα όμως, η «ψήφος» του πρώτου έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος από την ψήφο του δεύτερου. Για την ακρίβεια, η ψήφος των καπιταλιστών επικαθορίζει κατά κανόνα την ψήφο του λαού, αφού αυτοί έχουν στα χέρια τους την πραγματική εξουσία και όλα τα μέσα για να κατευθύνουν τη λαϊκή ψήφο κατά πού αυτοί θέλουν. Έχουν στα χέρια τους τον κρατικό μηχανισμό, τους μηχανισμούς ιδεολογικής χειραγώγησης (ΜΜΕ, εκπαιδευτικό σύστημα, Εκκλησία κλπ.), τις δυνατότητες οικονομικής εξαγοράς ή εκβιασμού κλπ.
Ακόμα περισσότερο, έχουν με το μέρος τους την ίδια την καθημερινότητα των εκμεταλλευόμενων, η οποία είναι «βουτηγμένη» στις καπιταλιστικές σχέσεις, σε συνεχείς αγοραπωλησίες εμπορευμάτων, σε συνεχείς ανταγωνισμούς. Όπως χαρακτηριστικά σημείωνε και ο Μπρεχτ, η ίδια η οικονομική πραγματικότητα του καπιταλισμού είναι ποτισμένη από ένα ακραίο «πολεμοχαρές πνεύμα», αφού «ολόκληρη τη ζωή μας παλεύουμε για την ύπαρξή μας –ο ένας ενάντια στον άλλο»14. Όλα αυτά συμβάλλουν αντικειμενικά στη διαμόρφωση της αντίληψης των εργαζομένων, οι οποίοι σε μη επαναστατικές συνθήκες επιστρατεύουν κατά κανόνα τα «αστικά γυαλιά» για να ερμηνεύσουν τόσο τις γενικότερες εξελίξεις όσο και τις εξελίξεις που τους αφορούν πιο άμεσα. Αυτό άλλωστε αναδείκνυαν και οι Μαρξ και Ένγκελς αναφέροντας ότι: «Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη»15. Η κυριαρχία λοιπόν των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, ο εκμεταλλευτικός τους χαρακτήρας αποτελεί τη βαθύτερη πηγή της κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας.
Έτσι, η κήρυξη και μόνο των εκλογών σημαίνει ότι η αστική τάξη έχει εξασφαλισμένη την ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της επί του εκμεταλλευόμενου λαού. Η απειλή και μόνο διάρρηξης αυτής της κυριαρχίας θα έσπρωχνε άλλωστε την αστική τάξη και το κράτος της στην αξιοποίηση άλλων μέσων –και όχι πια των εκλογών– για την καθυπόταξη του λαού. Η προκήρυξη και μόνο εκλογών εκφράζει τη βεβαιότητα της αστικής τάξης ότι το εκλογικό αποτέλεσμα θα κινηθεί κατά συντριπτική πιθανότητα λίγο-πολύ μέσα στο πλαίσιο των δικών της επιλογών.
Η αστική τάξη έχει εξασφαλίσει πολλά πριν ακόμα ανοίξουν οι κάλπες, ξεκινάει δηλαδή με «γκολ από τ’ αποδυτήρια». Ο Ένγκελς σημείωνε χαρακτηριστικά:
«Η ιδιοκτήτρια τάξη κυριαρχεί άμεσα μέσω του γενικού δικαιώματος ψήφου. Όσο η καταπιεζόμενη τάξη, δηλαδή στην περίπτωσή μας το προλεταριάτο, δεν είναι ακόμα ώριμο για την αυτοαπελευθέρωσή του, θα αναγνωρίζει στην πλειοψηφία του το κοινωνικό καθεστώς που υπάρχει σαν το μόνο δυνατό και πολιτικά θα είναι ουρά της τάξης των καπιταλιστών […] Το γενικό δικαίωμα ψήφου είναι έτσι ο δείκτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι και δε θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος»16.
Με αυτήν την έννοια ο πραγματικός συσχετισμός δυνάμεων θα είναι σε μη επαναστατικές συνθήκες πάντα αρνητικός για την εργατική τάξη και το Κόμμα της, θα είναι πάντα θετικός για την αστική τάξη και τα αστικά και οπορτουνιστικά κόμματα. Το ΚΚΕ δεν έχει καμία αυταπάτη ότι μπορεί σε αυτές τις συνθήκες να κυριαρχήσει η επαναστατική συνείδηση. Ξέρει πολύ καλά επίσης ότι η κυριαρχία της κομμουνιστικής συνείδησης έχει ως προϋπόθεση αναπτυγμένες κομμουνιστικές σχέσεις  παραγωγής. Ξέρει όμως και ότι ουσιαστικά ρήγματα στην αστική κυριαρχία μπορούν να ανοίξουν μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, σε συνθήκες δηλαδή που η αστική εξουσία κλονίζεται ως απόρροια της όξυνσης των εσωτερικών της αντιφάσεων, αλλά και των αντιφάσεων σε ένα ευρύτερο μέρος καπιταλιστικών κρατών. Ξέρει ότι, όταν επέλθει αυτή η αλλαγή, δεν μπορεί να εκφραστεί στις εκλογές για το αστικό κοινοβούλιο, αλλά σε συνθήκες εμφανούς αποδυνάμωσης του αστικού κράτους και των αστικών θεσμών, μεταξύ των οποίων του κοινοβουλίου, των κυβερνήσεων, αλλά και του ίδιου του θεσμού των εκλογών.
Φυσικά, το γεγονός ότι σε μη επαναστατικές συνθήκες παραμένει η πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης, ότι είναι αρνητικός ο συσχετισμός δύναμης για το επαναστατικό κόμμα, δε σημαίνει ότι αυτός ο συσχετισμός είναι και αμετάβλητος. Γι’ αυτό το ΚΚΕ παλεύει μέσα σε αυτές τις συνθήκες και αξιοποιεί όλα τα προσφερόμενα μέσα –συμπεριλαμβανομένης της όποιας επιλογής συμμετοχής σε αστικές εκλογές– προς όφελος της βελτίωσης αυτού του συσχετισμού και της παρεμπόδισης των αστικών επιδιώξεων, προς όφελος της διεύρυνσης της εργατικής, λαϊκής αντικαπιταλιστικής πρωτοπορίας και της συγκέντρωσης δυνάμεων, προς όφελος της ανάδειξης της δυνατότητας και αναγκαιότητας της κομμουνιστικής οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας.
Όσον αφορά, τέλος, την κυβερνητική εναλλαγή μέσω των εκλογών, πρόκειται για ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο χειραγώγησης του λαού και αξιοποίησης της λαϊκής δυσαρέσκειας προς όφελος της σταθεροποίησης και ενίσχυσης της αστικής εξουσίας. Όπως σημείωνε ο Μαρξ σχολιάζοντας τις κοινοβουλευτικές διεργασίες της εποχής του: «Η ολιγαρχία δε διαιωνίζεται διατηρώντας την εξουσία συνεχώς στο ίδιο χέρι, αλλά με το να αφήνει την εξουσία να περνά από το ένα χέρι στο άλλο»17, ενώ αλλού χαρακτήριζε το γενικό εκλογικό δικαίωμα στον καπιταλισμό ως μέσο για να «αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη Βουλή»18. Το ίδιο περιεχόμενο έχει και η διατύπωση του Ρώσου μεγιστάνα Μπορίς Μπερεζόφσκι πριν μερικά χρόνια: «Η δημοκρατία της ολιγαρχίας είναι αυτή που επιτρέπει στο κεφάλαιο να μισθώνει την εξουσία. Η μορφή αυτού του μισθώματος λέγεται “εκλογές”».
Αυτή είναι η ισχύς του αστικού πολυκομματισμού, του λεγόμενου πλουραλισμού και της λεγόμενης πολυφωνίας. Το συνεχές «ανακάτεμα της τράπουλας» μεταξύ των κομμάτων και των προσώπων που αποδέχονται να υπηρετήσουν το καπιταλιστικό σύστημα, η αξιοποίηση των όποιων διαφορών –είτε σε επίπεδο ιδεολογικών αναφορών είτε σε επίπεδο αστικής διαχείρισης– αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της σταθερότητας της αστικής εξουσίας.19
Από τα παραπάνω γίνεται καθαρό ότι η δημοκρατία αποτελεί μία από τις μορφές της ταξικής πολιτικής εξουσίας, είναι δημοκρατία για λίγους. Ακριβώς όπως η αρχαία δουλοκτητική δημοκρατία στις ελληνικές πόλεις-κράτη ήταν μορφή πολιτικής οργάνωσης της κυριαρχίας των δουλοκτητών επί των δούλων, έτσι και η αστική δημοκρατία αποτελεί μορφή πολιτικής οργάνωσης της κυριαρχίας της αστικής τάξης επί της εργατικής. Η δημοκρατία μπορεί λοιπόν να υπάρχει ή να μην υπάρχει στο εσωτερικό της κυρίαρχης τάξης20, αλλά ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία που να ασκείται απ’ όλες και προς όφελος όλων των τάξεων.
Το παραπάνω συμπέρασμα αποδεικνύεται ιστορικά και από το γεγονός ότι η αστική τάξη εγκαταλείπει τη δημοκρατική μορφή οργάνωσης της εξουσίας της όταν αυτό επιτάσσουν οι οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες επιδίωξης της κερδοφορίας της. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1930, όταν π.χ. στη Γερμανία ο Χίτλερ ανήλθε με την ανοιχτή στήριξη της γερμανικής αστικής τάξης στη διακυβέρνηση (Γενάρης 1933) με καθ’ όλα νόμιμο τρόπο ή όταν στην Ελλάδα η κυβέρνηση του δικτάτορα Μεταξά πήρε (το 1936) στο κοινοβούλιο ψήφο εμπιστοσύνης απ’ όλα τα αστικά κόμματα.
Ακόμα όμως και στο πλαίσιο της δημοκρατικής μορφής της δικτατορίας του κεφαλαίου, τα όρια της «δημοκρατικότητας» καθορίζονται από τις ίδιες συνθήκες της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Οι δυσκολίες αυτής της συσσώρευσης είναι άλλωστε που έχουν κάνει πραγματικά «λάστιχο» στην Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης όλους τους θεσμούς της αστικής δημοκρατίας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα τελευταία χρόνια η επέκταση απ’ όλες τις κυβερνήσεις της αξιοποίησης των προεδρικών διαταγμάτων ως υποκατάστατων της κοινοβουλευτικής νομοθετικής δραστηριότητας, η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, οι συνοπτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες, η κατ’ επιλογή συζήτηση προτάσεων νόμου (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την άρνηση από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ της συζήτησης της πρότασης νόμου του ΚΚΕ για την κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων) κλπ.
Τα παραπάνω όρια που θέτει στην –αστικώς εννοούμενη– «δημοκρατικότητα» η εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου εκφράζονται και στο εσωτερικό των αστικών κομμάτων. Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι η πιο χαρακτηριστική, αφού η θεωρητικά διακηρυγμένη πολυτασικότητα και εσωκομματική δημοκρατία πήγε περίπατο όταν αυτό απαίτησε η λήψη σκληρών αντιλαϊκών μέτρων προς όφελος του κεφαλαίου. Τόσο οι κινήσεις του Τσίπρα, ο οποίος –πέρα από τις σχετικές μηχανορραφίες για τη διαμόρφωση των εσωκομματικών συσχετισμών– έγραφε «στα παλιά του τα παπούτσια» όσες αποφάσεις των οργάνων του κόμματος δεν τον βόλευαν, όσο και οι δηλώσεις του Ν. Παππά ότι «δεν επιτρέπεται σε κανέναν να είναι “κόμμα μέσα στο κόμμα”»21 αναδεικνύουν την υποκρισία περί πολυτασικότητας που παραδοσιακά κυριαρχεί στο οπορτουνιστικό ρεύμα (στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ παλιότερα, στο ΣΥΡΙΖΑ στη συνέχεια, στη ΛΑΕ σήμερα).
Ένα άλλο μέσο με το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει την απόκρυψη του ταξικού χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας είναι αυτό της αντιπαράθεσής της στο νεοφιλελευθερισμό. Σημειώνει στο κυβερνητικό του πρόγραμμα: «…η κυβέρνηση της Αριστεράς αποτελεί εγγύηση δημοκρατίας. Κρίσιμο οχυρό στο μακρόχρονο αγώνα εναντίον του νεοφιλελευθερισμού που προωθείται από το άρχον σύστημα σε Ελλάδα και Ευρώπη […] Όπως ο νεοφιλελευθερισμός κατέκτησε τον κόσμο μέσα από διαρκείς αναδιαρθρώσεις και τομές που κράτησαν τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες, έτσι και ο στρατηγικός στόχος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η οικονομία των αναγκών που είναι σύστοιχη με τη διεύρυνση και εμβάθυνση της άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας σε όλα τα δυνατά πεδία, χρειάζεται χρόνο, επιμονή και επιμονή για να κερδίσει έδαφος στην υπαρκτή Ευρώπη της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού μέσα σ’ έναν κόσμο που κυριαρχείται από τη λογική της παραγωγής για την ανταλλαγή και το κέρδος».
Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν προβάλλει τη δημοκρατία ως το βαρύ πυροβολικό απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος υποτίθεται ότι απειλεί τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους και των θεσμών του, αποτελώντας στην ουσία μια παρέκκλιση από τη δημοκρατία. Αυτήν την παρέκκλιση προπαγανδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι θα αναιρέσει επαναπροσδίδοντας τη δημοκρατικότητα στους αστικούς θεσμούς και το αστικό κράτος, διαδικασία που την αποκαλεί «δημοκρατικό μετασχηματισμό μέσα και έξω από τους θεσμούς».
Μέσω της αντιδιαστολής της με το νεοφιλελευθερισμό, το παραπάνω δίπολο ταυτίζει στην ουσία τη δημοκρατία με τη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση του καπιταλισμού, την πιο εκτεταμένη παρέμβαση του αστικού κράτους στην οικονομία. Ωστόσο, όπως έχει αποδειχτεί και ιστορικά, καμία τέτοια απόλυτη αντιπαράθεση δεν μπορεί να σταθεί μεταξύ νεοφιλελεύθερης και σοσιαλδημοκρατικής αστικής διαχείρισης. Κάθε αστική κυβέρνηση –ανεξαρτήτως ιδεολογικών αναφορών– κινείται μέσα σε πλαίσια που καθορίζονται από τα αντικειμενικά δεδομένα της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε κάθε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο.
Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται ιστορικά τόσο από τις εκτεταμένες κρατικοποιήσεις στις οποίες πρωτοστάτησαν μεταπολεμικά στην Ευρώπη κόμματα φιλελεύθερων ιδεολογικών αναφορών όσο και από τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες πρωτοστάτησαν σε πιο ύστερη φάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης κόμματα σοσιαλδημοκρατικών ιδεολογικών αναφορών. Ενδεικτικές είναι στη χώρα μας από τη μία οι κρατικοποιήσεις στις οποίες προχώρησε τη δεκαετία του 1970 η κυβέρνηση της ΝΔ που είχαν πάρει τέτοια έκταση ώστε να κατηγορηθεί ο Καραμανλής για …σοσιαλμανία και από την άλλη οι εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις στις οποίες προχώρησε το ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1990.
Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ασκεί άλλωστε έμπρακτη κριτική στην παραπάνω διάκριση νεοφιλελευθερισμού – σοσιαλδημοκρατίας, προχωρώντας σε εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων, αυξήσεις ορίων ηλικίας και πολλά άλλα, τα οποία ως σύνολο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ακραιφνής νεοφιλελεύθερη πολιτική».
Η αντίληψη περί «αντιδημοκρατικής παρέκκλισης» του κράτους και των θεσμών του τους μετατρέπει από θύτες των λαϊκών δικαιωμάτων σε θύματα που χρειάζονται εξυγίανση και διάσωση. Η «δημοκρατική αναγέννηση» που προπαγανδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι άλλη από την αναγέννηση της πίστης των λαϊκών στρωμάτων στο αστικό κράτος και τους θεσμούς του. Η αντίληψη αυτή αποκρύπτει ότι η ίδια η αστική δημοκρατία πρέπει να μπει στο στόχαστρο του εργατικού κινήματος (μαζί φυσικά και με όλες τις άλλες μορφές της δικτατορίας του κεφαλαίου), ότι η ίδια η «δημοκρατική λειτουργία» του αστικού κράτους και των θεσμών του είναι αυτή πάνω στην οποία βασίζεται η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Το εργατικό κίνημα, σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω, πρέπει να συγκεντρώσει δυνάμεις για την ανατροπή του αστικού κράτους και όχι για την εξυγίανσή του.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική, τέλος, για την αντίληψη περί δημοκρατίας του ΣΥΡΙΖΑ και όλων των υπόλοιπων αστικών κομμάτων είναι ότι πριν λίγες μέρες ο πρόεδρός του διαφήμιζε στις ΗΠΑ τις καπιταλιστικές επενδύσεις και αναδιαρθρώσεις, καθώς και την κοινωνική συνοχή ως μέσα …κατάκτησης της δημοκρατίας: «Χρειαζόμαστε επενδύσεις για να επιστρέψουμε στις μεταρρυθμίσεις και να δημιουργηθεί κοινωνική συνοχή. Ώστε η δημοκρατία να γυρίσει στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας και γιατί η δημοκρατία είναι το πιο σημαντικό αγαθό που έχουμε δώσει στην παγκόσμια κοινότητα».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ

 «Ο ΣΥΡΙΖΑ προγραμματίζει πρόσθετες αλλαγές και μετασχηματισμούς που αποσκοπούν στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα ακόλουθα: Συνταγματική αναθεώρηση…»22.
Η συνταγματική αναθεώρηση προβάλλεται από το ΣΥΡΙΖΑ ως το πρώτο και σημαντικότερο μέσο «εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος». Την ίδια στιγμή, η αναγκαιότητά της υιοθετείται απ’ όλα τα αστικά κόμματα ως βασικό όπλο καταπολέμησης των «παθογενειών» του ελληνικού πολιτικού συστήματος.
Το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δε δίνει αναλυτικές διευκρινήσεις για το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Τα μόνα συγκεκριμένα στοιχεία που αναφέρει είναι η συνταγματική καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιο εκλογικό σύστημα όλων των αναμετρήσεων, η κατάργηση του εκλογικού ορίου του 3% για την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση ενός κόμματος και η συνταγματική καθιέρωση των θεσμών της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, της λαϊκής αρνησικυρίας και των δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία των πολιτών.
Καταρχάς, όσον αφορά την καθιέρωση της απλής αναλογικής αξίζει να σημειώσουμε ότι ένας από τους λόγους που μετατράπηκε ο ΣΥΡΙΖΑ από συμμαχία κομμάτων σε ενιαίο κόμμα ήταν ακριβώς η προοπτική της ανάδειξής του σε πρώτο εκλογικό σχηματισμό στις εκλογές του 2012 και η επιδίωξη αξιοποίησης του μπόνους των 50 εδρών. Φυσικά, η βασική αιτία αυτής της μετατροπής ήταν οι ανάγκες που απέρρεαν από το ενδεχόμενο μετατροπής του σε κόμμα κυβερνητικής διαχείρισης του καπιταλισμού, ωστόσο το γεγονός ότι μόλις το Μάη του 2012 υπέβαλε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου ιδρυτική δήλωση ως ενιαίο κόμμα (πρώτη φορά συμμετείχε ως ενιαίο κόμμα στις εκλογές του Ιούνη του 2012) για να ακολουθήσει ένα χρόνο αργότερα το 1ο Συνέδριό του, δείχνει τις προθέσεις του.23
Ωστόσο, το ειλικρινές ή μη των προθέσεων και η καιροσκοπική διατύπωση θέσεων στην οποία μας έχει συνηθίσει ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούν την ουσία της απάντησης στο ζήτημα της επίδρασης στις ζωές των εργαζομένων μιας πιθανής συνταγματικής αναθεώρησης. Η ουσία της απάντησης μπορεί να αναδειχτεί μέσα από ένα βασικό ερώτημα: Τι μπορεί και τι δεν μπορεί να αλλάξει στο Σύνταγμα μέσω της οποιασδήποτε συνταγματικής αναθεώρησης;
Το αστικό Σύνταγμα, ο θεμελιώδης νόμος κάθε καπιταλιστικού κράτους, ο «νόμος των νόμων» όπως το χαρακτήριζε ο Μαρξ, προσδιορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, τον τρόπο και τα όργανα άσκησης της αστικής εξουσίας και τις γενικές αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται το νομικό και πολιτικό σύστημα. Μιλώντας με μαρξιστικούς όρους, μπορούμε να πούμε ότι καθορίζει τους θεμελιώδεις άξονες πάνω στους οποίους βασίζεται το νομικό, πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα κάθε ξεχωριστού καπιταλιστικού κράτους.24
Για να μπορεί, ωστόσο, το Σύνταγμα να προσδιορίζει τις βασικές πλευρές του αστικού εποικοδομήματος, πρέπει να κατοχυρώνει την οικονομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται αυτό το εποικοδόμημα. Αυτή η οικονομική βάση δεν είναι άλλη από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η εξασφάλιση της οποίας αποτελεί τον πυρήνα όλων των αστικών συνταγμάτων. Όλα τα Συντάγματα του ελληνικού κράτους, από το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού αστικού κράτους με την ονομασία «Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος» –το οποίο ψηφίστηκε από την Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1.1.1822– μέχρι και το τελευταίο αναθεωρημένο Σύνταγμα του 2008, έχουν ως πυρήνα τους αυτήν ακριβώς την εξασφάλιση της ιδιοκτησίας.
Έτσι, το πρώτο Σύνταγμα καθόριζε (άρθρο ζ) ότι «η ιδιοκτησία, τιμή και ασφάλεια εκάστου των Ελλήνων είναι υπό την προστασίαν των Νόμων», ενώ το ισχύον σύνταγμα καθορίζει (άρθρο 17) ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασίαν του Κράτους». Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η διατύπωση είναι σχεδόν η ίδια, το περιεχόμενο της έννοιας «ιδιοκτησία» έχει τροποποιηθεί κατά τους δύο περίπου αιώνες που έχουν μεσολαβήσει. Στην πρώτη περίπτωση, η ιδιοκτησία ήταν σε μεγάλο βαθμό κυριολεκτικά «ατομική», αφού αναφερόταν στην ιδιοκτησία πολυπληθών αυτοαπασχολούμενων μικροϊδιοκτητών της πόλης και του χωριού. Αντίθετα, στο ισχύον Σύνταγμα η ιδιοκτησία αναφέρεται καταρχάς στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν περιλαμβάνει και τη μικρή ατομική ιδιοκτησία, η οποία άλλωστε αποτελεί και τη βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας.
Αυτή η κατοχύρωση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής επικαθορίζει τα όρια και τον τυπικό χαρακτήρα όλων των υπόλοιπων άρθρων του Συντάγματος, τόσο του ισχύοντος όσο και οποιουδήποτε μελλοντικού αναθεωρημένου. Για παράδειγμα, τα σημερινά ποσοστά της ανεργίας στην Ελλάδα αναδεικνύουν έμπρακτα τι νόημα μπορεί να έχει στον καπιταλισμό η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην εργασία (άρθρο 22). Ο αριθμός των επιστρατεύσεων απεργών και της κήρυξης μιας απεργίας ως «παράνομης και καταχρηστικής» αναδεικνύει έμπρακτα τι νόημα μπορεί να έχει η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος στην απεργία (άρθρο 23). Ο έλεγχος των λεγόμενων Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης από τους καπιταλιστές και τα οικονομικά όρια που αντικειμενικά τίθενται στην «παραγωγή είδησης» από τη σκοπιά των συμφερόντων των ίδιων των εργαζομένων αναδεικνύουν έμπρακτα τι νόημα μπορεί να έχει η συνταγματική κατοχύρωση της ελεύθερης διάδοσης των ιδεών και του στοχασμού μέσω του Τύπου (άρθρο 14). Η εξάρτηση της επιστημονικής έρευνας από τη χρηματοδότηση και τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων αναδεικνύει έμπρακτα τι νόημα μπορεί να έχει η συνταγματική εξασφάλιση της ελευθερίας της έρευνας (άρθρο 16) κλπ. Επίσης ισχύει στο ακέραιο και στις μέρες μας αυτό που σημείωνε ο Λένιν: «Δεν υπάρχει κανένα κράτος, έστω και το πιο δημοκρατικό, που να μην έχει στο Σύνταγμά του παραθυράκια κι επιφυλάξεις που εξασφαλίζουν στην αστική τάξη τη δυνατότητα να κινητοποιεί στρατεύματα ενάντια στους εργάτες, να κηρύσσει το στρατιωτικό νόμο κλπ. “σε περίπτωση διατάραξης της τάξης”, στην πραγματικότητα σε περίπτωση που η τάξη που υφίσταται την εκμετάλλευση “παραβιάζει” το καθεστώς της σκλαβιάς της και κάνει προσπάθειες να φέρεται όχι δουλικά»25.
Ο ΣΥΡΙΖΑ –όπως και όλα τα υπόλοιπα αστικά κόμματα– έχει αποδείξει τόσο έμπρακτα όσο και μέσα από τις διακηρύξεις του ότι έχει θέσει τον εαυτό του στην υπηρεσία της διαχείρισης της καπιταλιστικής οικονομίας, που περιλαμβάνει τον καπιταλιστικό ιδιωτικό, καθώς και τον καπιταλιστικό κρατικό τομέα. Αυτό ξεκαθαρίζεται άλλωστε ρητά στο κυβερνητικό του πρόγραμμα, στο οποίο προσδιορίζεται ότι το νέο παραγωγικό - αναπτυξιακό πρότυπο «…εδράζεται σε ένα πλουραλιστικό οικονομικό σύστημα που το συναπαρτίζουν ένας αναδιαρθρωμένος δημόσιος τομέας, ένας ιδιωτικός τομέας…» και «…ένας νέος, εύρωστος τομέας κοινωνικής οικονομίας…».
Ποιοι μπορεί να είναι λοιπόν οι σκοποί της πολυδιαφημιζόμενης –όχι μόνο από το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απ’ όλα τα αστικά κόμματα– ανάγκης συνταγματικής αναθεώρησης; Πέρα από την εξυπηρέτηση ιδιαίτερων κάθε φορά προπαγανδιστικών σκοπών, αυτές οι αναφορές και η αντίστοιχη συζήτηση εκφράζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού κάθε φορά του νομικού και πολιτικού εποικοδομήματος της κάθε καπιταλιστικής χώρας, έτσι ώστε με μεγαλύτερη επάρκεια κάθε φορά να υπηρετεί την εξυπηρέτηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Όλες οι συζητήσεις γύρω από το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης (συμπεριλαμβανομένων των πιο συγκεκριμένων αναφορών του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά) εστιάζουν γύρω από δύο ζητήματα: Την καλύτερη θωράκιση του πολιτικού συστήματος από φαινόμενα διαφθοράς (στην οποία θα αναφερθούμε στη συνέχεια) και την αύξηση της σταθερότητας του αστικού πολιτικού συστήματος.
Αυτό το τελευταίο μπορεί να περιλαμβάνει, για παράδειγμα, τροποποιήσεις που μπορεί να περιορίζουν τις δυνατότητες αξιοποίησης θεσμικών γεγονότων (π.χ., την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας) προς όφελος της προκήρυξης εκλογών και της εξυπηρέτησης κομματικών επιδιώξεων των αστικών κομμάτων. Μπορεί επίσης να περιλαμβάνει μείωση του αριθμού των βουλευτών, έτσι ώστε να μειωθούν οι χρονοβόρες διαδικασίες και η αντιπαράθεση εντός του Κοινοβουλίου προς όφελος της ταχύτητας περάσματος της αντιλαϊκής πολιτικής. Μια τέτοια αναθεώρηση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει διατάξεις προς όφελος της σταθερότητας των στελεχών του κρατικού μηχανισμού κατά την εναλλαγή των διάφορων αστικών κυβερνήσεων (έχουν ακουστεί, π.χ., ιδέες για θεσμοθέτηση μόνιμων υπηρεσιακών υφυπουργών με 5ετή θητεία, για κατάργηση των γενικών γραμματέων των υπουργείων και αναβάθμιση του ρόλου των γενικών διευθυντών κλπ.). Τέλος, τέτοιες αναθεωρήσεις μπορούν να περιλαμβάνουν και πιο άμεσα οικονομικά μέτρα διευκόλυνσης της δράσης του κεφαλαίου, όπως, για παράδειγμα, την αναθεώρηση του άρθρου 16 που απαγορεύει την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Σε κάθε περίπτωση, στο έδαφος του καπιταλισμού η κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος υπηρετεί το στόχο της βελτίωσης της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής επάρκειας του αστικού κράτους να δρα προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΣΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 «Εισαγωγή και συνταγματική καθιέρωση των θεσμών: Της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, της λαϊκής αρνησικυρίας και των δημοψηφισμάτων με πρωτοβουλία των πολιτών. Κεντρικός στόχος είναι η εισαγωγή των ώριμων πλέον θεσμών άμεσης δημοκρατίας στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η θέσπιση της σύμπραξης των κοινωνικών κινημάτων και των λαϊκών πρωτοβουλιών βάσης στη νομοθετική λειτουργία»26.
Η εισαγωγή των παραπάνω θεσμών άμεσης δημοκρατίας –είτε μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης είτε μέσω σχετικής κοινοβουλευτικής νομοθετικής πρωτοβουλίας– προβάλλεται ως βασικό συστατικό στοιχείο του «εκδημοκρατισμού της δημοκρατίας»27. Μήπως λοιπόν η αστική δημοκρατία πάσχει από υπερβολική «εμμεσότητα», από υπερβολική διαμεσολάβηση στη διαχείριση των κοινών υποθέσεων (από θεσμούς και πρόσωπα κάθε είδους, δημάρχους, πολιτικούς, κοινοβούλια, κυβερνήσεις); Μήπως η άρση αυτής της διαμεσολάβησης και η ενίσχυση της άμεσης έκφρασης της λαϊκής βούλησης για μια σειρά ζητήματα (π.χ., μέσω δημοψηφισμάτων ή άλλων θεσμών σαν αυτούς που αναφέρονται παραπάνω) μπορεί να εξυγιάνει την αστική δημοκρατία κάνοντάς την να λειτουργήσει προς όφελος του λαού;
Τα παραπάνω ερωτήματα θα μπορούσαν να τεθούν και στις πρόσφατες συζητήσεις του Τσίπρα με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης των ΗΠΑ, η οποία άλλωστε αποτελεί τον παγκόσμιο περιφρουρητή της αστικής δημοκρατίας και μία από τις κοιτίδες των αστικών αμεσοδημοκρατικών θεσμών, ενώ, όπως σημείωσε και ο Α. Τσίπρας, έχει έτσι κι αλλιώς πολύ «ευήκοα ώτα» προς την κυβέρνησή του. Αυτός ο βασικός σύμμαχος της «κυβέρνησης της Αριστεράς» θα μπορούσε να προσφέρει στο ΣΥΡΙΖΑ πολύ σημαντική τεχνογνωσία γύρω από τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας, αφού οι ΗΠΑ αποτελούν μαζί με την Ελβετία τα δύο καπιταλιστικά κράτη στα οποία αυτοί οι θεσμοί έχουν πάρει τη μεγαλύτερη έκταση.28 Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να αξιοποιήσει το ταξίδι του στις ΗΠΑ για να συμβουλευτεί και ένα γνωστό στους Έλληνες «αντιεξουσιαστή», τον Γ. Παπανδρέου, που έχει αποδείξει έμπρακτα ότι αποτελεί τον πιο αποφασιστικό και συνεπή υπερασπιστή της «άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας». Ας θέσουμε όμως κάποια ερωτήματα που θα μας διευκολύνουν να αναδείξουμε την ουσία αυτών των θεσμών και τις επιδιώξεις που υπηρετούν:
Καταρχάς, τι μπορεί να νοείται σήμερα ως άμεση δημοκρατία; Τυπικά στην άμεση δημοκρατία «η εξουσία εδράζεται στη συνέλευση όλων των πολιτών που συμμετέχουν σε αυτήν», ενώ «αναλόγως με το σύστημα που ισχύει κάθε φορά, η συνέλευση μπορεί να έχει εκτελεστικές εξουσίες, νομοθετικές αρμοδιότητες, να ορίζει και να απολύει αξιωματούχους, καθώς και να δικάζει».29 Σήμερα, δεν υπάρχει –και δεν μπορεί να υπάρξει– κανένα καπιταλιστικό κράτος που να βασίζεται στη γενικευμένη άμεση άσκηση εξουσίας από ολόκληρη την κοινωνία ή ένα μέρος της. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το περιεχόμενο που προσδίδεται στον όρο είναι αρκετά θολό, ανάλογα με τη συγκυρία και τον εκφραστή του, συνήθως υπονοεί την εισαγωγή κάποιων «αμεσοδημοκρατικών μέτρων» (π.χ., δημοψηφίσματα για συγκεκριμένα ζητήματα και νομοθετική πρωτοβουλία με συλλογή υπογραφών) στο πλαίσιο της έμμεσης αντιπροσωπευτικής αστικής δημοκρατίας. Με αυτήν την έννοια, σήμερα η έννοια της άμεσης δημοκρατίας είναι αντικειμενικά πολύ κοντά σε αυτήν της συμμετοχικής δημοκρατίας.
Ποιοι θα αποφασίζουν με άμεσο τρόπο; Μα φυσικά όλοι οι «πολίτες». Όπως και οι θεσμοί της έμμεσης δημοκρατίας, έτσι και οι οποιοιδήποτε θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας βασίζονται στην τυπική ισότητα και στην ουσιαστική ανισότητα όσον αφορά τη δυνατότητα επιρροής. Είτε στις βουλευτικές εκλογές είτε στα δημοψηφίσματα είτε στις «λαϊκές συνελεύσεις» της γειτονιάς, άλλα μέσα επιρροής έχει ο καπιταλιστής, άλλα ο εργαζόμενος ή ο άνεργος. Ό,τι έχουμε σημειώσει λοιπόν μέχρι τώρα για την αστική δημοκρατία γενικά ισχύουν στο ακέραιο και για όλους τους θεσμούς της λεγόμενης άμεσης δημοκρατίας. Με απλά λόγια, το γεγονός ότι στην έμμεση δημοκρατία ο λαός ψηφίζει κατά κανόνα για δημάρχους και βουλευτές ανθρώπους που είτε ανήκουν οι ίδιοι στην αστική τάξη είτε τάσσονται ανοιχτά υπέρ της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της, συνεπάγεται αυτόματα ότι αυτοί θα καθορίζουν τις εξελίξεις και στους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας.
Πού θα αποφασίζουν; Σε ποια βάση θα δομηθούν οι όποιοι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας; Μα φυσικά σε εδαφικό επίπεδο, στις πλατείες και στις γειτονιές (πιθανώς μέσω κάποιου είδους λαϊκών συνελεύσεων) και σε καμία περίπτωση σε παραγωγικό επίπεδο –μέσα στους χώρους εργασίας– αφού εκεί η εξουσία του καπιταλιστή είναι κάτι παραπάνω από αδιαμφισβήτητη και δε χρειάζεται κανένα μανδύα δημοκρατίας. Ακόμα χειρότερο, τα αμεσοδημοκρατικά κελεύσματα μπορεί να αφορούν και την ψηφοφορία μέσω διαδικτύου («διαδικτυακή άμεση δημοκρατία»), που έχει αξιοποιηθεί σε πολλές καπιταλιστικές χώρες ακριβώς για το χτύπημα των συλλογικών διαδικασιών και τη στεγανοποίηση των εργαζομένων από τη σχετική ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση.
Τι θα αποφασίζουν οι «πολίτες» μέσω αυτών των θεσμών; Είναι φανερό από τις δύο προηγούμενες ερωτήσεις ότι το περιορισμένο εύρος των ζητημάτων για τα οποία θα μπορεί να υπάρχει κάποιου είδους άμεση ψηφοφορία είναι αρκετά περιορισμένο. Για παράδειγμα, «βγάζει μάτι» ότι η άμεση δημοκρατία σε καμία περίπτωση δε θα μπορεί να αγγίζει τον πυρήνα των κοινωνικών ζητημάτων, το ζήτημα δηλαδή του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, τι θα παράγεται, πώς θα παράγεται και σε ποιες σχέσεις θα έρχονται μεταξύ τους οι άνθρωποι κατά την παραγωγική διαδικασία.
Οι όποιοι θεσμοί της άμεσης δημοκρατίας δεν μπορούν παρά να υπηρετούν το καπιταλιστικό σύστημα, ενώ πολλές φορές αξιοποιούνται είτε ως πρόφαση περαιτέρω συγκεντροποίησης της λήψης αποφάσεων είτε ως μέσο προπαγανδιστικού χειρισμού και πρόσδοσης λαϊκής έγκρισης σε προειλημμένες αποφάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόσφατο δημοψήφισμα της 5ης Ιούλη, που αποτέλεσε βασικό όπλο της κυβέρνησης για τον εκβιασμό της λαϊκής συναίνεσης στην αντιλαϊκή πολιτική της και βασικό μέσο ανοιχτής και απροσχημάτιστης –αλλά δημοκρατικότατης– κοροϊδίας του λαού. Το δημοψήφισμα άλλωστε έγινε –όπως όλα τα δημοψηφίσματα– σε χρόνο και με ερώτημα που διευκόλυνε τις κυβερνητικές επιδιώξεις. Ο «Ριζοσπάστης» έχει αναδείξει πολλές φορές πώς αξιοποιούνται τα δημοψηφίσματα από την αστική τάξη σε πολλές χώρες, είτε αγνοώντας τα αποτελέσματά τους όποτε δε βολεύουν τις αστικές τάξεις είτε ως μέσο πρόσδοσης λαϊκής θέλησης σε βασικές επιλογές τους όταν τις βολεύουν.
Η αποτελεσματικότητα αυτών των αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών προς όφελος των επιδιώξεων της αστικής τάξης έχει οδηγήσει μεμονωμένα μέλη της τελευταίας να τα εισάγουν ακόμα και μέσα στα ίδια τα εργοστάσιά τους, αξιοποιώντας γι’ αυτόν το σκοπό τον εργοδοτικό συνδικαλισμό. Η πιο εμβληματική ίσως περίπτωση είναι αυτή του δημοψηφίσματος που διοργάνωσε το συνδικάτο των βιομηχανικών εργατών της ΦΙΑΤ στην Ιταλία, στο οποίο οι ίδιοι οι εργάτες ενός από τα μεγαλύτερα εργοστάσια στον κόσμο ενέκριναν με ποσοστό 54% την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και του σταθερού χρόνου εργασίας, αποδέχτηκαν τη μείωση των διαλειμμάτων, τον τριπλασιασμό των υποχρεωτικών βαρδιών, τις περικοπές της αναρρωτικής άδειας, την απαγόρευση της απεργίας ως μέσου διαπραγμάτευσης. Κι όλα αυτά τα αποφάσισαν οι ίδιοι οι εργάτες μετά από το εκβιαστικό δίλημμα που τους έθεσε το εργοδοτικό τους συνδικάτο ανάμεσα στα παραπάνω και στον περιορισμό των θέσεων εργασίας. Τόσο απλά, τόσο αμεσοδημοκρατικά… Παρόμοιο –αν και όχι ακριβώς ίδιο– χαρακτήρα έχουν άλλωστε και οι αντίστοιχες αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες στην Ελλάδα της καπιταλιστικής κρίσης, όπου σε άτυπες συνελεύσεις εργοδοσίας κι εργαζόμενων αποφασίζονται μειώσεις μισθών, απολύσεις, χαρίσματα μισθών στην εργοδοσία κλπ.
Η άμεση διοίκηση όλων των κοινωνικών υποθέσεων –με βασικές αυτές που άπτονται του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής– μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν η κοινωνία πάρει στα χέρια της το σύνολο των μέσων παραγωγής και τα θέσει στην εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών, μόνο όταν έχει ολοκληρωθεί η άρση όλων των κοινωνικών διακρίσεων που συνεπάγεται ο καταμερισμός της εργασίας (με βασική αυτή ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία). Με λίγα λόγια, μόνο στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δε θα κυβερνιούνται, αλλά θα κυβερνάνε τις δικές τους υποθέσεις. Μόνο δηλαδή στο πλαίσιο της κοινωνίας όπου ο τρόπος οργάνωσης της οικονομικής και κοινωνικής ζωής θα καθιστά αστείο το ερώτημα που κατά κόρον ακούγεται σήμερα –καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα– απέναντι στο ΚΚΕ: «Μα, καλά εσείς δε θέλετε να (μας) κυβερνήσετε;».
Στον καπιταλισμό το κέρδος αποτελεί το κριτήριο της παραγωγής διαμεσολαβώντας έτσι την παραγωγή των απαραίτητων για τη ζωή. Η ατομική-καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί τη μήτρα μιας ολόκληρης σειράς διακρίσεων που καθιστούν αδύνατη την άμεση διοίκηση των κοινωνικών υποθέσεων και φυσικά την –άμεση ή έμμεση– εξουσία του λαού πάνω στη ζωή του. Αυτή η οικονομική διαμεσολάβηση του κεφαλαίου απαιτεί την πολιτική διαμεσολάβηση των θεσμών του αστικού κράτους.
Σε συνθήκες καπιταλισμού, λοιπόν, η άμεση δημοκρατία όχι μόνο έχει πολύ στενά όρια, αλλά αξιοποιείται –όπως και οι θεσμοί της έμμεσης δημοκρατίας– προς όφελος της προώθησης των αστικών επιδιώξεων και της απόσπασης της λαϊκής συναίνεσης σε αυτές. Στο όνομα άλλωστε της άμεσης δημοκρατίας, το αστικό κράτος επιχειρεί να παρέμβει στη λειτουργία των κομμάτων έτσι ώστε να στεγανοποιήσει ακόμα περισσότερο την ηγεσία τους από πιθανή λαϊκή πίεση,30 να παρέμβει στον τρόπο λειτουργίας των συνδικάτων με στόχο το χτύπημα της δομής και των διαδικασιών τους (στη συζήτηση υπάρχει, π.χ., η πρόταση να μπορεί να αποφασίζεται απεργία μόνο όταν ψηφίσουν με το χέρι τους ή ηλεκτρονικά υπέρ της τα 50% +1 των εργαζομένων μιας επιχείρησης ή κλάδου), να προωθήσει την υποκατάσταση κρατικών υπηρεσιών πρόνοιας από ΜΚΟ και άλλους φορείς της «κοινωνικής οικονομίας», να θέσει εμπόδια στην ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση στο εργατικό κίνημα και πολλά άλλα.

ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ

 Η επιχειρηματολογία των αστικών κομμάτων πάντα περιλάμβανε διακηρύξεις για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την ανάγκη εδραίωσης της αξιοκρατίας στο κράτος και την οικονομία γενικότερα. Αυτό άλλωστε αποτελεί εν μέρει απόρροια της σύγκλισης των κομμάτων αυτών σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Αυτή η σύγκλιση τα έσπρωχνε πάντα στην προσπάθεια να στοιχειοθετήσουν την υπεροχή τους έναντι των υπόλοιπων αστικών κομμάτων στη βάση της ηθικής, της ακεραιότητας, της ικανότητας των στελεχών τους και στην αντίστοιχη έλλειψη αυτών των χαρακτηριστικών στους αντιπάλους τους.
Στις πρόσφατες εκλογές τα ζητήματα αυτά ήταν ακόμα πιο αναβαθμισμένα. Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε και στο κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ: «Ξεμπερδεύουμε με το παλιό, κερδίζουμε το αύριο», που θέτει ουσιαστικά ως διαχωριστική γραμμή τη διαφθορά των προηγούμενων κυβερνήσεων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.31 Η ΝΔ «σήκωσε το γάντι» προεκλογικά, αναδεικνύοντας την ενσωμάτωση στο ΣΥΡΙΖΑ πλατιών τμημάτων του παλιού «κατεστημένου», στελεχών κυρίως του ΠΑΣΟΚ, αλλά και γνωστών εργατοπατέρων, ενώ 21 βουλευτές της προχώρησαν στα τέλη Ιούλη σε ερώτηση στον πρωθυπουργό και τους συναρμόδιους υπουργούς με θέμα: «Διαφθορά και το ήθος της “πρώτη φορά” αριστερής διακυβέρνησης». Εξυπακούεται ότι αυτή η αντιπαράθεση περιλάμβανε και την ανάδειξη εκατέρωθεν περιπτώσεων στελεχών που προβάλλονταν ως αποδεικτικά διαφθοράς.
Ωστόσο, η αντιπαράθεση γύρω από το ζήτημα της διαφθοράς δεν υπηρετεί μόνο προπαγανδιστικούς σκοπούς. Στο όνομα της καταπολέμησής της επιχειρούνται αναδιαρθρώσεις στον κρατικό τομέα που θα διευκολύνουν τη δραστηριότητα των καπιταλιστών. Το γεγονός, για παράδειγμα, της ισότιμης πρόσβασης των επιχειρηματικών ομίλων σε διαγωνισμούς ή η απλοποίηση των διαδικασιών για τις επενδύσεις, σε συνδυασμό πολλές φορές με την ανάγκη του γνωστού «γρηγορόσημου» σε μια σειρά κρατικές υπηρεσίες, αποτελούν ζητήματα που πράγματι αποτελούν ανασχετικούς παράγοντες για τους καπιταλιστές. Η Ελλάδα ανήκει άλλωστε σ’ εκείνα τα καπιταλιστικά κράτη στα οποία τα φαινόμενα αυτά είναι πολύ διάχυτα στον κρατικό μηχανισμό, χωρίς αυτό ν’ αποκρύπτει το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα σε έκταση (και χρηματικό επίδικο) φαινόμενα διαφθοράς συγκεντρώνονται στα πιο ισχυρά καπιταλιστικά κράτη.
Στο πρόσφατο ταξίδι του στις ΗΠΑ, ο ίδιος ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε τη διαφθορά ως βασικό ανασταλτικό εμπόδιο για την προσέλκυση επενδύσεων στην Ελλάδα. Και σε παλιότερα ταξίδια όμως Ελλήνων πρωθυπουργών στις ΗΠΑ, όπως του Γ. Παπανδρέου και του Α. Σαμαρά, το ζήτημα της διαφθοράς ήταν από τα ζητήματα που βρίσκονταν στο επίκεντρο των συζητήσεων. Ενδεικτικό των προβλημάτων που μπορεί να δημιουργεί στους καπιταλιστές αυτό που αποκαλούν διαφθορά, είναι η φράση ενός Ελληνοαμερικανού λομπίστα το 2010 όταν, μετά από τη συνάντηση του τότε πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου με ομογενείς επιχειρηματίες στις ΗΠΑ, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Η ελληνοαμερικανική κοινότητα έχει “καεί” όχι μόνο με επενδύσεις στην Ελλάδα, αλλά και με όποια βοήθεια έχει προσπαθήσει να στείλει τα τελευταία 30-40 χρόνια. Τα χρήματα φαίνεται να καταλήγουν κάθε φορά στις λάθος τσέπες. Η δυσπιστία είναι μεγάλη».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Τι εννοούν οι υπερασπιστές του καπιταλισμού (κυβερνήσεις, κόμματα, ινστιτούτα, προσωπικότητες) με τον όρο «διαφθορά» τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο; Μήπως εννοούν, για παράδειγμα, τη διατήρηση απ’ όλες τις κυβερνήσεις του Νόμου 27/197532, που καθορίζει τις 60 ειδικές φοροαπαλλαγές που απολαμβάνουν οι εφοπλιστές και ευθύνονται για το γεγονός ότι το κράτος έχει λιγότερα έσοδα από τους εφοπλιστές απ’ ό,τι από τα παράβολα των μεταναστών; Μήπως με τον όρο «διαφθορά» εννοούν τη μείωση των φορολογικών συντελεστών των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων ταυτόχρονα με την εκτίναξη της φορολόγησης των λαϊκών στρωμάτων; Μήπως εννοούν την αδρή κρατική στήριξη των τραπεζών, τη στιγμή που πετσοκόβονται οι κρατικές δαπάνες για παιδεία, υγεία, ασφάλιση; Μήπως εννοούν το φορολογικό καθεστώς που διέπει τις off-shore εταιρίες από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ φόρο; Μήπως, τέλος, τη στιγμή που ισχύουν όλα τα παραπάνω, θεωρείται διαφθορά η ψήφιση νόμων που μειώνουν μισθούς και συντάξεις, αυξάνουν τη φορολόγηση των λαϊκών στρωμάτων και προσαρμόζουν τις εργασιακές σχέσεις στις ανάγκες της καπιταλιστικής κερδοφορίας;
Σε καμία περίπτωση τα παραπάνω δε θεωρούνται φαινόμενα διαφθοράς στον καπιταλιστικό κόσμο. Αντίθετα, η νομοθετική δραστηριότητα προς όφελος της «δημιουργίας ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος», προς όφελος δηλαδή του κεφαλαίου θεωρείται –και είναι στην πραγματικότητα– απαραίτητο συστατικό στοιχείο κάθε κράτους που σέβεται τον αστικό του χαρακτήρα. Όπως άλλωστε σημείωναν οι Μαρξ και Ένγκελς στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» απευθυνόμενοι στους αστούς: «Το Δίκαιό σας είναι η θέληση της τάξης σας που αναγορεύτηκε σε νόμο»33.
Για να προσδιορίσουμε λοιπόν το πραγματικό περιεχόμενο που αποδίδουν στον όρο «διαφθορά» τα κόμματα και οι μηχανισμοί του συστήματος, πρέπει να εντοπίσουμε τη διαφορά μεταξύ των παραπάνω νομοθετικών πρωτοβουλιών και αυτών που χαρακτηρίζουν ως σκάνδαλα. Έτσι, μάλλον καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι όταν αναφέρονται στη διαφθορά εννοούν τον προσωπικό ή συλλογικό πλουτισμό που προκύπτει από παράβαση του νόμου, ενώ στην κατηγορία αυτή δεν εντάσσουν τον (καπιταλιστικό) πλουτισμό που προκύπτει από την πιστή εφαρμογή του νόμου. Αυτή η παράβαση του νόμου συνδυάζεται συνήθως με το χρηματισμό, τη δωροδοκία, την κατάχρηση, τον εκβιασμό τμημάτων της αστικής εξουσίας (κυβερνητικοί αξιωματούχοι, αστυνομία, δικαστήρια κλπ.). Γι’ αυτό και το ζήτημα της διαφθοράς είναι κεντρικό στη συζήτηση για την «ανασυγκρότηση του κράτους».
Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι μια πράξη που μπορεί σε μια χώρα –με βάση τους νόμους της– να εντάσσεται στην κατηγορία της διαφθοράς σε μια άλλη χώρα μπορεί να θεωρείται απόδειξη… υγιούς κι έξυπνης επιχειρηματικότητας. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της χρηματοδότησης των αστικών κομμάτων από τους επιχειρηματικούς ομίλους. Στις ΗΠΑ το φαινόμενο αυτό είναι πολύ γενικευμένο και καθ’ όλα νόμιμο (και κατ’ επέκταση καθ’ όλα ηθικό). Αντίθετα, το ίδιο φαινόμενο στην Ευρώπη εντάσσεται στα φαινόμενα της διαφθοράς και προκαλεί θύελλες αντιδράσεων (και αντίστοιχα ηθικά κηρύγματα). Υπενθυμίζουμε, για παράδειγμα, το «σκάνδαλο» της δεκαετίας του 1990 στη Γερμανία, όπου ο μακροβιότερος καγκελάριος της χώρας, Χ. Κολ, μαζί με το σημερινό υπουργό Οικονομικών, Β. Σόιμπλε, δέχτηκαν για λογαριασμό του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος δύο εκατομμύρια μάρκα από το μεγαλέμπορο όπλων Χ. Σράιτερ.
Με βάση τα παραπάνω, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς τι χρειάζεται το κεφάλαιο τη διαφθορά, αφού έχει έναν ολόκληρο κρατικό μηχανισμό να δουλεύει υπέρ του και να μετατρέπει σε νόμο οτιδήποτε επιτάσσει η κερδοφορία του; Το νομικό οπλοστάσιο και η συλλογική λειτουργία του αστικού κράτους λειτουργεί προς όφελος της αστικής τάξης ως συνόλου στην αντιπαράθεσή της με την εργατική τάξη, αλλά και άλλες αστικές τάξεις, λειτουργεί δηλαδή ως «συλλογικός καπιταλιστής» κατά τη γνωστή φράση του Ένγκελς. Το κεφάλαιο όμως ως σύνολο, το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, όσο ενιαίο προτάσσεται απέναντι στην εργατική τάξη τόσο σφαδάζεται από οξύτατες εσωτερικές έριδες που ακούνε στο όνομα κεφαλαιοκρατικός ανταγωνισμός. Σε αυτόν τον ανταγωνισμό το επίδικο δεν είναι γενικά η κερδοφορία, αλλά η μεγαλύτερη κερδοφορία από τον ανταγωνιστή, η ανάληψη ενός έργου από μια εταιρία αντί μιας άλλης, η εξασφάλιση της συμμετοχής σε κάποια επιδότηση ή κάποιο πρόγραμμα αντί μιας άλλης, το κέρδισμα μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς του εμπορεύματος μιας εταιρίας έναντι των ανταγωνιστών της κ.ά. Και αυτός ο οξύτατος πόλεμος μεταξύ των καπιταλιστών επιτάσσει την αξιοποίηση όλων των όπλων, νόμιμων και παράνομων.
Στον «αγγελικά πλασμένο» καπιταλιστικό κόσμο, αυτό το σχετικό προβάδισμα επιδιώκεται μάλιστα πολλές φορές με το να αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι καπιταλιστές –ή στελέχη των επιχειρήσεών τους– τμήματα της αστικής κρατικής διοίκησης. Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα είναι αυτό του επί πολλά χρόνια Ιταλού πρωθυπουργού και μεγαλοκαπιταλιστή, Σ. Μπερλουσκόνι. Γνωστή είναι επίσης η άμεση διασύνδεση της κυβέρνησης Μπους με την Enron (και το σχετικό σκάνδαλο) στις ΗΠΑ, καθώς και οι σχέσεις του αντιπροέδρου Τσέινι με την πετρελαϊκή εταιρία Halliburton, όπως και του τότε υπουργού Οικονομικών Πόλσον με την Goldman Sachs. Και στην Ελλάδα άλλωστε έχουμε πολλά παραδείγματα καπιταλιστών (ή γνωστών αχυράνθρωπών τους) που συμμετέχουν άμεσα σε όλα τα επίπεδα του κρατικού μηχανισμού (από τα υπουργεία μέχρι την Τοπική Διοίκηση).
 Από τα παραπάνω απορρέει το συμπέρασμα ότι η λεγόμενη διαφθορά αποτελεί το απαραίτητο συμπλήρωμα της νόμιμης επιδίωξης του καπιταλιστικού κέρδους. Η παράβαση του αστικού δικαίου προς όφελος της κερδοφορίας φαίνεται ότι αποτελεί απλώς την άλλη όψη του νομίσματος της παραγωγής δικαίου προς όφελος της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα φαινόμενα αυτά αγκαλιάζουν ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο.
Ενδεικτικά, αναφέρουμε κάποια παραδείγματα: Πριν λίγες βδομάδες «έσκασε» το λεγόμενο σκάνδαλο της Volkswagen, με το γερμανικό κολοσσό της αυτοκινητοβιομηχανίας και πρότυπη επιχείρηση της γερμανικής και παγκόσμιας βιομηχανίας να κατηγορείται ότι είχε ενσωματώσει σε τμήμα των αυτοκινήτων της παραγωγής της (ντιζελοκίνητα) ειδικό λογισμικό που απέκρυπτε το πραγματικό επίπεδο ρύπων το οποίο ήταν πολύ πάνω του νόμιμου. Στη Γερμανία επίσης ανήκει και η Siemens, που αποδέχτηκε ότι στο διάστημα μεταξύ 1999 και 2006 δαπάνησε 1,3 τρισ. ευρώ σε διάφορες χώρες (130 εκατομμύρια από αυτά στην Ελλάδα) για δωροδοκίες με στόχο την επίτευξη εμπορικών συμφωνιών. Πριν λίγους μήνες παραιτήθηκε ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών και Υποδομών, Μαουρίτσιο Λούπι, λόγω των αποκαλύψεων και των κατηγοριών για διαφθορά στην ανάθεση εργολαβιών δημόσιων έργων σε συγκεκριμένες εταιρίες. Το 1999 είχαμε την παραίτηση ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν τα 10 από τα 19 μέλη της κατηγορήθηκαν για ατασθαλίες και σκάνδαλα συνδεόμενα με συμφέροντα μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, ενώ χαρακτηριστικό είναι ότι μετά από την παραίτησή τους πολλοί από αυτούς ανέλαβαν στελεχικές θέσεις σε μεγάλες εταιρίες. Ο κατάλογος πραγματικά δεν έχει τέλος…
 Τα παραπάνω αποδεικνύουν περίτρανα την ισχύ του αποσπάσματος από ένα περιοδικό που ο Μαρξ θεώρησε δόκιμο για να παραθέσει στο «Κεφάλαιο»: «Όταν το κεφάλαιο έχει το ανάλογο κέρδος, γίνεται τολμηρό. Με δέκα τα εκατό κέρδος αισθάνεται τον εαυτό του σίγουρο και μπορεί να το χρησιμοποιήσει κανείς παντού· με 20% γίνεται ζωηρό· με 50% γίνεται θετικά παράτολμο· με 100% τσαλαπατάει όλους τους ανθρώπινους νόμους· με 300% δεν υπάρχει έγκλημα που να μη ριψοκινδυνέψει να το διαπράξει…»34.

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ

 «Η έξοδος από την κρίση, η ανασυγκρότηση και ο δημοκρατικός μετασχηματισμός της χώρας μας είναι αδύνατο να επιτευχθούν αν το σύστημα διαπλοκής και διαφθοράς δεν ξεριζωθεί αποφασιστικά»35.
Διατυπώσεις σαν και αυτή μπορεί να βρει κανείς σε όλα τα αστικά κόμματα, από την Ιαπωνία μέχρι τις ΗΠΑ. Η επιχειρηματολογία τους κόβει τον ομφάλιο λώρο που συνδέει τα φαινόμενα αυτά με το κυνήγι του καπιταλιστικού κέρδους παρουσιάζοντάς τα ως ζητήματα ηθικής, η καταπολέμηση των οποίων εξαρτάται από τη σχετική πολιτική βούληση. Γι’ αυτό και όλοι τονίζουν την ανάγκη ενίσχυσης και βελτίωσης της λειτουργίας των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και της δικαιοσύνης, αφήνοντας άθικτο ή –ακόμα πιο σωστά– συμβάλλοντας στην ανάπτυξη του θερμοκηπίου μέσα στο οποίο ευδοκιμούν αυτά τα φαινόμενα.
Φυσικά, το παραπάνω ενδιαφέρον του αστικού κράτους δεν είναι πάντα υποκριτικό. Στα καθήκοντά του άλλωστε ανήκει η εξασφάλιση τυπικά ίσων όρων ανταγωνισμού ανάμεσα στους κεφαλαιοκράτες. Η πρόσδεση άλλωστε των κρατικών μηχανισμών στα συμφέροντα ενός ή μιας ομάδας καπιταλιστών θα αναιρούσε τον ίδιο του το χαρακτήρα και θα προκαλούσε την ενεργητική αντίδραση των υπόλοιπων καπιταλιστών, αφού θέτει αντικειμενικά εμπόδια στις επιδιώξεις της αστικής τάξης ως συνόλου, αλλά και τμημάτων του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Το γεγονός ότι το αστικό κράτος δεν μπορεί να είναι γενικά και μακροχρόνια «τσιφλίκι» κανενός μεμονωμένου καπιταλιστή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να κρύψει την ύπαρξη πιο στενής σύνδεσης τμημάτων του κρατικού μηχανισμού με συγκεκριμένους επιχειρηματικούς ομίλους, με σχετικές περιπτώσεις να έρχονται όλο και πιο συχνά στην επιφάνεια.
Αυτόν το χαρακτήρα της παρεμπόδισης της μακροχρόνιας υποταγής αστικών κρατικών μηχανισμών στα συμφέροντα συγκεκριμένων καπιταλιστών έχουν άλλωστε πολλές «αποκαλύψεις» για τη δραστηριότητα μιας σειράς κρατικών στελεχών ή επιχειρηματικών ομίλων που βγαίνουν στη φόρα από τα θιγμένα αστικά συμφέροντα. Με λίγα λόγια, ο ένας βγάζει τα «βρόμικα» του άλλου στη φόρα ως μέσο προώθησης των δικών του συμφερόντων. Χαρακτηριστικά είναι όσα ακούγονται για το ρόλο της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ (NSA) και της Apple στην αποκάλυψη του πρόσφατου σκανδάλου της VW.36 Εξυπακούεται ότι σε αυτές τις αντιπαραθέσεις δεν συγκρούονται μόνο συγκεκριμένοι επιχειρηματικοί όμιλοι, αλλά και ολόκληρα καπιταλιστικά κράτη και ιμπεριαλιστικά κέντρα. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της VW είναι φανερή η διαπάλη ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία.
Τον ίδιο σκοπό έχουν και οι περιστασιακές σχετικές αποφάσεις της αστικής δικαιοσύνης. Κάποιες φορές μάλιστα οι καταδίκες αυτές οδήγησαν σε εκτεταμένες ανακατατάξεις στο αστικό πολιτικό σκηνικό, με χαρακτηριστική τη δικαστική επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» στην Ιταλία (τη δεκαετία του 1990) εναντίον μιας σειράς αστών πολιτικών, με κορυφαίους τον πρόεδρο του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πρώην πρωθυπουργό, Μπ. Κράξι, και τον χριστιανοδημοκράτη και επίσης πρώην πρωθυπουργό, Τζ. Αντρεότι. Οι ανακατατάξεις στο εσωτερικό και μεταξύ των αστικών κομμάτων, ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν ξερίζωσαν τα φαινόμενα αυτά. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα καθαρό αν σκεφτούμε ότι στο λίπασμα αυτής της ανακατάταξης φύτρωσε η αυτοκρατορία του μεγιστάνα Σ. Μπερλουσκόνι…
Πίσω από τέτοιες δικαστικές παρεμβάσεις κρύβεται από τη μία η ανάγκη διατήρησης κάποιων προφάσεων δημοκρατίας για το αστικό πολιτικό σύστημα, καθώς και από την άλλη η αναγκαιότητα του αστικού κράτους να δρα ως συλλογικός καπιταλιστής, ως όργανο εξυπηρέτησης των γενικών συμφερόντων της αστικής τάξης και όχι ως επιτροπή εξυπηρέτησης συγκεκριμένων καπιταλιστικών επιχειρήσεων σε βάρος άλλων.
Ταυτόχρονα οι επιθέσεις εναντίον της διαφθοράς και η επίκληση της διαφάνειας αξιοποιούνται και ως δούρειος ίππος για την προώθηση μιας σειράς επιδιώξεων του αστικού κράτους. Για παράδειγμα, η συζήτηση για τα οικονομικά των κομμάτων αξιοποιείται στην κατεύθυνση ελέγχου των κομμάτων και άσκησης πολιτικής πίεσης μέσω των οικονομικών, ενώ συγκεκριμένα για το ΚΚΕ στοχοποιείται το απόρρητο για τα μέλη και τους οπαδούς του ως οικονομικούς ενισχυτές του. Επίσης, η όλη συζήτηση για τη φοροδιαφυγή επικεντρώνεται στις μικρές επιχειρήσεις και αξιοποιείται ως μέσο επιτάχυνσης της συγκεντροποίησης της παραγωγής σε μια σειρά κλάδους, αλλά και αύξησης των κρατικών εσόδων.
Στοιχείο εκσυγχρονισμού του αστικού κράτους αποτελεί και η προσπάθεια καταπολέμησης των διευρυμένων πελατειακών σχέσεων σε όλο το φάσμα του κρατικού και ιδιωτικού τομέα που αξιοποιήθηκαν μαζικά σε προηγούμενη φάση ως μέσο ενσωμάτωσης μερίδας εργαζομένων. Αυτή η ανάγκη μάλιστα –ενώ εκφράζεται από τις διακηρύξεις όλων των αστικών κομμάτων– μπορεί με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα να διατυπωθεί από κόμματα τα οποία δεν έχουν βρεθεί ακόμα σε θέσεις κυβερνητικής διαχείρισης, με πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτά του ΠΟΤΑΜΙού και της Ένωσης Κεντρώων, που εστιάζουν την παρέμβασή τους σε ζητήματα διαφθοράς, αξιοκρατίας, φαυλοκρατίας, κομματοκρατίας κλπ.
Μια ακόμα πλευρά αυτού του πολέμου κατά της διαφθοράς είναι η ιδεολογική. Η ανάδειξη των φαινομένων διαφθοράς αξιοποιείται από την αστική τάξη για να προβληθούν ως βασικοί υπεύθυνοι όλων των δεινών του λαού, «βγάζοντας λάδι» τον καπιταλισμό. Χαρακτηριστική είναι εδώ η απόδοση της καπιταλιστικής κρίσης σε φαινόμενα διαφθοράς, στο γεγονός ότι «κάποιοι τα φάγανε». Στο κυβερνητικό πρόγραμμά του ο ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει για την κατάσταση «διαπλοκής και διαφθοράς» ότι «είναι αυτή που οδήγησε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού». Αυτή η επιχειρηματολογία εξυπηρετεί όχι μόνο την αθώωση της επιδίωξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας ως πηγής των λαϊκών δεινών, αλλά και την κάθαρσή της στα μάτια του λαού μέσω του διαχωρισμού σε υγιή και μη υγιή επιχειρηματικότητα, στην οποία καταλήγει κάθε συζήτηση περί διαφθοράς που σέβεται τον (αστικό) εαυτό της.
Η υποκρισία και το πραγματικό περιεχόμενο του αστικού πολέμου εναντίον της διαφθοράς αποτυπώνεται ίσως με τον πιο κρυστάλλινο τρόπο στην οργάνωση την οποία επικαλούνται συνήθως τα αστικά εγχειρήματα καταπολέμησης της διαφθοράς, τη λεγόμενη Διεθνή Διαφάνεια (ΔΔ). Η ΔΔ ιδρύθηκε στο Βερολίνο το 1993 από τον Πίτερ Έιγκεν, που προηγουμένως ήταν διευθυντής της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Αφρική, και περιλαμβάνει ως μέλη και χρηματοδότες της όλα τα παγκόσμια καπιταλιστικά μεγαθήρια, πολλά από τα οποία έχουν κατά καιρούς εμπλακεί σε διάφορα σκάνδαλα: Siemens, Daimler, Deutsche Bank, Fraport κλπ. Παλιότερα, το γερμανικό περιοδικό «Spiegel» είχε αποκαλέσει τη ΔΔ «“φύλλο συκής” της μεγάλης βιομηχανίας»37. Όσον αφορά το ελληνικό τμήμα της, τη «Διεθνή Διαφάνεια - Ελλάς», ιδρύθηκε το 1996 από πολλά στελέχη επιχειρήσεων, ενώ το ΔΣ της έχει ως πρόεδρο τον Κ. Μπακουρή, πρόεδρο της «Σωληνουργίας Κορίνθου ΑΕ» (όπου το 2003 βρήκαν τραγικό θάνατο σε εργατικό «ατύχημα» 6 εργάτες) και ως μέλη της πολλά στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων και τον πρώην πρόεδρο του ΣΕΒ, Θ. Παπαλεξόπουλο.
Από τα παραπάνω απορρέει το συμπέρασμα ότι οποιαδήποτε πολιτική δύναμη δεν αμφισβητεί την κυριαρχία του κεφαλαίου στην οικονομία, οποιαδήποτε πολιτική δύναμη αποδέχεται ως αιώνιο τον καπιταλιστικό τρόπο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας στηρίζει αντικειμενικά το πλαίσιο στο οποίο γιγαντώνονται αυτά τα φαινόμενα.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΤΣΑΚΙΣΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 Κοινό στοιχείο όλων των παραπάνω ιδεολογημάτων για το αστικό κράτος αποτελεί η θέση ότι αυτό δεν αποτελεί εχθρό των λαϊκών συμφερόντων, αλλά εργαλείο που μπορεί ν’ αξιοποιηθεί από αυτά προς όφελός τους. Αυτή η άποψη αποτελεί πραγματικό δηλητήριο στις φλέβες του εργατικού κινήματος. Αν αυτό το δηλητήριο μάλιστα αγγίξει το πολιτικό εργατικό κίνημα, το κομμουνιστικό κόμμα, οδηγεί σε πλήρη παράλυση των επαναστατικών του αντανακλαστικών και στον κίνδυνο μετατροπής του σε στήριγμα του καπιταλιστικού συστήματος και της ταξικής ειρήνης, κάτι που έχει αποδειχτεί δυστυχώς πολλές φορές ιστορικά.
Η αντιπαράθεση για το χαρακτήρα του αστικού κράτους και η ανάγκη στοχοποίησής του πρέπει να διαπερνά την παρέμβαση των κομμουνιστών σε όλα τα επίπεδα, από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα μέχρι την αυτοτελή ιδεολογική και πολιτική παρέμβαση του ΚΚ. Αποτελεί προϋπόθεση του σωστού προσανατολισμού της πάλης. Το αστικό κράτος και η αστική δημοκρατία δε θέλουν διόρθωση, αλλά ανατροπή. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν απορρέει από κάποια παρεκτροπή του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας «από το σωστό δρόμο», αλλά από την ίδια τους τη φύση ως απαραίτητα συμπληρώματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης στο πολιτικό εποικοδόμημα.
Το πολιτικό εργατικό κίνημα δρα από σήμερα στην κατεύθυνση διάνοιξης ρωγμών στην κυριαρχία της αστικής τάξης, γνωρίζοντας ότι αυτή η προσπάθεια έχει αντικειμενικά διαφορετικά περιθώρια στις διάφορες συνθήκες. Σε μη επαναστατικές συνθήκες παίρνει τη μορφή της αγωνιστικής παρεμπόδισης των αστικών σχεδιασμών και της παράλληλης διεύρυνσης και εμβάθυνσης της πολιτικής αντίληψης της εργατικής, λαϊκής πρωτοπορίας. Σε επαναστατικές συνθήκες, σε συνθήκες δηλαδή αντικειμενικού κλονισμού της αστικής εξουσίας, το καθήκον της ανατροπής της αστικής τάξης και του κράτους της έρχεται αντικειμενικά στο προσκήνιο.
Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης με το τσάκισμα του αστικού κράτους συνιστά απόλυτη αναγκαιότητα και τη βασικότερη προϋπόθεση για τη συγκρότηση του σοσιαλιστικού κράτους ως οργάνου της ταξικής πάλης σε συνθήκες σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η εργατική εξουσία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό και τον εργατικό-λαϊκό έλεγχο. Στόχος φυσικά της νέας εξουσίας είναι η κυριαρχία των νέων κοινωνικών σχέσεων και η προοπτική κατάργησης κάθε μορφής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
Το σοσιαλιστικό κράτος αποτελεί ανώτερη μορφή δημοκρατίας, καθώς βασικό του χαρακτηριστικό αποτελεί η ενεργητική συμμετοχή των εργαζομένων στη διαμόρφωση και ανάπτυξη των κομμουνιστικών στοιχείων της νέας κοινωνίας. Θεμελιώδες στοιχείο αυτής της δημοκρατίας είναι το γεγονός της θεμελίωσης των θεσμών της άμεσης και έμμεσης δημοκρατίας στο χώρο εργασίας, την παραγωγική μονάδα, την κοινωνική υπηρεσία, τον παραγωγικό συνεταιρισμό. Το ΚΚΕ έχει επεξεργαστεί –και συνεχίζει να το κάνει– την ιστορία της οργάνωσης του πολιτικού εποικοδομήματος της σοσιαλιστικής κοινωνίας και έχει ενσωματώσει τα συμπεράσματα στην προγραμματική του αντίληψη για το σοσιαλισμό-κομμουνισμό.
Η διατήρηση του σοσιαλιστικού κράτους είναι αναπόφευκτη μέχρι την ολοκλήρωση του περάσματος στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία, μέχρι δηλαδή την κυριαρχία των νέων κοινωνικών σχέσεων τουλάχιστον στις πιο μεγάλες καπιταλιστικές χώρες. Στην αναπτυγμένη κομμουνιστική κοινωνία η οργάνωση της κοινωνίας χάνει τον πολιτικό της χαρακτήρα, δε θα απαιτεί την άσκηση βίας μιας τάξης απέναντι σε άλλες, ενώ θα έχει κυριαρχήσει η από τα κάτω προς τα πάνω εργατική συμμετοχή στη διαχείριση πραγμάτων και στον έλεγχο των παραγωγικών λειτουργιών. Αυτό αποτελεί άλλωστε και το περιεχόμενο της κομμουνιστικής αυτοδιεύθυνσης.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 * Ο Χρήστος Μπαλωμένος είναι μέλος της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, επικεφαλής της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ.
1. Αξίζει να αναφερθεί ότι η προσπάθεια αυτή συνεχίζεται και μετεκλογικά, με όχημα κυρίως το διαχωρισμό καθηκόντων μεταξύ του κόμματος το οποίο επιφορτίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη συνεχή προσπάθεια ανανέωσης της ιδεολογικής διαφοροποίησης από τα άλλα αστικά κόμματα και της κυβέρνησης η οποία επιφορτίζεται με την άσκηση της «ρεαλιστικής κυβερνητικής πολιτικής σε συνθήκες αρνητικού συσχετισμού και εκβιασμών των δανειστών», επιδιώκοντας ταυτόχρονα και μικρές «πινελιές» διαφοροποίησης από προηγούμενες κυβερνήσεις σε δευτερεύοντα ζητήματα θεσμών. Αυτόν τον καταμερισμό εκφράζει και η ακόλουθη πρόταση από τη μετεκλογική απόφαση της ΚΕ (10-11 Οκτώβρη 2015) η οποία αναφέρει σχετικά: «Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ως η άγρυπνη αριστερή συνείδηση της κυβέρνησης».
2. Από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
3. Χαρακτηριστική είναι η εξής διατύπωση από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ: «Ο ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει τη μετατροπή των σωμάτων ασφαλείας από κατασταλτικούς μηχανισμούς του κράτους σε σώματα που διασφαλίζουν αποτελεσματικά την προστασία των πολιτών».
4. Ιδιαίτερα πονηρό είναι το παρακάτω απόσπασμα από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ: «Ιδιαίτερα στην Ελλάδα της κρίσης, το κράτος αποκαλύπτει καθημερινά τον παραδοσιακά ταξικό χαρακτήρα του και τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων που έχει ενσωματώσει για τον κόσμο της εργασίας». Ενώ φαινομενικά αυτή η άποψη αναδεικνύει την ταξικότητα του αστικού κράτους, στην ουσία αποδίδει τον ταξικό του χαρακτήρα όχι στην ίδια του τη φύση, αλλά στην κυριαρχία του αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων σε αυτόν, υπονοώντας τη δυνατότητα φιλολαϊκής αλλαγής του (την οποία υποτίθεται ότι υπηρετεί και η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση). Επίσης οι αναφορές περί «καθημερινής αποκάλυψης του ταξικού χαρακτήρα του κράτους» αποκρύπτουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κυριαρχεί σε ένα βασικό θεσμό αυτού του κράτους, την κυβέρνηση, και κατ’ επέκταση αποτελεί βασικό φορέα άσκησης αυτού του «ταξικού χαρακτήρα του κράτους».
5. Βλ. Κώστα Σκολαρίκου: «“Ευρωκομμουνισμός”: Θεωρία και στρατηγική υπέρ του κεφαλαίου», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 2015.
6. Στο πρόσφατο ταξίδι του στις ΗΠΑ ο Α. Τσίπρας ξεκαθάρισε μάλιστα το περιεχόμενο που προσδίδει στον πατριωτισμό. Απευθυνόμενος σε ομογενείς επιχειρηματίες και στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, δήλωσε: «Προχωρήστε άμεσα σε επενδύσεις. Δεν έχει καμία σημασία αν είναι κάποιος αριστερός ή δεξιός, αλλά η πατρίδα, και τώρα είναι που μας χρειάζεται».
7. Από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
8. Φυσικά, έχουν υπάρξει ιστορικά περιπτώσεις αστικών κρατών στα οποία κατοχυρώνεται συνταγματικά ή νομικά η τυπική ανισοτιμία κάποιων τμημάτων του πληθυσμού έναντι άλλων (π.χ., νομικές διακρίσεις παλιότερα στη βάση του χρώματος του δέρματος σε ΗΠΑ, Νότια Αφρική κλπ.). Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το χαρακτήρα της συνταγματικής κατοχύρωσης της ισονομίας ως βασικού συστατικού στοιχείου του αστικού Δικαίου σε διάκριση με τα προκαπιταλιστικά Δίκαια. Αυτό άλλωστε εκφράζεται και στη διαχρονική εξάλειψη των όποιων εξαιρέσεων υπήρξαν ιστορικά και την όλο και πληρέστερη προσέγγισή τους στο ιδεότυπο του αστικού Δικαίου.
9. Η «Ελληνική Νομαρχία» γράφτηκε το 1806 από Έλληνα αμφισβητούμενης επωνυμίας και αποτέλεσε στην ουσία το μανιφέστο της Ελληνικής Επανάστασης.
10. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 229.
11. Σε αντιδιαστολή με τη σφαίρα της κυκλοφορίας, η σφαίρα της παραγωγής προσφέρει σε κάποιο βαθμό τη δυνατότητα κατανόησης του εκμεταλλευτικού της χαρακτήρα. Σημειώνει ο Μαρξ σχετικά: «Η σφαίρα της κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων, που μέσα στα πλαίσιά της κινείται η αγορά και η πούληση της εργατικής δύναμης, ήταν στην πραγματικότητα αληθινή Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εδώ κυριαρχούν μόνο η ελευθερία, η ισότητα, η ιδιοκτησία και ο Μπένθαμ… Αποχωρώντας από αυτή τη σφαίρα της απλής κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής εμπορευμάτων […] μεταβάλλεται κιόλας κάπως η φυσιογνωμία των dramatis personae (δρώντων προσώπων) μας. Ο πρώην κάτοχος χρήματος προπορεύεται σαν κεφαλαιοκράτης και ο κάτοχος της εργατικής δύναμης τον ακολουθεί σαν εργάτης του. Ο πρώτος μ’ ένα πολυσήμαντο μειδίαμα και πολυάσχολος, ο δεύτερος συνεσταλμένος, δισταχτικός, σαν τον άνθρωπο που φέρνει στην αγορά για να πουλήσει το ίδιο το δικό του τομάρι, ξέροντας ότι το μόνο που τον περιμένει είναι το γδάρσιμο» (Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 188-189).
12. Ο Ένγκελς χαρακτηρίζει την αστική δημοκρατία ως την «ανώτατη μορφή του κράτους […] που στις σύγχρονές μας κοινωνικές συνθήκες γίνεται όλο και περισσότερο αναπόφευκτη ανάγκη» και συμπληρώνει ότι «σ’ αυτήν ο πλούτος ασκεί έμμεσα την εξουσία του, αλλά γι’ αυτό και πιο σίγουρα» (Φρίντριχ Ένγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 213).
13. Ο Λένιν σημείωνε για τον τυπικό χαρακτήρα αυτής της ισότητας: «Ο εκμεταλλευτής δεν μπορεί να είναι ίσος με αυτόν που υφίσταται την εκμετάλλευση […] πραγματική, ουσιαστική ισότητα δεν μπορεί να υπάρχει όσο δε θα έχει εξαλειφθεί εντελώς κάθε δυνατότητα εκμετάλλευσης μίας τάξης από μία άλλη», καθώς και ότι «η αστική δημοκρατία, που σε σύγκριση με το Μεσαίωνα αποτελεί μεγάλη ιστορική πρόοδο, μένει πάντα –και μέσα στον καπιταλισμό δεν μπορεί να μη μένει– στενή, κολοβωμένη, ψεύτικη, υποκριτική, παράδεισος για τους πλούσιους, παγίδα και απάτη γι’ αυτούς που υφίστανται την εκμετάλλευση, για τους φτωχούς» (Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 40 και 26).
14. Μπέρτολτ Μπρεχτ: «“Χαίρε Τεό Όττο”, Κείμενα για τον πόλεμο, το φασισμό, την επανάσταση», ΚΟΜΕΠ τ. 6/2012.
15. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς: «Η γερμανική ιδεολογία», τ. Α΄, εκδ. «Gutenberg, σελ. 94.
16. Φρίντριχ Ένγκελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 214.
17. Καρλ Μαρξ: «Aus dem Parlamente», στο «Marx - Engels Werke» (γερμανική συλλογή Απάντων Μαρξ - Ένγκελς), τ. 11, σελ. 352. Αναφορά και στο Χούαρ-Φέχνερ: «Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για την πολιτική», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», 1988, σελ. 173.
18. Καρλ Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 72.
19. Αυτό το «ανακάτεμα της τράπουλας» μπορεί να σημαίνει είτε τη μακρόχρονη αδιασάλευτη εναλλαγή των ίδιων αστικών κομμάτων στη διακυβέρνηση (όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ) είτε τις απότομες εναλλαγές στην επιρροή (ανάπτυξη ή φθορά) και τον αριθμό των αστικών κομμάτων (όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια κατά τη σχετικά μακρόχρονη αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος). Το γεγονός ότι οι δύο αυτές περιπτώσεις έχουν μεταξύ τους διαφορές που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην παρέμβαση των κομμουνιστών δεν πρέπει να κρύβει ότι και στις δύο η εναλλαγή αστικών κομμάτων και αστών πολιτικών σε διαφορετικές θέσεις λειτουργεί σταθεροποιητικά για το αστικό πολιτικό σύστημα.
20. Ο Μαρξ αναφέρει γι’ αυτήν τη δημοκρατία στο εσωτερικό της αστικής τάξης: «Αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν, όπως έλεγε ο Θιέρσος, η “κρατική μορφή που διαιρούσε λιγότερο από κάθε άλλη μορφή τις διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης”, άνοιγε όμως αντίθετα μία άβυσσο ανάμεσα σ’ αυτήν την τάξη και ολόκληρο τον κοινωνικό οργανισμό που ζούσε έξω από τις αραιές γραμμές της. Οι περιορισμοί που στις προηγούμενες κυβερνήσεις έβαζαν στην κρατική εξουσία οι διαιρέσεις μέσα σ’ αυτήν την τάξη εξαφανίστηκαν τώρα με τη συνένωσή τους» (Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 67). Ο Λένιν με τη σειρά του αναφέρει: «Το δημοκρατικό κράτος, όσο θα υπάρχουν εκμεταλλευτές που θα κυριαρχούν πάνω στην πλειοψηφία αυτών που υφίστανται την εκμετάλλευση, θα είναι αναπόφευκτα δημοκρατία για τους εκμεταλλευτές» (Ι. Β. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 40). Τα παραπάνω αποσπάσματα δεν αναιρούν φυσικά το διαφορετικό βαθμό πολιτικής και οικονομικής ισχύος τμημάτων της αστικής τάξης (όπως, π.χ., των καπιταλιστών των μονοπωλιακών ομίλων), αλλά αναδεικνύουν την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ως τη μορφή άσκησης κρατικής εξουσίας που ενοποιεί στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα διάφορα τμήματα της ιδιοκτήτριας αστικής τάξης έναντι της εργατικής τάξης.
21. Επίσης, στη μετεκλογική απόφαση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ (10-11 Οκτώβρη 2015) σημειώνεται σχετικά με το ίδιο θέμα: «Η παραλειτουργία “κόμματος μέσα στο κόμμα” τέλειωσε –και μάλιστα με άδοξο τρόπο».
22. Από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
23. Με αφορμή τη συζήτηση αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι η αύξηση του βαθμού αναλογικότητας του αστικού εκλογικού συστήματος σε καμία περίπτωση δε συνεπάγεται βελτίωση των όρων διεξαγωγής της εκλογικής μάχης για το επαναστατικό κόμμα. Όπως άλλωστε έχει αποδειχτεί και σε πολλά καπιταλιστικά κράτη στα οποία έχουν υιοθετήσει πολύ πιο αναλογικά εκλογικά συστήματα (ακόμα και την απλή αναλογική), από τη στιγμή που ως κυρίαρχο κριτήριο στις αστικές εκλογές προβάλλεται ο σχηματισμός της επόμενης (μονοκομματικής ή πολυκομματικής) κυβέρνησης, η αύξηση της αναλογικότητας ενδέχεται να αξιοποιηθεί και προς όφελος της αύξησης των εκβιαστικών διλημμάτων προς τα λαϊκά στρώματα.
24. Για περισσότερα βλ. Λίνας Κροκίδη - Κύριλλου Παπασταύρου: «Ο ταξικός χαρακτήρας του νομικού και πολιτικού εποικοδομήματος. Η όξυνση της ταξικής πάλης», ΚΟΜΕΠ τ. 4/2010.
25. Β. Ι. Λένιν: «Η προλεταριακή επανάσταση και ο αποστάτης Κάουτσκι», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 28.
26. Από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
27. Για περισσότερα, βλ. Αποστόλη Χαρίση: «Παλιά ιδεολογήματα περί δημοκρατίας και σύγχρονες αστικές επιδιώξεις», τ. ΚΟΜΕΠ, 5/2011.
28. Στο 82% των αμερικανικών πόλεων και στις 27 από τις 50 Πολιτείες των ΗΠΑ προβλέπονται τόσο τα δημοψηφίσματα όσο και η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία (με συλλογή υπογραφών από τους πολίτες), ενώ σχεδόν σε όλες τις Πολιτείες οι συνταγματικές τροποποιήσεις προϋποθέτουν την υποχρεωτική διεξαγωγή σχετικού δημοψηφίσματος. Αντίστοιχα, στην Ελβετία προβλέπεται η αποδοχή ή απόρριψη μέσω δημοψηφίσματος κάποιου προτεινόμενου –από το κοινοβούλιο– νόμου, καθώς και η λαϊκή πρωτοβουλία για την εισαγωγή νέων άρθρων στο Ομοσπονδιακό Σύνταγμα.
29. Λήμμα «Άμεση δημοκρατία» στην ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ.
30. Μετατρέποντάς τα σε κόμματα στα οποία όλες οι αποφάσεις εναποτίθενται στα ηγετικά στελέχη και τα επιτελεία τους (ή μόνο τον αρχηγό τους), ενώ τα μέλη τους μετατρέπονται σε απλούς αμεσοδημοκρατικούς επικυρωτές των από τα πριν ειλημμένων αποφάσεων.
31. Μνημείο αντιφατικότητας και συνειδητής κοροϊδίας για το φαινόμενο της διαφθοράς αποτελεί το ακόλουθο απόσπασμα στο κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ: «Είναι σαφές ότι η διαφθορά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου. Πλην όμως, οι παλιές πολιτικές δυνάμεις είναι αυτές που στη χώρα μας δημιούργησαν τις συνθήκες διαπλοκής και διαφθοράς». Έτσι, ενώ από τη μία προβάλλεται η διαφθορά ως συνώνυμο του καπιταλιστικού συστήματος, από την άλλη προβάλλεται ως απόρροια της κυβερνητικής διαχείρισης συγκεκριμένων αστικών κομμάτων, του λεγόμενου «παλιού κατεστημένου». Είναι σαφές ότι η όλη προσέγγιση του φαινομένου και η αντίστοιχη προσαρμογή των θέσεων και της προπαγάνδας του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται στην αποδοχή ότι η διαφθορά είναι αποτέλεσμα της «παλιάς» κυβερνητικής διαχείρισης και ότι μπορεί να καταπολεμηθεί μέσω της ανάδειξης του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό διαχειριστή του ελληνικού καπιταλισμού.
32. Πρόκειται για το νόμο «περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξιν της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων». Ο νόμος αυτός έχει κατοχυρωθεί και συνταγματικά, αφού το Σύνταγμα (άρθρο 107, παρ. 1) κάνει ειδική αναφορά στην «αυξημένη τυπική ισχύ» αυτού του νόμου.
33. Καρλ Μαρξ - Φρίντριχ Ένγκελς: «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 45.
34. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», τ. Ι., εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 785 (υποσημ. 250).
35. Από το κυβερνητικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ.
36. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Apple έβλεπε τα γερμανικά ντιζελοκίνητα αυτοκίνητα ως εμπόδιο στην προώθηση των πρώτων ηλεκτρονικών αυτοκινήτων το επόμενο διάστημα και γι’ αυτό έπραξε αναλόγως.
37. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της ΔΔ από το Γάλλο δημοσιογράφο Christian de Brie στην εκπομπή του με τίτλο «Λευκά κοστούμια - Μαύρα ταμεία»: «Η Διεθνής Διαφάνεια (Transparency International) είναι μια οργάνωση η οποία ιδρύθηκε από τους παγκοσμίως μεγαλύτερους διεφθαρμένους, δηλαδή απ’ όλες τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις του κόσμου, οι οποίες είναι “βυθισμένες” σ’ αυτήν (στο “βούρκο” της). Πρόκειται ακριβώς για το ίδιο, σα ν’ αναθέτει κανείς σε μια αλεπού την εποπτεία της διαφύλαξης ενός “ορνιθοτροφείου”, παρακαλώντας την ταυτόχρονα να απολυμαίνει το χώρο μεθοδικά, θανατώνοντας τα ποντίκια (μυοκτονία) που τρέφονται με το –απαραίτητο για τις όρνιθες– καλαμπόκι».


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Γράμμος…



   Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Γράμμος…



Επιμέλεια: ofisofi //
Πατώματα - Σαραντάπορος - Λυκόραχη
Πατώματα – Σαραντάπορος – Λυκόραχη
Ο Γράμμος είναι ένα συγκρότημα στον μεγάλο σχηματισμό του Βοΐου. Από την κεντρική του κορυφή, την ουρανομήκη Τσουκαρέτσκα, εκτείνεται προς τα δυτικά η κεντρική ραχοκοκαλιά που πάει κάτω προς τη Λυκόραχη και το ποτάμι της Ζούζουλης. Κάπου στη μέση ένας αυχένας χωρίζει την κορυφογραμμή στα δύο, στην Απάνω και Κάτω Αρένα` εκεί είναι το υποχρεωτικό πέρασμα (όταν κανείς πηγαίνει από τις χαμηλότερες διαβάσεις, αλλά πάντα μες στη γεωγραφία του βουνού) από τον ανατολικό στο δυτικό Γράμμο.
Όπως όλα τα ξάγναντα, είναι κι αυτό εδώ γυμνό από βλάστηση. Το χειμώνα, κάτω από τα χιόνια, δίνει την εντύπωση μιας φαρδιάς δημοσιάς που καβαλάει τη μια πλαγιά για να πέσει με ακόμα μεγαλύτερη κλίση στην άλλη. Άπειρες φορές έχω κουβαλήσει τα πόδια μου σ’ αυτές τις δύο πλαγιές, που όσο προσιτές φαίνονται από μακριά, τόσο αμείλικτες είναι, καθώς αργούν φοβερά να τελειώσουν, προχωρείς και προχωρείς με την ιδέα πως το τέλος είναι ένα βήμα πιο πέρα, μα κάποιος για να σου βγάλει την ψυχή το μεταθέτει διαρκώς πιο πάνω με αποτέλεσμα να σου βγει πράγματι η ψυχή όσο να το φτάσεις.
Αυτοί οι μουλωχτοί ανήφοροι είναι πολύ χειρότεροι από τους άλλους, ακόμα και τους πιο κοφτούς. Εγώ τον όρθιο ανήφορο, που συντόμευε και τον δρόμο, τον προτιμούσα για τον εξής κυρίως λόγο: το αριστερό μου πόδι, ύστερα από ένα τραύμα στο γόνατο, έμεινε κάπως πιο ευαίσθητο στις οδοιπορίες, ιδιαίτερα κάτω στο πέλμα, που το’ βλεπες να γυρίζει όλο προς τα μέσα και να διπλώνεται σαν να σου έβγαινε ξαφνικά το παπούτσι, πράγμα βέβαια που πολύ με δυσκόλευε στο βάδισμα. Συχνότερα όμως συνέβαινε αυτό, όταν πήγαινα σ’ ένα δρόμο έστω ομαλό, παρά όταν σκαρφάλωνα προσεχτικά έναν ανήφορο, έχοντας για στήριγμα και μια μαγκούρα, μεταλλικό κοντάρι ομπρέλας, ό,τι ακριβώς μου χρειαζόταν με τη στερεότητά του, την ελαφράδα του και κυρίως τη σφήνα του κάτω, που μπορούσες να τη μπήξεις ακόμα και στην πέτρα και να βασιστείς αλπινιστικά, με βεβαιότητα. Τη μαγκούρα αυτή – ήταν και κουδουνιστή, καθώς το στεφανάκι, όπου βιδώνονταν τα μπαλίνια, δεν μπόρεσα τελικά να το βγάλω και με κάθε χτύπημα κάτω τιναζόταν από τη θέση του και κουδούνιζε, ιδίως όταν χτυπούσε σε πέτρα – αυτή τη μαγκούρα μού την είχε κάνει δώρο ο Βλαντάς όταν ακόμα ήταν ομπρέλα, μόνος μου μ’ ένα σουγιαδάκι τη μεταποίησα σε μαγκούρα.
Αλλά το ανέβασμα και το κατέβασμα σ’ εκείνες τις πλαγιές είναι ακόμα πιο δύσκολο όταν τα χιόνια λιώσουν, οπότε τα δυο πλευρά μεταβάλλονται σε χειμάρρους, που σέρνουν κάτω τα νερά, ανοίγοντας στο χώμα, λασπωμένο από τις πατημασιές ανθρώπων και ζώων, αυλάκια και κάνουν ακόμα πιο δύσκολο το περπάτημα και σου επιτείνουν το αγκομαχητό… Αν σήμερα ο διαβάτης, σκαρφαλώνοντας εκεί πάνω, αισθανθεί κάπου να κρέμεται κανένα αγκομαχητό, κανένα χαμόγελο, σίγουρα είναι δικά μου – πάντα, περνώντας από κει, θυμόμουν τον πολυμήχανο Κολοκοτρώνη: «Στον ανήφορο να γελάς, σκέψου στην άλλη μεριά τον κατήφορο».
Αλλά τότε μ’ εμάς συνέβαιναν και μερικά άλλα πράγματα που οι παλιοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να τα φανταστούν – ο Τούρκος δεν ερχόταν μόνο από πίσω με το γιαταγάνι, ορμούσε κι από ψηλά, από πάνω σου. Πουθενά αλλού δεν αισθανόσουν τόσο ανυπεράσπιστος, όσο σε κάτι τέτοιες διαβάσεις, όταν μάλιστα ήταν κι ολόλευκες μες στο χιόνι. Η διαδρομή, από εκεί που τα δέντρα τελειώνουν, είναι αρκετά μεγάλη και συνεχώς αυγαταίνει, όσο κι ο ρυθμός σου γίνεται όλο και πιο αργός. Αν, βγαίνοντας από τα δέντρα, αμέσως μόλις η κουκκίδα σου άρχιζε να προβάλλει στο χιόνι, αν εκείνη τη στιγμή σ’ έπιανε με τη διόπτρα του ο άλλος από το καραούλι απέναντι κι έδινε το σήμα στη βάση – η σαΐτα που θα σου τέντωναν από κει πέρα και το αρπακτικό που θ’ απογειωνόταν με χαραγμένο απάνω τ’ όνομά σου, θα σε προλάβαιναν κάπου στα μισά του δρόμου ή, ακόμα χειρότερα, κατάγναντα στην κορυφή.
Δεν είχες κατά πού να κάνεις, που να κατευθύνεις τις φούντες των τσαρουχιών σου – και καλά αν φορούσαμε κι εμείς τότε φουστανέλλα να μη μας ξεχωρίζουν πάνω στο χιόνι. Κάποτε ούτε χακί δεν είχαμε, ο καθένας έριχνε πάνω του ό,τι εύρισκε, συνήθως αυτά τα ίδια που φορούσε ανεβαίνοντας στο βουνό. Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο ν’ ακούσεις σφύριγμα οβίδας ή αεροπλάνο να βουΐζει σαν είχες ήδη ξανοιχτεί στο επικίνδυνο πέρασμα, επικίνδυνο και τη νύχτα, γιατί το γωνιόμετρο εκεί πέρα ήταν σταθερά στημένο ώστε και τη νύχτα η οβίδα να γράφει την ίδια τροχιά, όπως και στο φως της ημέρας. Επισημασμένα τα έλεγαν οι αντάρτες αυτά τα πυρά και βρίσκουν τρόπους να τα παρακάμπτουν και, ακόμα, να τα προκαλούν.
– Βάρα στο γάμο του Καραγκιόζη! κορόιδευαν τους άλλους μες στη νύχτα.
Πρέπει σ’ αυτά να προσθέσω πως το 1949 οι ποσότητες σε βλήματα πυροβολικού και βόμβες αεροπλάνων, που είχε στη διάθεσή του ο κυβερνητικός στρατός, δεν εγνώριζαν πια περιορισμούς.
Καμπίτσιο - Κάτω Αρένα
Καμπίτσιο – Κάτω Αρένα
Ο στρατός εκείνη την εποχή τα πυρομαχικά δεν τα μέτραγε. Πέφταν οι βόμβες σαν βροχή. Δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εποχή, άλλο πόλεμο, όπου η ελληνική σπιθαμή γης να κεραυνοβολήθηκε από τόσο σίδερο, όσο εκείνη τη χρονιά τα δικά μας βουνά – την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1949.
Το λιωμένο μέταλλο έπεφτε από πάνω κύματα κύματα μια ατελείωτη λάβα…
Εκείνη την ημέρα ερχόμουν από την ηπειρώτικη πλευρά. Ανέβηκα την πλαγιά, αφήνοντας πίσω την ποταμιά του Σαραντάπορου με το ψηλό ογκωδέστατο, σκεπασμένο από τα χιόνια οροπέδιο του Σμόλικα αριστερά και δεξιά την άλλη κορυφογραμμή του Γράμμου κατά μήκος των συνόρων με την Αλβανία, μια αλυσίδα κορυφές που η μια κόβει την ορμή της άλλης, πέφτοντας συνεχώς ως κάτω στην πεδιάδα της Κόνιτσας. Εκεί, πέρα από την Κόνιτσα, ο ορίζοντας ξανοίγει κι όλο το τοπίο παίρνει μια εκπληκτική ημεράδα, όταν κοιτάζεις από ψηλά. Οι μεγάλοι όγκοι, που η βαθιά ρεματιά υπογραμμίζει από κάτω συναρπαστικά τις ανορθωμένες τους μάζες με τα χωριά σκόρπια εδώ κι εκεί στις πλαγιές κι άλλα σαν αϊτοφωλιές ψηλά στους όχθους του ποταμού, παίρνουν, όταν εσύ είσαι ακόμα πιο ψηλά, έναν χαρακτήρα παραίσθησης, σαν, όλα που βλέπεις, να είναι και κάπως ονειρεμένα, φανταστικά, γραμμένα με τον νου. Σου δημιουργείται εκείνο το αίσθημα, εκείνη η ηδονική φρεναπάτη, που σε κάνει καμιά φορά από κει ψηλά που είσαι, από ένα ύψος θεόρατο, να δώσεις μια και με όλη σου την ύπαρξη να βουτήξεις κάτω, να τη χαρείς και μ’ αυτό τον τρόπο, μ’ όλο σου το κορμί και την ψυχή, αυτή την ονειροφαντασία…
Είχα αφήσει πια την κορυφή και κατηφόριζα στην άλλη μεριά, όταν εκεί πιο κάτω είδα τα σκοτωμένα μουλάρια.
Γράφτηκε  η εικόνα αυτή μέσα μου για να μην ξεγραφτεί ποτέ πια.
– Θα τα δεις, θα τα δεις, μόνο πέρνα γρήγορα, με είχαν προειδοποιήσει οι δύο σύνδεσμοι που πέρασαν δίπλα μου, ταχείς σαν άλογα, πριν καμιά ώρα.
Η μέρα ήταν καθαρή, ουρανός και χιόνια δυο αντικριστοί καθρέφτες. Ακόμα και ο σκίουρος από τον ένα καθρέφτη θα προβαλλόταν στον άλλο (μα πρέπει να σημειώσω πως ούτε  σκίουρο ούτε άλλο άγριο ζωντανό είδα στο Γράμμο και στη Μουργκάνα εκείνα τα χρόνια. Όλες οι άγριες ψυχές, μικρές και μεγάλες, είχαν λακίξει στην ήσυχη Αλβανία, αγρίμι μία μόνο φορά είδα στο Γράμμο κι αυτό το αφήνω γι’ άλλη φορά.)
Τα μουλάρια και τα τρία ήταν νεκρά, χωρίς ακόμα να έχουν παγώσει. Τους είχαν πάρει το φορτίο και τα σαμάρια και κείτονταν τώρα αλόγυμνα στο χιόνι νεκροί συλημένοι.
Όλη η βιαιότητα των όσων συνέβησαν εδώ πριν λίγη ώρα (εγώ ξεκίνησα από την άλλη πλευρά του γυμνού, σχεδόν αμέσως μόλις πέρασε κι έφυγε το σμήνος των αεροπλάνων) είχε αποτυπωθεί στο χιόνι.
Και τα τρία ζώα χτυπήθηκαν έξω από το πατημένο μονοπάτι, εκεί ίσως τα τράβηξαν οι ημιονηγοί, όπως τα φέρναν, ή τραβήχτηκαν μόνα τους, και τα τρία μαζί, σ’ εκείνη την κατεύθυνση όπου τα έσπρωχνε από πίσω το βουητό των αεροπλάνων και το κροτάλισμα των πολυβόλων τους. Όπως έπεσαν, σχημάτιζαν ένα τρίγωνο σχεδόν, των δυο τα κεφάλια βρέθηκαν πολύ κοντά, μύτη με μύτη, και τα μεγάλα ανοιχτά μάτια τους ακόμα αλληλοκοιτάζονταν.
Αλλά το πιο σπαραχτικό ήταν ο πανζουρλισμός του αίματος πάνω στο χιόνι.
Όλες οι κόκκινες γραμμές του κόσμου, όλα τα κεντήδια και οι δαντέλες, όλα τα σχήματα που μπορεί να χαράξει σ’ ένα χαρτί το πιο τρελό χέρι, όλα τα κόκκινα πάνω στο λευκό, τα άστρα, τα παραλληλόγραμμα, οι πυραμίδες, οι κύκλοι, οι ευθείες κι όλα τα παιχνίδια των σιντριβανιών ήταν εκεί γραμμένα σ’ αυτό τον απίστευτο πίνακα, που σαν να είχε κρατήσει κι αυτήν ακόμα τη ζεστή άχνα της ζωής, που μόλις είχε σηκωθεί από τα δύστυχα πλάσματα.
Υγρά, όπως ήταν ακόμα – απάγωτα -, απλώθηκαν μέσα μου σαν τα φρέσκα χρώματα μιας νωπογραφίας.
Ρίζωσαν, ενσωματώθηκαν στο δικό μου χώμα και μένει η εικόνα με τα κόκκινα συντριβάνια στο χιόνι σαν ένας κεντρικός κώδικας της μνήμης.
Οι ισχυρές εντυπώσεις, αυτές που μας πλημμύρισαν κάποτε με μια σπουδαία συγκίνηση, κάπου μας αφήνουν ένα δικό τους νεύρο και πάνε και το βρίσκουν έπειτα ερεθισμοί που περνάνε, χωρίς και να το ελέγχουμε, μεσ’ από τα μάτια μας, μέσ’ από τ’ αυτιά και το δέρμα μας – από τη συνείδησή μας. Και πάλι μας συγκλονίζουν, έστω κι αν ο ίδιος ο ερεθισμός είναι ασήμαντος. Μας συγκλονίζουν γιατί βρίσκουν και κεντρίζουν εκείνο το άλλο μας νεύρο. Υπάρχει το νεύρο μέσα μας σαν ένας ισχυρός μαγνήτης που τραβά πάνω του ό,τι τον δονεί, κάποτε από πολύ μακριά και με αφορμές ανεξέλεγκτες και πολλές φορές άσχετες.
Το  άσπρο και το κόκκινο, το αίμα και το χιόνι, ό,τι μπορεί να τα ξυπνήσει στο νου, στην καρδιά αυτά τα δύο, άνοιξε εκείνη την ημέρα δρόμο μέσα μου και μένει ανοιχτός, όσο εκεί εξακολουθεί να υπάρχει η εικόνα των τριών σκοτωμένων ζώων κι εκείνο το τρελό πανηγύρι του αίματος γύρω τους σαν μια μακάβρια σύνθεση από ακάνθινα στεφάνια.
Στεκόμουν εκεί από πάνω δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. Στεκόμουν και κοίταζα, σαν μέσα μου μια μηχανή να κράταγε ανοιχτό το διάφραγμα και δεν μπορούσε να κλείσει.
Σε κάποια στιγμή άκουσα μια φωνή. Από πάνω κατέβαινε ένας αντάρτης, στάθηκε κι αυτός λίγο κοιτάζοντας τα ζώα κι εγύρισε να φύγει. Δεν θα είχε απομακρυνθεί παρά ελάχιστα μέτρα, όταν ακούσαμε τη βοή των αεροπλάνων, αρκετά μακρινή ακόμα.
Αρχίσαμε να τρέχουμε.
Καμπίτσιο
Καμπίτσιο
Εκεί πιο κάτω, μες στα δέντρα, στην τοποθεσία Καμπίτσιος, ήταν πάντα ένα δικό μας φυλάκιο. Κάποτε στάθμευε κανένας λόχος ή μια μεγαλύτερη μονάδα. Το μέρος είχε νερό. Ήταν κι ένα είδος σταυροδρόμι, αριστερά πήγαινε για την Αετομηλίτσα, πάντα θα έβρισκες εκεί επιμελητές και ημιονηγούς. Φτάνοντας στο σημείο αυτό, ήσουν από τ’ αεροπλάνα ασφαλισμένος, ο δρόμος συνέχιζε κάτω από δέντρα – από το καλυμμένο, έλεγαν οι αντάρτες.
Ήταν εκεί και κάτι καλύβια, όπου, κατά τις περιστάσεις, μπορούσες να διανυκτερεύσεις. Μπορούσες επίσης να καθήσεις να γράψεις το κομμάτι σου και με κανέναν σύνδεσμο να το στείλεις στην εφημερίδα, αν ήταν να πήγαινες κάπου αλλού. Τέτοιου είδους πανδοχεία και ταχυδρομικοί κόμβοι ήταν σκόρπια σε διάφορα σημεία του Γράμμου κι όλο κάποιος βρισκόταν εκεί υπεύθυνος, ο φρούραρχος, όπως τους λέγαμε, κανένας άρρωστος ή γέρος αντάρτης. Και καθόλου σπάνια, κάποιο από τα τιμωρημένα στελέχη, που είπαμε πιο πάνω.
Εκείνη την ημέρα πράγματι εκεί – φρούραρχος – ήταν ένας καπετάνιος, μόλις πριν ένα μήνα διοικητής μεγάλης μονάδας, παλιό στέλεχος του κόμματος. Ο Ζαχαριάδης, για λόγους που εμείς αγνοούσαμε, τον έπιασε από το αυτί και τον ξαπόστειλε σ’ αυτά τα καλύβια.
Καθώς πλησιάζαμε τρέχοντας, αντιληφθήκαμε κάτι να μας φωνάζουν από κει κάτω. Στο μεταξύ και τ’ αεροπλάνα είχαν φτάσει εκεί που ήθελαν, μπορεί και να είχαν αρχίσει ήδη να κροταλίζουν. Σε περιπτώσεις σαν αυτές, τις λεπτομέρειες δεν τις ξεχωρίζεις, σημασία έχει το ουσιώδες, να μην την πάθεις σαν τα μουλάρια – φωνές, αεροπλάνα και πολυβολισμοί μάς βρήκαν την ίδια στιγμή σε κάποια απόσταση ακόμα από την αγία σκέπη των ελάτων και ό,τι κατάλαβα εγώ τουλάχιστον ήταν πως οι άλλοι από κει κάτω μάς φώναζαν και μας κατηγορούσαν ότι δίναμε στ’ αεροπλάνα στόχο, πηγαίνοντάς τα κατ’ επάνω τους και ήταν, με το δίκιο τους οργισμένοι εναντίον μας. Κυρίως ένας απ’ αυτούς, που είχε βγάλει κι εκράδαινε το περίστροφό του.
Του αντάρτη – που έφτασε πρώτος – του τράβηξε ένα χαστούκι, και το περίστροφο εξακολουθούσε να το κραδαίνει. Ήταν έξω φρενών.
Εδώ και δύο περίπου μήνες μ’ αυτόν τον άνθρωπο, περαστικόν από το αμπρί μας, τότε που ήταν ακόμα στρατηλάτης, τρανός κατά την ορολογία τότε μεταξύ των ανταρτών, είχαμε αλυσιδωτά απαγγείλει Παλαμά, ακόμα και Καβάφη, και το ότι η συμπεριφορά του εκείνη την ημέρα στα καλύβια δεν ήταν η ενδεδειγμένη το συνειδητοποίησε αμέσως μόλις μ’ εγνώρισε – και υπάρχουν ακόμα μερικές λεπτομέρειες, όταν αποπάνω μας είχε ανάψει ο καταιγισμός κι εμείς όλοι είχαμε μπει στο χορό και χορεύαμε όλους χωρίς διάκριση τους χορούς πίσω από τους κορμούς των δέντρων. Υπάρχουν κι απ’ αυτή τη φάση μερικές λεπτομέρειες που σ’ έκαναν απολύτως βέβαιον ότι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, συμπαθέστατο, όχι μονάδα ανταρτών, αλλά ούτε τα τρία σκοτωμένα μουλάρια εκεί στην πλαγιά έπρεπε να του εμπιστευθείς σ’ έναν τέτοιο πόλεμο.
Πέρασαν χρόνια. Η τύχη το έφερε να είμαι από τους τελευταίους που τον είδαν, νεκρό πια, να τον διαβάζει ο Ρουμάνος παπάς σ’ ένα νοσοκομείο, αφού όλ’ αυτά τα χρόνια είχε μείνει τελείως παραμερισμένος, λησμονημένος και εκεί στο ξένο νοσοκομείο όπου κι εγώ νοσηλευόμουν, τελείως άγνωστος – ο Ζαχαριάδης ήταν ακόμα στο τιμόνι κι εκράταγε ανοιχτό το βιβλίο με τους λογαριασμούς…
Σκληρός ηγέτης…Αλλά ακόμα πιο σκληρή η εποχή – και για κείνον τον ίδιον.
Σκληρή εποχή, σκληρές καρδιές, λέει κι ο Πούσκιν και πρέπει να το λάβουμε κι αυτό υπό σημείωση.
Καμπίτσιο - Επάνω Αρένα
Καμπίτσιο – Επάνω Αρένα
Ποτέ δεν μπόρεσα να δεχτώ μέσα μου, για όλους εκείνους τους ανθρώπους, ούτε και τότε πάνω στο βουνό, τις ευθύνες που τους αποδόθηκαν, τις τιμωρίες και τα μαρτύρια που τους έγιναν. Κι αν τώρα χρησιμοποίησα κάπου εκφράσεις, που μπορούν να φανούν επικριτικές, καθόλου δεν σημαίνει πως απευθύνονται στους ανθρώπους. Αν όχι όλοι τους, πάντως οι πιο πολλοί, μα και όλοι τους θα έλεγα, ήταν άνθρωποι αξιόλογοι, μερικοί πολύ άξιοι, πολύ προικισμένοι. Πολύ πιο άξιοι, σαν Έλληνες και σαν άνθρωποι της δικής μας εποχής, από άλλους που πέρασαν μέσα από εκείνες τις καταιγίδες, χωρίς πουθενά να βραχεί το πόδι τους, χωρίς το ελάχιστο να ζημιώσει η ζωή τους, η καριέρα τους, όμως γι’ αυτούς εδώ η ζωή ήταν μια αδιάκοπη αλυσίδα δοκιμασίες, ατελείωτη πορεία μες στις συμπληγάδες, απ’ όπου όλοι δεν μπόρεσαν τελικά να περάσουν.
Γράφω με συμπάθεια κι ένα δικό μου πόνο γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί αυτό είναι το αίσθημά μου. Αυτό ήταν από μιας αρχής.
Πολλοί ποτέ πια δεν μπόρεσαν να ξαναβρούν τον εαυτό τους, τις δυνάμεις τους και την αξία τους. Έμειναν σκλάβοι μιας στιγμής, που ήταν και η κατακόρυφη της ζωής τους – εκείνης απ’ όπου τους γκρέμισαν τότε.
Η ψυχή έγινε στυφή κι η θέληση μούδιασε. Κάτι έμεινε μέσα τους και τους έλεγε πως είχαν δίκιο, πως το δίκιο το είχε ο άλλος, πως όλοι είχαν το δίκιο κι όλοι το άδικο – με όλα αυτά η επιστροφή ήταν ουσιαστικά αδύνατη κι όταν ακόμα ο Ζαχαριάδης δεν υπήρχε. «Ούτε για καθοδηγητές κάνουμε τώρα εμείς ούτε για καθοδηγούμενοι», έλεγε κι ο πανέξυπνος Θανάσης Χατζής.
Κάπου έμεινε ένα κενό σαν τη φυσαλίδα στο γυαλί, απ’ όπου δεν τη βγάζεις παρά μ’ ένα σπάσιμο…

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Το μαύρο τανγκό του αντικομμουνισμού

 Το μαύρο τανγκό του αντικομμουνισμού

Θα ήταν τραγικό, πραγματικά τραγικό, αν τελικά οι συντελεστές του «Bαμμένα κόκκινα μαλλιά» κατάφερναν να γυρίσουν τηλεοπτικά τον λίβελο που θέλει να λέγεται μυθιστόρημα και ονομάζεται «Κόκκινο τανγκό». Να ξεκαθαρίσουμε εξαρχής ότι δεν θεωρούμε τίποτε που αρθρώνει πολιτικό λόγο, έστω και ξώφαλτσα, «αθώο». Δεν θεωρούμε ότι μπορεί να υπάρξει τέχνη που να μην είναι στρατευμένη. Ακόμα και αυτοί που θέλουν να το παίξουν ενδιάμεσοι, αντικειμενικοί κλπ, για μας απλά δεν υφίστανται ως τέτοιοι. Αυτά τα επιχειρήματα είναι για αφελείς, ειδικά όταν στο επίκεντρο του οίστρου των συγγραφέων του «Κόκκινου τανγκό» βρίσκεται το κομμουνιστικό κίνημα, οι αγωνιστές του και οι ηγέτες του.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης «τιμήθηκε» για άλλη μια φορά από τις αλεπούδες του «πολιτισμού». Και «τιμήθηκε» όπως τιμάται χρόνια τώρα από την αστική τάξη και τα τσιράκια της. Βαστάζοι αυτής της «τιμητικής» ήταν και συνεχίζουν να είναι οι αριστεροί αναθεωρητές όλων των αποχρώσεων, οι σοσιαλδημοκράτες, οι τροτσκιστές, οι εσωτερικάκηδες και οι απόγονοι των Κυρκομπανιάδων. Ισως αυτό είναι και το κοινό που βγήκε ευχαριστημένο από αυτή τη σαχλαμάρα, γιατί έχει γαλουχηθεί ακριβώς με αυτά τα επιχειρήματα υποταγής στην αστική τάξη. Αυτό το κοινό είναι που αγκάλιασε αυτόν τον λίβελο. Δηλαδή οι παντός είδους άσχετοι με την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, οι διάφοροι ημιμαθείς γλαστράκηδες του οπορτουνιστικού χώρου - οι αυτοαποκαλούμενοι δημοκράτες, αντισυγκεντρωτικοί, αντικομφορμιστές και πάει μακριά η βαλίτσα…

Το βιβλίο έρχεται να προστεθεί στην προσπάθεια που κάνουν οι αντικομμουνιστικές δυνάμεις του τόπου για να διαστρεβλώσουν πρόσωπα και καταστάσεις. Κεντρικά χτυπιέται οτιδήποτε έχει σχέση με την ένοπλη πάλη του λαού. Το ΚΚΕ και ο ΔΣΕ «τιμούνται» δεκαετίες τώρα από το απέναντι στρατόπεδο και από τους αποστάτες της μεταπολιτευτικής αριστεράς, που η πλειοψηφία της πέρασε σε αστικές θέσεις. Οι συγγραφείς του βιβλίου κατάφεραν να κάνουν μυθιστόρημα ό,τι διακηρύττουν οι μαρατζιδοκαλύβηδες εδώ και χρόνια κουνώντας μας το δάχτυλο. Οπως οι βασιλικοί επίτροποι τότε, έτσι σήμερα οι ιστοριογράφοι και οι φιλολογούντες του αστισμού χτυπάνε με χυδαιότητες την πάλη του λαού. Από κοντά, νέοι σύμμαχοι στέκουν στο πλευρό τους μυθιστοριογράφοι όπως η Μουρλοσώτη, ο πασοκοθρεμμένος Κουτσομύτης και ο δημοτικός σύμβουλος Μαυρουδής -ανίκανος να διαχειριστεί μια αποχέτευση στο Πικέρμι- που ήρθαν να δώσουν τα «φώτα» τους για την αριστερά και την ιστορία της…

Εμείς δεν κάνουμε τους ενδιάμεσους, ξέρουμε με ποιους είμαστε και γιατί. Εμείς προερχόμαστε από τους ηττημένους και οι ζωές μας είναι άμεσα συνυφασμένες με εκείνη την ήττα. Το μέγεθός της μόνο αυτοί που δεν αλλαξοπίστησαν γνωρίζουν, αυτοί που κράτησαν, έσφιξαν τα δόντια, είτε στη πολιτική προσφυγιά είτε στις φυλακές και τα ξερονήσια. Οι υπόλοιποι ας μείνουν να διασκεδάζουν την αστική τάξη με τα πολιτικά τους «θρίλερ» και τα τετριμμένα κλισέ για τον «Αρχηγό» και τα «πρόβατα» που τον ακολουθούσαν…

Το ζήτημα που βαθιά τους «καίει» είναι πώς κατάφερε αυτός ο μικρός λαός να σηκώσει ανάστημα στην αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστές. Τους «καίει» που κανένας αστός πολιτικός δεν ήταν λαοφιλής σαν τον Νίκο Ζαχαριάδη. Τους «καίει», ακόμα, η παραλίγο στα δύο κομμένη Ελλάδα. Τους «καίει» που ο στρατός των φτωχών είχε ανώτερα ιδανικά από τον στρατό του Βαν Φλιτ και του μοναρχοφασισμού. Επομένως, για να αναλύσουν τα φτωχά τους μυαλουδάκια όλα αυτά, επειδή δεν μπορούν καν να αγγίξουν τη δύναμη της εξέγερσης που καίει τα πάντα στο διάβα της, αρχίζουν τη μεταφυσική…

Βίαιοι, στρατολογημένοι, μικροί και αμόρφωτοι οι αντάρτες, πράκτορες, μικρόψυχοι, εξουσιολάγνοι, δικτατορίσκοι… «Θα μας κάνανε Αλβανία», «ευτυχώς που δεν νίκησαν οι κατσαπλιάδες» κλπ. Οσοι έχουν βρεθεί με μαχήτριες και μαχητές του ΔΣΕ ξέρουν ότι υπήρξαν ο ανθός της ελληνικής νεολαίας, των εργαζομένων, των επιστημόνων και της αγροτιάς. Ανθρωποι που υπηρέτησαν τη σοσιαλιστική επανάσταση στη χώρα, άνθρωποι του μόχθου, με ιδανικά που για πάντα θα φοβίζουν τους αστούς και τα τσιράκια τους.

Το βιβλίο είναι γεμάτο λάσπη και χυδαιότητα, ειδικότερα ως προς τη ματιά των στελεχών στις γυναίκες, και επειδή οι συγγραφείς έχουν βαθιά μικροαστικά συμπλέγματα στον τρόπο που βλέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις, είχαν την ψευδαίσθηση ότι έτσι αντιλαμβάνονταν τα ζητήματα και οι επαναστάτες κομμουνιστές. Ανθρωποι που ήταν σε ανοιχτή ρήξη με τον αστισμό και την οπισθοδρόμηση. «Θρίλερ» γίνεται το βιβλίο για κάθε κομμουνιστή και προοδευτικό άνθρωπο με αυτά που γράφονται εκεί. Η ασχετοσύνη τους είναι ολοφάνερη, όταν μηχανιστικά αντιγράφουν ό,τι πιο καραμπινάτο σε επίπεδο γεγονότων και προσπαθούν να το πλασάρουν ως «κλίμα εποχής». Χωρίς να μπορούν να το κατανοήσουν, προσπαθούν να το παίξουν ξερόλες, και όπως πάντα είναι οι ξερόλες που την πατάνε… Παραθέτοντας μια «πλουραλιστική» κουτσή βιβλιογραφία και για να αποδείξουν ότι αυτά που γράφουν είναι τεκμηριωμένα, παραθέτουν στο τέλος αποσπάσματα-ντοκουμέντα…

Το κομμουνιστικό κίνημα όμως δεν μπορεί να κατανοηθεί από αντιδραστικά μικροαστικά στοιχεία, γιατί η ματιά τους είναι εξαρχής αρνητική στην πάλη των τάξεων και τον προλεταριακό αγώνα. Συνέλεξαν «χτυπητά» και γαργαλιστικά στοιχεία και νόμισαν ότι βρήκαν το μονοπάτι που οδηγεί στην άλλη πλευρά του φεγγαριού… Οτι θα σκιαγραφήσουν με αυτά τα «στοιχεία» το ένοπλο αντάρτικο και τον «αρχηγό» του. Είχαν μεγάλες βλέψεις, το βιβλίο όμως δεν τσούλησε, παρόλο που είχε έρωτες, αρνίσια κεφαλάκια, μίση, πάθη, στριφνές φάτσες, ξύλινο λόγο, δολοπλόκους νάνους, αρχηγίσκους, υπόγεια, λεπίδια και προδοσίες…

Τα «χτυπητά» αυτά στοιχεία που παραθέτουν τα βάζουν στην αφήγηση για να δείξουν πόσο ανώφελα ήταν όλα, πόσο δεν χρειάζονταν όλα αυτά. Θέλει ταλέντο να αποδομήσεις με όρους γυναικοδουλειάς… και νεαρών καλλονών που τους βάζουν χέρι κάτω από το τραπέζι… τον ΔΣΕ, σε σύγκριση με την «επιστημονική» αφήγηση του Νίκου Μαρατζίδη και των φίλων του. Το βιβλίο θίγει και υποτιμά το επαναστατικό κίνημα. Τους ανθρώπους του. Εχει πλάκα, όταν οι συγγραφείς του προσπαθούν να αντιγράψουν στα ζητήματα του σεξουαλικού πάθους στις ανθρώπινες κοινωνίες την πολύ ανώτερη και συμπαθέστατη Λένα Μαντά. Αλλά δεν είναι ικανοί ούτε στην κλειδαρότρυπα της φαντασίας τους να κοιτάξουν για να «περιγράψουν» κάτι έστω δήθεν τολμηρό! Πόσο μάλλον να κυλιστούν πίσω από έναν βράχο του Γράμμου για να μας «ταξιδέψουν» με το οτιδήποτε θεωρούν «τολμηρό».

Φτωχό πλήρως το κείμενο και από άποψη υπαίθρου. Οι ήρωες είναι σαν να διακτινίζονται, οι περιγραφές είναι σαν να γίνονται από το google map. Και αυτό φυσικά δείχνει την προχειρότητα με την οποία πήγαν να στήσουν το «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά 2». Θα ταίριαζε στην αρχή της τηλεοπτικής σειράς του «Κόκκινου τανγκό» (σε περίπτωση που το γύριζαν), την ώρα που θα έπεφταν οι τίτλοι, να ξεκινούσε με τους δύο «επαναστάτες» τραγουδοποιούς που προδόθηκαν στη Βάρκιζα (εδώ γελάνε και οι πέτρες στο Γράμμο…), Πανούση και Αγγελάκα. Θα έδενε ωραία το γλυκό. Θα ήταν όλοι ευχαριστημένοι. Πλην ίσως του Νταλάρα που είχε εκείνη την αξέχαστη ερμηνεία στα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Αλλά θα μπορούσε και ο ραδιοσταθμός «Κόκκινο» να το διαβάζει σε συνέχειες για το κοινό του, που είναι γαλουχημένο με τον αντικομμουνισμό και τη χυδαιότητα, μπας και «περπατήσει» στις πωλήσεις.

Η αντιδραστικότητα του βιβλίου απέτυχε να «προβληματίσει» όσους ξέρουν γιατί και εναντίον ποιων παλεύουν. Απέτυχε. Και για αυτό, ξεκινώντας με την τραγικότητά του, κλείσαμε με την κωμικότητά του. Το βιβλίο πέτυχε στο να περάσει ως μετάλλαξη στα ήδη λασποειδή σκουπίδια της αστικής ιστοριογραφίας και της παραλογοτεχνίας και να δείξει για άλλη μια φορά το επίπεδο των απογόνων και απολογητών του αστισμού.

Υγ1. Τις ομιλίες από τη βιβλιοπαρουσίαση του «επιτυχημένου» πολιτικού Βενιζέλου και του… «έλληνα Ντοστογιέβσκι» Τατσόπουλου από τον «ναό» του πολιτισμού Ιανό μπορεί κανείς να τις παρακολουθήσει στις εξής διαδικτυακές διευθύνσεις: https://www.youtube.com/watch?v=c0kx8_fIZp4 και https://www.youtube.com/watch?v=VQQJa-d1AuY

Υγ2. Ειδικότερα ο δεύτερος δίνει ρέστα στην κοτσάνα γύρω από τα ζητήματα του ΚΚΕ κλπ. Είμαστε σίγουροι ότι θα τον ζήλεψε ο γιος της Ελλης Παππά.

Υγ3. Επιτέλους, αυτό το βιβλίο συναγωνίζεται επάξια το «μοναδικό» στο είδος της αντιζαχαριαδολογίας και του αντικομμουνισμού, που δεν είναι άλλο από αυτό που έγραψε η οικογένεια Γερμανού με τίτλο: Το αντικείμενο (Νίκος Ζαχαριάδης). Λόγω θανάτου του Φρέντυ Γερμανού, το βιβλίο το συνέχισε και το ολοκλήρωσε η κόρη του Ναταλία Γερμανού! Πάλη γιγάντων για το λογοτεχνικό στερέωμα…

Λέσχη φίλων
2ης Ολομέλειας
Πηγή: Κόντρα

Ο… «μεταφραστής»

   Ο… «μεταφραστής» (Διήγημα με αφορμή το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία)


Γράφει ο Αλέκος Χατζηκώστας //
Μισοκοιμόταν, έχοντας δίπλα του ένα αστυνομικό βιβλίο – μόνιμος σύντροφος του το συγγραφικό αυτό είδος τα τελευταία χρόνια – που μόλις είχε κλείσει. Πάντα τα βράδια της Παρασκευής τού έβγαινε η κούραση ολόκληρης της βδομάδας και ξάπλωνε από νωρίς. Ίσως μεγάλωσε πια σκεφτόταν συχνά μελαγχολικά, παρηγοριόταν όμως με την ιδέα ότι «δεν του φαινόταν» όπως τον κολάκευαν οι φίλοι του.
Η φωνή του μικρού του γιου τον σήκωσε απότομα: «Μπαμπά, τρέχα. Έγινε πραξικόπημα στην Τουρκία»!
Πετάχτηκε όρθιος και αμέσως άνοιξε την ένταση της τηλεόρασης: Η φωνή του εκφωνητή ταραγμένη: «Σύμφωνα με πληροφορίες μας από την Τουρκία εκδηλώθηκε πριν από λίγο στρατιωτικό πραξικόπημα. Τανκς έκαναν την εμφάνιση τους στους δρόμους της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης. Η τύχη του πρωθυπουργού Ερντογάν αγνοείται».
Η οικογένεια μαζεύτηκε στο σαλόνι. Όπως τότε, τον μακρινό Απρίλη του 1967, όταν και ο ίδιος μαζί με τους γονείς του, ζούσε τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος των «συνταγματαρχών» στην Ελλάδα.
-«Μην βιάζεστε για συμπεράσματα», τους είπε στηριγμένος στην μακρόχρονη εμπειρία του με τα κοινά. «Θα δούμε μέχρι το πρωί το ποιος τελικά θα επικρατήσει. Όσο για το τι υπάρχει από πίσω…».
Σώπασε, κοιτώντας ξανά την οθόνη. Ήδη ο εκφωνητής έκανε λόγο «για συγκέντρωση απλών πολιτών στους δρόμους»… Σαν να αναθάρρησε και είπε ξανά:  «Πάντως δύσκολα να επικρατήσουν μια και εάν τελικά βγει ο λαός στο δρόμο, τα πράγματα δυσκολεύουν γι’ αυτούς. Ας τα βλέπουν αυτά όσοι έχουν την ευθύνη για το ότι το ’67 μας έπιασαν με τις πυτζάμες στη χώρα μας».
Ζήτησε από τη γυναίκα του να του φτιάξει τον αγαπημένο του βαρύγλυκο ελληνικό. Η νύχτα απόψε θα ήταν μεγάλη. Και αυτός έστω και μόνος του, θα την περνούσε παρακολουθώντας τα δελτία ειδήσεων.
Μετά τις 2 όταν άρχισαν να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα, οι υπόλοιποι πήγαν για ύπνο. Δεν τους ακολούθησε. Η νύχτα άλλωστε προσφέρεται για αναμνήσεις. Και από το σεντούκι της δικής του μνήμης,  είχε πολλά να ανασύρει.
Η τσάντα με τα ενθυμήματα της φοιτητικής του ζωής άνοιξε για μία ακόμη φορά. Φωτογραφίες, φυλλάδια, εφημερίδες, προκηρύξεις. Εδώ και λίγα χρόνια είχε φροντίσει να τα τακτοποιήσει έτσι ώστε να μην χάνεται σ’ αυτές κάθε φορά που ήθελε κάτι να θυμηθεί.
Πήρε στα χέρια του τα αποκόμματα με το ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ: Οι αναφορές σε ένα ανάλογο «πετυχημένο» αυτή τη φορά πραξικόπημα, αυτό του Εβρέν, το Σεπτέμβρη του 1980 πρωτοσέλιδες: «Αλληλεγγύη στο λαό της Τουρκίας. Αγανάκτηση και κατακραυγή σ’ όλη τη χώρα. Πικετοφορίες και διαδηλώσεις σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πειραιά». Ο φάκελος περιείχε ακόμη, ψηφίσματα Γενικών Συνελεύσεων φοιτητικών συλλόγων, αποφάσεις Δ.Σ. κ.α.
«Ο Σύλλογος Φοιτητών της…. Αθήνας καταδικάζει το πραξικόπημα των στρατοκρατών της Άγκυρας που ολοκλήρωσε τη λογική που είχε ανοίξει η ίδια η κυβέρνηση της Δεξιάς στην Τουρκία με την επιβολή του στρατιωτικού νόμου σε πολλές επαρχίες, με το καθεστώς των εκτάκτων μέτρων   και απηνών διώξεων σε βάρος των δημοκρατικών δυνάμενων. Είναι φανερό ότι οι ιμπεριαλιστές σχεδιάζουν να χρησιμοποιήσουν το στρατοκρατικό καθεστώς της Τουρκίας για να διευκολύνουν την επιβολή ατλαντικών ρυθμίσεων στην Ν.Α πτέρυγα του ΝΑΤΟ και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο ελληνικός λαός και η νεολαία του καταδικάζει αποφασιστικά τη κατάλυση του τελευταίου ίχνους κοινοβουλευτικής τάξης στη γείτονα χώρα , καταγγέλλει την άμεση ανάμειξη του ιμπεριαλιστικού παράγοντα στην εξέλιξη αυτή και εκφράζει την αγωνιστική του αλληλεγγύη στους Τούρκους δημοκράτες που συνεχίζουν, σε σκληρότερες συνθήκες την πάλη ενάντια στη στρατοκρατία και το φασισμό για τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία». Θυμήθηκε τις πολύωρες προσπάθειες για να βγουν τα ψηφίσματα αυτά, αλλά και τις περιοδείες στις γειτονιές της Αθήνας για το μοίρασμα τους, τις πικετοφορίες…
Άλλοι καιροί τότε, σκέφτηκε. Με το αίμα της νέας γενιάς να «βράζει», άλλωστε και οι μνήμες από την ντόπια δικτατορία νωπές, με πληγές ακόμη ανοικτές.
Η περιπλάνηση στα σχετικά υλικά συνεχίστηκε. Ώσπου έφτασε σ’ αυτό που από την αρχή έψαχνε. Κοίταξε προσεκτικά τη ΦΩΤΟ. Την γύρισε να δει την ημερομηνία: «Οκτώβρης 1983. Σε συγκέντρωση αλληλεγγύης με τον γραμματέα της Κ.Ν Τουρκίας Α.Τ» .
Όλο χαρά περίμενε την οικογένεια να ξυπνήσει για να τους διηγηθεί την ιστορία της. Το σχετικό ντοκουμέντο θα τον διευκόλυνε να γίνει πιστευτός από τα συνήθως δύσπιστα παιδιά του, που ενώ εύκολα «κατάπιναν αμάσητα» όσα διάβαζαν στα διάφορα δήθεν «ψαγμένα site», ήταν «κουμπωμένοι» όταν άκουγαν ιστορίες από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ίσως, πίστευε, η προπαγάνδα για τη «γενιά της μεταπολίτευσης που είναι υπεύθυνη για όλα τα χάλια της χώρας μας», να είχε τα αποτελέσματά της και στα παιδιά του.
Στο τραπέζι της βεράντας, με το πρωινό άρχισε να διηγείται την ιστορία του:
«Μετά το πραξικόπημα πολλοί ήταν αυτοί που ήρθαν στην Ελλάδα. Κυρίως αγωνιστές της Αριστεράς, όσοι μπόρεσαν και γλύτωσαν από το πογκρόμ που πραγματοποίησε σε βάρος τους η στρατιωτική δικτατορία. Μεταξύ τους και η τότε ηγεσία του Κ.Κ και της νεολαίας του. Τους αγωνιστές αυτούς περιμάζεψαν και συντηρούσαν με χίλιες προφυλάξεις αγωνιστές από τη χώρα μας. Τα χρόνια της Ν.Δ τα πράγματα ήταν εξαιρετικά δύσκολα γιατί σε περίπτωση ανακάλυψης τους, η κυβέρνηση θα τους έστελνε πίσω και τα περίφημα λευκά κελιά θα ήταν οι πια μόνιμοι τόποι κατοικίας τους, όσοι βέβαια ήταν «τυχεροί» και δεν «εξαφανιζόταν» κατά την επιστροφή τους. Με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τα πράγματα –λόγω μιας σειράς συγκυριών- «χαλάρωσαν» αρκετά και έτσι μπορέσαμε να τους αξιοποιήσουμε σε εκδηλώσεις αλληλεγγύης που πραγματοποιήθηκαν σε αμφιθέατρα και συνοικίες.
Η εκδήλωση στο μεγάλο αμφιθέατρο είχε προγραμματιστεί για το πρωί της Παρασκευής. Τον είχαν ειδοποιήσει ότι αυτός θα ήταν ο συντονιστής-ομιλητής της εκδήλωσης από μέρους της ελληνικής πλευράς, ενώ χαιρετισμό θα έκανε ο γραμματέας της Κ.Ν Τουρκίας.
Το ραντεβού γνωριμίας τους στα γραφεία το απόγευμα της Πέμπτης , ακολούθησε ένα σύντομο πέρασμα από γνωστή γραφική ταβέρνα, στέκι των παλιών αριστερών της Αθήνας. Ήταν μετρίου αναστήματος, μελαχρινός με κοφτερό βλέμμα που κυριολεκτικά …σάρωνε τα εσώψυχα του συνομιλητή του. Και εκείνα τα οργωμένα χέρια του, όταν τον χαιρέτισαν ένοιωσε ότι θα έλιωναν τα δικά του. Ο διερμηνέας που ήταν μαζί τους βοήθησε για τη συνομιλία. Όπως και η κοινή τους αγάπη για εκείνο το γιοματάρι από το Μαρκόπουλο.
Πάντως και αυτός κάτι ήξερε από τούρκικα. Λίγες λέξεις, που του έμειναν από εκείνη την πρόσφυγα  γειτόνισσα απέναντι από το πατρικό του , που μέχρι το τέλος της ζωής της αρνήθηκε να μιλήσει τα ελληνικά. Έμαθε πολλά για τη ζωή του και κυρίως για τα βάσανα του γείτονα λαού. Αλλά και για τον ηρωισμό του να είναι όλα τα προηγούμενα χρόνια κάποιος αριστερός, κομμουνιστής σ’ αυτή. Στο τέλος, ο διερμηνέας τού έδωσε σε ένα φύλλο χαρτί την ομιλία-χαιρετισμό του, τονίζοντας με έμφαση ότι θα έπρεπε να τον συναγωνιστεί στην ένταση της φωνής του…
Το πρωινό της Παρασκευής το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο. Εκατοντάδες φοιτητές και φοιτήτριες είχαν έλθει για να εκφράσουν και μ’ αυτόν τον τρόπο την αλληλεγγύη τους.
Στο προεδρείο οι δυο τους. Η εκδήλωση ξεκίνησε με ομιλία από μέρους του. Γραπτή όπως πάντα όταν επρόκειτο για τέτοιου είδους εκδηλώσεις ώστε σύντομα και με σαφήνεια, χωρίς απεραντολογίες, να δίνεται το νόημα.
Στη συνέχεια και πριν το προβλεπόμενο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, χαιρετισμό έκανε ο επίσημος προσκεκλημένος. Η φωνή του βροντερή, γέμισε το αμφιθέατρο με ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού:
« arkadaşı ve kız arkadaşı…»
Έχοντας μάθει απέξω τον χαιρετισμό του στα ελληνικά τοποθέτησε το χαρτί  που του είχε δώσει ο μεταφραστής, στο τραπέζι σε σημείο που δεν ήταν ορατό από το ακροατήριο. Ο συγχρονισμός του με τον ομιλητή ήταν άψογος, ενώ και συναγωνισμός τους σε βροντάδα φωνής, μάλλον τους έβγαλε ισόπαλους…
Η εκδήλωση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Ο τούρκος ομιλητής δεν προλάβαινε να δέχεται χειραψίες, φιλιά, αλλά και χειροκροτήματα από τους παρευρισκόμενους. Όμως και αυτός δεν θα έπρεπε να ήταν παραπονεμένος. Εκείνη η ξανθιά πρασινομάτα που μέχρι τώρα δεν του είχε χαρίσει ούτε ένα χαμόγελο, τώρα τον πλησίασε και αφού το έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο του είπε όλο χάρη: «Όλα τα περίμενα από εσένα σαν βορειοελλαδίτη. Όμως και να ξέρεις τόσο καλά τα τούρκικα…». Πάντως τι ήθελε και το άκουσε το πειραχτήρι της οργάνωσης που έτυχε να βρίσκεται κοντά. Του έβγαλε αμέσως το παρατσούκλι: Ο «μεταφραστής», που τον ακολουθούσε στα μετέπειτα φοιτητικά του χρόνια».
Την οικογενειακή σύναξη διέκοψε το τελευταίο δελτίο ειδήσεων: «Η κυβέρνηση έχει ανακτήσει τον έλεγχο σε όλη την Τουρκία και παρότι ορισμένες ομάδες πραξικοπηματιών αντιστέκονται στην Κωνσταντινούπολη, δεν συνιστούν πλέον απειλή. Με βάση τον απολογισμό που δόθηκε στη δημοσιότητα οι νεκροί ξεπερνούν τους 250 και οι τραυματίες τους 1.200. Εκτός από στρατιωτικούς, οι τουρκικές αρχές έχουν συλλάβει περίπου 2.800 δικαστικούς και εισαγγελείς, όπως μεταδίδουν τουρκικά μέσα.»
Έβαλε ξανά τη ΦΩΤΟ στο αρχείο. Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον πρωινό καφέ του και μουρμουρίζοντας μπήκε στο δωμάτιο: « Ο λαός πάλι θα είναι χαμένος. Γλύτωσε από τη Σκύλα, αλλά είναι δέσμιος της Χάρυβδης. Ως πότε θα ποτίζει ξένες γλάστρες;».

23 παθιασμένα ψέματα για τον ένοπλο λαϊκό αγώνα -επιλογή αποσπασμάτων

 23 παθιασμένα ψέματα για τον ένοπλο λαϊκό αγώνα -επιλογή αποσπασμάτων

Η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει σήμερα δύο αποσπάσματα-υποκεφάλαια από το πολύ σημαντικό ένθετο του τμήματος ιστορίας της κετουκε (με τον τίτλο της ανάρτησης) που κυκλοφόρησε με τον προχτεσινό κυριακάτικο Ρίζο. Καλή ανάγνωση (και να το λάβετε ως προτροπή για να προμηθευτείτε και να μελετήσετε την έκδοση, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει).

Πόσο νέο είναι το "νέο κύμα" των "αναθεωρητών";

Οι Καλύβας - Μαραντζίδης στον πρόλογο του βιβλίου αναφέρουν:
αποτιμούμε τον χαρακτηρισμό μας ως "αναθεωρητών" ως ιδιαίτερα τιμητικό, αφού εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της επιστημονικής προσέγγισης. Τα μόνα κείμενα που δεν αναθεωρούνται είναι τα θρησκευτικά θέσφατα και ο μόνος κόσμος μέσα στον οποίο ο όρος "αναθεώρηση" αποτελεί ανάθεμα είναι ο κόσμος του δόγματος και της μίας και μοναδικής αλήθειας.

Κάνουν τους ανήξερους. Η "ιστορική αναθεώρηση", ειδικότερα του ναζισμού, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, όταν ο Γερμανός καθηγητής Νόλτε, που ανακάλυψε ότι η γερμανική ιστορία δεν είχε γραφτεί αντικειμενικά, εισηγήθηκε την "κανονικοποίησή" της. πατώντας στο έδαφος των αμερικανικών αντικομμουνιστικών αναλύσεων περί δύο ολοκληρωτισμών, αποτίμησε το ναζισμό ως κίνημα-απάντηση στον κομμουνισμό, με τον οποίο υιοθετούσε ίδιες μεθόδους και μοιραζόταν το αντικαπιταλιστικό σκεπτικό!

Αργότερα, αντιμετωπίζοντας την Ιστορία ως "μεταπολιτικό φαινόμενο", δηλαδή αφαιρώντας κάθε ταξικό κριτήριο αποτίμησής της και προχωρώντας σε επιδερμικές αντι-ιστορικές συσχετίσεις, "τεκμηρίωσε" την ομοιότητα του κομμουνισμού με το φασισμό στη χρήση βίας και υποστήριξε ότι η ναζιστική εισβολή στην ΕΣΣΔ αποτελούσε την επιθετική άμυνα στην κομμουνιστική βία. Έτσι, απέκρυψε τη μήτρα της ναζιστικής βίας, δηλαδή το καπιταλιστικό σύστημα, που έχει την αντεργατική-αντιλαϊκή βία δομικό στοιχείο του και που ως τέτοιο προϋπήρχε του κομμουνιστικού κινήματος. Εξάλλου, ως βία ο Νόλτε, όπως και οι δύο συγγραφείς, αντιλαμβανόταν αποκλειστικά την παραβίαση του αστικού δικαιώματος και οι δύο συγγραφείς, αντιλαμβάνονταν αποκλειστικά την παραβίαση του αστικού δικαίου και όχι την ταξική εκμετάλλευση, που αυτό το "δίκαιο" κατοχυρώνει και προασπίζεται.

Έτσι, ο Νόλτε θεώρησε αναγκαία την απαλλαγή της αστικής εξουσίας, την απαλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος από το ιστορικό βάρος του ναζισμού μέσω της αναθεώρησης του "μύθου" του Γ' Ράιχ, τον οποίο και αποτίμησε ως αντιεπιστημονική κατασκευή των νικητών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Κατά συνέπεια, τα "εργαλεία" και τα επιχειρήματα του "νέου κύματος" όχι μόνο είναι παμπάλαια, αλλά και πολλά από αυτά αποτελούν αντιγραφή αστικών επιχειρημάτων. Εξάλλου και στο πλαίσιο της ελληνικής ιστοριογραφίας, το επιχείρημα του "νέου κύματος", ότι τα Τάγματα Ασφαλείας δημιουργήθηκαν ως αντίδραση στα "εγκλήματα" του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, έχουν ειπωθεί πριν 71 χρόνια (δίκη δωσίλογων 1945) από τον πρώην πρωθυπουργό, αρχηγό της ΕΡΕ του Κ. Καραμανλή, Παναγιώτη Κανελλόπουλο, καθώς και από άλλους μάρτυρες κατηγορίας στη δίκη των δωσιλογων, που έγιναν στην πράξη μάρτυρες υπεράσπισής τους.

Ο χαρακτήρας, η σημασία και η αποτελεσματικότητα της Αντίστασης. Το ΕΑΜ ήταν... ζημιά!

Η αποτίμηση της αντίστασης βρίθει διαστρεβλώσεων, αντιφάσεων και αλληλοαποκλειόμενων συμπερασμάτων. Καταρχήν, επικρίνουν την αντίσταση των συγκροτημένων οργανώσεων επειδή είχε πολιτικές στοχεύσεις, ενώ παρουσιάζουν με τα φωτεινότερα χρώματα την "αυθόρμητη αντίδραση":

"Ήταν ιδιαίτερα έντονη, ήταν άοπλη και εκφράστηκε γρήγορα, άμεσα και αυθόρμητα, κυρίως με την απόκρυψη, διάσωση αλλά και την φυγάδευση βρετανών στρατιωτικών που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα... Η δράση αυτή είχε πολύ μεγάλο ρίσκο καθώς όσοι συλλαμβάνονταν κινδύνευαν να πληρώσουν ακόμα και με την ίδια τη ζωή τους... Αργότερα η αυθόρμητη αυτή αντίσταση θα λάβει άλλες μορφές, όπως συμμετοχή στην οργάνωση, φυγάδευση Ελλήνων προς την Τουρκία και την Αίγυπτο, καθώς και απόκρυψη και διάσωση Εβραίων. Αλλά και η ακρόαση ραδιοφωνικών εκπομπών... Δυστυχώς αυτή η πολύμορφη και αυθόρμητη δράση δεν έχει λάβει την αναγνώριση που αξίζει... "

Αποθεώνουν επίτηδες εκείνες τις ατομικές και (συζητήσιμο πόσο) "αυθόρμητες" δράσεις που δεν στρέφονταν ένοπλα εναντίον των κατακτητών, καθώς θεωρούν θεμιτές και επιθυμητές μόνο τις αντιστασιακές ενέργειες που διεξάγονταν από έναν αστικό θεσμό (αστικό κράτος ή απομεινάρια του αστικού στρατού) είτε από μεμονωμένα πρόσωπα.

Ταυτόχρονα, επιτίθενται στην οργανωμένη πάλη, κυρίως εναντίον του ΕΑΜ, με φράσεις από τις οποίες δεν θα είχαν να ζηλέψουν τίποτα οι διάφοροι Τσολάκογλου. Γράφουν:

"Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αντίσταση ωφέλησε ή έβλαψε τη χώρα. Συνέβαλε για παράδειγμα στην ήττα του Άξονα στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο;... Οι λίγες χιλιάδες γερμανικές απώλειες... δεν αποτέλεσαν ουσιαστική προσφορά και με κανέναν τρόπο δεν ισοσκελίζουν, ούτε καν πλησιάζουν σε απόσταση, τις ελληνικές απώλειες... Οι ζημιές στις υποδομές της χώρας υπήρξαν τεράστιες και πολλές προκλήθηκαν από την ίδια την Αντίσταση. Η χώρα εξάλλου δεν απελευθερώθηκε χάριν στην Αντίσταση. Οι Γερμανοί αποχώρησαν μόνο όταν έγινε σαφές ότι αν παρέμεναν κι άλλο θα τους απέκοπταν οι προελαύνοντες Σοβιετικοί... Επιπλέον... ιδιαίτερα η ένοπλη αντίσταση ενίσχυσε τη συνεργασία με τους κατακτητές αντί να την περιορίσει και ταυτίστηκε με έναν εμφύλιο πόλεμο που οδήγησε σε νέες μεταπολεμικές εμφυλιακές συγκρούσεις...."

Επομένως, η Αντίσταση όχι μόνο δεν χρειαζόταν αλλά έκανε και ζημιά! Αυτά έλεγε και ο Τσολάκογλου. Αλλά, με την ίδια λογική θα έπρεπε όλοι οι λαοί να κάτσουν στα αβγά τους και να αφήσουν ανενόχλητες τις δυνάμεις του Άξονα, αφού το κύριο ευρωπαϊκό μέτωπο βρισκόταν στην ΕΣΣΔ. Αυτό ακριβώς ήθελαν οι χιτλερικοί επιδιώκοντας να ρίξουν όλες τις δυνάμεις τους εναντίον της ΕΣΣΔ, αυτό ακριβώς υποστηρίζουν και οι Καλύβας-Μαραντζίδης.

Ας δούμε όμως με ποιά "επιστημονικά" επιχειρήματα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη θέση τους:

Πρώτο επιχείρημα: Η ελληνική Αντίσταση δεν επέδρασε καθοριστικά στην έκβαση του πολέμου.

Φυσικά, δεν υποστηρίζει κανείς ότι ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ αυτοί που έγειραν την πλάστιγγα του πολέμου γενικότερα σε βάρος των δυνάμεων του Άξονα. Ο καθοριστικός παράγοντας στην Ευρώπη γι αυτό ήταν ο Κόκκινος Στρατός, συνολικά η ΕΣΣΔ. Ωστόσο, με την δράση τους το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, καθήλωσαν 8-12 μεραρχίες, δηλαδή μια κρίσιμη δύναμη που διαφορετικά μπορούσε να είχε μεταφερθεί στο ανατολικό μέτωπο. Παράλληλα το ΕΑΜ απέτρεψε την αναγκαστική μεταφορά εργατών στα γερμανικά εργοστάσια έπειτα από τις μαζικότατες διαδηλώσεις του (5 Μάρτη 1943) και την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης Κατοχής που θα επέτρεπαν την αποδέσμευση των στρατιωτικών δυνάμεων των ναζί.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δεν μπορεί να αποτιμηθεί αποκομμένη όπως εσκεμμένα επιχειρούν οι Καλύβας-Μαραντζίδης, αλλά προστιθέμενη σε αυτή των άλλων αντιστασιακών οργανώσεων στις οποίες πρωτοστάτησαν οι κομμουνιστές σε όλη την Ευρώπη. Μόνο έτσι καταδεικνύεται η μεγάλη συμβολή της αντιφασιστικής πάλης των λαών στην έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Βέβαια, αυτά δεν αφορούν τους συγγραφείς, που, θεωρώντας ατελέσφορο και επιζήμιο κάθε εργατικό-λαϊκό αγώνα, βιάζονται να τον κρίνουν στην βάση του αριθμού των νεκρών. Όμως, αν υιοθετήσουμε τη λογική τους, τότε και η ΕΣΣΔ στον βαθμό που κατόρθωσε να προξενήσει 10 εκατομμύρια απώλειες στο ναζιστικό στρατό και τους συνεργάτες του, ενώ καταμέτρησε 20 εκατομμύρια δικούς της νεκρούς και συνολικά 30 εκατομμύρια θύματα, μαζί με τους ανάπηρους και τραυματίες, μάλλον δεν... έπρεπε να παλέψει για την ήττα των ναζί. Αν προσθέσουμε και τις εκτεταμένες καταστροφές στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, οι συγγραφείς θα συμβούλευαν την εργατική εξουσία, να παραδοθεί αμαχητί.

Επίσης, αποτιμώντας ως νόμιμη την αστική κρατική βία, σημασία για τους συγγραφείς δεν έχουν και τα άλλα θύματα των κατακτητών. Γι αυτό δεν αναφέρονται στους εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από πείνα στην Κατοχή. Ούτε εκτιμούν πόσο οι αντιστασιακές ενέργειες (συσσίτια, απελευθέρωση περιοχών, απεργιακές κινητοποιήσεις, αποτροπή επιστράτευσης κλπ) απέτρεψαν την αύξηση των θυμάτων. Δε λένε τίποτα για την αντιστρόφως ανάλογη σχέση ανάμεσα στην κλιμάκωση της ΕΑΜικής αντίστασης και του αριθμού των νεκρών από πείνα.

Δεύτερο επιχείρημα: Η Ελλάδα δεν απελευθερώθηκε από τους αντάρτες. Ωστόσο, πριν την αποχώρηση των Γερμανών, μεγάλο τμήμα είχε απελευθερωθεί από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Όπως παρατηρούσε ο Βρετανός απεσταλμένος ταγματάρχης Wallace:
"Προτού μεταβώ εκεί ο ίδιος, δεν είχα αντιληφθεί ούτε πόσο εκτεταμένη είναι, ούτε πόσο ελεύθερη είναι... εκτείνεται αδιάσπαστα από τη νότια Σερβία, μέχρι τα βουνά της Γκιώνας και του Παρνασσού. Στην περιοχή αυτή, κυκλοφορείς με απόλυτη ασφάλεια. Μπορείς να ταξιδέψεις από την Φλώρινα μέχρι τα περίχωρα των Αθηνών απλώς με ένα διαβατήριο του ΕΑΜ." 
Ο Βρετανός ταγματάρχης Stevens, σημείωνε επίσης:
"Ακόμα και στην κατεχόμενη ζώνη, η κατοχή περιορίζεται σε ορισμένες μεγάλες πόλεις, στρατηγικά σημαντικά σημεία και στην φύλαξη ζωτικών γραμμών επικοινωνίας."

Τρίτο επιχείρημα: Η Αντίσταση ήταν καταστροφική επειδή όξυνε τις εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Κρύβουν την ανελέητη ταξική επίθεση που διεξαγόταν εναντίον του ελληνικού λαού από τους κατακτητές, τους συνεργάτες τους και από την αστική τάξη συνολικά, ανεξάρτητα από το αν ήταν υπέρ ή κατά των Γερμανών. Η κυβέρνηση του Καΐρου, την οποία εκθειάζουν ήταν μέρος αυτής της αντιλαϊκής επίθεσης που προηγήθηκε της ΕΑΜικής Αντίστασης, αλλά και εξακολούθησε στη διάρκειά της.

Βέβαια, σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο πραγματικός φόβος των Καλύβα-Μαραντζίδη και η αιτία των ιστορικών διαστρεβλώσεων. Η δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ανεξάρτητα από την προβληματικότητα των στρατηγικών επεξεργασιών του ΚΚΕ, μετέβαλε τους ταξικούς συσχετισμούς, κλονίζοντας την αστική εξουσία. Έτσι, τα αντιμαχόμενα τμήματα της αστικής τάξης επανενώθηκαν, επιδιώκοντας τη συντριβή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και αποδεικνύοντας ότι ως πρώτιστο κίνδυνο αναγνώριζαν τον εσωτερικό ταξικό εχθρό και όχι τον ξένο (αστό όπως και αυτοί) κατακτητή.

«Ακαμψία» και «ευελιξία» στην αγορά εργασίας

«Ακαμψία» και «ευελιξία» στην αγορά εργασίας
Πυκνώνουν το τελευταίο διάστημα οι παρεμβάσεις της Κομισιόν σε ό,τι αφορά τις επικείμενες ανατροπές στα Εργασιακά. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η επίτροπος για την Απασχόληση, Μ. Τίσεν, η οποία μέσα σε λίγες μέρες έδωσε συνέντευξη σε δύο ελληνικά Μέσα (ΑΠΕ - ΜΠΕ και «Capital»), αναλύοντας τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αγορά εργασίας και τις μεταρρυθμίσεις που είναι «αναγκαίο» να γίνουν από Σεπτέμβρη, όχι βέβαια από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων, αλλά προς το συμφέρον των επιχειρηματικών ομίλων.
Ορισμένα σημεία από αυτή την τελευταία συνέντευξη της αξιωματούχου της ΕΕ έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οπως, για παράδειγμα, η διαπίστωση ότι «η ακαμψία είναι ένας από τους λόγους των δυσκολιών της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, ενώ το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά -7,9% μεταξύ του 2008 και του 2010, η αμοιβή ανά εργαζόμενο αυξήθηκε κατά 0,9% κατά την ίδια περίοδο».
Στην πραγματικότητα, η επίτροπος λέει ότι οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν στη μείωση του κόστους εργασίας άργησαν να εφαρμοστούν στην Ελλάδα, με δεδομένο ότι στην αρχή της κρίσης ίσχυαν ακόμα οι κλαδικές συμβάσεις του 2009, οι ωριμάνσεις στους μισθούς και ο κατώτερος μισθός των 751 ευρώ μεικτά, γεγονός που συντέλεσε στην οριακή σχετική αύξηση των μισθών την περίοδο εκείνη. Μετά, βέβαια, ήρθαν οι σαρωτικοί αντεργατικοί νόμοι και τα μνημόνια, για να επανέλθουν τα πράγματα σε τάξη...
***
Ωστόσο, είναι φανερό τι επιδιώκει το κεφάλαιο: Να διαμορφώνονται οι μισθοί σε άμεση συνάρτηση με τα σκαμπανεβάσματα της καπιταλιστικής οικονομίας, εννοείται προς τα κάτω, αφού την περίοδο των μεγάλων ρυθμών ανάπτυξης και της υπερκερδοφορίας, κανένας επιχειρηματικός όμιλος δεν μοιράστηκε τα κέρδη του με τους εργαζόμενους. Θυμίζουμε ότι και τότε, οι αυξήσεις στον κατώτερο μισθό ήταν της τάξης των 0,66 και 0,77 ευρώ τη μέρα!
Αλλωστε, όπως παραδέχεται και η επίτροπος στη συνέντευξή της, «το κόστος εργασίας στην Ελλάδα έχει μειωθεί σημαντικά, ευθυγραμμισμένο όλο και περισσότερο με την παραγωγικότητα, και οι επιχειρήσεις έχουν επαρκή περιθώρια για να προσαρμοστούν».
Κατά τον ίδιο τρόπο, συστήνει: «Για να επιστρέψετε πίσω στην ανάπτυξη, είναι σημαντικό να εφαρμόζετε με συνέπεια φιλικές στην ανάπτυξη μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη βελτίωση του επιχειρηματικού και του αναπτυξιακού περιβάλλοντος (...)». Για το περιεχόμενο των επερχόμενων μεταρρυθμίσεων, η ίδια λέει: «Αυτή η διαδικασία αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα να αναπτύξει μια σταθερή ρύθμιση (...) που να εξασφαλίζει τη σωστή ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη την πολύ υψηλή ανεργία (...)».
Με άλλα λόγια, στόχος των μεταρρυθμίσεων που ετοιμάζονται στο πλαίσιο της δεύτερης «αξιολόγησης» είναι η παραπέρα εδραίωση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας: Ευελιξία στη διαμόρφωση των μισθών, στις εργασιακές σχέσεις, στα ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Η ευελιξία αυτή είναι για το κεφάλαιο το αντίδοτο στην «ακαμψία» που διαπίστωσε λίγο πριν η επίτροπος, μιλώντας για την αναπροσαρμογή προς τα κάτω του κόστους εργασίας. Επομένως, συνάγεται ότι «ακαμψία» για τα μονοπώλια και την Κομισιόν είναι τα υπολείμματα των εργασιακών και μισθολογικών δικαιωμάτων, των συλλογικών συμβάσεων, των συνδικαλιστικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.
***
Πάμε τώρα σε πιο συγκεκριμένα ζητήματα. Ρωτήθηκε η επίτροπος για τις ομαδικές απολύσεις και απάντησε ως εξής: «Οι επενδυτικές αποφάσεις επηρεάζονται από πολλούς παράγοντες (...) Συνολικά, η ευελιξία έχει αυξηθεί, βελτιώνοντας την ικανότητα των επιχειρήσεων να προσαρμοστούν στο μεταβαλλόμενο οικονομικό περιβάλλον και να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας (...) Σε άλλες περιπτώσεις, περαιτέρω βελτιώσεις είναι ακόμη δυνατές, για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα, η σαφήνεια και η συνοχή του συνολικού ρυθμιστικού πλαισίου της αγοράς εργασίας». Δηλαδή, η παραπέρα απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων είναι ένα από τα πεδία που η κυβέρνηση έχει πολλά ακόμα να κάνει προκειμένου να ενισχύσει το επενδυτικό κλίμα.
Σε άλλη ερώτηση, για το ενδεχόμενο να καταργηθούν ο 13ος και 14ος μισθός, η απάντησή της δεν απέχει πολύ απ' αυτή που δίνουν η κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης για το ίδιο θέμα. Λέει, λοιπόν, ότι «από οικονομική άποψη, δεν κάνει καμία διαφορά αν οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα καταβάλλονται δώδεκα, δεκατρείς ή δεκατέσσερις φορές το χρόνο. Αυτό που έχει σημασία τελικά (...) είναι το συνολικό ετήσιο ποσό της αποζημίωσης».
Αυτό πρακτικά σημαίνει ενσωμάτωση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, μαζί και του επιδόματος της άδειας, στον τακτικό μισθό. Κοροϊδεύουν, όμως, όσοι λένε ότι έτσι διασφαλίζονται ο 13ος και ο 14ος μισθός για τους εργαζόμενους. Το αμέσως επόμενο βήμα θα είναι η σχετική και απόλυτη μείωση των μισθών από τους εργοδότες, η οποία μάλιστα θα παρουσιαστεί και ως «παραχώρηση», προκειμένου να διασωθούν τάχα τα δώρα και το επίδομα άδειας!
***
Για τελευταίο αφήσαμε τη θέση της Κομισιόν για το συνδικαλιστικό νόμο. Λέει η επίτροπος: «Ισχυρά συνδικάτα είναι απαραίτητο να υπάρχουν για ένα γόνιμο κοινωνικό διάλογο και συλλογικές διαπραγματεύσεις. Οι απεργίες είναι ένα νόμιμο διαπραγματευτικό εργαλείο, αλλά μπορεί επίσης να είναι ένα σημάδι της αποτυχίας του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων έχει πρόσφατα συσταθεί επίσης για την επανεξέταση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και απεργιακές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα».
Με άλλα λόγια: Ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα και παντού είναι ανεκτός όταν υιοθετεί τη γραμμή του κοινωνικού εταιρισμού και συμπράττει με την εργοδοσία και το κράτος της στο στόχο της διατήρησης της ανταγωνιστικότητας σε υψηλά επίπεδα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στην Ελλάδα αναμορφώνεται παράλληλα το πλαίσιο για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και αυτό για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα. Στόχος τους είναι να βάλουν περισσότερα εμπόδια σε εκείνες τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που απορρίπτουν την «κοινωνική συναίνεση» και παλεύουν από ταξική σκοπιά για ανάκτηση των απωλειών που είχαν οι εργαζόμενοι τα προηγούμενα χρόνια, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών τους.

Βαρέλι χωρίς πάτο...

Βαρέλι χωρίς πάτο...


Με «ελάχιστο κοινό παρονομαστή» την επιτάχυνση των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων που έχει ανάγκη το κεφάλαιο και οι οποίες σχετίζονται και με το «κλείσιμο» της δεύτερης «αξιολόγησης» του μνημονίου εξελίσσονται οι συνεννοήσεις ανάμεσα στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και το κουαρτέτο, σε συνδυασμό με τους διεμβολισμούς από την πλευρά των ΗΠΑ, των οποίων ο υπουργός Οικονομικών, Τζ. Λιου, καταφτάνει σήμερα στην Αθήνα, σε συνέχεια της πρόσφατης επίσκεψης του Επιτρόπου Οικονομικών της ΕΕ, Π. Μοσκοβισί.
Την ίδια ώρα, με φόντο και τους εντεινόμενους γεωπολιτικούς ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, στο γενικότερο κάδρο ξεπροβάλλουν οι αυξημένες αβεβαιότητες και τα ρίσκα γύρω από τις οικονομικές εξελίξεις, τόσο στο πλαίσιο της ΕΕ και της Ευρωζώνης όσο και γενικότερα στην παγκόσμια οικονομία, σε μια εξέλιξη που ενεργοποιεί ακόμη περισσότερο τα αντιλαϊκά ανακλαστικά.
Χαρακτηριστικά, σε χτεσινή έκθεση της Κομισιόν αναφέρεται ότι χωρίς πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση μετά την έξοδο της Βρετανίας (π.χ. σε εμπόριο, κινητικότητα αγαθών, υπηρεσιών και εργασίας, πολιτικές απαντήσεις), η «νέα ισορροπία» είναι αδύνατο να καθοριστεί, ενώ και η πλευρά του ΔΝΤ προχώρησε χτες σε νέα υποβάθμιση των εκτιμήσεών του ως προς τις προοπτικές μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην παγκόσμια οικονομία.
Σε ένα τέτοιο φόντο, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στην Αθήνα και των συζητήσεών του με τον πρωθυπουργό και το οικονομικό επιτελείο, ο Π. Μοσκοβισί, προλειαίνοντας το έδαφος, έκανε λόγο για τις «δυσκολίες» που αφορούν το ζήτημα των «λύσεων» για την «αγορά εργασίας» στην Ελλάδα.
«Η προώθηση των συμπερασμάτων της ανάλυσης της αγοράς εργασίας θα είναι δύσκολη και επί της οποίας ελπίζουμε να συνεργαστούμε», τόνισε μιλώντας σε κοινή συνεδρίαση Επιτροπών της ελληνικής Βουλής, απευθυνόμενος τόσο στη συγκυβέρνηση όσο και συνολικά στα κόμματα της αστικής διαχείρισης.
Επιπλέον, έβαλε στο κάδρο και την ανάγκη διαμόρφωσης ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων, όπως έχει υποδείξει και η πλευρά του ΣΕΒ: «Η πρόκληση είναι διπλή: Αφενός να εξασφαλίσουμε ότι όλο το πολιτικό φάσμα συνεργάζεται προς το σκοπό αυτό, ακολουθώντας την ίδια κατεύθυνση - τήρηση των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί και προσπάθεια για την μακροπρόθεσμη οικονομική και κοινωνική σταθερότητα υπέρ αυτών των νέων γενεών. Και αφετέρου εξασφάλιση της βιωσιμότητας των αλλαγών που έχουν ξεκινήσει», τόνισε χαρακτηριστικά. Οπου, βέβαια, τα περί... «βιωσιμότητας των αλλαγών που έχουν ξεκινήσει» σημαίνουν τη μονιμοποίηση των αντιλαϊκών μέτρων, τόσο της σημερινής κυβέρνησης όσο και των προκατόχων της, ανεξάρτητα από μνημόνια και δανειακές συμβάσεις.
Την ίδια στιγμή, η συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δίνει «όρκους πίστης» στην αταλάντευτη, χωρίς παρεκκλίσεις και χρονοτριβές, εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων βέβαια των νέων χτυπημάτων στα Εργασιακά.
Οπως αναφέρεται σε κυβερνητική ανακοίνωση, η συνάντηση του Αλ. Τσίπρα με τον Π. Μοσκοβισί πραγματοποιήθηκε σε «ιδιαίτερα θετικό κλίμα» και διαπιστώθηκε το «πολύ καλό επίπεδο συνεργασίας». Ταυτόχρονα, «υπογραμμίστηκε η ανάγκη να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος στο πλαίσιο των συμφωνηθέντων και χωρίς αποκλίσεις από το ευρωπαϊκό κοινωνικό κεκτημένο». Και βέβαια, τα περί «ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου» αποτελούν μια ακόμη απάτη ολκής και απόπειρα εξαπάτησης του λαού. Τόσο η ΕΕ όσο και η πλευρά του ΔΝΤ συμπλέουν σε στρατηγική κατεύθυνση και στο ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, σε αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις που προωθούνται σε όλη την ΕΕ, ακριβώς γιατί αυτό απαιτούν οι ανάγκες του κεφαλαίου.
Οσο για τα αντιλαϊκά παζάρια σχετικά με τους στόχους για τα «πρωτογενή πλεονάσματα» μετά το 2018, στην πραγματικότητα αφορούν στην ανακατεύθυνση πόρων των κρατικών προϋπολογισμών, που καταβάλλονται για την εξυπηρέτηση του κρατικού χρέους σε τομείς στήριξης του εγχώριου κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για το ύψος των «πλεονασμάτων» αφορά στην περίοδο που θα ακολουθήσει μετά την αναμενόμενη τυπική λήξη του τρέχοντος μνημονίου, δηλαδή και στο πλαίσιο της «κανονικότητας» του εγχώριου κεφαλαίου, πέρα και πάνω από μνημόνια και δανειακές συμβάσεις.

Ανακοίνωση για τις εξελίξεις στην Τουρκία

Ανακοίνωση για τις εξελίξεις στην Τουρκία



Ανακοίνωση, για τις εξελίξεις στην Τουρκία και την απόπειρα πραξικοπήματος, εξέδωσε χτες το Γραφείο Τύπου της ΚΕ του ΚΚΕ. Η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«


Τα μέχρι τώρα στοιχεία, σχετικά με τις εξελίξεις στην Τουρκία και την απόπειρα πραξικοπήματος, παραπέμπουν σε όξυνση των εσωτερικών ενδοαστικών αντιθέσεων, των διαφορών ανάμεσα στα διάφορα κέντρα εξουσίας στη χώρα, οι οποίες διαπλέκονται με τους συνολικότερους διεθνείς ανταγωνισμούς στην ευρύτερη περιοχή της Συρίας, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, με την άμεση παρέμβαση και αντιπαράθεση ισχυρών καπιταλιστικών κρατών.

Σε αυτούς τους ανταγωνισμούς συμμετείχε και συμμετέχει ενεργά και η Τουρκία, με στόχο την υπεράσπιση των συμφερόντων της τουρκικής άρχουσας τάξης και την ενίσχυσή της ως περιφερειακής δύναμης. Η ενεργός εμπλοκή της Τουρκίας στις εξελίξεις στη Συρία, οι πολεμικές επιχειρήσεις που διεξήγαγε στο βόρειο τμήμα της, όπου κατοικούν πληθυσμοί κουρδικής καταγωγής, οι σχέσεις με το "Ισλαμικό Κράτος" την έφεραν αρκετές φορές σε αντιπαράθεση με παραδοσιακούς συμμάχους της, π.χ. ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κι άλλους.
Οπωσδήποτε, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση των γεγονότων και στοιχείων που οδήγησαν στην απόπειρα πραξικοπήματος και στην τελική επικράτηση της κυβέρνησης Ερντογάν. Κυρίως, χρειάζεται να διερευνηθεί ποιες δυνάμεις στήριξαν το πραξικόπημα, εγχώριες και ξένες, ποιες ήταν οι στοχεύσεις τους, ο ρόλος των λεγόμενων "κεμαλικών" και "κοσμικών" δυνάμεων ή των δυνάμεων του ιμάμη Γκιουλέν, που το καθεστώς Ερντογάν "δείχνει" ως υπαίτιους, "ξηλώνοντας" χιλιάδες από τον κρατικό μηχανισμό, ο ρόλος των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, η πραγματική κατάσταση στον τουρκικό στρατό και σε τμήματά του, πιθανοί συμβιβασμοί και ανταλλάγματα που υπήρξαν και έκριναν την έκβαση του πραξικοπήματος.
Χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση της στάσης των ΗΠΑ κι άλλων ΝΑΤΟικών δυνάμεων, οι οποίες στην αρχή εκδήλωσης του πραξικοπήματος έκαναν λόγο για "ανάγκη συνέχειας του κράτους" και στην πορεία, όταν η πλάστιγγα είχε γείρει υπέρ των δυνάμεων Ερντογάν, τάχθηκαν υπέρ της "δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης της Τουρκίας". Επίσης, πρέπει να συνυπολογιστούν οι κινήσεις της τουρκικής ηγεσίας, το τελευταίο διάστημα, για εξομάλυνση των σχέσεων με τη Ρωσία και το Ισραήλ.
Η οργανωμένη κίνηση σημαντικών δυνάμεων του στρατού, η απόπειρα δολοφονίας του Ερντογάν, ο αριθμός των νεκρών, τραυματιών και συλληφθέντων, ανάμεσά τους και πολλοί στρατηγοί, οι πολύωροι βομβαρδισμοί στην Αγκυρα, οι οδομαχίες σε άλλες πόλεις, δεν δικαιολογούν τη θέση για "σκηνοθετημένο" πραξικόπημα ή πραξικόπημα - οπερέτα. Ο χρόνος θα ξεκαθαρίσει πολλά από αυτά, όπως και το ποιος τελικά ωφελείται ή θα ωφεληθεί από αυτήν την κατάσταση.
Σε κάθε περίπτωση, οι ενδοαστικές, αλλά και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί, εξ ορισμού, δεν προμηνύουν τίποτα το καλό για τους λαούς της περιοχής και κυρίως για τον τουρκικό λαό, ο οποίος όλο το προηγούμενο διάστημα ήρθε αντιμέτωπος με τη διαρκή αντιλαϊκή πολιτική των κυβερνήσεων του AKP, του κόμματος του Ερντογάν. Οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια και η βελτίωση της θέσης ορισμένων μεσαίων στρωμάτων, σε καμιά περίπτωση δεν εξάλειψαν τη φτώχεια, την ανεργία, την καταστολή, την άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στην Τουρκία.
Η πολιτική αυτή δεν παραγράφεται από το γεγονός ότι ο Ερντογάν κατάφερε τελικά να ελέγξει την κατάσταση. Ούτε, βέβαια, η απάντηση στην αντιλαϊκή πολιτική μπορεί να είναι πραξικοπήματα που εκφράζουν διαφορετικές μερίδες της αστικής τάξης, ούτε να δικαιολογήσει τα περί "αποκατάστασης της δημοκρατίας" στην Τουρκία ή τις αυταπάτες που ορισμένοι καλλιεργούν ότι μπορεί το καθεστώς Ερντογάν να "πάρει το μήνυμα" ότι χρειάζονται περισσότερα κοινωνικά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες. Τέτοιες προσδοκίες καταρρίπτονται ήδη από τα όσα συμβαίνουν τις πρώτες μέρες μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος, που δείχνουν ότι η επίθεση δεν θα περιοριστεί στους "πρωταίτιους" του πραξικοπήματος και τα στηρίγματά τους στον κρατικό μηχανισμό, αλλά θα κλιμακωθεί κατά του λαού, των αστικών δικαιωμάτων του, αλλά πολύ περισσότερο των εργατικών, λαϊκών και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Την ίδια ώρα, είναι γνωστές και εκφρασμένες οι επιθετικές θέσεις της αστικής τάξης της Τουρκίας και του τουρκικού κράτους για το Αιγαίο, η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αλλά και στο Κυπριακό που παραμένει ανοιχτό.
Τα γεγονότα στην Τουρκία έδειξαν, για μια ακόμη φορά, ότι η κατάσταση στην περιοχή "μυρίζει μπαρούτι" και σημαδεύεται από τις έντονες αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς ισχυρών ιμπεριαλιστικών κέντρων, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ έχει τεράστιες ευθύνες, γιατί συμμετέχει ενεργά στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς για λογαριασμό του ελληνικού κεφαλαίου, στήριξε τις πρόσφατες επικίνδυνες αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, που σηματοδοτούν κλιμάκωση των ανταγωνισμών, κυρίως ανάμεσα σε ΝΑΤΟ - Ρωσία, ενώ καλλιεργεί ψεύτικες ελπίδες ότι η Ελλάδα μπορεί να είναι "νησίδα" σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή.
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, απαιτείται λαϊκή αγωνιστική ετοιμότητα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τις επεμβάσεις, τη συμμετοχή της χώρας μας σε αυτές. Απαιτείται, επίσης, ο κάθε λαός να μην εγκλωβίζεται στο ένα ή το άλλο εχθρικό - για τα συμφέροντά του - σενάριο, στις ενδοαστικές αντιθέσεις. Αντίθετα, έχει κάθε συμφέρον να αναπτύξει τη δική του αυτοτελή, μαζική δράση, να προετοιμάζει και να διεκδικεί σε κάθε καμπή και στιγμή τη δική του λύση, με κριτήριο τις δικές του ανάγκες και με στόχο την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, την αποδέσμευση από τις διάφορες ιμπεριαλιστικές συμμαχίες.
Το ΚΚΕ εκφράζει την αλληλεγγύη του στην εργατική τάξη και το λαό της Τουρκίας, στο αδελφό Κομμουνιστικό Κόμμα στην Τουρκία, το οποίο σε συνθήκες ενός εξαιρετικά αρνητικού συσχετισμού, διεξάγει αυτόν το δύσκολο, αλλά μοναδικά ελπιδοφόρο αγώνα.
ΑΘΗΝΑ 19/7/2016
ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ»

«Τρέχουν» οι ενδοαστικές κόντρες και οι ευρύτερες διεργασίες

«Τρέχουν» οι ενδοαστικές κόντρες και οι ευρύτερες διεργασίες
Η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής αξιοποιείται στην εκδήλωση «τριβών» από εταίρους

Στη χτεσινή συνεδρίαση της Βουλής (φωτ.), εκφράστηκαν νέες κατηγορίες για την απροθυμία της Ουάσιγκτον να εκδοθεί ο Γκιουλέν
Στη χτεσινή συνεδρίαση της Βουλής (φωτ.), εκφράστηκαν νέες κατηγορίες για την απροθυμία της Ουάσιγκτον να εκδοθεί ο Γκιουλέν
Νέα ορμή αποκτά η ενδοαστική αντιπαράθεση στην Τουρκία, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος και την αποτροπή του από την κυβέρνηση του ΑΚΡ, αλληλεπιδρώντας με το συνολικότερο πλαίσιο των ανακατατάξεων στη Μέση Ανατολή και την όξυνση των σφοδρών ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.
Οι συλλήψεις και παραπομπές σε δίκη υπόπτων για ανάμειξη στο πραξικόπημα αυξάνονται διαρκώς, ενδεικτικές της σφοδρότητας της ενδοαστικής κόντρας που μαίνεται. Χτες, έγινε γνωστό πως το τουρκικό υπουργείο Παιδείας απέλυσε 15.000 υπαλλήλους, ενώ κάλεσε σε παραίτηση και 1.577 πρυτάνεις και κοσμήτορες.
Επίσης, δυναμώνει η συζήτηση για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στην προχτεσινοβραδινή συνέντευξη που έδωσε στο CNN επέμεινε ότι «ο τουρκικός λαός έκανε σαφές πως θέλει να θανατωθούν οι "τρομοκράτες" που οργάνωσαν το πραξικόπημα». Μάλιστα, υποστήριξε ότι σήμερα, Τετάρτη, θα ανακοινωθεί μία «σημαντική» απόφαση, αφού συνεδριάσουν το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας και το υπουργικό συμβούλιο. «Εάν ο λαός έχει τέτοιο αίτημα, αυτό μπορεί να συζητηθεί μόνο στο Κοινοβούλιο» πρόσθεσε και σχολίασε πως η θανατική ποινή εφαρμόζεται σε διάφορες χώρες του κόσμου «όπως οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Κίνα. Μόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν υπάρχει».

Από τη συνάντηση Γιλντιρίμ - Μπαχτσελί, που ξεκαθάρισε πως το MHP θα στηρίξει την επαναφορά της θανατικής ποινής
Από τη συνάντηση Γιλντιρίμ - Μπαχτσελί, που ξεκαθάρισε πως το MHP θα στηρίξει την επαναφορά της θανατικής ποινής
Πάντως, το εθνικιστικό MHP ήδη τοποθετήθηκε μέσω του ηγέτη του, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, σημειώνοντας πως «είμαστε έτοιμοι να στηρίξουμε την απόφαση, αν το ΑΚΡ την υποβάλει».
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προχωρά σε επαφές με τα κοινοβουλευτικά κόμματα, όπως αυτή που είχε ο πρωθυπουργός, Μπιναλί Γιλντιρίμ, με τον ηγέτη του σοσιαλδημοκρατικού CHP, Κεμάλ Κιλιντσάρογλου, κατά την οποία - σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ - «υπογράμμισαν την ανάγκη να διατηρηθεί η ενότητα της Τουρκίας την επαύριο της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος».
Επίσημο αίτημα για την έκδοση Γκιουλέν
Στο μεταξύ, χτες, το Γενικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η ΜΙΤ (Μυστικές Υπηρεσίες της Τουρκίας) το μεσημέρι της Παρασκευής ειδοποίησε τις Ενοπλες Δυνάμεις για τα σχέδια των πραξικοπηματιών και η πληροφορία «αξιολογήθηκε», ενώ δόθηκαν οδηγίες προφύλαξης, ώστε να σταματήσει η μετακίνηση στρατιωτικών οχημάτων, συμπεριλαμβανομένων αρμάτων μάχης, αεροπλάνων κ.τ.λ.
Αλλωστε, δημοσιεύματα με πληροφορίες για το σχέδιο των πραξικοπηματιών σημειώνουν ότι μια σειρά μέτρα που ελήφθησαν δυσκόλεψαν αργότερα τους πραξικοπηματίες να στήσουν «αερογέφυρα» ανάμεσα σε Αγκυρα και τις νοτιοανατολικές επαρχίες από όπου στόχευαν να μεταφέρουν στρατιωτικές δυνάμεις.
Χτες, η «Χουριέτ» φιλοξενούσε αναλυτικό δημοσίευμα και επικαλούμενη «ανώτατους αξιωματούχους που δεν ήθελαν να κατονομαστούν» υποστήριζε ότι οι πραξικοπηματίες ετοίμαζαν τη μεταφορά 5.000 κομάντος της χωροφυλακής στην Αγκυρα, προκειμένου να αποκλειστούν νευραλγικά σημεία, όπως το Γενικό Επιτελείου Στρατού, το Κοινοβούλιο, το προεδρικό μέγαρο.
Την ίδια στιγμή, χτες, η κυβέρνηση της Τουρκίας υπέβαλε επίσημο αίτημα στην αμερικανική κυβέρνηση, ζητώντας την έκδοση του ισλαμιστή επιχειρηματία ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν που κατηγορεί ως «εγκέφαλο» της απόπειρας πραξικοπήματος. Μάλιστα, ο πρωθυπουργός, Μπιναλί Γιλντιρίμ, έκανε λόγο για τέσσερις φακέλους με στοιχεία που στάλθηκαν και αναδεικνύοντας ξανά τη «δυσαρέσκεια» της Αγκυρας για τη στάση της Ουάσιγκτον τόνισε: «Λένε "δώστε μας στοιχεία"... Ζητήσατε στοιχεία όταν αναζητούσατε τρομοκράτες και καταστράφηκαν οι Δίδυμοι Πύργοι στις 11 Σεπτέμβρη;...».
Χτες αργά το βράδυ, έγινε τηλεφωνική επαφή Ερντογάν και Προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, όπου συζητήθηκε και το θέμα έκδοσης του Γκιουλέν, ωστόσο οι πληροφορίες ήταν συγκεχυμένες για το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας.
Νέες επικριτικές δηλώσεις Ευρωπαίων
Και ενώ η Αγκυρα έχει χαρακτηρίσει «απαράδεκτη» την κριτική που της ασκείται (κύρια) από «δυτικά» κράτη για τις συλλήψεις και διώξεις υπόπτων για εμπλοκή στην απόπειρα πραξικοπήματος, η ΕΕ εξακολούθησε και χτες να συνδέει τις εξελίξεις με τις ενταξιακές συνομιλίες.
Ο (φιλελεύθερος) πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου Ελμαρ Μπροκ δήλωσε χτες ότι «είναι εμφανής ο κίνδυνος η Τουρκία να απομακρυνθεί κι άλλο από την Ευρώπη. Η εισαγωγή της θανατικής ποινής είναι μια σαφής γραμμή και θα μπορούσε να αποτρέψει τη συνέχιση των συνομιλιών για ένταξη στην ΕΕ», ενώ η σοσιαλδημοκράτισσα εισηγήτρια στην επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωκοινοβουλίου για την έκθεση προόδου της Τουρκίας, Κάτι Πίρι, ανέφερε ότι «η περαιτέρω "πουτινοποίηση" της Τουρκίας θέτει σε κίνδυνο την ΕΕ και θα πρέπει να αποφευχθεί με κάθε κόστος. Ελπίζω ειλικρινά ότι η Τουρκία εκλαμβάνει τα γεγονότα ως μια ευκαιρία για συμφιλίωση και εθνική ενότητα μετά από χρόνια πόλωσης».
Μέσα σε όλα αυτά, ο αρμόδιος Επίτροπος Γκιούντερ Ετινγκερ δήλωσε χτες ότι το σχέδιο για την κατάργηση της βίζας για την Τουρκία συζητιέται αυτήν την περίοδο στο Ευρωκοινοβούλιο, προβλέποντας ότι «δε θα έχουμε τακτοποίηση των ταξιδιών χωρίς βίζα πριν το τέλος του χρόνου». Θυμίζουμε ότι η κατάργηση της βίζας ήταν και βασική πλευρά της συμφωνίας Αγκυρας - Βρυξελλών για το Μεταναστευτικό, της οποίας η εφαρμογή αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ίσως αντιμετωπίσει «δυσκολίες».

TOP READ