27 Μαΐ 2018

Τα αντικομμουνιστικά έπη του Τζέιμς Πάρις


Από τα τανκς στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του ως την ντεμέκ “συμφιλιωτική” εμφυλιοπολεμική ταινία “Δώστε τα χέρια” .
Αν η χούντα είχε κινηματογραφικό άλτερ έγκο, αυτό δεν ήταν σίγουρα άλλο από τον Ελληνοαμερικανό παραγωγό Τζέιμς Πάρις, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα το 1982. Τα εθνικοπατριωτικά έπη που τον καθιέρωσαν, εξακολουθούν να κοσμούν τη μικρή οθόνη κατά τις εθνικές επετείους, ενώ τα τελευταία χρόνια αναβιώνει, κυρίως στο Κανάλι Ε,  τουλάχιστον το ένα από τα δύο αμιγώς αντικομμουνιστικά του πονήματα, το “Στα Σύνορα της προδοσίας”, που αξίζει να δει κάθε φίλος του καλτ έστω και για μία φορά στη ζωή του.

Ο Δημήτρης Παρασχάκης γεννήθηκε το 1921 στη Μυτιλήνη, κι αργότερα έκανε σπουδές πάνω στο γεωργικό τομέα στη Θεσσαλονίκη και τη Βηρυττό. 
Μετανάστευσε στην Αμερική το 1948, σπουδάζοντας στην κινηματογραφική σχολή της 20th Century Fox. Ακολούθησε καριέρα στο τμήμα διαφήμισης της United Artists κι ως βοηθός παραγωγής στην 20th Century Fox. Ακολουθώντας τη λογική “καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στη Ρώμη”, ο Τζέιμς Πάρις, όπως λεγόταν πια ο πολιτογραφημένος Αμερικανός, επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ασχολήθηκε με την παραγωγή ταινιών, συνολικά 54 στον αριθμό.



Τζέιμς Πάρις

Οι πρώτες του ταινίες ήταν μελοδράματα και κωμωδίες του συρμού, ξεχασμένα εν πολλοίς σήμερα. Η στροφή του στο πατριωτικό ρεπερτόριο έρχεται λίγο πριν τη χούντα, με την ταινία “Ξεχασμένοι ήρωες”, όπου ο Γιάννης Βόγλης ως αξιωματικός του στρατού μεταμφιέζεται σε μοναχό με στόχο τη διενέργεια σαμποτάζ και παράλληλα γοητεύει μια πράκτορα των Γερμανών που περνάει με το μέρος του. Το μόνο αξιομνημόνευτο στην ταινία είναι η θεαματική διαφημιστική εκστρατεία του Πάρις στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1966, όταν έβγαλε τανκς στους δρόμους της πόλης να διαφημίζουν την ταινία, ενώ στρατιωτικό άγημα απέδιδε τιμές στην είσοδο. Το εντυπωσιακό εδώ δεν είναι μόνο η προνομιακή σχέση του παραγωγού με το στρατό και το κράτος ήδη πριν από τη δικτατορία, αλλά κυρίως το γεγονός πως η από κάθε άποψη μετριότατη ταινία απέσπασε το βραβείο καλύτερης ταινίας από μια κριτική επιτροπή που περιλάμβανε μεταξύ άλλων το Μάνο Χατζιδάκι, το Γιάννη Τσαρούχη και την Έλλη Λαμπέτη.

Η χρυσή εποχή του Τζέιμς Πάρις έρχεται φυσικά επί εθνοσωτηρίου, όταν ο ίδιος γίνεται εθνικός μας παραγωγός και οι κάνουλες των κρατικών ταμείων έρρεαν ακόμα πιο άφθονες για τη στήριξη των γυρισμάτων. Γνωστότερες σήμερα είναι οι ταινίες “Όχι” με τον Κώστα Πρέκα (“Ελάτε να τα πάρετε“) και φυσικά ο “Παπαφλέσας” με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ (“Μην τους φοβάστε, νικάμε“), μια ταινία που υπηρετούσε άριστα τις φαντασιώσεις σύνδεσης της χούντας των συνταγματαρών με τους επαναστάτες του ’21.

Εκείνες όμως που πραγματικά ξεχωρίζουν είναι οι δυο κινηματογραφικές καταγγελίες-κόλαφοι του συμμοριτισμού, τα “Σύνορα της προδοσίας” και το “Δώστε τα χέρια”. Το πρώτο μάλιστα, πάντα με τον Κώστα Πρέκα στον πρωταγωνιστικό ρόλο, όχι απλά σάρωσε τα βραβεία του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1968 (όπου ο Πάρις συνέχισε τα κατορθώματά του, θεσπίζοντας βραβείο για όποια στάρλετ γδυνόταν την ώρα της απονομής), αλλά και τα ταμεία, καθώς ήταν η μόνη ταινία που κονταροχτυπήθηκε στα ίσα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, για να έρθει τελικά δεύτερη με 711.000 εισιτήρια πίσω από “Την Αρχόντισσα και τον Αλήτη”. Αλητεία…

Στο εν λόγω αριστούργημα η χούντα παραχώρησε το κτίριο της Βουλής για τα γυρίσματα της ταινίας, κι εκεί γυρίστηκαν σκηνές όπως η δίκη του Πρέκα, και πιθανότατα και κάποιες από όσες υποτίθεται πως διαδραματίζονταν στο Κρεμλίνο. Η υπόθεση τσακίζει κόκκαλα, καθώς ο Πρέκας, Γιώργος Δημήτριεβιτς, καγκεμπίτης με σέρβικο επίθετο, φτάνει στην Ελλάδα ντυμένος γυναίκα (γιατί τέτχοιοι είναι οι κομμουνιστές), με στόχο έναν Βρετανό αξιωματικό που διαθέτει πληροφορίες για τις αντιπυραυλικές εγκαταστάσεις του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα. Σύνδεσμός του είναι ο Στέφανος Στρατηγός, στο ρόλο του μοχθηρού ινστρούχτορα.

Ο Πρέκας καγκεμπίτης
Μαζί προκαλούν αυτοκινητιστικό δυστύχημα για να παγιδεύσουν το Χάρλοου, ο οποίος με τη σειρά του χτυπά το αυτοκίνητο της Βέρας Κρούσκα, στο ρόλο καμπαρετζούς που εκβιάζουν οι κομμουνιστές και συμμετέχει στη σκευωρία. Σκοπός της είναι να μάθει την τύχη του πατέρα της που είναι φυλακισμένος σε γκούλαγκ (τα οποία είχαν κλείσει προ πολλού το 1968, αλλά ποτέ δεν αφήνουμε τις λεπτομέρειες να χαλάσουν μια όμορφη ιστορία). Στην πραγματικότητα βέβαια ο πατέρας έχει ήδη πεθάνει, αλλά αυτό η δυστυχής κοπέλα θα το μάθει μόνο προς το τέλος της ταινίας. Μεγαλύτερες αποκαλύψεις περιμένουν όμως τον πράκτορά μας, ο οποίος ως Γιώργος Δάρρας πλέον θα συνδεθεί με τη νεαρή δασκάλα Καίτη Παπανίκα, που κατά σύμπτωση τυγχάνει αδερφή ταγματάρχη της ελληνικής αντικατασκοπίας, που υποδύεται ο Ανδρέας Μπάρκουλης (για να δείτε πόσο σταρ ήταν ο Πρέκας, περιόριζε το Μπάρκουλη σε β’ ρόλο). Ο αδερφός τελικά συλλαμβάνει τον καγκεμπίτη, στη δίκη όμως μαθαίνουμε ότι ο Δημήτριεβιτς δεν ήταν παρά ένα ακόμα θύμα της κομμουνιστικής θηριωδίας του παιδομαζώματος. Ο ήρωάς μας βλέπει το φως το αληθινό, μιλάει μέσα του η αθάνατη ελληνική ψυχή κι η ταινία κλείνει με τους πρωταγωνιστές να αγκαλιάζονται και μια πανέμορφη στρατιωτική παρέλαση στην πλατεία συντάγματος, για όσους δεν είχαν σακουλευτεί τα υψηλά νοήματα από νωρίτερα.



Όσο υπέροχη κι αν ήταν βέβαια η προηγούμενη ταινία, δε μπορεί ν’αγγίξει τα ύψη της λιγότερο πετυχημένης εμπορικά, μα τουλάχιστον εξίσου άρτιας καλλιτεχνικά “Δώστε τα χέρια”, αυτή τη φορά με τον Χρήστο Πολίτη (κατά κόσμο Γιάγκο Δράκο)  στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μαζί με τη Βέρα Κρούσκα και το Χρήστο Νέγκα. Δυο νέοι, ο Γιώργος κι ο Ανδρέας πολεμούν στην κατοχή κατά του κατακτητή, ο ένας ως αξιωματικός του στρατού κι ο άλλος ως αντάρτης, μαζί με την αδελφή του φίλου του Φιλιώ με την οποία διατηρεί δεσμό. Η κοπέλα εκτελείται από τους Γερμανούς, με προδοσία ενός κομμουνιστή (φυσικά), όπως μαθαίνουμε αργότερα. Στη διάρκεια του εμφυλίου οι δυο παλιοί φίλοι πολεμούν από διαφορετικά μετερίζια, ο ένας στο ΔΣΕ, που κάτα την ταινία δεν διαφέρει και πολύ από τους ναζί στη συμπεριφορά, κι ο άλλος στον Εθνικό Στρατό, όπου βασιλεύει ο ιπποτισμός και η επιείκια στον αντίπαλο. Θεϊκή η σκηνή, όπου αξιωματικός πετά χειροβομβίδα αναφωνώντας “Πάρε κουφέτα Στάλιν!”.

Όπως τα φέρνει η ζωή και το ευρηματικό σενάριο, Γιώργος και Ανδρέας καταδιώκουν ο ένας τον άλλον, μέχρι που τελικά ο πρώτος παραδίδεται στο φίλο του και οδηγείται στο στρατοδικείο, όπου ο μειλίχιος βασιλικός επίτροπος και οι υπόλοιποι στρατοδίκες πείθουν τον αντάρτη να δει την πλάνη του και να μετανοήσει. Σε ένα κρεσέντο μεταμέλειας αλλά και οργής για τους συμμορίτες που τον παρέσυραν, κατηγορεί τις δύσκολες κοινωνικές συνθήκες για την εμπλοκή του μαζί τους, αλλά και τους “λογάδες της δεκάρας” και τους “πολιτικάντηδες”, οι οποίοι ευτυχώς την εποχή των γυρισμάτων έχουν ήδη αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τον ρωμαλέο στρατό που ήρθε να ενώσει τους Έλληνες, μακριά από κόμματα και χρώματα. Δυστυχώς ορισμένοι φανατικοί δε θέλουν να βάλουν μυαλό, κι έτσι ένας φανατικός καμουφλαρισμένος πρώην σύντροφος του κατηγορούμενου τον δολοφονεί μέσα στην αίθουσα, για να μην εφησυχάσει κανείς και θεωρήσει ότι υπάρχει άλλη λύση πέρα από τους καραβανάδες για να αντιμετωπίσει την κόκκινη απειλή που παρεισφρύει ακόμα και στην καρδιά του αντιπάλου.Στα παράπλευρα μπόνους της ταινίας η απόλυτα ταιριαστή μουσική επένδυση του Γιώργου Κατσαρού, του οποίου η χρυσή εποχή ως γνωστόν συνέπεσε με εκείνη της επταετίας και βλέποντας το έργο αναρωτιόμαστε γιατί.



Το τέλος του λεγόμενου “παλιού ελληνικού κινηματογράφου” και η πτώση της χούντας έφερε και την αντίστοιχη παρακμή του “ανθρώπου που εισήγαγε τον όρο υπερπαραγωγή στην Ελλάδα”, όπως θα διαβάσει κανείς πολλάκις στο διαδίκτυο, κι ο Τζέιμς Πάρις γύρισε ελάχιστες ταινίες στη μεταπολίτευση, με τελευταία την “Ώρα του Λύκου” το 1979. Έφυγε ξεχασμένος μάλλον εν μέσω πασοκικής αλλαγής το 1982, το έργο του ωστόσο θα μείνει να μας συντροφεύει για καιρό, για να μας θυμίζει τι ακριβώς συνέβαινε όταν οι νικητές του εμφυλίου είχαν την ιδεολογική ηγεμονία όπως εκείνοι την εννοούν, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη.


Η πολιτική - μορφωτική δουλειά του ΚΚΕ στην εργατική τάξη του Βόλου


Αποσπάσματα από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα σε εκδήλωση για τα 100χρονα του Κόμματος



Στο κατάμεστο αμφιθέατρο «Κορδάτος» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας πραγματοποιήθηκε, την Κυριακή 20 Μάη, η εκδήλωση της ΤΕ Μαγνησίας του ΚΚΕ με θέμα: «Η επίδραση των σοσιαλιστικών ιδεών και του ΚΚΕ στο μορφωτικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα του Βόλου - πρώτες δεκαετίες». Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο των 100 εκδηλώσεων σε 100 πόλεις προς τιμήν του ενός αιώνα ηρωικής ζωής και δράσης του Κόμματος.
Στη συγκέντρωση, για το θέμα μίλησε η Αλέκα Παπαρήγα, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, παραθέτοντας πλούσιο υλικό από τα πρώτα βήματα του εργατικού κινήματος του Βόλου, ενώ ακολούθησε μουσικό αφιέρωμα σε κομμουνιστές λογοτέχνες.
Ακολουθούν εκτενή αποσπάσματα από την ομιλία της Αλ. Παπαρήγα.
***
Το εργατικό κίνημα του Βόλου, όπως και αλλού, εμφανίστηκε πριν ακόμα ιδρυθεί το ΚΚΕ, καθώς η περιοχή είχε εξελιχθεί από τον προηγούμενο αιώνα σε σοβαρό βιομηχανικό και διαμετακομιστικό εμπορικό κέντρο, άρα είχε ήδη επέλθει μια ορισμένη συγκέντρωση της εργατικής τάξης. Οι σοσιαλιστικές ιδέες ξεπήδησαν αρχικά στο Βόλο μέσα από τις νέες βιομηχανίες καπνού που μετέφεραν ειδικευμένους εργάτες από τα εργοστάσια της Αλεξάνδρειας και του Βερολίνου, οι οποίοι είχαν ήδη επαφές με σοσιαλδημοκράτες αναρχικής κατεύθυνσης, Ιταλούς και Γερμανούς. Το 1891 ιδρύθηκε ο «Εργατικός Σύλλογος» Βόλου, το 1894 ο «Σύλλογος των εμποροϋπαλλήλων» και το 1895 ο «Σύλλογος Δημοδιδασκάλων». Το 1898 πραγματοποιήθηκε απεργία από τους καρεκλάδες του Βόλου, της Πάτρας και της Αθήνας, μαζί με τους μηχανουργούς του πλοίου «Τζων» στον Πειραιά. Το αστικό κράτος μετέφερε απεργοσπάστες από την Ιταλία, που αποτέλεσε το πρώτο δείγμα της κρατικής παρέμβασης στον τομέα αυτόν. Τα πρώτα σωματεία και εργατικές οργανώσεις είχαν αρχικά τη μορφή περισσότερο λεσχών, βεβαίως στην πορεία απόκτησαν τα χαρακτηριστικά του εργατικού συνδικαλισμού και μάλιστα του κλαδικού.

Τα πρώτα σπέρματα των σοσιαλιστικών ιδεών στην Ελλάδα εμφανίστηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αφού είχαν ολοκληρωθεί οι αστικές επαναστάσεις της Ευρώπης. Πριν ακόμα ενσωματωθεί η Θεσσαλία στο ελληνικό κράτος, κυκλοφορούσαν εφημερίδες που πρόβαλλαν σοσιαλιστικές ιδέες, ενώ η βολιώτικη εφημερίδα «Μέλλον» ήταν η εφημερίδα που υπεράσπισε την Παρισινή Κομμούνα το 1871 με άρθρο του Παπαθανασίου. Από το 1877 έως το 1907 κυκλοφορούσαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας 26 εφημερίδες που διέδιδαν σοσιαλιστικές, αναρχικές, ριζοσπαστικές ιδέες. Ανάμεσά τους ήταν οι βολιώτικες εφημεριδούλες «Ισότης» το 1883, ο «Ρήγας του Λαού» το 1885 με πολύ μικρή διάρκεια ζωής. Δημιουργήθηκε η Σοσιαλιστική Κίνηση Βόλου το 1894, με ιδεολογικούς προσανατολισμούς μείγμα σοσιαλιστικών και χριστιανικών ιδεών.
Η ελληνική αστική τάξη, έχοντας την εμπειρία των εργατικών αγώνων στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες, πήρε από την πρώτη στιγμή μέτρα ώστε οι εργάτες να μην οργανωθούν. Τους απευθύνονταν και τους ζητούσαν, όπως αναφέρει ο Γιάννης Κορδάτος, να μείνουν «πιστοί στα πάτρια», να μη μιμηθούν τους Ευρωπαίους εργάτες ιδρύοντας σωματεία και οργανώνοντας απεργίες. Τυπώθηκε από αστικούς κύκλους ένα φυλλάδιο με συμβουλές στους εργάτες με τον τίτλο «ΕΓΚΟΛΠΙΟ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΛΑΟΥ `Η ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΧΕΙΡΩΝΑΚΤΕΣ» με θέμα γιατί δεν πρέπει να απεργούν. (...)
Οι πρώτες απόπειρες διάδοσης σοσιαλιστικών ιδεών
Η διάδοση σοσιαλιστικών ιδεών στο Βόλο άρχισε να προκαλεί κάποιες ρωγμές στο συμπαγές τείχος που είχε στήσει η αστική και μικροαστική διανόηση, ώστε το εργατικό κίνημα της Ελλάδας να είναι αποξενωμένο από την επαναστατική θεωρία.
Το 1907 ο δημοτικιστής δικηγόρος Κώστας Ζάχος ίδρυσε τον «Πανεργατικό Σύνδεσμο Αδελφότητα» και εξέδωσε την εφημερίδα «Εργάτης». Είναι ο ίδιος που μαζί με τους πιο ταξικά προσανατολισμένους τσαγκαράδες Κοσσυβά, Κατσιρέλο, Παπά, Σούλιο, Χειρογιώργο, Χαρίτο κ.ά. ίδρυσαν το ΕΚ Βόλου το 1908, σαν αποτέλεσμα και της διαπάλης με τη μικροαστική καθοδήγηση του Συνδέσμου. Στον «Εργάτη», στις 2 Ιούνη 1908 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» (ΚΜ) μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Κ. Χατζόπουλο. Το ΚΜ έδωσε σημαντική ώθηση στην κοινωνική συνείδηση του Αλέξανδρου Δελμούζου. Ο Αλ. Δελμούζος, μάλιστα, έγραψε ο ίδιος ότι διαβάζοντας το «Μανιφέστο» συγκλονίστηκε: «Σα να μ' άρπαξε ένα σιδερένιο χέρι από τα σύννεφα στο χώμα. Για κάμποσο καιρό σαν να είχα τυφλωθή από το πολύ φώς και να ζούσα μια ξένη ζωή». Σε γράμμα του προς τον διευθυντή του «Εργάτη», ανάμεσα στα άλλα, σημείωνε: «Μικρή η εργατική μας τάξη, αλλά μεγάλη η εντατική και παιδαγωγική της δύναμη». (...)
Είναι αδύνατο να εκτιμηθεί ο ρόλος του ΕΚΒ στην πάλη των ιδεών, στην πολιτική και πολιτιστική αρχική αφύπνιση των εργατοϋπαλλήλων αν δεν συνδυαστεί με το ρόλο που έπαιξε η εφημερίδα «Εργάτης», που το 1911 μετά το Κιλελέρ ονομάστηκε «Εργάτης - Αγρότης». Η σημαντική αυτή εργατική εφημερίδα δημοσίευε πολιτικά άρθρα που απηχούσαν τα διάφορα ρεύματα της Διεθνούς των Εργατών, αλλά και Ελλήνων δημοτικιστών που αντιπάλευαν την αρχαΐζουσα γλώσσα των επίσημων κειμένων, των βιβλίων, στη συνέχεια άρθρα των ηγετών σοσιαλιστικών ομίλων ή λογοτεχνών, όπως ήταν ο Κ. Χατζόπουλος. Στο Βόλο αρχίζει να ακούγεται η λέξη «προλετάριοι», «προλεταριάτο», να γίνεται λόγος για τον εκπολιτισμό των εργατών, για τη νέα κοινωνία, τη σοσιαλιστική. Γινόταν σκληρή κριτική στα σάπια ιδανικά του κράτους, ιδιαίτερα με άρθρα του Αλ. Δελμούζου.
Στο 10ο φύλλο του «Εργάτη», το 1908, δημοσιεύτηκε προκήρυξη διαγωνισμού διηγήματος, με τρεις όρους: Το διήγημα να είναι γραμμένο στη γλώσσα του λαού, να είναι σύμφωνο με την ιδέα του σοσιαλισμού, να είναι παρμένο από την πραγματική ζωή του Ρωμιού εργάτη. Τα άρθρα και τα συνθήματα απείχαν πολύ από την επιστημονική θεωρία του σοσιαλισμού, ταύτιζαν το σοσιαλισμό με την παρέμβαση του κράτους υπέρ των εργαζομένων. Τα κρίνουμε παίρνοντας υπόψη ότι γράφτηκαν 110 χρόνια πριν, και κυρίως να εκτιμάμε την προσπάθεια να ανοιχτούν στους εργάτες και τις εργάτριες γενικότερα ιδεολογικά, πολιτικά, πολιτιστικά, πνευματικά ζητήματα.
Βολιώτες εργάτες στην πορεία πήραν μέρος στην ίδρυση του πανελλήνιου Συλλόγου Παλαιών Πολεμιστών, συγκρότησαν τμήμα στο Βόλο, έκαναν μαζικές κινητοποιήσεις με αιτήματα για την αποκατάσταση στη δουλειά, για μεροκάματα, επιδόματα και άλλα. Το 1918 στην Κερασιά δημιουργήθηκε η πρώτη ομάδα των μπολσεβίκων. Στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ πήραν μέρος ως αντιπρόσωποι των σοσιαλιστικών οργανώσεων του Βόλου οι Μπαλαμπανίδης, Χατζής, Αναγνωστόπουλος, Ιωάννου, Γκρέσιος. Οι τρεις πρώτοι, μόνο, υπέγραψαν το ιδρυτικό ψήφισμα.
Ενα από τα πιο σημαντικά γεγονότα ήταν η σχέση του «Εργάτη» και στη συνέχεια του ΕΚΒ με το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Βόλου ή Πρότυπο Σχολείο Θηλέων, που ιδρύθηκε από τον γιατρό Δ. Σαράτση με διευθυντή τον Αλ. Δελμούζο. Η ίδρυσή του σοκάρισε τους αστούς του Βόλου, καθώς είχε στόχο τη μόρφωση των νέων γυναικών. Στις συγκεκριμένες συνθήκες, το Παρθεναγωγείο επιδίωκε να συνδυάσει την πνευματική ανάπτυξη των κοριτσιών με την ικανότητα να φροντίζουν το νοικοκυριό, ενώ προκάλεσε και την αντίδραση του μητροπολίτη.
Μαζί με τη δράση και η προσπάθεια για μόρφωση και καλλιέργεια των εργατών
Οι πρωτεργάτες του ΕΚ Βόλου ίδρυσαν νυχτερινό σχολείο για τη μόρφωση και καλλιέργεια της εργατικής τάξης, ένα είδος Λαϊκού Πανεπιστημίου. Η αναγγελία ίδρυσης κυρίως αναφερόταν στη δημιουργία ενός κέντρου που θα λειτουργήσει ως χώρος ταξικής λαϊκής κοινωνικής διδασκαλίας, με μαθήματα, με απαγγελία ποιημάτων, θα λειτουργούσαν μικρά αναγνωστήρια. Διδάσκονταν δημοσιογραφία, φιλοσοφία, ιστορία, κοινωνιολογία, εκπαιδευτικά μαθήματα. Ακόμα και μαθήματα έγιναν για τα συστατικά του αέρα και το ανθρακικό οξύ. Ολα τα μαθήματα γίνονταν στη δημοτική γλώσσα. Εγραψαν για τους εργάτες και δίδαξαν τους εργάτες οι Δ. Σαράτσης, Αλ. Δελμούζος, Σοφ. Τριανταφυλλίδης, Τάκης Οικονομάκης, Γ. Σακελλαρίδης, Ι. Τσαμασφύρος, Γ. Σφέτσος κ.ά.
Στον πυρήνα της πολιτικοποίησης της δράσης του ΕΚ ανήκε η υιοθέτηση θέσεων κατά της πλουτοκρατίας, ενώ η πολυμορφία παρέμβασης επεκτεινόταν ακόμα και στη δημιουργία χορωδίας που τραγουδούσε εργατικά τραγούδια. Η χρησιμοποίηση στις διαδηλώσεις της κόκκινης σημαίας, η ανάδειξη εικόνας του Χριστού με κόκκινη σημαία ήταν η αφορμή για να κατηγορηθεί το ΕΚ για κήρυξη αθεΐας, να γίνει σύγκρουση με την ίδια την Εκκλησία, στην οποία προσχώρησαν και οι μητροπόλεις των άλλων θεσσαλικών πόλεων.
Η μορφωτική δουλειά θεωρούνταν, και σωστά, ένας παράγοντας εργατικής συνένωσης, δίπλα στους άλλους που συγκροτήθηκαν, δηλαδή το Ταμείο συντάξεων και το Ταμείο απεργιών. Αποδείχτηκε αρκετά πρώιμα ότι ο πολιτισμός, η τέχνη, η γνώση είναι μορφές κοινωνικής συνείδησης, όπλα της ταξικής πάλης.
Το 1911, και ενώ είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλοι εργατικοί αγώνες από το 1909, αναπτύχθηκε οξυμένη διαπάλη: Από τη μια, ήταν το ΕΚ Βόλου και το Παρθεναγωγείο και, από την άλλη, όλο το μπλοκ της αστικής και γαιοκτημονικής αντίδρασης της πόλης, με ενορχηστρωτή την Εκκλησία, που κάλεσε σε μαζικό συλλαλητήριο με την κατηγορία της αθεΐας και του δημοτικισμού, που αποκαλούσαν ειρωνικά «μαλλιαρισμό», ενώ στο λαό διαδίδονται ότι οι «λεγόμενοι μαλλιαροί» ήταν κακοποιά στοιχεία. Το συλλαλητήριο είχε μαζικότητα, όμως δεν πήραν μέρος οι εργάτες. Το αίτημα της συγκέντρωσης ήταν η απαγόρευση λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, το οποίο έκλεισε με απόφαση της δημοτικής αρχής που επικαλέστηκε τη δικαστική δίωξη. Ταυτόχρονα κατηγορήθηκε για αθεΐα. Τα γεγονότα αποκλήθηκαν από τους διώκτες «Αθεϊκά».
Δύο δίκες έγιναν, η μια στο Βόλο, το 1911, που απέστειλε την υπόθεση σε εισαγγελέα Εφετών, και η δεύτερη στο Ναύπλιο, στο Δικαστήριο Εφετών τον Απρίλη του 1914, με 12 κατηγορουμένους, στελέχη του ΕΚ Βόλου και του ΕΚ Λάρισας, και του Παρθεναγωγείου. Κατηγορούμενοι εκτός από τους Ζάχο, Σαράτση και Δελμούζο, εργάτες όπως οι Κοσσυβάς, Σούλιος, Χαρίτος, Χειρογιώργος, Κατσιρέλος, Ασπιώτης, Φλώρος, Μπιτζάνης. Ανακρίθηκε επίσης και ο Κώστας Βάρναλης, που ήταν τότε σχολάρχης στην περιοχή, χωρίς να παραπεμφθεί, ενώ ανώνυμα γράμματα κατατέθηκαν κατά του Γιάννη Κορδάτου με κατηγορίες «μαλλιαρισμού», αναρχισμού, αθεΐας. Ανάμεσα στους μάρτυρες υπεράσπισης των κατηγορουμένων ήταν ο Δ. Γληνός και ο Ν. Πολίτης. Η αθώωσή τους ήταν πανηγυρική. Σημειώνουμε ότι ο Αλ. Δελμούζος, που δέχτηκε τις μεγαλύτερες διώξεις, αποκαλούσε τον εαυτό του κομμουνιστή παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε τις μαρξιστικές κομμουνιστικές θέσεις και ιδέες. Το Παρθεναγωγείο αντικαταστάθηκε από ένα άλλο σχολείο ηθικών, όπως έλεγαν, αρχών, ενώ το ΕΚΒ και εξαιτίας της μεγάλης περιπέτειας αλλά και εσωτερικών διαφωνιών πέρασε στην αδράνεια. Το 1914, 9 σωματεία, στη θέση του αδρανοποιημένου ΕΚΒ, ίδρυσαν την Πανεργατική Ενωση Βόλου.
Το εργατικό κίνημα του Βόλου ανασυντάχθηκε βέβαια στην πορεία, με την καταλυτική επίδραση και του νεαρού τότε ΚΚΕ, συνέβαλε σε μεγάλους ηρωικούς αγώνες, και μάλιστα αιματηρές αναμετρήσεις με το στρατό και τη χωροφυλακή, την αστυνομία, χώρια τις διώξεις στα δικαστήρια, με κορυφαία γεγονότα το 1921, το 1936. Η εργατική τάξη του Βόλου αναδείχθηκε και την περίοδο της Κατοχής '41 - '44, ενώ Βολιώτες πήραν ενεργό μέρος στον ηρωικό τρίχρονο αγώνα του ΔΣΕ.
Το ΚΚΕ και το εργατικό κίνημα τον Μεσοπόλεμο
Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η ίδρυση του ΣΕΚΕ έφεραν μια ριζική ως ουσία αλλαγή για την εργατική τάξη. Η δράση του ΚΚΕ έδινε δυνατότητες, βεβαίως ανάλογα και με την πορεία της ταξικής πάλης και του συσχετισμού δυνάμεων στο κίνημα, για την ιδεολογική, πολιτική μόρφωση των εργατών, ιδιαίτερα εκείνων που έπαιρναν δραστήριο μέρος στον αγώνα. Δεν ήταν εύκολη η αρχή, ούτε και η πορεία. Υπήρξε και αντικειμενική δυσκολία να εκδοθούν στα Ελληνικά τα έργα των Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν. Επαιξε ρόλο έως ένα βαθμό και το γεγονός ότι ένα μέρος των επιστημόνων, διανοούμενων της εποχής των σοσιαλιστικών ομίλων, των πρώιμων στην Ελλάδα σοσιαλιστικών ιδεών, τελικά ενσωματώθηκαν στο σύστημα.
Το 1ο Εθνικό Συμβούλιο του ΣΕΚΕ, με ειδική απόφασή του το Μάη του 1919, κατέληξε στη συγκέντρωση των εκδοτικών δραστηριοτήτων υπό την ευθύνη της ΚΕ. Τον Ιούνη του 1919, από το εκδοτικό του ΣΕΚΕ κυκλοφόρησε σε νέα μετάφραση «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Το 1921 αποφασίστηκε η έκδοση Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΚΟΜΕΠ). Το Γενάρη του 1925 προσδιορίστηκε ότι «η παραμέληση της καλλιέργειας της μαρξιστικής θεωρίας και της διαδόσεως των θεμελιωδών αρχών του κομμουνιστικού προγράμματος και της κομμουνιστικής τακτικής, ο περιορισμός στον εμπειρισμό και στη στενή πρακτική προχειρότητα υπήρξε πάντοτε ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της "δράσεως" των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και ένα φαινόμενο που πάντα συνώδευσε κάθε παραστράτημα από τη βασική γραμμή του επαναστατικού μαρξισμού (...). Η συστηματική μορφωτική λενινιστική εργασία είναι μια από τις προϋποθέσεις για την μπολσεβικοποίηση των κομμουνιστικών κομμάτων».
Το 1933, στην 50ή επέτειο του θανάτου του Κ. Μαρξ, με απόφαση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, ξεκίνησε η β' περίοδος της σειράς «Μαρξιστική Βιβλιοθήκη» (τεύχη στα οποία περιλαμβάνονταν σε συνέχειες μεταφράσεις μαρξιστικών έργων), στον κατάλογο της οποίας περιλαμβάνονται έργα όπως η «18η Μπρυμαίρ» του Κ. Μαρξ, η «Διαλεκτική της Φύσης» του Φ. Ενγκελς, έργα του Λένιν και του Στάλιν. Η εκδοτική δραστηριότητα και η μετάφραση μαρξιστικών έργων συνδέθηκαν άμεσα σε εκείνη τη φάση με την πάλη του ΚΚΕ ενάντια στις λικβινταριστικές - διαλυτικές και τροτσκιστικές απόψεις, κάνοντας βήματα στην εδραίωση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του Κόμματος Νέου Τύπου. (...)
Η δράση του Κόμματος είχε επίδραση με αφετηρία την Αθήνα και σε άλλα αστικά κέντρα, όμως θα ήταν χρήσιμη η συγκεκριμένη αναλυτική αποτίμηση της περιόδου του μεσοπολέμου στο Βόλο, καθήκον δικό σας βέβαια.
Χωρίς να υποτιμάμε τη μεγάλη προσπάθεια του Κόμματός μας από το 1918 έως το 1947 που τέθηκε εκτός νόμου, θα τολμούσα να πω, αυτό που έγινε στο εργατικό κίνημα του Βόλου δεν γενικεύτηκε, δεν αναπλάστηκε, με εξαίρεση την περίοδο της Κατοχής και του ΔΣΕ, που έγινε συνδυασμός της ένοπλης πάλης με μορφωτική και πολιτιστική δουλειά.
Πολύμορφη η θεωρητική και μελετητική δουλειά του Κόμματος
Βεβαίως, το ΚΚΕ, από το '74 που κατέκτησε με το σπαθί του τη νομιμότητα, με τις εκδόσεις του, με κορυφαία τα «Απαντα» του Λένιν αλλά και έργα των Μαρξ - Ενγκελς, με τη «Μικρή Μαρξιστική Βιβλιοθήκη», με λογοτεχνικές και ποιητικές επίσης εκδόσεις, με την έκδοση των «Απάντων» του Στάλιν στην πορεία, με την επεξεργασία Δοκιμίων για την Ιστορία του ΚΚΕ, με τον «Ριζοσπάστη» και την ΚΟΜΕΠ, έχει περάσει σε μια εκτεταμένη πολύμορφη θεωρητική και μελετητική δουλειά, που με τη δράση των κομμουνιστών διαπερνά στον έναν ή τον άλλο βαθμό το εργατικό κίνημα.
Πλουτίστηκε η παρέμβαση μάλιστα και με τα επιστημονικά συνέδρια π.χ. για τον Γ. Ρίτσο, τον Ναζίμ Χικμέτ, τον Κ. Βάρναλη. Ανάλογη θετική πορεία έχει και η ΚΝΕ. Τα τελευταία χρόνια, έγινε αισθητή πρόοδος σύνδεσης της επιστημονικής, πολιτιστικής και αθλητικής δράσης αγωνιστικών εργατικών σωματείων με τον αγώνα για τα οξυμένα προβλήματα, στις περισσότερες περιπτώσεις πρωτοστάτησαν μέλη και φίλοι του Κόμματος, όμως τα περισσότερα είναι μπροστά μας και τίποτε δεν πρέπει να ανακόψει την ευθύνη των κομμουνιστών στον αγώνα για την πολιτική και πολιτιστική μόρφωση των εργατοϋπαλλήλων, ως κινητήρια δύναμη μαχητικότητας και αντοχής. Οι μορφωτικές δραστηριότητες, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις δεν είναι για μας ένας κράχτης προσέλκυσης των εργαζομένων, είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ανάπτυξης της πολιτικής συνείδησης, είναι βασικό εργατικό δικαίωμα. Ο ταξικός αντίπαλος, με την πείρα, τα ιδεολογικά μέσα που διαθέτει και τους μηχανισμούς του αστικού κράτους, της εργοδοσίας, είναι σε θέση να χειρίζεται τη συνείδηση και τους προσανατολισμούς των εργατών και εργατριών. Το «καρότο» και το «μαστίγιο» τα χρησιμοποιεί και στον τομέα της ιδεολογίας, της επιστήμης, της τέχνης, του πολιτισμού, της πληροφόρησης, και όχι μόνο στους αγώνες.
Θέλουμε την εργατική τάξη περήφανη για το ρόλο της
Τα αστικά κόμματα, τα κρατικά και ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, διανοούμενοι επιστήμονες, καθηγητές πανεπιστημίων, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποφεύγουν τον όρο εργατική τάξη, κυρίως μιλάνε για κατώτερα στρώματα ή φτωχούς, ενώ λίγο - πολύ η έννοια εργάτης, εργάτρια περιβάλλεται με ένα είδος υποτίμησης, περιφρόνησης ή με έναν ψευτορομαντισμό, γιατί τάχα η εργατική τάξη έπαψε να υπάρχει όταν έγινε η τεχνολογική επανάσταση ή σήμερα η ρομποτοποίηση.
Ακόμα και σήμερα, πολλοί εργάτες και εργάτριες απαξιώνουν τον εαυτό τους, λες και τα βάσανα που ζουν οφείλονται σε αυτούς ή είναι αποτέλεσμα προσωπικής ανικανότητας. Δεν είναι λίγες οι εργατικές οικογένειες που προσεύχονται τα παιδιά τους να περάσουν σε ενδιάμεσα στρώματα και γιατί όχι και παραπάνω.
Εμείς προβάλλουμε την εργατική τάξη ως θύμα της πιο σκληρής εκμετάλλευσης, οφείλουμε όμως να συμβάλουμε με ακόμα μεγαλύτερη ικανότητα, πειστικότητα να αναδειχθεί ο ρόλος και η ιστορική αποστολή της, που πρέπει να την κάνει περήφανη και όχι μισοκακόμοιρη. Η τάξη που από τους όρους ύπαρξής της, από τον οικονομικό της ρόλο στην παραγωγή, είναι η μοναδικά ικανή να συνενώσει όλους τους εργαζόμενους κατά της αστικής τάξης. Είναι η τάξη που ανεξάρτητα ποιοι είναι οι κυρίαρχοι ιδεολογικοί και πολιτικοί προσανατολισμοί της σήμερα, σε συνθήκες υποχώρησης, τελικά θα γίνει ο νεκροθάφτης του καπιταλισμού χέρι - χέρι με τους μισοπρολετάριους, τους φτωχούς αυτοαπασχολούμενους των αστικών κέντρων και της υπαίθρου.
Σε όλη την Ιστορία των λαϊκών αγώνων στην Ελλάδα και παγκόσμια, δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει κόμμα, εκτός από το επαναστατικό Κομμουνιστικό, που να αναγνωρίζει ότι η πρωτοπόρα, επαναστατική τάξη της κοινωνίας είναι η εργατική τάξη. Το ΚΚΕ αυτοπροσδιορίζεται, και δίκαια, ως η οργανωμένη συνειδητή πρωτοπορία της εργατικής τάξης, ενώ όταν αναφέρεται στο σοσιαλισμό, δεν μιλά για την εξουσία του ΚΚΕ, αλλά για την εξουσία της εργατικής τάξης. (...)
Σήμερα, 100 χρόνια μετά από την ίδρυση του Κόμματος και ενώ το μορφωτικό επίπεδο της εργατικής τάξης είναι ασύγκριτα υψηλότερο από τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, ενώ οι μισθωτοί επιστήμονες και διανοούμενοι ανήκουν στην εργατική τάξη ή την προσεγγίζουν, υποχρέωσή μας είναι να αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της διάκρισης ανάμεσα σε κομμουνιστές της θεωρητικής - επιτελικής και τους κομμουνιστές κυρίως της πρακτικής δουλειάς. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, την αντίθεση ανάμεσα στην εκτελεστική και την επιτελική δουλειά, που είναι χαρακτηριστική αντίθεση στον καπιταλισμό, έκφραση της αντίθεσης κεφαλαίου και εργασίας, θα την κληρονομήσει και η σοσιαλιστική οικοδόμηση. Δεν καταργείται αυτόματα με την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ομως από το Κόμμα και μέσα στο Κόμμα οι δυνατότητες περιορισμού, άμβλυνσης και ισορρόπησης είναι απολύτως απαιτητές. Αλλωστε, στη ζωή και δράση του Κόμματος πρέπει να ενσαρκώνονται, και μέσα στις συνθήκες του καπιταλισμού, αρχές και ιδιότητες που απαιτούνται για τη σοσιαλιστική κοινωνία, όπως η κατάργηση της αντίθεσης ανάμεσα στην επιτελική και εκτελεστική δουλειά.
Το ζήτημα της πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης αφορά και το εργατικό - συνδικαλιστικό κίνημα, ακόμα περισσότερο σήμερα που δεν υπάρχουν πλευρές και πτυχές της κοινωνικής ζωής που δεν έχουν καταληφθεί κυριολεκτικά από τη δράση του κεφαλαίου, των μονοπωλίων. Η έρευνα, ο πολιτισμός, η ψυχαγωγία, η τέχνη, ο ελεύθερος χρόνος έχουν γίνει βορά του κεφαλαίου, άρα η ταξική πάλη πρέπει να επεκτείνεται και εδώ.
Βεβαίως, η ιδεολογική διαπάλη στις γραμμές του κινήματος δεν διεξάγεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που διεξάγεται από το Κόμμα. Τα συνδικάτα είναι μαζικές οργανώσεις, δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν με τους όρους που λειτουργεί το Κόμμα. Είναι ευθύνη του Κόμματος να παίρνει υπόψη το χαρακτήρα των σωματείων, τη στάθμη της πάλης, να βρίσκει τους κατάλληλους τρόπους ώστε μέσα στις γραμμές του εργατικού κινήματος να αναπτύσσεται και μάλιστα με γοργά βήματα η πάλη των ιδεών, σε όλα τα μέτωπα, θεωρίας, επιστήμης, πολιτικής, πολιτισμού, στο πεδίο των αξιών.
Πολύτιμο εφόδιο η γνώση της επιστημονικής κοσμοθεωρίας μας
Η γνώση, αφομοίωση, ανάπτυξη της επιστημονικής θεωρίας του σοσιαλισμού - κομμουνισμού είναι ένα πολύτιμο εφόδιο, εκτός των άλλων και για να αξιολογούμε αντικειμενικά ποια είναι τα όρια αποτελεσματικότητάς μας μέσα στα οποία κινούμαστε, είναι ισχυρό όπλο για την κριτική εξέταση της δουλειάς μας, τη μεθοδική αντιμετώπιση ελλείψεων και αδυναμιών. Το Κόμμα, άρα και η εργατική επαναστατική πρωτοπορία, πρέπει να προβλέπει, να πηγαίνει πιο μπροστά από τις τρέχουσες απαιτήσεις, από το επίπεδο πολιτικής ωριμότητας των εργατικών μαζών. Να αποκτά ικανότητα συγχώνευσης με τις εργατικές μάζες, να υπολογίζει αντικειμενικά την εξέλιξη των διαθέσεών τους, χωρίς να αλλοιώνει τη στρατηγική του. Η διαλεκτική σχέση θεωρίας και πράξης μάς βοηθά να μη νιώθουμε αιφνιδιασμό μπροστά σε απότομες θετικές ή αρνητικές καμπές, κόπωση όταν τα αποτελέσματα δεν είναι άμεσα, όταν οι θετικές διεργασίες παραμένουν υπόγειες, δύσκολα να τις εντοπίσεις.
Οι κομμουνιστές και οι κομμουνίστριες οφείλουν να ξεχωρίζουν στη συνείδηση των ανθρώπων της τάξης τους και για τις γνώσεις τους και για την πολιτιστική τους καλλιέργεια. Απαλλαγμένοι - εννοείται - από το μικρόβιο της έπαρσης και της αυτάρκειας, της ρουτίνας. Η κομμουνιστική ταυτότητά μας να εκφράζεται και να καταξιώνεται σε όλα τα πεδία δράσης, σε όλες τις μορφές κοινωνικής συνείδησης.
Η πείρα του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης έδειξε ότι η παραμέληση της θεωρίας και της μελέτης των εξελίξεων, η υποτίμηση της μάχης με τον οπορτουνισμό, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρά λάθη στην εκτίμηση των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων, των νέων αναγκών και προσαρμογών που χρειάζονται. Τελικά όταν τα λάθη παγιώνονται, οδηγούν σε συνέπειες σαν αυτές που ζήσαμε και ζούμε: Στη νίκη της αντεπανάστασης, την κυριαρχία του οπορτουνισμού, έως και εκφυλιστικών τάσεων στο ΔΚΚ. (...)
Ας αναλογιστούμε όλοι και όλες σήμερα τα δικαιώματα και τις δυνατότητες της σύγχρονης εργατικής τάξης, χωρίς να μας επηρεάζει η σημερινή μιζέρια και κρίση που κυριαρχεί στο εργατικό κίνημα. Το καινούργιο στην πάλη ζυμώνεται από μια πρωτοπορία που είναι δεμένη με τους εργάτες και τις εργάτριες, ξέρει ότι η εργατική τάξη τελικά θα παίξει το ρόλο της. Αρα, κάθε μέρα που περνάει εμείς πρέπει να κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να σηκώσει κεφάλι όσο γίνεται πιο γρήγορα, να συνειδητοποιήσει σε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος της την ανεκμετάλλευτη ακόμα δύναμή της, την αποστολή της.

Για το λεγόμενο «Μακεδονικό ζήτημα»


Με αφορμή τις εξελίξεις σε σχέση με τη διαπραγμάτευση για το όνομα της ΠΓΔΜ και τα όσα διάφορα γράφονται για τις θέσεις του ΚΚΕ, δημοσιεύουμε αποσπάσματα από σχετικό κείμενο του ΠΓ που είχε συζητηθεί εσωκομματικά στην Οργάνωση Περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, το 1995


Ορισμένες ιστορικές πλευρές του ζητήματος

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι οδήγησαν στο μοίρασμα του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι οδήγησαν στο μοίρασμα του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας
Στην ελληνική, αλλά και στην παγκόσμια ιστοριογραφία, το «Μακεδονικό ζήτημα» αναφέρεται ως μέρος του γνωστού «Ανατολικού ζητήματος». Ομως, μεταξύ του «Ανατολικού» και του «Μακεδονικού ζητήματος» υπήρξε μια ουσιαστική διαφορά:
Το πρώτο ήταν, κυρίως, αγώνας των ευρωπαϊκών δυνάμεων για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το μοίρασμα των οθωμανικών εδαφών ανάμεσά τους. Το δεύτερο υπήρξε ένας αδυσώπητος αγώνας, διαπλεκόμενων διεκδικήσεων, τριβών και ένοπλων αναμετρήσεων, για την προσάρτηση των εδαφών του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, μεταξύ των γειτονευομένων με αυτό, βαλκανικών κρατών, που υποκινούνταν και ενθαρρύνονταν από τις τότε μεγάλες δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τις αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου, δίπλα στα τρία βαλκανικά κράτη που υπήρχαν (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο), εμφανίστηκε και ένα τέταρτο, η Βουλγαρία, που τα σύνορά της εκτείνονταν από τον Δούναβη έως το Αιγαίο. Μεταξύ των τεσσάρων αυτών βαλκανικών κρατών, εξακολουθούσε και μετά το 1878 να υπάρχει μια οθωμανική ζώνη, η οποία άρχιζε από την Κωνσταντινούπολη και εκτεινόταν μέχρι την Πρέβεζα και το Δυρράχιο και χώριζε τα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη.
Κοινή, λοιπόν, επιδίωξη και των τεσσάρων βαλκανικών κρατών ήταν η απελευθέρωση των αλύτρωτων ομοεθνών τους, που ζούσαν σ' αυτήν τη ζώνη, και η προσάρτηση αυτών των οθωμανικών εδαφών. Καθένα από αυτά τα κράτη έβλεπε με διαφορετικά κριτήρια τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής: Οι Ελληνες έβλεπαν κυρίως Ελληνες, οι Βούλγαροι Βούλγαρους και οι Σέρβοι Σέρβους. Για τη δικαιολόγηση των διεκδικήσεών τους, καθένα από τα βαλκανικά κράτη χρησιμοποιούσε διάφορα επιχειρήματα ή προσχήματα.

Η Ελλάδα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)
Η Ελλάδα μετά τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913)
Οπως είναι γνωστό, οι Σλάβοι κατέβηκαν στη Νότια Βαλκανική μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Για πολλούς αιώνες οι πληθυσμοί της Μακεδονίας ζούσαν χωρίς σύνορα. Ερχονταν σε επαφή μεταξύ τους, συναλλάσσονταν και ανέπτυσσαν πολύμορφες σχέσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ένα μέρος του πληθυσμού - κυρίως στην ύπαιθρο - να μιλά τη σλαβική διάλεκτο. Ομως, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο υπήρχαν και πληθυσμοί που μιλούσαν την ελληνική, την αλβανική (αρβανίτικη), την εβραϊκή, την αρμένικη, την τουρκική και την κουτσοβλάχικη ή αρουμανική. Υπήρχαν, επίσης, και πληθυσμοί που χρησιμοποιούσαν ένα μεικτό γλωσσικό ιδίωμα - κάτι μεταξύ βουλγαρικής και σερβικής γλώσσας, με πλήθος από αλβανικές, τουρκικές και ελληνικές λέξεις παραφθαρμένες. Ολα αυτά, βέβαια, δεν συνιστούν καμιά χωριστή «μακεδονική» γλώσσα. Είναι, επομένως, αντιιστορικοί και αvτιεπιστημονικοί oι ισχυρισμοί περί ύπαρξης χωριστής και μάλιστα ενιαίας «μακεδονικής» γλώσσας.
Ομως, ούτε η εθνολογική σύνθεση της επίμαχης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας δεν τεκμηριώνει επιστημονικά τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας. Τέτοια εθνότητα δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρχαν στη Μακεδονία πληθυσμοί ελληνόφωνοι - ελληνικής καταγωγής, Σλαβόφωνοι - σλαβικής καταγωγής (Σέρβοι, Βούλγαροι, Σλάβοι γενικά), Σλαβόφωνοι ελληνικής καταγωγής (γραικομάνοι), Αρβανίτες, Βλάχοι (Ελληνοβλάχοι και Ρουμανοβλάχοι), Τούρκοι, Αρμένηδες και Εβραίοι, αλλά σε καμιά περίπτωση χωριστή «μακεδονική» εθνότητα.
Το «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρξε απλά μια εθνικιστική διαμάχη, κυρίως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, όπως ισχυρίζεται η άρχουσα τάξη της χώρας μας (και όχι μόνο). Προϋπήρχαν της εθνικιστικής διαμάχης, αλλά και τη συνοδεύουν οξύτατα κοινωνικά προβλήματα. Η φεουδαρχική εκμετάλλευση, για παράδειγμα, των χριστιανικών πληθυσμών (Ελλήνων και Σλάβων), όχι μόνο από τους Οθωμανούς, αλλά και από το Πατριαρχείο, ώθησε ένα κομμάτι του πληθυσμού - κυρίως στην ύπαιθρο - στη Βουλγαρική Εξαρχεία, μετά την ανακήρυξή της. Απ' την άλλη μεριά, η μία από τις δύο πολιτικές οργανώσεις των Σλάβων, η IMRO (Σεντραλιστές) - επηρεασμένοι από τους Ιταλούς Καρμπονάρους - πρόβαλε όχι μόνο αντιοθωμανικά, αλλά και αντιφεουδαρχικά συνθήματα (όπως η διανομή της γης) και επηρέαζε σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, ενώ η επίσημη Ελλάδα και η άρχουσα τάξη (τόσο της Ελλάδας όσο και της Βουλγαρίας) έβλεπε με εχθρικό μάτι τέτοια συνθήματα.
Επομένως, η κοινωνικοπολιτική διάσταση του «Μακεδονικού ζητήματος» είναι εξίσου σημαντική, για να μην πούμε σημαντικότερη, από την εθνική, κάτι που η επίσημη Ιστορία διαστρεβλώνει κατάφωρα.
Οπως είναι γνωστό, ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος (1912) είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των υπόδουλων πληθυσμών των περιοχών της Ηπείρου, Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης (καθώς και άλλων βαλκανικών περιοχών) από την οθωμανική σκλαβιά. Ομως, ως αποτέλεσμα των κυρίαρχων τάξεων της Βαλκανικής και της υποδαύλισης της εθνικής εχθρότητας και του σωβινισμού από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, το 1913 ξέσπασε ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος, με τη λήξη του οποίου (Συνθήκη του Βουκουρεστίου) καθορίστηκαν τελεσίδικα τα σύνορα των βαλκανικών χωρών.
Από το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, η Ελλάδα πήρε το 51,57%, η Σερβία το 38,32% και η Βουλγαρία το 10,11%. Ας σημειωθεί ότι η νότια περιοχή, που περιήλθε στην Ελλάδα, ταυτιζόταν περίπου με τα όρια: Της λεγόμενης «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη διαφορά ότι μια μικρή λωρίδα παρέμεινε στη σερβική και βουλγαρική περιοχή.
Από τη διανομή, όμως, αυτή των μακεδονικών εδαφών, τα ζητήματα των εθνοτήτων και μειονοτήτων περιπλέχθηκαν, γιατί έξω από τα ελληνικά σύνορα έμειναν ελληνικοί και ελληνόφωνοι πληθυσμοί (π.χ. Μοναστήρι), ενώ, μέσα σ' αυτά, παρέμεναν αρκετοί Σέρβοι, Βούλγαροι και Σλαβόφωνοι γενικά (π.χ. Δυτ. Μακεδονία). Αντίστοιχα συνέβη και μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας.
Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά από αυτόν, πραγματοποιήθηκαν μια σειρά ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ των βαλκανικών χωρών, που επέφεραν ριζική αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής. Ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η εθνολογική σύνθεση του ελληνικού χώρου της Μακεδονίας και της Θράκης άλλαξε ριζικά. Επομένως, η θέση του ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» (στο πλαίσιο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας) ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν πια στην πραγματικότητα (όπως λαθεμένη ήταν και η θέση της 5ης Ολομέλειας του 1949). Η θέση αυτή ανακλήθηκε το 1935.
Την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι εξελίξεις στην ελληνική πολιτική ζωή και ειδικότερα στο μακεδονικό χώρο έδειχναν ότι το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» έτεινε να εκλείψει αντικειμενικά.
Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά γεγονότα, που συντελούσαν στη μεγαλοποίηση του ζητήματος και στην αναβολή της οριστικής επίλυσής του.
Συγκεκριμένα:
-- Το Σεπτέμβρη του 1924 υπογράφηκε ελληνο-βουλγαρική συμφωνία (γνωστή ως «Πρωτόκολλο Πολίτη - Κάλφωφ»), που αναγνώριζε ότι όλοι οι Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας ήταν βουλγαρικής καταγωγής. Αυτή η συμφωνία, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα και διαμαρτυρία της κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας, θα τους έδινε τη δυνατότητα να επικαλούνται δικαιώματα εθνικής μειονότητας, σύμφωνα με τις αρχές της Κοινωνίας των Εθνών.
-- Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 - 1941) ακολούθησε πολιτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβόφωνων (οι οποίοι δεν είχαν όλοι βουλγαρική ή σερβική συνείδηση, αλλά, πολλοί από αυτούς, ελληνική ή και καμία εθνική συνείδηση, θεωρώντας τον εαυτό τους Σλάβους γενικά). Με αυστηρά διοικητικά μέτρα, απαγόρευσε να μιλούν το γλωσσικό τους ιδίωμα, με εξορίες και άλλες διώξεις, το μόνο που πέτυχε ήταν να σπρώξει ένα κομμάτι τους ψυχικά προς τη Βουλγαρία και ύστερα προς τη Γιουγκοσλαβία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Οταν άρχισε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, από το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρχε άλλο ίχνος, παρά οι 80.000 - 100.000 Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας, οι οποίοι, όπως προαναφέραμε, δεν ήταν κατ' ανάγκη Σέρβοι ή Βούλγαροι, αλλά ήταν δυσαρεστημένοι από την ελληνική πολιτική της περιόδου 1936 - 1941.
Οταν οι Βούλγαροι φασίστες, σύμμαχοι του Αξονα, μπήκαν σαν κατακτητές στην ελληνική και σερβική Μακεδονία, προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τους Σλαβόφωνους και, με ποικίλες μεθόδους, να επιφέρουν πληθυσμιακή αλλοίωση. Οταν, όμως, από το 1943 διαφάνηκε ότι ο πόλεμος θα λήξει με ήττα του Αξονα, αλλά και χάρη στην πατριωτική και διεθνιστική δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ (που αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα αυτού του κομματιού του πληθυσμού), οι Σλαβόφωνοι άρχισαν να απεγκλωβίζονται από την επιρροή των Βουλγάρων και να προσχωρούν στις αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΑΜ.
Το καλοκαίρι του 1944, επειδή κάποια τάγματα Σλαβόφωνων που υπάγονταν στον ΕΛΑΣ δεν υπάκουαν σ' αυτόν, αλλά στους Γιουγκοσλάβους του Τίτο, ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να τα απομακρύνει προς το γιουγκοσλαβικό έδαφος. Πολλοί από αυτούς, το 1945 (μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας), ξαναγύρισαν και εντάχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.
Το Γενάρη του 1949, η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, με εισήγηση του Ζαχαριάδη, για λόγους τακτικής, επανέρχεται στην παλιά θέση για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη». Η θέση αυτή ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και αποσύρθηκε λίγους μήνες αργότερα.
Με τη λήξη του εμφυλίου, ένα σημαντικό κομμάτι από τους Σλαβόφωνους έφυγε, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στις σοσιαλιστικές χώρες, ενώ ένα άλλο, ως αποτέλεσμα των διώξεων, αλλά και για οικονομικούς λόγους, έφυγε, σαν μετανάστες, στη Δυτ. Ευρώπη και ιδιαίτερα στον Καναδά και την Αυστραλία.
Το «Μακεδονικό ζήτημα», ως ζήτημα τριβών και διεκδικήσεων ανάμεσα στις γειτονικές χώρες, έπαψε να υπάρχει αντικειμενικά.
Στη Γιουγκοσλαβία, ωστόσο, μετά τη ρήξη του Τίτο με τη Σοβιετική Ενωση, διαμορφωνόταν ήδη μια εσωτερική πολιτική, που επρόκειτο να περιπλέξει τις ελληνο-βουλγαρο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις τις επόμενες δεκαετίες. Οι Γιουγκοσλάβοι προωθούσαν την ιδέα να χαρακτηρίσουν τους κατοίκους του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας χωριστή «μακεδονική» εθνότητα (οι οποίοι ζούσαν όχι μόνο στο γιουγκοσλαβικό κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά και στο ελληνικό και στο βουλγαρικό), που θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει στο μέλλον ανεξάρτητη εθνική υπόσταση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια προσπάθεια αναδρομικής ερμηνείας όλης της ιστορίας του Μακεδονικού χώρου, για να θεμελιωθεί η θεωρία της χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας, με χωριστή γλώσσα, καταγωγή και ιστορία. Ουσιαστικά πρόκειται για συστηματική πλαστογράφηση της Ιστορίας, που μεταφέρθηκε και σε χώρες υποδοχής μεταναστών (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία).
Την πολιτική του Τίτο την ανέχτηκαν οι μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις και την υπέθαλψαν οι ιμπεριαλιστές, γιατί, μετά τη σύγκρουσή του με τη Σοβιετική Ενωση, μια τέτοια πολιτική εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους για τη δημιουργία προβλημάτων στην περιοχή.
Πάντως, παρά τα όποια προβλήματα που υπήρχαν, χωρίς την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην περιοχή και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, δεν ήταν δυνατόν από μόνα τους να αναβιώσουν το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα», το οποίο ως ζήτημα εδαφικών διεκδικήσεων έπαψε να υπάρχει.
Πώς εκφράζεται το πρόβλημα σήμερα
Κυρίως χάρη στη φιλειρηνική πολιτική των σοσιαλιστικών χωρών και στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, οι διαβαλκανικές σχέσεις, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (και ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι), πέρασαν μια μακρόχρονη περίοδο συνεχούς βελτίωσης. Αναπτύχθηκαν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες, με εξαίρεση την Τουρκία. Αποκορύφωμα αυτής της ανάπτυξης σχέσεων φιλίας και συνεργασίας υπήρξε η διαβαλκανική Διάσκεψη Κορυφής στο Βελιγράδι, το 1988.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» είχε αντικειμενικά εκλείψει. Για πάνω από 40 χρόνια οι γειτονικοί λαοί έζησαν μεταξύ τους ειρηνικά και ανέπτυξαν σχέσεις φιλίας και πολύμορφης συνεργασίας.
Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά ζητήματα που σκίαζαν αυτές τις σχέσεις και που αποτέλεσαν την αντικειμενική βάση για την αναβίωση, μ' έναν τρόπο - ύστερα από το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας - του λεγόμενου «Μακεδονικού ζητήματος».
Τέτοια ζητήματα ήταν:
-- Η πολιτική των διακρίσεων και των διώξεων που ακολούθησε η άρχουσα τάξη της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο απέναντι στους Σλαβόφωνους, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του '50 και του '60. Αυτή η πολιτική δεν βοηθούσε σημαντικό κομμάτι από τους Σλαβόφωνους να νιώσουν ισότιμοι πολίτες με τον υπόλοιπο πληθυσμό.
-- Το πρόβλημα των πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι, ως «μη Ελληνες το γένος» (σύμφωνα με τις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις), δεν είχαν το δικαίωμα και δεν έχουν ακόμα, όχι μόνο του επαναπατρισμού, αλλά και των απλών επισκέψεων.
-- Η οικονομική καθυστέρηση της περιοχής (Ν. Φλώρινας και Καστοριάς, βόρειο τμήμα του Ν. Πέλλας, συνολικά η Δυτ. Μακεδονία), η οποία κατά κύριο λόγο οφειλόταν στη μετεμφυλιακή πολιτική της μισαλλοδοξίας και ενίσχυε το αίσθημα του πολίτη β' κατηγορίας σ' αυτές τις περιοχές.
-- Η ίδια η πολιτική της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη από το Βελιγράδι, κυρίως μετά το 1985), που συνέχιζε να κάνει λόγο για «μακεδονική» εθνότητα και για καταπιεσμένες μειονότητες στην ελληνική και βουλγαρική Μακεδονία.
-- Η αξιοποίηση και υπόθαλψη του προβλήματος από τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές, ιδιαίτερα στις κοινότητες των μεταναστών.
Με την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων, άνοιξε ο δρόμος για την ανοιχτή ιμπεριαλιστική επέμβαση στα Βαλκάνια και την επιβολή της «Νέας Τάξης». Τα μέσα αυτής της επέμβασης ήταν πολύμορφα: Από την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» μέχρι την ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση. Ενα από τα βασικά ήταν η αξιοποίηση και υπόθαλψη των (υπαρκτών και ανύπαρκτων) μειονοτικών ζητημάτων και η καλλιέργεια του εθνικισμού.
Ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας ήταν, πριν απ' όλα, αποτέλεσμα αυτής της επέμβασης. Υπήρχαν υπαρκτά προβλήματα στις σχέσεις των πρώην Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών (αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, της στρεβλής ανάπτυξης του σοσιαλισμού), αλλά, δίχως την ιμπεριαλιστική επέμβαση, δεν θα διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία.
Οι ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων (τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ), αλλά και των άλλων πολιτικών δυνάμεων, πλην ΚΚΕ, είναι τεράστιες, μιας και συνταυτίστηκαν με την πολιτική του ιμπεριαλισμού.
Ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας αναζωπύρωσε, μ' έναν τρόπο, το «Μακεδονικό ζήτημα», κυρίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της χώρας μας με την ΠΓΔΜ, την έξαρση του εθνικισμού, αλλά και προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην περιοχή μας.
Οταν δημιουργήθηκε το νεοσύστατο κράτος της ΠΓΔΜ, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας, πλην ΚΚΕ, αλλά και διάφοροι άλλοι κύκλοι (Εκκλησία, πανεπιστημιακοί, ΜΜΕ κ.ά.) καλλιέργησαν έναν άκρως επικίνδυνο εθνικισμό, πρόβαλαν εδαφικές διεκδικήσεις και προχώρησαν στην αδιέξοδη πολιτική της ονοματολογίας, πολιτική που όξυνε ακόμα περισσότερο τα προβλήματα που υπήρχαν.
Απ' την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Σκοπίων και διάφοροι εθνικιστικοί κύκλοι στην ΠΓΔΜ, έχοντας την υποστήριξη των ιμπεριαλιστών, πρόβαλαν έντονα το ζήτημα της αναγνώρισης «μακεδονικής» εθνότητας (και αντίστοιχα αλύτρωτης «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας στο έδαφος της ελληνικής Μακεδονίας), εδαφικών διεκδικήσεων κ.ά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα (μικρό σχετικά) κομμάτι των Σλαβόφωνων της περιοχής μας πρόβαλε το αίτημα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των «ντόπιων Μακεδόνων» και της αναγνώρισης «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας. Δειλά στην αρχή, πιο έντονα στη συνέχεια.
Η κίνηση αυτή, σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτούμενη από την έξαρση του εθνικισμού και με την καθοδήγηση ξένων κέντρων, έγινε προσπάθεια να βρει πολιτική έκφραση. Ετσι, δημιουργήθηκε η οργάνωση «ΜΑΚIΒΕ - Ουράνιο Τόξο», η οποία κατέβηκε αυτόνομα στις τελευταίες βουλευτικές (ανεξάρτητος υποψήφιος), ευρωβουλευτικές και νομαρχιακές εκλογές του 1994 (ψηφοδέλτιο). Η εκλογική της επιρροή είναι μικρή (5,38% στις ευρωεκλογές, 3,30% στις νομαρχιακές) και, πάντως, μικρότερη απ' ό,τι και οι ίδιοι υπολόγιζαν. Το επικίνδυνο, όμως, δεν είναι αυτό. Το επικίνδυνο είναι ότι η κίνηση αυτή εξυπηρετεί αντικειμενικά τα αποσταθεροποιητικά σχέδια των ιμπεριαλιστών στην περιοχή, οι οποίοι την κατευθύνουν και την ενισχύουν πολύμορφα (οικονομικά και πολιτικά). Οι περισσότεροι από αυτούς που ακολουθούν την κίνηση αυτή είναι άτομα καταπιεσμένα και παρασυρμένα. Ομως, τα ηγετικά της στελέχη, πολλά με ύποπτο πολιτικό παρελθόν, παίζουν ρόλο ύποπτο, δεν κρύβουν τις διασυνδέσεις τους με τους Αμερικανούς και κινούνται σε θέσεις εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές.
Οπως και να 'χει, γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να διαμορφωθεί σ' ένα τμήμα των Σλαβόφωνων «μακεδονική» εθνική συνείδηση και να αναβιώσει το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα». Απ' την άλλη μεριά, οι ελληνικές κυβερνήσεις με την αδιέξοδη πολιτική τους, με την καλλιέργεια του εθνικισμού και την ταυτόχρονη υπόκλισή τους στα κελεύσματα της EE και των ΗΠΑ, με το να μην επιλύονται υπαρκτά προβλήματα, με το εμπάργκο κ.λπ., δεν βοηθούν στην επίλυση του προβλήματος. Αντίθετα, το συντηρούν και το οξύνουν.
Οι θέσεις του ΚΚΕ
Το ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή, κατήγγειλε την ιμπεριαλιστική επέμβαση στα Βαλκάνια και αποκάλυψε το ρόλο του ιμπεριαλισμού (τόσο της EE όσο και των ΗΠΑ) στο διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Αντιτάχθηκε στην αδιέξοδη πολιτική της ονοματολογίας και στο κύμα εθνικισμού και πατριδοκαπηλείας που καλλιεργούσαν οι αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις. Κάλεσε την κυβέρνηση να προβάλει αντιστάσεις στους διεθνείς οργανισμούς όπου συμμετέχει η Ελλάδα και να αναλάβει φιλειρηνικές πρωτοβουλίες στην περιοχή. Τόνισε την ανάγκη της ανάπτυξης ενός πολύμορφου φιλειρηνικού κινήματος μέσα στο λαό, του μόνου ικανού για να βάλει φρένο στον εθνικισμό και στα σχέδια του ιμπεριαλισμού.
Σχετικά με τις σχέσεις της χώρας μας με την ΠΓΔΜ: Για μας το κύριο δεν είναι το όνομα. Για μας το κύριο ζήτημα είναι η ύπαρξη εγγυήσεων, σε ό,τι αφορά το απαραβίαστο και την ασφάλεια των συνόρων, καθώς και τη μη ύπαρξη εδαφικών, μειονοτικών και άλλων διεκδικήσεων από καμιά πλευρά. Η οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης, ώστε οι γειτονικοί λαοί να ζήσουν ειρηνικά και ν' αναπτύξουν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, Είμαστε αντίθετοι στο εμπάργκο κατά του γειτονικού κράτους και, από την πρώτη στιγμή, προτείναμε απευθείας συνομιλίες, χωρίς τη διαμεσολάβηση των ιμπεριαλιστών.
Σχετικά με το ζήτημα των μειονοτήτων, γενικά:
Πιστεύουμε ότι πρέπει να αποτελούν γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους λαούς και όχι να αξιοποιούνται για τη δημιουργία τριβών και διεκδικήσεων. Είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφή εθνικής, θρησκευτικής, φυλετικής, γλωσσικής, κοινωνικής και άλλης καταπίεσης και απαιτούμε πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους.
Σχετικά με το πρόβλημα που υπάρχει στην περιοχή μας. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: Υπάρχουν Σλαβόφωνοι. Υπάρχει πληθυσμός σλαβικής καταγωγής. Ολοι είναι Ελληνες πολίτες και πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφής διάκριση σε βάρος τους και την αντιπαλεύουμε όπου και στο βαθμό που υπάρχει. Υποστηρίζουμε τον ελεύθερο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων που στερούνται αυτό το δικαίωμα «λόγω γένους». Υποστηρίζουμε την κατάργηση του εμπάργκο, το άνοιγμα των συνόρων και την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και ισότιμης συνεργασίας με τους γείτονές μας. Υποστηρίζουμε, γενικότερα, την οικονομική, την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής.
Δεν είναι σωστό όμως να δεχτούμε την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας, για τους εξής λόγους:
Σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη «Εθνος είναι ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινότητας της γλώσσας, του εδάφους, της οικονομικής ζωής και της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται στην κοινότητα του πολιτισμού». Με βάση αυτήν την αντίληψη, δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος (και αντίστοιχα ύπαρξη μακεδονικής εθνικής μειονότητας, ως κομμάτι αυτού του έθνους που έμεινε έξω από τα σύνορά του). Στο γεωγραφικό έδαφος της Μακεδονίας διασταυρώθηκαν πάρα πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί, που, για πολλούς αιώνες, έζησαν δίχως σύνορα και ανέπτυξαν μεταξύ τους πολύμορφες σχέσεις. Μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, η γεωγραφική Μακεδονία χωρίστηκε στα τρία και κάθε λαός ακολούθησε τον δικό του δρόμο ανάπτυξης. Οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν από τις γενικότερες εξελίξεις των τελευταίων 80 χρόνων. Μάλιστα, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι λαοί έζησαν και σε διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Επομένως, είναι αντιεπιστημονικοί οι ισχυρισμοί για ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους και, μάλιστα, από αρχαιοτάτων χρόνων. Το έθνος δεν δημιουργείται ούτε στο δουλοκτητικό σύστημα, ούτε στη φεουδαρχία. Είναι προϊόν κυρίως των καπιταλιστικών σχέσεων. Αλλά ούτε και όλοι οι Σλαβόφωνοι έχουν ταυτόσημη εθνική συνείδηση. Η γλώσσα, από μόνη της, δεν προσδιορίζει το έθνος, αν λείπουν και τα άλλα στοιχεία που προαναφέραμε (και, πριν απ' όλα, η κοινωνικοοικονομική βάση).
Η αλήθεια είναι ότι γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να διαμορφωθεί σ' ένα τμήμα των Σλαβόφωνων «μακεδονική» εθνική συνείδηση. Είναι μια προσπάθεια που συνειδητά επιδιώκει να δημιουργήσει προβλήματα, στο πλαίσιο της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε». Τελευταία, μάλιστα, λανσάρεται, από κύκλους των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και με τα ψηφίσματα της ΔΑΣΕ η ιδέα του «αυτοπροσδιορισμού». Ομως υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που προσδιορίζουν σε ποιο έθνος ή σε ποια πληθυσμιακή ομάδα ανήκει κάποιος. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Ενωση, οι ιμπεριαλιστές γενικότερα επιδιώκουν, απ' τη μια μεριά, τη δημιουργία μικρών και αδύναμων κρατών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (και όχι μόνο), πραγματικών δορυφόρων τους, και, από την άλλη, την ενίσχυση των φυγόκεντρων τάσεων στο εσωτερικό των χωρών - μελών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος για αποδυνάμωση των εθνικών κρατών που παραδοσιακά υπήρχαν, για να προχωρήσει η πολιτική ενοποίηση της EE, με τη δημιουργία ενός αυταρχικού ομοσπονδιακού υπερκράτους, υπό την απόλυτη κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου και των πολυεθνικών.
Ενας ακόμη λόγος που υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο είναι και το γεγονός ότι τυχόν αναγνώριση «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θα αποτελέσει, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση των συνόρων και του εδαφικού status στην περιοχή (κάτι, άλλωστε, που ορισμένοι το λένε ανοιχτά).

26 Μαΐ 2018

Επίθεση Χρυσαυγιτών στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος καταγγέλλει η οργάνωση ΟΡΜΑ

Τραμπούκικη επίθεση με λοστάρια καταγγέλλει η οργάνωση ΟΡΜΑ από χρυσαυγίτες που δραστηριοποιούνται στο δουλεμπορικό εργοδοτικό σωματείο της ΧΑ στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η επίθεση έγινε το μεσημέρι του Σαββάτου, όταν μέλη της οργάνωσης μοίραζαν φυλλάδια στους δρόμους της πόλης.
Η αστυνομία προχώρησε σε 22 προσαγωγές, ανάμεσά τους και μελών της ΟΡΜΑ, ενώ αναφέρεται συγκέντρωση ατόμων προς συμπαράστασή τους έξω από τη ΓΑΔΑ πριν λίγη ώρα. Υπενθυμίζεται πως δεν είναι η πρώτη φορά που η ΧΑ προβαίνει σε βίαιες επιθέσεις στην περιοχή, καθώς λίγες μέρες πριν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013 είχε σημειωθεί δολοφονική επίθεση κατά μελών του ΠΑΜΕ, από την οποία τυχαία μόνο δεν υπήρξαν θύματα.
Με πληροφορίες από naftemporiki.gr

Υπεξαίρεση πάνω από 5 εκατ. ανθρωπιστικής βοήθειας από ΜΚΟ της Εκκλησίας

Την ενοχή του Δημήτρη Φουρλεμάδη -πρώην επικεφαλής της ΜΚΟ της Εκκλησίας “Αλληλεγγύη”– εισηγήθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, η εισαγγελέας Έδρας Ιωάννα Τσάλη.
O Δ. Φουρλεμάδης δικάζεται με άλλους τρεις, κατηγορούμενος για απιστία και υπεξαίρεση μεγάλων ποσών από τα ταμεία της οργάνωσης, πριν περίπου δώδεκα χρόνια.
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την υπεξαίρεση σε συνδυασμό με την επιβαρυντική περίσταση του νόμου 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου, αλλά να μην εφαρμοστεί για τον κατηγορούμενο η συγκεκριμένη επιβαρυντική διάταξη σε ό,τι αφορά την απιστία στην υπηρεσία και να μετατραπεί η κατηγορία σε απλή απιστία κακουργηματικού βαθμού.
Η εισαγγελέας ζήτησε, επίσης, να κηρυχθεί ένοχη η πρώην διευθύντρια εσωτερικού ελέγχου της ΜΚΟ για την κατηγορία της απλής συνέργειας στις πράξεις του Φουρλεμάδη ενώ ζήτησε τη μετατροπή της κατηγορίας από κακουργηματικού βαθμού σε πλημμέλημα για τους άλλους δύο κατηγορούμενους, οικονομικούς επιθεωρητές της Εκκλησίας.
Όσον αφορά τους δύο οικονομικούς επιθεωρητές, σύμφωνα με την κ. Τσάλη, η κακουργηματική κατηγορία της ψευδούς βεβαιώσεως για την οποία δικάστηκαν θα πρέπει να μετατραπεί σε πλημμεληματικού βαθμού και ακολούθως να απαλλαγούν λόγω παραγραφής του αδικήματος.
Το παραπεμπτικό βούλευμα για την υπόθεση αναφέρει ότι ο Φουρλεμάδης ιδιοποιήθηκε παράνομα 5,6 εκατομμύρια ευρώ που είχαν πιστωθεί από το υπουργείο Εξωτερικών το 2005, για να σταλεί ανθρωπιστική βοήθεια στο Ιράκ, τα οποία φαίνεται να δαπανήθηκαν για άλλους σκοπούς και με παραστατικά που αφορούσαν ανάγκες της οργάνωσης. Το βούλευμα αναφέρεται επίσης και σε άλλες επιχορηγήσεις μικρότερων ποσών που είχαν δοθεί για φιλανθρωπικές αποστολές όπως και για ποσό 258.000 ευρώ που δόθηκαν ως αποζημίωση σε μεταφορική εταιρία, με την οποία είχε κλειστεί συμφωνία μεταφοράς πουλερικών, που όμως δεν έγινε διότι δεν είχε βρεθεί ούτε ο προορισμός της φιλανθρωπικής αποστολής αλλά ούτε και το εμπόρευμα.
Κατά την εισαγγελική λειτουργό στο δικαστήριο αποδείχθηκε ότι πράγματι επιχορηγήσεις που δόθηκαν στην “Αλληλεγγύη” από το υπουργείο Εξωτερικών για διάφορες φιλανθρωπίες, ιδιοποιήθηκαν παράνομα από τον εντολοδόχο και διαχειριστή της ΜΚΟ Δημήτρη Φουρλεμάδη. Όπως ανέφερε η εισαγγελέας στην αγόρευση της, ο άλλοτε επικεφαλής της ΜΚΟ ιδιοποιήθηκε παράνομα ποσό 5,1 εκατομμυρίων ευρώ από τα 5,6 εκατομμύρια ευρώ που ήταν η προκαταβολή χορηγίας του υπουργείου για αποστολή κατεψυγμένων πουλερικών σε Ζιμπάμπουε, Μαλάουι και Ερυθραία. Επίσης, η εισαγγελέας καταλόγισε στον Φουρλεμάδη και συνολικό ποσό 450.000 ευρώ από 5 διαφορετικές χορηγίες του ΥΠΕΞ από το 2005 ως το 2007.
Η εισαγγελέας αναφερόμενη σε “ανοίκειες πληρωμές” τόνισε ότι τα επίμαχα ποσά δαπανήθηκαν για ανάγκες της ΜΚΟ, πληρωμές σε επικοινωνιολόγους, μισθοδοσίες κ.α., ενώ τόνισε ότι όταν ζητήθηκαν πίσω τα χρήματα από το ΥΠΕΞ η “Αλληλεγγύη” δανείστηκε από γνωστό εφοπλιστή για να τα επιστρέψει. Ακολούθησε όπως είπε η εισαγγελέας νέα επιχορήγηση από το ΥΠΕΞ για αποστολή πουλερικών στο Ιράκ με την προκαταβολή της οποίας, ύψους και πάλι 5,6 εκατομμυρίων ευρώ, εξοφλήθηκε το δάνειο στον εφοπλιστή.
“Ο κατηγορούμενος Δημήτρης Φουρλεμάδης κινήθηκε δόλια”, είπε η εισαγγελέας και τόνισε ότι με τις πράξεις του παραπλάνησε το υπουργείο Εξωτερικών για να λάβει νέα επιχορήγηση.
Να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρεται στο βούλευμα, το πρόγραμμα για το Ιράκ δεν εκτελέστηκε ποτέ καθώς η ποσότητα πουλερικών που προορίζονταν για τη φιλανθρωπική αποστολή εντοπίστηκαν αλλοιωμένα και κατασχέθηκαν. Το υπουργείο ζήτησε και πάλι πίσω τα χρήματα, συνολικά ποσό 6,4 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς αυτή τη φορά να τα εισπράξει, ενώ προς ικανοποίησή του έχουν τεθεί σε καθεστώς δέσμευσης περιουσιακά στοιχεία της οργάνωσης αλλά και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Απολογούμενοι και οι τέσσερις κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όσα τους καταλογίζονται, ενώ ο Φουρλεμάδης στην απολογία του τόνισε πως δεν οικειοποιήθηκε χρήματα από τη ΜΚΟ και ότι διέθεσε όλα τα ποσά για ανάγκες της οργάνωσης. Είπε επίσης ότι “ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος έφερνε τα προγράμματα απευθείας από το ΥΠΕΞ. Όταν αρρώστησε ήταν πολιτική βούληση να μην ολοκληρωθεί το πρόγραμμα με τα κοτόπουλα”.

Για το Μακεδονικό ζήτημα

Αναδημοσιεύουμε από το σημερινό Ριζοσπάστη ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο του 95′, από ένα κείμενο του ΠΓ του ΚΚΕ, που είχε συζητηθεί εσωκομματικά στην Οργάνωση Περιοχής της Δυτικής Μακεδονίας, κι εξετάζει το ζήτημα τόσο ιστορικά, όσο και στη σημερινή του διάσταση.
Ορισμένες ιστορικές πλευρές του ζητήματος
Στην ελληνική, αλλά και στην παγκόσμια ιστοριογραφία, το «Μακεδονικό ζήτημα» αναφέρεται ως μέρος του γνωστού «Ανατολικού ζητήματος». Ομως, μεταξύ του «Ανατολικού» και του «Μακεδονικού ζητήματος» υπήρξε μια ουσιαστική διαφορά:
Το πρώτο ήταν, κυρίως, αγώνας των ευρωπαϊκών δυνάμεων για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το μοίρασμα των οθωμανικών εδαφών ανάμεσά τους. Το δεύτερο υπήρξε ένας αδυσώπητος αγώνας, διαπλεκόμενων διεκδικήσεων, τριβών και ένοπλων αναμετρήσεων, για την προσάρτηση των εδαφών του γεωγραφικού διαμερίσματος της Μακεδονίας, μεταξύ των γειτονευομένων με αυτό, βαλκανικών κρατών, που υποκινούνταν και ενθαρρύνονταν από τις τότε μεγάλες δυνάμεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους.
Το 1878, με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου και τις αποφάσεις του Συνεδρίου του Βερολίνου, δίπλα στα τρία βαλκανικά κράτη που υπήρχαν (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο), εμφανίστηκε και ένα τέταρτο, η Βουλγαρία, που τα σύνορά της εκτείνονταν από τον Δούναβη έως το Αιγαίο. Μεταξύ των τεσσάρων αυτών βαλκανικών κρατών, εξακολουθούσε και μετά το 1878 να υπάρχει μια οθωμανική ζώνη, η οποία άρχιζε από την Κωνσταντινούπολη και εκτεινόταν μέχρι την Πρέβεζα και το Δυρράχιο και χώριζε τα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη.
Κοινή, λοιπόν, επιδίωξη και των τεσσάρων βαλκανικών κρατών ήταν η απελευθέρωση των αλύτρωτων ομοεθνών τους, που ζούσαν σ’ αυτήν τη ζώνη, και η προσάρτηση αυτών των οθωμανικών εδαφών. Καθένα από αυτά τα κράτη έβλεπε με διαφορετικά κριτήρια τη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής: Οι Ελληνες έβλεπαν κυρίως Ελληνες, οι Βούλγαροι Βούλγαρους και οι Σέρβοι Σέρβους. Για τη δικαιολόγηση των διεκδικήσεών τους, καθένα από τα βαλκανικά κράτη χρησιμοποιούσε διάφορα επιχειρήματα ή προσχήματα.
Οπως είναι γνωστό, οι Σλάβοι κατέβηκαν στη Νότια Βαλκανική μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα.
Για πολλούς αιώνες οι πληθυσμοί της Μακεδονίας ζούσαν χωρίς σύνορα. Ερχονταν σε επαφή μεταξύ τους, συναλλάσσονταν και ανέπτυσσαν πολύμορφες σχέσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ένα μέρος του πληθυσμού – κυρίως στην ύπαιθρο – να μιλά τη σλαβική διάλεκτο. Ομως, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο υπήρχαν και πληθυσμοί που μιλούσαν την ελληνική, την αλβανική (αρβανίτικη), την εβραϊκή, την αρμένικη, την τουρκική και την κουτσοβλάχικη ή αρουμανική. Υπήρχαν, επίσης, και πληθυσμοί που χρησιμοποιούσαν ένα μεικτό γλωσσικό ιδίωμα – κάτι μεταξύ βουλγαρικής και σερβικής γλώσσας, με πλήθος από αλβανικές, τουρκικές και ελληνικές λέξεις παραφθαρμένες. Ολα αυτά, βέβαια, δεν συνιστούν καμιά χωριστή «μακεδονική» γλώσσα. Είναι, επομένως, αντιιστορικοί και αvτιεπιστημονικοί oι ισχυρισμοί περί ύπαρξης χωριστής και μάλιστα ενιαίας «μακεδονικής» γλώσσας.
Ομως, ούτε η εθνολογική σύνθεση της επίμαχης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας δεν τεκμηριώνει επιστημονικά τους ισχυρισμούς περί ύπαρξης χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας. Τέτοια εθνότητα δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρχαν στη Μακεδονία πληθυσμοί ελληνόφωνοι – ελληνικής καταγωγής, Σλαβόφωνοι – σλαβικής καταγωγής (Σέρβοι, Βούλγαροι, Σλάβοι γενικά), Σλαβόφωνοι ελληνικής καταγωγής (γραικομάνοι), Αρβανίτες, Βλάχοι (Ελληνοβλάχοι και Ρουμανοβλάχοι), Τούρκοι, Αρμένηδες και Εβραίοι, αλλά σε καμιά περίπτωση χωριστή «μακεδονική» εθνότητα.
Το «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρξε απλά μια εθνικιστική διαμάχη, κυρίως ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, όπως ισχυρίζεται η άρχουσα τάξη της χώρας μας (και όχι μόνο). Προϋπήρχαν της εθνικιστικής διαμάχης, αλλά και τη συνοδεύουν οξύτατα κοινωνικά προβλήματα. Η φεουδαρχική εκμετάλλευση, για παράδειγμα, των χριστιανικών πληθυσμών (Ελλήνων και Σλάβων), όχι μόνο από τους Οθωμανούς, αλλά και από το Πατριαρχείο, ώθησε ένα κομμάτι του πληθυσμού – κυρίως στην ύπαιθρο – στη Βουλγαρική Εξαρχεία, μετά την ανακήρυξή της. Απ’ την άλλη μεριά, η μία από τις δύο πολιτικές οργανώσεις των Σλάβων, η IMRO (Σεντραλιστές) – επηρεασμένοι από τους Ιταλούς Καρμπονάρους – πρόβαλε όχι μόνο αντιοθωμανικά, αλλά και αντιφεουδαρχικά συνθήματα (όπως η διανομή της γης) και επηρέαζε σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, ενώ η επίσημη Ελλάδα και η άρχουσα τάξη (τόσο της Ελλάδας όσο και της Βουλγαρίας) έβλεπε με εχθρικό μάτι τέτοια συνθήματα.
Επομένως, η κοινωνικοπολιτική διάσταση του «Μακεδονικού ζητήματος» είναι εξίσου σημαντική, για να μην πούμε σημαντικότερη, από την εθνική, κάτι που η επίσημη Ιστορία διαστρεβλώνει κατάφωρα.
Οπως είναι γνωστό, ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912) είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των υπόδουλων πληθυσμών των περιοχών της Ηπείρου, Μακεδονίας και Δυτ. Θράκης (καθώς και άλλων βαλκανικών περιοχών) από την οθωμανική σκλαβιά. Ομως, ως αποτέλεσμα των κυρίαρχων τάξεων της Βαλκανικής και της υποδαύλισης της εθνικής εχθρότητας και του σωβινισμού από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, το 1913 ξέσπασε ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, με τη λήξη του οποίου (Συνθήκη του Βουκουρεστίου) καθορίστηκαν τελεσίδικα τα σύνορα των βαλκανικών χωρών.
Από το γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, η Ελλάδα πήρε το 51,57%, η Σερβία το 38,32% και η Βουλγαρία το 10,11%. Ας σημειωθεί ότι η νότια περιοχή, που περιήλθε στην Ελλάδα, ταυτιζόταν περίπου με τα όρια: Της λεγόμενης «ιστορικής» Μακεδονίας των κλασικών χρόνων, με μόνη διαφορά ότι μια μικρή λωρίδα παρέμεινε στη σερβική και βουλγαρική περιοχή.
Από τη διανομή, όμως, αυτή των μακεδονικών εδαφών, τα ζητήματα των εθνοτήτων και μειονοτήτων περιπλέχθηκαν, γιατί έξω από τα ελληνικά σύνορα έμειναν ελληνικοί και ελληνόφωνοι πληθυσμοί (π.χ. Μοναστήρι), ενώ, μέσα σ’ αυτά, παρέμεναν αρκετοί Σέρβοι, Βούλγαροι και Σλαβόφωνοι γενικά (π.χ. Δυτ. Μακεδονία). Αντίστοιχα συνέβη και μεταξύ Σερβίας και Βουλγαρίας.
Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά από αυτόν, πραγματοποιήθηκαν μια σειρά ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ των βαλκανικών χωρών, που επέφεραν ριζική αλλαγή στη σύνθεση του πληθυσμού της περιοχής. Ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η εθνολογική σύνθεση του ελληνικού χώρου της Μακεδονίας και της Θράκης άλλαξε ριζικά. Επομένως, η θέση του ΚΚΕ για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη» (στο πλαίσιο της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας) ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν πια στην πραγματικότητα (όπως λαθεμένη ήταν και η θέση της 5ης Ολομέλειας του 1949). Η θέση αυτή ανακλήθηκε το 1935.
Την περίοδο του Μεσοπολέμου, οι εξελίξεις στην ελληνική πολιτική ζωή και ειδικότερα στο μακεδονικό χώρο έδειχναν ότι το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» έτεινε να εκλείψει αντικειμενικά.
Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά γεγονότα, που συντελούσαν στη μεγαλοποίηση του ζητήματος και στην αναβολή της οριστικής επίλυσής του.
Συγκεκριμένα:
— Το Σεπτέμβρη του 1924 υπογράφηκε ελληνο-βουλγαρική συμφωνία (γνωστή ως «Πρωτόκολλο Πολίτη – Κάλφωφ»), που αναγνώριζε ότι όλοι οι Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας ήταν βουλγαρικής καταγωγής. Αυτή η συμφωνία, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην Ελλάδα και διαμαρτυρία της κυβέρνησης της Γιουγκοσλαβίας, θα τους έδινε τη δυνατότητα να επικαλούνται δικαιώματα εθνικής μειονότητας, σύμφωνα με τις αρχές της Κοινωνίας των Εθνών.
— Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου (1936 – 1941) ακολούθησε πολιτική βίαιου εξελληνισμού των Σλαβόφωνων (οι οποίοι δεν είχαν όλοι βουλγαρική ή σερβική συνείδηση, αλλά, πολλοί από αυτούς, ελληνική ή και καμία εθνική συνείδηση, θεωρώντας τον εαυτό τους Σλάβους γενικά). Με αυστηρά διοικητικά μέτρα, απαγόρευσε να μιλούν το γλωσσικό τους ιδίωμα, με εξορίες και άλλες διώξεις, το μόνο που πέτυχε ήταν να σπρώξει ένα κομμάτι τους ψυχικά προς τη Βουλγαρία και ύστερα προς τη Γιουγκοσλαβία και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Οταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, από το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» δεν υπήρχε άλλο ίχνος, παρά οι 80.000 – 100.000 Σλαβόφωνοι της Δυτ. Μακεδονίας, οι οποίοι, όπως προαναφέραμε, δεν ήταν κατ’ ανάγκη Σέρβοι ή Βούλγαροι, αλλά ήταν δυσαρεστημένοι από την ελληνική πολιτική της περιόδου 1936 – 1941.
Οταν οι Βούλγαροι φασίστες, σύμμαχοι του Αξονα, μπήκαν σαν κατακτητές στην ελληνική και σερβική Μακεδονία, προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τους Σλαβόφωνους και, με ποικίλες μεθόδους, να επιφέρουν πληθυσμιακή αλλοίωση. Οταν, όμως, από το 1943 διαφάνηκε ότι ο πόλεμος θα λήξει με ήττα του Αξονα, αλλά και χάρη στην πατριωτική και διεθνιστική δράση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ (που αναγνώρισε την ιδιαιτερότητα αυτού του κομματιού του πληθυσμού), οι Σλαβόφωνοι άρχισαν να απεγκλωβίζονται από την επιρροή των Βουλγάρων και να προσχωρούν στις αντιστασιακές οργανώσεις του ΕΑΜ.
Το καλοκαίρι του 1944, επειδή κάποια τάγματα Σλαβόφωνων που υπάγονταν στον ΕΛΑΣ δεν υπάκουαν σ’ αυτόν, αλλά στους Γιουγκοσλάβους του Τίτο, ο ΕΛΑΣ αναγκάστηκε να τα απομακρύνει προς το γιουγκοσλαβικό έδαφος. Πολλοί από αυτούς, το 1945 (μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας), ξαναγύρισαν και εντάχθηκαν στις γραμμές του ΔΣΕ.
Το Γενάρη του 1949, η 5η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, με εισήγηση του Ζαχαριάδη, για λόγους τακτικής, επανέρχεται στην παλιά θέση για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη». Η θέση αυτή ήταν λαθεμένη, αφού δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, και αποσύρθηκε λίγους μήνες αργότερα.
Με τη λήξη του εμφυλίου, ένα σημαντικό κομμάτι από τους Σλαβόφωνους έφυγε, σαν πολιτικοί πρόσφυγες, στις σοσιαλιστικές χώρες, ενώ ένα άλλο, ως αποτέλεσμα των διώξεων, αλλά και για οικονομικούς λόγους, έφυγε, σαν μετανάστες, στη Δυτ. Ευρώπη και ιδιαίτερα στον Καναδά και την Αυστραλία.
Το «Μακεδονικό ζήτημα», ως ζήτημα τριβών και διεκδικήσεων ανάμεσα στις γειτονικές χώρες, έπαψε να υπάρχει αντικειμενικά.
Στη Γιουγκοσλαβία, ωστόσο, μετά τη ρήξη του Τίτο με τη Σοβιετική Ενωση, διαμορφωνόταν ήδη μια εσωτερική πολιτική, που επρόκειτο να περιπλέξει τις ελληνο-βουλγαρο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις τις επόμενες δεκαετίες. Οι Γιουγκοσλάβοι προωθούσαν την ιδέα να χαρακτηρίσουν τους κατοίκους του γεωγραφικού χώρου της Μακεδονίας χωριστή «μακεδονική» εθνότητα (οι οποίοι ζούσαν όχι μόνο στο γιουγκοσλαβικό κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά και στο ελληνικό και στο βουλγαρικό), που θα είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει στο μέλλον ανεξάρτητη εθνική υπόσταση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια προσπάθεια αναδρομικής ερμηνείας όλης της ιστορίας του Μακεδονικού χώρου, για να θεμελιωθεί η θεωρία της χωριστής «μακεδονικής» εθνότητας, με χωριστή γλώσσα, καταγωγή και ιστορία. Ουσιαστικά πρόκειται για συστηματική πλαστογράφηση της Ιστορίας, που μεταφέρθηκε και σε χώρες υποδοχής μεταναστών (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία).
Την πολιτική του Τίτο την ανέχτηκαν οι μετεμφυλιακές ελληνικές κυβερνήσεις και την υπέθαλψαν οι ιμπεριαλιστές, γιατί, μετά τη σύγκρουσή του με τη Σοβιετική Ενωση, μια τέτοια πολιτική εξυπηρετούσε τα σχέδιά τους για τη δημιουργία προβλημάτων στην περιοχή.
Πάντως, παρά τα όποια προβλήματα που υπήρχαν, χωρίς την ιμπεριαλιστική επέμβαση στην περιοχή και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας, δεν ήταν δυνατόν από μόνα τους να αναβιώσουν το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα», το οποίο ως ζήτημα εδαφικών διεκδικήσεων έπαψε να υπάρχει.
Πώς εκφράζεται το πρόβλημα σήμερα
Κυρίως χάρη στη φιλειρηνική πολιτική των σοσιαλιστικών χωρών και στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, οι διαβαλκανικές σχέσεις, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (και ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της Τελικής Πράξης του Ελσίνκι), πέρασαν μια μακρόχρονη περίοδο συνεχούς βελτίωσης. Αναπτύχθηκαν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας ανάμεσα στις βαλκανικές χώρες, με εξαίρεση την Τουρκία. Αποκορύφωμα αυτής της ανάπτυξης σχέσεων φιλίας και συνεργασίας υπήρξε η διαβαλκανική Διάσκεψη Κορυφής στο Βελιγράδι, το 1988.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα» είχε αντικειμενικά εκλείψει. Για πάνω από 40 χρόνια οι γειτονικοί λαοί έζησαν μεταξύ τους ειρηνικά και ανέπτυξαν σχέσεις φιλίας και πολύμορφης συνεργασίας.
Υπήρχαν, ωστόσο, μερικά ζητήματα που σκίαζαν αυτές τις σχέσεις και που αποτέλεσαν την αντικειμενική βάση για την αναβίωση, μ’ έναν τρόπο – ύστερα από το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας – του λεγόμενου «Μακεδονικού ζητήματος».
Τέτοια ζητήματα ήταν:
— Η πολιτική των διακρίσεων και των διώξεων που ακολούθησε η άρχουσα τάξη της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο απέναντι στους Σλαβόφωνους, ιδιαίτερα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Αυτή η πολιτική δεν βοηθούσε σημαντικό κομμάτι από τους Σλαβόφωνους να νιώσουν ισότιμοι πολίτες με τον υπόλοιπο πληθυσμό.
— Το πρόβλημα των πολιτικών προσφύγων, οι οποίοι, ως «μη Ελληνες το γένος» (σύμφωνα με τις σχετικές Υπουργικές Αποφάσεις), δεν είχαν το δικαίωμα και δεν έχουν ακόμα, όχι μόνο του επαναπατρισμού, αλλά και των απλών επισκέψεων.
— Η οικονομική καθυστέρηση της περιοχής (Ν. Φλώρινας και Καστοριάς, βόρειο τμήμα του Ν. Πέλλας, συνολικά η Δυτ. Μακεδονία), η οποία κατά κύριο λόγο οφειλόταν στη μετεμφυλιακή πολιτική της μισαλλοδοξίας και ενίσχυε το αίσθημα του πολίτη β’ κατηγορίας σ’ αυτές τις περιοχές.
— Η ίδια η πολιτική της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη από το Βελιγράδι, κυρίως μετά το 1985), που συνέχιζε να κάνει λόγο για «μακεδονική» εθνότητα και για καταπιεσμένες μειονότητες στην ελληνική και βουλγαρική Μακεδονία.
— Η αξιοποίηση και υπόθαλψη του προβλήματος από τους Αμερικανούς ιμπεριαλιστές, ιδιαίτερα στις κοινότητες των μεταναστών.
Με την ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων, άνοιξε ο δρόμος για την ανοιχτή ιμπεριαλιστική επέμβαση στα Βαλκάνια και την επιβολή της «Νέας Τάξης». Τα μέσα αυτής της επέμβασης ήταν πολύμορφα: Από την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» μέχρι την ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση. Ενα από τα βασικά ήταν η αξιοποίηση και υπόθαλψη των (υπαρκτών και ανύπαρκτων) μειονοτικών ζητημάτων και η καλλιέργεια του εθνικισμού.
Ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας ήταν, πριν απ’ όλα, αποτέλεσμα αυτής της επέμβασης. Υπήρχαν υπαρκτά προβλήματα στις σχέσεις των πρώην Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών (αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, της στρεβλής ανάπτυξης του σοσιαλισμού), αλλά, δίχως την ιμπεριαλιστική επέμβαση, δεν θα διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία.
Οι ευθύνες των ελληνικών κυβερνήσεων (τόσο της ΝΔ όσο και του ΠΑΣΟΚ), αλλά και των άλλων πολιτικών δυνάμεων, πλην ΚΚΕ, είναι τεράστιες, μιας και συνταυτίστηκαν με την πολιτική του ιμπεριαλισμού.
Ο διαμελισμός της Γιουγκοσλαβίας αναζωπύρωσε, μ’ έναν τρόπο, το «Μακεδονικό ζήτημα», κυρίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της χώρας μας με την ΠΓΔΜ, την έξαρση του εθνικισμού, αλλά και προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην περιοχή μας.
Οταν δημιουργήθηκε το νεοσύστατο κράτος της ΠΓΔΜ, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας μας, πλην ΚΚΕ, αλλά και διάφοροι άλλοι κύκλοι (Εκκλησία, πανεπιστημιακοί, ΜΜΕ κ.ά.) καλλιέργησαν έναν άκρως επικίνδυνο εθνικισμό, πρόβαλαν εδαφικές διεκδικήσεις και προχώρησαν στην αδιέξοδη πολιτική της ονοματολογίας, πολιτική που όξυνε ακόμα περισσότερο τα προβλήματα που υπήρχαν.
Απ’ την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Σκοπίων και διάφοροι εθνικιστικοί κύκλοι στην ΠΓΔΜ, έχοντας την υποστήριξη των ιμπεριαλιστών, πρόβαλαν έντονα το ζήτημα της αναγνώρισης «μακεδονικής» εθνότητας (και αντίστοιχα αλύτρωτης «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας στο έδαφος της ελληνικής Μακεδονίας), εδαφικών διεκδικήσεων κ.ά.
Σε αυτό το πλαίσιο, ένα (μικρό σχετικά) κομμάτι των Σλαβόφωνων της περιοχής μας πρόβαλε το αίτημα της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των «ντόπιων Μακεδόνων» και της αναγνώρισης «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας. Δειλά στην αρχή, πιο έντονα στη συνέχεια.
Η κίνηση αυτή, σε μεγάλο βαθμό τροφοδοτούμενη από την έξαρση του εθνικισμού και με την καθοδήγηση ξένων κέντρων, έγινε προσπάθεια να βρει πολιτική έκφραση. Ετσι, δημιουργήθηκε η οργάνωση «ΜΑΚIΒΕ – Ουράνιο Τόξο», η οποία κατέβηκε αυτόνομα στις τελευταίες βουλευτικές (ανεξάρτητος υποψήφιος), ευρωβουλευτικές και νομαρχιακές εκλογές του 1994 (ψηφοδέλτιο). Η εκλογική της επιρροή είναι μικρή (5,38% στις ευρωεκλογές, 3,30% στις νομαρχιακές) και, πάντως, μικρότερη απ’ ό,τι και οι ίδιοι υπολόγιζαν. Το επικίνδυνο, όμως, δεν είναι αυτό. Το επικίνδυνο είναι ότι η κίνηση αυτή εξυπηρετεί αντικειμενικά τα αποσταθεροποιητικά σχέδια των ιμπεριαλιστών στην περιοχή, οι οποίοι την κατευθύνουν και την ενισχύουν πολύμορφα (οικονομικά και πολιτικά). Οι περισσότεροι από αυτούς που ακολουθούν την κίνηση αυτή είναι άτομα καταπιεσμένα και παρασυρμένα. Ομως, τα ηγετικά της στελέχη, πολλά με ύποπτο πολιτικό παρελθόν, παίζουν ρόλο ύποπτο, δεν κρύβουν τις διασυνδέσεις τους με τους Αμερικανούς και κινούνται σε θέσεις εθνικιστικές και αντικομμουνιστικές.
Οπως και να ‘χει, γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να διαμορφωθεί σ’ ένα τμήμα των Σλαβόφωνων «μακεδονική» εθνική συνείδηση και να αναβιώσει το παλιό «Μακεδονικό ζήτημα». Απ’ την άλλη μεριά, οι ελληνικές κυβερνήσεις με την αδιέξοδη πολιτική τους, με την καλλιέργεια του εθνικισμού και την ταυτόχρονη υπόκλισή τους στα κελεύσματα της EE και των ΗΠΑ, με το να μην επιλύονται υπαρκτά προβλήματα, με το εμπάργκο κ.λπ., δεν βοηθούν στην επίλυση του προβλήματος. Αντίθετα, το συντηρούν και το οξύνουν.
Οι θέσεις του ΚΚΕ
Το ΚΚΕ, από την πρώτη στιγμή, κατήγγειλε την ιμπεριαλιστική επέμβαση στα Βαλκάνια και αποκάλυψε το ρόλο του ιμπεριαλισμού (τόσο της EE όσο και των ΗΠΑ) στο διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Αντιτάχθηκε στην αδιέξοδη πολιτική της ονοματολογίας και στο κύμα εθνικισμού και πατριδοκαπηλείας που καλλιεργούσαν οι αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις. Κάλεσε την κυβέρνηση να προβάλει αντιστάσεις στους διεθνείς οργανισμούς όπου συμμετέχει η Ελλάδα και να αναλάβει φιλειρηνικές πρωτοβουλίες στην περιοχή. Τόνισε την ανάγκη της ανάπτυξης ενός πολύμορφου φιλειρηνικού κινήματος μέσα στο λαό, του μόνου ικανού για να βάλει φρένο στον εθνικισμό και στα σχέδια του ιμπεριαλισμού.
Σχετικά με τις σχέσεις της χώρας μας με την ΠΓΔΜ: Για μας το κύριο δεν είναι το όνομα. Για μας το κύριο ζήτημα είναι η ύπαρξη εγγυήσεων, σε ό,τι αφορά το απαραβίαστο και την ασφάλεια των συνόρων, καθώς και τη μη ύπαρξη εδαφικών, μειονοτικών και άλλων διεκδικήσεων από καμιά πλευρά. Η οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης, ώστε οι γειτονικοί λαοί να ζήσουν ειρηνικά και ν’ αναπτύξουν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, Είμαστε αντίθετοι στο εμπάργκο κατά του γειτονικού κράτους και, από την πρώτη στιγμή, προτείναμε απευθείας συνομιλίες, χωρίς τη διαμεσολάβηση των ιμπεριαλιστών.
Σχετικά με το ζήτημα των μειονοτήτων, γενικά:
Πιστεύουμε ότι πρέπει να αποτελούν γέφυρα φιλίας ανάμεσα στους λαούς και όχι να αξιοποιούνται για τη δημιουργία τριβών και διεκδικήσεων. Είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφή εθνικής, θρησκευτικής, φυλετικής, γλωσσικής, κοινωνικής και άλλης καταπίεσης και απαιτούμε πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων τους.
Σχετικά με το πρόβλημα που υπάρχει στην περιοχή μας. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: Υπάρχουν Σλαβόφωνοι. Υπάρχει πληθυσμός σλαβικής καταγωγής. Ολοι είναι Ελληνες πολίτες και πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα. Είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφής διάκριση σε βάρος τους και την αντιπαλεύουμε όπου και στο βαθμό που υπάρχει. Υποστηρίζουμε τον ελεύθερο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων που στερούνται αυτό το δικαίωμα «λόγω γένους». Υποστηρίζουμε την κατάργηση του εμπάργκο, το άνοιγμα των συνόρων και την ανάπτυξη σχέσεων φιλίας και ισότιμης συνεργασίας με τους γείτονές μας. Υποστηρίζουμε, γενικότερα, την οικονομική, την κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής.
Δεν είναι σωστό όμως να δεχτούμε την ύπαρξη «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας, για τους εξής λόγους:
Σύμφωνα με τη μαρξιστική αντίληψη «Εθνος είναι ιστορικά διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων, που εμφανίστηκε πάνω στη βάση της κοινότητας της γλώσσας, του εδάφους, της οικονομικής ζωής και της ψυχοσύνθεσης που εκδηλώνεται στην κοινότητα του πολιτισμού». Με βάση αυτήν την αντίληψη, δεν υπάρχει μακεδονικό έθνος (και αντίστοιχα ύπαρξη μακεδονικής εθνικής μειονότητας, ως κομμάτι αυτού του έθνους που έμεινε έξω από τα σύνορά του). Στο γεωγραφικό έδαφος της Μακεδονίας διασταυρώθηκαν πάρα πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί, που, για πολλούς αιώνες, έζησαν δίχως σύνορα και ανέπτυξαν μεταξύ τους πολύμορφες σχέσεις. Μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, η γεωγραφική Μακεδονία χωρίστηκε στα τρία και κάθε λαός ακολούθησε τον δικό του δρόμο ανάπτυξης. Οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν από τις γενικότερες εξελίξεις των τελευταίων 80 χρόνων. Μάλιστα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι λαοί έζησαν και σε διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Επομένως, είναι αντιεπιστημονικοί οι ισχυρισμοί για ύπαρξη «μακεδονικού» έθνους και, μάλιστα, από αρχαιοτάτων χρόνων. Το έθνος δεν δημιουργείται ούτε στο δουλοκτητικό σύστημα, ούτε στη φεουδαρχία. Είναι προϊόν κυρίως των καπιταλιστικών σχέσεων. Αλλά ούτε και όλοι οι Σλαβόφωνοι έχουν ταυτόσημη εθνική συνείδηση. Η γλώσσα, από μόνη της, δεν προσδιορίζει το έθνος, αν λείπουν και τα άλλα στοιχεία που προαναφέραμε (και, πριν απ’ όλα, η κοινωνικοοικονομική βάση).
Η αλήθεια είναι ότι γίνεται μια συνειδητή προσπάθεια να διαμορφωθεί σ’ ένα τμήμα των Σλαβόφωνων «μακεδονική» εθνική συνείδηση. Είναι μια προσπάθεια που συνειδητά επιδιώκει να δημιουργήσει προβλήματα, στο πλαίσιο της πολιτικής του «διαίρει και βασίλευε». Τελευταία, μάλιστα, λανσάρεται, από κύκλους των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης και με τα ψηφίσματα της ΔΑΣΕ η ιδέα του «αυτοπροσδιορισμού». Ομως υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια που προσδιορίζουν σε ποιο έθνος ή σε ποια πληθυσμιακή ομάδα ανήκει κάποιος. Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Ενωση, οι ιμπεριαλιστές γενικότερα επιδιώκουν, απ’ τη μια μεριά, τη δημιουργία μικρών και αδύναμων κρατών στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη (και όχι μόνο), πραγματικών δορυφόρων τους, και, από την άλλη, την ενίσχυση των φυγόκεντρων τάσεων στο εσωτερικό των χωρών – μελών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος για αποδυνάμωση των εθνικών κρατών που παραδοσιακά υπήρχαν, για να προχωρήσει η πολιτική ενοποίηση της EE, με τη δημιουργία ενός αυταρχικού ομοσπονδιακού υπερκράτους, υπό την απόλυτη κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου και των πολυεθνικών.
Ενας ακόμη λόγος που υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο είναι και το γεγονός ότι τυχόν αναγνώριση «μακεδονικής» εθνικής μειονότητας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, θα αποτελέσει, έτσι κι αλλιώς, το πρώτο βήμα για την αμφισβήτηση των συνόρ

“Καθίστε κάτω να μιλήσουμε κ. Βενιζέλο…” – Μια απεργία των εργατών στον ηλεκτρισμό από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου

Παίρνοντας την αφορμή από την επικαιρότητα, αντιγράφουμε και δημοσιεύουμε μια αναφορά στο συνδικαλιστικό κίνημα στον κλάδο των εργατών στον ηλεκτρισμό, στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν δεν υπήρχε ακόμα ΔΕΗ. Η αναφορά αυτή είναι αποσπάσματα από τις “Αναμνήσεις” του Α. Στίνα, που ασφαλώς δεν ήταν ιστορικός, ούτε και θετικά διακείμενος απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, συνεπώς οι περιορισμοί αυτοί οφείλονται να λαμβάνονται υπόψη -πχ στην κρίση που κάνει στο τέλος του αποσπάσματος. Ωστόσο, έχει μεγάλο ενδιαφέρον η μάλλον άγνωστη ιστορία που διηγείται για μια απεργία στον κλάδο, που μπορούσε να βυθίσει την πρωτεύουσα και το κτίριο της Βουλής στο σκοτάδι, απαιτώντας και πετυχαίνοντας να συνομιλεί με το Βενιζέλο, και να κάμπτει την αδιάλλακτη αλαζονεία του τελευταίου απέναντι στην εργατική τάξη και τις οργανώσεις της. Για αυτό και κρίναμε σκόπιμη και χρήσιμη τη δημοσίευσή της.
Οι πιο συνειδητοί, οι πιο μαχητικοί και οι πιο καλά οργανωμένοι εργάτες σ’ αυτά τα χρόνια στην Αθήνα και στον Πειραιά ήταν οι ναυτεργάτες, οι μηχανουργοί, οι τσιγαράδες, οι τραμβαγέρηδες και οι εργάτες ηλεκτρισμού (παραγωγή, συντήρηση, κίνηση). Αυτοί οι τελευταίοι είχαν με μια σειρά επιτυχών απεργιών πραγματοποιήσει πολύ σοβαρές (με τα μέτρα της εποχής) κατακτήσεις. Εκτός από τα υψηλά ημερομίσθια (πάντα με τα μέτρα της εποχής) και τις υποφερτές συνθήκες εργασίας, το Ταμείο τους Αλληλοβοήθειας (ταμείο προ παντός για τους ασθενείς) το χρηματοδοτούσε η Εταιρία, δίχως καμία δική του επιβάρυνση και δίχως κανένα δικαίωμα ελέγχου σ’ αυτό από την Εταιρία ή το κράτος. Επίσης ο πρόεδρος του Συνδικάτου σ’ όλο το διάστημα της προεδρείας του βρισκόταν σε άδεια με πλήρεις αποδοχές. Δηλαδή τον πλήρωνε κι αυτόν η Εταιρία δίχως να εργάζεται.
Όλοι γενικά οι εργάτες ηλεκτρισμού ήταν ενεργά μέλη του Συνδικάτου. Κι από τους τεχνίτες και τους εργάτες του εργοστασίου παραγωγής, οι περισσότεροι είχαν κατά καιρούς περάσει από το κόμμα. Δύο απ’ αυτούς, ο Μ. Σιδέρης και ο Γ. Παπανικολάου ήταν από τους ιδρυτές του ΚΚΕ και είχαν διατελέσει μέλη της Κεντρικής του Επιτροπής. Οι απεργίες τους, πάντα απροειδοποίητες, ήταν από τα πιο μεγαλειώδη και πιο συγκλονιστικά γεγονότα της εποχής. Η Αθήνα και ο Πειραιάς βυθίζονταν στο σκοτάδι, τα τραμ και ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος σταματούσαν στις γραμμές. Στο εργοστάσιο μπέρδευαν τα καλώδια με τρόπο που αυτοί μονάχα ήξεραν να τα ξεμπερδέψουν και τοποθετούσαν παντού πινακίδες με την προειδοποίηση “Προσοχή κίνδυνος-θάνατος”. Κανείς και ο πιο ειδικός δεν τολμούσε να τα πλησιάσει. Οι απεργοί ήταν συγκεντρωμένοι έξω από το εργοστάσιο ή στα γραφεία του συνδικάτου έτοιμοι να επέμβουν.
Δεν είναι ίσως σε πολλούς γνωστό ένα πολύ χαρακτηριστικό για τη δύναμη των εργατών επιεσόδιο με το Βενιζέλο: Το διοικητικό Συμβούλιο του συνδικάτου ζητάει επιμόνως να γίνει δεκτό από το Βενιζέλο σε ώρα ακατάλληλη, νύχτα και ενώ η νεκραναστημένη Βουλή του 1915 συνεδρίαζε. Φανερά εκνευρισμένος ο Βενιζέλος το δέχεται σε μια από τις αίθουσες της Βουλής, αλλά δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν όσα ήθελαν να του πουν και αυτός τους διακόπτει με τη δήλωση: “απορρίπτονται δίχως συζήτηση” και κινείται προς την έξοδο. Με την τελευταία του λέξη όμως σβήνουν τα φώτα της Βουλής και μαζί με τα φώτα της Βουλής σβήνουν και όλα τα φώτα της Αθήνας και του Πειραιά. Ατάραχος και ήρεμος ο Παπανικολάου, ο πρόεδρος του συνδικάτου, ένας τετραπέρατος τύπος, βγάζει από την τσέπη του ένα σπαρματσέτο, το ανάβει και λέει με πολλή επισημότητα στο Βενιζέλο: “καθίστε κύρε πρόεδρε και ας συνεχίσουμε τη συζήτηση”. Φυσικά ο Βενιζέλος έμεινε, τα αιτήματα έγιναν δεκτά και μόνο τότε τα φώτα ξανανάψανε.
Και όμως αυτοί οι ίδιοι οι εργάτες, που οι περισσότεροί τους είχαν περάσει από το κόμμα, καταλήξανε ύστερα από μερικά χρόνια στα πιο συντηρητικά στοιχεία του κινήματος. Όταν η επιχείρηση πέρασε από τον Πολογιώργη στην Πάουερ, οι κατακτήσεις των εργατών κατοχυρωθήκανε νομικά σ’ όλα τα επίσημα έγγραφα της μεταβίβασης και της σύμβασης με το δημόσιο και την Πάουερ. Αλλά αυτή η κατοχύρωση ίσχυε μόνον για τους εργάτες που εργάζονταν κατά τη σύμβαση και όχι για όσους θα προσελάμβανε η Πάουερ κατόπι. Και η Πάουερ προσέλαβε αμέσως κατόπι εκατοντάδες νέους εργάτες με μεροκάματα πείνας και δίχως τα προνόμια που χαίρονταν πολλοί. Το συνδικάτο όχι μόνο δεν προσπαθούσε να ισχύουν και για τους νέους εργάτες οι κατακτήσεις των παλιών, αλλά αρνιόταν να τους δεχτεί και στο συνδικάτο. Όλες οι προσπάθειες του κόμματος για να αλλάξει στάση το συνδικάτο, είχαν αποτύχει. Εγώ με την ιδιότητα του γραμματέα της Περιφερειακής Πειραιά το 1927-28 πολλές φορές το είχα θέσει στην αρκετά πολυμελή φράξια των ηλεκτροτεχνιτών, αλλά αυτοί ήταν ανένδοτοι. Είχαν οι άνθρωποι εξασφαλίσει μια προνομιούχα θέση σε σχέση με τους άλλους εργάτες και δεν είχαν καμία διάθεση να την διακινδυνεύσουν από λόγους αλληλεγγύης με τους άλλους εργάτες. Εκείνο που έπρεπε να κάνει ένα επαναστατικό κόμμα ήταν να διαγράψει τους ηλεκτροτεχνίτες μέλη του και να τους καταγγείλει και στιγματίσει στην εργατική τάξη. Αυτό όμως δεν έγινε.

ΕΠΙΣΚΟΠΙΑΝΑ αιμοδοσία

Edosa Aima

ΕΞΩΡΑΪΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΙΑΝΩΝ <<ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ>> Την Κυριακή 27 Μαίου και ώρα 10.00-1.00μ.μ έχουμε αιμοδοσία. Παρακαλούμε τους εθελοντές αιμοδότες για την παρουσία τους.Επίσης, να μην ξενυχτήσουν και να μην μπεκροπιούνε το Σάββατο το βράδυ.

TOP READ