18 Ιαν 2012

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940 Το ΟΧΙ του λαού και το ΚΚΕ


28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
Το ΟΧΙ του λαού και το ΚΚΕ
Στις 3 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Εμμ. Γκράτσι επισκέφτηκε τον δικτάτορα Ι. Μεταξά, στο σπίτι του τελευταίου στην Κηφισιά, και του επέδωσε εκ μέρους της κυβέρνησης της χώρας του ένα άκρως προκλητικό τελεσίγραφο: η φασιστική κυβέρνηση του Μουσολίνι, επικαλούμενη το γεγονός ότι βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Αγγλία, ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση - ως απόδειξη της ουδετερότητάς της - να επιτρέψει στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις να καταλάβουν ορισμένα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους.
Ο Γκράτσι διευκρίνισε στον Ελληνα δικτάτορα ότι αν οι όροι του τελεσιγράφου δε γίνουν δεκτοί, τα ιταλικά στρατεύματα θα εισβάλουν στην Ελλάδα στις 6 το πρωί.
«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο», ήταν η απάντηση του Μεταξά, σύμφωνα με τη μαρτύρια του Ιταλού πρεσβευτή. Η φράση εκείνη τα έλεγε όλα. Η ελληνική πλευρά δεν είχε περιθώρια κάποιας άλλης επιλογής. Ο πόλεμος ήταν γεγονός και η ιταλική επίθεση δεν άργησε. Εκδηλώθηκε στις 5.30 π.μ., δηλαδή μισή ώρα πριν εκπνεύσει το τελεσίγραφο, σ' ολόκληρο το μέτωπο, από το Ιόνιο ως τη λίμνη Πρέσπα.
Δύο ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940, ο Μεταξάς εξήγησε στους ιδιοκτήτες και στους αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου ότι αν δεχόταν το ιταλικό τελεσίγραφο, η Ιταλία και η Βουλγαρία θα έκοβαν τα χέρια της Ελλάδας, η Αγγλία θα της έκοβε τα πόδια, καταλαμβάνοντας την Κρήτη και τα νησιά και η κυβέρνησή του θα απομονώνονταν πλήρως από τον ελληνικό λαό. Επρόκειτο για μια ομολογία που αποδείκνυε πως το δικό του «ΟΧΙ» στην ιταλική πρόκληση καμία σχέση δεν είχε με το πραγματικό «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού στον ιταλικό φασισμό. Ο δικτάτορας βρισκόταν σε αναντιστοιχία με τη λαϊκή ψυχή, δεν την κατανοούσε και αναμφίβολα δεν την εξέφραζε. Γι' αυτό κι έγραφε στο ημερολόγιο του στις 29 Οκτωβρίου1940: «Με ανησυχεί η υπεραισιόδοξος Κοινή Γνώμη».
Σε αντιστοιχία όμως με τις διαθέσεις του λαού, εκείνες τις κρίσιμες ημέρες, βρέθηκαν οι κομμουνιστές, παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι και το Κόμμα τους είχαν χτυπηθεί άγρια από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου.
Η κατάσταση του ΚΚΕ κατά την έναρξη του πολέμου
Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος βρήκε το ΚΚΕ αποδεκατισμένο, την ηγεσία και τα στελέχη του στις φυλακές και τις εξορίες, τις οργανώσεις του σμπαραλιασμένες και όσες υπήρχαν ακόμη, υπό το καθεστώς του άγριου διωγμού. Η μεταξική δικτατορία, από την πρώτη στιγμή που εγκαθιδρύθηκε, είδε το ΚΚΕ σαν τον κύριο και ανυποχώρητο εχθρό της.
Την 28η Οκτωβρίου 1940, περίπου δυο χιλιάδες κομμουνιστές, πρωτοπόρα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ, βρίσκονταν κρατούμενοι σε 22 φυλακές, στρατόπεδα και τόπους εξορίας. Επίσης, όλη σχεδόν η κομματική ηγεσία που είχε εκλεγεί από το 6ο Συνέδριο (Δεκέμβρης 1935) βρισκόταν ανάμεσα στους φυλακισμένους και στους εξόριστους. Ο ΓΓ της ΚΕ του Κόμματος Ν. Ζαχαριάδης, από τις αρχές του 1940, είχε μεταφερθεί από τις φυλακές της Κέρκυρας στα κρατητήρια της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών. Στην Κέρκυρα βρίσκονταν τα μέλη του ΠΓ Γιώργης Σιάντος, Βασίλης Νεφελούδης και Μήτσος Παρτσαλίδης, καθώς και το μέλος της ΚΕ Γιάννης Ζέβγος. Στην Ακροναυπλία βρίσκονταν ο Γιάννης Ιωαννίδης, μέλος του ΠΓ, και τα μέλη της ΚΕ Κώστας Θέος, Βασίλης Βερβέρης, Μήτσος Παπαρήγας, Μιχάλης Σινάκος και Ανδρέας Τσίπας. Στην Κίμωλο τα μέλη της ΚΕ Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Πέτρος Ρούσος και Χρύσα Χατζηβασιλείου. Στη Φολέγανδρο τα μέλη της ΚΕ Στέργιος Αναστασιάδης και Παντελής Καραγγίτσης - Σίμος. Στη Γαύδο το μέλος της ΚΕ Λεωνίδας Στρίγκος. Τέλος στο σανατόριο της Αθήνας «Σωτηρία» νοσηλευόταν το μέλος της ΚΕ Ν. Πλουμπίδης.
Ο κεντρικός παράνομος καθοδηγητικός μηχανισμός ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει μετά τη σύλληψη του Γιώργη Σιάντου και του Γρηγόρη Σκαφίδα, το Νοέμβριο του 1939. Η ομάδα στελεχών που αποτελούσε τη λεγόμενη «παλιά ΚΕ» ήταν απομονωμένη από τις κομματικές δυνάμεις και δεν τις επηρέαζε.
Επίσης στις αρχές του 1940 εμφανίστηκε η λεγόμενη «Προσωρινή Διοίκηση του ΚΚΕ» που διεκδικούσε την ηγεσία του Κόμματος και καθοδηγούνταν απευθείας από τον Μανιαδάκη, υφυπουργό Ασφαλείας του Μεταξά. Χαρακτηριστικό είναι δε ότι τόσο η «παλιά ΚΕ», όσο και η «Προσωρινή Διοίκηση» έβγαζαν η καθεμία το δικό της «Ριζοσπάστη».
Παρά την τρομοκρατία που είχε επιβάλει το Μεταξικό καθεστώς, είχαν διατηρηθεί ορισμένοι κομματικοί πυρήνες που συνέχιζαν τη δράση τους τόσο σε Αθήνα - Πειραιά, όσο και στις άλλες περιοχές της χώρας. Κατά κανόνα, οι οργανώσεις αυτές δεν είχαν εμπιστοσύνη ούτε στην «παλιά ΚΕ» ούτε στην «Προσωρινή Διοίκηση» και δρούσαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Εμπιστεύονταν μόνο τις ομάδες των φυλακισμένων και εξόριστων στελεχών του Κόμματος, με τις οποίες επιδίωκαν να αποκτήσουν επαφή. Το ανώτερο κομματικό όργανο που κατάφερε να διατηρηθεί ήταν το Μακεδονικό Γραφείο της ΚΕ, που είχε την ευθύνη της καθοδήγησης των οργανώσεων στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Η ιταλική επιδρομή και η στάση των κομμουνιστών
Αμέσως μόλις εκδηλώθηκε η στρατιωτική επιδρομή της Ιταλίας, και παρά την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ΚΚΕ, η ηγεσία του, τα μέλη και τα στελέχη του από τις φυλακές και τις εξορίες παρενέβησαν και η παρέμβασή τους αυτή ήταν αποφασιστικά δίπλα στο δοκιμαζόμενο λαό.
Χρονολογικά πρώτοι αντέδρασαν οι Ακροναυπλιώτες, οι οποίοι στις 29 Οκτωβρίου 1940 - μια μέρα μετά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου - με υπόμνημά τους (που υπογραφόταν από τον Γ. Ιωαννίδη και τον Κ. Θέο) προς την κυβέρνηση Μεταξά ζητούσαν να πάνε στην πρώτη γραμμή του πυρός για να πολεμήσουν.
Το πιο γνωστό, όμως, κείμενο του ΚΚΕ για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο είναι το περίφημο γράμμα «Προς το Λαό της Ελλάδας» του Ν. Ζαχαριάδη, που χαρακτήριζε τον πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, υπογραμμίζοντας ότι «δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ». Το γράμμα αυτό που δημοσιεύτηκε στον Τύπο της Αθήνας στις 2/11/1940 άσκησε τεράστια επίδραση στην εργατική τάξη και στον ελληνικό λαό, στα μέλη και στα στελέχη του Κόμματος, είτε βρίσκονταν ελεύθερα, είτε στις φυλακές και στις εξορίες, στους φίλους και τους οπαδούς του. Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις των κομματικών μελών και στελεχών που αντιμετώπισαν το γράμμα με δυσπιστία ή το χαρακτήρισαν πλαστό. Ετσι, απ' όλους τους τόπους εξορίας και φυλακής οι κομμουνιστές απευθύνθηκαν στην κυβέρνηση του Μεταξά, εκφράζοντας το αίτημα να τους επιτραπεί να πάνε στο μέτωπο για να πολεμήσουν.
Η στάση αυτή των κομμουνιστών ήταν μια στάση αρχής, στάση πατριωτική, ηρωική, περήφανη. Ομως το καθεστώς της 4ης Αυγούστου - και η οικονομική ολιγαρχία που εκφραζόταν μέσα απ' αυτό - όχι μόνο δεν τους επέτρεψε να πάνε στο μέτωπο, αλλά και παρέδωσε τα φυλακισμένα και εξόριστα μέλη και στελέχη του Κόμματος στους Γερμανο-ιταλούς κατακτητές, όταν η χώρα λύγισε κάτω από το βάρος της ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που φανερώνει πως το αληθινό «ΟΧΙ» στον ιταλικό φασισμό δεν το είπε ο Μεταξάς και το καθεστώς που εκπροσωπούσε, αλλά ο ελληνικός λαός και οι οργανώσεις του, με το ΚΚΕ στην πρώτη γραμμή. Η λαϊκή διαίσθηση κατάλαβε πολύ καλά τους κομμουνιστές σ' εκείνη την κρίσιμη ιστορική στιγμή, ο απλός άνθρωπος ένιωσε το μήνυμα του Κόμματος. Γι' αυτό και μετά τη γερμανική εισβολή και την ήττα, εμπιστεύτηκε στο ΚΚΕ την οργάνωση και την καθοδήγηση του αντιστασιακού αγώνα, πυκνώνοντας, απ' άκρη σ' άκρη της χώρας τις ΕΑΜικές οργανώσεις.

Μύχιοι πόθοι Αγγλογάλλων και Αμερικάνων


Μύχιοι πόθοι Αγγλογάλλων και Αμερικάνων
Η Γερμανία, παρά το ότι είχε ηττηθεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την επιβολή σκληρών όρων με τη συνθήκη των Βερσαλλιών από τους νικητές, (Αγγλία, Γαλλία) εξακολουθούσε να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Αγγλία και η Γαλλία γνώριζαν ότι η Γερμανία μπορούσε πάλι να προπορευτεί απ' τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι θα έπρεπε λογικά οι αστικές τάξεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με όλες τους τις δυνάμεις να εμποδίσουν την οικονομική αναγέννηση και τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας. Αλλά έκαναν εντελώς το αντίθετο, και εδώ αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι η ταξική αλληλεγγύη συνυπάρχει με τους ανταγωνισμούς του κεφαλαίου, πολύ δε περισσότερο που τώρα υπήρχε και ο κοινός εχθρός, ο μπολσεβικισμός. Οχι μόνο ως ιδεολογία και πολιτική, αλλά ως κρατική οντότητα και οργάνωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.
Ετσι συνέβαλαν τα μέγιστα για την αναγέννηση της οικονομικής και πολεμικής ισχύος της Γερμανίας. Απ' το 1924 - 1925 τα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν μια τέτοια πολιτική. Η Γερμανία ανορθώθηκε οικονομικά με τα σχέδια Ντοζ (1924) και Γιανκ (1929), τα οποία εμπνεύστηκαν κι έθεσαν σε εφαρμογή οι κύριοι εκπρόσωποι του αμερικανικού και του αγγλογαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που με την εφαρμογή αυτών των σχεδίων τα μεγαλύτερα αμερικάνικα μονοπώλια («Στάνταρντ Οϊλ», «Τζένεραλ Ελέκτρικ», «Τζένεραλ Μότορς», «Ιντερνάσιοναλ Τέλεγκραφ εντ Τέλεφον Κόμπανι», «Φορντ», «Ανακόντα» κλπ.) διεισδύσανε στη Γερμανική Βιομηχανία με τη μέθοδο των απευθείας επενδύσεων. Στην καθαρά πολεμική παραγωγή, η πρόοδος της ναζιστικής Γερμανίας, χάρη στα ξένα κεφάλαια, υπήρξε εντυπωσιακή. Στα χρόνια 1933-39 τα πολεμικά έξοδα της Γερμανίας αυξήθηκαν περισσότερο από 12 φορές, ενώ η γερμανική πολεμική παραγωγή αυξήθηκε 22 φορές. Οι ένοπλες δυνάμεις της την 1η Σεπτέμβρη του 1939 έφταναν τα 4,6 εκατομ. άνδρες και διέθεταν 26 χιλ. πυροβόλα και όλμους, 3,2 χιλ. άρματα μάχης, 4,4 χιλ. πολεμικά αεροπλάνα, 115 πολεμικά πλοία (από αυτά 57 υποβρύχια).
Το βασικό περιεχόμενο των διεθνών εξελίξεων καθοριζόταν βασικά από την αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, που εκφραζόταν ως αντίθεση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τα καπιταλιστικά κράτη. Οι αστικές κυβερνήσεις επιδίωκαν να τσακίσουν το σοσιαλισμό. Απ' αυτό το σκοπό καθοδηγούνταν και στο γερμανικό ζήτημα οι κυβερνήσεις των νικηφόρων κρατών. Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, μετά την αποτυχία της στρατιωτικής επέμβασής τους κατά του σοβιετικού κράτους, στα πρώτα δυο χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, δεν εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους για την εξόντωση του σοσιαλισμού με την ένοπλη βία. ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία συνέχισαν να καταστρώνουν σχέδια για νέες αντισοβιετικές πολεμικές περιπέτειες. Και προσπαθώντας να βρουν τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να πραγματοποιήσουν αυτά τους τα σχέδια έστρεψαν την προσοχή τους προς τη Γερμανία.
Η Γερμανία με τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, με την ικανότητά της να παραθέσει στο μέτωπο σημαντικό στρατό, με τη μιλιταριστική της παράδοση, ήταν ικανή να εξαπολύσει πόλεμο για την καταστροφή της ΕΣΣΔ.
ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία, σχεδίαζαν την υποκίνηση ενός πολέμου Γερμανίας και Ιαπωνίας κατά της ΕΣΣΔ με σκοπό να λύσουν δυο ζητήματα: με τις, Γερμανία και Ιαπωνία να εξαφανίσουν τη Σοβιετική Ενωση αλλά και να εξασθενίσουν Γερμανία και Ιαπωνία με ένα παρατεταμένο εξοντωτικό πόλεμο.
Δυο ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί
Ετσι διαμορφώθηκαν δύο μεγάλες και επικίνδυνες πολεμικές εστίες: Η Γερμανία στην Ευρώπη, η Ιαπωνία στην Απω Ανατολή. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, αφού δυνάμωσε αρκετά, με πρόσχημα την εξάλειψη της αδικίας, που δημιούργησαν οι αποφάσεις της Συνθήκης των Βερσαλλιών, (συνθήκη που θεσμοθετούσε τα αποτελέσματα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές), άρχισε να αξιώνει το ξαναμοίρασμα του κόσμου προς όφελός του. Η εγκαθίδρυση στη Γερμανία, το 1933, του ναζισμού, μιας ωμής δικτατορίας του τρόμου και των διωγμών, και ας είχε ανέβει στην κυβερνητική εξουσία με κοινοβουλευτική μορφή, (τα μονοπώλια, είχαν επιλέξει το Χίτλερ για την εξουσία), μετέβαλε αυτή τη χώρα σε δύναμη κρούσης του ιμπεριαλισμού, που στρεφόταν, κατά πρώτο λόγο, ενάντια στην ΕΣΣΔ. Σ' αυτή την κατεύθυνση έδιναν συμβουλές οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικάνοι, ακόμη και ως προς το σχέδιο επίθεσης. Αρχικά στην Πολωνία, μετά στην Τσεχοσλοβακία και από κει στην ΕΣΣΔ.
Αλλά τα σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού δεν περιορίζονταν μόνο στην υποδούλωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης. Το πρόγραμμα της παγκόσμιας κυριαρχίας τους πρόβλεπε τη μετατροπή της Γερμανίας σε κέντρο μιας γιγαντιαίας αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, που η εξουσία και η επιρροή της θα απλωνόταν σε ολόκληρη την Ευρώπη και στα πιο πλούσια μέρη της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής. Και τότε τα πετρέλαια και οι δρόμοι τους αποτελούσαν ισχυρό δέλεαρ για κατακτήσεις εδαφών και πόλεμο.
Η συντριβή και η κατάκτηση της Σοβιετικής Ενωσης, με σκοπό την εξαφάνιση πρώτα απ' όλα του κέντρου του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, καθώς και η διεύρυνση του «ζωτικού χώρου» του γερμανικού ιμπεριαλισμού, υπήρξε η βασικότερη πολιτική επιδίωξη του ναζιστικού καθεστώτος και ταυτόχρονα η βασικότερη προϋπόθεση για την παραπέρα επιτυχή ανάπτυξη της επιδρομής σε παγκόσμια κλίμακα. Το ξαναμοίρασμα του κόσμου και την εγκαθίδρυση «νέας τάξης» επιδίωκαν, επίσης, και οι ιμπεριαλιστές της Ιταλίας και Ιαπωνίας. Οι κυβερνήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών, ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, με κίνητρο το ταξικό μίσος προς την ΕΣΣΔ, ακολουθούσαν πολιτική συνωμοσίας με το Χίτλερ.

Η συνεπής στάση της ΕΣΣΔ



Η συνεπής στάση της ΕΣΣΔ
Σοβιετικοί παρτιζάνοι αναχωρούν για το μέτωπο
Η Σοβιετική Ενωση, σε συνθήκες που ο πόλεμος ήταν ορατός και αναπόφευκτος, ακολούθησε πολιτική, που απέβλεπε στην όσο γίνεται συγκράτηση του γερμανικού ιμπεριαλισμού και τη δημιουργία, όσο μπορούσε να γίνει, προϋποθέσεων ασφάλειας και διατήρησης της ειρήνης. Ετσι στις 2 Μαΐου 1935 υπογράφηκε στο Παρίσι το γαλλο-σοβιετικό σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας και με την Τσεχοσλοβακία. Η σοβιετική κυβέρνηση, με τον τρόπο αυτό πάλευε με κάθε μέσο για την αποτροπή του πολέμου. Ταυτόχρονα, το σοβιετικό κράτος πήρε μια σειρά μέτρα, που απέβλεπαν στην ενίσχυση της άμυνας της χώρας και την ανάπτυξη του στρατιωτικο - οικονομικού δυναμικού της.
Στη δεκαετία του 1930 η χιτλερική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια διπλωματική, στρατηγική και οικονομική προπαρασκευή του παγκόσμιου πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1933 η Γερμανία εγκατέλειψε τη Διάσκεψη της Γενεύης για τον αφοπλισμό και κατέθεσε δήλωση αποχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών. Στις 16 Μαρτίου 1935 ο Χίτλερ παραβίασε τα άρθρα, τα σχετικά με τον πόλεμο, που περιλαμβάνονταν στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών του 1919 και κήρυξε στη χώρα γενική επιστράτευση. Το Μάρτη του 1936 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη της Ρηνανίας. Το Νοέμβρη του 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το «αντικομμουνιστικό σύμφωνο» (ενάντια στη Γ` Διεθνή), στο οποίο το 1937 προσχώρησε και η Ιταλία. Αυτή η δραστηριότητα οδήγησε σε μια σειρά διεθνείς πολιτικές κρίσεις και τοπικούς πολέμους. Στη δεκαετία του '30 άρχισαν επιθετικοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι με την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα (άρχισε το 1931), την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία (1935-1936) και τη γερμανοϊταλική επέμβαση στην Ισπανία (1936-1939).
Η Γερμανία επωφελούμενη από την πολιτική της λεγόμενης «μη επέμβασης», που ακολουθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, κατέλαβε το Μάρτη του 1938 την Αυστρία και άρχισε να προετοιμάζει επίθεση κατά της Τσεχοσλοβακίας. Υπήρχαν βεβαίως οι συμφωνίες της με τη Γαλλία το 1924 και με την ΕΣΣΔ το 1935 πρόβλεπαν στρατιωτική βοήθεια αυτών των κρατών στην Τσεχοσλοβακία. Εξάλλου, η Σοβιετική Ενωση δεν παρέλειπε να δηλώνει, ότι ήταν έτοιμη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να προσφέρει στην Τσεχοσλοβακία στρατιωτική βοήθεια, ακόμα και στην περίπτωση, που το παράδειγμά της δε θα το ακολουθούσε η Γαλλία.
Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Ε. Μπένες της Τσεχοσλοβακίας δε δέχτηκε τη βοήθεια της ΕΣΣΔ. Και, βεβαίως, στην υπόθεση «Τσεχοσλοβακία» τη λύση έδωσε η συμφωνία του Μονάχου. Το Σεπτέμβρη του 1938 έγινε συνάντηση Μγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, στο Μόναχο, όπου η Τσεχοσλοβακία συμφωνήθηκε να δοθεί στον Χίτλερ. Χωρίς ουσιαστικά να γίνει συζήτηση, αφού ήδη η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας είχε προειδοποιηθεί με τελεσίγραφο της Μεγάλης Βρετανίας να δεχτεί τους όρους της Γερμανίας, δηλαδή την προσάρτηση στη Γερμανία εδαφών της με γερμανικό πληθυσμό, (περιοχή των Σουδητών).
Αποτέλεσμα της συμφωνίας του Μονάχου ήταν, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, να επιβάλουν τους όρους της Γερμανίας στην Τσεχοσλοβακία και ουσιαστικά να συμφωνήσουν για την κατάληψη, από τη Γερμανία, της περιοχής των Σουδητών, υπολογίζοντας με τον τρόπο αυτό να ανοίξουν στη Γερμανία «το δρόμο προς Ανατολάς». Ετσι, λύθηκαν πια τα χέρια της Γερμανίας για την επίθεση.
Ο πόλεμος αρχίζει
Προς το τέλος του 1938 η ναζιστική Γερμανία άρχισε διπλωματική επίθεση κατά της Πολωνίας, δημιουργώντας τη λεγόμενη κρίση του Ντάντσιχ, που σήμαινε ότι, με το πρόσχημα των αξιώσεων για την εξάλειψη των «αδικιών της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών», σχετικά με την ελεύθερη ζώνη της πόλης Ντάντσιχ, έψαχναν αφορμή να πραγματοποιήσουν εισβολή στην Πολωνία. Το Μάρτη του 1939 η Γερμανία κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Στη συνέχεια κατέλαβε την περιοχή Μέμελ της Λετονίας και επέβαλε στη Ρουμανία υποδουλωτικό «οικονομικό» σύμφωνο. Η Ιταλία τον Απρίλη του 1939 κατέλαβε την Αλβανία. Σαν απάντηση στη διεύρυνση της φασιστικής εισβολής, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, για να περιφρουρήσουν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους στην Ευρώπη, υποσχέθηκαν «εγγυήσεις ανεξαρτησίας» σε Πολωνία, Ρουμανία, Ελλάδα και Τουρκία. Η Γαλλία ανέλαβε επιπλέον, την υποχρέωση να δώσει στρατιωτική βοήθεια στην Πολωνία σε περίπτωση επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της. Τον Απρίλιο - Μάιο του 1939 η Γερμανία κατάγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία, που υπογράφτηκε το 1934 και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία, αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές καπιταλιστικές δυνάμεις.

Το Σύμφωνο του Μονάχου


Το Σύμφωνο του Μονάχου
 το βρώμικο ιμπεριαλιστικό σύμφωνο που παρέδωσε την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ και οδήγησε στον προθάλαμο του Β' Παγκόσμιου Πολέμου
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1938 οι ηγέτες της Μ. Βρετανίας, Τσάμπερλεν, της Γαλλίας, Νταλαντιέ, της Ιταλίας, Μουσολίνι και της Γερμανίας, Χίτλερ, υπέγραφαν στο Μόναχο μία από τις πιο επαίσχυντες ιμπεριαλιστικές συμφωνίες που έχει υπογραφεί ποτέ: Το γνωστό στην ιστορία Σύμφωνο του Μονάχου με το οποίο παραδόθηκε στη χιτλερική Γερμανία η Τσεχοσλοβακία, γεγονός που έφερε ακόμη πιο κοντά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Από τη διάσκεψη του Μονάχου, που προηγήθηκε της συμφωνίας, είχε αποκλειστεί η Σοβιετική, Ενωση παρόλο που είχε σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας με την Τσεχοσλοβακία, και το χειρότερο, είχε αποκλειστεί η ίδια η Τσεχοσλοβακία, της οποίας το μέλλον παιζόταν κορόνα - γράμματα. Στη διάσκεψη δεν πήραν τυπικά μέρος ούτε οι ΗΠΑ. Ουσιαστικά όμως η συμμετοχή τους ήταν ενεργός στο παρασκήνιο ούτως ώστε να υπάρξει αποτέλεσμα που να ικανοποιεί τον Χίτλερ. Ετσι, όταν επιτεύχθηκε η συμφωνία οι ΗΠΑ τη χαιρέτισαν με ανακούφιση.
Αμέσως μετά το Μόναχο, ο Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Μπένες και πολλοί κρατικοί παράγοντες της χώρας έφυγαν στο εξωτερικό. Στην εξουσία ήρθαν φανεροί οπαδοί της χιτλερικής Γερμανίας που άρχισαν τον εκφασισμό του κράτους, εξαπολύοντας, ευθύς εξαρχής, διώξεις σε βάρος του Τσεχοσλοβάκικου Κομμουνιστικού Κόμματος. Σε λιγότερο από έξι μήνες, το Μάρτη του 1939, η Τσεχοσλοβακία πέρασε ολοκληρωτικά στην κατοχή της Γερμανίας.
Οπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης, η Συμφωνία του Μονάχου δεν ήταν ένα ατυχές συμβάν στην ιστορία της αγγλογαλλικής και αμερικάνικης διπλωματίας, αλλά ούτε και αποτέλεσμα της δήθεν φιλειρηνικής πολιτικής των τριών αυτών μεγάλων δυνάμεων εκείνης της εποχής, όπως συνήθως ισχυρίζεται η αστική ιστοριογραφία. Το Μόναχο ήταν αποτέλεσμα μιας καλοζυγισμένης ιμπεριαλιστικής πολιτικής που ωθούσε τις εξελίξεις προς τον πόλεμο, με τη μόνη διαφορά ότι αυτή η πολιτική υπολόγιζε πως ο πόλεμος θα στρεφόταν προς ανατολάς, δηλαδή εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης.
Πολιτική ενθάρρυνσης - ενίσχυσης του φασισμού
Ο αγγλογαλλικός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, παρά τις διαφορές τους, είδαν στο πρόσωπο του φασισμού - που πρόβαλε απειλητικός για την παγκόσμια ειρήνη από τις αρχές τις δεκαετίας του '30 - την αιχμή του δόρατος ενάντια στο παγκόσμιο εργατικό - κομμουνιστικό κίνημα και την ΕΣΣΔ. Υπολόγιζαν ότι ένας πόλεμος των δυνάμεων του άξονα με την ΕΣΣΔ θα οδηγούσε, άμεσα ή έμμεσα, στην εξάλειψη του σοσιαλιστικού καθεστώτος της τελευταίας και ταυτόγχρονα στην ουσιαστική εξασθένηση των φασιστικών δυνάμεων, κυρίως της Γερμανίας και της Ιαπωνίας - αλλά της Ιταλίας κατά δεύτερο λόγο. Ετσι θα διευκολύνονταν στη συνέχεια τα σχέδιά τους για το μοίρασμα των αγορών που θα απελευθερώνονταν. Υπό το πρίσμα αυτών των υπολογισμών Αγγλία, Γαλλία και ΗΠΑ ενίσχυσαν απροκάλυπτα το φασισμό μην κάνοντας τίποτα για να εμποδίσουν τη συνεχώς αυξανόμενη απειλητική του δύναμη κι έχοντας προφανώς την αυταπάτη ότι αυτή η δύναμη δεν ήταν απειλητική για τα συμφέροντά τους, αλλά μπορούσαν να την κατευθύνουν εκεί που ήθελαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τρεις προαναφερόμενες δυνάμεις δεν αντέδρασαν ούτε για τα μάτια του κόσμου στην επίθεση της Ιταλίας στην Αιθιοπία το 1935, ενέκριναν την επίθεση και τις κτήσεις της Ιαπωνίας στην Κίνα, ενθαρρύνοντας τον ιαπωνικό ιμπεριαλισμό να μεταφέρει τον πόλεμο στα σοβιετικά σύνορα - όπως και έγινε στη συνέχεια -διευκόλυναν στο μέγιστο δυνατό βαθμό τη νίκη των φασιστών του Φράνκο στην Ισπανία, ενέκριναν το γερμανικό επανεξοπλισμό και την προσάρτηση της Αυστρίας, το Μάρτη του 1938, στη χιτλερική Γερμανία.
Η προκλητική στάση ενθάρρυνσης του φασισμού από τον αγγλογαλλικό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό θα ξεπεράσει κάθε όριο όταν η Γερμανία θα θελήσει να βάλει στο χέρι την Τσεχοσλοβακία.
Το ξεπούλημα της Τσεχοσλοβακίας
Εναν περίπου μήνα μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, τον Απρίλιο του 1938, η Γερμανία άρχισε να δείχνει τα δόντια της στην Τσεχοσλοβακία. Γι αυτή την εξέλιξη η σοβιετική κυβέρνηση είχε προειδοποιήσει έγκαιρα και με τον ποιο επίσημο τρόπο, ζητώντας ταυτόχρονα συντονισμένα μέτρα, διεθνώς, που θα έφραζαν το δρόμο στα γερμανικά ιμπεριαλιστικά σχέδια. Φυσικά, ανταπόκριση στις σοβιετικές εκκλήσεις δεν υπήρξε από μέρους των Αγγλογάλλων και των Αμερικάνων κι έτσι ο δρόμος για την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας έμεινε ανοιχτός στο Χίτλερ. Χρησιμοποιώντας τη γερμανική μειονότητα που ζούσε στη Σουδητία της Τσεχοσλοβακίας - ιδιαίτερα τα εθνικοσοσιαλιστικά στοιχεία της μειονότητας - και με αρχικό αίτημα την αυτονομία των Σουδητών, η χιτλερική Γερμανία άρχισε έμπρακτα να απειλεί την υπόσταση του τσεχοσλοβάκικου κράτους. Το Σεπτέμβρη του '38 στο πλευρό της προστίθενται η Ιταλία και η Ιαπωνία. Ο Μουσολίνι ανοιχτά ζητάει τη διάλυση του τσεχοσλοβάκικου κράτους και η Ιαπωνία απειλεί ότι θα πάρει μέρος στον επικείμενο αγώνα της Γερμανίας και Ιταλίας κατά των "κόκκινων". Επίσης ύστερα από συνεννόηση με τη Γερμανία, εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας άρχισαν να προβάλλουν η Πολωνία και η Ουγγαρία. Σ' όλο αυτό το διάστημα από την έναρξη της γερμανοτσεχοσλοβάκικης κρίσης, η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ πιέζουν την Τσεχοσλοβακία να κάνει υποχωρήσεις απέναντι στη Γερμανία. Η στάση αυτή όπως ήταν φυσικό άνοιξε περισσότερο την όρεξη των χιτλερικών.
Στις 15/9/1938 ο Βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεν συναντιέται με τον Χίτλερ στο Μπερχεσγκάντεν. Ο τελευταίος αξιώνει αυτοδιοίκηση των Σουδητών και καταγγελία του Σοβιετοτσεχοσλοβάκικου Συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας (είχε υπογραφεί στις 16/5/1935). Η απάντηση του Τσάμπερλεν είναι θετική. Τέσσερις μέρες μετά η Αγγλία και η Γαλλία με τελεσίγραφό τους ζητούν από την Τσεχοσλοβακία να δεχτεί τις απαιτήσεις του Χίτλερ. Η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση αρχικώς αρνείται το τελεσίγραφο για να υποταχθεί στη συνέχεια σ' αυτό, γεγονός που ξεσηκώνει θύελλα λαϊκών αντιδράσεων και την αναγκάζει, στις 23/9, να καλέσει το λαό σε γενική επιστράτευση. Στη συνέχεια πραγματοποιείται και νέα συνάντηση του Τσάμπερλεν με τον Χίτλερ, όπου ο τελευταίος προχωρεί σε νέες αξιώσεις, αφού ξέρει ότι ο συνομιλητής του είναι έτοιμος να του ικανοποιήσει κάθε απαίτηση. Συγκεκριμένα, ζητάει να ικανοποιηθούν οι πολωνικές και ουγγρικές απαιτήσεις σε βάρος της Τσεχοσλοβακίας και να μην υπάρξουν αντιστάσεις στην κατάληψη από τη Γερμανία της Σουδητίας. Ο Τσάμπερλεν συμφωνεί. Ομως ο Χίτλερ δε σταματάει εδώ. Ανακοινώνει ότι από τις 2μμ της 28ής Σεπτεμβρίου ο γερμανικός στρατός θα βρίσκεται σε κατάσταση επιστράτευσης.
Η ιμπεριαλιστική δύση σύρεται εξ ολοκλήρου στα πόδια του Χίτλερ. Οι ΗΠΑ καλούν τους ηγέτες της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Γερμανίας να τα βρουν και να καταλήξουν σε συμφωνία. Την ίδια διάθεση έχουν και οι Αγγλογάλλοι. Ετσι πραγματοποιείται η διάσκεψη του Μονάχου με τη συμμετοχή των αρχηγών των τεσσάρων κρατών - Τσάμπερλεν, Νταλαντιέ, Μουσολίνι και Χίτλερ - η οποόα ως κατάληξή της είχε (29/9/1938) το επαίσχυντο σύμφωνο παράδοσης της Τσεχοσλοβακίας στη ναζιστική Γερμανία. Με το Σύμφωνο του Μονάχου η Τσεχοσλοβακία υποχρεωνόταν μέσα σε δέκα μέρες να παραδώσει τη Σουδητία στη Γερμανία και μέσα σε τρεις μήνες να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Πολωνίας και της Ουγγαρίας. Ετσι έχασε μία έκταση 41.098 τετρ. χλμ., με 5 εκατ. κατοίκους, από τους οποίους πάνω από ένα εκατ. ήταν Τσέχοι και Σλοβάκοι.
Στις 30/9/1938 η Γερμανία και η Αγγλία υπέγραψαν στο Μόναχο δήλωση για αμοιβαία μη επίθεση και διακανονισμό όλων των επίμαχων ζητημάτων που θα δημιουργούνταν. Λίγο αργότερα ανάλογη δήλωση υπέγραψε με τη Γερμανία και η Γαλλία.
Ο μόνος υπερασπιστής της ανεξαρτησίας της Τσεχοσλοβακίας παρέμεινε ως το τέλος η ΕΣΣΔ, η οποία δήλωσε την ετοιμότητά της να ανταποκριθεί μονομερώς στις υποχρεώσεις της, που προβλέπονταν στο Σοβιετοτσεχοσλοβάκικο σύμφωνο αμοιβαίας βοήθειας. Δηλαδή, κατά παράβαση των όρων του που προέβλεπαν ότι παρόμοια βοήθεια θα έπρεπε να δώσει και η Γαλλία. Ομως η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση δε θέλησε να αξιοποιήσει τη σοβιετική πρόταση.
Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ Αλήθειες και ψέματα


Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Αλήθειες και ψέματα
Ο Κόκκινος Στρατός απελευθερώνει την Τσεχοσλοβακία
Πλαστογράφοι της Ιστορίας από κοινού με το πολιτικό κατεστημένο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ ανακήρυξαν την 23η Αυγούστου μέρα μνήμης κατά των ολοκληρωτικών καθεστώτων φασισμού και κομμουνισμού. Εξομοιώνουν τον κομμουνισμό με το φασισμό και βάζουν στο ίδιο τσουβάλι τον Στάλιν με τον Χίτλερ.
Μαζί οι «φιλελεύθεροι», οι σοσιαλδημοκράτες, οι Οικολόγοι - Πράσινοι και δυνάμεις τύπου ΛΑ.Ο.Σ. πήραν αυτή την αντιδραστική επαίσχυντη απόφαση.
Λένε ότι το φασιστικό άξονα, που εξαπέλυσε πρώτος τον πόλεμο, τον νίκησε η δημοκρατία. Και όταν οι πολιτικοί ηγέτες των καπιταλιστικών κρατών μιλούν για δημοκρατία, δεν εννοούν τη δημοκρατία όπου κάνουν κουμάντο οι πολλοί, οι λαοί, αλλά αυτή όπου κάνει κουμάντο το κεφάλαιο. Γι' αυτό και λένε ότι δε νίκησε παντού σ' όλη την Ευρώπη η δημοκρατία, αφού μια σειρά χωρών υποδουλώθηκαν στον κομμουνιστικό ολοκληρωτισμό.
Γι' αυτό και πανηγυρίζουν για την επανένωση της Ευρώπης μετά την «πτώση του τείχους». Την επανένωση στις αξίες της ελευθερίας και δημοκρατίας, δηλαδή της ιμπεριαλιστικής ελευθερίας και δημοκρατίας. Γι' αυτό και καθιέρωσαν αυτή τη μαύρη για τους λαούς της Ευρώπης μέρα.
Μιλούν για την ελευθερία και δημοκρατία που κατέκτησαν οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες με την αντεπανάσταση και την ίδια ώρα εντείνονται οι διώξεις σ' αυτές τις χώρες κατά των κομμουνιστών, Κομμουνιστικά Κόμματα είναι στην παρανομία ενώ οι συνεργάτες των Γερμανών, όπως στις Βαλτικές χώρες, αναδεικνύονται σε εθνικούς ήρωες.
Τα χιτλερικά στρατεύματα περνούν τα σύνορα, εισβάλλοντας στην Πολωνία
Επιχειρούν να σβήσουν από την Ιστορία το ρόλο των λαϊκών κινημάτων στην οργάνωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα ενάντια στην κατοχή της χιτλερικής συμμαχίας, το ρόλο των λαϊκών κινημάτων ενάντια στο φασισμό σε κάθε χώρα, στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που διεξήγαγε η αστική τάξη, το ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος, όπως στην Ελλάδα, όπου υπήρξε εμπνευστής, ψυχή και οργανωτής της Εθνικής Αντίστασης.
Πρόσφατα, η ΕΡΤ πρόβαλε ένα αντικομμουνιστικό, βρώμικο κατασκεύασμα ως ντοκιμαντέρ, ισάξιο των κατασκευασμάτων του πληρωμένου αντικομμουνισμού, που σκαρώνουν στα υπόγεια της CIA, του BBC και των κάθε είδους άντρων της παραπληροφόρησης, της κατασκευής «γεγονότων» και άλλων κατορθωμάτων του γκαιμπελισμού. Παρουσίασε έργο δικής της παραγωγής όπου ανέφερε ότι: Ο κομμουνισμός και ο φασισμός έχουν κοινή ιδεολογική βάση και αυτή είναι η δουλειά στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Ως αψευδή ...μάρτυρα γι' αυτό η ΕΤ1 επικαλέστηκε τον Τσόρτσιλ! Η ρίζα των ...εγκλημάτων του «σταλινισμού» βρίσκεται στη θεωρία των Μαρξ και Ενγκελς. Ο Στάλιν αρνήθηκε την αντιχιτλερική συμμαχία που ζητούσαν η Αγγλία και οι ΗΠΑ. Το φασισμό νίκησαν οι Τσόρτσιλ - Ρούσβελτ. Στο κατάπτυστο αυτό κατασκεύασμα αναφερόταν ότι η Σοβιετική Ενωση παρέδωσε την Πολωνία στους Γερμανούς, ότι η Σοβιετική Ενωση αρνήθηκε τη σύναψη αντιχιτλερικού συμφώνου, ότι η Σοβιετική Ενωση επιτέθηκε κατά της ...δημοκρατικής και φιλειρηνικής Φινλανδίας! Η Ιστορία είναι τελείως διαφορετική. Ας την παρακολουθήσουμε.
Τι ήταν ο πόλεμος;
Παρέλαση στη ναζιστική Γερμανία
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν αποτέλεσμα της όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929 - 1933, που, παρά την όποια μικρή αναζωογόνηση στη δεκαετία του '30 δεν ξεπεράστηκε. Ο πόλεμος, ως διέξοδος, αποτελούσε το μέσο για το εδαφικό ξαναμοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στις τότε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και πρώτ' απ' όλα στόχευε στη συντριβή του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, της ΕΣΣΔ, και στην ανατροπή του σοσιαλισμού, ώστε να ξανακερδίσουν ένα χαμένο κρίκο στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
Πώς προετοιμάστηκε ο πόλεμος; Πώς ξαναξεπήδησε από την ηττημένη μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο Γερμανία το νέο και πιο βάρβαρο αιματηρό μακελειό που γνώρισε η ανθρωπότητα; Πώς η Γερμανία μετά από τους βαρείς όρους μετά την ήττα της και κυρίως την απαγόρευση να εξοπλίζεται, κατάφερε να αναπτύξει αυτήν την τεράστια πολεμική μηχανή; Οι απαντήσεις σε όλα αυτά, που αποτελούν ιστορικά γεγονότα, αλλά χρήσιμα, για να εξάγονται αναγκαία συμπεράσματα για την ταξική φύση του καπιταλισμού, βοηθούν να αντιληφθούμε όχι μόνο το πώς δημιουργούνται οι προϋποθέσεις εξαπόλυσης του πολέμου, αλλά σ' ένα βαθμό να προβλέπουμε κιόλας. Με δεδομένο ότι ο πόλεμος είναι σύμφυτος με το εκμεταλλευτικό σύστημα.
Η Γερμανία, παρά το ότι είχε ηττηθεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, παρά την επιβολή σκληρών όρων με τη συνθήκη των Βερσαλλιών από τους νικητές (Αγγλία, Γαλλία), εξακολουθούσε να είναι ιμπεριαλιστική δύναμη. Η Αγγλία και η Γαλλία γνώριζαν ότι η Γερμανία μπορούσε πάλι να προπορευτεί απ' τις άλλες καπιταλιστικές χώρες. Ετσι θα έπρεπε λογικά οι αστικές τάξεις της Αγγλίας και της Γαλλίας με όλες τους τις δυνάμεις να εμποδίσουν την οικονομική αναγέννηση και τη στρατιωτική ανάπτυξη της Γερμανίας. Αλλά έκαναν εντελώς το αντίθετο, και εδώ αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, ότι η ταξική αλληλεγγύη συνυπάρχει με τους ανταγωνισμούς του κεφαλαίου, πολύ δε περισσότερο που τώρα υπήρχε και ο κοινός εχθρός, ο μπολσεβικισμός. Οχι μόνο ως ιδεολογία και πολιτική, αλλά ως κρατική οντότητα και οργάνωση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.
Οι «δράστες» του Μονάχου. Φωτογραφία, μετά την τελετή υπογραφής της Συμφωνίας
Ετσι συνέβαλαν τα μέγιστα για την αναγέννηση της οικονομικής και πολεμικής ισχύος της Γερμανίας. Απ' το 1924 - 1925 τα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης εφάρμοσαν μια τέτοια πολιτική. Η Γερμανία ανορθώθηκε οικονομικά με τα σχέδια Ντοζ (1924) και Γιανκ (1929), τα οποία εμπνεύστηκαν κι έθεσαν σε εφαρμογή οι κύριοι εκπρόσωποι του αμερικανικού και του αγγλογαλλικού χρηματιστικού κεφαλαίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που με την εφαρμογή αυτών των σχεδίων τα μεγαλύτερα αμερικανικά μονοπώλια («Στάνταρντ Οϊλ», «Τζένεραλ Ελέκτρικ», «Τζένεραλ Μότορς», «Ιντερνάσιοναλ Τέλεγκραφ εντ Τέλεφον Κόμπανι», «Φορντ», «Ανακόντα» κ.λπ.) διεισδύσανε στη γερμανική βιομηχανία με τη μέθοδο των απευθείας επενδύσεων. Στην καθαρά πολεμική παραγωγή, η πρόοδος της ναζιστικής Γερμανίας, χάρη στα ξένα κεφάλαια, υπήρξε εντυπωσιακή. Στα χρόνια 1933 - '39 τα πολεμικά έξοδα της Γερμανίας αυξήθηκαν περισσότερο από 12 φορές, ενώ η γερμανική πολεμική παραγωγή αυξήθηκε 22 φορές. Οι ένοπλες δυνάμεις της την 1η Σεπτέμβρη του 1939 έφταναν τα 4,6 εκατομ. άνδρες και διέθεταν 26 χιλ. πυροβόλα και όλμους, 3,2 χιλ. άρματα μάχης, 4,4 χιλ. πολεμικά αεροπλάνα, 115 πολεμικά πλοία (από αυτά 57 υποβρύχια).
Σχεδίαζαν κατάληψη και μοίρασμα της ΕΣΣΔ
Το βασικό περιεχόμενο των διεθνών εξελίξεων καθοριζόταν βασικά από την αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον καπιταλισμό, που εκφραζόταν ως αντίθεση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τα καπιταλιστικά κράτη. Οι αστικές κυβερνήσεις επιδίωκαν να τσακίσουν το σοσιαλισμό. Απ' αυτό το σκοπό καθοδηγούνταν και στο γερμανικό ζήτημα οι κυβερνήσεις των νικηφόρων κρατών. Τα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη, μετά την αποτυχία της στρατιωτικής επέμβασής τους κατά του σοβιετικού κράτους, στα πρώτα δύο χρόνια μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, δεν εγκατέλειψαν τα σχέδιά τους για την εξόντωση του σοσιαλισμού με την ένοπλη βία. ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία συνέχισαν να καταστρώνουν σχέδια για νέες αντισοβιετικές πολεμικές περιπέτειες. Και προσπαθώντας να βρουν τις απαραίτητες στρατιωτικές δυνάμεις για να πραγματοποιήσουν αυτά τους τα σχέδια έστρεψαν την προσοχή τους προς τη Γερμανία.
Η σοβιετική σημαία κυματίζει νικηφόρα στο Ράιχσταγκ
Η Γερμανία με τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, με την ικανότητά της να παραθέσει στο μέτωπο σημαντικό στρατό, με τη μιλιταριστική της παράδοση, ήταν ικανή να εξαπολύσει πόλεμο για την καταστροφή της ΕΣΣΔ.
ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία σχεδίαζαν την υποκίνηση ενός πολέμου Γερμανίας και Ιαπωνίας κατά της ΕΣΣΔ με σκοπό να λύσουν δύο ζητήματα: Με τις Γερμανία και Ιαπωνία να εξαφανίσουν τη Σοβιετική Ενωση αλλά και να εξασθενίσουν Γερμανία και Ιαπωνία με έναν παρατεταμένο εξοντωτικό πόλεμο.
Ετσι διαμορφώθηκαν δύο μεγάλες και επικίνδυνες πολεμικές εστίες: Η Γερμανία στην Ευρώπη, η Ιαπωνία στην Απω Ανατολή. Ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, αφού δυνάμωσε αρκετά, με πρόσχημα την εξάλειψη της αδικίας, που δημιούργησαν οι αποφάσεις της Συνθήκης των Βερσαλιών (συνθήκη που θεσμοθετούσε τα αποτελέσματα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου ανάμεσα στους ιμπεριαλιστές), άρχισε να αξιώνει το ξαναμοίρασμα του κόσμου προς όφελός του. Η εγκαθίδρυση στη Γερμανία, το 1933, του ναζισμού, μιας ωμής δικτατορίας του τρόμου και των διωγμών, και ας είχε ανέβει στην κυβερνητική εξουσία με κοινοβουλευτική μορφή (τα μονοπώλια είχαν επιλέξει τον Χίτλερ για την εξουσία), μετέβαλε αυτή τη χώρα σε δύναμη κρούσης του ιμπεριαλισμού, που στρεφόταν, κατά πρώτο λόγο, ενάντια στην ΕΣΣΔ. Σ' αυτή την κατεύθυνση έδιναν συμβουλές οι Αγγλογάλλοι και οι Αμερικάνοι, ακόμη και ως προς το σχέδιο επίθεσης. Αρχικά στην Πολωνία, μετά στην Τσεχοσλοβακία και από κει στην ΕΣΣΔ.
Αλλά τα σχέδια του γερμανικού ιμπεριαλισμού δεν περιορίζονταν μόνο στην υποδούλωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης. Το πρόγραμμα της παγκόσμιας κυριαρχίας τους πρόβλεπε τη μετατροπή της Γερμανίας σε κέντρο μιας γιγαντιαίας αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, που η εξουσία και η επιρροή της θα απλώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη και στα πιο πλούσια μέρη της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής. Και τότε τα πετρέλαια και οι δρόμοι τους αποτελούσαν ισχυρό δέλεαρ για κατακτήσεις εδαφών και πόλεμο.
Η συντριβή και η κατάκτηση της Σοβιετικής Ενωσης, με σκοπό την εξαφάνιση πρώτα απ' όλα του κέντρου του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, καθώς και η διεύρυνση του «ζωτικού χώρου» του γερμανικού ιμπεριαλισμού, υπήρξε η βασικότερη πολιτική επιδίωξη του ναζιστικού καθεστώτος και ταυτόχρονα η βασικότερη προϋπόθεση για την παραπέρα επιτυχή ανάπτυξη της επιδρομής σε παγκόσμια κλίμακα. Το ξαναμοίρασμα του κόσμου και την εγκαθίδρυση «νέας τάξης» επιδίωκαν, επίσης, και οι ιμπεριαλιστές της Ιταλίας και της Ιαπωνίας. Οι κυβερνήσεις των άλλων ιμπεριαλιστικών κρατών, ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, ακολουθούσαν πολιτική συνωμοσίας με τον Χίτλερ ενάντια στην ΕΣΣΔ.
Η προετοιμασία του πολέμου
Στη δεκαετία του 1930 η χιτλερική κυβέρνηση επιδόθηκε σε μια διπλωματική, στρατηγική και οικονομική προπαρασκευή του παγκόσμιου πολέμου. Τον Οκτώβρη του 1933 η Γερμανία εγκατέλειψε τη Διάσκεψη της Γενεύης του 1932 -1945 για τον αφοπλισμό και κατέθεσε δήλωση αποχώρησης από την Κοινωνία των Εθνών. Στις 16 Μάρτη 1935 ο Χίτλερ παραβίασε τα άρθρα, τα σχετικά με τον πόλεμο, που περιλαμβάνονταν στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλιών του 1919 και κήρυξε στη χώρα γενική επιστράτευση. Το Μάρτη του 1936 τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη της Ρηνανίας. Το Νοέμβρη του 1936 η Γερμανία και η Ιαπωνία υπέγραψαν το «αντικομμουνιστικό σύμφωνο» (ενάντια στη Γ' Διεθνή), στο οποίο το 1937 προσχώρησε και η Ιταλία. Η δραστηριοποίηση των επιθετικών δυνάμεων του ιμπεριαλισμού οδήγησε σε μια σειρά διεθνείς πολιτικές κρίσεις και τοπικούς πολέμους. Με τους επιθετικούς πολέμους, με την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα (άρχισε το 1931), την εισβολή της Ιταλίας στην Αιθιοπία (1935 - 1936) και τη γερμανοϊταλική επέμβαση στην Ισπανία (1936 - 1939) τα φασιστικά κράτη δυνάμωσαν τις θέσεις τους σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία. Η Γερμανία επωφελούμενη από την πολιτική της «μη επέμβασης» που ακολουθούσαν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, κατέλαβε το Μάρτη του 1938 την Αυστρία και άρχισε να προετοιμάζει επίθεση κατά της Τσεχοσλοβακίας. Η Τσεχοσλοβακία, όμως, διέθετε έναν καλά οργανωμένο στρατό, που στηριζόταν στο ισχυρό σύστημα οχύρωσης των συνόρων. Εκτός από αυτό, τα σύμφωνα με τη Γαλλία το 1924 και με την ΕΣΣΔ το 1935 πρόβλεπαν στρατιωτική βοήθεια αυτών των κρατών στην Τσεχοσλοβακία.
Εξάλλου, η Σοβιετική Ενωση δεν παρέλειπε να δηλώνει, όποτε αυτό της επιτρεπόταν, ότι ήταν έτοιμη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και να προσφέρει στην Τσεχοσλοβακία στρατιωτική βοήθεια, ακόμα και στην περίπτωση που το παράδειγμά της δε θα το ακολουθούσε και η Γαλλία.
Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Ε. Μπένες της Τσεχοσλοβακίας δε δέχτηκε τη βοήθεια της ΕΣΣΔ. Αποτέλεσμα της συμφωνίας του Μονάχου, του 1938, ήταν να προδώσουν, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, την Τσεχοσλοβακία στη Γερμανία και επιπλέον να συμφωνήσουν για την κατάληψη, από τη Γερμανία, της περιοχής των Σουδητών, υπολογίζοντας με τον τρόπο αυτό να ανοίξουν στη φασιστική Γερμανία «το δρόμο προς Ανατολάς». Ετσι, λύθηκαν πια τα χέρια της φασιστικής ηγεσίας για την επίθεση.
Προς το τέλος του 1938 η Γερμανία άρχισε διπλωματική επίθεση κατά της Πολωνίας, δημιουργώντας τη λεγόμενη κρίση του Γκντανσκ, που σήμαινε ότι, με το πρόσχημα των αξιώσεων για την εξάλειψη των «αδικιών της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλιών», σχετικά με την ελεύθερη ζώνη της πόλης Γκντανσκ, προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν εισβολή κατά της Πολωνίας. Ετσι η Γερμανία δημιούργησε μια προβοκάτσια για να εισβάλει στην Πολωνία. Στις 31 Αυγούστου του 1939 το βράδυ, όλοι οι γερμανικοί ραδιοσταθμοί ανακοίνωσαν πως τάχα οι Πολωνοί είχαν επιτεθεί αιφνιδιαστικά εναντίον της γερμανικής πόλης Γκλάιβιτς, πως κατέλαβαν το ραδιοσταθμό και είχαν με­ταδώσει έκκληση για πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Η προκλητική αυτή σκηνοθεσία που σκάρωσαν οι Γερμανοί φασίστες με την καθοδήγηση του αρχηγού της μυστικής αστυνομίας, Χίμλερ, είχε σκοπό να εξαπατήσει την παγ­κόσμια κοινή γνώμη και να δικαιολογήσει την ύπουλη επίθεση που είχε προε­τοιμάσει η Γερμανία. Τα ξημερώματα της 1ης Σεπτέμβρη 1939 εισβάλλει στην Πολωνία.
Και οι ΗΠΑ; Κήρυξαν στάση «ουδετερότητας»!! Και οι Αγγλογάλλοι; «Κήρυξαν» τον πόλεμο κατά της Γερμανίας, αλλά δεν τον έκαναν και στην πράξη!!! («παράξενος πόλεμος» ονομάστηκε)... Επί περίπου ένα χρόνο τον είχαν κηρυγμένο, δίχως να τον διεξάγουν...
Προηγουμένως η κυβέρνηση της Πολωνίας διαπραγματευόταν με τον Χίτλερ, έτοιμη και πρόθυμη να χτυπήσει μαζί του τη Σοβιετική Ενωση! Αλλά η συμφωνία χάλασε στο θέμα του Γκντανσκ, που ο Χίτλερ ζητούσε να προσαρτήσει, και στο «διάδρομο» στην Πομερανία. Τότε η αστική τάξη της Πολωνίας, για να προστατευθεί από τη Γερμανία, άρχισε να κάνει «Σύμφωνα» με τους Αγγλογάλλους, ενώ αρνήθηκε να κάνει «Σύμφωνο» με τη Σοβιετική Ενωση, όπως της ζητούσε, για κοινή πάλη κατά της χιτλερικής επιδρομής. Και, τελικά, την έπαθε τόσο από τους Γερμανούς, όσο και από τους Αγγλογάλλους...
Η Γερμανία επελαύνει...
Το Μάρτη του 1939 η Γερμανία κατέλαβε ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Στη συνέχεια κατέλαβε την περιοχή Μέμελ της Λετονίας και επέβαλε στη Ρουμανία υποδουλωτικό «οικονομικό» σύμφωνο. Η Ιταλία τον Απρίλη του 1939 κατέλαβε την Αλβανία. Σαν απάντηση στη διεύρυνση της φασιστικής εισβολής, οι κυβερνήσεις Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας για να περιφρουρήσουν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντά τους στην Ευρώπη, υποσχέθηκαν «εγγυήσεις ανεξαρτησίας» σε Πολωνία, Ρουμανία, Ελλάδα και Τουρκία. Η Γαλλία ανέλαβε, επιπλέον, την υποχρέωση να δώσει στρατιωτική βοήθεια στην Πολωνία σε περίπτωση επίθεσης της Γερμανίας εναντίον της. Τον Απρίλιο - Μάιο του 1939 η Γερμανία κατάγγειλε την αγγλοαμερικανική ναυτική συμφωνία του 1935, ακύρωσε το σύμφωνο μη επίθεσης με την Πολωνία, που υπογράφτηκε το 1934 και έκλεισε με την Ιταλία το λεγόμενο Χαλύβδινο σύμφωνο, με βάση το οποίο η ιταλική κυβέρνηση υποχρεωνόταν να βοηθήσει τη Γερμανία, αν αυτή εμπλακεί σε πόλεμο με τις δυτικές δυνάμεις.
Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας, κάτω από το φόβο της παραπέρα ισχυροποίησης της Γερμανίας, άρχισαν διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ που έγιναν στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1939. Αλλά δε δέχτηκαν την υπογραφή συμφωνίας, που πρότεινε η ΕΣΣΔ και που μιλούσε για κοινό αγώνα κατά των φασιστών επιδρομέων. Προτείνοντας, μάλιστα, στη Σοβιετική Ενωση να αναλάβει μονομερείς υποχρεώσεις να βοηθήσει οποιοδήποτε Ευρωπαίο γείτονα σε περίπτωση επίθεσης εναντίον του, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία ήθελαν να παρασύρουν την ΕΣΣΔ σε πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και να την αφήσουν ύστερα να αγωνίζεται μόνη της. Οι διαπραγματεύσεις του Αυγούστου 1939 δεν έδωσαν κανένα αποτέλεσμα γιατί το Παρίσι και το Λονδίνο τορπίλιζαν κάθε φορά τις σοβιετικές εποικοδομητικές προτάσεις. Την ώρα που οδηγούσε τις διαπραγματεύσεις της Μόσχας σε αποτυχία, η αγγλική κυβέρνηση ερχόταν σε μυστικές επαφές με τους χιτλερικούς, μέσω του πρεσβευτή τους στο Λονδίνο Χ. Ντίρκσεν, επιδιώκοντας να πετύχει συμφωνία για το ξαναμοίρασμα του κόσμου σε βάρος της ΕΣΣΔ. Η πολιτική αυτή προκαθόρισε τη ματαίωση των διαπραγματεύσεων της Μόσχας και έθεσε τη Σοβιετική Ενωση μπροστά στον άμεσο κίνδυνο επίθεσης της φασιστικής Γερμανίας.
Ισχυρή στήριξη πρόσφερε στην ενίσχυση της Γερμανίας και της Ιταλίας το Βατικανό, που συστάθηκε ως κράτος το 1929 από τον Μουσολίνι. Το Βατικανό αναγνώρισε αμέσως το Γ΄ Ράιχ. Στο πρόσωπο της Γερμανίας έβλεπε τη δύναμη που θα συντρίψει τη Σοβιετική Ενωση. Γι' αυτό, όταν η Γερμανία κατέλαβε την Καθολική Πολωνία, το Βατικανό δεν αντέδρασε. Το ίδιο έκανε και για το ολοκαύτωμα των Εβραίων.
Στην Κροατία, η Καθολική Εκκλησία ήταν από τους φανατικούς υποστηρικτές των Γερμανών κατακτητών. Παροιμιώδεις έχουν μείνει οι σφαγές που διέπραξε εναντίον αγωνιστών Κροατών. Ανάλογος ήταν και ο ρόλος της Εκκλησίας στην Ισπανία, εναντίον του Δημοκρατικού Στρατού στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1936 - 1939).
Το Βατικανό φυγάδευσε ηγέτες των ναζί στις ΗΠΑ και στην Αργεντινή μετά τη συντριβή της Γερμανίας, ενώ σε όλη τη διάρκεια του πολέμου επέμενε να δημιουργηθεί ενιαίο καπιταλιστικό μέτωπο κατά της ΕΣΣΔ.
Κατά τη σύγκρουση ΕΣΣΔ - Φινλανδίας (30 Νοέμβρη 1939 - 12 Μάρτη 1940), οι Αγγλογάλλοι οργάνωσαν πολεμική επιχείρηση εναντίον των στρατευμάτων της Σοβιετικής Ενωσης. Επενέβησαν στη Φινλανδία με μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις. Στα τέλη του 1939 σχεδίασαν το βομβαρδισμό των σοβιετικών εγκαταστάσεων πετρελαίου στο Μπατούμ. Και ενώ ο «Αξονας» κατακτούσε χώρες, οι ΗΠΑ κήρυσσαν «ουδετερότητα».
Μια αναπόφευκτη τακτική
Μπροστά σ' αυτήν την κατάσταση, η ΕΣΣΔ επιμένει στην αναγκαιότητα συμφωνίας με Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, προκειμένου να αντιμετωπιστεί όσο μπορούσε η εξελισσόμενη σε παγκόσμιο πόλεμο πραγματικότητα, με βασικό πεδίο το έδαφος της Ευρώπης. Οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας άρχισαν διαπραγματεύσεις με την ΕΣΣΔ που έγιναν στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1939. Βεβαίως στόχευαν, όχι στο να υπογράψουν συμφωνία, αλλά κωλυσιεργώντας στις διαπραγματεύσεις να επιταχύνουν την επίθεση της Γερμανίας στην ΕΣΣΔ. Ετσι δε δέχτηκαν την υπογραφή συμφωνίας, που πρότεινε η ΕΣΣΔ και που μιλούσε για κοινό μέτωπο κατά των ναζιστών. Πρότειναν μάλιστα στη Σοβιετική Ενωση να αναλάβει μονομερείς υποχρεώσεις να βοηθήσει οποιοδήποτε Ευρωπαίο γείτονά της σε περίπτωση επίθεσης εναντίον του. Επιδίωξή τους μ' αυτήν την τακτική ήταν να παρασύρουν την ΕΣΣΔ σε πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και να την αφήσουν μόνη της. Ετσι δεν επήλθε συμφωνία.
Η Σοβιετική Ενωση μπροστά στον άμεσο κίνδυνο επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας και έχοντας προβλέψει το αναπόφευκτο του πολέμου, αφού δεν ευοδώθηκαν οι διαπραγματεύσεις υπογραφής συμφωνίας με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, οδηγείται στην υπογραφή του προτεινόμενου, από τη Γερμανία, σύμφωνου μη επίθεσης, του γνωστού και ως συμφώνου Μολότοφ - Ρίμπεντροπ. Σκοπός της από άποψη τακτικής ήταν να καθυστερήσει όσο γίνεται περισσότερο τη ναζιστική επίθεση ενάντιά της και να προετοιμαστεί επίσης όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα για την αντιμετώπιση του πολέμου της Γερμανίας ενάντιά της. Αυτή η επιλογή ήταν αναπόφευκτη και με μια έννοια επιβλήθηκε από την τακτική των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Η υπογραφή στις 23 Αυγούστου 1939 του σοβιετικογερμανικού συμφώνου είχε τη δική του συμβολή ώστε, παρά τους υπολογισμούς των πολιτικών του ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού (Γαλλίας - Βρετανίας), αλλά και των ΗΠΑ, ο παγκόσμιος πόλεμος να αρχίσει με τη σύγκρουση στους κόλπους του καπιταλιστικού κόσμου.
Συμπέρασμα
Τα ιμπεριαλιστικά κράτη συμμετείχαν ενεργά στην προετοιμασία του πολέμου. Αυτή τους η ετοιμότητα φαίνεται παντοτινή, αφού είναι αναπόσπαστο τμήμα της δράσης τους, όταν δεν μπορούν να λύσουν τις οξύτατες αντιθέσεις τους με προσωρινούς συμβιβασμούς. Αλλά είχαν και ένα κοινό κίνητρο, την ανατροπή του σοσιαλισμού και την καταστροφή της ΕΣΣΔ.
Βεβαίως ακόμη και σήμερα που φαίνονται ανίκητοι, λόγω της ανατροπής του σοσιαλισμού, δεν είναι. Οι λαοί όταν θέλουν μπορούν να τους συντρίψουν, όταν βεβαίως η αντιιμπεριαλιστική πάλη σε κάθε κράτος, μαζί με τη διεθνή αντιιμπεριαλιστική πάλη, αξιοποιήσουν και τις αντικειμενικές συνθήκες της κρίσης που δε θα επιτρέπει στα κράτη να εξουσιάζουν, που δε θα θέλουν οι μάζες να εξουσιάζονται από το χρηματιστικό κεφάλαιο, και η επαναστατική τους δράση θα οδηγείται από την επαναστατική πρωτοπορία σε κάθε κράτος προς τη λαϊκή εξουσία.
Πηγές:
  • Η Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια
  • Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ «Για τα 60 χρόνια από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών»


ΔΗΜ.ΑΡ. Επιδιώκει μετεκλογική συνεργασία με ΠΑΣΟΚ


ΔΗΜ.ΑΡ.
Επιδιώκει μετεκλογική συνεργασία με ΠΑΣΟΚ
Ορθάνοιχτη άφησε την πόρτα της μετεκλογικής συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ ο πρόεδρος τηςΔΗΜ.ΑΡ. Φ. Κουβέλης σε συνέντευξή του στα «Νέα», δείχνοντας ότι υπηρετούν την ίδια αντιλαϊκή στρατηγική με τη σοσιαλδημοκρατία και πως το κόμμα του επιζητά αναβαθμισμένο ρόλο στην αναμόρφωση και διαχείριση του αστικού συστήματος. Στην ερώτηση αν μετά τις εκλογές η ΔΗΜ.ΑΡ. θα συζητήσει με το ΠΑΣΟΚ και με άλλες κεντροαριστερές δυνάμεις το ενδεχόμενο μιας συνεργασίας, ο Φ. Κουβέλης απάντησε: «Ναι, βεβαίως».
Προηγούμενα είχε σκιαγραφήσει και τη βάση μιας τέτοιας συνεργασίας συνηγορώντας υπέρ των «μεταρρυθμίσεων», τοποθετώντας το χρέος στην κορυφή των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα και σαν προτεραιότητα την εκταμίευση της έκτης δόσης. Εφτασε ακόμα να χαρακτηρίσει τη συμφωνία της 26ης Οκτώβρη που σφίγγει τη θηλιά στον λαιμό του λαού, σαν «ανάσα», εννοώντας προφανώς για το κεφάλαιο, όπως έκαναν ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΛΑ.Ο.Σ..
Ο Φ. Κουβέλης επανέλαβε ότι δεν τους αφήνει αδιάφορους η κυβερνητική εξουσία αλλά δεν πήραν μέρος στη συγκυβέρνηση γιατί «η συγκρότηση αυτού του τόξου απέκλεισε εκ των προτέρων τις άλλες πολιτικές δυνάμεις». Δήλωσε πάντως ότι ευχαρίστως θα συμμετείχαν αν είχε τα «χαρακτηριστικά της κυβέρνησης εθνικής ενότητας» και πως σε κάθε περίπτωση «θα παρακολουθούμε, θα καταθέτουμε τις προτάσεις μας, τις διεκδικήσεις μας και θα στηρίζουμε ό,τι είναι χρήσιμο να στηριχθεί». Στην ερώτηση αν η ΔΗΜ.ΑΡ. θα ψηφίσει μέτρα της κυβέρνησης, απάντησε: «βεβαίως, εάν είναι σωστά, γιατί να μην τα ψηφίσουμε;».

ΔΗΜ.ΑΡ. Θέλει ισχυρή την ιμπεριαλιστική ΕΕ


ΔΗΜ.ΑΡ.
Θέλει ισχυρή την ιμπεριαλιστική ΕΕ
«Εθνικός στόχος» για τον Κουβέλη η παραμονή της χώρας στο ευρώ
Για τη δημιουργία «πόλου του δημοκρατικού σοσιαλισμού» εργάζεται η ΔΗΜ.ΑΡ. κατά δήλωση του προέδρου της Φ. Κουβέλη χτες στον «Αθήνα 9.84», ενώ μόλις προχτές είχε διαβεβαιώσει ότι μετεκλογικά θα επιδιώξει συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Χτες, ο Φ. Κουβέλης επανέλαβε ότι, αν δεν υπάρξει αυτοδύναμη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές, το κόμμα του θα αναζητήσει προγραμματικές συμφωνίες προκειμένου «το ζήτημα της ακυβερνησίας να αντιμετωπιστεί», να δώσει δηλαδή σωσίβιο στο αστικό πολιτικό σύστημα από ενδεχόμενη ένταση των κλυδωνισμών.
Εδωσε πάντως ρεσιτάλ συνηγορίας της ιμπεριαλιστικής ΕΕ και των μονοπωλίων της, υπεραμυνόμενος της ανάγκης να διατηρηθεί ως ισχυρό ιμπεριαλιστικό κέντρο. Χαρακτηρίζοντας την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη «εθνικό στόχο», επί της ουσίας κάλεσε το λαό να επιλέξει τον ευρωενωσιακό ιμπεριαλισμό και να στοιχηθεί πίσω απ' αυτόν, ενισχύοντάς τον στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό.
Σ' αυτό το πνεύμα, εξέφρασε την ανησυχία του για τα τεκταινόμενα στην ΕΕ, λέγοντας ότι«το ενδεχόμενο των δύο ομόκεντρων κύκλων των κρατών μελών της ευρωπαϊκής Ενωσης όπως κάποιοι υποστηρίζουν θα οδηγήσει στην επί της ουσίας αποδυνάμωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και βεβαίως δεν θα υπηρετήσει την Ευρωπαϊκή ενοποίηση και αυτό θα είναι πάρα πολύ αρνητικό (...) για την εξέλιξη της Ευρώπης και κυρίως για μία Ευρώπη, που μη πολιτικά ενοποιημένη, θα έχει από ελάχιστη έως μηδενική συμμετοχή στο διεθνή καταμερισμό της οικονομικής διαδικασίας».

ΔΗΜ.ΑΡ. Αθωώνει το ΠΑΣΟΚ και ορέγεται συγκυβέρνηση


ΔΗΜ.ΑΡ.
Αθωώνει το ΠΑΣΟΚ και ορέγεται συγκυβέρνηση
Προγραμματική συμφωνία και «φερεγγυότητα» θέτει ως προϋπόθεση ο Φ. Κουβέλης
Για διαχειριστική ανεπάρκεια κατηγόρησε την προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ο πρόεδρος της ΔΗΜ.ΑΡ. Φ. Κουβέλης. Με άρθρο του στα «Νέα», συσκότισε τις αιτίες της κρίσης, εμφανίζοντάς την σαν «κρίση διαχείρισης χρέους» και της βίαιης επίθεσης σε βάρος του λαού, ισχυριζόμενος πως η κυβέρνηση «αφού εφάρμοσε τις προβλεπόμενες από το Μνημόνιο περικοπές, δεν προώθησε τις αποδεκτές και αναγκαίες αλλαγές, που θα συνέβαλαν ουσιαστικά στη βελτίωση της κατάστασης».
Σαν τέτοιες, υπέδειξε την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, την αντιμετώπιση της σπατάλης, την τροφοδότηση της αγοράς με ρευστότητα, την προώθηση της ανάπτυξης μέσω της αξιοποίησης των πόρων του ΕΣΠΑ, την ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα, την αντιμετώπιση της ακρίβειας και τη δημιουργία ενός δικτύου κοινωνικής προστασίας. Η ΔΗΜ.ΑΡ., όχι μόνο πασχίζει να αθωώσει την αστική διαχείριση της κρίσης, αναγορεύοντας το μνημόνιο σε μονόδρομο, αλλά επιπλέον λέει ότι στο πλαίσιο αυτής της βάρβαρης πολιτικής υπάρχουν περιθώρια για φιλολαϊκά μέτρα, από την εφαρμογή μέτρων, τα περισσότερα από τα οποία περιέχονται στο μνημόνιο και αποτελούν και δικές της προτάσεις.
Εξωραΐζοντας τον ρόλο και της σημερινής κυβέρνησης, ο Φ. Κουβέλης διατείνεται ότι «η τρόικα συστήνει και η κυβέρνηση προωθεί». Σε ό,τι αφορά στην πρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ. ο πρόεδρός της μίλησε για «σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων», στο πλαίσιο της εξουσίας των αστών και εντός της ΕΕ, της οποίας μάλιστα οραματίζεται την περαιτέρω ισχυροποίηση, αναφέροντας: «Στρατηγική επιδίωξη της χώρας πρέπει να είναι η παραμονή της στην Ευρωζώνη και η προώθηση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης».Ενοποίηση που προωθείται ήδη πάνω στα ερείπια των εργασιακών και λαϊκών δικαιωμάτων.
Μετά απ' όλα αυτά, αυτονόητα η ΔΗΜ.ΑΡ. αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα για κυβερνητικές συνεργασίες με το ΠΑΣΟΚ και άλλα αστικά κόμματα, με τον Φ. Κουβέλη να λέει χτες στον ΣΚΑΪ: «Κάθε φορά την δυνατότητα των κυβερνήσεων συνεργασίας την προσδιορίζουν οι προγραμματικές συμφωνίες. Κατά συνέπεια το περιεχόμενο των προγραμματικών συμφωνιών είναι το καθοριστικό στοιχείο και βεβαίως και φερεγγυότητα των προσώπων ή και των πολιτικών δυνάμεων στις οποίες ανήκουν».

TOP READ