10 Φεβ 2019

Τα Λαϊκά Μέτωπα πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο: Η περίπτωση της Ισπανίας (Β' Μέρος)





Διαδήλωση στη Μαδρίτη ενάντια στον Φράνκο τον Ιούλη του 1936
Διαδήλωση στη Μαδρίτη ενάντια στον Φράνκο τον Ιούλη του 1936
Στο προηγούμενο φύλλο του «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» (2-3/2) εξετάστηκαν η ταξική φύση του φασισμού, οι επεξεργασίες της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη συγκρότηση των αντιφασιστικών - λαϊκών μετώπων και η περίπτωση του Λαϊκού Μετώπου της Γαλλίας. Σε αυτό το μέρος περιλαμβάνονται η περίπτωση της Ισπανίας και ορισμένα γενικά συμπεράσματα για τα Λαϊκά Μέτωπα πριν από τον πόλεμο.
***
Στην Ισπανία, οι ενδοαστικές διαμάχες καθορίζονταν και από τη διαφορετική στάση και τους διεθνείς προσανατολισμούς των αστικών τάξεων των Καταλανών και των Βάσκων1, που δεν είχαν αφομοιωθεί από την ισπανική αστική τάξη, ενώ στις περιοχές τους συγκεντρωνόταν η ισχυρότερη βιομηχανία2. Επίσης, επηρεάζονταν από την υποχώρηση της Ισπανίας στον διεθνή καπιταλιστικό ανταγωνισμό και την αδυναμία της να συγκρουστεί πολεμικά με τους ισχυρούς γείτονές της, με αποτέλεσμα να συνδυάζονται με την ένταση της ταξικής εκμετάλλευσης.
Η περίοδος 1918 - 1921 χαρακτηρίστηκε από εκτεταμένες αγροτικές κινητοποιήσεις για το μοίρασμα της γης και οξείες ταξικές συγκρούσεις στα βιομηχανικά κέντρα3. Οι κινητοποιήσεις καθοδηγούνταν κυρίως από την αναρχοσυνδικαλιστική Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας (CNT). Η CNT είχε ταχθεί υπέρ της Οκτωβριανής Επανάστασης και εναντίον της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στην Ουκρανία, και είχε στείλει αντιπρόσωπο στο 2ο Συνέδριο της ΚΔ και στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Κόκκινης Διεθνούς των Συνδικάτων, χωρίς να προσχωρήσει τελικά σε αυτές4. Ετσι, τον Απρίλη του 1920 ιδρύθηκε από νεολαίους σοσιαλιστές το ΚΚ Ισπανίας, στο οποίο ένα χρόνο αργότερα προσχώρησαν αποχωρήσαντες από το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ισπανίας (ΣΕΚΙ)5.

Αιματοβαμμένες μέρες του Αυγούστου 1936 στη Βαρκελώνη. Οι νεκροί παραμένουν άταφοι μέχρι να τους αναγνωρίσουν οι συγγενείς τους...
Αιματοβαμμένες μέρες του Αυγούστου 1936 στη Βαρκελώνη. Οι νεκροί παραμένουν άταφοι μέχρι να τους αναγνωρίσουν οι συγγενείς τους...
Το Σεπτέμβρη του 1923, με την υποστήριξη του βασιλιά, ρωμαιοκαθολικών οργανώσεων και στρατιωτικών, ο γενικός διοικητής της Καταλονίας Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα επέβαλε δικτατορία6, που απαγόρευσε το ΚΚ Ισπανίας7 και τη CNT, τη στιγμή που η καθοδηγούμενη από τους σοσιαλδημοκράτες Γενική Ενωση Εργαζομένων (UGT) παρέμεινε νόμιμη και ο επικεφαλής της, Λάργκο Καμπαγιέρο, ανέλαβε σύμβουλος του κράτους8. Τη δικτατορία αναγνώρισε και το ΣΕΚΙ9.
Μετά την πτώση της δικτατορίας (1930), την αποκατάσταση του αστικού κοινοβουλευτισμού και την εκδίωξη του βασιλιά (1931), το ΚΚΙ απηύθυνε κάλεσμα για ανατροπή της αστικής κυβέρνησης (στην οποία συμμετείχαν και οι σοσιαλδημοκράτες) και επαναστατική κατάκτηση της εργατικής εξουσίας10. Ωστόσο, η έως τότε παράνομη δράση του, η χαμηλή επιρροή του στην εργατική τάξη και οι εσωκομματικές έριδες εμπόδιζαν τη μαζικοποίησή του. Το 1932 η ΚΔ παρενέβη και άλλαξε την ηγεσία του Κόμματος, ενώ η απόπειρα συγκρότησης ξεχωριστών συνδικάτων υπό κομμουνιστική καθοδήγηση προκάλεσε φυγή μελών του προς τους τροτσκιστές, οι οποίοι ίδρυσαν το Ενοποιημένο Μαρξιστικό Εργατικό Κόμμα (POUM)11.
Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, οι Καταλανοί καπιταλιστές δεν αποσκοπούσαν στη δημιουργία αυτόνομου κράτους, αλλά στην αναβάθμιση της Ισπανίας στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Γι' αυτό, οι πρώτες φιλοφασιστικές οργανώσεις εμφανίστηκαν στην κοιτίδα των ταξικών συγκρούσεων, τη Βαρκελώνη12. Παρόμοιος ήταν ο προσανατολισμός των Βάσκων καπιταλιστών, οι οποίοι χρηματοδότησαν τη δημιουργία των «Συμβουλίων της Εθνικής Συνδικαλιστικής Αντεπίθεσης» (JONS). Λίγο αργότερα ισπανικοί επιχειρηματικοί κύκλοι χρηματοδότησαν τον γιο του πρώην δικτάτορα, Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, που ίδρυσε την «Ισπανική Φάλαγγα» (Οκτώβρης 1933), η οποία ενσωμάτωσε τα JONS13.

«Αριστερή όχθη του ποταμού Εβρου, Ισπανία, 1938». Η τελευταία παρέλαση των Διεθνών Ταξιαρχιών, πριν αποχαιρετήσουν την Ισπανία με υψωμένη τη γροθιά
«Αριστερή όχθη του ποταμού Εβρου, Ισπανία, 1938». Η τελευταία παρέλαση των Διεθνών Ταξιαρχιών, πριν αποχαιρετήσουν την Ισπανία με υψωμένη τη γροθιά
Στο μεταξύ, τις κυβερνήσεις Ρεπουμπλικανών - Σοσιαλιστών (1931 - 1933) διαδέχτηκαν οι κυβερνήσεις Ρεπουμπλικανών - φιλομοναρχικών (1933 - 1935). Το Μάη του 1934, το ΚΚΙ κάλεσε σε αντιφασιστική ενότητα και τον Οκτώβρη ανακοινώθηκε η συνεργασία του ΚΚΙ με το ΣΕΚΙ14. Το ίδιο διάστημα, η είσοδος στην κυβέρνηση της Ισπανικής Συνομοσπονδίας Αυτόνομων Δεξιών οδήγησε την UGT στην κήρυξη γενικής απεργίας, η οποία σημείωσε επιτυχία μόνο στις Αστούριες15. Εκεί μετεξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση των ανθρακωρύχων, με τη συμμετοχή των Εργατικών και Αγροτικών Αντιφασιστικών Εθνοφρουρών και της «Ενωσης των Αδελφών Προλετάριων», που καθοδηγούνταν από το ΚΚΙ και τη Σοσιαλιστική Νεολαία αντίστοιχα16. Την καταστολή της εξέγερσης ανέλαβαν τα στρατεύματα του Μαρόκου (τότε ισπανικής αποικίας), με επικεφαλής τον Φράνκο17.
Η συγκρότηση του Λαϊκού Μετώπου
Στις 15 Γενάρη 1936 συγκροτήθηκε το Λαϊκό Μέτωπο, με τη συμμετοχή του ΚΚΙ, του ΣΕΚΙ, της «Δημοκρατικής Αριστεράς», της «Δημοκρατικής Ενωσης», του POUM, και με τη στήριξη αυτονομιστικών κομμάτων από Καταλονία και Γαλικία, καθώς και της CNT και της UGT. Στις εκλογές (16 Φλεβάρη και 4 Μάρτη) το Λαϊκό Μέτωπο κέρδισε οριακά την πλειοψηφία έναντι του Εθνικού Μετώπου (47,03% έναντι 46,48%)18. Οι υπόλοιπες ψήφοι μοιράστηκαν ανάμεσα σε κεντρώα κόμματα, ενώ η «Φάλαγγα», αν και στηριζόταν πλέον οικονομικά από τον ιταλικό φασισμό, έλαβε μόλις 44.000 ψήφους και 0,7%19. Τα αποτελέσματα φανέρωναν τις οξύτατες αντιθέσεις στους κόλπους της ισπανικής αστικής τάξης.

Ανδρες των Διεθνών Ταξιαρχιών κατά τη διάρκεια των μαχών το 1939 στη Μαδρίτη
Ανδρες των Διεθνών Ταξιαρχιών κατά τη διάρκεια των μαχών το 1939 στη Μαδρίτη
Αλλά και στο εσωτερικό του κυβερνώντος Λαϊκού Μετώπου συνυπήρχαν οι ηγέτες του εργατικού - λαϊκού κινήματος με τους διώκτες του. Για παράδειγμα, ο ηγέτης της «Δημοκρατικής Ενωσης» είχε διατελέσει πρωθυπουργός την περίοδο 1933 - 1935 και είχε πρωτοστατήσει στην καταστολή εργατικής εξέγερσης που καθοδηγούσε η CNT20. Στις διώξεις της CNT είχε πρωτοστατήσει και ο Λουίς Κόμπανις21, πρόεδρος της αυτόνομης καταλανικής κυβέρνησης, που συμμετείχε στο Λαϊκό Μέτωπο, διαφωνώντας με τη φιλοφασιστική εξωτερική πολιτική του Εθνικού Μετώπου22. Το ίδιο συνέβαινε με τους Βάσκους εθνικιστές, που είχαν συμβάλει την καταστολή της αστουριανής εξέγερσης23.
Η συγκρότηση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου συνοδεύτηκε από όξυνση των αντιπαραθέσεων. Οι αντίπαλοί του αναφέρονταν στον «κίνδυνο του μπολσεβικισμού», προκειμένου να συσπειρώσουν μεσαία στρώματα αλλά και καθυστερημένες εργατικές - λαϊκές μάζες. Χαρακτηριστικά, ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Χοσέ Κάλβο Σοτέλο (η δολοφονία του αποτέλεσε το πρόσχημα του πραξικοπήματος) διακήρυττε ότι η κυβέρνηση ήταν ο «πνευματικός κληρονόμος της Οκτωβριανής Επανάστασης»24. Ο κομμουνιστικός κίνδυνος προβλήθηκε για να δικαιολογήσει και το πραξικόπημα (17 - 18 Ιούλη 1936). Στην Ισπανία και στην Ευρώπη κυκλοφόρησαν χαλκευμένα κείμενα, που σύμφωνα με την προπαγάνδα προέρχονταν από το ΚΚΙ και την ΚΔ και αφορούσαν σχεδιασμό για ανατροπή της κυβέρνησης και εγκαθίδρυση Σοβιέτ, σε συνεργασία με το ΚΚ Γαλλίας και με μερίδα των σοσιαλδημοκρατών25.
Η πραγματικότητα ήταν τελείως διαφορετική, αφού οι αστοί πολιτικοί, συμπεριλαμβανομένων των σοσιαλδημοκρατών, ήταν ιδιαίτερα φειδωλοί ακόμα και σε στοιχειώδη φιλολαϊκά μέτρα (π.χ. κάτω και από την πίεση του εργατικού - λαϊκού κινήματος απέλυσαν πολιτικούς κρατουμένους, ενώ δεν τήρησαν ούτε την υπόσχεση μοιράσματος της γης).
Επιπλέον, μετά το ξέσπασμα του πραξικοπήματος, εισακούοντας και τις εκκλήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας, τήρησαν παθητική στάση, καθησύχασαν την κοινή γνώμη και λογόκριναν τις εφημερίδες που μιλούσαν για πραξικόπημα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επικράτησή του σε πολλές περιοχές26. Επίσης, περιφρουρώντας τα ισπανικά αστικά συμφέροντα, αλλά και τα γαλλικά, δεν ευνόησαν μια εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση στις ισπανικές κτήσεις της Αφρικής, που θα μπορούσε να συμβάλει στην αποδυνάμωση των πραξικοπηματιών στην εστία γέννησής τους.
Το εργατικό κίνημα
Σε αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε το εργατικό - λαϊκό κίνημα. Στις 19 Ιούλη, οι εργάτες κατέλαβαν τα στρατόπεδα της Βαρκελώνης και όταν η τοπική κυβέρνηση αρνήθηκε να τους εξοπλίσει, εισέβαλαν σε μαγαζιά κυνηγιού και σε αποθήκες οικοδομικών υλικών για να προμηθευτούν όπλα και δυναμίτη. Στη Μαδρίτη στήθηκαν οδοφράγματα και συγκροτήθηκε εργατική πολιτοφυλακή. Οι ανθρακωρύχοι των Αστουριών συγκρότησαν απόσπασμα 5.000 δυναμιτιστών και κατευθύνθηκαν στη Μαδρίτη. Στη Μάλαγα, οι άοπλοι εργάτες κύκλωσαν το λιμάνι και επιτέθηκαν στα πολεμικά πλοία με γκαζολίνη. Στη Βαλένθια επιτέθηκαν στους στρατώνες με πέτρες και τραπεζομάχαιρα, ώσπου οι στρατιώτες σκότωσαν τους αξιωματικούς τους. Το ίδιο συνέβη και στα περισσότερα πολεμικά πλοία27.
Παράλληλα, οι εργάτες κατέλαβαν εργοστάσια στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη και σε άλλα αστικά κέντρα. Στην Καταλονία οργανώθηκε Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλάκων28, ενώ οι αντιφασιστικές εθνοφρουρές της Μαδρίτης οργανώθηκαν στο 5ο Σύνταγμα29.
Ωστόσο, αυτοί οι λαογέννητοι θεσμοί ποτέ δεν αποκόπηκαν από τον έλεγχο της αστικής κυβέρνησης, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι οι πολιτικοί φορείς που τους καθοδηγούσαν δεν διέθεταν επαναστατική στρατηγική.
Το ΚΚΙ, στο πλαίσιο της πολιτικής του αντιφασιστικού μετώπου, δεν επιδίωξε την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας. Οπως σημείωνε η Ντολόρες Ιμπαρούρι (Πασιονάρια):
«Το κομμουνιστικό κόμμα σε καμιά στιγμή δεν είχε βάλει σκοπό του να καταλάβει την εξουσία κατά τη διάρκεια του πολέμου (...) Θα ήταν εγκληματική περιπέτεια σε μια Ισπανία χωρισμένη από έναν εμφύλιο πόλεμο με ιδιάζοντα γνωρίσματα σε έναν καπιταλιστικό κόσμο συνένοχο του χιτλερισμού και έτοιμο για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αν το κομμουνιστικό κόμμα παραμέριζε τους συμμάχους του του Λαϊκού Μετώπου.
(...) Αν η επανάσταση του 1905 στη Ρωσία έδωσε στις επαναστατικές μάζες της εργατικής τάξης τα εργατικά συμβούλια ή σοβιέτ (...) ο εθνικός επαναστατικός πόλεμος του ισπανικού λαού ενάντια στο φασισμό έδωσε τη λαϊκή δημοκρατία, που μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε σε μερικές χώρες μια από τις μορφές ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό.
Ποια ανάγκη υπήρχε ν' αποδυθεί το κομμουνιστικό κόμμα σε μια άκαιρη έφοδο ενάντια στην εξουσία, χάνοντας όλους τους συμμάχους, αφού πραγματοποιόντουσαν όλες οι βασικές επαναστατικές δημοκρατικές αλλαγές στην πορεία της πάλης ολόκληρου του λαού ενάντια στη φασιστική εισβολή;»30.
Κάτω από ξένη σημαία
Την υπαγωγή στην πολιτική διεύθυνση της αστικής τάξης αποδέχονταν και οι άλλες δυνάμεις του Λαϊκού Μετώπου. Τον Αύγουστο του 1936, οι αναρχικοί συμμετείχαν στην τοπική βασκική κυβέρνηση μαζί με εκπροσώπους του βιομηχανικού και χρηματιστικού κεφαλαίου. Το ίδιο έκανε το POUM στη Βαλένθια. Το Σεπτέμβρη, POUM και αναρχικοί συμμετείχαν στην τοπική καταλανική κυβέρνηση, και το Νοέμβρη, δύο αναρχικοί συμμετείχαν στην ισπανική κυβέρνηση η οποία διέλυσε την Κεντρική Επιτροπή Πολιτοφυλακής. Νωρίτερα η κυβέρνηση, με τη σύμφωνη γνώμη της CNT και του POUM, προχώρησε στην επαναφορά του παλιού στρατιωτικού κώδικα, ενώ αφοπλίστηκαν οι εργατικές οργανώσεις από τα μακρύκανα όπλα31.
Οι αναρχικοί, αρνούμενοι τη σημασία της εργατικής εξουσίας, και οι τροτσκιστές, δεσμευμένοι στη συνεργασία τους με τους σοσιαλδημοκράτες και τους αναρχικούς, χρησιμοποιούνταν από την αστική εξουσία, παρά τις παλινωδίες τους και τις διακηρύξεις τους για την αναγκαιότητα της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής.
Οσον αφορά τις αστικές πολιτικές δυνάμεις, εξαρτούσαν τη σύγκρουση με τον Φράνκο από τη βοήθεια των διεθνών συμμάχων της ισπανικής κυβέρνησης. Οι κυριότεροι απ' αυτούς όμως έπαιζαν διπλό παιχνίδι, προωθώντας την πολιτική του κατευνασμού: Οι Βρετανοί αρνήθηκαν να εκπαιδεύσουν Ισπανούς πιλότους και έκαναν εμπόριο με τον Φράνκο. Η Γαλλία, πέρα από την πολιτική της λεγόμενης «μη επέμβασης», αρνήθηκε να επιστρέψει τον χρυσό της Ισπανίας. Επίσης, Γάλλοι και Βρετανοί πίεζαν για τοπικές συμφωνίες ειρήνης, στην Καταλονία και στη Χώρα των Βάσκων αντίστοιχα, το Δεκέμβρη του 1936. Τα μονοπώλια των ΗΠΑ προσέφεραν καύσιμα και φορτηγά στον Φράνκο. Και μάλιστα όλα αυτά συνέβαιναν τη στιγμή που οι φρανκικές δυνάμεις λάμβαναν την καθοριστική υποστήριξη της Ιταλίας και της Γερμανίας σε έμψυχο δυναμικό και πολεμικό υλικό32.
Από την άλλη πλευρά, η ΕΣΣΔ αποτέλεσε τον κύριο αιμοδότη του Δημοκρατικού Στρατού της Ισπανίας, ενώ 42.000 κομμουνιστές και άλλοι ριζοσπάστες αγωνιστές από όλες τις χώρες πολέμησαν στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού33.
Η ανάμειξη της ΕΣΣΔ δεν εμποδίστηκε από τη Γαλλία και τη Βρετανία, που επιθυμούσαν την αμοιβαία εξασθένιση της ίδιας και του φασιστικού άξονα, αλλά ούτε και από τους αστούς του Λαϊκού Μετώπου, στο βαθμό που το ΚΚΙ δεν επιδίωκε την κατάκτηση της εργατικής εξουσίας.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις
Μέσα σε αυτήν τη διελκυστίνδα των αντιθέσεων προχώρησαν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Στα τέλη Γενάρη του 1937, ο πρωθυπουργός Καμπαγιέρο (ανέλαβε το Σεπτέμβρη του 1936) αρνήθηκε την ενίσχυση της Μάλαγας, παρά τις προειδοποιήσεις των κομμουνιστών, με αποτέλεσμα την κατάληψή της από τους πραξικοπηματίες. Την ίδια στιγμή, οι αναρχικοί και οι Βάσκοι αρνούνταν την ενιαία διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων34.
Συνολικότερα η βασκική αστική τάξη, που είχε στενούς δεσμούς με τη Βρετανία, ακολούθησε διακριτή πολιτική. Στη Χώρα των Βάσκων τα εργοστάσια παρέμειναν στα χέρια των ιδιοκτητών τους, ενώ δεν μετατράπηκαν σε πολεμικές βιομηχανίες. Ο Βάσκος καπιταλιστής Μανουέλ Ουρίχο, που συμμετείχε ως υπουργός Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Νεγκρίν (Μάης 1937), αποφάσισε την απελευθέρωση πολλών φασιστών και διέλυσε τα λαϊκά δικαστήρια που είχαν συγκροτηθεί τον Ιούλη του 1936. Τελικά, τον Αύγουστο του 1937, όταν οι δυνάμεις του Φράνκο καταλάμβαναν τη μία βασκική πόλη πίσω από την άλλη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση, οι Βάσκοι καπιταλιστές τοποθέτησαν φρουρές προκειμένου να εμποδίσουν όσους ήθελαν να καταστρέψουν τα εργοστάσια για να μην πέσουν στα χέρια του Φράνκο35. Η πολιτική τους ηγεσία διέφυγε στη Βρετανία.
Το καλοκαίρι του 1938, έπειτα από πιέσεις της Βρετανίας και της Γαλλίας, η κυβέρνηση Νεγκρίν αποδέχτηκε την απομάκρυνση των Διεθνών Ταξιαρχιών. Το Δεκέμβρη, οι φρανκιστές έσπασαν τη γραμμή άμυνας της Καταλονίας. Ο διοικητής της Μαδρίτης, στρατηγός Μιάχα, ο οποίος στο επιτελείο του είχε ανθρώπους του Φράνκο, αρνήθηκε να στείλει ενισχύσεις. Οι δε επιχειρήσεις αντιπερισπασμού διατάχθηκαν πολύ καθυστερημένα. Οι αρχηγοί των αστικών κομμάτων και των αναρχικών εγκατέλειψαν τη Βαρκελώνη. Οι δυνάμεις του 5ου Συντάγματος διατάχθηκαν να μην αναμειχθούν στην άμυνα της πόλης, ενώ οι 2.000 καλά εξοπλισμένοι στρατιώτες την εγκατέλειψαν, σκορπώντας τον πανικό στον πληθυσμό. Τελικά, μόνο οι μάχες του απείθαρχου 5ου Συντάγματος επέτρεψαν τη μεταφορά πληθυσμού και οπλισμού στη Γαλλία36.
Στις αρχές Γενάρη του 1939, η κυβέρνηση Νεγκρίν, με τη σύμφωνη γνώμη του ΚΚΙ, κήρυξε στρατιωτικό νόμο, μεταφέροντας μεγάλο κομμάτι των εξουσιών στους στρατιωτικούς, που ήδη διαπραγματεύονταν τη συνθηκολόγηση. Στις 30 Γενάρη, ο Νεγκρίν ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης προκειμένου να μεταφέρει την κυβέρνηση στη νότια Ισπανία. Ομως, με εξαίρεση τους κομμουνιστές υπουργούς, οι υπόλοιποι ζήτησαν την παρέμβαση της Βρετανίας και της Γαλλίας στην κατεύθυνση της συνθηκολόγησης37.
Τελικά, στις 5 Μάρτη, ο στρατηγός Κασάδο προχώρησε σε πραξικόπημα στη Μαδρίτη, επιδιώκοντας τη συνθηκολόγηση με τους φρανκιστές. Η χούντα Κασάδο επιτέθηκε στα γραφεία του ΚΚΙ και συνέλαβε εκατοντάδες στελέχη και μέλη του. Τελικά, ο ίδιος ο Κασάδο και τα στελέχη της χούντας του διέφυγαν με βρετανικό καράβι, αφήνοντας τους κομμουνιστές στα χέρια των φρανκιστών38.
Ορισμένα συμπεράσματα
1. Τόσο στην περίπτωση της Γαλλίας όσο και σε αυτή της Ισπανίας, η συγκρότηση του αντιφασιστικού μετώπου δεν κατόρθωσε να ανακόψει την πορεία των φασιστών προς την εξουσία.
2. Η συγκεκριμένη έκβαση δεν ήταν αποτέλεσμα ορισμένων κακών χειρισμών των ΚΚ ή λάθος διαχείρισης των αστών πολιτικών, αλλά συνδεόταν με δομικές αδυναμίες του εγχειρήματος και συγκεκριμένα με τις εξής:
α) Οι κυβερνήσεις των Λαϊκών Μετώπων της Γαλλίας και της Ισπανίας, μη αποσκοπώντας στην ανατροπή της αστικής εξουσίας, διατήρησαν την ταξική εκμετάλλευση και την ιμπεριαλιστική πολιτική της κάθε αστικής τάξης, αποξενώνοντας ζωογόνες δυνάμεις που από την ταξική τους θέση είχαν συμφέρον από έναν αγώνα ζωής ή θανάτου με το φασισμό.
β) Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις των Λαϊκών Μετώπων φοβόντουσαν περισσότερο το εργατικό - λαϊκό κίνημα από τις φιλοφασιστικές (δηλαδή αστικές) πολιτικές δυνάμεις, με τις οποίες δεν διαχωρίζονταν από σινικά τείχη. Ετσι, αφόπλιζαν το εργατικό - λαϊκό κίνημα, η ριζοσπαστικοποίηση του οποίου τους τρόμαζε, και ανέχονταν τη δράση των φιλοφασιστικών δυνάμεων.
3. Στο πλαίσιο των Λαϊκών Μετώπων, τα ΚΚ προσέφεραν πρωτοφανείς θυσίες για την αντιμετώπιση του φασισμού και τελικά βρέθηκαν προδομένα από τις σύμμαχες «αντιφασιστικές» δυνάμεις.
4. Η πορεία των ιστορικών γεγονότων απέδειξε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αποτελεσματική αντιμετώπιση του φασισμού, αν δεν συνδυάζεται με την πάλη για την ανατροπή της αστικής εξουσίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Αναφορικά με τις κοινωνικές, ιστορικές, οικονομικές και γεωπολιτικές ρίζες της αντιπαράθεσης της καταλανικής με την ισπανική αστική τάξη, βλ. Gerald Brenan, «The Spanish Labyrinth», Cambridge University Press, Cambridge, 2014, pp. 40-55. Για τη βασκική αστική τάξη, βλ. Diego Muro, «Ethnicity and Violence. The Case of Radical Basque Nationalism», Routledge Editions, New York, 2008, pp. 39-90.
2. Martin Blinkhorn, «Democracy and Civil War in Spain», Routledge Editions, London & New York, 1988, p. 2.
3. Filipe Ribeiro de Meneses, «Franco and the Spanish Civil War», Routledge Editions, London, 2001, p. 11.
4. Victor Alba, «The Communist Party in Spain», Transaction Books, New Brunswick & London, 1983, pp. 19-29.
5. Francisco J. Romero Salvadό, «The Foundations of Civil War», Routledge Editions, New York & London, 2016, pp. xvi, 177.
6. Julian Casanova - Carlos Gil Andres, «Twentieth-Century Spain», Cambdridge University Press, Cambridge, 2014, p. 84.
7. Stanley Payne, «Fascist Italy and Spain» στο: Rein Raanan, «Spain and the Mediterranean since 1898», Frank Cass Editions, London, 1999, p. 100.
8. Burnett Bolloten, «The Spanish Civil War. Revolution and Counterrevolution», University of North Carolina Press, pp. 191, 196.
9. Jose M. Magone, «Contemporary Spanish Politics», Routledge Editions, London & New York, 2009, p. 158.
10. Joan Botella, «From Red to Green: The Evolution of Catalan Communism» στο: Joan Botella - Luis Ramiro, «The Crisis of Communism and Party Change», Edition of ICPS, Barcelona, 2003, pp. 55-56.
11. Κώστας Σκολαρίκος, «Ευρωκομμουνισμός», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2015, σελ. 156.
12. Στάνλεϊ Πέιν, «Η ιστορία του φασισμού», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 2000, σελ. 358-359.
13. Στάνλεϊ Πέιν, ό.π., σελ. 364, 366-367.
14. Muja-Leon Eusebio, «Eurocommunism: Spanish Version» στο George Schwab, «Eurocommunism: The Ideological and Political-Theoritical Foundations», Aldwych Press, London, 1981, p. 189.
15. Paul Heywood, «Marxism and the Failure of Organised Socialism in Spain 1879-1936», Cambridge University Press, Cambridge & New York, 2002, pp. 144-145.
16. Πασιονάρια (Ντολόρες Ιμπαρούρι), «Απομνημονεύματα», τόμος 2ος, εκδ. «Ανθολόγιο», χ.χ., χ.τ.ε., σελ. 45-46.
17. Πασιονάρια, «Απομνημονεύματα», τόμος 1ος, εκδ. «Ανθολόγιο», χ.χ., χ.τ.ε., σελ. 218-219.
18. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1939, τόμος Α2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 547-548.
19. Στάνλεϊ Πέιν, ό.π., σελ. 368, 371
20. Stanley G. Payne, «Spain's First Democracy», The University of Wisconsin Press, Wisconsin, 1993, pp. 182-183.
21. Abel Paz, «Durutti in the Spanish Revolution», AK Press, Oakland-Edinburgh, 2007, pp. 330-331.
22. Ο Κόμπανις φυλακίστηκε στη συνέχεια, επειδή στήριξε την εξέγερση των Αστουριών, αλλά απελευθερώθηκε με τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου. Μετά την επικράτηση του Φράνκο αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία, όπου συνελήφθη από την Γκεστάπο το 1940, απελάθηκε στην Ισπανία και εκτελέστηκε.
23. Φέλιξ Μόρροου, «Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ισπανία», εκδ. «Ατραπός», Αθήνα, 1977, σελ. 31.
24. Rafael Cruz, «Ο μεγάλος φόβος: Η ισπανική πολιτική την Ανοιξη του 1936», στο: Δημήτρης Ε. Φιλίππης (επιμ.), «1936. Ελλάδα και Ισπανία», εκδ. «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2007, σελ. 200.
25. Herbert R. Southworth, «Conspiracy and the Spanish Civil War», Routledge Editions, London & New York, 2004, pp. 3-42.
26. Θανάσης Παπαρήγας, «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1996, σελ. 47-48, 141, και Χιου Τόμας, «Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος», εκδ. «Τολίδη», Αθήναι, χ.χ., σελ. 230-232.
27. Πασιονάρια, ό.π., σελ. 194-195.
28. Φέλιξ Μόρροου, ό.π., σελ. 36-41.
29. Πασιονάρια, ό.π., σελ. 48.
30. Ο.π., σελ. 248-249.
31. Φέλιξ Μόρροου, ό.π., σελ. 80-87, 103-106.
32. Θανάσης Παπαρήγας, ό.π., σελ. 49, Πασιονάρια, ό.π., σελ. 42-43, Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1939, ό.π., σελ. 548, και Φέλιξ Μόρροου, ό.π., σελ. 264.
33. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1918-1939, ό.π., σελ. 549.
34. Πασιονάρια, ό.π., σελ. 143-150.
35. Ο.π., σελ. 179.
36. Πασιονάρια, ό.π., σελ. 208-209, 220-225, 231-232.
37. Ο.π., σελ. 232-233, 245-246.
38. Ο.π., σελ. 262-270.

Του Κώστα ΣΚΟΛΑΡΙΚΟΥ*
*Ο Κώστας Σκολαρίκος είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ

9 Φεβ 2019

«Τη Βουλγάρα! Να σφάξουμε τη Βουλγάρα…»

Στις 9 του Φλεβάρη 1996, έφυγε από τη ζωή η κομμουνίστρια ηθοποιός, χορεύτρια και τραγουδίστρια Καίτη (Κατερίνα) Οικονόμου, περισσότερο γνωστή ως Ντιριντάουα.
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1920 και σπούδασε χορό στις σχολές Μοριάνοβ και Ζουρούδη. Από πολύ μικρή ρίχτηκε στη βιοπάλη, στη συνέχεια δούλεψε σε βαριετέ και σε «μπουλούκια», μέχρι που το 1937 ο Αττίκ την προσέλαβε στην περίφημη «Μάντρα» του. “Ντιριντάουα” ήταν το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που της έδωσαν ο Ορέστης Λάσκος και ο Αττίκ. Η ίδια διηγήθηκε σε συνέντευξή της στο Ριζοσπάστη:
«Είχαμε πάει περιοδεία στην Αίγυπτο. Είχε τελειώσει ο πόλεμος των Ιταλών στην Αβησσυνία και οι μάχες στην πόλη Ντιριντάουα. Ήμουνα μικρή, ακόμα, ευλύγιστη και μαυροτσούκαλο και μ’ έβγαλαν Ντιριντάουα».
Στη συνέχεια δούλεψε στο Θίασο του Μακέδου, πρωταγωνίστρια, ως τα πρώτα χρόνια της Κατοχής (1942). Στην Κατοχή εντάχτηκε στο ΕΑΜ. Φυλακίστηκε και μετά την κατάρρευση των Ιταλών ξανάρχισε να παίζει, αλλά και να αγωνίζεται μέσα από το ΚΚΕ και το ΕΑΜ Θεάτρου.
“Το καλοκαίρι του 1942, στο καταπλημμυρισμένο από πλήθη θερινό Κέντρο “Αλκαζάρ” η Ντιριντάουα βγήκε στη σκηνή με απαράμιλλο θάρρος και φώναξε στον κόσμο: “Με συκοφαντούν ότι πρόδωσα Αγγλους. Είναι ψέμα. Εγώ είμαι Ελληνίδα! Ζήτω η Ελλάς – ζήτω η Αγγλία! “. Το τόλμημά της το πλήρωσε ακριβά: Οι Ιταλοί τη δίκασαν σε 1 χρόνο φυλακή και της απαγόρευσαν να εμφανισθεί ξανά σε θέατρο. Η συνειδητή καλλιτέχνιδα, μετά την αποφυλάκισή της, πήρε μέρος σε όλους τους αγώνες, τις διαδηλώσεις και κινητοποιήσεις του λαού κατά των καταχτητών. Είναι φυσικό τα ντόπια όργανα του φασισμού να εκφράζουν με τέτοια λύσσα το τυφλό μίσος τους ενάντια σε μια λαμπρή, αλύγιστη και πρωτοπόρα Ελληνίδα.” (Από ρεπορτάζ του Ριζοσπάστη)
Μετά τα Δεκεμβριανά συμμετείχε σ’ έναν ΕΑΜίτικο θίασο με τους: Γιαννίδη, Βεάκη, Παπαθανασίου, Παϊζη, Μανέλη, Ζέη, Οικονομίδη, που γύριζε την Ελλάδα. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας γύρισαν στην Αθήνα και κρύφτηκαν.
Η Καίτη Ντιριντάουα κρυβόταν εφτά μήνες, μέχρι που ο επιχειρηματίας του θεάτρου “Ερμής” – το σημερινό “Βέμπο” – της πρότεινε να δουλέψει. Από εκείνη την περίοδο η ηθοποιός, πάντα συγκινημένη, θυμόταν την επίθεση των χιτών μέρα πρεμιέρας. «Μπαίνοντας στο θέατρο, αντί για καλή επιτυχία, άκουγα να μου λένε «καλή ψυχή».
«Τη Βουλγάρα! Να σφάξουμε τη Βουλγάρα…»
Οκτώβρης 1944, Απελευθέρωση. Οι ηθοποιοί στην πρώτη γραμμή. Διακρίνονται οι Καίτη Ντιριντάουα, Αννα Λώρη και ο Σπ. Πατρίκιος, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (Φωτογραφία από το Αρχείο ΣΕΗ)
«Τη Βουλγάρα. Να σφάξουμε τη Βουλγάρα»!
Την Τετάρτη 20 του Ιούνη 1945, το βράδυ, τρομοκρατικές ομάδες χιτών, δοσιλόγων και άλλων αποβρασμάτων που δρούσαν ασύδοτα την περίοδο του μεταβαρκιζιανού καθεστώτος πραγματοποίησαν δολοφονική επιδρομή στα Θέατρα “Ερμής” και “Λυρικόν” και επιτέθηκαν με βαναυσότητα εναντίον ηθοποιών και θεατών. Ο Ριζοσπάστης κατέγραψε στις σελίδες του το βάρβαρο γεγονός και δύο μέρες μετά, στις 22 του Ιούνη έδωσε, με πλήθος λεπτομερειών, ολοκληρωμένο ρεπορτάζ, όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρει:
«(…)Η ετοιμαζόμενη δολοφονική επίθεση διαφημιζότανε από τους ίδιους τους γκάγκστερς, οι οποίοι ένοπλοι και συντεταγμένοι κατά ομάδες είχαν ξεκινήσει από τα συνοικιακά κέντρα της Χ και είχαν πιάσει τις γωνίες των γύρω από τον “Ερμή” δρόμων αποφασισμένοι να σφάξουν, όπως έλεγαν, τη “Βουλγάρα”, όπως οι απάτριδες αποκαλούσαν τη δημοφιλή καλλιτέχνιδα και αγωνίστρια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα Καίτη Ντιριντάουα.
(…) Στις 9.32 ακριβώς ένας χίτης από τη γαλαρία βγήκε και τους εσχεδίασε με τα χέρια του το συμβολικό σύνθημα Χ. Επακολούθησε η έφοδος.
Ηταν η ώρα ακριβώς που έκανε την εμφάνισή της η Ντιριντάουα. Μέσα στη θύελλα των χειροκροτημάτων και των λαϊκών εκδηλώσεων που υποδέχτηκε την καλλιτέχνιδα, οι γενίτσαροι της Χ εξαπέλυσαν την επίθεσή τους. Στην αρχή με αποδοκιμασίες και ακατονόμαστες βρισιές, έπειτα με καταιγισμό από πέτρες, αυγά και λεμόνια και στο τέλος με πυροβολισμούς προς τη σκηνή. Επακολούθησε πανδαιμόνιο. Οι θεατές και οι ηθοποιοί διατήρησαν την ψυχραιμία τους. Οι επιδρομείς, βλέποντας την εγκληματική ανοχή της αστυνομίας, πήραν θάρρος και όρμησαν προς τη σκηνή η οποία είχε κατέβει στο μεταξύ. Με ριπές αυτομάτων και περιστρόφων ανέβηκαν φωνάζοντας:
– Τη Βουλγάρα. Να σφάξουμε τη Βουλγάρα.
Όπως είναι γνωστό, από τους πυροβολισμούς και τα ρόπαλα των καννιβάλων τραυματίστηκαν θανάσιμα ο ηθοποιός Σταύρος Ιατρίδης και ελαφρότερα ο ηθοποιός Πατρίκιος, καθώς επίσης και περί τους δέκα θεατές, ανάμεσα στους οποίους ο Α. Δαμιανάκης σοβαρά στο κεφάλι. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εγκληματικό σχέδιο της δολοφονίας της Ντιριντάουα ματαιώθηκε από τη σθεναρή στάση πενταμελούς ομάδας της Γενικής Ασφάλειας, η οποία με αποφασιστικότητα εμπόδισε τους δολοφόνους να πλησιάσουν στο καμαρίνι της καλλιτέχνιδας. Αναφέρουμε την περίπτωση αυτή γιατί είναι η μοναδική εξαίρεση της σκανδαλωδώς ανεκτικής απέναντι των χιτών στάσης όλης της άλλης αστυνομικής δύναμης. (…)
Καίτη Οικονόμου – Ντιριντάουα (1920-1996)
ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΝΤΙΡΙΝΤΑΟΥΑ
Συντάκτης μας είδε την Ντιριντάουα που φιλοξενείται στα γραφεία της Γεν. Ασφάλειας για να προστατευθεί. Μας αφηγήθηκε ως εξής τα γεγονότα:
– Αρκετές μέρες πριν από την παράσταση άρχισαν οι απειλές, τα τρομοκρατικά τηλεφωνήματα και οι επιδρομές. Προ δέκα ημερών, στις 3 η ώρα τη νύχτα, πήγαν δύο εθνοφύλακες στο σπίτι μου και με φοβέρισαν ότι θα με σκοτώσουν. Είκοσι λεπτά πριν αρχίσει η παράσταση είχα επίσημη σχεδόν ειδοποίηση ότι οι χίτες του Θησείου ετοιμάζονται να κατέβουν “εν σώματι” να με σκοτώσουν. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σε καμμιά πρόκληση δεν προέβην – το είδε αυτό ο κόσμος. Αυτοί είχαν αποφασίσει να με χτυπήσουν. Οταν ανέβηκα πάνω στη σκηνή, οι χίτες τράβηξαν κατ’ ευθείαν προς στο καμαρίνι μου πυροβολώντας. Με έσωσε ένα ευσυνείδητο όργανο της Γεν. Ασφάλειας, που στάθηκε με το αυτόματό του μπροστά στην πόρτα μου και τους εμπόδισε”.
Μεγάλο κίνδυνο διέτρεξε η καλλιτέχνιδα και την ώρα που έφευγε από το θέατρο. Ο αξιωματικός της Εθνοφυλακής της συνιστούσε να μη βγει ακόμα. Ο κ. Κανελλόπουλος, όμως, αστυνομικός διαμερισματάρχης, της είπε: Οχι να βγεις κι εγώ αναλαμβάνω την ευθύνη. Καθώς έμπαινε στο αυτοκίνητο, ένας χίτης την ανεγνώρισε και φώναξε: “Η Ντιριντάουα, απάνω της! “.
Το αυτοκίνητο, χωρίς αστυνομική συνοδεία, ξεκίνησε. Τρεις χίτες τρέχουν καταπόδι. Ο ένας το φθάνει και πηδά στο μαρσπιέ και αρπάζει τη μητέρα της καλλιτέχνιδας απ’ τον ώμο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί απ’ έξω και ο επιτεθής έπεσε χτυπημένος μέσα στο αυτοκίνητο. Η αστυνομία προσπάθησε να στηρίξει κατηγορία κατά της γρηάς μητέρας της Ντιριντάουα, ότι αυτή δήθεν είχε πιστόλι και… πυροβόλησε. Η ιατροδικαστική φυσικά εξέταση απέδειξε, ότι η σφαίρα ήρθε απ’ έξω, ασφαλώς απ’ τους ίδιους του χίτες, που πυροβολούσαν το αυτοκίνητο για να τρυπήσουν τα λάστιχα και να το σταματήσουν.»
Η Καίτη Ντιριντάουα κατάφερε να διαφύγει και τότε αρχίζουν οι διώξεις και η παρανομία. Μεγάλη Βδομάδα του 1947 βρέθηκε στο Μεταγωγών. Στη συνέχεια εξορία, πρώτα Μακρόνησος, μετά στη Χίο και στο Τρίκερι. Τα πόδια της σακατεύτηκαν. Έπαθε οξεία ρευματική αρθρίτιδα. Για αρκετά χρόνια πάλευε να ξαναπαίξει.
«Αγάπησα τον αγώνα περισσότερο απ’ το θέατρο. Είμαι ευχαριστημένη που μπόρεσα να βάλω ένα μικρό λιθαράκι στον αγώνα του λαού μας για τη δημοκρατία. Τη δημοκρατία που πιστεύουμε εμείς, την πραγματική. Είμαι περήφανη που κάτι πρόσφερα σ’ αυτό τον αγώνα», έλεγε.
Έπαιξε στο θέατρο ως το 1966. Πέθανε από ανακοπή της καρδιάς, σχεδόν ξεχασμένη, στις 9 του Φλεβάρη 1996, σε ηλικία 75 ετών.
«Είναι η μοίρα του ηθοποιού», έλεγε στο Ριζοσπάστη, «να τον λησμονούν όταν αποσύρεται. Βγήκα στη σκηνή 6-7 χρονών παιδί και πέρασα τόσα και τόσα… Άλλοι θορύβησαν πολύ γύρω από το πρόσωπό μου… Οι αντίπαλοι του αγώνα του λαού μας»…

Διαδηλωτής των Κίτρινων Γιλέκων χάνει το χέρι του από αστυνομική χειροβομβίδα

 (VIDEO)

Εικόνες φρίκης διαδραματίστηκαν στη σημερινή κινητοποίηση των κίτρινων γιλέκων, όπου διαδηλωτής έχασε το χέρι του από χειροβομβίδα της αστυνομίας, σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα. Λίγο πριν το περιστατικό ομάδα διαδηλωτών είχε έρθει σε σύγκρουση με την αστυνομία, η οποία έκανε εκτεταμένη χρήση δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου λάμψης για να διαλύσει το πλήθος.
Γρήγορα κατέφτασαν οι πρώτες βοήθειες στο σημείο, με τον άντρα να μεταφέρεται εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο άντρας δεν έχασε μόνο το χέρι του, αλλά έχει τραυματιστεί και στο αυτί. Πρόκειται για έναν φωτογράφο των Κίτρινων Γιλέκων, που λέει πως προσπαθούσε να φωτογραφήσει τους διαδηλωτές έξω από τη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, την ώρα που προσπαθούσαν να καταρρίψουν τα ξύλινα φράγματα γύρω από το σημείο. Το βίντεο που δημοσιεύθηκε από το RT, καίτοι “πειραγμένο” με μωσαϊκό, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα σκληρά, ενώ στο διαδίκτυο κυκλοφορεί και η ανεπεξέργαστη, ακόμα πιο φρικτή εκδοχή του.
Δεν είναι η πρώτη φορά που διαδηλωτής χάνει το χέρι του στη διάρκεια κινητοποίηση των Γιλέκων, οι οποίες συνεχίστηκαν σήμερα για 13η εβδομάδα στην πρωτεύουσα και άλλες γαλλικές πόλεις. Τον περασμένο Δεκέμβρη, ένας ακόμα άνδρας στο Μπορντώ είχε ακρωτηριαστεί στο χέρι, στην προσπάθειά του να σηκώσει χειροβομβίδα από το έδαφος, ενώ σήμερα φαίνεται πως ο τραυματισμός επήλθε από απευθείας ρίψη των αστυνομικών δυνάμεων.
Αν και το πλήθος τραυματιών και ακρωτηριασμένων μεγαλώνει βδομάδα με τη βδομάδα, το καθεστώς Μακρόν παραμένει μια έντιμη αστική δημοκρατία και κανένας ευαίσθητος δε θα μιλήσει για “τύραννο” που “επιτίθεται στο λαό του”. Αναρωτιόμαστε άραγε γιατί…

Θανάσης Παφίλης: “Λάθος η τήρηση ενός λεπτού σιγής για τον Κατσίφα, το ΚΚΕ διαφωνεί”

Μετά την παρέμβαση Καραθανασόπουλου σε ραδιοφωνικό σταθμό σχετικά με την τήρηση ενός λεπτού σιγής για τον Κωνσταντίνο Κατσίφα,που χαρακτήρισε την πρωτοβουλία του Νικήτα Κακλαμάνη “άκαιρη”, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο της εθνικιστικής αξιοποίησης του περιστατικού, ακόμα πιο σαφής έγινε η θέση του ΚΚΕ για το ζήτημα με την αναφορά του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου Θανάση Παφίλη κατά τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής. Ο Θανάσης Παφίλης επανέλαβε στους κοινοβουλευτικούς συντάκτες ότι το ΚΚΕ ζητά την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης του θανάτου του Κατσίφα, μακριά από αξιοποίησή του από εθνικιστικούς κύκλους.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην τήρηση ενός λεπτού σιγής, θίγοντας και το ζήτημα της παρουσίας δυο βουλευτών του κόμματος κατά τη διαδικασία. Τόνισε λοιπόν ότι για ζητήματα τέτοιας σοβαρότητας, με δεδομένες τις θέσεις των κομμάτων, όφειλε να υπάρξει εκ των προτέρων συνεννόηση, κάτι που ως γνωστόν δε συνέβη. Πρόσθεσε πως η διαδικασία ήταν τόσο γρήγορη ώστε κανείς δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ξεκαθαρίζοντας χωρίς περιστροφές τη διαφωνία του ΚΚΕ με την επιλογή αυτή, και πως αν δεν είχαν όλα συμβεί τόσο γρήγορα, οι βουλευτές θα είχαν αποχωρήσει από την αίθουσα.
Η κίνηση του Νικήτα Κακλαμάνη αποδοκιμάστηκε κατά πλειοψηφία από τη διάσκεψη των προέδρων, με τον πρόεδρο Νίκο Βούτση να σημειώνει στους δημοσιογράφους ότι «πολιτική αποτίμηση αυτής της συζήτησης κατατείνει στο ότι ήταν μια πρωτοβουλία που έπρεπε να αποφευχθεί, είναι δεδομένη η λύπη στους οικείους, ωστόσο το συμβάν διερευνάται σε βάθος ακόμη».

Τα κοράκια-κότες της ΧΑ καλούν ανοιχτά τη στρατιωτική ηγεσία να κάνει πραξικόπημα!

Πριν από λίγη ώρα στη Βουλή, ο Κ. Μπαρμπαρούσης, βουλευτής του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, κάλεσε ουσιαστικά την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων να κάνει πραξικόπημα, συλλαμβάνοντας τον πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την προδοσία τους στο ζήτημα της Μακεδονίας και το όνομα της γειτονικής χώρας. Έντυσε μάλιστα το κάλεσμα αυτό με νταηλίδικες φράσεις του τύπου “τα κεφάλια σας στις Πρέσπες…”
Η άμεση αντίδραση του Προέδρου της Βουλής ήταν η αποβολή του νεοναζιστικού μορφώματος από τη συνέχεια της συζήτησης για την πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης. Ενώ οι περισσότεροι εκπρόσωποι των άλλων κομμάτων ζήτησαν να μη διαγραφούν οι θρασύδειλες δηλώσεις από τα πρακτικά και να μείνουν ως τεκμήριο για τον ιστορικό του μέλλοντος για το ποιόν των φασιστών, των νοσταλγών της Χούντας.
Ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ, Θανάσης Παφίλης χρησιμοποίησε τη λαϊκή φράση “από στόμα κοράκου, κρα θα ακούσεις”, αν και “στη συγκεκριμένη περίπτωση, προσβάλλουμε και τα κοράκια”. Σημείωσε τις ιστορικές-πολιτικές καταβολές των νεοναζί απ’ τη χούντα, τους χίτες και τους ταγματασφαλίτες, το ρόλο τους ως αιχμή του δόρατος των αφεντικών, στηλίτευσε την ατιμωρησία τους στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας, και έδωσε την υπόσχεση πως ο λαός έχει την πείρα, τσάκισε τους φασίστες στο παρελθόν και θα τους ξαναστείλει στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.
Οι χρυσαυγίτες είναι πράγματι μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, που πέφτουν κράζοντας πάνω στην εργατική τάξη, νοσταλγώντας τη χούντα των Συνταγματαρχών και τη στρατιωτική εξουσία. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα. Ποιος είναι αυτός που τους τρέφει και τους αφήνει ανενόχλητους να αλωνίζουν; Δεν είναι η αστική δικαιοσύνη που τους αφήνει πρακτικά ατιμώρητους; Δεν είναι οι δίκες της εγκληματικής οργάνωσης που χρονίζουν και υπάρχει ο κίνδυνος της παραγραφής της ποινικής ευθύνης του Φύρερ της; Δεν είναι τα αστικά δικαστήρια που τιμώρησαν τον κομμουνιστή Ευρωβουλευτή, Σ. Ζαριανόπουλο, επειδή τους αποκάλεσε “φασίστες”; Δεν είναι το αστικό πολιτικό σύστημα εκείνο που φιλεύει τα μαντρόσκυλα των αφεντικών και τα αφήνει να θεριεύουν, τιμωρώντας όποιον σηκώνει το ανάστημά του εναντίον τους;
Το λαϊκό κίνημα δίνει την υπόσχεση πως θα τσακίσει τους φασίστες. Μαζί ομως πρέπει να τσακίσει και το χέρι που τους θρέφει πολιτικά. Που είναι πρόθυμο να προχωρήσει σε χιλιάδες φραστικές καταδίκες τους, αλλά δεν κάνει το παραμικρό για να συνδυάσει τα παχιά λόγια με έργα στην πράξη, ενάντια στη σαπίλα του ντουνιά.

50 υπογραφές ενάντια στο αμερικανοκίνητο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα



Ο Θάνος Μικρούτσικος, η Έρη Ρίτσου
 και άλλες υπογραφές ενάντια στο αμερικανοκίνητο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα

Πενήντα προσωπικότητες από το χώρο των τεχνών, της διανόησης, του συνδικαλιστικού κινήματος κ.α. υπογράφουν ένα κείμενο καταδίκης της απόπειρας πραξικοπήματος στη Βενεζουέλα κατά της νόμιμα εκλεγμένης
κυβέρνησης, ως κορύφωση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη χώρα, ενώ καλούν ταυτόχρονα σε αλληλεγγύη στον αγωνιζόμενο λαό της.

Ακολουθούν το κείμενο και οι υπογραφές:

«Αυτές τις ημέρες εξελίσσεται σταδιακά άλλο ένα πραξικόπημα στην πολύπαθη Λατινική Αμερική. Οι ΗΠΑ και η εγχώρια ολιγαρχία της Βενεζουέλας προσπαθούν να εγκαταστήσουν έναν μέχρι πρότινος άγνωστο αχυράνθρωπο τους που ουδέποτε ψηφίσθηκε από οποιονδήποτε στην εξουσία. Η προσπάθεια αυτή δεν είναι νέα. Εδώ και αρκετά χρόνια οι ΗΠΑ και η εγχώρια ολιγαρχία προσπαθούν να αποκτήσουν ξανά τον έλεγχο της πλούσιας σε πετρέλαιο χώρας.

Για να το επιτύχουν αυτό όλο το προηγούμενο διάστημα οργάνωσαν ένα αποτυχημένο πραξικόπημα, εξαπέλυσαν δολοφονικές συμμορίες από όλη την Λατινική Αμερική και κυριολεκτικά στραγγάλισαν οικονομικά την Βενεζουέλα. Σήμερα, η ακροδεξιά Ρεπουμπλικανική κυβέρνηση Τραμπ, με την σύμπραξη όμως των γερακιών του «φιλελεύθερου» Δημοκρατικού Κόμματος, προχωρά ακόμη περισσότερο απειλώντας με ανοικτή στρατιωτική επέμβαση.

Σύσσωμος σχεδόν ο «δημοκρατικός» Δυτικός κόσμος στοιχίζεται πίσω της την ίδια ώρα που καλύπτει και χαριεντίζεται με αιματοβαμμένες δικτατορίες και μοναρχίες και ενώ με τις κοινές στρατιωτικές επεμβάσεις του κατά τις πρόσφατες δεκαετίες έχει σπείρει στον κόσμο πολέμους, καταστροφές και ερείπια. Ιδιαίτερα τα συστημικά μέσα μαζικής «ενημέρωσης» εξαπολύουν ένα χυδαίο πόλεμο παραπληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση στην Βενεζουέλα.

Ο λαός της Βενεζουέλας ανατρέποντας το προηγούμενο διεφθαρμένο ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα και φέρνοντας στην εξουσία τον Ούγκο Τσάβες έσπασε τις αλυσίδες που τον κρατούσαν δέσμιο των ΗΠΑ και της εγχώριας ολιγαρχίας και προσπάθησε να οικοδομήσει μία χώρα στη βάση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Στον δρόμο αυτό υπήρξαν και υπάρχουν και προβλήματα και αδυναμίες και υπαναχωρήσεις. Ο Δυτικός οικονομικός στραγγαλισμός όξυνε και επιδείνωσε τα τελευταία χρόνια τα φαινόμενα αυτά. Όμως κάθε λαϊκός αγώνας για ένα καλύτερο μέλλον δεν είναι ανέξοδος και σίγουρα η επαναφορά της ληστοκρατικής και υπόδουλης στη Δύση ολιγαρχίας στην εξουσία δεν θα βελτιώσει αλλά θα χειροτερεύσει την θέση του λαού της Βενεζουέλας.Καλούμε όλες τις προοδευτικές φωνές και δυνάμεις στη χώρα μας να πουν σθεναρά ΟΧΙ στο εξελισσόμενο πραξικόπημα και να σταθούν δίπλα στον αγωνιζόμενο λαό της Βενεζουέλας και την δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του και τον πρόεδρο Ν.Μαδούρο.

Βασιλείου Μίλτος, Αν. Καθηγητής, Παν. Ιωαννίνων

Γκιάλης Στέλιος, Επικ. Καθηγητής, Παν. Αιγαίου

Γράβαρης Διονύσης, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Γρόλλιος Γιώργος, Καθηγητής, ΑΠΘ

Δινοπούλου Βαγγελίτσα, μέλος ΔΣ ΔΟΕ

Ζαβουδάκης Παναγιώτης, εκπαιδευτικός

Ζορμπαλά Αλέκα, δικηγόρος

Ζορμπαλά Κωνσταντίνα, Επίκ. Καθηγήτρια, Παν. Αιγαίου

Θαλάσσης Γιώργος, εκπαιδευτικός, τέως γεν γραμματέας Βουλής

Θερμογιάννης Λάζαρος, πρώην δήμαρχος Μεταμόρφωσης

Ιωαννίδης Αλέξης, Αν. Καθηγητής, ΔΠΘ

Καλτσώνης Δημήτρης, Αν. Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Κάργας Γιώργος, Αν. Καθηγητής, ΓΠΑ

Κασίμης Νίκος, πρώην δημ. σύμβουλος Ν.Φιλαδέλφειας

Κατσούλας Άκης, πρώην Πρόεδρος Συλλ. Ελλήνων Κοινωνιολόγων

Κεντρωτής Γιώργος, Καθηγητής, Ιόνειο Πανεπιστήμιο

King Μίνα, ηθοποιός

Κουζής Γιάννης, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Μαούνης Αντώνης, Ειδ.Γραμματέας (πρώην πρόεδρος) Συλλ. Ελλήνων Αρχιτεκτόνων

Μαρούδας Λεωνίδας, Καθηγητής, Παν. Πατρών

Μαυρουδέας Σταύρος, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Μαυρούλη Ελένη, δημοσιογράφος

Μπακαλέξη Ντίνα, φιλόλογος, ερευνήτρια CNRS

Μπακοπάνος Λευτέρης, ΔΣ ΠΣΑΤΜ

Μικρούτσικος Θάνος, συνθέτης

Μιλτσακάκης Μιχάλης, μέλος ΕΕ ΑΔΕΔΥ

Μόσχου Δώρα, ιστορικός

Μπαλάτσα Ιωάννα, πρώην ΔΣ ΠΣΑΤΜ

Νικολαϊδου Όλγα δημοσιογράφος, ηθοποιός

Οικονομάκης Γιώργος, Αν. Καθηγητής, Παν. Πατρών

Παντελιού Σοφία, Καθηγήτρια, Παν. Πατρών

Παπαγιάννη Μαρία, συγγραφέας

Παπαθεοδώρου Χρίστος, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πατέλης Δημήτρης, Αν. Καθηγητής, Πολυτεχνείο Κρήτης

Παυλόπουλος Γιώργος, συνδικαλιστής ΟΤΟΕ

Πεμπετζόγλου Μαρία, Αν. Καθηγήτρια, ΔΠΘ

Πετρόπουλος Δημήτρης, Πρόεδρος ΔΣ ΠΟ ΕΜΔΥΔΑΣ

Ρηγόπουλος Κίμων, ηθοποιός

Ρίτσου Έρη, συνταξιούχος τραπεζικός

Ρούσης Γιώργος, ομ. Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σακελλαρόπουλος Σπύρος, Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Σταυρόπουλος Τάσος, πρόεδρος συνταξιούχων ΠΕΣΕΚ

Τζιαντζή Μαριάννα, δημοσιογράφος-συγγραφέας

Τρικαλινός Χρίστος, ομ. Καθηγητής, ΕΚΠΑ

Τρύφωνας Σπύρος, Συνταξιούχος – τ. Μέλος ΔΣ ΟΕΒΕΚ & Επιμελητηρίου

Τσέλιου Βάντα, εκπαιδευτικός

Φασουλάς Γιάννης, συνταξιούχος, πρώην Πρόεδρος Συλλόγου Προσωπικού ΕΥΔΑΠ

Φουσέκης Παναγιώτης, Καθηγητής, ΑΠΘ

Χαρίσης Γιώργος μέλος διοίκησης ΑΔΕΔΥ

Χατζόπουλος Στάθης, δικηγόρος




ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ, ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ




Ένα πραξικόπημα βρίσκεται σε εξέλιξη στη Βενεζουέλα, προσπαθώντας να εξαφανίσει τον πρόεδρό της N.  Μαδούρο και να τοποθετήσει στη θέση του μια μαριονέτα των ΗΠΑ. 
 
ΟΙ ΗΠΑ αναγνώρισαν αμέσως, από τις 23 Ιανουαρίου, ως προσωρινό πρόεδρο της Βενεζουέλας τον αυτοανακηρυχθέντα Χουάν Γκουαϊδό, άλλωστε δικό τους δημιούργημα είναι.  Οι 19 χώρες της ΕΕ, ανάμεσά τους Βρετανία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία κλπ. που προχώρησαν στην αναγνώριση την επομένη μέρα από τη λήξη του  ευρωπαϊκού τελεσίγραφου προς τον εκλεγμένο πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο για προκήρυξη εκλογών, δεν μπορούν να προκαλέσουν καμιά έκπληξη γι’ αυτή την ενέργεια. Η ΕΕ ανέκαθεν υποστήριζε κάθε ιμπεριαλιστική περιπέτεια των ΗΠΑ, από το Ιράκ ως τη  Λιβύη.  Η  δική μας κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, που διατυμπάνιζε τις καλές της σχέσεις με το κόμμα του Ούγκο Τσάβες, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σ’  εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και γι’ αυτό στο εσωτερικό θέλει να δίνεται η εντύπωση της  συμπαράστασης προς τη Βενεζουέλα, ενώ συγχρόνως όλο και περισσότερο ευθυγραμμίζεται με τη βασική πολιτική θέση της ΕΕ και ΗΠΑ. 
 
Οι ΗΠΑ για την ανατροπή μιας κυβέρνησης, που στη δυτική προπαγάνδα ονομάζεται αλλαγή καθεστώτος και μάλιστα πάντα δικτατορικού, έχουν χρησιμοποιήσει  στρατιωτικά πραξικοπήματα που φέρνουν στην εξουσία μια πιο υπάκουη ηγεσία, οικονομικές κυρώσεις και δολοφονίες. Η Χιλή του Allende αποτελεί ένα καλό πρότυπο για το πώς μπορεί να ενεργήσει μια ιμπεριαλιστική δύναμη όταν απειλούνται τα συμφέροντά της.
 
          Στη Βενεζουέλα έχει ξεκινήσει εδώ και μέρες η πρώτη φάση της άμεσης επέμβασης του ιμπεριαλισμού. Κι είναι ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός που, όπως φαίνεται, καθορίζει ζητήματα νομιμότητας σε μια άλλη χώρα, υπονομεύοντας κάθε ίχνος δημοκρατίας και ελευθερίας στην περιοχή, δημιουργώντας συνθήκες τέτοιες που να ευνοούν τα καρτέλ των ναρκωτικών και τις παραστρατιωτικές συμμαχίες. Το Καράκας εξελίσσεται σε  κομβικό σημείο, όπου διασταυρώνονται διάφορες κινήσεις και δράσεις που εκπορεύονται από ιμπεριαλιστικά κέντρα. Στον επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανόν πως θα εμφανιστούν οργανώσεις για ανθρώπινα δικαιώματα, παρατηρητήριο κοινωνικών συγκρούσεων, φωνές της αντιπολίτευσης που θα παρέχουν στοιχεία για νεκρούς και τραυματίες, για επεισόδια ανάμεσα σε αντιπολιτευόμενες ομάδες, για περιστατικά έλλειψης τροφίμων ή αδυναμία περίθαλψης και παρόμοια άλλα. Ανάμεσα σ’ αυτές τις οργανώσεις πολλές θα ισχυρίζονται, για να είναι πειστικές,  πως είναι αριστερές και προοδευτικές για να μετατραπούν σε αγαπημένους φίλους και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης των κυρίαρχων μέσων πληροφόρησης.  Και μέσα απ’ αυτές τις οργανώσεις, τους ανθρώπους και τις δράσεις τους,  χάνεται ο ρόλος του ιμπεριαλισμού κι εμφανίζονται όλοι αυτοί ως μεγάλοι σταυροφόροι της δημοκρατίας. 
 
           Όλη αυτή η ιμπεριαλιστική επέμβαση δεν έχει οργανωθεί σε μια νύχτα. Οι αποκαλούμενες δημοκρατικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης οργανώθηκαν, χρηματοδοτήθηκαν, οπλίστηκαν αργά και κρυφά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αμαύρωσαν την εικόνα της Βενεζουέλας, δημιούργησαν μια αρνητική εικόνα της στο εξωτερικό, οργάνωσαν εναντίον της έναν οικονομικό πόλεμο. Όλα τα βάσανα του λαού της απεικονίστηκαν ως αποτυχίες των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησής του αθωώνοντας τις  ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. 
 
Ο Ούγκο Τσάβες με τις μεταρρυθμίσεις του μετασχημάτισε ένα μεγάλο μέρος των ενεργειακών εσόδων της Βενεζουέλας σε προγράμματα εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης, στέγασης και κοινωνικής προόδου που ωφέλησαν μεγάλα τμήματα του φτωχού πληθυσμού, χωρίς όμως να συνοδεύονται από αλλαγές στο οικονομικό σύστημα. Η μείωση όμως των τιμών ενέργειας και  επιπλέον το μονομερές και παράνομο οικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ, το οποίο κόβει τη Βενεζουέλα από τις περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές είχε συνέπειες που συνεπάγονται αυξημένες οικονομικές δυσκολίες για τον λαό της Βενεζουέλας. Προκαλείται ακόμα μεγαλύτερη έλλειψη βασικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και των φαρμάκων, και  καθίσταται σχεδόν αδύνατη η όποια  οικονομική ανάκαμψη, δεδομένου ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να δανειστεί ή να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό της χρέος.
 
Κι αν, σύμφωνα με τις κατηγορίες,  η πρόσβαση σε επιδοτούμενα αγαθά προκάλεσε μια μαζική κερδοσκοπική μαύρη αγορά με τη διαφθορά να έχει εισχωρήσει στο κράτος και την κοινωνία, όμως εκατομμύρια  άνθρωποι από τον εξαθλιωμένο λαό της χώρας επωφελήθηκαν από το ριζοσπαστικό πρόγραμμα των κυβερνήσεων του Ούγκο Τσάβες και Ν. Μαδούρο.
 
            Αυτό που συμβαίνει στη Βενεζουέλα, με ενορχηστρωτή τις ΗΠΑ, εντάσσεται στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ η οποία τείνει να ακολουθεί ένα πολύ λογικό και καλά υπολογισμένο σχεδιασμό, που το καθιστά αποτελεσματικό, αλλά και αδίστακτο. Οι ΗΠΑ εξήλθαν από το Β παγκόσμιο πόλεμο μια παγκόσμια υπερδύναμη, η οποία επεδίωκε να επιβάλλει εκείνη την τάξη πραγμάτων, όπου οι ΗΠΑ θα ασκούσαν αδιαμφισβήτητη εξουσία σε περιοχές που περιλάμβαναν την Ανατολική Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Λατινική Αμερική. Οι περιοχές αυτές παρείχαν πρώτες ύλες, αγορές, φθηνές πηγές εργασίας για εταιρείες και επενδυτές των ΗΠΑ. Βέβαια, οι αποδέκτες των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης σ’ αυτές τις περιοχές δεν μπορούσε να ήταν οι άνθρωποι των χωρών, αλλά οι εταιρείες των ΗΠΑ. Και γι’ αυτό το λόγο, για να διασφαλιστεί πως οι πηγές πλούτου της Λατινικής Αμερικής, και όχι μόνο, θα παρέμεναν στην εξουσία της ιμπεριαλιστικής δύναμης θεωρήθηκαν απαραίτητες οι αμερικανικές παρεμβάσεις.
 
          Κι αν ένας βασικός λόγος των επεμβάσεων στη Βενεζουέλα είναι τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, όπως και στη Μ. Ανατολή,  ένας εξίσου σημαντικός λόγος γι’ αυτές έχει να κάνει και με το φαινόμενο του παραδείγματος. Εάν οι ΗΠΑ επιτρέψουν σε μια ανυπάκουη κυβέρνηση να παραμένει στην εξουσία εις βάρος των συμφερόντων τους μπορεί να παρακινήσει κι άλλες κυβερνήσεις και πληθυσμούς σε διαφοροποίηση της πολιτικής τους από τις ΗΠΑ.  Γιατί οι ΗΠΑ στην πραγματικότητα επιδιώκουν να ρυθμίζουν να …επιλέγονται οι ηγέτες και τα συστήματα διακυβέρνησης που θα δημιουργούν συνθήκες ευνοϊκές για τις εταιρείες και τους επενδυτές τους,  δηλ. ουσιαστικά μια συνέχεια των οικονομικών συστημάτων της εποχής της αποικιοκρατίας. 
 
               Άλλωστε, οι ρίζες της σημερινής κατάστασης της Λατινικής Αμερικής και της σχέσης της με τη Δύση βρίσκονται στην εποχή της αποικιοκρατίας. Η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία δημιούργησε κι εκεί μια υπανάπτυκτη οικονομία που βασίζεται στην παραγωγή και εξαγωγή πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων, όπου μια μικρή ομάδα τοπικών ελίτ, που συνεργάστηκαν με τους Ισπανούς και Πορτογάλους αποίκους, ευημερούσαν. Ακόμα και μετά τα κινήματα ανεξαρτησίας, κι ενώ οι δυτικές χώρες εκβιομηχανίζονταν, συνέχιζαν να εφαρμόζουν οικονομικές πολιτικές βασισμένες στη γεωργία και τις πρώτες ύλες, με τους αποικιοκράτες της εποχής, την τότε υπερδύναμη την Βρετανία, να ευνοούν αυτή την εξέλιξη που δεν επέτρεπε να αναπτυχθεί μια ανεξάρτητη Λατινική Αμερική και να γίνει ισχυρός ανταγωνιστής.  
 
            Εν ολίγοις, τα όσα διαδραματίζονται στη Βενεζουέλα θα μπορούσαν να συνιστούν έναν οδηγό για την πραγματοποίηση μελέτης περίπτωσης που αφορά την ανάλυση μέσων και σκοπιμοτήτων του ιμπεριαλισμού.

Τα Λαϊκά Μέτωπα πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Α΄ Μέρος)

Ο φασισμός και ο ναζισμός αποτέλεσαν τη μορφή πολιτικής διαχείρισης που επέλεξαν η ιταλική και η γερμανική αστική τάξη αντίστοιχα, επιδιώκοντας να συντρίψουν τον εσωτερικό ταξικό εχθρό και ταυτόχρονα να προωθήσουν με πολεμικά μέσα την αναβάθμισή τους στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Είχε προηγηθεί ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος, μετά από τον οποίο η μεν Γερμανία ως ηττημένη είχε υποστεί τις συνέπειες από την εφαρμογή της Συνθήκης των Βερσαλλιών και η Ιταλία, αν και βρισκόταν ανάμεσα στους νικητές του πολέμου, «αδικήθηκε» στη μεταπολεμική ιμπεριαλιστική μοιρασιά. Επίσης, οι δύο αστικές τάξεις αντιμετώπισαν την ορμητική άνοδο του εργατικού κινήματος με τη μορφή των καταλήψεων των εργοστασίων και των εργοστασιακών συμβουλίων στην Ιταλία και των εργατικών εξεγέρσεων στη Γερμανία.

Το Σεπτέμβρη του 1938 έγινε συνάντηση Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, στο Μόναχο, όπου η Τσεχοσλοβακία συμφωνήθηκε να δοθεί στον Χίτλερ (Οι «δράστες» του Μονάχου. Φωτογραφία, μετά την τελετή υπογραφής της Συμφωνίας)
Μετά την επικράτηση του ναζισμού, η 13η Σύνοδος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ) (1933) επεξεργάστηκε τη στρατηγική των αντιφασιστικών – λαϊκών μετώπων. Η νέα στρατηγική επικυρώθηκε από το 7ο Συνέδριο της ΚΔ (1935) και προέβλεπε τη συνεργασία με σοσιαλδημοκρατικές και άλλες αστικές δυνάμεις, ακόμα και σε κυβερνητικό επίπεδο, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Ο αστικός κρατικός μηχανισμός να είναι τόσο εξασθενημένος, ώστε να μην μπορεί να αποτρέψει τη συγκρότηση αντιφασιστικής κυβέρνησης.
β) Οι πλατιές μάζες των εργαζομένων να παλεύουν ενάντια στο φασισμό, αλλά να μην είναι ώριμες να πολεμήσουν για τη σοσιαλιστική εξουσία.
γ) Η ριζοσπαστικοποίηση στο εσωτερικό των σοσιαλδημοκρατικών και των άλλων κομμάτων του μετώπου να είναι τέτοια, ώστε να απαιτείται η άμεση τιμωρία των φασιστών και να καταδικάζονται όσοι δεν επιθυμούν συνεργασία με τους κομμουνιστές1.
Τα Κομμουνιστικά Κόμματα προώθησαν τη συγκρότηση λαϊκών αντιφασιστικών μετώπων, αλλά αυτό δεν έγινε εφικτό σε όλες τις χώρες.
Οι αστικές τάξεις των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας, νικητών του προηγούμενου πολέμου, μπροστά στον επερχόμενο πόλεμο διατήρησαν τον αστικό κοινοβουλευτισμό, αφού μπορούσαν να εξασφαλίσουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών μαζών, διαθέτοντας ένα τμήμα των ιμπεριαλιστικών τους υπερκερδών.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πρώτ’ απ’ όλα στόχευε στη συντριβή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, και στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ώστε να ξανακερδίσουν έναν χαμένο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα
Οι εργάτες έπρεπε να έχουν κάτι να χάσουν για να σκοτωθούν για τα αστικά συμφέροντα!
Παράλληλα, οι Αμερικανοί και Βρετανοί καπιταλιστές αντιμετώπισαν θετικά τις φασιστικές δυνάμεις ως ομάδες κρούσης ενάντια στο ανερχόμενο κομμουνιστικό κίνημα2, αλλά διέλυσαν όσες ταυτίστηκαν άμεσα ή έμμεσα με τον φασιστικό Αξονα (όπως η χρηματοδοτούμενη από την Ιταλία Ενωση των Βρετανών Φασιστών3και η Αμερικανογερμανική Εθνική Λίγκα4). Και φυσικά, γι’ αυτό δεν χρειάστηκαν και δεν ζήτησαν τη συμβολή των κομμουνιστών.
Το ίδιο έπραξαν πολλές δικτατορίες της μεσοπολεμικής Ευρώπης, που στόχευαν να ανακόψουν την ισχυροποίηση των ΚΚ και να προετοιμάσουν την αστική εξουσία για τον πόλεμο. Στις χώρες της Βαλτικής (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία), τα δικτατορικά καθεστώτα στράφηκαν ενάντια στους φασίστες, που αμφισβητούσαν την εξωτερική πολιτική τους. Στην Ουγγαρία το καθεστώς Γκέπες συγκρούστηκε το 1935 με το φασιστικό κόμμα των «Σταυρωτών Βελών», ενώ στη Ρουμανία η φασιστική «Σιδηρά Φρουρά» διαλύθηκε από τον βασιλιά και ο ηγέτης της Κοντρεάνου εκτελέστηκε. Στην Πολωνία, το καθεστώς Πιλσούντσκι διέλυσε τη μέχρι πρότινος σύμμαχο φασιστική «Φάλαγγα», όταν αυτή προετοίμασε φιλοναζιστικό πραξικόπημα5.
Στις παραπάνω περιπτώσεις το επίδικο ήταν οι διεθνείς συμμαχίες της αστικής τάξης και όχι η μορφή της αστικής εξουσίας.
Τελικά, η συγκρότηση αντιφασιστικών μετώπων επιτεύχθηκε μόνο στη Γαλλία και την Ισπανία, δηλαδή σε δύο χώρες όπου οι ενδοαστικές αντιθέσεις για τις διεθνείς συμμαχίες πήραν οξύτατη μορφή. Αυτό ήταν και το αναμενόμενο, βάσει των κριτηρίων που έθεσε η ΚΔ για τη συγκρότηση αντιφασιστικού μετώπου, διότι η ύπαρξη εργατικών – λαϊκών μαζών που επιθυμούσαν την πάλη με τον φασισμό, χωρίς να είναι ώριμες να απαιτήσουν την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού, σήμαινε ότι αυτές παρέμεναν εγκλωβισμένες σε αστικά κόμματα, τα οποία, ακριβώς επειδή τάσσονταν ενάντια στον φασιστικό Αξονα, ήταν πρόθυμα να προσεταιριστούν τους κομμουνιστές και το εργατικό – λαϊκό κίνημα, προκειμένου να επικρατήσουν απέναντι στους ενδοαστικούς αντιπάλους τους.
Αντίθετα, στις υπόλοιπες περιπτώσεις, όλες οι αστικές πολιτικές δυνάμεις αποδέχτηκαν ή ανέχτηκαν την κυρίαρχη αστική επιλογή, παρά τις εκκλήσεις των ΚΚ. Για παράδειγμα, το ελληνικό σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα πετάχτηκε στον κάλαθο των αχρήστων και οι Φιλελεύθεροι έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά. Επιπλέον, οι Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες θεωρούσαν τους κομμουνιστές μεγαλύτερο κίνδυνο από τους ναζί και οι Δανοί ομοϊδεάτες τους, μετά την κατάκτηση της χώρας, συμμετείχαν στην πρώτη δοσιλογική κυβέρνηση που έθεσε εκτός νόμου το ΚΚ Δανίας και προσυπέγραψε το Αντι-Κομιντέρν Σύμφωνο6.
Τα ιστορικά τεκμήρια αποδεικνύουν λοιπόν ότι η δράση ενός ΚΚ στο πλαίσιο ενός καπιταλιστικού καθεστώτος, ανεξάρτητα από τη μαζικότητα και την απήχησή του, δεν είναι δυνατόν να καθορίσει τη μορφή της αστικής πολιτικής εξουσίας. Αντίθετα, η αστική τάξη, όσο κατέχει την εξουσία και τα μέσα παραγωγής, είναι αυτή που θα επιλέξει την προσφορότερη για τα συμφέροντά της μορφή πολιτικής διαχείρισης.
Με αυτή την έννοια, άλλοι συκοφαντούν και άλλοι λαθεύουν όταν αποδίδουν στα ΚΚ ευθύνες για την άνοδο του φασισμού. Οχι μόνο γιατί τα «φορτώνουν» με βάρη που δεν τους αναλογούν, παραβλέποντας τις τεράστιες θυσίες των ΚΚ και της ΕΣΣΔ για την αντιμετώπιση του φασισμού, αλλά, πολύ περισσότερο, γιατί, διαχωρίζοντας τεχνητά τον φασισμό από τον καπιταλισμό, απαλλάσσουν την κάθε αστική τάξη από τις ευθύνες της για την επικράτηση των φασιστικών και δικτατορικών καθεστώτων και για τις αντιλαϊκές επιλογές τους, όπως και για τις αντίστοιχες επιλογές των λεγόμενων «δημοκρατικών» καθεστώτων.
Ωστόσο, αξίζει να δούμε και το αν η συγκρότηση των αντιφασιστικών μετώπων κατόρθωσε να αποτρέψει την επικράτηση του φασισμού.

Η περίπτωση της Γαλλίας

Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κομμουνιστές, ευνοούμενοι από την επαναστατική θύελλα που ξεσήκωσε η Οκτωβριανή Επανάσταση, κατέκτησαν την πλειοψηφία στο συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος (1920), το μετονόμασαν σε Κομμουνιστικό και κάλεσαν σε ανατροπή της καπιταλιστικής εξουσίας και σε υπεράσπιση της ΕΣΣΔ7. Ωστόσο, δεν επικράτησαν στο συνέδριο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας8 και προχώρησαν στην ίδρυση της Ενοποιημένης Γενικής Συνομοσπονδίας Εργασίας9.
Σε αυτές τις συνθήκες, μια μερίδα της αστικής τάξης πρωτοστάτησε στη χρηματοδότηση φασιστικών οργανώσεων που χτυπούσαν το εργατικό και το κομμουνιστικό κίνημα.
Το 1922 ο ζάμπλουτος κατασκευαστής αρωμάτων Φρανσουά Κοτύ αγόρασε την εφημερίδα «Le Figaro»10, η οποία άρχισε να δημοσιεύει αντισημιτικά και αντικομμουνιστικά άρθρα11. Το 1924 ιδρύθηκε από τον πρώην δημοσιογράφο της «Γαλλικής Δράσης»12, Ζορζ Βαλουά, η μουσολινικής επιρροής «Φασκιό»13. Η οργάνωση υποχώρησε το 1927, όταν οι μεγάλοι επιχειρηματίες σταμάτησαν να τη στηρίζουν. Το 1924 ιδρύθηκε και η Πατριωτική Νεολαία, που χρηματοδοτούνταν από γαλλικά μονοπώλια και ευνοήθηκε από την κυβέρνηση Πουανκαρέ (1926-1927)14.
Η βασική φασιστική οργάνωση της δεκαετίας του 1930 ήταν οι «Φλεγόμενοι Σταυροί» που ίδρυσε ο συνταγματάρχης Ντε Λα Ροκ και μέχρι το 1931 χρηματοδοτούνταν από τον Κοτύ15, ο οποίος το 1933 ίδρυσε την παραστρατιωτική «Γαλλική Αλληλεγγύη»16. Πλέον, όλο και περισσότερο οι φασιστικές οργανώσεις δεν επικεντρώνονταν μόνο στην καταστολή του εργατικού κινήματος, αλλά επιδίωκαν έναν προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής του γαλλικού κράτους σε σύμπλευση με τον φασιστικό Αξονα.
Το σύνολο των παραπάνω οργανώσεων πρωτοστάτησε στα γεγονότα της 6ης Φλεβάρη 1934, οπότε έπειτα από μακρά περίοδο αναταραχής, φιλοφασιστικές οργανώσεις επιχείρησαν να επιτεθούν στο Κοινοβούλιο17. Η αστυνομία απάντησε με πυρά, με αποτέλεσμα 15 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες18.

Η συγκρότηση του Λαϊκού Μετώπου

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συγκροτήθηκε το Λαϊκό Μέτωπο. Το Μάρτη του 1936 επανενώθηκε η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας με την Ενοποιημένη Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας. Στους δύο γύρους των εκλογών (26 Απρίλη – 3 Μάη 1936), τα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου κέρδισαν τη μεγάλη πλειοψηφία των κοινοβουλευτικών εδρών, παρότι πήραν 300.000 ψήφους λιγότερες από τους αντιπάλους τους στον πρώτο γύρο. Η διανομή των εδρών καθορίστηκε από το γαλλικό εκλογικό σύστημα των δύο γύρων, αλλά και τη στάση των υποστηρικτών του Λαϊκού Μετώπου που συγκέντρωναν τις ψήφους τους στο δεύτερο γύρο19. Ωστόσο, τα εκλογικά αποτελέσματα φανέρωναν το βάθος των αντιθέσεων στην αστική τάξη.

Ο Λέον Μπλουμ, πρωθυπουργός της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου στην Γαλλία το 1936
Το ίδιο φανέρωνε η αστική πριμοδότηση φιλοφασιστικών οργανώσεων. Οταν το καλοκαίρι του 1936 ο Ζακ Ντοριό, πρώην κομμουνιστής και δήμαρχος του Σαιντ-Ντενί, προχώρησε στη δημιουργία του Γαλλικού Λαϊκού Κόμματος, χρηματοδοτήθηκε από παρισινές τράπεζες, βιομήχανους χάλυβα, κατασκευαστές αυτοκινήτων, εξορυκτικές και κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες και επιχειρηματικούς κύκλους της Μασσαλίας και του Αλγερίου20. Ανάμεσα στους χρηματοδότες ήταν: Ο Πιέρ Πουσέ, ιδιοκτήτης του μονοπωλίου χάλυβα «Cartel d’ Acier» και μετέπειτα υπουργός Εσωτερικών του Βισύ21, ο Πολ Μπαντουίν, γενικός διευθυντής της Τράπεζας της Ινδοκίνας και μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών του Βισύ22, ο τραπεζίτης Γκαμπριέλ Λε Ρου Λαντουρί23. Μόνο το 1937, το Γαλλικό Λαϊκό Κόμμα χρηματοδοτήθηκε με 10 εκατομμύρια φράγκα24 και έτσι στην ακμή του έφτασε να αριθμεί 100.000 ενεργά μέλη (τυπικά 300.000)25.
Οι «Φλεγόμενοι Σταυροί», έπειτα από την απαγόρευσή τους από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, μετονομάστηκαν σε Γαλλικό Κοινωνικό Κόμμα και συνέχιζαν να χρηματοδοτούνται από μονοπώλια, αποτελώντας ιδιαίτερα υπολογίσιμη δύναμη την περίοδο 1938-193926.
Και φυσικά, όπως η μια μερίδα της αστικής τάξης επιχειρούσε να δεσμεύσει το εργατικό – λαϊκό κίνημα μέσα από τη στήριξη στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, η αντίπαλη μερίδα επιχείρησε να αξιοποιήσει τη στήριξη των κομμουνιστών, προκειμένου να φοβίσει αντιδραστικές και καθυστερημένες μάζες, κυρίως μικροϊδιοκτήτες της πόλης και του χωριού για το ενδεχόμενο επιβολής σοβιετικής εξουσίας. Κι αυτό παρόλο που ο Μορίς Τορέζ, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΓ, δήλωνε ότι η ευρύτερη συμμαχία του Λαϊκού Μετώπου ήταν καθαρά αμυντική και επιδίωκε την υπεράσπιση της δημοκρατικής νομιμότητας, της εθνικής οικονομίας και του διεθνούς status quo27.
Αυτό απέδειξαν και τα πεπραγμένα της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου και του ΚΚΓ.

Ο παροπλισμός

Τον Μάη και τον Ιούνη του 1936, το απεργιακό κύμα συγκλόνισε τη Γαλλία. 2.000.000 εργάτες έλαβαν μέρος σε πάνω από 12.000 απεργίες, ενώ σημειώθηκαν και καταλήψεις εργοστασίων. Οι εργοδότες αποδέχτηκαν την κυβερνητική πρόταση για συνομιλίες με τους συνδικαλιστές και τα 5 βασικά αιτήματα των απεργών έγιναν δεκτά (αναγνώριση του δικαιώματος συμμετοχής σε συνδικάτο ή ίδρυσης συνδικάτου, καθιέρωση συλλογικών διαπραγματεύσεων, συμμετοχή συνδικαλιστή στη διαχείριση του εργατικού δυναμικού, 15-17% αυξήσεις και ατιμωρησία απεργιακής δράσης). Παράλληλα, η κυβέρνηση υποσχέθηκε την καθιέρωση 40ωρης εργάσιμης βδομάδας και άδεια δύο βδομάδων με αποδοχές. Ομως, οι απεργίες και οι καταλήψεις εργοστασίων συνεχίστηκαν με ευρύτερα αιτήματα (όπως οι εθνικοποιήσεις εργοστασίων στρατηγικής σημασίας, η διάλυση των φασιστικών οργανώσεων κ.λπ.) και τότε το ΚΚΓ κάλεσε τους εργάτες να σταματήσουν την απεργία, συμβάλλοντας καθοριστικά στην επαναφορά της εργασιακής ειρήνης28.
Στην πράξη οι παραχωρήσεις δεν είχαν σημαντικό αντίκρισμα, αφού οι αυξήσεις αντισταθμίστηκαν από τον πληθωρισμό και η 40ωρη βδομάδα καταργήθηκε σύντομα. Απέμεινε η άδεια μετ’ αποδοχών που θεωρήθηκε μέτρο με ελάχιστο κόστος και μεγάλο ψυχολογικό αποτέλεσμα, που τόνωνε τον γαλλικό τουρισμό29. Τέλος, η συμμετοχή των συνδικάτων στη διοίκηση και το δικαίωμα ίδρυσης συνδικάτων στις συγκεκριμένες συνθήκες δεν λειτουργούσαν εναντίον των καπιταλιστικών κερδών, δεδομένης της στήριξης των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου.
Τον Ιούνη, η κυβέρνηση διέλυσε φασιστικές οργανώσεις, όπως οι «Φλεγόμενοι Σταυροί» και η «Γαλλική Αλληλεγγύη»30. Ωστόσο, η αντιμετώπισή τους παρέμεινε στο νομικό – τυπικό επίπεδο. Από αυτήν την άποψη, είναι χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο που σημειώθηκε τον Μάρτη του 1937, όταν το Γαλλικό Κοινωνικό Κόμμα αποφάσισε να πραγματοποιήσει συνάντηση στο εργατικό προάστιο Κλισύ του Παρισιού. Το τοπικό συμβούλιο ζήτησε από την κυβέρνηση την απαγόρευση της συνάντησης, αλλά αυτή αντέτεινε ότι δεν ήταν παράνομη. Τότε, οι τοπικές οργανώσεις του ΚΚΓ αλλά και τμήμα των σοσιαλδημοκρατών διοργάνωσαν αντισυγκέντρωση που δέχτηκε με εντολή του υπουργού Εσωτερικών άγρια αστυνομική επίθεση, με αποτέλεσμα τη δολοφονία 5 αντιφασιστών31.
Οι αστοί πολιτικοί του Λαϊκού Μετώπου δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους αστούς πολιτικούς των φιλοφασιστικών οργανώσεων, τόσο επειδή δεν είχαν συμφέρον να συγκρουστούν ολοκληρωτικά με τμήματα του γαλλικού κεφαλαίου, όσο και γιατί εκείνη την περίοδο προωθούσαν την πολιτική κατευνασμού του φασιστικού άξονα και στροφής των ιμπεριαλιστικών τους βλέψεων προς την Ανατολή και συγκεκριμένα προς την ΕΣΣΔ.
Το ίδιο φανερώθηκε από τη συνολικότερη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία, όταν ξέσπασε το πραξικόπημα του Φράνκο στην Ισπανία, εισηγήθηκε την πολιτική της μη επέμβασης, που έγινε αποδεκτή και από άλλα καπιταλιστικά κράτη32. Επίσης, δεν κατοχύρωσε νομικά την παραχώρηση ασύλου σε θύματα του ναζισμού, με αποτέλεσμα πολλοί Εβραίοι, κομμουνιστές και άλλοι να μείνουν εγκλωβισμένοι στη Γερμανία33. Μετά την ανάδειξη της κυβέρνησης Νταλαντιέ (Απρίλης 1938), σκλήρυναν ακόμα περισσότερο οι νόμοι εναντίον της μετανάστευσης, με αποτέλεσμα να μπλοκαριστούν Γερμανοί αντιφασίστες και καταδιωκόμενοι από την Ισπανία34. Μάλιστα, όταν ο Φράνκο επικράτησε στην Καταλονία, οι δημοκρατικοί πολίτες και μαχητές που πέρασαν τα σύνορα κλείστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης35.
Αποκαλυπτικό είναι επίσης το γεγονός ότι η αντίδραση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του φασιστικού άξονα συνδυαζόταν με την καταλήστευση των αποικιών. Χαρακτηριστικά, τον Γενάρη του 1937 η κυβέρνηση απαγόρευσε τον «Βορειοαφρικανικό Αστέρα», που πρωτοστατούσε στην αναγνώριση των δικαιωμάτων των Αλγερινών στη Γαλλία. Στη συνέχεια, οι Αλγερινοί εθνικιστές, αφού διαχωρίστηκαν από τους Αλγερινούς κομμουνιστές, προχώρησαν στην ίδρυση του Κόμματος του Αλγερινού Λαού, διεκδικώντας την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, συνελήφθησαν οι σημαντικότεροι ηγέτες τους, ενώ ο Τορέζ (Μάρτης 1939) τάχθηκε ενάντια στην ανεξαρτησία της Αλγερίας, υποστηρίζοντας ότι οι Αλγερινοί δεν ήταν έθνος, αλλά έθνος υπό διαμόρφωση36.

Η κατάρρευση

Τον Απρίλη του 1938, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου κατέρρευσε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο μέχρι τότε υπουργός Πολέμου Νταλαντιέ. Η νέα κυβέρνηση στηρίχτηκε και πάλι από το ΚΚ, στο όνομα της αποσόβησης του φασιστικού κινδύνου37. Ωστόσο, η πολιτική του κατευνασμού συνεχίστηκε με την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου (Σεπτέμβρης 1938), η οποία παραχωρούσε την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ και στην οποία αντιτάχτηκε μόνο το ΚΚΓ38.
Τελικά, μετά την υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης ΕΣΣΔ – Γερμανίας (23 Αυγούστου 1939), το ΚΚ, υποστηρίζοντας ότι ο επερχόμενος πόλεμος θα έχει ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, ήρθε σε αντίθεση με το σύνολο των αστικών δυνάμεων, ενώ από το ΚΚΓ αποχώρησαν πολλοί βουλευτές, στελέχη και μέλη του39. Εναν περίπου μήνα αργότερα κηρύχτηκε παράνομο40, παρά το γεγονός ότι νωρίτερα είχε υπερψηφίσει τις πολεμικές πιστώσεις41. Ενα πογκρόμ διώξεων και απαγόρευσης των εντύπων του ακολούθησε42. Μέχρι το Μάη του 1940, 6.000 ήταν οι φυλακισμένοι κομμουνιστές, ενώ 15.000 εισβολές είχαν πραγματοποιηθεί σε σπίτια κομμουνιστών ή σε γραφεία και τυπογραφεία του ΚΚΓ. Από τους 35 βουλευτές του, οι 34 (ο Τορέζ είχε διαφύγει στο εξωτερικό) καταδικάστηκαν για τη συνεργασία τους με την ΚΔ σε 5 χρόνια φυλάκισης43.
Στις 5 Ιούνη 1940, τα γερμανικά στρατεύματα πραγματοποίησαν επίθεση από τη γραμμή Μαζινό έως τη Μάγχη. Στις 10 Ιούνη, η κυβέρνηση Ρενό εγκατέλειψε το Παρίσι, έχοντας χάσει τον έλεγχο, ενώ κέρδιζαν έδαφος οι αντίπαλες αστικές δυνάμεις, συσπειρωμένες γύρω από τον στρατάρχη Πετέν. Ουσιαστικά, ο γερμανικός στρατός μπήκε αμαχητί στο Παρίσι στις 14 Ιούνη, ενώ η γαλλική κυβέρνηση συνθηκολόγησε τυπικά στις 2244. Λίγες μέρες νωρίτερα, οι κομμουνιστές είχαν ζητήσει να απελευθερωθούν και να εξοπλιστούν για να πολεμήσουν στην άμυνα του Παρισιού, αλλά η κυβέρνηση δεν αποδέχτηκε το αίτημά τους και μετά την ήττα τους παρέδωσε στους ναζί45.
Μετά τη συνθηκολόγηση, εγκαθιδρύθηκε στις βόρειες και κεντρικές περιοχές της Γαλλίας καθεστώς κατοχής. Στο νότιο τμήμα σχηματίστηκε φιλογερμανική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πετέν και έδρα το Βισύ. Στις 10 Ιούλη 1940, η ίδια Βουλή που είχε αναδείξει την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου (πλην των κομμουνιστών που είχαν κηρυχτεί έκπτωτοι) υπερψήφισε τον Συνταγματικό Νόμο, που κατοχύρωνε απεριόριστες εξουσίες στον Πετέν. Κατά ψήφισαν μόλις 57 βουλευτές (από τους 544), εκ των οποίων οι 29 του Σοσιαλιστικού Κόμματος (από τους 149)46.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Γκεόργκι Ντιμιτρόφ, «Ο φασισμός», εκδ. «Πορεία», Αθήνα, 1975, σελ. 90.
2. Ο Τσόρτσιλ ανέφερε σε ομιλία του στη Ρώμη: «Αν ήμουν Ιταλός, είμαι σίγουρος ότι θα ήμουν ολόψυχα μαζί σας από την έναρξη της θριαμβευτικής σας πάλης ενάντια στις κτηνώδεις ορέξεις και πάθη του λενινισμού (…) Η Ιταλία έδειξε πως υπάρχει τρόπος καταπολέμησης των ανατρεπτικών δυνάμεων» (L Picknett – C. Prince – S. Prior, «War of the Windsors: A Century of Unconstitutional Monarchy», Mainstream Publishing, Edinburgh, 2002, p.78.)
3. Nigel Jones, «Mosley», Haus Publishing, London, 2004, pp. 130-133.
4. Patrick Weil, «The Sovereign Citizen», University of Pensylvania Press, Philadelphia, 2013, p. 93.
5. Serge Bernstein – Pierre Milza, «Ιστορία της Ευρώπης», τόμ. 3, Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 1997, σελ. 90-91.
6. Ντόναλντ Σασούν, «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού», τόμ. Α’, εκδ. «Καστανιώτης», Αθήνα, 2001, σελ. 179-180.
7. Bernand E. Brown, «French Communism» στο George Schwab, «Eurocommunism: The Ideological and Political-Theoritical Foundations», Aldwych Press, London, 1981, pp. 87-89.
8. Susan Milner, «The Dilemmas of Internationalism», Berg Publishers, Oxford 1990, pp. 231-233.
9. Ton Van der Eyden, «Public Management of the Society», Ios Press, Amsterdam 2003, p. 282.
10. Mary McAuliffe, «When Paris Sizzled», Rowman & Littlefield Editions, New York & London, 2016, p. 128.
11. Roulhac B. Toledano – Elizabeth Z. Coty, «Francois Coty. Fragfrance, Power, Money», Pelican Publishing, Gretna 2009, p. 146.
12. Η «Γαλλική Δράση» υπήρξε πολιτική κίνηση μοναρχικών και καθολικών στα τέλη του 19ου αιώνα, που εξέδωσε ομώνυμη εφημερίδα. Βασικός ιδεολογικός της εκπρόσωπος ήταν ο Σαρλ Μορά. Στη δεκαετία του 1920, η επιρροή της περιορίστηκε εξαιτίας της καταδίκης της από τον Πάπα (Peter J. Bernandi, «Maurice Blonden, Social Catholicism & Action Francaise», The Catholic University of America, Washington, 2009, p. 209), αλλά και της ανόδου φασιστικών οργανώσεων. Παρ’ όλα αυτά, προσέφερε το ιδεολογικό – πολιτικό οπλοστάσιο σε όλες τις φασιστικές κινήσεις, ενώ ο Μορά συνεργάστηκε μαζί με άλλα στελέχη της με το καθεστώς του Βισύ.
13. Samuel Kalman, «The extreme right in interwar France», Ashgate Publishing, Hampshire & Burlington, 2008, pp. 4-5.
Ο Βαλουά, όπως και ο Μουσολίνι δεν έδινε φυλετικά χαρακτηριστικά στο φασισμό, ενώ υποστήριζε ότι «εθνικισμός + σοσιαλισμός = φασισμός» (David Renton, «Fascism. Theory and Practice», Pluto Press, London & Virginia, 1999, p. 23, 28).
14. Στάνλεϊ Πέιν, «Η ιστορία του φασισμού», εκδ. «Φιλίστωρ», Αθήνα, 2000, σελ. 412-413.
15. Samuel Kalman, «The extreme right in interwar France», Ashgate Publishing, Hampshire & Burlington, 2008, p. 7.
16. Maurice Larkin, «France since the Popular Front», Oxford University Press, Oxford & New York, 1997, p. 49.
17. Danielle Tartakowsky, «Les Manifestations de rue en France», Publications de la Sorbonne, pp. 277-284.
18. Maurice Larkin, ο.π., p. 50.
19. Ο.π., p. 51 και Ντόναλντ Σασούν, «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού», τόμ. Α’, εκδ. «Καστανιώτης», Αθήνα, 2001, σελ. 119-120.
20. Rod Kedward, «France and the French at Modern History», The Overlook Press, Woodstock & New York, 2007, pp. 210-211.
21. Martin Evans – Emmanuel Godin, «France 1815-2003», Routledge Editions, & , 2013, p. 106.
Ο Πουσέ διαχώρισε τη θέση του από το Γαλλικό Λαϊκό Κόμμα, αλλά και συγκρούστηκε με τη γαλλική κυβέρνηση έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης του Μονάχου, μιας και η ναζιστική επέκταση στην Τσεχοσλοβακία έπληττε την αυτοκινητοβιομηχανία «Skoda», με την οποία βρισκόταν σε στενή συνεργασία (Jean-Baptiste Duroselle, «France and the Nazi Threat: The Collapse of French Diplomacy», Enigman Books, 2004, p. 298)
22. Eric T. Jennings, «Vichy in the Tropics. Petain’s Nation Revolution in Magadascar, Guadeloupe and Indochina», Stanford University Press, 2001, p. 139.
23. Rod Kedward, ο.π., p. 210.
24. Maurice Larkin, ο.π., p. 50.
25. Serge Bernstein – Pierre Milza, «Ιστορία της Ευρώπης», τόμ. 3, Εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Αθήνα, 1997, σελ. 96.
26. Στάνλεϊ Πέιν, ο.π., σελ. 416.
Ο ηγέτης του Γαλλικού Κοινωνικού Κόμματος Ντε Λα Ρόκε συνεργάστηκε στη συνέχεια για ένα μικρό διάστημα με το καθεστώς του Βισύ, αν και στη συνέχεια προσχώρησε στην αστική αντίσταση και απελάθηκε από την Γκεστάπο.
27. Ντόναλντ Σασούν, ο.π., σελ. 120.
28. Rod Kedward, ο.π., pp. 186-188.
29. Ο.π., p. 215 και Maurice Larkin, «France since the Popular Front», Oxford University Press, Oxford & New York, 1997, pp. 55, 58.
30. Rod Kedward, ο.π., p. 188.
31. Ο.π., p. 212.
32. Ο.π., pp. 204-205
33. Ο.π., pp. 190-191.
34. Ο.π., p. 217.
35. Πασιονάρια (Ντολόρες Ιμπάρουρι), «Απομνημονεύματα», τόμ. 2ος, εκδ. «Ανθολόγιο», χ.χ., χ.τ.ε., σελ. 242-243.
36. Rod Kedward, o.π., pp. 213-214.
37. Julian Jackson, «The Fall of France (The Nazi Invasion of 1940)», Oxford University Press, Oxford & New York, 2003, pp. 115-121.
38. Rod Kedward, ο.π, p. 215.
39. Lynne Taylor, «The Parti Communist Francaise and the French Resistance in the Second World War» στο Tony Judt, «Resistance and Revolution in Mediterranean Europe», Routledge Editions, London & New York 1989, pp. 53-54.
40. Thomas J. Caub, «After the Fall. German Policy in Occupied France», Oxford University Press, Oxford & New York, 2010, p. 112.
41. Lynne Taylor, ο.π, pp. 54-55.
42. William Fortesque, «The Third Republic in France 1870-1940», Routledge Editions, London 2000, p. 232.
43. Rod Kedward, ο.π., pp. 233-234.
44. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939-1949», τόμ. Β2, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 14.
45. Ινστιτούτο Μαρξισμού – Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, «Κομμουνιστική Διεθνής», εκδ. «Ελεύθερη Ελλάδα», χ.τ.ε., σελ. 495-496.
46. Ειδικό αφιέρωμα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης στα 70 χρόνια από την ψηφοφορία της 10ης Ιούλη 1940 στο http://www.assemblee-nationale.fr/13/evenements/Cerenomie_quatre-vingts/index_2010.asp

TOP READ