25 Μαΐ 2018

“Ακροδεξιοί, ακροαριστεροί, ο φασισμός είναι ένας” – Ο Μπουτάρης διδάσκει θεωρία των δύο άκρων

“Ακροδεξιοί, ακροαριστεροί, ο φασισμός είναι ένας, είναι το ‘ό,τι λέω εγώ και τίποτε άλλο’…”
Τάδε έφη Γιάννης Μπουτάρης, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον Αλέξη Τσίπρα, στο δημαρχείο της πόλης. Αριστεροί και δεξιοί, όλοι μαζί σε ένα τσουβάλι, για να στηθεί ο βολικός αντίπαλος του “Μετώπου της Λογικής”, που μπορεί να βαφτιστεί και ως “Δημοκρατικό Μέτωπο” για να χωράει την κυβέρνηση, πάντα εναντίον των άκρων.
Το μόνο που δε μας εξήγησε ο Γιάννης Μπουτάρης, ως θιασώτης της θεωρίας των δύο άκρων, είναι πώς “έτυχε” να του επιτεθούν βίαια μόνο οι ακροδεξιοί, εθνικιστές φασίστες και όχι αυτοί που κατονομάζει ο ίδιος ως “άλλο άκρο”, για να τους χωρέσει στο σακί του φασισμού.
Όλα αυτά βέβαια θυμίζουν αντεστραμμένο το αστικό δόγμα πως “η δημοκρατία είναι μία”, χωρίς περαιτέρω ταξικά πρόσημα και επιθετικούς προσδιορισμούς. Η δημοκρατία είναι μία, είναι αυτή που έχουμε και είναι αστική. Όποιος παλεύει για την ανατροπή της, είναι καταδικασμένος να τον βάλουν στο ίδιο σακί με τους φασίστες. Ακόμα κι όταν αυτοί οι τελευταίοι δαγκώνουν το (αστικό) χέρι που τους ταΐζει…

Το "μαρξιστικό" υπόβαθρο της βλακείας

 

Εκείνο που με ζοχαδιάζει στην πολιτική καθημερινότητα, δεν είναι που τα μέλη και οι χειροκροτητές τού ΣυΡιζΑ επιμένουν να αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί. Αυτό μάλλον με κάνει να γελάω και έχει πάψει να με χαλάει εδώ και πολλά χρόνια. Εκείνο που πραγματικά με ζοχαδιάζει είναι που οι κάθε λογής γιαλαντζί αριστεροί πιστεύουν ότι οι -θεωρητικές και πρακτικές- παλινδρομήσεις τους έχουν μαρξιστικό υπόβαθρο και επιμένουν να επικαλούνται είτε τον παππού Κάρολο είτε τον θείο Βλαδίμηρο για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Σ' αυτές τις λίαν εκνευριστικές περιπτώσεις, η ευγενέστερη αντίδρασή μου προς τον ομιλούντα "αριστερό" είναι ένα απλό "μη λες βλακείες".

Τι είναι βλακεία; Θεωρητικά, ο όρος αποδίδεται με την περίφραση "ανισορροπία νόησης", εξ ου και ο βλάκας λέγεται και ανισόρροπος. Με απλούστερο τρόπο, μπορούμε να ορίσουμε ως βλακεία την αδυναμία αντίληψης του σωστού. Σύνηθες χαρακτηριστικό των βλακών είναι η δευτεροβάθμια βλακεία, δηλαδή η τάση να χαρακτηρίζουν βλάκες εκείνους οι οποίοι πράττουν το σωστό, μόνο και μόνο επειδή η δική τους -αντικειμενικά εσφαλμένη- αντίληψη δεν συμφωνεί με τις επιλογές των άλλων. Βέβαια, σ' αυτό το σημείο θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι συχνά το "σωστό" δεν είναι αυστηρά καθορισμένο, με συνέπεια να υπάρχουν περισσότερες από μία σωστές αντιλήψεις του ίδιου θέματος, ανάλογα με την γωνία θέασής του. Το πρόβλημα, λοιπόν, εστιάζεται στο πόσα "σωστά" υπάρχουν κάθε φορά ή πόσες γωνίες θέασης υπάρχουν κάθε φορά.

Για να μη πλατειάζουμε, αφού η σημερινή μας κουβέντα ξεκίνησε με τις βλακείες περί μαρξισμού, ας μείνουμε όσο γίνεται περισσότρο προσηλωμένοι σ' αυτόν. Έτσι, η συζήτηση θα διευκολυνθεί, μιας και στην μαρξιστική ανάλυση χωρούν μόνο δυο γωνίες θέασης: η μια από την πλευρά τού κεφαλαίου και η άλλη από την πλευρά τής εργασίας.

Για το κεφάλαιο, το σωστό είναι ένα και σ' αυτό συμφωνούν οι πάντες από καταβολής καπιταλισμού: η μεγιστοποίηση του κέρδους. Ούτε η κοινωνική ειρήνη, ούτε το ψωμί, η παιδεία και η ελευθερία, ούτε η δουλειά, ούτε η εξάλειψη της φτώχειας, ούτε η προστασία του περιβάλλοντος, ούτε η παγκόσμια ειρήνη, ούτε τα γράμματα και οι τέχνες, ούτε... ούτε... ούτε... Για το κεφάλαιο, σωστό είναι μόνο ό,τι οδηγεί στο αβγάτεμά του. Όχι θεωρητικά ή σε επίπεδο ευχολογίων και οραματισμών αλλά χειροπιαστά. Για τον καπιταλιστή, το κέρδος δεν είναι η "επουράνιος βασιλεία", ώστε σήμερα να υπομένει βασάνους και θυσίες προκειμένου αύριο να κερδίσει τον "φωτοστέφανον της δόξης". Το κέρδος πρέπει να είναι ανά πάσα στιγμή μετρήσιμο και επιτεύξιμο με την απλότητα που εκφράζει το παροιμιώδες "τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξυδο".

Για το κεφάλαιο, το κέρδος είναι το μόνο ζητούμενο και ο μόνος λόγος ύπαρξής του. Αν το κεφάλαιο πάψει να παράγει κέρδος, παύει ταυτόχρονα να υφίσταται και ως κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, για το κεφάλαιο είναι σωστό ό,τι παράγει κέρδος, διότι έτσι εξυπηρετείται η ύπαρξή του. Ως εκ τούτου, όλα τα άλλα είναι αμελητέα και ακατανόητα: ειρήνη, παιδεία, περιβάλλον, υγεία, πολιτισμός... Έπαψε ποτέ κανείς να ανασαίνει με την σκέψη ότι η αναπνοή του παραγει διοξείδιο του άνθρακα, το οποίο είναι επιβλαβές για το περιβάλλον; Όχι. Γιατί να κάνει κάτι τέτοιο το κεφάλαιο;

Από την άλλη πλευρά υπάρχει η εργασία. Το πρόβλημα με την εργασία δεν είναι αυτό καθαυτό το περιεχόμενό της, μιας και αυτό παραμένει σταθερό, ανεξάρτητα αν το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον είναι δουλοκτητικό, φεουδαρχικό, καπιταλιστικό ή κομμουνιστικό. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι απρόσωπη, όπως το κεφάλαιο. Πίσω της υπάρχει απτός ο εργάτης, με σώμα και νου. Με σώμα που κουράζεται, πεινάει κι αρρωσταίνει και με νου που σκέφτεται, ανησυχεί, φοβάται, σκοτίζεται, νοιάζεται κι αγωνιά για χιλιάδες πράγματα. Έτσι, ενώ το κεφάλαιο δεν έχει πρόβλημα με την "σωστή" επιλογή (εφ' όσον ως τέτοια νοείται εκείνη που μεγιστοποιεί το κέρδος), η εργασία δυσκολεύεται να αποφασίσει καθώς πρέπει να συγκεράσει πολλά δεδομένα, συχνά διιστάμενα, προκειμένου να κάνει την σωστή επιλογή σε πραγματικά δύσκολα διλήμματα, όπως: "απεργός ή απεργοσπάστης;", "αποδοχή μείωσης μισθού για να μη κλείσει η επιχείρηση ή όχι;", "επίσχεση εργασίας ή συνέχισή της με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα έρθει και η αμοιβή;" κλπ.


Πέρα και πάνω από αυτά τα όντως δύσκολα διλήμματα, υπάρχει και κάτι που είναι αντικειμενικά σωστό για τον εργάτη: να χρησιμοποιεί την εργατική του δύναμη για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό τού κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, Είναι καίριο γι' αυτόν να συνειδητοποιήσει ότι, όποιες κι αν είναι οι επί μέρους επιλογές του, αυτές δεν μπορεί να είναι σωστές εφ' όσον εξυπηρετούν εκείνο που θεωρεί σωστό το κεφάλαιο, δηλαδή το καπιταλιστικό κέρδος. Τότε και μόνο τότε θα καταλάβει ότι μέσα σε ένα καπιταλιστικό περιβάλλον είναι αδύνατο να χρησιμοποιήσει την δύναμή του για την δική του ανάπτυξη και προκοπή.

Συμπεράσματα; Κατά πρώτον, η αδυναμία κατανόησης της ορθότητας της τελευταίας αποστροφής, συνιστά βλακεία. Παράλληλα, η πεποίθηση ότι το κεφάλαιο έχει την ίδια αδυναμία, συνιστά δευτεροβάθμια βλακεία. Κατ' επέκταση, το παραμύθιασμα των εργαζομένων ότι η δική τους ανάπτυξη βρίσκεται σε ευθεία και ανάλογη σχέση με την κερδοφορία τού κεφαλαίου (δηλαδή, ότι αυτό που είναι σωστό για το κεφάλαιο, είναι σωστό και για την εργασία), συνιστά εξαπάτηση σε βαθμό εγκλήματος. Και οι εγκληματίες δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προστρέχουν στον Μαρξ για να βρουν υπερασπιστή. Όπως και οι βλάκες, άλλωστε.

Η εκτέλεση που δείχνει αυτό το video είναι καταδικαστέα Γιάννη Μπουτάρη;!


Επειδή πολλή φόρα πήρε και ο κυρ Γιάννης ο Μπουτάρης να αυτοαναγορευθεί σταυροφόρος εναντίον του φασισμού και του ρατσισμού και επειδή πήραν πολλή φόρα διάφοροι Τσίπρες να ηρωοποιήσουν τον Μπουτάρη εξαιτίας του απαράδεκτου ξυλοδαρμού του από φασιστοειδή και επειδή οι Τσιπρομπουτάρηδες ή Μπουταροτσίπρες (ότι προτιμάτε) μας παραέπρηξαν τα συκώτια με την καταδίκη της βίας, μπορούν μήπως να μας απαντήσουν εάν καταδικάζουν τον πυροβολισμό του αλητάμπουρα Ισραηλινού ελεύθερου σκοπευτή που εκτελεί Παλαιστίνιο και μετά πανηγυρίζει όπως δεν πανηγυρίζει ο πιο ασυνείδητος κυνηγός όταν σκοτώνει θήραμα, όπως δείχνει το video στο τέλος αυτής της γραφής;! Μπορούν να μας απαντήσουν;!

Δεν μπορούν να μας απαντήσουν γιατί ο κυρ Γιάννης ο Μπουτάρης την ημέρα που οι Ισραηλινοί εκτελούσαν τους Παλαιστίνιους στη Λωρίδα της Γάζας, με τον τρόπο που δείχνει το video, εκείνος έστελνε τα συγχαρητήριά του για την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, ίδρυση που πάτησε πάνω στο ολοκαύτωμα και τον ξεριζωμό των Παλαιστινίων. Όσο για τους Τσίπρες, εκείνες τις ημέρες που η Γάζα φλέγονταν εκείνοι συνήπταν ακόμα πιο στενές στρατιωτικές σχέσεις με το κράτος δολοφόνο του Ισραήλ. Άιντε γιατί σε λίγο ο κυρ Γιάννης θα μας πει πως η κλωτσιά που έφαγε και που στο δικαστήριο την περιέγραψε ως δολοφονική, ήταν πιο δολοφονική από τη σφαίρα του video! Άιντε γιατί οι Τσιπρομπουτάρηδες μας
παρασκότισαν με τη βία αλλά μόνο με τη βία που ασκείται εναντίον τους και εναντίον της άρχουσας τάξης γιατί βία ασκούν και οι ίδιοι, ο μεν Μπουτάρης βάζοντας τα ΜΑΤ να σπάσουν τα κεφάλια των εργαζομένων στο δήμο της Θεσσαλονίκης, ο δε Τσίπρας βάζοντας τα ΜΑΤ να σπάσουν τα κεφάλια όλου του λαού, γιατί βία ασκούν και οι ίδιοι όταν στηρίζουν τη βία του δολοφονικού κράτους του Ισραήλ σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού! Άιντε γιατί προφανώς κατά τους Τσιπρομπουτάρηδες ο λαός είναι τσογλάνι και μπορούν να τον κλωτσοκοπούν για να τον σκοτώσουν όπως έκαναν τα ΜΑΤ μπροστά στο άγαλμα του Τρούμαν ενώ τα πλευρά των Τσιπρομπουτάρηδων είναι μαλαματένια!
Η απόλυτη καταδίκη του ξυλοδαρμού του Μπουτάρη από φασιστοειδή τα οποία εξυπηρετούν την ίδια ακριβώς πολιτική με τον Μπουτάρη και με την πράξη τους τον «ανέστησαν» πολιτικά και κατά πάσα πιθανότητα θα τον ξανακάνουν δήμαρχο ενώ δημαρχεία δεν θα ξαναέβλεπε, δεν μπορεί να συνοδεύεται και από την αποδοχή της προσπάθειας ηρωοποίησης του Μπουτάρη και της αναγωγής του σε αντιφασιστικό σύμβολο. Ο Μπουτάρης, όπως κι ο Τσίπρας, είναι από τους πιο σκληρούς εκφραστές της κανιβαλικής πολιτικής και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάει ο λαός που  υποφέρει από αυτήν την πολιτική, την οποία του επιβάλλουν με ψέματα, απάτες και ξυλοδαρμούς.

Σφραγίδα εμπλοκής




«Κοιτάξτε, νομίζω ότι η Ελλάδα, τα τριάμισι αυτά χρόνια που μπορώ να γνωρίζω καλά, έχει αναβαθμιστεί. Ολοι γνωρίζουν ότι είναι ένας διεθνής πια παίκτης, που παίρνει πρωτοβουλίες στην περιοχή, σφραγίζει την περιοχή και, κατά συνέπεια, η σημασία της για όλους τους ισχυρούς αυτού του κόσμου είναι όλο και μεγαλύτερη». Αυτά ανάμεσα σε άλλα είπε ο υπουργός Εξωτερικών, Ν. Κοτζιάς, αναφορικά με τις επαφές που είχε με Αμερικανούς αξιωματούχους. Εκείνο βέβαια που «σφραγίζει την περιοχή» δεν είναι άλλο από τους λυσσασμένους ανταγωνισμούς ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - ΕΕ με τη Ρωσία και άλλα καπιταλιστικά κράτη για τον έλεγχο ενεργειακών πηγών και δρόμων μεταφοράς, αγορών και σφαιρών επιρροής. Και είναι μέσα εκεί, σε αυτήν τη ρουφήχτρα των ανταγωνισμών που καταπίνει λαούς και κράτη, που η κυβέρνηση, για τα συμφέροντα του κεφαλαίου, σηκώνει ακόμα πιο ψηλά τη «σημαία» των ΑμερικανοΝΑΤΟικών και διαφημίζει τη χρησιμότητά της στα σχέδια των «ισχυρών του κόσμου». Η μόνη «αναβάθμιση», λοιπόν, είναι αυτή της εμπλοκής στα σχέδια αυτά και ο λαός πρέπει να την αντιπαλέψει με όλα τα μέσα.
Παραδοχές
 
Από «το θέμα των διεθνών αναταράξεων και το ενδεχόμενο νέων κρίσεων, που δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε» εξαρτάται η «μεταμνημονιακή εποχή», είπε στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή ο υπουργός Οικονομίας Γ. Δραγασάκης, προσθέτοντας ότι «η καλύτερη άμυνα έναντι αυτών των ενδεχόμενων κινδύνων είναι να έχουμε δικό μας ταμείο, όσο γίνεται πιο ισχυρό. Να διασφαλίσουμε μία μείωση του χρέους» και «να έχουμε μία ισχυρή δημοσιονομική θέση ως χώρα και ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης, που δομικά πια θα είναι ανθεκτικό απέναντι στις κρίσεις. Κι αυτό ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε». Με άλλα λόγια, «αυτό ακριβώς» που προσπαθεί να κάνει η κυβέρνηση είναι να θωρακίσει την καπιταλιστική κερδοφορία με επιπλέον χρήμα και μέτρα για την ένταση της εκμετάλλευσης, με διευκολύνσεις κάθε είδους και φυσικά με «μαξιλάρια ασφαλείας», την ώρα που τα «μαύρα σύννεφα» ξαναμαζεύονται πάνω από τη διεθνή καπιταλιστική οικονομία. Πρόκειται βέβαια για ευσεβή πόθο, αφού οι ίδιες οι νομοτέλειες του καπιταλισμού και οι αγιάτρευτες αντιφάσεις του δεν αφήνουν χώρο για τέτοια «ξόρκια». Εκείνο όμως που σε κάθε περίπτωση πρέπει να δει καθαρά ο λαός είναι ότι όπως χτες ο στόχος της εξόδου από την κρίση, έτσι και σήμερα οι νέοι στόχοι του κεφαλαίου για «άμυνα απέναντι στους κινδύνους», για τον ίδιο σημαίνουν θυσίες στο διηνεκές.
Χωροθέτηση
 
Η κατάσταση στο Πεδίον του Αρεως είναι τραγική. Αυτό αναδείχτηκε και από τη συγκέντρωση που διοργάνωσε το ΚΚΕ την περασμένη Τετάρτη, με σύνθημα: «Πάρκο ανοιχτό στο λαό. Οχι στην εγκατάλειψη και τη μετατροπή του σε χώρο χρήσης ναρκωτικών». Ομως, το τελευταίο διάστημα, εμφανίζονται να αντιδρούν και ορισμένοι που έχουν συμβάλει καθοριστικά στην όξυνση του προβλήματος. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο δήμος Αθήνας, ο οποίος συγκαταλέγεται στους υπέρμαχους της διαχείρισης των συνεπειών της τοξικοεξάρτησης και όχι βέβαια της αντιμετώπισής της, με στεγνά προγράμματα, αποφασιστική αντιμετώπιση των κοινωνικών αιτιών, αλλά και των κυκλωμάτων που σκορπούν το θάνατο, αποκομίζοντας μεγάλα κέρδη. Μόλις πρόσφατα, ο δήμος στήριξε με εισήγησή του την υλοποίηση ενός προγράμματος ονόματι «street work», με στόχο να δημιουργηθεί στην περιοχή ένας «χώρος φροντίδας» για τους χρήστες. Ανάλογες ιδέες στο παρελθόν ήταν η δημιουργία χώρων ελεγχόμενης χρήσης, δίπλα σε «πιάτσες», ώστε να γίνεται «περιορισμός της ζημιάς», με τη χρήση αποστειρωμένων συριγγών και πάει λέγοντας. Πρόκειται για λογική συντήρησης του προβλήματος και διαχείρισης των συνεπειών. Βάσει της ίδιας λογικής, το Πεδίον του Αρεως χαρακτηρίζεται από τον δήμο «πάρκο χρήσης ναρκωτικών»! Ετσι, το πρόγραμμα μπορεί στην πραγματικότητα να μην υλοποιήθηκε, αλλά το πάρκο, με τη βούλα του δήμου ...χωροθετήθηκε ως άντρο των κυκλωμάτων διακίνησης ναρκωτικών.

Μαργαριτάρια... 
 
Ενα από τα πολλά «μαργαριτάρια» που πέταξε ο Αλ. Τσίπρας στην ομιλία του την Τετάρτη στη Βουλή, ήταν η αναφορά του στην «παρασιτική αστική τάξη», την οποία διαχώρισε από τους «υγιείς» επιχειρηματίες που στηρίζει με την «αναπτυξιακή» του πολιτική ο ΣΥΡΙΖΑ και οι οποίοι «επενδύουν, καινοτομούν και ρισκάρουν». Ποια είναι, όμως, η «παρασιτική αστική τάξη», που, σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, εκπροσωπεί το «παλιό» και «αποτυχημένο»; Είναι «οι δυνάμεις της κρατικοδίαιτης οικονομικής ελίτ του τόπου (...) δυνάμεις της παλιάς Ελλάδας που δεν ανέλαβαν καμία ευθύνη για τη χρεοκοπία της χώρας, όταν η χώρα βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού. Ηξεραν μόνο να μοιράζονται τα κέρδη στους καιρούς της ανάπτυξης και που τώρα, βεβαίως, είναι ακόμα παρόντες και δεν θέλουν να ρισκάρουν. Τα θέλουν όλα έτοιμα. Δεν θέλουν να επενδύσουν, δεν θέλουν να καινοτομήσουν, δεν θέλουν να δημιουργήσουν. Θέλουν απλώς και μόνον, όπως έκαναν παλιά, να συνεχίσουν να παρασιτούν σε βάρος του κράτους και της εργασίας».
... και θράσος
 
Αν πάρουμε τοις μετρητοίς όσα λέει ο Τσίπρας, τότε όλοι οι υπόλοιποι επιχειρηματίες είναι ...δουλευταράδες, «οραματιστές», που δεν «κωλώνουν» να ρίξουν τα λεφτά τους σε επενδύσεις, ακόμα κι αν πρόκειται να τα χάσουν, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν «παρασιτούν» σε βάρος των εργαζομένων και του κράτους. Κάτι σαν τους παλιούς «ευεργέτες», που στις επιχειρήσεις τους ξεζούμιζαν τους εργαζόμενους, αλλά στα μάτια του κόσμου παρουσιάζονταν ως ο ...«ανθός του έθνους». Δεν ξέρουμε ποιους συγκεκριμένους επιχειρηματίες έχει στο νου του ο Τσίπρας ή αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ανακαλύψει καμιά άλλη πηγή κέρδους για το κεφάλαιο, πέρα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, με τη στήριξη του αστικού κράτους. Τίποτα καινούργιο, θα πει κανείς. Η προσπάθεια να διαχωριστούν οι εκμεταλλευτές των κόπων των εργαζομένων σε «καλούς» - «υγιείς» και κακούς - παρασιτικούς, κρατάει από τα πρώτα χρόνια των εκμεταλλευτικών κοινωνιών. Το αστείο είναι ότι η «Αυγή» πριν από μερικές βδομάδες κυκλοφορούσε με πρωτοσέλιδο αφιερωμένο στα 200 χρόνια του Μαρξ... Γελάνε και οι πέτρες...




Ριζοσπάστης 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ Ο. Κ. ΑΝΤΟΝΟΦ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

   

Στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της αυξανόμενης ωρίμανσης στην κοινή γνώμη της αναγκαιότητας να βρεθεί μια εναλλακτική λύση απέναντι στην οικονομία της αγοράς, εμφανίζεται ενδιαφέρον για την ιστορική εμπειρία της απαλλαγμένης από κρίσεις οικονομίας της ΕΣΣΔ. Για τους μαρξιστές μελετητές για άλλη μια φορά καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική η ανάλυση των οικονομικών προβλημάτων του σοσιαλισμού, υπό το φως των οποίων είναι πολύτιμη η οικονομική συζήτηση που έγινε στη Σοβιετική Ένωση στη δεκαετία του 1960, όταν στην ημερήσια διάταξη έμπαινε με ιδιαίτερη οξύτητα το θέμα της μελλοντικής ανάπτυξης της οικονομίας της, διά της εμπορευματικής ή μη εμπορευματικής οδού.
Πολλές βαθιές και πρωτότυπες ιδέες εκείνον τον καιρό ανέπτυξε ο γνωστός αεροναυπηγός Όλεγκ Αντόνοφ. Ο ίδιος, ως καθοδηγητής ενός Ενιαίου Κατασκευαστικού Γραφείου, μπορούσε να δει πολλές από τις αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος σχεδιασμού της παραγωγής. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι είδε τα βαθύτερα αίτια αυτών των αδυναμιών και με σαφήνεια αντιλαμβανόταν τις μεθόδους αντιμετώπισής τους. Οι ιδέες του, για τις οποίες θα γίνει λόγος στη συνέχεια, συνοψίζονται στο βιβλίο του «Για όλους και για εμάς. Για την τελειοποίηση των δεικτών σχεδιασμού της σοσιαλιστικής βιομηχανικής παραγωγής».
Την άνοδο της παραγωγής στη Σοβιετική Ένωση που σημειώθηκε μετά από τον πόλεμο ακολούθησε η άνευ προηγουμένου ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Όμως, η ανάπτυξη της βιομηχανίας, λύνοντας παλιά προβλήματα, δημιουργούσε νέα. Πρώτ’ απ’ όλα, αυτό αφορούσε την αποτελεσματικότητα της διεύθυνσης της παραγωγής. Οι παλιές μέθοδοι διεύθυνσης τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να φθίνουν. Η αντίφαση, σύμφωνα με τον Αντόνοφ, βρισκόταν στον ίδιο το χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο, η υλική παραγωγή μάς κληροδοτήθηκε από μια «προηγούμενη εποχή, δηλαδή τον καπιταλισμό». Αυτό αφορούσε πλήρως και την εκβιομηχάνιση της δεκαετίας του ’30, κατά την οποία η χώρα μας αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει καπιταλιστικές ως προς το επίπεδο ανάπτυξης παραγωγικές δυνάμεις –άλλες απλά δεν υπήρχαν, κάτι το οποίο δε θα μπορούσε παρά να επηρεάσει τις κοινωνικές σχέσεις. Αυτή η επιρροή ήταν εμφανής και στην οικονομική επιστήμη.
Η υπάρχουσα οικονομική επιστήμη ήταν πίσω από τις ανάγκες των ραγδαία αναπτυσσομένων παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτό έκρυβε ένα μεγάλο κίνδυνο.
Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού είναι ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί απλώς να αντανακλά την τρέχουσα κατάσταση στην οικονομία. Θα πρέπει απαραιτήτως να αναδεικνύει τις μελλοντικές κατευθύνσεις, να υλοποιεί την πιο σημαντική λειτουργία της –την πρόγνωση, τη λειτουργία της κοινωνικής πρόβλεψης.
Η εφαρμογή παλιών μεθόδων διεύθυνσης της οικονομίας, πρώτον, καθυστέρησε σε απίθανο βαθμό την ανάπτυξη, και δεύτερον, μπορούσε (και σίγουρα αναπόφευκτα) ανά πάσα στιγμή να γυρίσει προς τα πίσω την ανάπτυξη του σοσιαλισμού. Ακριβώς εναντίον αυτών των μεθόδων στρεφόταν η κριτική του Αντόνοφ.
Βάση της διεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικονομίας ήταν το σχέδιο, αλλά από μόνο του το σχέδιο δε φέρει τίποτα το κομμουνιστικό, καθώς ακόμα και ο οποιοσδήποτε ετήσιος προϋπολογισμός κάθε καπιταλιστικής χώρας αποτελεί επίσης ένα σχέδιο. Διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό του σοσιαλιστικού σχεδίου θα πρέπει να είναι οι ιδιαίτεροι δείκτες του σχεδιασμού, δηλαδή τέτοια κριτήρια αποτελεσματικότητας, τα οποία θα εφαρμόζονταν για το πέρασμα στις κομμουνιστικές σχέσεις. Βασική προϋπόθεση είναι η σοσιαλιστικά σχεδιασμένη οικονομία να μην καθοδηγείται από καπιταλιστικούς δείκτες. Δυστυχώς, αυτή η προϋπόθεση παραμελήθηκε από τη σοβιετική οικονομική επιστήμη –ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί η υλική βάση του κομμουνισμού, και συχνά αυτό εκλαμβανόταν ως η δημιουργία αφθονίας αγαθών, ανεξάρτητα από την ποιότητα, «ακαθάριστης» αφθονίας αγαθών. Στη θεώρηση πολλών οικονομολόγων υποστηρικτών της αγοράς η προσέγγιση της κύριας παραγωγικής δύναμης –του ανθρώπου, του εργαζόμενου– δε διέφερε πολύ από την καπιταλιστική, κάτι που εν πολλοίς προκαλούσε αδυναμίες στο σοσιαλιστικό σχεδιασμό.
Ο Αντόνοφ διέκρινε όλες τις αδυναμίες του σχεδιασμού σε 3 ομάδες:
• ποσοτικές (δεν είναι ακριβές το σχέδιο).
• ποιοτικές (δε σχεδιάζουν ό,τι είναι αναγκαίο).
• μεθοδολογικές (δε σχεδιάζουν όπως πρέπει).
Οι ποσοτικές και ποιοτικές αδυναμίες ήταν σε μεγάλο βαθμό τυχαίες. Τα πιο επικίνδυνα ήταν τα σφάλματα της τρίτης ομάδας, καθώς προκαλούν ποσοτικά και ποιοτικά σφάλματα, τα οποία ήταν λάθη του ΓΚΟΣΠΛΑΝ (Κρατική Επιτροπή Σχεδιασμού). Σε αυτά τα λάθη ανήκαν, πρώτ’ απ’ όλα, οι καπιταλιστικοί δείκτες αποτελεσματικότητας: Ακαθάριστο προϊόν, προσοδοφορία, κέρδος.

ΤΟ ΑΚΑΘΑΡΙΣΤΟ ΠΡΟΪΟΝ

 Από τη δεκαετία του ’60 είχε διαμορφωθεί ήδη η ακόλουθη κατάσταση: Το σχέδιο αντί να αναπτύσσει συνειδητά την παραγωγή, άρχισε να την φρενάρει. Ο ρυθμός ανάπτυξης 7-8% του ΑΕΠ διατηρήθηκε μέχρι τη δεκαετία του ’80, όμως κατά πόσο αυτός ο δείκτης μπορεί να ισχύει για το σοσιαλισμό; Ήταν απαραίτητο να «κυνηγάμε το ακαθάριστο» πάση θυσία;
Όπως υπέδειξε ο Αντόνοφ, η μέτρηση του ακαθάριστου όγκου της παραγωγής άρχισε να δείχνει ότι προκαλεί ζημιές από τα πρώτα κιόλας πεντάχρονα. Όμως τότε λόγω της αντικειμενικά λειψής ανάπτυξης της παραγωγής, αυτό μπορούσε να αγνοηθεί. Είναι όμως άλλο πράγμα η μεταπολεμική περίοδος, όταν στην ουσία αποκαταστήσαμε την κατεστραμμένη παραγωγή και ήρθε η ώρα να απορρίψουμε εντελώς αυτόν το δείκτη από το σχεδιασμό. Γιατί; Έστω και για το ότι ο δείκτης του ακαθάριστου προϊόντος δε λαμβάνει υπόψη την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Υπάρχει ένα κατώτερο αποδεκτό επίπεδο ποιότητας (π.χ. το Κρατικό Πρότυπο) και κάθε παραγωγική ομάδα, αν δεν είναι η ίδια εχθρός του εαυτού της, θα προτιμήσει να υπερκαλύψει το πλάνο ως προς τον όγκο της ακαθάριστης παραγωγής σε βάρος της ποιότητας. Για παράδειγμα, στη βιομηχανία εξόρυξης υπάρχει ένα προκαθορισμένο επίπεδο περιεκτικότητας ωφέλιμου μεταλλεύματος, ας πούμε το ποσοστό της περιεκτικότητας σε σίδηρο στο σιδηρομετάλλευμα (καθορίζουμε το ελάχιστο επίπεδο περιεκτικότητας σε 47%). Αν κατά τη διάρκεια επεξεργασίας του κοιτάσματος το σιδηρομετάλλευμα αποδειχτεί καλύτερο, δηλαδή με περιεκτικότητα σε σίδηρο 50%, τότε για τους εργαζόμενους θα είναι πιο ευνοϊκό να το αραιώσουν με σκουριές κι επομένως να υπερκαλύψουν το πλάνο με λιγότερη προσπάθεια. Γιατί τα πριμ δίνονταν με βάση το ακαθάριστο προϊόν και όχι την ποιότητα.
Όμως δεν επιτρέπεται να ενοχοποιήσουμε την εργατική κολεκτίβα, γιατί δεν μπορεί να παρεκκλίνει από το σχέδιο –«οι πάνω» τα είχαν όλα προβλέψει εκ των προτέρων. Το να την εκθέσουν για τη μη κάλυψη (ή τη μη υπερκάλυψη) του σχεδίου σημαίνει ότι θα εκθέσουν την αλυσίδα παραγωγής, από την οποία λαμβάνουν το προϊόν τους. Να επανεξεταστούν οι δείκτες σε ενωσιακό επίπεδο, εάν θέλουν, φυσικά, θα μπορέσουν μόνο μετά από μισό, ένα ή δύο χρόνια, αλλά η κατάσταση αλλάζει πολύ πιο γρήγορα.
Φυσικά, αυτό επιδρά καταθλιπτικά και στους εργάτες καταστέλλοντας κάθε πρωτοβουλία. Ο συγγραφέας του βιβλίου δίνει ένα ολοζώντανο παράδειγμα όταν σε μια οικοδομή στη Μόσχα είδε αυτή τη σκηνή: Δύο κοπέλες ξεφόρτωναν ένα φορτηγό με τούβλα πετώντας τα στο έδαφος. Έμεινε εκεί για δέκα λεπτά και υπολόγισε ότι περίπου το 30% από τα τούβλα έσπαγαν, δηλαδή πήγαιναν χαμένα. Είναι δυνατό αυτά τα δύο χαριτωμένα κορίτσια να ήταν δολιοφθορείς; Τίποτα τέτοιο! Απλώς χρειαζόταν να ξεφορτώσουν το φορτηγό μέσα σε 20 λεπτά και διαφορετικά δεν προλάβαιναν. Έτσι είχε προγραμματιστεί το χρονοδιάγραμμα της κίνησης του φορτηγού και αν ξέφευγαν από αυτό, θα διαταρασσόταν ολόκληρη η αλυσίδα. Ως αποτέλεσμα, η βάση των φορτηγών θα θεωρείτο ότι καθυστερεί και οι οδηγοί θα στερούνταν το πριμ.
Αποδεικνύεται ότι τη ζημιά τα κορίτσια δεν την έκαναν συνειδητά, αλλά ότι δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Πολύ περισσότερο θύμωναν με αυτό, βλέποντας τον παραλογισμό: «Το πλάνο, λέτε, πάρτε το λοιπόν!». Η εργασία του ξεχωριστού εργάτη ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της κοινωνίας, ενώ η συνείδηση των μαζών λειτουργούσε στη σωστή κατεύθυνση. «Είναι δύσκολο να μιλήσουμε για διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων στο πνεύμα της κομμουνιστικής στάσης στην εργασία, εάν είναι απαραίτητο για την υλοποίηση των δεικτών του σχεδίου να κάνουμε τη δουλειά ενάντια στη συνείδησή μας»1. Έτσι, για τη χαμηλή ποιότητα των προϊόντων δε φταίει η έλλειψη συνειδητότητας.
Το ακαθάριστο προϊόν είναι ένας νεκρός παράγοντας του σχεδίου. Αν ακόμα και στον τομέα των ορυχείων όπου θα φαινόταν ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλος δείκτης, πέρα από το ακαθάριστο προϊόν, αυτός αποτελεί συχνά τροχοπέδη, τι μπορούμε να πούμε για τους υπόλοιπους; Η παραγωγή αυξάνεται και φυσικά είναι αυξημένες οι απώλειες και ένας τέτοιος δείκτης όπως το ακαθάριστο προϊόν αρχίζει να δρα ενάντια στον εαυτό του. Αυτό φαίνεται καθαρά αν δεν πάρουμε τους μεμονωμένους τομείς της οικονομίας, αλλά το σύνολο του συμπλέγματος της λαϊκής οικονομίας, όπου η υποβάθμιση της ποιότητας οδηγεί τελικά σε μείωση της ποσότητας. Το ακαθάριστο προϊόν επί της αρχής δεν μπορεί να είναι δείκτης της σοσιαλιστικής βιομηχανίας, είναι αντίθετος προς την ουσία του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

ΚΟΣΤΟΣ

 «Το κόστος –γράφει ο Αντόνοφ– είναι αδελφός του ακαθάριστου προϊόντος». Είναι φανερό! Πώς μπορούμε να μιλάμε για αύξηση της παραγωγικότητας, χωρίς να μειώνουμε το κόστος παραγωγής; Αλλά η αξία είναι υλοποιημένη εργασία. Αποδεικνύεται ότι, αν πάρουμε τη μείωση του κόστους ως δείκτη στον οποίο πρέπει να προσανατολίζεται κάθε επιχείρηση, τότε, για το σύμπλεγμα της λαϊκής οικονομίας στο σύνολό της, το κόστος μπορεί να αυξηθεί. Ως γενικός δείκτης του σχεδιασμού της λαϊκής οικονομίας συνολικά, το κόστος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στο σοσιαλισμό. Η ουσία είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι μια διαδικασία κοινωνικοποίησης της παραγωγής και μπορούμε να εκτιμήσουμε το οποιοδήποτε όφελος μόνο για το σύνολο της λαϊκής οικονομίας, ενώ το κόστος παραγωγής των μεμονωμένων επιχειρήσεων μπορεί να αυξηθεί.
Ο Αντόνοφ, ως αεροναυπηγός, δίνει το ακόλουθο παράδειγμα: Εάν η μονάδα που παράγει υλικά για τα αεροσκάφη μειώσει την περιεκτικότητά τους σε μέταλλο κατά 10%, το κόστος τους θα αυξηθεί κατά 50%. Η χρήση των υλικών αυτών θα επιτρέψει τη δημιουργία αεροσκάφους με καλύτερα τεχνικά χαρακτηριστικά. Η εκμετάλλευσή τους θα είναι πολύ πιο φθηνή και τα επιπλέον έξοδα από τα ελαφρύτερα υλικά θα επιστρέψουν στο κράτος κατά το πρώτο έτος. Το όφελος για τη λαϊκή οικονομία είναι κολοσσιαίο, αλλά η παραγωγική μονάδα δε θα το κάνει. Η ίδια (η μονάδα) αναφέρεται στο ΓΚΟΣΠΛΑΝ με βάση το ακαθάριστο προϊόν και η μείωση της ποσότητας των υλικών με υψηλότερο κόστος, φυσικά, θα την μεταφέρει στις επιχειρήσεις που υπολείπονται. Η κολεκτίβα θα χάσει τα πριμ, οι διευθυντές θα κληθούν σε απολογία κλπ.
Οι δείκτες «ακαθάριστο προϊόν» και «κόστος» έχουν την πιο ζημιογόνα επίδραση στη βελτίωση του εξοπλισμού. Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών απαιτεί μια καθολική ένταση, κοστίζει σε χρόνο και μέσα. Η αξία της καινοτομίας δεν έχει άμεση απόσβεση. Φυσικά, αργά ή γρήγορα θα πρέπει να βελτιώσουν την τεχνολογία, κάτι που δε θα το θέλει η εργατική κολεκτίβα, θα έρθει διαταγή «από τα πάνω». Αλλά, θα συμφωνήσετε, άλλο πράγμα είναι όταν κάθε παραγωγική μονάδα τείνει η ίδια να αναπτυχθεί προς όφελος όλου του λαϊκο-οικονομικού συμπλέγματος, και άλλο πράγμα όταν το επιβάλλουν από τα πάνω.

ΚΕΡΔΟΦΟΡΙΑ2

 Στους καταστροφικούς δείκτες ο Αντόνοφ συμπεριελάμβανε και την κερδοφορία, η οποία γενικά ως δείκτης της οικονομικής αποδοτικότητας ισχύει μόνο για την οικονομία της αγοράς. Αν η κοινωνική παραγωγή είναι κατακερματισμένη, δηλαδή βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία, ο κάθε ιδιοκτήτης θα επιδιώξει να οδηγήσει την παραγωγή του στην τελειότητα, ακόμη και αν τα προϊόντα αυτά δεν είναι απαραίτητα για την κοινωνία ή ακόμα και αν είναι επιβλαβή. Ο δείκτης της κερδοφορίας σε αυτήν την περίπτωση είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται. Αν τον πάρουμε συνολικά για την κοινωνία, ο δείκτης αυτός, στη σχεδιασμένη οικονομία, παίζει ακριβώς τον αντίθετο ρόλο, γιατί ο σοσιαλισμός πρέπει να αποκλείει την έμφυτη αναρχία της καπιταλιστικής παραγωγής. Αν μιλάμε για την κερδοφορία, αυτή θα πρέπει να είναι «κερδοφορία για την κοινωνία», ούτε καν μόνο για τη λαϊκή οικονομία, επειδή ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων.
Αν παλιότερα, όπως σημείωνε ο Όλεγκ Κονσταντίνοβιτς, δείκτες όπως το ακαθάριστο προϊόν, το κόστος, η κερδοφορία δεν μπορούσαν να βλάψουν τη σοβιετική οικονομία, καθώς η βιομηχανία αναπτυσσόταν και μπορούσε να διευθυνθεί με διοικητικά μέτρα, τώρα είναι επιτακτική ανάγκη να αλλάξει η προσέγγιση. Όλοι οι παλιοί δείκτες αποτελεσματικότητας που κληρονόμησαν οι Σοβιετικοί οικονομολόγοι από τον καπιταλισμό λειτουργούσαν για το μέγιστο κέρδος των ατομικών επιχειρήσεων ή μονοπωλίων. Η συνέχιση της χρήσης τους θα γίνει τροχοπέδη για την ανάπτυξη του σοσιαλισμού. Το μέγιστο που μπορείς να αποκομίσεις με τη χρήση αυτών των δεικτών είναι, αντί μιας κεντρικά δομημένης οικονομίας, να πάρεις μια οικονομία των «νομών» και «δημοτικό» σχεδιασμό.

ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ;

 Απαντώντας στο ερώτημα αυτό, είναι ευκολότερο να ξεκινήσουμε από το αντίθετο. Οι σοσιαλιστικοί δείκτες δε θα πρέπει να είναι καπιταλιστικοί. Φαίνεται ότι είναι μια προφανής αλήθεια, γιατί ο προσανατολισμός στους καπιταλιστικούς δείκτες οδήγησε στη χρεοκοπία της ΕΣΣΔ. Αυτό από τη δεκαετία του ’60 το προέβλεπε ο Αντόνοφ μεταξύ άλλων εξεχόντων Σοβιετικών επιστημόνων, που ήταν ενάντια στην αγορά, στην περίπτωση που η Κρατική Επιτροπή Σχεδιασμού δεν περνούσε σε άλλους δείκτες. Ειδικότερα, τόνιζε την ανεπάρκεια των δεικτών –ακαθάριστο προϊόν, κόστος και κερδοφορία– και πρότεινε τους λεγόμενους Λαϊκοοικονομικούς Δείκτες (ΛΟΔ). Βασική αρχή αυτών των δεικτών είναι το συμφέρον του συνόλου της λαϊκής οικονομίας, και όχι των επιμέρους τμημάτων της.
Για παράδειγμα, αντί του ακαθάριστου δείκτη προτείνεται το «ωφέλιμο ακαθάριστο προϊόν», δηλαδή το ακαθάριστο προϊόν υπολογισμένο σε σχέση με την ποιότητα. Για παράδειγμα, θα πρέπει να υπολογίζεται μόνο το ακαθάριστο προϊόν που έχει τη σωστή ποιότητα. Φυσικά, αυτό δε θα επιτρέψει την αύξηση της ποσότητας των προϊόντων σε βάρος της ποιότητάς τους. Επιπλέον, ο Αντόνοφ πρότεινε σε ορισμένες περιπτώσεις να απαγορεύεται στον ετήσιο σχεδιασμό η ποσοτική αύξηση και να επιτρέπεται μόνο η ποιοτική βελτίωση. Πράγματι, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, η βιομηχανία χρειάζεται για να καλύψει τις εύλογες ανάγκες του ατόμου και όχι τους δείκτες (που στην ουσία, αποτελούν δείκτες του κέρδους).
Η επεξεργασία των ΛΟΔ θα έπρεπε να ήταν υπόθεση του συνόλου της οικονομικής επιστήμης, όμως κάποια πολύ επιτυχημένα αναφέρονται και σε αυτό του το βιβλίο. Οι δείκτες δε θα πρέπει να είναι ενδοστρεφείς, μονόπλευροι, περιορισμένοι και απαραβίαστοι. Θα πρέπει αφενός να εξασφαλίζουν τη μέγιστη κινητικότητα της οικονομικής δραστηριότητας κάθε συγκεκριμένης μονάδας της λαϊκής οικονομίας και από την άλλη να διευκολύνουν τον κεντρικό υπολογισμό του σχεδίου στην κλίμακα όλης της χώρας. Διάφοροι κλάδοι μετρούν τα προϊόντα τους με διάφορους τρόπους: Σε μέτρα, τόνους, κομμάτια, ρούβλια. Είναι σημαντικό οι δείκτες να μην είναι τόσο ποσοτικοί όσο ποιοτικοί. Ο Αντόνοφ επέμενε ότι «το κριτήριο ικανοποίησης του βασικού δείκτη υλοποίησης του σχεδίου πρέπει να είναι η ικανοποίηση του καταναλωτή»3. Ο προσανατολισμός των δεικτών στην ποιότητα προϋποθέτει τη μετάβαση σε ομοιόμορφους δείκτες. Το έργο του ορισμού τους δε θα πρέπει να είναι μόνο καθήκον της Επιτροπής Κρατικού Σχεδιασμού ή των υπηρεσιών σχεδιασμού των επιχειρήσεων (οι οποίες ούτως ή άλλως υπάγονται στην Κρατική Επιτροπή Σχεδιασμού), αλλά και αυτών που το υλοποιούν άμεσα –των εργατών και των μηχανικών. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μας φοβίζει ότι δεν έχουν ειδική οικονομική παιδεία (όπως έχει δείξει ο χρόνος, τα οικονομικά «στελέχη» ήταν που συνέβαλαν στη μετάβαση της σοβιετικής οικονομίας στην οικονομία της αγοράς).

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

 Στη σχεδιασμένη οικονομία οι σχέσεις των «κάτω» και των «πάνω» έχουν έναν ειδικό ρόλο. Δεδομένου ότι η αγορά –ως «φυσικός»-καπιταλιστικός ρυθμιστής– χάνει τη σημασία της, πολλά αρχίζουν να εξαρτώνται από τον ανθρώπινο παράγοντα. Η τάση των «πάνω» να ιδιοποιηθούν πλήρως την εξουσία είναι απολύτως φυσική, δεδομένου ότι έτσι είναι πιο ήσυχοι. Τα τοπικά όργανα, αντίθετα, θέλουν να κάνουν τα πάντα με τον τρόπο τους. Η αντίφαση είναι προφανής. Πώς να συνεχίσουμε; Από τη μία πλευρά, αν δώσεις πολλές εξουσίες στους «κάτω», υπάρχει ο κίνδυνος να μη βρίσκεις άκρη, από την άλλη πλευρά, η φυσική τάση των «πάνω» να θέτουν κοινούς κανόνες για όλους κάνει άκαμπτο το σχέδιο.
Η ορμητική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων απαιτεί ένα ευέλικτο σχέδιο με δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής. Ο ετήσιος σχεδιασμός χωρίς δυνατότητα αλλαγής του είναι μεγάλο διάστημα. Η οικονομική κατάσταση αλλάζει πολύ πιο γρήγορα, αντίστοιχα, το σχέδιο πρέπει να το λαμβάνει αυτό υπόψη. Όσο μεγαλύτερης κλίμακας είναι η λαϊκή οικονομία τόσο πιο δύσκολη είναι η αναδιάρθρωση του σχεδίου. Και εάν το σχέδιο δεν αντιστοιχεί στο λαϊκό οικονομικό συμφέρον, αυτό οδηγεί σε απόκλιση των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων, υπονομεύει την εμπιστοσύνη των «πάνω» για τους «κάτω». Οι «κάτω», βλέποντας ματαιότητα σε ό,τι κάνουν, ότι είναι αδύνατο να αλλάξει κάτι, παύουν και αυτοί να εμπιστεύονται τους «πάνω». Καταρρέει όχι μόνο το σύστημα διεύθυνσης, αλλά και η σιγουριά των μαζών στη δυνατότητα επιτυχημένης οικοδόμησης του κομμουνισμού.
Ποια είναι η διέξοδος; Προφανώς η «χειρωνακτική» διεύθυνση της οικονομίας μόνο από το ΓΚΟΣΠΛΑΝ δεν έχει προοπτική. Πρώτον, για να απλοποιηθεί η επεξεργασία των δεδομένων της παραγωγής ο Αντόνοφ πρότεινε τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών, αναφερόμενος στις επεξεργασίες των ακαδημαϊκών του Κιέβου Α. Ι. Μπεργκ και Β. Μ. Γκλουσκόφ. Στην εποχή που γραφόταν το βιβλίο του, οι επεξεργασίες για το κρατικό αυτοματοποιημένο σύστημα διεύθυνσης της οικονομίας είχαν γίνει απόρρητες και οι μη έχοντες σχέση δεν μπορούσαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες, αλλά η γενική ιδέα της ανάγκης για ένα τέτοιο σύστημα περιφερόταν στον αέρα. Για την επιτυχή εφαρμογή ενός τέτοιου συστήματος ήταν αναγκαίο να αλλάξουν οι δείκτες του σχεδιασμού.
Είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η αυτονομία των «κάτω» (η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την αποκέντρωση). Η αυτονομία δε θα πρέπει να εκφράζεται στην απομόνωση των επιχειρήσεων και στην αυτονόμησή τους στη «σοσιαλιστική αγορά», αλλά στη λήψη αποφάσεων. Είναι απαραίτητο να μειωθεί η ροή της περιττής πληροφορίας που φτάνει μέχρι τους «πάνω», η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτόπου, λαμβάνοντας τις κατάλληλες αποφάσεις. Σε τελική ανάλυση σοσιαλισμός είναι η δημιουργικότητα των μαζών και η ενιαία εξουσία δεν πρέπει να ανάγεται στη διεύθυνση με τη βοήθεια μίας μόνο ομάδας ανθρώπων.
Για την αποτελεσματική διεύθυνση της παραγωγής είναι απαραίτητη μια καλή ανατροφοδότηση. Για τον καπιταλισμό αυτή είναι το κέρδος. Αλλά αν μια τέτοια ανατροφοδότηση δεν είναι αποτελεσματική ακόμα και στον καπιταλισμό, στο σύνολό του (τώρα είναι ολοφάνερο σε τι έχει οδηγήσει αυτός ο «δείκτης»), στο σοσιαλισμό ήταν απαραίτητο να απαλλαγούμε από τέτοιες «οικονομικές» ανατροφοδοτήσεις. Μία από τις προτεινόμενες μορφές ανατροφοδότησης στο βιβλίο είναι η άνοδος της προσωπικής πρωτοβουλίας, σε αντιστοιχία με τα λαϊκοοικονομικά συμφέροντα. Σε αυτήν την περίπτωση είναι πιο άμεση, οπότε και πιο αποτελεσματική.

ΛΟΔ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 Στο βιβλίο αφιερώνεται ολόκληρη ενότητα γι’ αυτό το πρόβλημα. Προφανώς, ο Όλεγκ Κονσταντίνοβιτς το θεωρούσε πολύ σημαντικό. Σε αντίθεση με τη σφαίρα της παραγωγής για βιομηχανική χρήση (μέσα παραγωγής), στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών οι ανατροφοδοτήσεις θα πρέπει να είναι πολύ εκλεπτυσμένες και προσεγμένες.
Ο Αντόνοφ υπογράμμισε μια σοβαρή ιδιαιτερότητα: Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στο σοσιαλισμό οδηγεί αναπόφευκτα στην αύξηση των καταναλωτικών απαιτήσεων των μαζών. Εάν παλιότερα, στις πρώτες δεκαετίες του σοσιαλισμού, την έβγαζαν με τα λίγα (πιο πολλά απλά δεν υπήρχαν) και για την οικοδόμηση του κομμουνισμού επαρκούσε η επαναστατική συνείδηση των μαζών, στη συνέχεια, σε ένα ορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων η σωστή οργάνωση της κατανάλωσης γίνεται ένα πολύ σημαντικό καθήκον του σοσιαλισμού. «Η άνοδος του επιπέδου ζωής και της ευημερίας του σοβιετικού λαού οδήγησαν στη μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα. [...] Το ισχύον σύστημα σχεδιασμού της παραγωγής εμπορευμάτων λαϊκής κατανάλωσης ήρθε σε αντίθεση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνά-
μεων»
4.
Η σφαίρα της κατανάλωσης είναι εκείνος ο τομέας όπου οι ατέλειες της παραγωγής είναι ορατές πιο καθαρά κι εκλαμβάνονται πολύ έντονα. Είναι γνωστό ότι τις οργανωτικές ελλείψεις σε αυτόν τον τομέα «αγαπούν» να θυμούνται μέχρι σήμερα οι μικροαστοί, βρίζοντας τη Σοβιετική Ένωση. Όμως ακόμη και για τους υποστηρικτές του σοσιαλισμού δεν είναι εύκολο να λύσουν αυτό το πρόβλημα. Οι διαβρωμένες από τον καταναλωτισμό μάζες δεν μπορούν να οικοδομήσουν τον κομμουνισμό, καθώς για την κοινωνία των καταναλωτών περισσότερο ταιριάζει η εμπορευματική οικονομία, δηλαδή ο καπιταλισμός. Από την άλλη πλευρά ο ασκητισμός του λαού, επίσης, δε λύνει το πρόβλημα. Οι «ριζοσπάστες», για παράδειγμα, μπορούν να πουν ότι είναι απαραίτητο να απορρίψουμε τον καταναλωτισμό ως ιδέα ξένη προς τον κομμουνισμό. Όμως τον κομμουνισμό δε θα τον οικοδομήσουν οι ριζοσπάστες, αλλά οι μάζες. Το να ελπίζουμε μόνο στην επαναστατική συνείδηση των μαζών δεν είναι αρκετό.
Τι πρότεινε ο Αντόνοφ; Η ανατροφοδότηση εδώ βρίσκεται στο αν αγοράσει ή όχι ένα προϊόν ο καταναλωτής, δηλαδή στη συνηθισμένη ισορροπία προσφοράς και ζήτησης. «Ο αγοραστής είναι ένα ανεξέλεγκτο μέγεθος στο εμπόριο, έχει πάντα δίκιο [...] αυτό το φαινόμενο για το εμπορικό μας δίκτυο είναι νέο και φάνηκε ανέτοιμο να το αντιμετωπίσει»5.
Πώς να αναγκάσεις τον αγοραστή να αγοράσει ό,τι υπάρχει; Αρχικά προσπάθησαν να δράσουν με τη δύναμη της αδράνειας, χωρίς πραγματικά να ενδιαφέρονται για τη γνώμη του αγοραστή. Πραγματικά, στην προπολεμική περίοδο και κατά την πρώτη δεκαετία μετά από τον πόλεμο, κάθε εμπόρευμα από τη στιγμή που εμφανιζόταν το αγόραζαν αβλεπτί. Μια τέτοια κατανάλωση ήταν χαρακτηριστική για την περίοδο που η σοσιαλιστική οικονομία μπορούσε να διευθύνεται με χειρωνακτικές μεθόδους. Στην πορεία ήταν απαραίτητο είτε να καταφύγουμε στις μεθόδους της αγοράς είτε να μάθουμε τις προτιμήσεις του αγοραστή με κάποιον άλλο τρόπο.
Ο Αντόνοφ εδώ όλως περιέργως προτείνει μηχανισμούς που βασίζονται στην αγορά. Στην ΕΣΣΔ, συχνά διαμορφώνονταν καταστάσεις όπου τα ράφια ήταν γεμάτα με προϊόντα που δεν αγοράζονταν και οι επιχειρήσεις συνέχιζαν να τα παράγουν γνωρίζοντας ότι «γεμίζουν τις αποθήκες». Ήταν εμφανές σε όλους, αλλά λόγω της μεγάλης κλίμακας της λαϊκής οικονομίας και του ανεπαρκούς συντονισμού των διαφόρων τμημάτων της ήταν απαραίτητη η χρήση των σαφώς καθορισμένων δεικτών της Κρατικής Επιτροπής Σχεδιασμού, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες της κάθε συγκεκριμένης κατάστασης. Αλλά σε αυτόν τον τομέα της οικονομίας οι οικονομολόγοι για κάποιο λόγο αποφάσισαν ότι ο δείκτης της αποδοτικότητας θα πρέπει να είναι η συνολική τιμή όλων των παραγομένων εμπορευμάτων. Στον καπιταλισμό (με την προϋπόθεση της επιτυχούς πραγματοποίησης-πώλησης) θα ήταν τα έσοδα από την πώληση με κέρδος. Αλλά στην ΕΣΣΔ τα εμπορεύματα δίνονταν στον «αποδέκτη εμπορευμάτων» του εμπορικού δικτύου και στους «πάνω» πήγαινε το χαρτί ότι η επιχείρηση (υπερ)εκπλήρωσε το σχέδιο, παράγοντας προϊόντα για τόσα ρούβλια. Τι θα συμβεί με τα εμπορεύματα, στη συνέχεια, δεν είναι δουλειά της, καθώς εκπλήρωσε το καθήκον της. Το συμφέρον των επιχειρήσεων αυτών είναι να δώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο ακαθάριστο προϊόν σε χρήμα. Η βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων με την εισαγωγή νέου ακριβού εξοπλισμού ερχόταν σε αντίθεση με το όφελός της.
Οι «πάνω» δεν είχαν καμιά βιασύνη για να αλλάξουν τους δείκτες, καθώς εκεί υπήρχαν πολλοί εργαζόμενοι που δεν ήθελαν να ταλαιπωρηθούν. Αλλά και αυτοί οι σχεδιαστές που συνειδητοποιούσαν την ανάγκη για νέες προσεγγίσεις στο σχεδιασμό, λόγω της αδράνειας του γραφειοκρατικού μηχανισμού, δεν μπορούσαν ή δε βιάζονταν με την αναδιάρθρωση των μεθόδων του. Ακόμη δεν υπήρχε μια πλήρης κατανόηση της ζημιάς που έκαναν αυτοί οι δείκτες. Δεν υπήρχαν και τόσοι πολλοί άνθρωποι σαν τον Αντόνοφ, που ήταν εγγράμματοι μαρξιστικά και έβλεπαν την κατάσταση από τα μέσα. Οι συζητήσεις σχετικά με τους δείκτες ανόδου της παραγωγικότητας και τη βελτιστοποίηση της διεύθυνσης και του σχεδιασμού της οικονομίας συνεχίστηκαν, αλλά οι υποστηρικτές των μεθόδων της αγοράς ήταν περισσότεροι.
Στη σφαίρα της κατανάλωσης ο Αντόνοφ πρότεινε οι επιχειρήσεις να παίρνουν απευθείας τα χρήματα από τον παραγγελιοδότη για τα παραχθέντα εμπορεύματα: «Οι επιχειρήσεις που παράγουν εμπορεύματα λαϊκής κατανάλωσης θα πρέπει να υπάρχουν μόνο από τα έσοδα από την πώληση των εμπορευμάτων τους. Θα πρέπει να εμπορεύονται τα προϊόντα τους μέσω αλυσίδας επώνυμων καταστημάτων ή μέσω μεσαζόντων, αν οι τελευταίοι το αναλάβουν σε καθαρά εμπορική βάση. Οποιαδήποτε διαταγή σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να αποκλειστεί όχι μόνο επειδή είναι επιζήμια για τη λαϊκή ευημερία, αλλά και επειδή στην ουσία της είναι αντίθετη προς τις θεμελιώδεις αρχές και τους στόχους του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού»6.
Αναμφίβολα, ήξερε πολύ καλά την καταστροφικότητα των μηχανισμών της αγοράς στη σοσιαλιστική οικονομία. Και γι’ αυτό με κάθε τρόπο τόνιζε ότι το πεδίο εφαρμογής των μηχανισμών της αγοράς έχει θέση μόνο στη σφαίρα παραγωγής καταναλωτικών ειδών και στη σφαίρα των υπηρεσιών, την ίδια ώρα που οι οικονομολόγοι οπαδοί της αγοράς συνέχιζαν να εισάγουν τους μηχανισμούς της αγοράς σε ολόκληρο το σύμπλεγμα της λαϊκής οικονομίας. Μια παρόμοια αρχή πρότεινε ο διάσημος Σοβιετικός φιλόσοφος μαρξιστής Ε. Β. Ιλιένκοφ: Πρέπει να υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ εμπορευματικής και μη εμπορευματικής σφαίρας. (Για όσο διάστημα διατηρούνται οι εμπορευματο-χρηματικές σχέσεις φαίνεται ότι είναι ο μόνος τρόπος για να «κρατηθούμε». Δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί η υλική βάση του κομμουνισμού, οπότε αναγκαζόμαστε να συμβιβαστούμε με τις αδυναμίες).7
Δεν είναι γνωστό για πόσο καιρό ο Αντόνοφ πρότεινε τέτοιες «καθαρά εμπορικές» μεθόδους, επειδή ήταν ένας πρακτικός άνθρωπος και έδινε απαντήσεις σε καυτά ερωτήματα, γνωρίζοντας ότι τα μέτρα αυτά αποτελούν ένα είδος υποχώρησης. Αυτό από μόνο του δε θα πρέπει να αποτελεί αιτία υποψίας έλλειψης κατανόησης. Εάν αυτή η ανατροφοδότηση οδηγήσει στην άνοδο της προσωπικής ευθύνης του παραγωγού (ή, ακόμα καλύτερα, οι αγοραστές να γνωρίζουν προσωπικά τους παραγωγούς), τότε είναι πολύ χρήσιμη για τη συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση. Δε φοβόταν τέτοια μέτρα ακόμη και επειδή υποκείμενο της παραγωγής ήταν ο σοβιετικός λαός, ο οποίος τότε είχε ένα πολύ υψηλό επίπεδο συνείδησης, και αυτή η μη οικονομική κατηγορία σημαίνει πολλά για την οικονομία του σοσιαλισμού. Θα πρέπει μόνο κατανοητά να εξηγηθεί στις μάζες ότι από εδώ υπάρχει σοσιαλισμός και από εκεί είναι απομεινάρια του καπιταλισμού. Τα υπόλοιπα είναι ζήτημα διαπάλης.
Η εμπιστοσύνη προς τις μάζες θα πρέπει επίσης να εκφράζεται σε εμπιστοσύνη στο γούστο τους κατά την κατανάλωση. Η μόδα στο σοσιαλισμό έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και διαφέρει από την καπιταλιστική μόδα. Δεν είναι πάντα της μόδας ακριβά εμπορεύματα. Συνέβαινε συχνά να βρίσκονται ακριβά εμπορεύματα στα ράφια των καταστημάτων και τα φθηνά να αγοράζονται. Μάλιστα, τα ακριβά εμπορεύματα που παρήγαγαν οι επιχειρήσεις ήταν πιο κερδοφόρα (ο απολογισμός προς το ΓΚΟΣΠΛΑΝ γινόταν σε ακαθάριστο εισόδημα). Το καλλιτεχνικό συμβούλιο στις επιχειρήσεις, το οποίο ήταν υπεύθυνο για την αισθητική και την εργονομία των προϊόντων, πολύ συχνά ήταν μακριά από τις προτιμήσεις των ανθρώπων. «Στο καλλιτεχνικό συμβούλιο ψήφιζαν με ανάταση των χεριών, ενώ ο αγοραστής με το ρούβλι, αυτό δεν αλλάζει. [...] Μη φοβάστε, σύντροφοι, το λαϊκό γούστο. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζόμενων έχει υγιές, ακόμα και λεπτό γούστο. [...] Είναι άλλο πράγμα η καλλιέργεια γούστου στο λαό δημιουργώντας και προβάλλοντας τα καλύτερα δείγματα. Η προσφορά όμορφων, άνετων, ορθολογικών και, ως εκ τούτου, μοντέρνων πραγμάτων και υλικών θα δημιουργήσει και τη ζήτηση γι’ αυτά»8.

ΓΙΑ ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 Ο Αντόνοφ διέκρινε τρεις ομάδες κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας:
1. Η αυξανόμενη συνείδηση του σοβιετικού λαού (η εργασία είναι εσωτερική ανάγκη του νέου ανθρώπου).
2. Η πειθαρχία, το αίσθημα της ευθύνης (επίδραση της σοσιαλιστικής κοινωνίας στο άτομο). Ο Όλεγκ Κονσταντίνοβιτς θεωρούσε ότι αυτή η ομάδα κίνητρων εν μέρει, αν και όχι πάντα, συνδεόταν με το υλικό συμφέρον.
3. Το άμεσο οικονομικό συμφέρον.
Ο συγγραφέας θεωρούσε ότι στη δεύτερη και στην τρίτη ομάδα υπήρχαν αποκλίσεις από τα συμφέροντα της κοινωνίας. Και πιο επικίνδυνη ήταν η τρίτη ομάδα. Ωστόσο, η χρήση των υλικών κινήτρων απειλεί όχι μόνο με διαφθορά το λαό, αλλά μπορεί να βλάψει την ίδια την παραγωγή. Μπορεί όμως και να βοηθήσει. Ως εκ τούτου, πρέπει να κατανοήσουμε σαφώς τη σφαίρα και το πλαίσιο εφαρμογής της. «Το σύστημα των υλικών κινήτρων λειτουργεί μόνο μέσω του υπολογισμού των αποτελεσμάτων της εργασιακής δραστηριότητας με τη βοήθεια εκείνων ή άλλων δεικτών. Από το ποιοί είναι αυτοί οι δείκτες, από τη δομή τους, εξαρτάται η σύμπτωση ή μη σύμπτωση των υλικών συμφερόντων με τα υψηλά ηθικά κίνητρα που εγείρουν τους εργαζόμενους»9. Είναι κατανοητό ότι, εάν είναι προφανής η αναποτελεσματικότητα της υπόθεσης λόγω των λανθασμένων δεικτών που έδωσε το ΓΚΟΣΠΛΑΝ, τότε ο εργαζόμενος θα αναπτύξει τη συνήθεια της εργασίας «όπως-όπως», έστω και μόνο για να πληρωθεί. Στη συνέχεια αυτό θα μεταφραστεί σε «σκουπίδια» χάριν της υλοποίησης του σχεδίου και την επακόλουθη παραλαβή του πριμ.
Αλλά από μόνα τους τα πριμ μπορούν να φέρουν ένα μεγάλο αποτέλεσμα. Ο Αντόνοφ πρότεινε να δίνονται βραβεία μόνο από τους πραγματικούς επιπρόσθετους πόρους που δημιουργήθηκαν για τη λαϊκή οικονομία από τη δουλειά των επιβραβευόμενων. Σε αυτήν την περίπτωση, μπορεί ακόμα και να εξαλειφθεί το ανώτερο όριο, έτσι ώστε να μην περιοριστεί η ατομική πρωτοβουλία. Ίσως για τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή ο Αντόνοφ να είχε δίκιο, γιατί το πραγματικό όφελος για τη λαϊκή οικονομία ήταν πολύ μεγαλύτερο από την καταβολή των πριμ στους εργαζόμενους. Αν η υλική ανταμοιβή επιτρέπει να δοθούν γοργοί ρυθμοί στην ανάπτυξη της υλικής βάσης του κομμουνισμού, τότε τα οικονομικά κίνητρα σε ορισμένες σφαίρες «δεν προλαβαίνουν» να έχουν αρνητικές συνέπειες στη συνείδηση των εργαζόμενων, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε ότι η συνείδηση υπολείπεται πάντα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το κύριο είναι να επιτευχθεί συνταίριασμα όλων των κινήτρων. Τότε τα υλικά κίνητρα θα δρουν προς όφελος του σχεδιασμού.

ΤΙ ΠΡΟΤΕΙΝΑΝ ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ;

 Σε αυτό το βιβλίο εν μέρει ο Αντόνοφ ασκεί πολεμική στους Γ. Κρόνροντ και Ι. Μοζάισκι σε σχέση με το άρθρο τους «Ποιο είναι το κύριο;». Το κύριο για τους συντρόφους οικονομολόγους ήταν η αύξηση των υλικών κινήτρων σε όλα, στο όνομα των υφιστάμενων δεικτών. Οποιοσδήποτε από τους δείκτες, όπως ισχυρίζονταν, στην περίπτωση αυτή θα υπηρετούσε τη λαϊκή οικονομία. Πρότειναν μια ριζική αλλαγή σε ολόκληρο το σύστημα των υλικών κινήτρων, που θα χρησίμευε ως «μια καθοριστική προϋπόθεση για την αύξηση της αποτελεσματικότητας σε κάθε επιχείρηση και στο σύνολο της σοσιαλιστικής παραγωγής». Ακριβώς έτσι απλά, με μια κίνηση οι Σοβιετικοί οικονομολόγοι πρότειναν λύσεις για σύνθετα προβλήματα.
Περισσότερο απ’ όλα έκανε τον Αντόνοφ να αγανακτεί το ότι τα προτεινόμενα από αυτούς μέτρα ούτε καν αναφέρονταν στην ποιότητα των προϊόντων, την αξιοπιστία τους, την αντοχή τους, τον προοδευτικό τους χαρακτήρα κλπ. «Και αν ως αποτέλεσμα της γοργής ανταμοιβής με πολλά ρούβλια είναι δυνατή, στην αρχή, μια αύξηση του συνόλου των κερδών όλης της βιομηχανίας, τα επόμενα χρόνια θα έρθει πλήρης κατάρρευση».
«Πρώτ’ απ’ όλα, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι υλικές ανταμοιβές θα λειτουργούν σε βάθος και όχι οριζόντια ως προς τα λαϊκοοικονομικά συμφέροντα. Και αυτό είναι σημαντικό! Άξιζαν 47 χρόνια οικοδόμησης του σοσιαλισμού, πάλης, τεράστιων θυσιών για να φτάσουμε στα... πολλά ρούβλια;»10.
Οι τοποθετήσεις των Κρόνροντ και Μοζάισκι και των υποστηρικτών τους έδειξαν πόσο μακριά ήταν πολλοί οικονομολόγοι από την κατανόηση των πραγματικών, πολύ σύνθετων προβλημάτων ανάπτυξης της σοσιαλιστικής βιομηχανίας και των μηχανισμών για την επίτευξη των στόχων του Κόμματος στην οικοδόμηση της υλικής βάσης του κομμουνισμού.
Πολύ σοβαρά αστειευόμενος ο Αντόνοφ έλεγε πως οι επαγγελματίες οικονομολόγοι προσπάθησαν «να μας δείξουν το δρόμο προς τα εμπρός κάνοντας βήματα προς τα πίσω, με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν»11, ενώ την ίδια περίοδο τις πιο προοδευτικές οικονομικές ιδέες εξέφραζαν κυρίως μη οικονομολόγοι: Αντόνοφ, Γκλουσκόφ, Ιλιένκοφ12, Τσε Γκεβάρα13.
Είναι προφανές ότι πολύ πιο σημαντικό σε αυτήν την υπόθεση είναι να είσαι επαναστάτης, δηλαδή να κατέχεις καλά το μαρξισμό. Στην πραγματικότητα επαναστάτης είναι πρώτ’ απ’ όλα ένας άνθρωπος που κατέχει την πρωτοπόρα θεωρία, που ασχολείται αντίστοιχα με την πρωτοπόρα πράξη σε οποιαδήποτε σφαίρα και μεταφέρει τις αντίστοιχες ιδέες στις μάζες.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο τέλος του βιβλίου του ο Αντόνοφ παραπέμπει στα λόγια του Μαρξ ότι «οι ιδέες που έχουν κατακτήσει τις μάζες γίνονται υλική δύναμη». Αυτό λέγεται με την έννοια ότι, ώσπου να ξεπεραστεί ο καταμερισμός της εργασίας, η εργατική τάξη πρέπει να καθοδηγείται από την επαναστατική θεωρία –αυτή που οδηγεί στην άρση του καταμερισμού της εργασίας. Όπλο της εργατικής τάξης μπορεί και πρέπει να γίνουν οι ιδέες βελτίωσης του σχεδιασμού. Θα πρέπει να γνωρίζει όλες τις νεότερες μεθόδους, έτσι ώστε να μπορούν να τις αξιολογούν, να τις εισάγουν και να ελέγχουν τη διοίκηση. Ο Αντόνοφ ήλπιζε ότι οι ΛΟΔ μπορούν να κατακτηθούν από τις πλατιές μάζες, να γίνουν υλική δύναμη. Διαφορετικά, δε βοηθούν ούτε η προπαγάνδα, ούτε η παρότρυνση ή οι εντολές. «Τι μπορεί να αποδώσει το διαπαιδαγωγητικό έργο που επιτελείται στις συνελεύσεις και διαλέξεις, από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τη ζωγραφική, αν στην εργασιακή του πρακτική ο Σοβιετικός άνθρωπος αναγκάζεται μερικές φορές με τους άκομψους “δείκτες” να ενεργεί αντίθετα με τη συνείδησή του, την κατανόηση του κοινωνικού οφέλους;»14.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Το άρθρο δημοσιεύεται μεταφρασμένο από το περιοδικό της Ένωσης Κομμουνιστών Ουκρανίας «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή», τεύχος 1-2, Κίεβο, 2011.
1. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства» («Για όλους και για εμάς. Για τη βελτίωση των δεικτών σχεδιασμού της σοσιαλιστικής βιομηχανικής παραγωγής»). М., Экономика, - 1965. - С. 75.
2. Ο όρος που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας στα ρωσικά αποδίδεται στα ελληνικά ακόμα και με τις έννοιες προσοδοφορία, αποδοτικότητα.
3. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 175.
4. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 231.
5. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 234.
6. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 240.
7. Εδώ, κατά τη γνώμη μας, εμφανίζεται η ασυνέπεια στην προσέγγιση και των δυο επιστημόνων όσον αφορά το πρόβλημα της εμπορευματικότητας στη σοσιαλιστική οικονομία. Καθώς η ανάπτυξη διάφορων υποδιαιρέσεων ή τομέων της παραγωγής «σε δυο παράλληλες ράγες», οι οποίες διαφέρουν από θέση αρχών ως προς το κοινωνικοοικονομικό περιεχόμενο, δεν οδηγεί στην ενίσχυση των κομμουνιστικών αρχών στην οικονομία, αλλά στη σύγχυση και συντήρηση της εμπορευματικότητας. Θεωρούμε πως αυτό είναι θέμα ξεχωριστής συζήτησης, για την οποία το περιοδικό μας θα διαθέσει τις σελίδες του –η αρχισυντάκτης του περιοδικού «Μαρξισμός και σύγχρονη εποχή».
8. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 234.
9. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планирова-ния социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 124.
10. Антонов О. К. «Для всех и для себя. О совершенствовании показателей планиро-вания социалистического промышленного производства». М., Экономика, - 1965. - С. 247.
11. Ό.π. С. 249.
12. Βλ. Ильенков Э.В. «К выступлению у экономистов - Диалектика абстрактного и конкретного в научнотеоретическом мышлении» (Για τις τοποθετήσεις των οικονομολόγων - Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στην επιστημονικο-θεωρητική σκέψη). - М., 1997. - С.425-441.
13. Βλ. Эрнесто Че Гевара. «Статьи. Выступления. Письма» (Άρθρα, Ομιλίες, Γράμματα). – М., 2006. – С. 386-408, 509-513.

14. Антонов О. К., Указ, соч. С. 124.

Ήρθε «φορτωμένο» το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman»

Άλλα τρία πλοία του θανάτου σε Πειραιά, Ρόδο και Σαντορίνη – Επίσκεψη στην αεροπορική βάση του Άραξου από τον επικεφαλή της Πυρηνικής Πολιτικής του ΝΑΤΟ

Στη Σούδα έχει δέσει από χτες το αμερικανικό αεροπλανοφόρο «USS Harry S. Truman», που ενταγμένο στη δύναμη του 6ου Στόλου των ΗΠΑ επιχειρεί στην Ανατολική Μεσόγειο (Τα αεροσκάφη του βομβαρδίζουν στόχους στη Συρία).

Ήρθε «φορτωμένο» το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman»
Στα Χανιά το αμερικανικό αεροπλανοφόρο, φορτωμένο με πολεμικά αεροσκάφη

Άλλη μια απόδειξη των υπηρεσιών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στην υλοποίηση επικίνδυνων σχεδιασμών του ευρωατλαντικού άξονα στην περιοχή.
Κατά πληροφορίες, το γιγαντιαίο σκάφος θα μείνει στη Σούδα μέχρι τις 27 του μήνα, δίνοντας ευκαιρίες στο πλήρωμα για «αναψυχή».
Θυμίζουμε πως το αεροπλανοφόρο είχε καταπλεύσει στα Χανιά και στις 21 Ιούνη του 2016, καθώς η βάση των Αμερικανών παίζει κομβικό ρόλο για τα σχέδιά τους στο πλαίσιο των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών, διαύλων και αγορών.
Επίσης, τρία από τα πλοία της αρμάδας συνοδείας του κατέπλευσαν σε άλλα ελληνικά λιμάνια, προς «σύσφιξη σχέσεων» με τον ντόπιο πληθυσμό, όπως προκλητικά ισχυρίζεται η διεύθυνση των μακελάρηδων.
Κατά αρμόδιες πηγές, το καταδρομικό «USS Nomandy» κατέπλεε στη Σαντορίνη και μάλιστα στο νησί αναμένεται να πάει και ο πρέσβης των ΗΠΑ. Το αντιτορπιλικό «USS Forrest Sherman» στη Ρόδο.

Το, δε, αντιτορπιλικό «USS Bulkeley» κατέπλευσε χτες στον Πειραιά.


«Ούτε γη ούτε νερό στους φονιάδες των λαών» διαδήλωσαν στα Χανιά

Αγωνιστικά «υποδέχτηκαν» τη φονική μηχανή των ΗΠΑ, το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman», στη Σούδα των Χανίων, με δυναμική κινητοποίηση χτες, η Επιτροπή Ειρήνης Χανίων μαζί με σωματεία και φορείς που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ:
  • Σύνδεσμος Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων
  • Συνδικάτο Εργαζομένων στα Τρόφιμα – Ποτά
  • Συνδικάτο Ιδιωτικών Υπαλλήλων
  • Σωματείο Εργαζόμενων στην ιδιωτική Εκπαίδευση
  • Σωματείο Επισιτισμού και η Ενωση Συνταξιούχων ΙΚΑ.
Ήρθε «φορτωμένο» το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman»Ο κόσμος που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και συμμετείχε στη συγκέντρωση και στην πικετοφορία που ακολούθησε στο κέντρο της πόλης,
φώναξε συνθήματα ενάντια στο ΝΑΤΟ και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, ενάντια στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και τη συμμετοχή της χώρας. Βροντοφώναξε για μια ακόμα φορά για να κλείσει η αμερικανοΝΑΤΟική βάση της Σούδας.
Στην πικετοφορία παρευρέθηκαν και η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Νομού Χανίων, ο Κτηνοτροφικός Σύλλογος Χανίων, ο Σύλλογος Γυναικών Χανίων (ΟΓΕ) καθώς και ο Εμπορικός Σύλλογος Χανίων.
Στο κάλεσμά της η Επιτροπή Ειρήνης Χανίων ανέφερε χαρακτηριστικά ότι είναι:
«Χρέος μας να δείξουμε την αντίθεσή μας στην παρουσία των “Ράμπο” στην πόλη μας»,
ενώ τα αιτήματα της κινητοποίησης ήταν:
  • Να κλείσει η βάση της Σούδας και όλες οι ξένες στρατιωτικές βάσεις και στρατηγεία.
  • Καμιά συμμετοχή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις – Επιστροφή όλων των στρατιωτικών από τις ευρωΝΑΤΟικές αποστολές στο εξωτερικό.
  • Καμιά αλλαγή των συνόρων και των συνθηκών που τα καθορίζουν.
  • Εξω το ΝΑΤΟ από το Αιγαίο, τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια.
  • Οχι στις πολεμικές δαπάνες για τις ανάγκες του ΝΑΤΟ.
  • Αποδέσμευση από ΕΕ – ΝΑΤΟ, με το λαό νοικοκύρη στον τόπο του.

Ενώ, τα σωματεία και οι φορείς στην κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν, συμπλήρωσαν:
«Καλούμε τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες του νομού να τους γυρίσουν την πλάτη. Καλούμε το λαό σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση! Το φιτίλι μιας γενικευμένης ιμπεριαλιστικής σύγκρουσης στη Μ. Ανατολή είναι αναμμένο.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, οι πρόσφατες επιδρομές σε Συρία και Παλαιστίνη οξύνουν την αντιπαράθεση μεταξύ ισχυρών καπιταλιστικών κρατών και κέντρων στην περιοχή.
Ευθύνη έχει η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, που εμπλέκει τη χώρα μας και το λαό μας στα παιχνίδια των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων και το μοίρασμα των ενεργειακών πηγών προς όφελος των μονοπωλιακών ομίλων και της αστικής τάξης της χώρας μας.»

Τον κατάπλου του πολεμικού πλοίου στη Σαντορίνη καταγγέλλει η ΚΟ Σαντορίνης του ΚΚΕ, καλώντας τον δήμαρχο και:
«Κάθε εκλεγμένο εκπρόσωπο του θηραϊκού λαού να μη συναντήσει τον Αμερικανό πρέσβη που έρχεται να επιβραβεύσει την επιθετική δράση του αμερικανικού Ναυτικού στο νησί.»

Τι γυρεύει στον ‘Αραξο ο επικεφαλής Πυρηνικής Πολιτικής του ΝΑΤΟ;

Υπόλογη για την εμπλοκή στα ολέθρια σχέδια ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ
η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ

Την ώρα που το ΚΚΕ έχει καταγγείλει εδώ και μήνες εργασίες αναβάθμισης στη βάση του Αραξου, που παραπέμπουν σε «φιλοξενία ειδικών όπλων», ανάμεσά τους ακόμα και πυρηνικών των ΗΠΑ – ΝΑΤΟ, με τις κυβερνητικές «διαψεύσεις» κάθε άλλο παρά να καθησυχάζουν,
Ήρθε «φορτωμένο» το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman»πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η πληροφορία ότι στις 17/5 επισκέφτηκε την αεροπορική βάση του Αραξου ο Φρεντ Φρέντρικσον, επικεφαλής της Πυρηνικής Πολιτικής του ΝΑΤΟ και σταθερός υπέρμαχος του διαβόητου ΝΑΤΟικού δόγματος του «πρώτου πυρηνικού πλήγματος».
Την επίσκεψη Φρέντρικσον – ο οποίος συνοδευόταν από επιτελείς του ΝΑΤΟ – στην 116 Πτέρυγα Μάχης γνωστοποίησε η ιστοσελίδα militaire.gr, ενώ δεν υπήρξε καμία κυβερνητική διάψευση.
Πρόκειται για μία ακόμα επιβεβαίωση ότι η κυβέρνηση, άσχετα με το τι υποστηρίζει δημοσίως, στην πραγματικότητα «παίζει με τη φωτιά», στο πλαίσιο της προσπάθειάς της να αναδειχθεί σε «σημαιοφόρο» των αμερικανοΝΑΤΟικών σχεδίων στην περιοχή.

Ήρθε «φορτωμένο» το αεροπλανοφόρο «Harry S. Truman»
Ο Φρεντ Φρέντρικσον

Θυμίζουμε ότι το θέμα είχε αναδείξει από τον περασμένο Σεπτέμβρη το ΚΚΕ, με παρέμβαση του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, ο οποίος από το βήμα της ΔΕΘ κατήγγειλε ότι:

«Η ελληνική κυβέρνηση παίζει με τη φωτιά, ανοίγει τις πόρτες για ακόμα βαθύτερη, πιο επικίνδυνη εμπλοκή της Ελλάδας, ειδικά τώρα που συζητιέται η μεταφορά υποδομών από τη βάση του Ιντσιρλίκ.
Και στρατιωτικό δυναμικό και οπλικά συστήματα θα πάνε, λέει, στη βάση της Σούδας, αλλά και πυρηνικές κεφαλές στη βάση του Αραξου.
Μάλιστα, θα θέλαμε να ρωτήσουμε και να καταγγείλουμε, ταυτόχρονα, γιατί η κυβέρνηση δεν βγάζει τσιμουδιά για το γεγονός ότι έχει προχωρήσει η συντήρηση, επισκευή και ο εκσυγχρονισμός της βάσης του Αραξου, προκειμένου, όπως φημολογείται, να εγκατασταθούν εκεί τα αμερικανικά πυρηνικά όπλα, που ο ελληνικός λαός και με την πάλη του τα είχε διώξει προηγούμενες δεκαετίες.»

TOP READ