9 Νοε 2018

Η ασφάλεια και τα ταξί – Στιγμές από τα μέτρα ασφαλείας των παράνομων κομμουνιστών

Δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Σταύρου Κασιμάτη “Οι παράνομοι – Άνθρωποι και ντοκουμέντα”, στο οποίο εξιστορεί τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που έπαιρναν οι κομμουνιστές ώστε να διαφεύγουν από τις ολοένα και πιο τελειοποιημένες μεθόδους της Ασφάλειας στα χρόνια του Εμφυλίου -και την αμέσως επόμενη περίοδο- υπό την καθοδήγηση των ξένων μυστικών υπηρεσιών.
Ακολουθώντας το σύνδεσμο, μπορείτε να δείτε την αναγγελία του θανάτου του Στ. Κασιμάτη στο Ριζοσπάστη της εποχής και περισσότερα για την πολιτική του διαδρομή -που τον έφερε στο “ΚΚΕ Εσ.” επηρεάζοντας προφανώς και τις μεταγενέστερες κρίσεις του για κάποια κρίσιμα γεγονότα. Δεν είναι παράδοξο πάντως πως έχει αποσιωπηθεί ότι οι δικές του αναφορές στην ουσία συντέλεσαν στην υποψία και το λανθασμένο συμπέρασμα της πολιτικής ηγεσίας του ΚΚΕ ότι ο Ν. Πλουμπίδης έπαιζε ύποπτο ρόλο. Στο δεύτερο μικρότερο απόσπασμα του βιβλίου παρατίθεται μια μέθοδος της Ασφάλειας που δίνει εξήγηση στο πώς κατάφερνε να σπείρει τη σύγχυση στις γραμμές των παράνομων κομματικών οργανώσεων και να οδηγήσει σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας τα στελέχη του μηχανισμού.
Μετά τις συλλήψεις του Αναστασιάδη και των άλλων, εγκατέλειψα το παράνομο σπίτι του Αδάμ Μολυβδά που διατηρούσαμε με τη γυναίκα του Σοφία και περιπλανιόμουν. Οι συνθήκες παρανομίας στην Ελλάδα για τους οργανωμένους κομμουνιστές ήταν δύσκολες και εξοντωτικές.
Όλοι οι παράνομοι χρησιμοποιούσαμε το ταξί για μεγάλες αποστάσεις αλλά και για πολυσύχναστους δρόμους, για το κέντρο και για άλλα επικίνδυνα σημεία. Για λόγους συνωμοτικούς, σταματούσαμε τα ταξί πριν από τον ακριβή προορισμό, πληρώναμε και συνεχίζαμε με τα πόδια. Προκαλούσαμε έτσι ερωτηματικά στους ταξιτζήδες που μας έβλεπαν να περπατάμε, ενώ το φυσιολογικό ήταν να φτάσουμε στον προορισμό μας με το ταξί. Αυτό το πρόσεξε και η Ασφάλεια. Την περίοδο 1948-1949 είχε βγάλει στην πιάτσα αρκετές δεκάδες ταξί με οδηγούς χαφιέδες που κατέβαιναν και έπιαναν αυτόν που περπατούσε σε μεγάλη απόσταση. Επίσης, αρκετές φορές αυτοί οι ίδιοι οδηγούσαν τον ύποπτο γι’ αυτούς επιβάτη κατευθείαν στην Ασφάλεια για εξακρίβωση, ανεξάρτητα απ’ την παραγγελία που τους έδινε για να τον πάνε κάπου.
Όταν ήταν να πάρω ταξί από το σπίτι της Σοφίας Μολυβδά έβγαινα πάντα μαζί της και με το παιδί. Δίναμε στον ταξιτζή ακριβή διεύθυνση παιδίατρου (συνήθως πηγαίναμε σε έναν στην οδό Μητροπόλεως). Κατεβαίναμε, χτυπούσαμε το κουδούνι, μας άνοιγαν, κλείναμε την πόρτα, περνούσαμε στην αίθουσα αναμονής. Κάνα δυο φορές ο μικρός εξετάστηκε. Εγώ εγκατέλειπα το ιατρείο υπολογίζοντας το χρόνο που θα έφευγε το ταξί.
Στο δρόμο, σε έλεγχο ταυτοτήτων, χρησιμοποιούσαν και τη μέθοδο του αιφνιδιασμού. Σε πλησίαζαν αθόρυβα από πίσω και ξαφνικά και απότομα σου ξεφώνιζαν “πώς σε λένε;”. Εσύ αυθόρμητα τους έλεγες το πραγματικό σου όνομα. Στη συνέχεια σου ζητούησαν ταυτότητα και έλεγχαν την πλαστότητά της. Είχαμε ολόκληρο μηχανισμό κατασκευής ταυτοτήτων. Αλλά το δικό μας πλαστό αστυνομικόσημο ήταν πιο σκούρο μπλε από το γνήσιο που ήταν πιο ανοιχτό. Έτσι έλεγχαν και το χρώμα του αστυνομικόσημου (εγώ είχα χρησιμοποιήσει το γνήσιο αστυνομικόσημο της μητέρας μου, αν και ποτέ σε μπλόκα δεν έδειξα ταυτότητα).
Συλλάμβαναν αυτούς που κυκλοφορούσαν σε έρημους δρόμους ακατάλληλες ώρες πχ 11 το πρωί, 4 το απόγευμα. Έπιαναν τους ακούρευτους, τους κιτρινιάρηδες (έκανα κρυφά ηλιοθεραπεία σε ταράτσα για να έχω φυσιολογικό χρώμα).
Στα μπλόκα εφάρμοζαν το παρακάτω σύστημα: Πριν από το στήσιμο ή τη μετακίνηση του μπλόκου, ομάδες αστυνομικών έπιαναν τους κάθετους δρόμους πέρα και πριν από το σημείο που γινόταν ο έλεγχος. Εσύ, βλέποντας από μακριά ότι πιο κάτω γίνεται έλεγχος, σταματούσες, παρατηρούσες και έκανες να φύγεις από τους πλάγιους δρόμους, όπου όμως την είχαν στημένη και σ’ έπιαναν. Πάντα, όταν αντιλαμβανόμουν μπλόκα, τραβούσα καταπάνω τους και όταν έφτανα, περνούσα φυσικά, χωρίς να βγάλω ταυτότητα. Ένα βράδυ, στην πλατεία Καπνικαρέας στην οδό Ερμού είχαν στήσει μπλόκο. Κατέβαινα την Ερμού και στην πλατεία τράβηξα δεξιά. Παρά το ύφος μου, κάποιος χαφιές επέμενε να του δείξω ταυτότητα. Εγώ προχωρούσα. Σταματάω μπροστά σ’ ένα σπίτι της πλατείας, στο σπίτι του δικηγόρου Ραγκαβή, προέδρου τότε της ΑΕΚ, που με φιλοξενούσε. Χτυπάω το κουδούνι. Ο χαφιές, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκα μέσα, έφυγε.
Για το ραντεβού μας σε σπίτια παίρναμε ορισμένα μέτρα. Οι παλιές μέθοδοι: το παντζούρι να ‘ναι μισόκλειστο, η γλάστρα ή το κουρτινάκι, σήματα ότι το σπίτι είναι “καθαρό” και μπορούμε να πάμε, γίνανε γνωστά στην Ασφάλεια. Ή πίεζαν τους συλληφθέντες του σπιτιού, που τα μαρτυρούσαν, να τα εφαρμόσουν ή, αν οι ένοικοι δε μαρτυρούσαν, την έστηναν σε απέναντι σπίτια και έβλεπαν ποιοι παρατηρούν επίμονα το υπό παρακολούθηση σπίτι ή ξαναπερνούσαν έπειτα από λίγο ψάχνοντας πάλι για το σήμα. Έτσι πιάνονταν αρκετοί. Εμείς βάζαμε σήμα ότι όλα είναι εντάξει σε κολόνες, τοίχους κτλ τρεις τέσσερις ώρες πριν από το ρανεβού και σε απόσταση ένα δυο χιλιόμετρα απ’ το σπίτι.
Αν θέλαμε ένα ραντεβού που γινόταν κατά αραιά διαστήματα να γίνει γρηγορότερα, περνούσαμε συγκεκριμένη αγγελία σε συγκεκριμένη εφημερίδα. Αν θέλαμε να προκαλέσουμε μια δικαιολογία σε κάποιον για να πάρει άδεια απ’ τη δουλειά του και να ‘ρθει στην Αθήνα γιατί τον θέλαμε επειγόντως, του στέλναμε κατάλληλο γράμμα.
Είχαμε γιάφκα, ένα στέκι δηλαδή, για να παραλαμβάνουμε συνδέσμους από το εξωτερικό. Τη διεύθυνση τη στείλαμε τμηματικά την περίοδο που ήρθε ο Μπελογιάννης στην Αθήνα. Ήταν το σπίτι της Κάκιας Σταματέλου στην οδό Μάρκου Μουσούρου στο Μετς (βέβαια και ο άντρας της, πολιτικός μηχανικός, ήταν σύμφωνος, αλλά αυτή ήταν που είχε τη φλόγα μέσα της). Αντί να πηγαίνουμε κάθε τόσο να μαθαίνουμε αν ήρθε κανείς με τις γνωστές ενδεχόμενες συνέπειες, αναζητούσαμε και άλλους τρόπους. Είχα παρατηρήσει πως απ’ το σπίτι της Αγίας Φωτεινής στη Νέα Σμύρνη θα φαινόταν ενδεχομένως η γιάφκα μας. (Στην Αγία Φωτεινή είχα εγκατασταθεί κι εγώ, αργότερα, όταν έφυγε η Φ. Λαζάρου για το εξωτερικό στις αρχές του 1952). Αγοράσαμε κιάλια και βλέπαμε την ταράτσα του κτιρίου του διαμερίσματος της Κάκιας. Κανονίσαμε αν θα ΄ρχόταν κάποιος τότε, η Κάκια θα ξεσκόνιζε, θα άπλωνε στο σκοινί της ταράτσας μια κόκκινη βελέντζα που είχε, κάθε Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή στις 12. Τις ίδιες μέρες και ώρες εμείς θα κοιτούσαμε με κιάλια για τη βελέντζα. Έτσι χωρίς καθυστέρηση παίρναμε την πληροφορία. Μ’ αυτόν τον τρόπο παραλάβαμε μια μπαλαρίνα της Οπερά ντε Παρί που ήρθε με το συγκρότημα της Όπερας για παραστάσεις στην Αθήνα (την είχε στείλει το ΚΚΕ απ’ το μηχανισμό του Παρισιού). Μας έλεγε πως σε μια δεξίωση ο γνωστός διώχτης μας αρχιαστυνόμος Βρανόπουλος κορτάροντάς την την απείλησε ότι θα τη συλλάβει για να την κρατήσει περισσότερο στην Αθήνα. Κι αυτή τον ειρωνευόταν.
Στο σπίτι της Κάκιας είχα κάθε βδομάδα ραντεβού με τον Μπελογιάννη από τότε που ήρθε στην Αθήνα. Όταν δεν εμφανίστηκε την τελευταία φορά, κατάλαβα ότι κάτι κακό έγινε. Παρά τη σύλληψη του Μπελογιάννη το σπίτι της Κάκιας τελικά δεν το αχρήστευσα.
-.-
Παρατηρούσαμε τότε (θέλω να πω ότι μου έκαναν τότε εντύπωση) ορισμένα πράγματα. Πιάστηκε ο Αναστασιάδης αλλά δεν πιάστηκε ο καθοδηγούμενος απ’ αυτόν Νίκος Πλουμπίδης. Πιάστηκε όμως ο καθοδηγούμενος απ’ τον Πλουμπίδη βοηθός του Βαγγέλης Καβαδίας. Δεν πιάστηκε ο Πέτρος Διβέρης που τον καθοδηγούσε ο συλληφθείς Β. Καβαδίας. Όμως πιάστηκε ο Κιουρτσής που τον καθοδηγούσε ο Πέτρος Διβέρης για τη δουλειά του Δημοκρατικού Στρατού. Θα μπορούσα ν’ αναφέρω και άλλες παρόμοιες παρατηρήσεις. Αλλά αυτές τις έκανα πολύ αργότερα, όταν έμαθα περισσότερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ