Με αφορμή τον τελικό του
Champions League και τα όσα έγιναν εκεί το περασμένο Σάββατο βρήκα την
ευκαιρία να αναδημοσιεύσω ένα καταπληκτικό άρθρο που μου έστειλε ένας
καλός φίλος κι είχε δημοσιευτεί το 2010.
«Ο Μαύρος Αρχηγός»
Το θέμα που πραγματεύεται έχει σχέση με τους αληθινούς θρύλους του ποδοσφαίρου κι όχι με τους σύγχρονους εκατομμυριούχους – μοντελάκια, που μπορεί να κλωτσάνε όμορφα την μπάλα ή να βάζουν πολλά γκολ, αλλά όταν η πίεση είναι μεγάλη είτε καταρρέουν είτε κρύβονται!
Ποδοσφαιριστές που με την (όχι μόνο ποδοσφαιρική) στάση τους έμειναν στην ιστορία πραγματικά αθάνατοι!
Αυτή ξέρουν να εκτιμούν οι φίλαθλοι… κι αυτή είναι που απαιτείται για να έρθει τελικά η επιτυχία.
* * *
Το 1953 η Πενιαρόλ από την
Ουρουγουάη γίνεται η πρώτη ομάδα που αποφασίζει να διαφημίσει στη φανέλα
της μια εταιρεία, πολλά χρόνια πριν οι Ευρωπαίοι μυριστούν ότι υπάρχει
χρήμα στον τομέα του ποδοσφαίρου.
Η
διοίκηση κλείνει τη συμφωνία και οι παίκτες της Πενιαρόλ εμφανίζονται
στον αγωνιστικό χώρο με το όνομα του χορηγού τυπωμένο στις μπλούζες
τους.
Όλοι εκτός από τον αρχηγό,που μπαίνει στο γήπεδο φορώντας την κλασσική, παραδοσιακή φανέλα της ομάδας.
Το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται σε όλα τα παιχνίδια της χρονιάς. Όταν τον ρωτάνε γιατί το κάνει αυτό, απαντάει:
«Στο παρελθόν εμάς τους μαύρους (σ.σ.
ήταν μαυριδερός με ρίζες από την Αφρική, την Ισπανία αλλά και την
Ελλάδα) μας τραβούσαν από ένα χαλκά που μας είχαν περασμένο στην μύτη.
Οι καιροί αυτοί έχουν περάσει πλέον.»
Λίγα χρόνια πριν, το 1945, μετά
από μια σημαντική νίκη επί της Αργεντίνικης Ρίβερ Πλέϊτ, ο πρόεδρος της
Πενιαρόλ υπόσχεται σε όλους τους παίκτες πριμ 250 πέσος και στον αρχηγό
της ομάδας πριμ 500 πέσος.
Ο αρχηγός όμως αντιδρά!
«Δεν έπαιξα περισσότερο ή λιγότερο από
οποιονδήποτε άλλον. Αν πιστεύεις ότι αξίζω 500 πέσος, δώσε σε όλους 500.
Αν οι υπόλοιποι αξίζουν 250, τότε κι εγώ αξίζω τόσα.»
Το αποτέλεσμα; Όλοι οι παίκτες πήραν από 500 πέσος.
Βραζιλιάνικο πρωτοσέλιδο πριν από τον τελικό του Μουντιάλ: «Αυτοί είναι οι πρωταθλητές κόσμου»
Ένα ασθματικό παιδί χωρισμένων γονιών
από μια φτωχή συνοικία, που αντί να πηγαίνει σχολείο πουλούσε εφημερίδες
για να βοηθήσει την οικογένεια του, το οποίο έγινε ο αρχηγός και ηγέτης της εθνικής Ουρουγουάης.
Ο παίκτης που βγήκε μπροστά με
κίνδυνο την καριέρα του στην πρώτη απεργία των Ουρουγουανών παικτών που
ζητούσαν βασικά εργασιακά δικαιώματα (σε μια εποχή που οι διοικήσεις έκαναν ό,τι γούσταραν και οι παίκτες δεν είχαν λόγο ούτε καν για τις μεταγραφές τους), άντεξε
όλες τις λεκτικές επιθέσεις και απειλές των υπευθύνων της Ομοσπονδίας
και αναγκάστηκε να δουλέψει σε οικοδομή για να επιβιώσει, όσο διάστημα συνεχιζόταν η απεργία.
Ο μεγαλύτερος μάγκας που εμφανίστηκε ποτέ στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο
Ο άνθρωπος που σύμφωνα με τις
αμέτρητες ιστορίες – μύθους των Ουρουγουανών κέρδισε σχεδόν μόνος του
τον θρυλικό τελικό του Μουντιάλ του 1950 μέσα στο κατάμεστο Μαρακανά.
Με τους ενθαρρυντικούς μονολόγους του στα αποδυτήρια:
«Όλοι αυτοί στην κερκίδα είναι σαν να είναι ξύλινοι, δεν παίζουν στο χόρτο»,
ήταν πάνω – κάτω μια από τις πιο ιστορικές ατάκες που χρησιμοποίησε για να εμψυχώσει τους τρομοκρατημένους συμπαίκτες του πριν βγουν να παίξουν μπροστά στο μεγαλύτερο κοινό που έχει παρακολουθήσει ποτέ ποδοσφαιρικό αγώνα.
Μερικοί ακόμοι πυχιαίοι τίτλοι: «Η Βραζιλία θα νικήσει» και «Το κύπελλο θα είναι δικό μας»Με την κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία των υπολοίπων πριν το ματς, που περιλάμβανε κατούρημα πάνω σε πρωτοσέλιδα εφημερίδωνπου αποκαλούσαν, πρόωρα, τη Βραζιλία:
«Νέα πρωταθλήτρια».
Με τη μεγαλειώδη εμφάνιση του
στο χόρτο, ειδικά στο δεύτερο ημίχρονο, και με την πανέξυπνη τεχνητή
διακοπή που προκάλεσε μετά το 1-0, πήρε τη μπάλα, πήγε στον Άγγλο διαιτητή να διαμαρτυρηθεί για οφσάιντ και απαίτησε μέχρι και μεταφραστή για να συνεννοηθεί μαζί του.
[…] Μετά από μερικά λεπτά διαβουλεύσεων
και λογομαχιών και αφού ο ενθουσιασμός όλων είχε καταλαγιάσει και οι
κερκίδες είχαν ηρεμήσει προσπαθώντας να συνειδητοποιήσουν γιατί όλος
αυτός ο εκνευρισμός που χαλάει το πάρτι, ο Βαρέλα άφησε επιτέλους τη
μπάλα από τα χέρια του και γυρνώντας προς τους συμπαίκτες του, σε μια
από τις μεγαλύτερες μικρές στιγμές στην ιστορία του παγκοσμίου
ποδοσφαίρου (πιθανόν και τη μεγαλύτερη), φώναξε: «Ωραία, τώρα πάμε να κερδίσουμε»!
Έδωσε έτσι τον απαραίτητα χρόνο
στους συμπαίκτες του να συνέλθουν από το σοκ ενώ ταυτόχρονα πάγωσε πολύ
γρήγορα τις έξαλλες κραυγές 200.000 Βραζιλιάνων που μέχρι τότε
πανηγύριζαν.
Ο Ομπντούλιο Βαρέλα άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Αυγούστου του 1996, λίγους μόλις μήνες μετά το θάνατο της γυναίκας του.
Παρά το γεγονός ότι παραμένει μέχρι και σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους θρύλους της Ουρουγουάης, πέθανε πάμφτωχος έχοντας κερδίσει από το ποδόσφαιρο μόνο το πριμ για την κατάκτηση εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Ούτε καν το χρυσό μετάλλιο δεν πήρε, καθώς η ομοσπονδία της χώρας τα κράτησε γι’ αυτήν, δίνοντας στους παίκτες ασημένια αντίγραφα!
Ένα ποσό που έφτανε ίσα – ίσα για να αγοράσει ένα μεταχειρισμένο Ford του 1931. Κι αυτό του το έκλεψαν μέσα σε μια εβδομάδα.
Αν και για τα κατορθώματα του
γράφτηκαν βιβλία και αμέτρητα αφιερώματα σε εφημερίδες και περιοδικά ο
ίδιος έζησε την υπόλοιπη ζωή του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μαζί με τη γυναίκα του, τα δυο του παιδιά και μερικούς καλούς φίλους.
Δεν εμφανιζόταν σε γιορτές και εκδηλώσεις, δεν έβγαινε σχεδόν ποτέ στην τηλεόραση ή το ράδιο
για να σχολιάσει το σύγχρονο ποδόσφαιρο ή να πει την άποψη του για την
εθνική και δεν απαντούσε στις εκκλήσεις των δημοσιογράφων που του
ζητούσαν να θυμηθεί ιστορίες από το Μουντιάλ της Βραζιλίας.
Ο μόνος λόγος που στο μουσείο
της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Ουρουγουάης υπάρχουν μόνο τα παπούτσια
και η φανέλα που φορούσε στον ιστορικό τελικό στο Μαρακανά είναι γιατί δεν βρέθηκε τρόπος να τοποθετήσουν εκεί τα «κάκαλά» του.
Δεν
μετανιώνω που έκανα αυτήν την ταινία - λέει ο Ελεμ Κλίμοφ. Κάποιος
πρέπει να κάνει τη διαφορά πού και πού, ώστε να γίνει κάτι αξιόλογο! Εδώ
βρίσκεται το μυστικό της καλής δουλειάς. Να μπορείς να προσφέρεις στον
κόσμο κάτι πραγματικά σοβαρό, πραγματικά, μεστό νοήματος!
Ο
σκηνοθέτης Ελεμ Κλίμοφ, γεννήθηκε στο Στάλινγκραντ στις 9 Ιουλίου 1933
σε οικογένεια κομμουνιστών. Το όνομά του είναι ακρωνύμιο των Ενγκελς/
Λένιν/ Μαρξ. Το 1957 αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Αεροπορίας.
Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία κι έπειτα μπήκε στο VGIK, την περίφημη
ανώτατη Κρατική Σχολή Κινηματογράφου, από όπου αποφοίτησε το 1964.
Δούλεψε ως κινηματογραφιστής κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του
σοβιετικού κράτους, μια περίοδο μεταίχμιο, που ο κινηματογράφος
στρεφόταν από τον κοινωνικό ρεαλισμό προς πεδία περισσότερο προσωπικών
δραμάτων ανιχνεύοντας το άτομο / πρόσωπο και το ρόλο του σε μια κοινωνία
σε τροχιά αλλαγής. Ο Κλίμοφ κατόρθωσε να γυρίσει μόνο πέντε μεγάλου
μήκους ταινίες κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Το κύκνειο άσμα του
«ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ» - ταινία για την τεσσαρακοστή επέτειο της
Αντιφασιστικής Νίκης - αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές,
αντιπολεμικές ταινίες παγκοσμίως. Βραβεύτηκε με τη διάκριση της
Καλύτερης Ταινίας και του Βραβείου FIPRESCI, στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Μόσχας του 1985. Ο Κλίμοφ πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 2003.
«Ενιωθα
πολύ άσχημα που δεν είχα γυρίσει μια ταινία για τον πόλεμο - διηγείται ο
σκηνοθέτης. Γεννήθηκα στο Στάλινγκραντ και σαν παιδί είχα φυσικά βιώσει
όλους τους βομβαρδισμούς. Μας θυμάμαι να διασχίζουμε τον Βόλγα και να
περνάμε τα Ουράλια, η μητέρα μου, ο αδερφός μου βρέφος κι εγώ. Ηταν
Οκτώβρης του 1942. Καθόμαστε κάτω από ένα υπόστεγο στο πλοιάριο. Το
Στάλινγκραντ εκτεινόταν στα δεξιά του ποταμού. Ηταν μια μακριά - σαν
σωλήνας - πόλη, είχε μήκος ατέλειωτα χιλιόμετρα και στο βάθος του
ορίζοντα άρχιζε η στέπα και τα βουνά. Η πόλη ολόκληρη είχε τυλιχτεί στις
φλόγες... ακόμα και το ποτάμι καιγόταν! Είχαν βομβαρδίσει έναν
πετρελαϊκό σταθμό που έπεσε στο ποτάμι και το νερό πήρε φωτιά. Μας
βομβάρδιζαν συνεχώς, το νερό έβραζε ...».
«Οι μανάδες κάλυπταν
τα παιδιά με τα κορμιά τους. Εριχναν πάνω μας κουβέρτες, μαξιλάρια ό,τι
έβρισκαν. Εγώ κρυφοκοιτούσα, ήμουν περίεργος. Ο πατέρας μου είχε μείνει
στο Στάλινγκραντ να πολεμήσει. Είμαι φορτισμένος με ανεξίτηλες
αναμνήσεις από κείνη την κόλαση που μέσα μου μένει πάντα ζωντανή! Αυτή, η
προσωπική μου μαρτυρία, ήταν ο κύριος λόγος που με ώθησε να γυρίσω μια
ταινία για τον πόλεμο».
«Ενας ακόμη λόγος ήταν η αίσθηση ότι ο
κόσμος βρισκόταν τότε στο χείλος της καταστροφής. Νιώθαμε στο πετσί μας,
ότι, όπου να 'ναι, θα ξεσπούσε ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Ψυχρός
Πόλεμος είχε φτάσει σε σημείο που η παραμικρή ανισορροπία θα μπορούσε
να οδηγήσει σε παγκόσμια καταστροφή.
Ενας τελευταίος λόγος είχε να
κάνει με την ταινία μου "ΑΓΩΝΙΑ" (ένα αμφιλεγόμενο project για την
60στή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, μια αξιοσημείωτη συνάθροιση
επικαίρων, παλαιών φωτογραφιών και σταδιακά ταμπλό που αναδημιουργούν
τις τελευταίες μέρες της Αυτοκρατορικής Ρώσικης Αυλής). Είχα
απογοητευτεί από μένα - λέει ο Κλίμοφ. Είχα εξαιρετικό πρωτογενές υλικό
και ένα θαυμάσιο επιτελείο. Δεν στάθηκα ικανός να εκφράσω όλες αυτές,
τις ιδιαίτερα πολύπλοκες συναισθηματικές καταστάσεις, που ήθελα να
διερευνήσω. Δεν ήμουν έτοιμος γι' αυτό και μου βγήκε έτσι ένα σύμπλεγμα
κατωτερότητας. Εψαχνα για το υλικό που θα μπορούσε να με αποκαταστήσει
"στα μάτια μου". Τυχαία, έπεσε στα χέρια μου ένα μυθιστόρημα του
Λευκορώσου Αλες Αντάμοβιτς γόνου οικογένειας ανταρτών που έφηβος την
εποχή του πολέμου, θυμόταν τα πάντα. Διάβασα το "Η Ιστορία του Κατίν",
υλικό εξαίρετο λόγω της ζωντανής αφήγησης και της επιδεξιότητας στην
περιγραφή της ναζιστικής κατοχής στη Λευκορωσία και της γενοκτονίας του
πληθυσμού!»
«Γνωρίστηκα μαζί του, τον συμπάθησα πολύ και αρχίσαμε
να γράφουμε μαζί το σενάριο, ακολουθώντας το πνεύμα του βιβλίου.
Τελειώσαμε και αρχίσαμε να ψάχνουμε για τοποθεσίες και ηθοποιούς. Ξέραμε
ότι ο πρωταγωνιστής θα ήταν ένα μικρό αγόρι. Απαιτητικός ο ρόλος με
ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις. Βρήκαμε ένα τέτοιο παιδί από τη
Σιβηρία, 12 χρόνων. Τότε, τυχαία μας φανερώθηκε και ο τίτλος της
ταινίας: ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ».
Το φιλμ του Ελεμ Κλίμοφ αποτελεί ένα
συγκλονιστικό έπος των φρικαλεοτήτων των ναζί και συνιστά απόλυτη
καταδίκη του πολέμου. Η ιδέα, σε ό,τι αφορά το οπτικό αποτέλεσμα ήταν
εξαρχής να μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με ντοκιμαντέρ. Η εικόνα
έπρεπε να εκπέμπει α-χρωματική αίσθηση, η κάμερα - συχνά στον ώμο -
έπρεπε να δημιουργεί την εντύπωση της υποκειμενικότητας στην παρατήρηση
και την κίνησή της, στην καρδιά των γεγονότων και τα ειδικά εφέ να μη
φαντάζουν κίβδηλα. Τα κοστούμια σε αποχρώσεις σκούρες, ώστε να μην
ξεχωρίζουν τα χρώματα. Τα πάντα βρίσκονταν σε αυστηρή αρμονία. Ακόμα και
οι εκρήξεις που είναι αυθεντικές στις σκηνές με τους ναζί.
Δημιουργήθηκε μια τέτοια ατμόσφαιρα που οι ηθοποιοί ένιωθαν στο μεδούλι
τους πραγματικό τρόμο. Πολλά απ' αυτά πραγματοποιούνταν για πρώτη φορά
στην ιστορία του σινεμά.
Στο επίκεντρο της ιστορίας ο 12χρονος
Φλόρια που ξεθάβει ένα χαμένο όπλο και κατατάσσεται στον Κόκκινο Στρατό
ανυπομονώντας να ζήσει σαν παρτιζάνος. Η φαντασίωσή του όμως διαλύεται
όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα. Οι συμπολεμιστές του,
τον αφήνουν πίσω για να τον προστατεύσουν και εκείνος απομένει μόνος.
Συναντά την έφηβη Γκλάσα που κι αυτή έμεινε μόνη της. Μαζί επιστρέφουν
στο χωριό του Φλόρια, όπου ανακαλύπτουν ότι όλοι οι κάτοικοι - και η
οικογένειά του - έχουν σφαγιαστεί. Ο Φλόρια συνεχίζει την περιπλάνηση
και ξεκινά για μια νέα αποστολή: να βρει τροφή για τους αβοήθητους
κατοίκους του γειτονικού χωριού. Στο δρόμο, θα γίνει αυτόπτης μάρτυρας
της σφαγής. Βλέπει τους Ναζί να στοιβάζουν τους ανήμπορους άμαχους σε
μια αποθήκη και να βάζουν φωτιά, αφανίζοντας μαζί και την αθωότητα του
Φλόρια, που εμφανώς αρχίζει να γερνά. Αντιμέτωπος με την κτηνωδία, τα
μαλλιά του ασπρίζουν και το πρόσωπό του γεμίζει ρυτίδες.
Αρχίσαμε,
διηγείται ο Ελεμ Κλίμοφ, τα ιδιαίτερα χρονοβόρα και δύσκολα για τον
μικρό πρωταγωνιστή γυρίσματα στη Λευκορωσία. Ο μικρός ερασιτέχνης
ηθοποιός θα μπορούσε να καταλήξει στο ψυχιατρείο, λόγω των εμπειριών
απόγνωσης που βίωσε κι όχι μόνο στη σκηνή που πνίγονταν στο βάλτο. Ο
βάλτος ήταν πραγματικός, ο αέρας γεμάτος αναθυμιάσεις με διοξείδιο του
άνθρακα να αιωρείται. Μια φορά, μια ρουκέτα εξερράγη στον αέρα ενώ ένα
αλεξίπτωτο έπεφτε την ίδια ώρα. Και όλο αυτό, έπρεπε να το μοντάρουμε σε
μια σεκάνς. Ηταν και εκείνη η τρομαγμένη αγελάδα που παραλίγο να μας
λιώσει όλους...». Ο μικρός Φλόρια εκμυστηρεύτηκε ότι το χειρότερο γι'
αυτόν ήταν οι σκηνές στον ξύλινο αχυρώνα, εκεί που είχε στοιβαχθεί
ολόκληρο το χωριό. «Εκεί μέσα έζησα τη χειρότερη εμπειρία. Κόντεψα να
τρελαθώ».
Το 1943 η ναζιστική λαίλαπα ισοπέδωσε πυρπολώντας τα 628
χωριά - μεταξύ άλλων το Κατίν - κι έκαψε ζωντανούς γυναικόπαιδα και
ηλικιωμένους, το ένα τέταρτο δηλαδή του πληθυσμού. Αυτό είναι ένα μόνο
μέρος της πληθώρας των αδιανόητων φρικαλεοτήτων και βιαιοπραγιών που
οδήγησαν στο θάνατο 2 εκατομμύρια 200 χιλιάδες Λευκορώσων, με τις μνήμες
από το ολοκαύτωμα ακόμα ολοζώντανες! Οι εικόνες καταστροφής στην ταινία
είναι από τις πιο μεγαλειώδεις μαζικές σκηνές του σύγχρονου
κινηματογράφου, ενώ επιτυγχάνεται ένα τέτοιο επίπεδο ασυνήθους έντασης
μέσα από το ορμητικό μοντάζ και τις δυνατές τόσο σε οπτικό όσο και σε
ακουστικό επίπεδο εικόνες που αφήνουν στο θεατή μια σχεδόν φυσική
αίσθηση ερήμωσης. Η απεικόνιση της βίας βγαίνει από τα σπλάχνα της
ταινίας με τον ίδιο τρόπο που αυτή προσεγγίζει και το υπερρεαλιστικό
στοιχείο, κάτι που την καθιστά στιλιστικά πειραματική...
Ο
Αμερικανός ηθοποιός Σον Πεν μιλώντας για την ταινία του Κλίμοφ αναφέρει
ότι πριν κάποια χρόνια ο πατέρας του, βετεράνος σε περισσότερες από 36
αποστολές στο Βερολίνο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, του τηλεφώνησε και
του είπε να αφήσει στην άκρη ό,τι κι αν έκανε για να πάει στο
Πανεπιστήμιο του Λος Αντζελες (UCLA), γιατί το τμήμα μιας σχολής είχε
προγραμματίσει την προβολή μιας ρώσικης ταινίας, ενός κάποιου σκηνοθέτη
ονόματι Κλίμοφ την οποία επ' ουδενί έπρεπε να χάσει. Στον πατέρα μου -
λέει ο Πεν - δεν άρεσαν οι πολεμικές ταινίες, αφενός για τις ανακρίβειές
τους και αφετέρου για τη ρομαντική θεώρηση των μαχών. Η ταινία όμως
αυτή, το «ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ» - συνεχίζει ο Πεν - ήταν μια εξαιρετική
αντιπολεμική μαρτυρία που θα μείνει χαραγμένη μέσα μου όχι μόνο λόγω της
κινηματογραφικής της ποιότητας, αλλά κυρίως για την ποιότητα της
ανθρωπιάς της.
Με τον ένα ή άλλο τρόπο, τα γυρίσματα της ταινίας
ολοκληρώθηκαν. «Ηταν μεγάλη έκπληξη για μένα ότι εκατομμύρια άνθρωποι
τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό την είδαν - αναφέρει ο Κλίμοφ. Σε πολλές
χώρες αγοράστηκε και προβάλλεται ακόμα. Τα βραβεία και οι διακρίσεις που
έλαβε δεν αποτελούν παράγοντα που συνέβαλε στη δημοτικότητά της. Και αν
οι άνθρωποι είχαν πιο γερά νεύρα, το κοινό της ταινίας θα ήταν απείρως
μεγαλύτερο. Το φιλμ είναι αρκετά συγκρατημένο παρότι θα μπορούσαμε να
είχαμε δείξει περισσότερες και οδυνηρότερες φρικαλεότητες, αληθινές και
ακριβείς, γιατί το θέμα αυτό είναι ιερό, ώστε να τολμήσει κανείς να το
παραχαράξει. Ομως, κανείς δεν θα άντεχε να τις δει αυτές τις εικόνες και
η δουλειά μας θα πήγαινε πρακτικά χαμένη. Υπάρχει απόλυτη κατανόηση για
τις γυναίκες που εκφράζουν το φόβο τους και για τις περιπτώσεις ακόμα,
στη Ρωσία και την Ουγγαρία, που θεατές «έφυγαν» από την αίθουσα μέσα σε
ασθενοφόρο. Ωστόσο, η ζωή της ταινίας συνεχίζει την πορεία της στις
οθόνες πλήθους χωρών.
Μετά τη συγκλονιστική δοκιμασία με την
ταινία «ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ» ο Ελεμ Κλίμοφ δεν μπόρεσε να δουλέψει ξανά και
έβαλε ο ίδιος τέρμα στην καριέρα του για πολλούς και διάφορους λόγους.
Το πολιτικό σκηνικό μιας Ρωσίας που άλλαζε με ταχύτατους ρυθμούς και οι
επιπτώσεις που αυτές οι αλλαγές συνεπάγονταν για τον πολιτισμικό τομέα,
έπληξαν τον Κλίμοφ που είχε διοριστεί το 1986, Πρώτος Γραμματέας της
Ενωσης Σοβιετικών Σκηνοθετών. Η παλαιά φρουρά τώρα αντικαθίσταται με μια
καινούργια και ο Κλίμοφ βρίσκεται αντιμέτωπος με προβλήματα που
προέρχονται από τη φρουρά των σκηνοθετών που ανέδειξε η Περεστρόικα του
Γκορμπατσόφ. Ο μεγάλος δάσκαλος απέτυχε στις προσπάθειες σπερματέγχυσης
ενός καινούργιου και δυναμικού κινηματογράφου, στα πρότυπα του σπουδαίου
Σοβιετικού προγόνου του. Γνωστός καθώς ήταν και για τις ιδεολογικές του
πεποιθήσεις, προτίμησε να παραιτηθεί από τη θέση του, δυο χρόνια
αργότερα... Παίζουν: Αλεξέι Κραβσένκο, Ολγκα Μιρόνοβα κ.ά. Παραγωγή: Σοβιετική Ενωση (1985).
Ο πρώτος ιδιωτικός κινεζικός πύραυλος
εκτοξεύτηκε στις 17 Μάη από υπό κατασκευή κέντρο εκτόξευσης στη
βορειοδυτική Κίνα (στο «δρόμο του μεταξιού»), σηματοδοτώντας την είσοδο
και κινεζικών μονοπωλίων στη διεθνή αγορά διαστημικών εκτοξεύσεων. Μέχρι
την εμφάνιση εταιρειών όπως της αμερικανικής «SpaceX», η αγορά αυτή
περιλάμβανε μόνο κρατικές εταιρείες των διαστημικών δυνάμεων.
Ο πύραυλος στερεών καυσίμων «Chongqing
Liangjiang Star» (γνωστός και ως OS-XO), της κινεζικής εταιρείας
«OneSpace Technology», σύμφωνα με το κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων
«Xinhua» μπήκε με επιτυχία σε τροχιά γύρω από τη Γη. Μπορεί να μεταφέρει
φορτίο 100 κιλών έως 800 χιλιόμετρα πάνω από την επιφάνεια, αλλά
σύμφωνα με τον ιδρυτή της, Σου Τσανγκ, θα εξελιχθεί, ώστε να έχει
περισσότερες δυνατότητες και να μπορέσει να κάνει την «OneSpace
Technology» μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες εκτόξευσης δορυφόρων σε
παγκόσμια κλίμακα. Η εταιρεία ιδρύθηκε μόλις το 2015 και πέρυσι υπέγραψε
συμφωνία με κρατικό όμιλο, καθώς η όλη προσπάθεια εντάσσεται στο
πλαίσιο της πρωτοβουλίας της κινεζικής κυβέρνησης υπό τον Πρόεδρο Σι, με
τίτλο «Μία Ζώνη – Ένας Δρόμος». Ο Σου Τσανγκ εκτιμά ότι το 2019 η
εταιρεία του θα έχει 10 παραγγελίες για εκτόξευση δορυφόρων.
Μετά την παγκόσμια καταδίκη του Ισραήλ για την πρόσφατη σφαγή στη Γάζα,
το Ισραηλινό Κοινοβούλιο παίρνει τα μέτρα του: προτείνει νόμο που
απαγορεύεται τη φωτογράφηση και βιντεοσκόπηση των εγκλημάτων των
στρατιωτών του.
Με το νομοσχέδιο προτείνεται πενταετήςφυλάκιση για οποιονδήποτε «βιντεοσκοπεί,
φωτογραφίζει ή / και καταγράφει στρατιώτες κατά την άσκηση των
καθηκόντων τους, με σκοπό να υπονομεύσει το πνεύμα των στρατιωτών και
των κατοίκων του Ισραήλ» και δέκα χρόνια φυλάκισης για οποιονδήποτε «σκοπεύει να βλάψει την κρατική ασφάλεια». Θα τιμωρούνται επίσης όσοι διανέμουν φωτογραφίες ή βίντεο σε κοινωνικά δίκτυα ή μέσα ενημέρωσης, εμποδίζοντας αποτελεσματικά τους δημοσιογράφους και περιορίζοντας την ελευθερία του τύπου.
Στο εισαγωγικό σημείωμα του νομοσχεδίου αναφέρεται: «Για πολλά χρόνια
το κράτος του Ισραήλ έχει δει ένα ανησυχητικό φαινόμενο καταγραφής των
ισραηλινών στρατιωτών. Αυτό γίνεται μέσω βίντεο, φωτογραφιών και
ηχογραφήσεων από αντι-Ισραηλινές και φιλοπαλαιστινικές οργανώσεις, όπως:
B’Tselem, Machsom Watch Women, Breaking the Silence».
Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με παρατηρητές, θα χρησίμευε αρχικά για να
στοχοποιήσει ισραηλινές και εβραϊκές οργανώσεις που δουλεύουν καθημερινά
βοηθώντας τους Παλαιστίνιους και προσπαθώντας να ευαισθητοποιήσουν την
ισραηλινή κοινωνία και να κάνουν γνωστή τη δράση των στρατιωτών στα
κατεχόμενα. Οι Ισραηλινοί στρατιώτες έχουν μια μακρά ιστορία
παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δολοφονιών, και το νομοσχέδιο
αυτό θα παγιώσει την ατιμωρησία.
Το νομοσχέδιο υποστηρίζεται από τον υπουργό Άμυνας του Ισραήλ
Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ο οποίος ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι θα ζητήσει την
έγκριση για την κατασκευή περίπου 2.500 νέων παράνομων οικισμών στη
Δυτική Όχθη. «Δεσμευόμαστε να οικοδομήσουμε την Ιουδαία και τη Σαμάρεια
(την κατεχόμενη Δυτική Όχθη) και εκπληρώνουμε αυτή τη δέσμευση. Τους
επόμενους μήνες, θα ζητήσουμε έγκριση για χιλιάδες επιπλέον οικιστικές
μονάδες. Θα προωθήσουμε την οικοδόμηση σε όλη την Ιουδαία και τη
Σαμάρεια, από τα βόρεια προς τα νότια, σε μικρές κοινότητες και σε
μεγάλες κοινότητες», δήλωσε.
Ο επεκτατισμός του Ισραήλ στα Παλαιστινιακά εδάφη τα τελευταία 100 χρόνια
Ο λόγος για το αμερικανικό αεροπλανοφόρο “Harry S. Truman”, το οποίο κατέπλευσε στη βάση της Σούδας στις 23 Μαΐου. Όπως διαβάζουμε σε δελτίο τύπου,
το αεροπλανοφόρο έφτασε στη Σούδα μετά από 43 συνεχόμενες μέρες στη
θάλασσα, προκειμένου το πλήρωμά του να απολαύσει μερικές μέρες χαλάρωσης
αλλά και να συσφίξουν οι σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ελλάδα, ενώ
αναφέρεται πως “Αντιμετωπίζουμε την ελευθερία σαν μια σημαντική
αποστολή, όπως όλες τις αποστολές μας στη θάλασσα”.
Συγκινητική λεπτομέρεια, είναι η προσφορά εθελοντικής εργασίας που θα
κάνει το πλήρωμα στο βάψιμο μιας εκκλησίας και στη διαμόρφωση του
εξωτερικού χώρου με μία παιδική χαρά και φράχτες. Έτσι το πλήρωμα του συμμαχικού αεροπλανοφόρου, θα έχει την ευκαιρία
να ξεφύγει για λίγο από τον πόλεμο και το θάνατο τον οποίο σκορπά κατά
καιρούς, όπως ας πούμε συνέβη στην επιχείρηση “Inherent Resolve”, στην
οποία το “Harry S. Truman” συμμετείχε για 8 μήνες. Μία επιχείρηση, που κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του συγκεκριμένου αεροπλανοφόρου, μετρούσε
11.000 αεροπορικούς βομβαρδισμούς σε Ιράκ και Συρία, ρίχνοντας 12.192
βόμβες στη Συρία και 12.095 βόμβες στο Ιράκ και καταστρέφοντας περίπου
6.500 κτίρια και στις δύο χώρες.
Σήμερα, ακριβώς 55 χρόνια από τη μέρα που ο Γρηγόρης Λαμπράκης άφησε την τελευταία του πνοή – ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στην εκπομπή «Ακραίως» στο ΣΚΑΪ, αναρωτήθηκε:
«Πείτε
μου τώρα το παιδί των 17 ετών που θα ψηφίσει για πρώτη φορά και το
ενδιαφέρει πώς θα είναι η Ελλάδα το 2030 εάν το ενδιαφέρει το 1963».
Γιατί το είπε αυτό ο πρόεδρος της ΝΔ;
Ήθελε να κάνει αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ,
ο οποίος αξιοποίησε πολιτικά τη φασιστική και τραμπούκικη επίθεση στον
δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη, κάνοντας ακόμα και απίθανους
παραλληλισμούς με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, μέσα από τα δικά
του παπαγαλάκια. Ας μην αναφερθούμε εδώ στη σχέση που μπορεί να έχει
αυτό που εκπροσώπησε και εκπροσωπεί μέχρι σήμερα ο βουλευτής της ΕΔΑ,
Γρηγόρης Λαμπράκης, με την «Αριστερά» του ΣΥΡΙΖΑ (των μνημονίων, της
Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ραγιαδισμού στις ΗΠΑ), κι ας επιστρέψουμε στον
κύριο Κυριάκο Μητσοτάκης.
Τι κατάφερε ο κύριος Κυριάκος Μητσοτάκης;
Να τα βάλει με την ιστορική μνήμη ενός λαού που γνωρίζει καλά τι θυμίζουν τα «τρίκυκλα», που ο πρόεδρος της ΝΔ δυσκολεύτηκε να καταλάβει αμέσως (!) όπως θα δείτε και στο βίντεο παρακάτω.
Ο «πολιτικός κρατούμενος 6 μηνών από τη χούντα»
αυτή τη φορά δεν ήθελε αναφορές στην Ιστορία κι εμφάνισε τον εαυτό του
ως εκπρόσωπο μιας πολιτικής δύναμης που έχει να πει κάτι συγκεκριμένο
για την επόμενη μέρα και
«όχι για το τι έγινε το 63 και τους Γκοτζαμάνηδες και τα τρίκυκλα».
Υποστήριξε πως το θέμα
«αφορά κάποιους ανθρώπους που έζησαν αυτά τα γεγονότα»,
για να προσθέσει αμέσως μετά πως πρόκειται για
«εποχές πονεμένες για την ελληνική ιστορία»…
Ο 17χρονος, κύριε Μητσοτάκη, «πολιτικέ κρατούμενε 6 μηνών από τη χούντα», δεν μπορεί πρέπει να γνωρίζει επιλεκτικά την Ιστορία του τόπου και όποτε τον συμφέρει.
Ο 17χρονος, κύριε Μητσοτάκη, «πολιτικέ κρατούμενε 6 μηνών από τη χούντα», ότι ο Λαμπράκης, δολοφονήθηκε. Πέντε μέρες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, σαν σήμερα (ξημερώματα της 27ης Μαΐου), στις 22 Μαΐου 1963 ο οδηγός από ένα τρίκυκλο – αυτό που δυσκολευτήκατε να θυμηθείτε τι… είναι – με σκεπασμένο αριθμό πέφτει πάνω στον Λαμπράκη. Ο συνεργός του στην καρότσα χτυπά τον Λαμπράκη στο κεφάλι, ο οποίος πέφτει στην άσφαλτο και στο σημείο σχηματίζεται λίμνη αίματος ανάμεικτη με εγκεφαλικά υγρά.
Ο 17χρονος, κύριε Μητσοτάκη, «πολιτικέ κρατούμενε 6 μηνών από τη χούντα», που όπως είπατε πιστεύετε για τον εαυτό σας πως έχετε «καλές ιστορικές γνώσεις», θα γνωρίζετε για την τύχη και των φυσικών αυτουργών του εγκλήματος, αλλά και τους πολιτικούς αυτουργούς. Εάν και πάλι δεν το καταλάβετε αμέσως – όπως με το τρίκυκλο – ρωτήστε κάποιον στην παράταξη σας με καλύτερες ιστορικές γνώσεις.
29
νησιά του Αιγαίου χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας και
«εθνοκαθαρτήρια», άλλα κατοικημένα και άλλα ακατοίκητα. Σε αυτά,
χιλιάδες άφησαν τα κόκαλά τους, δολοφονημένοι από τις κρατικές δυνάμεις
καταστολής και τα εκτελεστικά αποσπάσματα ή πέθαναν από την πείνα, τις
στερήσεις, τις αρρώστιες, τις κακουχίες και τα βασανιστήρια. Η
Μακρόνησος, το πιο μαρτυρικό ξερονήσι, το κολαστήριο του πλήρους
εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, όπου διέπρεψαν οι
Σκαλούμπακες, Βασιλόπουλοι και Μπαϊρακτάρηδες, άρχισε να λειτουργεί ως
τόπος εξορίας το 1947 και υπολογίζεται ότι «πέρασαν» πάνω από 27.000
στρατιώτες και 30.000 πολίτες που έχριζαν «εθνικής αναμορφώσεως». Άλλοι
υπόγραψαν τη «δήλωση μετανοίας» και άλλοι όχι, παρ΄όλα τα απάνθρωπα
βασανιστήρια.
Μη
σας παραξενεύει, γιατί κατά την απογραφή του 1951, σε μερικά νησιά, η
αύξηση του πληθυσμού πήρε εκρηκτικές διαστάσεις, όπως στη Γυάρο π.χ. που
το 1929 είχε 2 και το 1951, 7.139 κατοίκους ή στη Μακρόνησο, που το
1940 είχε 36 και το 1951, 4.484 κατοίκους.
Ο
Άη Στράτης που δεν είναι ξερονήσι, το 1928 είχε 786 κατοίκους, το 1940
είχε 1.131 και στο τέλος του Εμφυλίου είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο,
με 3.849 κατοίκους.
Βλέπετε,
ο «εθνάρχης» Βενιζέλος, είχε φροντίσει με το ιδιώνυμο του 1928 να
«κατοικηθούν» μερικά νησιά, που από την εποχή του Μεταξά και μετά,
λειτούργησαν σαν «εθνικής αναμορφώσεως» και τόποι εξόντωσης, κυρίως,
κομμουνιστών αλλά και άλλων που δεν «συμμορφώνονταν με τας υποδείξεις»
(τα στοιχεία αυτά τα πήρα από τον Ημεροδρόμο και είναι του φίλου δημοσιογράφου Θανάση Ηλιοδρομίτη). Εδώ, λοιπόν, έχω καταγράψει δέκα μαρτυρίες, τις πιο σημαντικές που ξεχώρισα και ανάρτησα κατά καιρούς στο facebook.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΡΩΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Κώστα Γαβριηλίδη) «Από
την 1η Νοεμβρίου αρχίζει η παράδοση των υπολοίπων εφτά χιλιάδες στο
ΒΕΤΟ… οι εφτά χιλιάδες, οι περισσότεροι γέροι, βαριά άρρωστοι, ανάπηροι
και ακρωτηριασμένοι ήρωες της Αλβανικής εποποιίας και της Εθνικής
Αντίστασης, φυματικοί, καρδιακοί, ελκοπαθείς κλπ μεταφέρθηκαν στο ΒΕΤΟ
με δόσεις από 500-700 άτομα.
Στη
είσοδο του καταυλισμού γίνονταν δεκτοί με τον πιο καννιβαλικό τρόπο.
Αξιωματικοί και αλφαμίτες με κράνη και εφ’ όπλου λόγχη, έπεφταν εναντίον
εκείνων που δε δέχονταν να υποκύψουν στον εκβιασμό και να υπογράψουν
τις περιβόητες δηλώσεις μετανοίας.
Απερίγραπτα
είναι τα όργια των βασανιστηρίων. Μεθυσμένοι οι αλφαμίτες από
οινοπνευματώδη ποτα… μαστουρωμένοι από διάφορα ναρκωτικά, τα καθάρματα
και τα’ αποβράσματα αυτά της κοινωνίας, ώρες και μέρες βασάνιζαν τους
τίμιους και αγνούς πατριώτες που δεν έσκυψαν τον αυχένα στο φασίστα
κατακτητή».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ
(Μαρτυρία Βικτωρίας Θεοδώρου Από το βιβλίο της)
«Το
τελευταίο διάστημα παραμονής των αλύγιστων γυναικών στο Τρίκερι και τη
μεταφορά τους στο Μακρονήσι και την απομόνωση της ίδιας στο φριχτό
στρατόπεδο Λάρισας, κατέγραψε συνταρακτικά η Ρόζα Ιμβριώτη.
Μια μέρα του Γενάρη του 1950, έγινε αυτό που φοβούνταν οι εξόριστες.
Στρατηγοί, συνταγματαρχέοι, αρχηγοί Χωροφυλακής και ο μητροπολίτης Μαγνησίας καταφθάνουν στο Τρίκερι.
Συγκεντρώνουν τις γυναίκες και φωνάζουν τα ονόματα όσων προορίζονταν για το κολαστήριο, τη Μακρόνησο. Φωνάζουν και το όνομα: Ρόζα Ιμβριώτη. Προχωρά η ηλικιωμένη γυναίκα. Ο στρατηγός έξαλλος φωνάζει:
«Εσύ,
ε; Δε θα ζήσεις πια. Εσύ λυμαίνεσαι με το λόγο σου την Ελλάδα χρόνια
τώρα. Από σήμερα ύαινα, θα σφραγιστεί το στόμα σου. Ελεος δεν υπάρχει
για σένα. Κατέστρεψες τη νεολαία. Αυτοί που σκοτώνονται στο βουνό είναι
θύματά σου!».
Η Ρόζα μεταφέρεται στο στρατόπεδο Λάρισας. Εκεί την αναλαμβάνουν βασανιστές, που θα τους ζήλευαν και οι ναζί. - «Παλιόγρια θα υπογράψεις δήλωση, ναι ή όχι;»- «Οχι».
Την πετάνε σε μπουντρούμι, χωρίς νερό και τροφή επί τρεις μέρες. Ακούει να βασανίζονται συναγωνίστριές της.
Την τρίτη μέρα, με το πιστόλι στον κρόταφό της, ξαναρωτούν και εκείνη ξαναπαντά: «Οχι δεν υπογράφω».
Σε ένα υπόγειο, χτυπούν όλο το κορμί της, με σιδερένιες βέργες και συρματόσκοινο. Εκείνη άφωνη και αλύγιστη.
Ο αρχιβασανιστής, της λέει: «Δε ζητούμε υπογραφή. Μόνο να βγεις σαν παιδαγωγός ν' αποκηρύξεις το παιδομάζωμα». - «Δε μιλάω». Την κρεμούν με συρματόσκοινα επί δώδεκα ώρες. - «Δε μιλάω».
Την ξαναβασανίζουν, ξανά και ξανά και ξανά.
Δεν τη λύγισαν και έτσι την οδηγούν στο Μακρονήσι. Μακρόνησος - Τρίκερι - Αϊ-Στράτης».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΡΙΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Μιχάλη Μπούρπουλα)
«Στο
έμπα της σκηνής, αντίκρισα πάνω σε ένα ράντζο ένα παλικάρι, φαντάζανε
δυο ξυλοπόδαρα. Ήταν ο Γιάννης ο Βόλης, από την Λακωνία. Αλβανομάχος,
που με το Εθνογερτήριο σάλπισμα του Ε.Α.Μ. έλαβε από τους πρώτους μέρος
στην Εθνική Αντίσταση…. Άρχισαν να τραβούν και τους ανάπηρους. Μερικοί υπέκυψαν στην έντεχνη βία και συμβιβάστηκαν.
Ακολούθησε
μάχη καθώς σε τραβούσαν στα αντίσκηνα της Ιεράς Εξέτασης και οι στιγμές
ήταν συγκλονιστικές, καθώς γλιστρούσαν τα δεκανίκια και τα ξυλοπόδαρα
και βρισκόσουν να κολυμπάς μεσ’ στη λάσπη, και να σε ανακουφίζει η
ανθρώπινη συμπαράσταση από τους συναδέλφους, καθώς έπεφταν πάνω στους
κανίβαλους για να σε αποσπάσουν από τα χέρια τους…
Ένας
θρήνος είχε πέσει στο βράχο, και τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων
αγωνιστών έφταναν σπαρακτικά, από τις χαράδρες στα αντίσκηνα του 8ου
λόχου… « αίμα να βλέπω, σκοτώστε τους βουλγάρους». Και άλλα παρόμοια σαν αυτά , κι ακόμα χειρότερα, συνθέτουν την ατμόσφαιρα, που περισφίγγει το νου και την καρδιά όλων μας…»
ΑΚΟΥΣΤΕ ένα τραγούδι του Νίκου Μάργαρη για τους εξόριστους, όπως ένοιωσε κι αυτός στο πετσί του τη ''στοργή'' της μαμά-Ελλάς ΕΔΩ
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΤΑΡΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ
(Μαρτυρία Ναταλίας Αποστολοπούλου.)
«Δεκαπέντε
χρονών έφτασε στο στρατόπεδο (στο Τρίκερι) η Βαγγελίτσα … πάνω στους
παιδικούς ώμους της κουβάλαγε τη σκληρή εμπειρία της από τα βασανιστήρια
της στην Ασφάλεια και τον αγιάτρευτο πόνο για τον εκτελεσμένο αγωνιστή
αδερφό της. Στο Μακρονήσι, την ημέρα του βασανισμού, ένας γεροδεμένος αλφαμίτης την άρπαξε από τις κοτσίδες και την ταρακούναγε: -Μίλα θα κάνεις δήλωση; Θα αποκηρύξεις; -Όχι, απάντησε η εξόριστη. Εκείνος σήκωσε το βούρδουλα και την έδερνε αλύπητα. -Μίλα θα αποκηρύξεις; ξαναρώτησε. -Ποιόν
ν’ αποκηρύξω, μωρέ, το αίμα του αδερφού μου; Δεν αποκηρύσσω τίποτα!
Σκευοφύλακα με λένε…χτυπάτε, φασίστες. Χτυπάτε σκυλιά. Δεν αποκηρύσσω το
αίμα του αδερφού μου… Την άλλη μέρα τη μεταφέρανε στο αναρρωτήριο μαζί με τις άλλες σακατεμένες.
Την Τρίτη ημέρα από τους φριχτούς πόνους και την αϋπνία, η Βαγγελίτσα έχασε τα λογικά της κι έπεσε σε αφασία''. Στις
φωτογραφίες που έστελναν στις οικογένειές του, γελούσαν πάντα, για να
μην ανησυχούν οι δικοί τους και για να μην κοπούν από την λογοκρισία».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΠΕΜΠΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(ποιητική μαρτυρία του Μάνου Κατράκη από τη Μακρόνησο)
«Στ' ακροθαλάσσι του Αϊ - Στράτη
κρυφά από του Θεού το μάτι
Ζουν άνθρωποι και ωριμάζουν
καινούριο κόσμο ετοιμάζουν».
«Κείνο το βράδυ στη χαράδρα...
Δεν το ξεχνάω φίλε
Είχανε σπάσει δυο μπαμπού
στα κόκαλά μου...
Η ανανδρία θυμάμαι
τα 'βαλε με τη λεβεντιά
κείνο το βράδυ
Μα το νεράκι πού το βρήκες
σύντροφέ μου;
Τώρα που πέρασαν οι πόνοι
σε βλέπω αδύνατο κι ωχρό
να σεργιανάς
Κι είπα να σου 'δινα το χέρι
για να ξοφλήσω τη δροσιά
κείνης της νύχτας
Μα το νεράκι πώς το βρήκες
το νεράκι
σ' εκείνο τ' άνυδρο το ρέμα» Αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» εξορίστηκε στην Ικαρία, στη Μακρόνησο και στον Αη – Στράτη, μέχρι το 1952. Ψηλός
και στητός, γίγαντας παραμυθιού, άντεχε κάτω απ’ τις βροχές και τις
κακουχίες, τα βασανιστήρια, το σακί μαζί με τη γάτα μέσ’ στη θάλασσα,
και τις προσβλητικές βρισιές του ομαδάρχη, που σκύλιαζε απ’ το κακό του
μπροστά στην αφοσίωση και την πίστη στην ιδέα.
Όλ’ αυτά για μιαν ιδέα! Σ' εκείνο το «σχολείο επανένταξης»,
όταν έβλεπε να δέρνουν κανέναν αδύναμο, τους έλεγε «ρε, δέρνετε το γεροντάκι, ελάτε να δείρετε εμένα». Τ΄ακούς ρε Σκαλούμπακα;;;;; Στην
εξορία ζούσε σε σκηνές που τις έπαιρνε κάθε τόσο ο δυνατός αέρας του
νησιού. Κουβαλούσε άσκοπα πέτρες απ’ τη μια άκρη της πλαγιάς στην άλλη.
Μετά έπρεπε να τις φέρει πάλι πίσω. Ώρες αυτή η δουλειά.
Και
τα μεγάφωνα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο να τσιρίζουν το ίδιο
τραγούδι: «Ως και γράμματα μου στείλανε ανώνυμα, από δω και πέρα κάτσε
φρόνιμα».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΚΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
Πριν τη μαρτυρία του εξόριστου Λεωνίδα Μεντάκη, διαβάστε: Το
"ΜΕΝΟΥ ΕΞΟΡΙΑΣ» και την ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ του βιβλιοπωλείου "Free Thinking
Zone», για κάποιο βιβλίο, κάποιου Δημήτρη Φύσσα. Η παρουσίαση έγινε στην
Μακρόνησο και οι συμμετέχοντες είχαν την ''ευκαιρία», μεταξύ άλλων, να
δοκιμάσουν ... γκουρμέ ''Μενού Εξόριστου», δηλαδή το φαγητό που
υποτίθεται ότι έτρωγαν οι κρατούμενοι. To Free Thinking Zone
"ανακάλυψε» ότι οι εξόριστοι έτρωγαν δύο φορές την εβδομάδα κρέας, άλλες
δύο ψάρι, το πρωί και το βράδυ μαρμελάδα και φρούτα, ενώ το μενού
περιελάμβανε και διαφορετικές τροφές που εναλλάσσονταν στο μενού ανάλογα
με τη μέρα. Ο 90χρονος Λεωνίδας Μεντάκης από τον Κουρνά Αποκορώνου, ένας από τους επιζώντες του στρατοπέδου, έλεγε στα Χανιώτικα Νέα:
«Έβαζαν
σε ένα καζάνι 3 – 4 φασόλες, ένα φυλλαράκι φρύο, το έβραζαν και μας
έδιναν το ζουμί. Αυτό ήταν το κυρίως φαγητό μας. Είχαμε σοβαρό πρόβλημα
με το πόσιμο νερό. Ένα παγουράκι είχε ο καθένας μας. Το νερό το έφερναν
με υδροφόρα από το Λαύριο, αλλά τις περισσότερες φορές δεν πινόταν γι’
αυτό και περάσαμε πολλές δίψες, όταν δε είχε θαλασσοταραχή και έκανε
ημέρες να έρθει το πλοίο τροφοδοσίας, δεν τρώγαμε και τίποτα. Ήταν και
μέρες που το φαγητό ήταν αλμυρό, ενώ δεν μας έδιναν νερό. Δεν ξέρω αν το
έκαναν επίτηδες, αλλά γινόταν. Όσο για τους αλφαμίτες, τους
αξιωματικούς, αυτοί έτρωγαν πλουσιοπάροχα».
Για κάποιους η Μακρόνησος είναι θλίψη, συγκίνηση, περηφάνια. Για κάποιους άλλους είναι ένα νησί δίπλα στο Λαύριο.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΒΔΟΜΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(ποιητική μαρτυρία του Γιάννη Ρίτσου από τα «Μακρονησιώτικα»)
«Ήρθαν οι αρρώστιες, οι διάροιες, ο τέτανος κουβαλάμε τους αρρώστους με τα φορεία στ’ αποχωρητήρια κουβαλάμε τους πεθαμένους πάνου στην τάβλα ως την ακρογιαλιά από κει μόλις βραδυάζει τους φορτώνουν στα καΐκια για το Λαύριο οι εξόριστοι βγάζουν τα σκουφιά τους, σφίγγουν τα δόντια και κοιτάζουν πέρα τη θάλασσα δε μιλάνε, κοιτάζουν μακριά, πίσω απ’ το Σούνιο ώσπου βραδυάζει κι ο άνεμος βολοδέρνει σε μια κουβέρτα πεθαμένου ετούτος ο ατέλειωτος άνεμος που αντιχτυπιέται στη μουγκαμάρα της πέτρας που αναστατώνει τ’ αγκάθια και τα χαρτιά του αποχωρητηρίου παίρνει από πίσω τα καράβια, γιομίζει τις τσέπες με σπασμένα τοπεία χωρίζει το πετσί απ’ το κόκαλο – ο μεγάλος άνεμος που λύνει τους κόμπους των άστρων και δένει τις καρδιές μας Ένα κρεβάτι, δυο κρεβάτια – πόσα κρεβάτια μείναν άδεια και τα κουταλοπήρουνα των σκοτωμένων μαζεμένα στη γωνιά σα μια φούχτα αστέρια δίχως όνομα και το βλογιοκομμένο φεγγάρι φωνάζοντας ολονυχτίς τον τρόμο του στη θάλασσα όπως ανοιγοκλείνει στο σκοτάδι ένα παλιό πορτόφυλλο κι οι μπόγοι της νύχτας δίπλα στα μαγειρεία κι η λύπη στριμωγμένη πλάι στο φόβο έξω απ’ την καρδιά μας. Ύστερα πέφτει ο άνεμος κι ακούμε που κατρακυλάνε πέτρες απ’ το βουνό ακούμε τ’ άρβυλα των πεθαμένων και πάρα πέρα τ’ άρβυλα της λευτεριάς καθώς ανηφορίζει από τον κάτου κόσμο».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΟΓΔΟΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
Παναγιώτης Ελής.
Έπεσε μαχόμενος, αλύγιστος, χιλιοβασανισμένος, αγωνιστής της ελευθερίας. Ο «Βούλγαρος» που δεν υπόγραψε. Από τους πρώτους νεκρούς της χούντας (μαρτυρία παλιών συναδέλφων του στο «σύρμα») Ο
Ελής οδηγήθηκε στο ΒΕΤΟ (Δεύτερο Ειδικό Τάγμα Οπλιτών), τάγμα με 38.000
περίπου έγκλειστους στρατιώτες, που ως χτες πολεμούσαν τους ξένους
εισβολείς στο βουνό και στην πόλη και αντιμετώπισε πλάι τους με
καρτερία, τους βασανιστές που φορούσαν τη στολή του Έλληνα στρατιώτη.
Αυτοί οι «Ελληνες» συναγωνίστηκαν σε θηριωδία τα γερμανικά SS, μόλις δυο χρόνια μετά τη φυγή των μεραρχιών τους, από το ελληνικό έδαφος. «Υπόγραψε Βούλγαρε!»,
ωρύονταν οι ροπαλοφόροι πάνω στα αιμόφυρτα, ποδοπατημένα και
ετοιμοθάνατα κορμιά, τα κορμιά αυτά, που αντιστάθηκαν στους Γερμανούς
και Ιταλούς. Και ύστερα στο περιβόητο «Σύρμα», στην «Απομόνωση», πλάι
στη χαράδρα, πίσω από τον πανύψηλο τοίχο, στο κάτεργο των κατέργων,
στην κόλαση της κολάσεως, στο μαρτύριο των μαρτυρίων, όπου μεταφέρονταν
όσοι δεν υπέκυπταν στον ανήκουστο παιδεμό και δεν υπέγραφαν «Δήλωση
μετανοίας».
Εκεί βασανίζεται ο Παναγιώτης Ελής, μαζί με τους λίγους συναγωνιστές του, νύχτα - μέρα, από πολυάριθμους αποκτηνωμένους αλφαμίτες... Ο Ελής
θα επιβιώσει από το νέο κύκλο βασανιστηρίων, σε 24ωρη βάση μήνες και
χρόνια, χάρη στο ψυχικό σθένος του και τη σωματική του αντοχή.
Μερικοί από τους συναγωνιστές του στο "Σύρμα», θα επιβιώσουν, με το μέτωπο ψηλά κι αυτοί, αλλά σακατεμένοι δια βίου. Και ήρθε το καινούριο πραξικόπημα της προδοτικής και ξενόδουλης κλίκας, στρατιωτικής και πολιτικής, του 1967.
Ο Ελής συλλαμβάνεται και εκτελείται από ανθυπίλαρχο! Είναι από τα πρώτα θύματα της δικτατορίας.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΑΤΗ~Έφυγαν από τις εξορίες ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(μαρτυρία της ... Γενικής Ασφάλειας: «Αυτοκτόνησε»)
Μήτσος Παπαρήγας.Γενικός γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Τον
συνέλαβαν, τον ανέκριναν αλλά αυτός τσιμουδιά. Τον βασάνισαν και τον
πέταξαν από τον τελευταίο όροφο της Ασφάλειας (μία εκδοχή) ή, (δεύτερη
εκδοχή), δολοφονήθηκε στα υπόγεια της ασφάλειας και στη συνέχεια,
δημοσίως, ισχυρίστηκαν ότι ο «άθλιος κομμουνιστοσυμμορίτης» «αυτοκτόνησε» στο κελί του, χρησιμοποιώντας τη ζώνη της πιτζάμας του.
Οι διώξεις εναντίον του αρχίζουν από το 1923, όταν ήταν Γραμματέας του Συνδέσμου Παλαιών Πολεμιστών του Βόλου.
Δυο χρόνια φυλακή για προκήρυξη κατά του Πάγκαλου, έξη μήνες εξορία στην Αμοργό και δύο χιλιάδες δραχμές πρόστιμο.
Το
1930 δυόμισι μήνες φυλακή στο Ιτζεδίν. Μόλις αποφυλακίζεται
ξαναπιάνεται και καταδικάζεται σε τριάμισι χρόνια φυλακή και δυο
χρόνια εξορία. Κατορθώνει όμως το 1931 να δραπετεύσει από τις
φυλακές Συγγρού, κρύβεται για ένα διάστημα στην Αθήνα κι ύστερα
φεύγει στο εξωτερικό, όπου του δίνεται η ευκαιρία να εξοπλιστεί
θεωρητικά. Επιστρέφει στην Ελλάδα και πάλι στην παράνομη δουλειά ως το
1936, όπου τον πιάνουν στην Πάτρα.
Οχτώ
χρόνια δέσμιος της μεταξικής δικτατορίας και των χιτλερικών
καταχτητών. Απομόνωση της Κέρκυρας, Κίμωλος, Ακροναυπλία, Χαϊδάρι.
Δραπετεύει από το Χαϊδάρι το 1944, δουλεύει παράνομα στην Αθήνα.
Το
1946, οι εργάτες του Βόλου τον εξέλεξαν αντιπρόσωπό τους στο 8ο
Συνέδριο της ΓΣΕΕ και το Συνέδριο τον εξέλεξε Γενικό Γραμματέα της
ΓΣΕΕ.
Το
1947 η ασφάλεια, με υπόδειξη των αμερικανών, συνέλαβε την εκλεγμένη
διοίκηση της ΓΣΕΕ, μαζί και τον Παπαρήγα, ο οποίος στάλθηκε εξορία στην
Ικαρία.
Κατορθώνει
όμως και πάλι να δραπετεύσει από την εξορία, γυρίζει στην
Αθήνα και αρχίζει να δουλεύει μέσα στις σκληρές συνθήκες της παρανομίας
της εποχής του εμφυλίου πολέμου. Εκεί τον πιάσανε για τελευταία φορά.
Τον
έσυραν στ΄ άντρα της βίας, τον βασάνισαν σκληρά και τελικά τον
δολοφόνησαν, σκηνοθετώντας δήθεν «αυτοκτονία» του μέσα στο κελί της
απομόνωσής του.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΕΣ
Ο
τίτλος της ανάρτησης λειτούργησε, ίσως, αποτρεπτικά, από την εύλογη
σκέψη, πως πρόκειται για τις γιαγιάδες ή μανάδες μας σε κάποιο ορεινό
χωριό.
Όχι, είναι εξόριστες και εξόριστοι δεν ήταν μόνο οι «κομμουνιστοσυμμορίτες» και οι «εαμοβούλγαροι» αλλά και ηλικιωμένες γυναίκες, «προληπτικώς εκτοπισμένες», όπως αυτές οι γυναίκες, στον Άη Στράτη.
Πρόκειται
για συγγενείς πολιτών, για τους οποίους υπήρχαν αποδείξεις ή ...
υπόνοιες συμμετοχής στις δραστηριότητες του ΚΚΕ ή του Δημοκρατικού
Στρατού Ελλάδας. Οι προληπτικές εκτοπίσεις είχαν στόχο να εμποδίσουν τον
ανεφοδιασμό του Δημοκρατικού Στρατού και να αναγκάσουν τους μαχητές του
να παραδοθούν και να υπογράψουν «δήλωση». Και όμως δεν υπόγραψαν, ενώ,
έμαθαν ανάγνωση και γραφή παρακολουθώντας τους κύκλους αυτομόρφωσης που
λειτουργούσαν στις φυλακές και στα στρατόπεδα (στοιχεία από τη σελίδα του Ν.Σαραντάκου).
(Μαρτυρία της Κατερίνας Χαριάτη Σισμάνη)
«Στη
Μακρόνησο, τρεις μέρες, μας άφηκαν ήσυχες με φοβέρα και περισυλλογή και
την άλλη, στις 30 του Γενάρη 1950, μας ξύπνησαν από τις τέσσερες την
νύχτα. Ήταν η μέρα της δοκιμασίας. Χίλιες γυναίκες είχαμε φύγει από το Τρίκερι.
Το πρωί οι οκτακόσιες, στάθηκαν στη γραμμή, χωρίς δήλωση.
Παρ’ όλο τα βάναυσο ξύλο που δοκιμάσαμε, τα ουρλιαχτά και τις φοβέρες. Τα
καθημερινά καψόνια, αντικαταστήσανε τα μαρτύρια της ημέρας εκείνης, που
μας άφησε κάμποσες πληγωμένες και κάποιες που τρελάθηκαν και φώναζαν
όλη τη νύχτα. Εγώ, την πλήρωσα μόνο με έξη βουρδουλιές και με ένα διηθητικό ίκτερο που βάσταξε τέσσερις μήνες. Ευτυχώς δεν πέθανα. Όμως
στη Μακρόνησο, δεν μας θέλανε τις γυναίκες, τους χαλάγαμε την
πειθαρχία. Γίνανε και πολλά διαβήματα απ’ έξω. Ήρθε και επιτροπή του
Ερυθρού, ήρθανε και εφημερίδες από την Γαλλία.
Άλλο επεισόδιο, όταν μας κρύβανε και δείχνανε μόνο όσα θέλανε. Και τότε έγινε το ηρωικό ντου, που η Νίτσα
προχώρησε, παρά τις απειλές και τους μίλησε Γαλλικά και κάνοντάς τους
υπεύθυνους για τον κίνδυνο της ζωής της, τους πληροφόρησε για τις
χαράδρες και την αληθινή κατάσταση. Με αυτά και με αυτά, μας ξαναπήγανε τελικά σ’ έξη μήνες στο Τρίκερι».
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΕΝΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
(Μαρτυρία Νίκου Μάργαρη) ΟΙ ΑΝΗΛΙΚΟΙ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΣΦΑ Από την Μακρόνησο πέρασε και η εφηβεία για αναμόρφωση. Οι
ανήλικοι κατάδικοι που βρίσκονταν κατεσπαρμένοι μέχρι την Άνοιξη του
1949 στην Κηφισιά και στα νησιά Τρίκερι και Γιούρα μεταφέρθηκαν σε
μικρές αποστολές και συγκεντρώθηκαν στη ΣΦΑ. Το νέο στρατόπεδο
ανηλίκων που εγκαταστάθηκε στη ΣΦΑ περιλάβαινε ηλικίες από 14 μέχρι 17
ετών και οι κατηγορίες των κρατουμένων ήσαν δύο: ποινικοί κατάδικοι και
πολιτικοί κρατούμενοι από ένα – δύο χρόνια έως ισόβια. Σύμφωνα με την
εφημερίδα ΜΑΧΗ την Πρωτομαγιά του 1949, έφτασε η πρώτη αποστολή ανηλίκων
από το Τρίκερι. Ήσαν περίπου 50.
Τους
οδήγησαν μπροστά στο διοικητήριο και τους μίλησαν κατά το γνωστό τρόπο
για να ζητήσουν δηλώσεις [τις γνωστές δηλώσεις μετανοίας, «αποκηρύσσω
μετά βδελυγμίας το ΚΚΕ και τας παραφυάδας αυτού»]. Η απάντηση ήταν αρνητική και τότε όλοι οι γνωστοί βασανιστές, ρίχτηκαν στ’ ανήλικα παιδιά και τα σάπισαν στο ξύλο.
Και
επειδή δεν είδαν ύστερα από το άγριο ομαδικό ξυλοκόπημα καμιά υποχώρηση
από μέρους των παιδιών τα ρίξανε στη θάλασσα, τα σακάτεψαν κυριολεκτικά
και τα βασάνιζαν απάνθρωπα μέχρι αργά το βράδυ… Ύστερα από λίγες
μέρες έφτασε δεύτερη αποστολή από τις φυλακές ανηλίκων Κηφισιάς...από
τις 26 Μαΐου έως τις 8 Ιουνίου 1949 μεταφέρθηκαν από τα Γιούρα 305
καταδικασμένοι ανήλικοι...
Από
τα βασανιστήρια ο Χαρ. Αλεξανδρόπουλος έμεινε αναίσθητος ο Κώστας
Κανάκης έχασε το μάτι του , ο Γιάννης Μυλωνάς έχασε την ακοή του ο Θαν.
Τσουκνίδας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει καταπίνοντας την ουρά του
κουταλιού του.
Στις
18 Αυγούστου 1949, 32 ανήλικοι κρατούμενοι κάτω από το αφόρητο καθεστώς
βίας αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν, καταπίνοντας ουρές κουταλιών και
άλλα μικροαντικείμενα… Το Δεκέμβριο του 1949 όλο το νησί συγκλονιζόταν
από τα βογκητά και τους θρήνους των απομονωμένων στα σύρματα και στα
τρελάδικα.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΔΩΔΕΚΑΤΗ~Έφυγαν από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ
Ο Δημήτρης Τατάκης έφτασε στη Μακρόνησο το Νοέμβρη του 1948.
Με το που πάτησε το πόδι του στη ΣΦΑ, δέχτηκε τον πρώτο συνήθη κύκλο βασανιστηρίων υποδοχής των νέων κρατουμένων.
Ρίχτηκε
στον κλωβό της απομόνωσης και μαζί με τους υπόλοιπους «αδήλωτους»
συγκρατούμενούς του, πέρασε μια σειρά βασανιστηρίων, δίχως όμως να
υποκύψει στη βία και στον εκβιασμό της δήλωσης. Όταν οι ανακριτές –
βασανιστές του αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για «αμετανόητο» κομμουνιστή
και ότι δεν επρόκειτο να λυγίσει, του επιφύλαξαν ένα ιδιαίτερο μαρτύριο,
σχεδιασμένο να τον εξοντώσει, είτε ψυχικά είτε σωματικά: Την ορθοστασία μέχρι θανάτου!
Επρόκειτο
για ένα ιδιότυπο και ταυτόχρονα διεστραμμένο απάνθρωπο βασανιστήριο: Ο
κρατούμενος ριχνόταν αρχικά στη θάλασσα φορτωμένος με όλα τα πράγματα ως
το λαιμό. Κατόπιν, και αφού μουσκευόταν μέχρι το μεδούλι, στηνόταν
όρθιος, ακίνητος και αμίλητος, με δύο φρουρούς να τον επιτηρούν
μέρα-νύχτα, μην επιτρέποντάς του να καθίσει ούτε στιγμή ή να μιλήσει με
κανέναν. Μόνο κατά τη διάρκεια του φαγητού του επιτρεπόταν να καθίσει,
και αυτό μόλις 5 λεπτά, αυστηρά, με το ρολόι.
Το
όλο μαρτύριο λάμβανε χώρα πάνω σε έναν βράχο, στην παραλιακή ακτή της
ΣΦΑ, μπροστά στις σκηνές των χιλιάδων κρατουμένων της Μακρονήσου.
Και αυτό, γιατί το «σπάσιμο» του αγωνιστή έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε κοινή θέα, «προς γνώσιν και συμμόρφωσιν» όλων.
Κάθε ατομικό «σπάσιμο» στόχευε στο να αποτελέσει χτύπημα, να προκαλέσει ρήγμα στην αγωνιστική διάθεση και ηθικό του συνόλου.
Ο
χρόνος περνούσε, αλλά ο Τατάκης δε λύγιζε. Οι κρατούμενοι αντλούσαν
κουράγιο και οι βασανιστές της Μακρονήσου έχαναν την υπομονή τους. Και
οι μέρες έρχονταν και παρέρχονταν η μία μετά την άλλη, οι πόνοι γίνονταν
αβάσταχτοι, οι παραισθήσεις μόνιμος σύντροφος.
Η
ψυχή πάλευε με το σώμα, τους πόνους και την κόπωση του μαρτυρίου. 30ή,
31η, 32η, 33η μέρα. Η επίσημη γνώμη των γιατρών της ΣΦΑ ήταν πως κανείς
δεν μπορούσε να υπερβεί εκ φύσεως τις 12-15 μέρες ενός τέτοιου
μαρτυρίου.
Και όμως, ο Τατάκης έμεινε όρθιος 33 ολόκληρες μέρες και νύχτες.
Δεν έσπασε. Δεν υπέγραψε. Ο νέος Προμηθέας, τελικά, δολοφονήθηκε.
Μια ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΠΑΝ.ΣΚΑΛΟΥΜΠΑΚΑΣ~Έφυγε από τη Μακρόνησο ως ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ
Σκαλούμπακας: Ενορχηστρωτής των πιο φρικτών βασανιστηρίων της Μακρονήσου. Διέταζε πολλές φορές ατομικά βασανιστήρια για όσους προσωπικά ο ίδιος δεν συμπαθούσε. Επέβλεπε συχνά τα μαρτύρια λέγοντας "δεν βλέπω αίμα, δεν βλέπω αίμα". Για τις υπηρεσίες του έγινε στρατηγός. Μέχρι που έφυγε για την κόλαση, δήλωνε αμετανόητος.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ του Μίμη Βρονταμίτη, καπετάνιου του καϊκιού: “Εζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948.
Ο στρατός μας με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου «Αγιος Νικόλαος», επί μισθώ, οκτώ χιλιάδες δραχμές το μήνα.
Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα. Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948 ο Σκαλούμπακας
μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω
σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν
Τζιόρτζιο.
Στο Γ' Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης, κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου, τη λέξη «νεκρός». Ητανε δίπλα στο γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί. Τους
σκοτωμένους φαντάρους τους τακτοποιούσανε στριμωχτά στο αμπάρι οι
Αλφαμίτες, Χούμης και Δήμητρας, Λαγός. Σ' ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε
185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα: «Το καΐκι δε σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι». Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να 'κανα; Το πιστόλι σε παγώνει...
Ανοιγόμασταν
τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι
πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε
μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στο βυθό της
θάλασσας. Αυτό ξανάγινε.
Οι
νεκροί όλοι - όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν - έναν και ήταν
350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη
ζωή μου”.