25 Νοε 2012

Αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός αγώνας συνδεδεμένος με την πάλη για την εξουσία


ΑΛΕΚΑ ΠΑΠΑΡΗΓΑ
Αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός αγώνας συνδεδεμένος με την πάλη για την εξουσία

Αποψη από τις εργασίες της συνάντησης
«Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες
Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία της συνάντησης σε μια χώρα, σε μια περιοχή που δοκιμάζεται χρόνια τώρα, και τις τελευταίες μέρες, καθώς η ιμπεριαλιστική επέμβαση και επιδρομή αποτελεί μόνιμο σχεδόν στοιχείο σε όλους τους τόνους της βαρβαρότητας, του αυταρχισμού. Η Ελλάδα επίσης βρίσκεται σ΄ αυτήν την ευρύτερη περιοχή και γι΄ αυτό αισθανόμαστε πάντα υποχρεωμένοι όχι μόνο να εκφράζουμε τη διεθνιστική μας αλληλεγγύη, αλλά και να παίρνουμε σοβαρά υπόψη τις εξελίξεις που ασκούν επίδραση και στη χώρα μας, ως καπιταλιστική χώρα ενσωματωμένη πλήρως στις στρατηγικές επιδιώξεις της ΕΕ, του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ, με την εθελοντική συμφωνία της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικών δυνάμεων. Εχουμε καταδικάσει τη στρατηγική συμφωνία που έχει συνάψει η Ελλάδα με το Ισραήλ, αφού βεβαίως δεν αφορά τα κοινά συμφέροντα των λαών αλλά τις αντιλαϊκές στρατηγικές επιδιώξεις τόσο της αστικής τάξης της χώρας μας όσο και του Ισραήλ. Πρόκειται για στρατηγική συνεργασία, στρατιωτική και οικονομική, που έχει στο στόχαστρό της τη συμμετοχή στην άνευ όρων και φραγμών διαπάλη για τον ενεργειακό και όχι μόνο πλούτο της περιοχής. Η Ελλάδα διατίθεται να συμβάλει στις πολεμικές επεμβάσεις του Ισραήλ ιδιαίτερα αν αποφασίσει να επιτεθεί στο Ιράν. Γίνονται μάλιστα κοινά γυμνάσια με το Ισραήλ με άσκηση που ταυτίζεται με στρατιωτικές επιχειρήσεις είτε κατά της Συρίας είτε κατά του Ιράν.
Στο βήμα της συνάντησης η Αλέκα Παπαρήγα (δίπλα της ο Κ. Παπαδάκης, μέλος της Γραμματείας της ΚΕ και του Τμήματος Διεθνών σχέσεων)
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης δεν υπάρχει ούτε τυπική έκφραση συμπάθειας στο βασανισμένο παλαιστινιακό λαό που βομβαρδίζεται για μια ακόμη φορά, ενώ και άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης σιωπούν, βασικά.
Η πολύμορφη ιμπεριαλιστική επέμβαση έχει σχέση με την εξέλιξη της κρίσης
Παρά το γεγονός ότι η ευρύτερη περιοχή υποφέρει χρόνια πολλά από την πολύμορφη ιμπεριαλιστική επέμβαση στο πλευρό αντιδραστικών κυβερνήσεων και καθεστώτων, εντούτοις ό,τι ζούμε τα τελευταία χρόνια και στις μέρες μας έχει απόλυτη σχέση με την εξέλιξη της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης στην Ευρωζώνη, η οποία ασκεί άμεση επίδραση παγκόσμια, και μάλιστα στα γνωστά αλλά και ανερχόμενα ιμπεριαλιστικά κέντρα και δυνάμεις.
Η κρίση που ζούμε, η οποία είχε ως αφετηρία τις ΗΠΑ, είναι συνέχεια της κρίσης που ξέσπασε στα τέλη της 10ετίας του '90 στις λεγόμενες ασιατικές τίγρεις, στη Ρωσία αλλά και σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Και όταν επήλθε ανάκαμψη, αυτή δεν έπιασε τους προηγούμενους ρυθμούς. Δεν αποκλείουμε καθόλου και να υπάρξει αναιμική ανάκαμψη να τη διαδεχθεί μια πιο βαθιά συγχρονισμένη κρίση σε ΕΕ, ΗΠΑ και Ιαπωνία.
Το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να διαχειριστεί την κρίση με την όποια ευκολία μπορούσε πριν. Δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες της φτώχειας και της εξαθλίωσης όπως πριν. Βεβαίως δε σημαίνει ότι το σύστημα θα καταρρεύσει από μόνο του, από τις αντιθέσεις του, χωρίς να έχει διαμορφωθεί σε κάθε χώρα ένα πανίσχυρο εργατικό κίνημα ικανό να περάσει σε γενική επίθεση και να έχει ετοιμότητα όταν ξεσπάσει επαναστατική κατάσταση, όταν αυτή φαίνεται ότι επίκειται. Το επαναστατικό κίνημα δε θα γεννηθεί απότομα, ετοιμάζεται, διαπαιδαγωγείται, αποκτά πείρα μέσα στους καθημερινούς αγώνες.
Η εκδήλωση της γενικευμένης και συγχρονισμένης οικονομικής καπιταλιστικής κρίσης έφερε στο προσκήνιο τον ιστορικά ξεπερασμένο και απάνθρωπο χαρακτήρα του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος, την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, την ανάγκη ανασύνταξης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Τι κίνημα χρειάζεται
Το ζήτημα είναι ποιο εργατικό κίνημα, ποιο λαϊκό κίνημα, μπορεί να τα βγάλει πέρα στον τραχύ δρόμο γεμάτο καμπές, ανηφόρες και κατηφόρες, να μην αυτοπαγιδευθεί, να μην εκφυλιστεί, καθώς η παλαιότερη και πρόσφατη πείρα έχει δώσει αρκετές αποδείξεις για ένα τέτοιο κίνδυνο. Ποιο εργατικό, λαϊκό κίνημα θα σηκώσει το ανάστημα στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα, θα ανοίξει μέτωπο με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, την ιμπεριαλιστική ειρήνη ώστε οι λαοί να μη χύσουν το αίμα τους για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών.
Η γραμμή ισχυροποίησης του εργατικού κινήματος, η συμμαχία του με τα λαϊκά στρώματα μόνο σε ένα δρόμο μπορεί να δοκιμαστεί, να προετοιμασθεί, να δώσει καθημερινές μάχες, στο δρόμο της χειραφετημένης πάλης σε αντιμονοπωλιακούς και αντικαπιταλιστικούς στόχους, σε εθνικό επίπεδο και με όρους διεθνιστικής συνεργασίας και κοινής δράσης.
Ο σύγχρονος πατριωτισμός σήμερα εκφράζεται με την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, για το σοσιαλισμό. Καμία καπιταλιστική χώρα, όσο και προωθημένη να είναι η κοινοβουλευτική δημοκρατία, δεν μπορεί να εξασφαλίζει την εθνική ανεξαρτησία στο λαό της, το σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων, παρά μόνο τυπικά, και χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Παρακολουθούμε στενά τους προβληματισμούς, τις συζητήσεις που γίνονται στο κομμουνιστικό κίνημα για τον ιμπεριαλισμό, για τη στρατηγική του κινήματος, τις κατηγορίες που απευθύνονται απέναντι στη φιλελεύθερη πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούμε ότι όσο σήμερα αξίζει να γίνονται βήματα και άλματα στην πρακτική δράση, στην προσπάθεια συσπείρωσης ευρύτερων εργατικών λαϊκών μαζών, άλλη τόσο έχει αξία να ξεκαθαρίζονται σοβαρά ζητήματα ιδεολογίας και θεωρίας που σχετίζονται με τη στρατηγική και τακτική του κινήματος κατά του ιμπεριαλισμού.
Η πολιτική που κυριαρχεί παγκόσμια δεν είναι απλά μια συνταγή φιλελεύθερης διαχείρισης όπως συνήθως υποστηρίζεται. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφορές των φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών συνταγών πρόκειται για τη σύγχρονη φιλομονοπωλιακή στρατηγική που εκπονήθηκε μετά την κρίση του 1971-'3 ως απάντηση στο πρόβλημα της τάσης μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους σε συνθήκες ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και ενώ η ανισόμετρη ανάπτυξη οξύνεται, καθώς βρίσκεται στο DNA του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.
Συστατικό στοιχείο της σύγχρονης φιλομονοπωλιακής πολιτικής είναι η φθηνότερη εργατική δύναμη, αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις, «απελευθερώσεις», οι αποκρατικοποιήσεις, η ιμπεριαλιστική επέμβαση και ο πόλεμος για την αναδιανομή των αγορών.
Αυτήν τη φιλομονοπωλιακή πολιτική την ακολούθησαν και την ακολουθούν φιλελεύθερες και σοσιαλδημοκρατικές αστικές κυβερνητικές δυνάμεις, ακόμα και κεντροαριστερές κυβερνήσεις κατά την τελευταία 30ετία. Ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία και επεκτάθηκε στη ΕΕ. Στον 20ό αιώνα τόσο η φιλελεύθερη όσο και η κεϊνσιανή διαχείριση δεν μπόρεσαν ούτε μπορούν να ματαιώσουν την οικονομική κρίση και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.
Καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης
Κεντρικό ζήτημα είναι να πείσουμε όσο γίνεται μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, του εργαζόμενου λαού για τον πραγματικό χαρακτήρα της κρίσης, ως κρίση υπερσυσσώρευσης στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και ταξικής εκμετάλλευσης. Να αντιμετωπίσουμε με επιχειρήματα τη συστηματική προσπάθεια παραπληροφόρησης, συσκότισης, προκειμένου να συγκαλυφθούν οι πραγματικές αιτίες και οι παράγοντες της κρίσης. Τις θεωρίες περί "καζινοκαπιταλισμού", περί κρίσης που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, της "υπερκατανάλωσης" ή και το αντίθετο της "υποκατανάλωσης".
Το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του δεν πρέπει να βρεθούν ανάμεσα στα διάφορα μείγματα διαχείρισης της κρίσης που εμφανίζονται σήμερα στην ΕΕ, αλλά και παγκόσμια, γιατί δεν υπάρχει φιλολαϊκό μείγμα διεξόδου από την κρίση. Ολα τα μείγματα που άλλωστε είναι καθαρά διατυπωμένα, στηρίζονται στη φθηνή εργατική δύναμη, πλήττουν ένα μεγάλο μέρος μικρομεσαίων στρωμάτων, στηρίζουν τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.
Διεξάγεται σήμερα έντονη συζήτηση, εμφανίζονται μεγάλες διαφωνίες ανάμεσα σε κράτη - μέλη της ΕΕ, ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης σε κάθε χώρα, ανάμεσα σε αστικά πολιτικά κόμματα για το αν λύση αποτελεί η ελεγχόμενη χρεοκοπία, αν πρέπει η Ευρωζώνη να μείνει ακέραια, αν η ΕΕ πρέπει να μετατραπεί σε ομοσπονδία που κατά πάσα πιθανότητα θα οδηγήσει στην έξωση κάποιων κρατών κλπ.
Από στελέχη αστικών και επιχειρηματικών επιτελείων καλλιεργείται επίσης η θεωρία ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη ακόμα και από την ΕΕ, θα βοηθήσει μια αστική κυβέρνηση να ελευθερωθεί από τις δεσμεύσεις του ενιαίου νομίσματος, να τυπώσει δικό της χρήμα, να προσελκύσει επενδυτές που ποντάρουν στο φθηνό εθνικό νόμισμα κλπ.
Αυτή η θέση έχει ταξικό χαρακτήρα στο βαθμό που προβάλλεται από τμήματα της αστικής τάξης και κερδοσκόπους, δεν έχει καμία σχέση με την ταξική θέση του ΚΚΕ για εργατική λαϊκή εξουσία, αποδέσμευση από την ΕΕ, μονομερή διαγραφή του χρέους και κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, για λαϊκό αγροτικό παραγωγικό συνεταιρισμό που εντάσσεται ως ένα βαθμό στον κεντρικό σχεδιασμό.
Από δυνάμεις του οπορτουνισμού που τάσσονται κατά της γερμανικής συνταγής, υποστηρίζεται η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και η ελεγχόμενη χρεοκοπία, προβάλλεται μάλιστα η άποψη ότι υπάρχει μεταβατικό πολιτικό πρόγραμμα πάλης και εξουσίας που μπορεί να ισορροπήσει και τα συμφέροντα των μονοπωλίων και του εργαζόμενου λαού. Τέτοιο κυβερνητικό πρόγραμμα με αποτέλεσμα υπέρ και των μονοπωλίων και υπέρ των λαών, πουθενά δεν υπήρξε και δεν υπάρχει σήμερα με την έννοια να έχει επιβεβαιωθεί στη ζωή σε εθνικό επίπεδο ούτε σε ομάδα χωρών. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν επικαλούνται ούτε μια χώρα ως παράδειγμα εφαρμογής μιας τέτοιας επιλογής.
Διανύουμε μια περίοδο όπου οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σε συνθήκες βαθιάς κρίσης ωθούν τμήματα της αστικής τάξης, ολόκληρη την αστική τάξη της μιας ή της άλλης χώρας να επιλέγουν αν θα μείνουν στο ένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο ή θα περάσουν σε άλλο, διαλέγουν στο πλευρό ποιας ιμπεριαλιστικής δύναμης συμφέρει να δηλώσουν "παρών". Συντελούνται αναδιατάξεις στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, υπάρχει ρευστότητα στο ζήτημα αυτό, πράγμα που κατά τη γνώμη μας αφορά και την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ακόμα και τη βόρεια Αφρική.
Με κανένα διαχειριστικό μείγμα
Η στοίχιση του εργατικού κινήματος και των συμμάχων του με το ένα ή το άλλο μείγμα διαχείρισης, με τη μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική δύναμη σημαίνει υποταγή και συστράτευση με ξένη σημαία. Δείτε πώς έχουν τα πράγματα εντός της Ευρωζώνης.
Η γερμανική και η γαλλική αστική τάξη βρίσκονται μπροστά σε σοβαρά διλήμματα σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης. Παρά τις αντιθέσεις τους κατέληξαν , όπως έχει γίνει και στο παρελθόν, σε ένα προσωρινό εύθραυστο συμβιβασμό που δε χαλαρώνει καθόλου τη βαρβαρότητα των αντεργατικών μέτρων και των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων, και επίσης δεν αναιρεί τις αιτίες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.
Η κυρίαρχη τάση της γερμανικής αστικής τάξης θέτει ως προτεραιότητα τη θωράκιση του ευρώ, τη νομισματική σταθερότητα και αρνείται να σηκώσει το κόστος της απαξίωσης κεφαλαίου στις υπερχρεωμένες χώρες. Μια δεύτερη τάση η οποία ενισχύεται στην ΕΕ είναι αυτή που θέλει ακέραια την Ευρωζώνη για να μη συρρικνωθεί μπροστά στο σκληρό διεθνή ανταγωνισμό η ευρωπαϊκή αγορά. Μια τρίτη τάση αμφισβητεί συνολικά τη σημερινή μορφή της Ευρωζώνης και δίνει προβάδισμα στην προσέγγιση με τον άξονα Κίνας-Ρωσίας.
Οι αστικές κυβερνήσεις, τα φιλελεύθερα σοσιαλδημοκρατικά αλλά και τα λεγόμενα αριστερά ανανεωτικά κόμματα στοιχίζονται πίσω από τους φορείς των αντιθέσεων και επιδιώκουν να ενσωματώσουν το εργατικό κίνημα και τους συμμάχους του στη μια ή την άλλη εκδοχή διαχείρισης που σχηματικά χαρακτηρίζονται ως περιοριστική η μια και επεκτατική η άλλη.
Για ένα πράγμα είμαστε σίγουροι χωρίς να υποτιμάμε τις δυσκολίες που προσθέτουν οι αυταπάτες και η ουτοπία στην ισχυροποίηση του κινήματος, ότι αντικειμενικά μεγαλύτερα τμήματα της εργατικής τάξης θα έρθουν σε αντίθεση με τις αστικές διαχειριστικές λύσεις που προσπαθούν να ελέγξουν την έκταση της απαξίωσης κεφαλαίου και την κατανομή της ζημιάς στα διάφορα τμήματά του.
Τα κομμουνιστικά κόμματα, η ριζοσπαστική πρωτοπορία δεν πρέπει να χάσουν την αυτοτέλεια κρίσης και δράσης μπροστά στα διάφορα μπλοκ που παίρνουν μέρος στο πλευρό της μιας ή της άλλης ιμπεριαλιστικής δύναμης, ενός τμήματος της αστικής τάξης εναντίον του άλλου, υπέρ των ανώτερων μεσαίων στρωμάτων.
Ο αντιμονοπωλιακός αντικαπιταλιστικός χαρακτήρας του αγώνα πρέπει να δυναμώσει, και από την αυτήν τη σκοπιά αντιμετωπίζονται οι δεσμεύσεις και εξαρτήσεις που υποφέρουν χώρες και λαοί που είναι ενσωματωμένες σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ.
Ο χαρακτήρας του σύγχρονου πατριωτισμού ταυτίζεται με την ανατροπή της αστικής εξουσίας, της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, έξοδο από κάθε καπιταλιστικό διακρατικό συνασπισμό και ιμπεριαλιστική συμμαχία.
Επομένως το λεγόμενο αντιγερμανικό μέτωπο, ή το αντιαμερικανικό μέτωπο δηλαδή κατά των ΗΠΑ, από μόνο του δεν μπορεί να εκφράσει ούτε να αντιμετωπίσει τον αγώνα κατά του ιμπεριαλισμού, κατά των συνεπειών της κρίσης. Δεν πρέπει επίσης να παραβλέπουμε ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός δηλαδή ο ιμπεριαλισμός, καθορίζει την τύχη και την πορεία κρατών που δεν ανήκουν οργανικά σε ιμπεριαλιστικές ενώσεις. Δεν υπάρχει χώρα σήμερα που να μην είναι προσδεδεμένη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο παγκόσμιο και περιφερειακό σύστημα του ιμπεριαλισμού, δηλαδή στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, στις περιφέρειές της. Ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης είναι ο δρόμος που οδηγεί στη χαλαρότερη ή στενότερη ενσωμάτωση προς το ιμπεριαλιστικό σύστημα και γι' αυτό ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας είναι αντικαπιταλιστικός αφού έχουμε να κάνουμε με το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού.
Δε μαχητικοποιούνται οι λαοί όταν επηρεάζονται από απόψεις που αποσπούν την ιμπεριαλιστική πολιτική από το μονοπωλιακό καπιταλισμό, ταυτίζουν τον ιμπεριαλισμό μόνο με τις ανισότιμες διεθνείς σχέσεις, με την ιμπεριαλιστική επέμβαση και τον πόλεμο. Να αποσπώνται δηλαδή οι εσωτερικές αντιθέσεις από τις ενδοϊμπεριαλιστικές.
Οι κομμουνιστές να οργανώσουν την εργατική - λαϊκή αντίσταση σε σύνδεση με την πάλη για την εξουσία
Το Κομμουνιστικό Κόμμα πρέπει να ηγηθεί στην αυτοτελή οργάνωση της εργατικής-λαϊκής αντίστασης με όλες τις μορφές, ώστε η αντίσταση να συνδεθεί με την πάλη για ολοκληρωτική ήττα της αστικής τάξης, εγχώριας και ξένης ως εισβολέα, έμπρακτα να συνδεθεί ο αντιπολεμικός αγώνας με την κατάκτηση της εξουσίας. Με την πρωτοβουλία και καθοδήγηση του Κόμματος να συγκροτηθεί εργατικό-λαϊκό μέτωπο με όλες τις μορφές δράσης, με σύνθημα: Ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που όσο κυριαρχεί φέρνει τον πόλεμο και την ειρήνη με το πιστόλι στον κρόταφο.
Στην Ελλάδα σήμερα στηρίζουμε τη Λαϊκή Συμμαχία που εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μισοπρολετάριων, των φτωχών αυτοαπασχολούμενων και αγροτών, ακόμα τους αυτοαπασχολούμενους επιστήμονες που ακόμα και αν έχουν μεγαλύτερη ελευθερία από τους μισθωτούς, θα μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε μισθωτούς σε μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις με χαμηλό εισόδημα ή σε άνεργους και μισοάνεργους. Από τη σκοπιά αυτή απορρίπτουμε κάθε στήριξη σε πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν το ένα ή το άλλο μείγμα διαχείρισης.
Σήμερα στην Ελλάδα γίνονται διεργασίες αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος, αφού πια το σύστημα της δικομματικής εναλλαγής της φιλελεύθερης ΝΔ και του σοσιαλδημοκρατικού ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να λειτουργήσει, ιδιαίτερα με την αποσάθρωση του ΠΑΣΟΚ. Ενα μεγάλο μέρος του στελεχικού μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ, τμημάτων της εργατικής αριστοκρατίας και του κυβερνητικού συνδικαλισμού, τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που λειτουργούσαν ως δορυφόροι στα μονοπώλια, διαχειρίζονταν ένα μέρος των κοινοτικών επιδοτήσεων, αλλάζουν κόμμα, μεταπηδούν στο ΣΥΡΙΖΑ που από κόμμα του οπορτουνισμού μετατρέπεται σε διάδοχο της σοσιαλδημοκρατίας διατηρώντας ορισμένα συνθήματα προκειμένου να διατηρήσει το προφίλ της αριστερής κομμουνιστικής ανανέωσης.
Το ΚΚΕ αντιστάθηκε στη μεγάλη πίεση που δέχθηκε για να δηλώσει συμμετοχή σε κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ, σε μια κυβέρνηση δηλαδή που οι προγραμματικές της θέσεις έχουν σαφή κατεύθυνση στήριξης της καπιταλιστικής ανάπτυξης με αντιφάσεις που προδικάζουν την πλήρη ενσωμάτωσή της όταν μετατραπεί σε κυβερνητική πλειοψηφία. Κόστισε εκλογικά η θέση αυτή, όμως δε στέρησε μετεκλογικά το Κόμμα από την ικανότητα κινητοποίησης και οργάνωσης των λαϊκών μαζών. Αποτελεί παρακαταθήκη από εδώ και εμπρός για ένα κίνημα που θα αποφεύγει επικίνδυνες παγίδες και γλιστρήματα που θα πλήξουν τα λαϊκά συμφέροντα και τελικά θα το τσακίσουν για μεγάλο και κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή των κινητοποιήσεων στις χώρες της βόρειας Αφρικής αλλά και από το ξεκίνημα της ένοπλης σύγκρουσης στη Συρία, ξεκαθάρισε τη θέση του. Η όποια λαϊκή συμμετοχή σημειώθηκε ειδικά στην Αίγυπτο και την Τυνησία, σίγουρα εξέφραζε εσωτερικά λαϊκά προβλήματα, τα δικαιώματα των εργαζομένων, τη διάθεση για αλλαγή πολιτικής. Ομως δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια στο γεγονός ότι είτε προκλήθηκαν είτε αξιοποιήθηκαν από τις ισχυρές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις με επικεφαλής τις ΗΠΑ και ανταγωνιστές τους, για έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και για αλλαγή στο κυβερνητικό πηδάλιο με δυνάμεις που μπορούσαν να ελέγξουν καλύτερα. Καθαρά είπαμε ότι αποτελεί μέρος του σχεδίου που ο Μπους είχε ανακηρύξει ως σχέδιο εκδημοκρατισμού των αραβικών χωρών, του αραβικού κόσμου. Τα γεγονότα στη Συρία έχουν ρίζα στα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα που βιώνουν η εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα. Ομως είμαστε ενάντιοι σε κάθε προσπάθεια ιμπεριαλιστικής επέμβασης από τις ΗΠΑ, την ΕΕ, το ΝΑΤΟ, το Ισραήλ, την Τουρκία, το Κατάρ, τη Σαουδική Αραβία. Αποκαλύψαμε στον ελληνικό λαό ότι οι ΗΠΑ, η ΕΕ, το Ισραήλ ενδιαφέρονται για την αποσταθεροποίηση και την αποδυνάμωση του συσχετισμού μέσα στο συριακό αστικό καθεστώς, γιατί η ηγεσία του είναι σύμμαχος στην Παλαιστίνη, στο Λίβανο, αντιτίθεται στις ιμπεριαλιστικές θέσεις και σχεδιασμούς από τους ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Ισραήλ που σήμερα βομβαρδίζει αλύπητα τη Γάζα, κατέχει παλαιστινιακά, λιβανέζικα και συριακά εδάφη. Η αποδυνάμωση, η ανατροπή του συριακού καθεστώτος ανοίγει την όρεξη οι ιμπεριαλιστές να επιτεθούν στο Ιράν, να προχωρήσουν σε νέους διαμελισμούς κρατών της περιοχής, δηλαδή σε ντόμινο αποσταθεροποίησης και αιματοχυσιών κάτι που θα φέρει νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και επεμβάσεις.
Εκτιμάμε ότι πρέπει να δουλέψουμε όλοι στον κοινό αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό αγώνα, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, την απομάκρυνση των ξένων στρατιωτικών βάσεων και των πυρηνικών, την επιστροφή στρατιωτικών δυνάμεων από τις ιμπεριαλιστικές αποστολές, και την ένταξη του αγώνα αυτού στην πάλη για την εξουσία».

«Οργάνωση» Μ23 ενεργούμενο των ιμπεριαλιστών


«Οργάνωση» Μ23 ενεργούμενο των ιμπεριαλιστών
Οι ένοπλοι της οργάνωσης Μ23 (που ονομάστηκε έτσι από τη συμφωνία της 23ης Μάρτη 2009, με την οποία μέλη πρώην «ανταρτικής» οργάνωσης των επαρχιών Βόρειου και Νότιου Κίβου θα ενσωματώνονταν στον κογκολέζικο στρατό), ξανάρχισαν αίφνης στα μέσα του μήνα τις επιχειρήσεις εναντίον του στρατού, καταφέρνοντας με ελάχιστες μάχες να καταλάβουν την πόλη Γκόμα. Σύμφωνα με δηλώσεις του εκπροσώπου τους, συνταγματάρχη Βιανέι Καζαράμα, αποβλέποντας στην κατάληψη των πόλεων Μπουκάβου, Κισανγκάνι και εν τέλει της πρωτεύουσας Κινσάσα, στόχος είναι η ανατροπή της κυβέρνησης του Κογκολέζου προέδρου Τζόζεφ Καμπίλα και η υποτιθέμενη διεξαγωγή εκλογών.
Τα αιτήματά των στελεχών της Μ23 δεν είναι ξεκάθαρα, ούτε έχουν σαφές πολιτικό στίγμα. Η οργάνωση δημιουργήθηκε πριν επτά μήνες, οπότε ξεσηκώθηκε διαμαρτυρόμενη για την άρνηση της κυβέρνησης Καμπίλα να τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε στο πλαίσιο της συμφωνίας του '09. Αρκετά από τα στελέχη της οργάνωσης φαίνεται πως προέρχονται όχι μόνον από προηγούμενες ένοπλες οργανώσεις, αλλά απευθείας από το στρατό. Αρχηγός της φέρεται πως είναι ο (γεννημένος στη Ρουάντα) στασιαστής στρατηγός Μπόσκο Ενταγκάντα που έχει παραπεμφθεί σε δίκη από το Διεθνές Δικαστήριο για εγκλήματα πολέμου και κατά της ανθρωπότητας στη ΛΔ Κονγκό.
Σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ, οι ένοπλοι της Μ23,εξοπλίζονται με όπλα, πυρομαχικά, στολές, γυαλιά νυχτερινής όρασης και τηλεπικοινωνιακό υλικό, κυρίως από την κυβέρνηση της Ρουάντας, και λιγότερο από την κυβέρνηση της Ουγκάντας, με πραγματικό προμηθευτή τις ΗΠΑ και άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Σε έκθεση του ΟΗΕ που κυκλοφόρησε μεσοβδόμαδα αναφέρεται συγκεκριμένα ότι ο Ρουαντέζος υπουργός Αμυνας Τζέιμς Καμπαρέμπε διοικεί και κατευθύνει παρασκηνιακά τη Μ23, ενώ άλλες οργανώσεις της περιοχής εξοπλίζονται από δίκτυο στο οποίο προΐσταται... ο διοικητής του κογκολέζικου στρατού στρατηγός Γκαμπριέλ Αμίσι, που αποπέμφθηκε προχτές με απόφαση του προέδρου Καμπίλα...
Από τις 20 του μήνα, οι ένοπλοι της Μ23 κατέλαβαν τις πόλεις Γκόμα, Σάκε και Μουσάκι και κινούνται με κατεύθυνση την κατάληψη της πόλης Μπουκάβου...

ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ Και η άλλη διαχείριση φέρνει δεινά στο λαό


ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ
Και η άλλη διαχείριση φέρνει δεινά στο λαό
Με αφορμή την απόφαση αμερικανικού δικαστηρίου που ικανοποιεί ομολογιούχους από την αναδιάρθρωση που έκαναν οι κυβερνήσεις Κίρσνερ
Από πρόσφατες αντικυβερνητικές διαδηλώσεις
«Ο αργεντίνικος πανικός» επανήλθε διεθνώς, σε αγορές, χρηματιστήρια αλλά και κυβερνήσεις, μετά την απόφαση του δικαστή του Μανχάταν Τόμας Γκρίζα να εκδώσει νέα απόφαση που επικυρώνει την προηγούμενή του που είχε εκδώσει το Μάρτη, και με την οποία έκρινε υπέρ των επενδυτικών εταιρειών «NML Capital Ltd», «Elliot Management Corp» και «Aurelius Capital Management», οι οποίες αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις αναδιαρθρώσεις αργεντίνικου χρέους το 2005 και το 2010. Ενας «πανικός» που έχει ευρύτερες διαστάσεις καθώς αγγίζει ακόμη και τις ίδιες τις ΗΠΑ και καταδεικνύει ότι η Αργεντινή αν και προβάλλει υπέρ το δέον το «διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης», ωστόσο και πάλι την οδηγεί σε αδιέξοδο καθώς είναι μία λύση πάντα εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Το χρέος που προκάλεσε η πλουτοκρατία καλούνται και πάλι να πληρώσουν τα λαϊκά στρώματα.
Η απόφαση του δικαστή Γκρίζα, και εν αναμονή μάλιστα της εκδίκασης της έφεσης της Αργεντινής στο 2οΟμοσπονδιακό Εφετείο της Νέας Υόρκης, συνάδει και είναι «απολύτως» εναρμονισμένη με τη λογική του καπιταλιστικού συστήματος, στο οποίο είναι ενταγμένη πλήρως και η Αργεντινή. Ωστόσο, λειτούργησε ως πυροδοτικός μηχανισμός. Οχι μόνο όσον αφορά στην Αργεντινή, αλλά και στο ίδιο το αμερικανικό σύστημα πληρωμών και παγκοσμίως καθώς η απόφαση δεν έχει να κάνει μόνο με την Αργεντινή, όπως τονίζει, αλλά ισχύει και για όσους λειτουργούν ως δικοί της μεσάζοντες, ενώ θέτει και σημαντικό προηγούμενο για κάθε μελλοντική και ανάλογη αναδιάρθρωση χρέους. Ειδικά, μάλιστα, υπό το πρίσμα του ότι η αναδιάρθρωση του αργεντίνικου χρέους θεωρήθηκε «η πλέον επιτυχημένη συνταγή» και προβλήθηκε ως «άσκηση του δικαιώματος της ανεξαρτησίας και κυριαρχίας».
Η κυβέρνηση του Προέδρου Νέστορ Κίρσνερ, έχοντας εξασφαλίσει τη στήριξη της Βενεζουέλας (η οποία αγόρασε 1,6 δισεκατομμύρια δολάρια αργεντίνικα ομόλογα), οπότε και μπόρεσε να εξοφλήσει μονομιάς το χρέος της προς το ΔΝΤ (9,8 δισεκατομμύρια δολάρια), ήρθε σε συμφωνία με τους πιστωτές της και αντάλλαξε σε δύο φάσεις (2005 και 2010) παλαιότερα ομόλογα προς 33 σεντς ανά δολάριο, με νέους τίτλους, συνολικού ύψους περίπου 24 δισ. Ωστόσο, το 6% των πιστωτών της δεν αποδέχτηκαν καμία αναδιάρθρωση του χρέους και έκτοτε έχουν αρχίσει ένα νομικό αλλά και οικονομικό πόλεμο ζητώντας την πλήρη αποπληρωμή των ομολόγων που έχουν.
«Ακήρυχτος πόλεμος»
Η απόφαση Γκρίζα αφορά ακριβώς σε αυτά τα ομόλογα του 6%, μία απόφαση που σπεύδει να προλάβει ή ακόμη και να προκαταλάβει την απόφαση του Εφετείου και αποτελεί απάντηση στις πολεμικές ιαχές της κυβέρνησης της Προέδρου Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρσνερ, που στην πρωτόδικη απόφαση είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται ποτέ να υποκύψει και να πληρώσει τα «αντισταθμιστικά αμοιβαία κεφάλαια (υψηλού κινδύνου)» (hedgefunds) υπό το σκεπτικό ότι είναι «πτωματοφάγα όρνεα».
Ο δικαστής όχι μόνο υποχρεώνει την Αργεντινή να πληρώσει, αλλά ακριβώς γιατί η Αργεντινή έχει δηλώσει ότι θα αψηφήσει την απόφαση ορίζει μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου τη δημιουργία ενός δεσμευμένου λογαριασμού υπέρ των προσφευγόντων και ότι τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν στους ενάγοντες μέχρι τις 15 Δεκέμβρη ως χρηματική εγγύηση ώστε να επιτραπεί στο δικαστήριο εφέσεων να αποφανθεί οριστικά.
Η απόφαση του Αμερικανού δικαστή ορίστηκε να ισχύει όχι μόνο για την Αργεντινή, αλλά και για όσους λειτουργούν ως δικοί της μεσάζοντες. Συνεπώς έχει σημαντικές επιπτώσεις, και σε αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως η Bank of New York Mellon, που λειτουργεί ως θεματοφύλακας των αναδιαρθρωμένων αργεντίνικων ομολόγων και παίζει ρόλο «αγωγού», ώστε να γίνονται οι πληρωμές της χώρας σε αυτούς τους δανειστές - κατόχους. Με τον τρόπο αυτό, όπως αναφέρει η εφημερίδα «Financial Times», ενδεχομένως θα ενεργοποιηθούν τα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS), αφού κινδυνεύει η αποπληρωμή στις 15 Δεκέμβρη 3,4 δισ. δολαρίων στους ομολογιούχους που είχαν δεχθεί την ανταλλαγή και τους οποίους ο δικαστής χαρακτήρισε αντικειμενικά συμπράττοντες με την κυβέρνηση της Αργεντινής. Μία προοπτική που ενδέχεται να αυξήσει της πιθανότητες ενός νέου default (χρεοκοπία).
Ακριβώς γι' αυτό το λόγο η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης (Fedof New York) παρενέβη γραπτώς στο δικαστήριο, τονίζοντας ότι η πιθανότητα να εκδοθεί διαταγή παρακράτησης ποσών τα οποία μεταβιβάζονται μέσω ενδιάμεσων τραπεζών προς τρίτους επενδυτές θα «διαταράξει την ομαλή λειτουργία» του αμερικανικού συστήματος πληρωμών.
H αντίδραση της κυβέρνησης της Αργεντινής ήταν ακαριαία και η συνήθης. Διά στόματος υπουργού Ερνάν Λορενσίνο αφού χαρακτήρισε την απόφαση «δικαστική αποικιοκρατία» διαμήνυσε ότι η χώρα του θα εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα, φθάνοντας, μετά το 2ο Ομοσπονδιακό Εφετείο της Νέας Υόρκης στο οποίο έχει ήδη προσφύγει μετά την αρχική ετυμηγορία του Γκρίζα το Μάρτη, και στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ και «κάθε αρμόδιο διεθνή θεσμό».
Εντούτοις οι λεκτικοί λεονταρισμοί δεν είναι αρκετοί αφού το μοντέλο αστικής διαχείρισης, που εμφανίστηκε ως «νίκη του λαϊκού κινήματος» το 2001, ήταν η διατήρηση της εξουσίας των μονοπωλίων. Οι λαϊκές δυνάμεις δεν είδαν σημαντικές αλλαγές ενώ εγκλωβίστηκαν στη λογική του μικρότερου κακού και δε διεκδίκησαν τον πλούτο που παράγουν. Ηδη υπάρχουν οι πρώτες ενδείξεις ότι η Αργεντινή, ο λαός πρώτα και κύρια, θα μπει στη δίνη μιας νέας καπιταλιστικής κρίσης.
Λαϊκές και άλλες διαμαρτυρίες
Μαζικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν πριν από δέκα μέρες. Συμμετείχαν και αρκετοί εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα και σε περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και με τη σοσιαλδημοκρατικού τύπου διαχείριση Κίρνσερ αλλά είναι χαρακτηριστικές και «διαδηλώσεις της κατσαρόλας» υπό τα κελεύσματα του εκδοτικού συγκροτήματος «Clarin», του οποίου ο μεγαλύτερος μέτοχος είναι η Goldman Sachs, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα «Γκάρντιαν».
Στοιχείο των διαμαρτυριών είναι και ότι μικροαστικά στρώματα αντιδρούν στην απαγόρευση της αγοράς ξένου συναλλάγματος για προσωπική αποταμίευση λόγω της αβεβαιότητας για την οικονομική κατάσταση της χώρας, διαμαρτύρονται για τη φορολογία και την εγκληματικότητα. Καταφέρονται επίσης εναντίον της πιθανότητας της επανεκλογής της Προέδρου Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρσνερ για τρίτη συνεχόμενη θητεία μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος.
Πρόκειται για μία μόνο έκφανση του ακήρυχτου πολέμου που μαίνεται εντός της Αργεντινής, ενός ακήρυχτου πολέμου μεταξύ του πολιτικού προσωπικού και τμημάτων της εγχώριας ολιγαρχίας, που επιλέγει για τα συμφέροντά της άλλες συμμαχίες από αυτές που κάνει η σημερινή κυβέρνηση. Ενας πόλεμος που υποδαυλίζεται και υποκινείται τόσο από «εκθέσεις» και προειδοποιήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ότι «εάν δεν υπάρξει πραγματική οικονομική ανάπτυξη και δεν δοθούν αξιόπιστα στοιχεία για τον πληθωρισμό μέχρι τον Δεκέμβριο, η Αργεντινή θα αντιμετωπίσει κυρώσεις», όσο και από κινήσεις του κεφαλαίου ή ακόμη και κυβερνήσεων μετά τις κινήσεις της κυβέρνησης Κίρσνερ για μεγαλύτερο άνοιγμα προς την Ασία αλλά και τη Μέση Ανατολή για «επενδύσεις» στον ενεργειακό τομέα. Τομέας του οποίου οι προοπτικές είναι απεριόριστες μετά την «εθνικοποίηση» της εταιρείας YPF από την ισπανική «Repsol» αλλά και την εξεύρεση των μεγαλύτερων σχιστολιθικών κοιτασμάτων στην περιοχή Vaca Muerta στην επαρχία Νεουκέν, στην αργεντίνικη Παταγονία καθώς και των πετρελαϊκών κοιτασμάτων που φέρεται να έχουν ανακαλυφθεί στα ανοιχτά των ακτών της και στα νησιά Μαλβίνας/Φόκλαντς. Νησιά την κυριαρχία των οποίων διεκδικεί εκ νέου η Αργεντινή από τη Βρετανία, με μία συνεχώς κλιμακούμενη διπλωματική εκστρατεία.
Εξάλλου, εκτός της απόφασης Γκρίζα είχε προηγηθεί στις αρχές Οκτώβρη η κατάσχεση του εκπαιδευτικού πολεμικού πλοίου Libertad του Πολεμικού Ναυτικού της Αργεντινής στην Ακρα της Γκάνας, σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ύστερα από αίτημα της επενδυτικής εταιρείας «NML Capital», θυγατρικής του hedge fund «Elliot Capital» με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Ο ενεργειακός, και όχι μόνο, πλούτος της Αργεντινής έχει καταστεί το μήλον της Εριδος για την ντόπια πλουτοκρατία και για το διεθνές κεφάλαιο οξύνοντας ακόμη περισσότερο τις υφιστάμενες αντιθέσεις. Από αυτή τη σύγκρουση που αναμένεται να συνεχιστεί και να κλιμακωθεί τα λαϊκά στρώματα είναι έτσι κι αλλιώς χαμένα, αφού η «διαχείριση» μπορεί να είναι διαφορετική, ωστόσο το καπιταλιστικό σύστημα παραμένει κραταιό. Το παράδειγμα της Αργεντινής δείχνει ότι όσο οι εργαζόμενοι μπαίνουν κάτω από ξένες σημαίες διαχειριστών της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, όσο η οικονομική εξουσία δεν περνάει στα δικά τους χέρια, δεν μπορούν να περιμένουν καλύτερες μέρες.

Η αντεπανάσταση στην Ουγγαρία το 1956


Η αντεπανάσταση στην Ουγγαρία το 1956
Στις 23 Οκτώβρη του 1956 ξέσπασε αντεπανάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας. Βεβαίως, τα πρώτα ανοιχτά αντεπαναστατικά γεγονότα δεν προϊδέαζαν το τι θα επακολουθήσει. Αλλωστε, μια απλή φοιτητική διαδήλωση δε φανερώνει ότι μπορεί να είναι γεγονός - αφετηρία ένοπλης πάλης κατά της λαϊκής εξουσίας. Και όμως, η συνέχεια ήταν οδυνηρή για την εργατική τάξη και το λαό της Ουγγαρίας. Ας δούμε όμως τα γεγονότα που εξελίχτηκαν ραγδαία, αλλά όχι τυχαία.
Ολα ήταν μια καλά προσχεδιασμένη επιχείρηση από την αστική τάξη - που νικήθηκε και έχασε την εξουσία - σε αγαστή συνεργασία και συμμαχία με τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κράτη που δεν μπορούσαν να «χωνέψουν», πολύ περισσότερο να αποδεχτούν, ότι μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, μια σειρά χώρες αποσπάστηκαν από την αλυσίδα του καπιταλισμού και η εργατική τάξη σε συμμαχία με τη φτωχή αγροτιά και τ' άλλα λαϊκά στρώματα, καταχτώντας την εξουσία ακολουθούσαν το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό ήταν και το πιο σπουδαίο, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα του πολέμου για τους λαούς. Και τον οικοδομούσαν μέσα σε αντίξοες συνθήκες, τόσο λόγω του πολέμου και των καταστροφών που προκάλεσε, όσο και εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης.
Στις 23 Οκτώβρη, λοιπόν, έγινε στη Βουδαπέστη μια φοιτητική διαδήλωση. Ηταν σαν τη σπίθα που άναψε τη φωτιά της αντεπανάστασης, αφού το συγκεκριμένο γεγονός εκμεταλλεύτηκαν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις, για να προκαλέσουν ένοπλες συγκρούσεις αμέσως μετά τη φοιτητική διαδήλωση.
Ο Ιμρε Νάγκι, που εκτελούσε χρέη πρωθυπουργού της ΛΔ Ουγγαρίας, από τις 24 Οκτώβρη 1956 αποδείχτηκε ότι δεν ήταν απλά ένας οπορτουνιστής ή - όπως η αστική προπαγάνδα τους ονομάζει - ένας «μεταρρυθμιστής», προκειμένου να... αναπνεύσει η δημοκρατία και η ελευθερία που δήθεν καταστέλλονται από την επανάσταση και το σοσιαλισμό. Αυτή η προπαγάνδα άλλωστε ήταν αιχμή της αντικομμουνιστικής - αντισοσιαλιστικής εκστρατείας του ιμπεριαλισμού, αμέσως μετά τον πόλεμο. Ο Ιμρε Νάγκι ήταν ένας αντεπαναστάτης, αφού υποστήριζε ανοιχτά τις ενέργειες για την ανατροπή της εργατικής εξουσίας. Πήρε ο ίδιος μέτρα για την ενίσχυση, και μάλιστα σε δυνάμεις και όπλα από το εξωτερικό, της αντεπανάστασης. Ηταν αυτός που σαν πρωθυπουργός, με το ξέσπασμα των γεγονότων στις 23 Οκτώβρη 1956 άνοιξε τα σύνορα με την Αυστρία και μπήκαν ανεξέλεγκτα όλα τα φασιστικά, αντιδραστικά στοιχεία που είχαν εγκαταλείψει την Ουγγαρία μετά την επανάσταση και τη νίκη της λαϊκής δημοκρατίας. Ετσι διείσδυσαν στην Ουγγαρία χιλιάδες οπλισμένοι φυγάδες από το εξωτερικό. Δηλαδή δυνάμεις οργανωμένες από τους καπιταλιστές και τσιφλικάδες της Ουγγαρίας που εγκατέλειψαν τη χώρα μετά την επανάσταση. Ετσι εξελίχτηκε ανοιχτό ένοπλο πραξικόπημα για την καπιταλιστική παλινόρθωση. Ο εξοπλισμός και ο ανεφοδιασμός των αντεπαναστατών γινόταν μέσω της αερογέφυρας Βιέννης - Βουδαπέστης, κύρια από αμερικανικά αεροπλάνα. Οι διπλωματικοί εκπρόσωποι των ΗΠΑ κι άλλων καπιταλιστικών κρατών έδιναν άμεσες οδηγίες στην ηγεσία τους.
Στην πρώτη φάση, μεταξύ 23 και 30 Οκτώβρη, οι αντεπαναστατικές δυνάμεις δεν τόλμησαν να εμφανιστούν ανοιχτά με αντισοσιαλιστικά συνθήματα και προπαγάνδα για την ανατροπή της εξουσίας. Πρόβαλαν αιτήματα, όπως π.χ. «αποσταλινοποίηση», «εκδημοκρατισμός και αποκέντρωση», «ουγγρικός εθνικός κομμουνισμός»1κλπ. «Μεταρρυθμίσεις» δηλαδή, για ένα «δημοκρατικό σοσιαλισμό με ελευθερία», στο όνομα των εθνικών ιδιομορφιών. Μήπως όλες οι απόπειρες αντεπανάστασης και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες με τον ίδιο τρόπο, από την άποψη της προπαγάνδας, δεν ξεκίνησαν;
Στη δεύτερη φάση του πραξικοπήματος φάνηκε ανοιχτά ποιοι κρύβονται πραγματικά πίσω τους. Η αντίδραση, ενθαρρυμένη από την εξωτερική υποστήριξη, καθώς κι από την προδοτική πολιτική του Ιμρε Νάγκι, πέρασε μετά τις 30 Οκτώβρη στην ανοιχτή τρομοκρατία. «Στους δρόμους της Βουδαπέστης κυριαρχούσε η αντεπαναστατική τρομοκρατία, ομαδικά δολοφονούνταν κομμουνιστές και προοδευτικοί άνθρωποι. Κατά χιλιάδες φυλακίζονταν σ' όλη τη χώρα αγωνιστές του Κόμματος, πρόεδροι αγροτικών ενώσεων, πρόεδροι συμβουλίων, οπαδοί του σοσιαλισμού και προετοιμαζόταν η σφαγή τους. Στον πολιτικό στίβο είχαν επανεμφανιστεί οι καπιταλιστές, γαιοκτήμονες, τραπεζίτες, πρίγκιπες και κόμητες, με επικεφαλής τον Μίντσεντι. Εμφανίστηκαν στη Βουλή, ίδρυσαν μέσα σε δύο μέρες 28 αντεπαναστατικά κόμματα».2
Στις 3 Νοέμβρη 1956 δημιουργήθηκε - με επικεφαλής τον Γιάνος Κάνταρ - η επαναστατική εργατοαγροτική κυβέρνηση, για να υπερασπίσει τη λαϊκή εξουσία. Το Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και η νέα εργατοαγροτική κυβέρνηση απευθύνθηκαν στην ουγγρική εργατική τάξη, κάνοντας έκκληση για υπεράσπιση της λαϊκής εξουσίας από την αντίδραση. Η Σοβιετική Ενωση ανταποκρίθηκε στην παράκληση της νέας ουγγρικής κυβέρνησης για διεθνιστική βοήθεια και συνέβαλε στη συντριβή των ένοπλων αντεπαναστατικών ομάδων. Με τη βοήθεια του Κόκκινου Στρατού αποσοβήθηκε στην Ουγγαρία ένας μακροχρόνιος εμφύλιος πόλεμος ενάντια στην αντεπανάσταση.
Από τότε μέχρι σήμερα η αστική ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αξιοποιεί την αντεπανάσταση στο αντισοβιετικό - αντικομμουνιστικό της οπλοστάσιο, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα. Κατηγορεί την ΕΣΣΔ αποδίδοντας την αιτία της δημιουργίας των γεγονότων στην επέμβαση του Κόκκινου Στρατού, ενώ αποδεδειγμένα οφείλονται στην ενθάρρυνση των υπολειμμάτων του προηγούμενου αστικού καθεστώτος από τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό έως και τη δική του επέμβαση.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αξιοποιούνται ιστορικά γεγονότα σαν αφορμή για την ίδια τη διαστρέβλωση της Ιστορίας. Το ιστορικό γεγονός αυτό καθεαυτό προσδιορίζει την πραγματικότητα του φαινομένου. Η προσέγγισή του, η κριτική του εξέταση, απαιτεί την ολόπλευρη αποκάλυψη των παραγόντων που το δημιούργησαν, αλλά και η αντικειμενικότητα της κριτικής εξαρτάται επίσης από ποια ταξική - πολιτική σκοπιά εξετάζεται, τόσο το ιστορικό γεγονός, όσο και οι παράγοντες που το δημιούργησαν. Εχει σημασία, επίσης, αυτή η προσέγγιση, όταν, μάλιστα, γίνεται μετά από την πάροδο αρκετών χρόνων.
Ο διεθνής ιμπεριαλισμός, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, που πήραν το πάνω χέρι από τη Βρετανία στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα μετά τον πόλεμο, ουδέποτε αποδέχτηκε τα αποτελέσματα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και την ενίσχυση του σοσιαλισμού στην Ευρώπη και την Ασία (Κίνα, ΛΔ Κορέας). Γίνεται φανερό από τα μέτωπα που άνοιξε στην Απω Ανατολή κατά της ΛΔ Κίνας και κατά της ΛΔ Κορέας στα 1950, με την ωμή στρατιωτική επέμβαση στην περιοχή. Αλλωστε, ενδιαφερόταν ταυτόχρονα και για τα γεωστρατηγικά του συμφέροντα στην περιοχή, στον ανταγωνισμό του με την Ιαπωνία και ας ήταν ηττημένη στον πόλεμο.
Η συγκρότηση όμως του σοσιαλιστικού στρατοπέδου ήταν ο υπ' αριθμόν ένα αντίπαλος του ιμπεριαλισμού, οι θέσεις του οποίου και συρρικνώθηκαν στην παγκόσμια σκηνή. Εγκαινιάζοντας τη στρατηγική του ψυχρού πολέμου, προσπάθησε, μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ, αλλά και της εντεινόμενης ανάπτυξης των εξοπλισμών, να ενισχύσει τη δράση του, έχοντας ως στόχο την υπονόμευση των «νεαρών» τότε Λαϊκών Δημοκρατιών της Ευρώπης. Πρώτο «θύμα» αυτής της στρατηγικής ήταν η ίδια η ηττημένη Γερμανία, πιο σωστά ο γερμανικός λαός, που με ευθύνη των ιμπεριαλιστικών κρατών που έλεγχαν το δυτικό τμήμα της, διασπάστηκε, αφού σ' αυτό το τμήμα οργανώθηκε - με τις παλιές πολιτικές δυνάμεις του κεφαλαίου - αστική εξουσία, ενώ ενισχυόταν ποικιλόμορφα η γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού, με ενδυνάμωση των κεφαλαιοκρατών που έκαναν τον πόλεμο. Ετσι, ένα αποφασιστικό μέτρο ήταν και ο επανεξοπλισμός στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας. Στο ανατολικό τμήμα ο λαός, με επικεφαλής την εργατική τάξη και το Κόμμα της, πήρε την εξουσία μετά την ίδρυση δυτικογερμανικού κράτους και άρχισε να οικοδομεί το σοσιαλισμό στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Την οποία επίσης οι ιμπεριαλιστές έκαναν απόπειρα (στα 1953) να ανατρέψουν.
Με την ίδρυση του NATO, τον Απρίλη του 1949, ενισχύονται οι εξοπλισμοί στη Δυτική Γερμανία, που είναι πλέον χώρα - μέλος του, και μάλιστα με επιθετικά όπλα, αφού τα σύνορα των δύο Γερμανιών είναι και γεωγραφικά όρια των δύο αντίπαλων συστημάτων. Ταυτόχρονα, η πολιτική της υπονόμευσης των νέων λαϊκοδημοκρατικών χωρών, εκτός της ΓΛΔ, βάζει στο στόχαστρο την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και την Ουγγαρία, σε συνδυασμό με την προσπάθεια διάσπασης του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Μετά τα γεγονότα της Ουγγαρίας (4-1-1957) έγιναν συνομιλίες ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη ΓΛΔ. «Οι συνομιλίες αυτές παίρνουν μεγαλύτερη σημασία όταν τις δει κανείς στη χρονική στιγμή που πραγματοποιούνται, μετά δηλαδή τις τελευταίες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του NATO, με την ιδιαίτερη σημασία που δίνουν οι αποφάσεις αυτές στην πολεμική βιομηχανία της Δυτικής Γερμανίας, με το σχέδιο εξοπλισμού της Δ. Γερμανίας με ατομικά όπλα και με την επιμονή της κυβέρνησης της Βόννης στην πολιτική των στρατιωτικών συνασπισμών και της διαίρεσης της Γερμανίας».3
Χαρακτηριστικό της πολιτικής και των επιδιώξεων του ιμπεριαλισμού είναι και η εκτίμηση των ΗΠΑ για την περιοδεία του Τσου Εν Λάι στην ΕΣΣΔ, στη ΛΔ της Πολωνίας και τη ΛΔ της Ουγγαρίας εκείνη την περίοδο.
«Η "Ντέιλι Μίρορ" εκφράζοντας τη γνώμη επίσημων κύκλων έγραφε σχετικά ότι "η επίσκεψη αυτή δημιούργησε μεγάλη έκπληξη σε μερικούς ειδικούς του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, που βάσιζαν όλη τους την ως τώρα πολιτική πάνω στην προϋπόθεση ότι κάποτε οι Κινέζοι κομμουνιστές θ' αποσπαστούν από τη Μόσχα"».4
Βεβαίως, στην πορεία έγινε και αυτό, η διάσπαση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου μετά το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, στο τέλος της 10ετίας του '50, αρχές της 10ετίας του '60. Παρακολουθούσε απλώς ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός τις διαφωνίες στρατηγικής που προέκυψαν στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ή τις υπέθαλπε κιόλας, προκειμένου να συμβάλει στη διάσπαση του αντιπάλου του συστήματος, ως μέρος της ταχτικής του για την εξάλειψη του σοσιαλισμού; Μάλλον και τα δύο συνέβαιναν, όπως αποδείχτηκε με τα αντεπαναστατικά γεγονότα του 1989-1991.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, λοιπόν, διεθνούς ιμπεριαλιστικής έντασης, αμέσως μετά τον πόλεμο διαμορφώνονταν οι συνθήκες για το ξέσπασμα της αντεπανάστασης στην Ουγγαρία.
Υπήρχαν στοιχεία υποστήριξης της αντεπανάστασης ή και αποδείξεις ιμπεριαλιστικής επίδρασης; Το ζήτημα τέθηκε και στον ΟΗΕ με επιμονή.
Επανειλημμένα το ουγγρικό πρόβλημα μπήκε τόσο στην έκτακτη, όσο και στην τακτική 11η Σύνοδο του ΟΗΕ για συζήτηση και παρ' όλη την άρνηση της Ουγγαρίας ψηφίστηκε τελικά το σχέδιο της αμερικανικής απόφασης, για αποστολή παρατηρητών στις γειτονικές χώρες της Ουγγαρίας που είχαν σκοπό τη συλλογή πληροφοριών ενάντια στο λαϊκοδημοκρατικό καθεστώς.5
Αραγε, γιατί ενδιέφερε τόσο πολύ τις ΗΠΑ, ώστε να επιμένουν για παρατηρητές; Μήπως για να δημιουργήσουν προγεφύρωμα πιο άμεσης επέμβασης στο μέλλον; Την ίδια περίοδο σε άρθρο της εφημερίδας «Πράβντα» αναφέρονται τα εξής: «Οι δυτικές αστικές εφημερίδες γράφουν με αρκετή ειλικρίνεια πως τα γεγονότα της Ουγγαρίας τα προετοίμαζε από πολύν καιρό και με επιμέλεια η αντίδραση, τόσο στο εσωτερικό, όσο κι απ' έξω, πως από την αρχή έβλεπε κανείς σε όλα το έμπειρο χέρι των συνωμοτών. Ο καθοδηγητής της αμερικανικής κατασκοπείας Αλεν Ντάλες δήλωσε ανοιχτά πως "ξέραμε" από πριν τι θα γινόταν στην Ουγγαρία. Ο ανταποκριτής της δυτικογερμανικής εφημερίδας "Βέλι Αουτζόνταγκ" γράφει για έναν απ' τους στασιαστές: "Το πρώτο που είδα πάνω του ήταν το παράσημο του γερμανικού σιδηρού σταυρού". Η εφημερίδα "Φρανς-Σουάρ" δηλώνει πως οι αμερικανικοί ραδιοσταθμοί που μεταδίδουν τις "εκκλήσεις για ανταρσίες, έκαναν μεγάλο κακό"στην Ουγγαρία. Η ίδια εφημερίδα παραδέχεται πως στα γεγονότα της Ουγγαρίας έπαιξαν καθοδηγητικό ρόλο "τα πιο αντιδραστικά και έκδηλα φασιστικά στοιχεία"».6
Η εκτίμηση αυτή έρχεται να επιβεβαιωθεί ύστερα από 40 ακριβώς χρόνια. «Ο Βρετανός αξιωματούχος» - του οποίου η ταυτότητα δεν αποκαλύπτεται - λέει στο βιβλίο του Μάικλ Σμιθ, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα στις 7 Νοέμβρη 1996: «Το 1954, "παίρναμε πράκτορες από τα ουγγαρέζικα σύνορα", τους οποίους οδηγούσαμε στην υπό βρετανικό έλεγχο περιοχή της Αυστρίας. "Τους πηγαίναμε στα βουνά και τους δίναμε μαθήματα μάχης... Μετά, αφού τους εκπαιδεύαμε με εκρηκτικά και όπλα, τους γύριζα πίσω... Τους εκπαιδεύαμε για την εξέγερση"».7
Ποιος, λοιπόν, έκανε την επέμβαση; Η ΕΣΣΔ ή ο ιμπεριαλισμός; Ηταν αναγκαία η διεθνιστική βοήθεια της ΕΣΣΔ; Ας αφήσουμε να απαντήσει ο Τίτο σ' αυτό, που δεν ήταν και υπέρμαχος, της με τέτοιο τρόπο έκφρασης του διεθνισμού μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών. Αλλωστε, αν και είχε αρχίσει η επαναπροσέγγιση τότε των Γιουγκοσλάβων με τους Σοβιετικούς, ο Τίτο και το καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας ουδέποτε εγκατέλειψε τη φιλοδυτική του εξωτερική πολιτική, που ξεκίνησε ήδη από το 1948:
«Τα γεγονότα στην Ουγγαρία, πήραν τέτοια έκταση που έγινε φανερό ότι εκεί θα γίνει τρομερή σφαγή, τρομερός εμφύλιος πόλεμος, που σαν αποτέλεσμά του μπορεί να ξοφλούσε ο σοσιαλισμός πέρα για πέρα και τα πράγματα να τέλειωναν μ' έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Αν κι εμείς είμαστε ενάντια στις επεμβάσεις, δήλωσε ο Τίτο, η σοβιετική επέμβαση ήταν αναγκαία».8
Μετά απ' όλα αυτά καθένας μπορεί να αντιληφθεί ποιος οδήγησε στα γεγονότα, ποιος οργάνωσε την αντεπανάσταση και ποιος έκανε την επέμβαση. Αλλά επιβεβαιώνεται επίσης το γεγονός ότι η ταξική πάλη και μετά την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της απαιτεί την προσήλωση του Κόμματος στις αρχές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, στη μέγιστη κινητοποίηση των λαϊκών δυνάμεων για την οικοδόμησή του και στη μέγιστη δυνατή επαγρύπνηση, ώστε να μην αφήνονται περιθώρια αξιοποίησης από τον ιμπεριαλισμό της όποιας παραβίασής τους ή να αντιμετωπίζονται άμεσα και αποφασιστικά οι ενέργειές του όταν εκδηλώνονται. Οπως τόνιζε η κυβέρνηση της Ουγγαρίας, που συγκροτήθηκε στις 3 Νοέμβρη του 1956, σε ανακοίνωσή της (6/1/57) «τα μέτρα της επαναστατικής κυβέρνησης των εργατών και αγροτών έγιναν δεκτά με αχαλίνωτη κακία και μίσος απ' την αντεπανάσταση κι απ' το διεθνή ιμπεριαλισμό που την πατρονάρει. Η κακία και το μίσος τους οφείλονται στο γεγονός ότι η κυβέρνησή μας δεν είναι κυβέρνηση των τσιφλικάδων, των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστών του δολαρίου, μα κυβέρνηση της σοσιαλιστικής επανάστασης, των εργατών και των αγροτών, κυβέρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου».9
Επίσης, στην Εισήγηση της ΚΕ του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΟΣΕΚ) στην Κομματική Σύσκεψη της 27 Ιούνη του 1957 αναφέρονται τα εξής: «Η αντεπαναστατική επίθεση επιβεβαίωσε χωρίς εξαίρεση και από κάθε άποψη την εκατοντάχρονη διδασκαλία του μαρξισμού. Η ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη, αυτή η θέση που διατυπώθηκε από τον Μαρξ πριν 100 χρόνια, εκφράστηκε με εκρηκτική μορφή τον Οκτώβρη του 1956. Στην περίοδο των αγώνων του ΚΚΣΕ το 1917, την εποχή που οι αναθεωρητές και άλλα μικροαστικά στοιχεία απαιτούσαν "καθαρή δημοκρατία και ελευθερία", ενώ είχαν επιτεθεί ενάντια στην εξουσία του προλεταριάτου, ο Λένιν απέδειξε ότι κάτω από τις δοσμένες συνθήκες τέτοια αιτήματα είναι αιτήματα της καταπιεζόμενης από την εξουσία του προλεταριάτου αστικής τάξης. Αυτές οι διαπιστώσεις του Λένιν αποδείχτηκαν και στη δική μας περίπτωση ορθές».10
1, 2. Γιάνος Κάνταρ: «Για μια σοσιαλιστική Ουγγαρία», εκδ. «Μαρξίστισε Μπλέτερ», 1976, σελ. 4, «Ιμπεριαλιστική Αντεπανάσταση», ένθετο «Ρ», Νοέμβρης 2001.
3, 4, 5. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Γενάρη 1957.
7. «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» 23/10/96.
6, 8. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Δεκέμβρη 1956.
9. «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ», τεύχος Γενάρη 1957.
10. Γιάνος Κάνταρ, στο ίδιο, σελ. 20, και «Ιμπεριαλιστική Αντεπανάσταση», ένθετο «Ρ», Νοέμβρης
2001.
«Επανάσταση των μαζών» ή αντεπανάσταση;
Την εποχή της κυριαρχίας του καπιταλισμού - ιμπεριαλισμού, με ή χωρίς την ταυτόχρονη ύπαρξη του νέου κοινωνικού συστήματος, του σοσιαλισμού, η έκβαση κάθε μορφής κοινωνικής σύγκρουσης, ακόμα και άσχετα από την πρόθεση των υποκειμένων που εμπλέκονται σε αυτήν ωφελεί αντικειμενικά μόνο ένα από τα δύο βασικά παγκόσμια «στρατόπεδα»: ή αυτό των ιμπεριαλιστών και της συντήρησης - ενίσχυσης της εξουσίας του κεφαλαίου, ή αυτό της παγκόσμιας εργατικής τάξης και της υπόθεσης σοσιαλισμού/ κομμουνισμού. «Τρίτος δρόμος» δεν μπορεί να υπάρχει.
Στην περίπτωση της Ουγγαρίας του '56, αυτό φάνηκε καθαρά. Ασχετα από την ποσοτική συμμετοχή των εκπροσώπων της αστικής τάξης (βιομήχανοι, καπιταλιστές μεγαλοϊδιοκτήτες γης και μεγαλοαγρότες, ανώτατος καθολικός κλήρος, στρατιωτικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι του προηγούμενου, φασιστικού - καπιταλιστικού καθεστώτος Χόρτι), αυτή η τάξη επέβαλε την ηγεμονία της στην αντεπανάσταση.
Αυτής της τάξης τα συμφέροντα εξυπηρετούσε η αντεπανάσταση, άσχετα από τις προθέσεις των τμημάτων των λαϊκών στρωμάτων, που συμμετείχαν σε αυτήν (τμήματα των μικρομεσαίων στρωμάτων της πόλης, καθώς και της εργατικής τάξης, ενώ οι μικρομεσαίοι αγρότες συμμετείχαν σε μικρότερο ποσοστό, καθώς η αντεπανάσταση διακήρυττε ανοιχτά την επαναφορά της «ιδιοκτησίας τους» στους παλιούς μεγαλοϊδιοκτήτες, στους οποίους παρεμπιπτόντως συγκαταλεγόταν και η ουγγρική Καθολική Εκκλησία ).
Οι θεωρίες περί «ουγγρικού» ή «καλύτερου» σοσιαλισμού ή περί μιας ταξικά μη προσδιορισμένης «δημοκρατίας», αποτέλεσαν απλά το προπέτασμα καπνού, την ιδεολογική ομίχλη, μέσα στην οποία οι αστοί μπόρεσαν να ελιχθούν πιο αποτελεσματικά. Οσοι αρνούνταν τη δυνατότητα ανάπτυξης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», πρόβαλλαν ως εναλλακτική λύση έναν ανύπαρκτο «σοσιαλισμό», ώστε μπλοκάροντας τη λαϊκή επαγρύπνηση και αντίσταση, να γίνει ευκολότερα η επιστροφή στον «υπαρκτό καπιταλισμό».
Η αντεπανάσταση ήταν η επιθετική έκφραση της ουγγρικής μεγαλοαστικής τάξης, που είχε πληγεί από τα αποτελέσματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της κατοπινής οικονομικής κρίσης.
Από την εποχή της Παρισινής Κομμούνας και μέχρι σήμερα, ο ιμπεριαλισμός, πέρα από τις οξύτατες αντιθέσεις στο εσωτερικό του, με βάση το αυξημένο αίσθημα της ταξικότητας, αντιμετωπίζει ενιαία τον κοινό αντίπαλο, την εργατική τάξη και τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα.
Το 1871, η νικήτρια του γαλλογερμανικού πολέμου γερμανική αστική τάξη, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό, όταν απελευθέρωνε 60.000 Γάλλους αιχμάλωτους στρατιώτες, για να ενισχύσει τη «μισητή» κατά τ' άλλα γαλλική αστική τάξη, στην προσπάθεια κατάπνιξης της Παρισινής Κομμούνας. Δηλαδή 60.000, από τις 100.000 που συνολικά πήραν μέρος στην πολιορκία του Παρισιού και στη σφαγή των προλεταρίων!
Στο τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, νικητές και ηττημένοι ιμπεριαλιστές δεν είχαν κανένα απολύτως συνειδησιακό πρόβλημα, ούτε κανένα σύμπλεγμα «αυτοδιάθεσης», όταν ενώθηκαν και από κοινού προσπάθησαν να καταπνίξουν τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση.
Πάμπολλα είναι και τα μεταπολεμικά παραδείγματα για το πώς ο παγκόσμιος καπιταλισμός εννοεί το σεβασμό της δημοκρατίας και της κυριαρχίας των λαών. Από τη βρετανική στρατιωτική επέμβαση, το Δεκέμβρη του '44, και την αμερικανική επέμβαση την περίοδο του Εμφυλίου στην Ελλάδα, από τον πόλεμο στην Κορέα και μέχρι τις σημερινές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία, στο Ιράκ, κλπ. ο ιμπεριαλισμός έδειξε και δείχνει ότι έχει πλήρη επίγνωση της αναγκαιότητας, να επιδεικνύει έμπρακτα το «διεθνισμό» του, στο διαρκή του - άλλοτε καλυμμένο και άλλοτε απροκάλυπτο - πόλεμο κατά της εργατικής τάξης και των άλλων ριζοσπαστικών λαϊκών στρωμάτων.
Απέναντι σε αυτήν την ενιαία σύμπραξη της παγκόσμιας αστικής τάξης, η αντίστοιχη τάξη των προλεταρίων, στο βαθμό που οργανωνόταν και συνειδητοποιούσε ποιος και πόσο ισχυρός είναι ο βασικός αντίπαλός της, ήταν από τα πράγματα υποχρεωμένη να στραφεί στα ίδια όπλα: στην οργάνωση του αγώνα της σε διεθνές επίπεδο και στη διεθνή αλληλεγγύη, τον προλεταριακό διεθνισμό. Εναν διεθνισμό που θα εκφραζόταν με όλα τα μέσα και σύμφωνα με όλες τις δυνατότητες που παρείχε η κάθε χρονική περίοδος ή συγκυρία.
Η ίδρυση, άλλωστε, τριών μέχρι σήμερα, Διεθνών σε αυτό αποσκοπούσε. Οι εθελοντές μαχητές της Α΄ Διεθνούς στο Παρίσι του 1871 ήταν μια από τις πρώτες εκφράσεις αυτού του διεθνισμού, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, πάντοτε βέβαια ανάλογα με το συσχετισμό δυνάμεων, το επίπεδο οργάνωσης της εργατικής τάξης και το ρόλο των κομμάτων της.
Κατά τη διάρκεια της Οχτωβριανής Επανάστασης και της κατοπινής ιμπεριαλιστικής επέμβασης, η διεθνής εργατική τάξη, που μόλις αναδιοργανωνόταν συμπαραστάθηκε έμπρακτα στο νέο εργατικό κράτος: από τη συλλογή και αποστολή υλικής βοήθειας και τις διαδηλώσεις κατά της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, μέχρι τις λιποταξίες και τις στάσεις των φαντάρων των ιμπεριαλιστικών στρατών. (Πράξεις που όταν συμβαίνουν στο αντίπαλο στρατόπεδο θεωρούνται «συνετές», πού και πού, ακόμα και «ηρωικές», όταν όμως συμβαίνουν στη δική τους πλευρά, οι αστοί, σύμφωνα με το δικό τους «δίκιο» τις θεωρούν «εγκληματική προδοσία» και «ανοσιούργημα».)
Ταυτόχρονα, η δράση των επαναστατών σε κάθε χώρα, από τις εργατικές επαναστάσεις σε Φινλανδία, Γερμανία, Ουγγαρία, κλπ. μέχρι τις μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του '20, πέραν των άλλων, επιτέλεσαν αντικειμενικά και ρόλο διεθνιστικό, όχι μόνο ως έμπνευση και παραδειγματισμό, αλλά και επειδή ανάγκασαν τον ιμπεριαλισμό να αποδυναμώσει τη «γραμμή πυρός» στο μέτωπο της Σοβιετικής Ενωσης.
Κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, ο ίδιος διεθνισμός εκφράστηκε με ακόμα πιο προωθημένες μορφές. Με προτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, χιλιάδες εκπρόσωποι της παγκόσμιας εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων στήριξαν με το όπλο στο χέρι τον ισπανικό λαό. (Αυτήν την πράξη διεθνισμού, αστοί και οπορτουνιστές δεν τολμούν - ακόμα; - να τη διαβάλουν, καθότι εκεί συμμετείχαν και εκπρόσωποι διάφορων πολιτικών χώρων, ακόμα και κατοπινοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες της Γερμανίας και της Ιταλίας).
Παρόμοια κορυφαία έκφραση προλεταριακού διεθνισμού ήταν και η παρουσία των Κινέζων εθελοντών μαχητών στο πλευρό των Κορεατών επαναστατών, όταν ο διεθνής ιμπεριαλισμός τούς κήρυξε τον πόλεμο.
Στα παραπάνω πλαίσια είναι πλήρως ενταγμένη και η διεθνιστική ένοπλη βοήθεια του σοβιετικού λαού και η συμβολή της ΕΣΣΔ στην ήττα της αντεπανάστασης στην Ουγγαρία.
Στην αντιπαράθεση ιμπεριαλισμού - σοσιαλισμού, που στην Ουγγαρία του '56 εκφράστηκε με μια από τις πιο οξυμένες μορφές, την ένοπλη πάλη, τα ιμπεριαλιστικά κέντρα σύσσωμα και άμεσα τάχθηκαν στο πλευρό της αντεπανάστασης. Οχι μόνο τη στήριξαν πολιτικά, αλλά και την εξόπλισαν. Οχι μόνο διευκόλυναν τη λαθραία είσοδο στη χώρα σε διάφορους αστούς φυγάδες του '45/'46 αλλά, όπως αναφέραμε στο α΄ μέρος του άρθρου, καθοδήγησαν και συντόνισαν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις. Η κατά τ' άλλα «ουδέτερη» Αυστρία δέχτηκε πρόθυμα να γίνει έδαφος για την εξαγωγή της αντεπανάστασης, πριν καν συμπληρωθεί ένα έτος από την απόσυρση των σοβιετικών στρατευμάτων και την αντίστοιχη δέσμευσή της για «ουδετερότητα».
Από την άλλη, οι επαναστατικές δυνάμεις της χώρας βρίσκονταν σε αδιέξοδο. Η οπορτουνιστική ηγεσία όχι μόνο τις εξαπατούσε συνεχώς, υποσχόμενη ότι θα πατάξει τους αντεπαναστάτες, αλλά και τις αφόπλιζε. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε επαναστατικές εργατικές φρουρές, που είχαν συγκροτηθεί σε διάφορες επιχειρήσεις στα περίχωρα της Βουδαπέστης καθώς και σε κομματικά γραφεία, η «κυβέρνηση» Νάγκι υποσχόταν όπλα, που τελικά παραδίνονταν στους αντεπαναστάτες, για να κατασφάξουν ακριβώς τέτοιες φρουρές. Μόνο σε ορισμένα μέρη στην επαρχία κατάφεραν επαναστάτες αγρότες και εργάτες μεταλλείων να οπλιστούν και να αποκρούσουν τη λευκή τρομοκρατία.
Από τα κατοπινά ντοκουμέντα φαίνεται ως ευτυχής σύμπτωση το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΣΕ (αλλά και του ΚΚ Κίνας) ταλαντεύτηκαν «μόνο» έως τις 3 Νοέμβρη ανάμεσα στην υποχώρηση και στην απάντηση στην αντεπανάσταση. Οι εκατοντάδες προγραφές επαναστατών, που θα γίνονταν βάσει σχεδίων στις 4 του ίδιου μήνα στην επαρχία, τουλάχιστον αποτράπηκαν.
Τη στιγμή του καθοριστικού «ποιος ποιον», η παραμέληση του διεθνιστικού καθήκοντος (και όχι η «επέμβαση») θα έθετε τη σοβιετική ηγεσία αλλά και συνολικά το διεθνές επαναστατικό κίνημα μπροστά σε σοβαρότατες και ασυγχώρητες ευθύνες.
Αν το 1919, το διεθνές προλεταριάτο δεν είχε δυνατότητα να αποτρέψει τις σφαγές των τέκνων και θυγατέρων του, από τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού στην Ουγγαρία, το 1956 διέθετε πλέον ολόκληρα κράτη (δηλαδή σοσιαλιστική εξουσία) που μπορούσαν να αποτρέψουν μια παρόμοια, δεύτερη τραγωδία. Και απετράπη από το στρατό της σοβιετικής εξουσίας και τα ένοπλα τμήματα των Ούγγρων επαναστατών, με τις σκληρές μάχες που έδωσαν κυρίως στη Βουδαπέστη, καθώς στις άλλες περιοχές, οι εγκληματίες και πρώην «αφεντάδες» προτίμησαν εξαρχής το δρόμο της φυγής προς την Αυστρία.
Η Ουγγαρία εισήλθε στην πρώτη μεταπολεμική φάση, με πάρα πολλές αρνητικές «κληρονομιές» του παρελθόντος:
  • Ως αγροτική - βιομηχανική χώρα εμφάνιζε μια σχετικά ολιγάριθμη εργατική τάξη. Π.χ. ακόμα και το 1949, οι απασχολούμενοι στη βιομηχανία αποτελούσαν μόλις το 23% του συνόλου των απασχολούμενων, ενώ αυτοί της αγροτικής παραγωγής το 62,1%1.
  • Το ΚΚ Ουγγαρίας επανήλθε στη νομιμότητα, όταν ο Σοβιετικός Στρατός απελευθέρωνε την Ουγγαρία από τα χιτλερικά στρατεύματα. Θυμίζουμε ότι μετά την ήττα της Επανάστασης του 1919, περίπου 5.000 επαναστάτες δολοφονήθηκαν, 70.000 φυλακίστηκαν και άλλες δεκάδες χιλιάδες εγκατέλειψαν τη χώρα. Το ΚΚ σε σκληρές συνθήκες παρανομίας προσπάθησε αμέσως να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και το εργατικό κίνημα. Το κόμμα παρέμεινε 25 συνεχόμενα χρόνια στην παρανομία.
  • Ως αποτέλεσμα αυτής της καταστολής, η αντικομμουνιστική σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να ασκεί ανενόχλητα την επιρροή της στην εργατική τάξη.
  • Τα μεσαία στρώματα της χώρας ήταν βαθιά επηρεασμένα από τον επεκτατικό εθνικισμό της αστικής τάξης και του κλήρου, που εξέφραζε το καθεστώς Χόρτι. Η Ουγγαρία είναι η μόνη χώρα από τους δορυφόρους της χιτλερικής Γερμανίας, που κατά την ανακωχή της με τις αντιφασιστικές δυνάμεις δεν μπόρεσε να συγκροτήσει στράτευμα, για να πολεμήσει τη Γερμανία στο πλευρό των Συμμάχων.
  • Με δεδομένη τη μικρή επιρροή του διεθνιστικού προλεταριακού κόμματος, ο εθνικισμός δυνάμωσε την επίδρασή του στα λαϊκά στρώματα, όταν τα εδάφη που είχε παραχωρήσει ο Χίτλερ στη σύμμαχο Ουγγαρία, επανήλθαν στην επικράτεια των γειτονικών κρατών, επαναφέροντας σε ισχύ μια άλλη ιμπεριαλιστική συνθήκη, αυτή του Τριανόν (Βερσαλλιών) του 1920.
  • Αμεση συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν και η μεταπολεμική, αυξημένη επιρροή πάνω σε σημαντικά τμήματα των λαϊκών στρωμάτων της Ουγγαρίας, που ασκούσαν και μεταπολεμικά εκείνα τα τμήματα της αστικής τάξης, που στήριξαν ανεπιφύλακτα τη σύμπλευση με το γερμανικό φασισμό.
  • Οι δυσμενείς για το λαϊκό κίνημα συσχετισμοί άλλαξαν με πολύ αργούς ρυθμούς και μέσα από έντονη κοινωνική και πολιτική διαπάλη. Μόλις στα μέσα του 1947 είναι πλέον εμφανής η αλλαγή των συσχετισμών και όχι τόσο με την άνοδο της επιρροής του ΚΚ Ουγγαρίας, που στις εκλογές εκείνου του έτους (31/8/47) λαμβάνει 22%, όσο μέσω της ριζοσπαστικοποίησης των κομμάτων, που εκπροσωπούν τα μεσαία στρώματα και την πλειοψηφία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, η οποία τον επόμενο χρόνο (12/6/1948) θα συνενωθεί με τους κομμουνιστές στο Κόμμα των Ούγγρων Εργαζομένων Κ.Ου.Ε. Αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης των μικροαστικών κομμάτων προς τα αριστερά, είναι και η συγκρότηση Λαϊκού Μετώπου, που στις εκλογές του Μάη του 1949 θα λάβει το 95% των ψήφων. Ακόμα και τότε όμως, σε επαρχίες που αργότερα θα παίξουν σημαντικό ρόλο για την αντεπανάσταση, η αστική αντιπολίτευση θα διατηρήσει ποσοστά της τάξης του 21-29%.
  • Η συνένωση του ΚΚ με το Σοσιαλδημοκρατικό, έστω και σε μαρξιστική - λενινιστική βάση, επέφερε μια ακόμα παραπέρα άμβλυνση των επαναστατικών χαρακτηριστικών της κομματικής βάσης, καθώς παρόμοιο πρόβλημα εμφάνιζε το ΚΚ Ουγγαρίας ήδη πριν από αυτήν τη συνένωση, λόγω των υπερβολικά ραγδαίων ρυθμών στρατολόγησης (περίπου 2.500 μέλη το Δεκέμβρη 1944, 300.000 τον Αύγουστο του 1946 και 883.000 τον Ιούνη του 1948, δηλαδή μόλις 152.000 λιγότερα μέλη απ' ό,τι οι ψηφοφόροι του ένα χρόνο νωρίτερα!).
Το 1948, όταν ουσιαστικά ολοκληρώνεται η μεταπολεμική ανασυγκρότηση, και οι νέες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής ήδη αρχίζουν και κυριαρχούν, τα νέα καθήκοντα που προκύπτουν βρίσκουν τα κομμουνιστικά κόμματα χωρίς σοβαρές ιδεολογικές επεξεργασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις εκείνη την περίοδο, η σχέση λαϊκής δημοκρατίας και δικτατορίας του προλεταριάτου απασχολεί σοβαρά τα κομμουνιστικά κόμματα εξουσίας. Οι προβληματισμοί αναπτύσσονταν γύρω από το αν για το πέρασμα στη δικτατορία του προλεταριάτου είναι απαραίτητη η λαϊκή δημοκρατία, ή ακόμα και γύρω από το αν η μετάβαση της λαϊκής δημοκρατίας στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μετά από πολυάριθμες συναντήσεις και συνεργασίες των ηγετών τους, τόσο μεταξύ τους, όσο και με το Στάλιν, θα καταλήξουν στις αρχές του 1948, ότι η «λαϊκή δημοκρατία» αποτελεί πλέον μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου2.
Με την επέκταση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και κυρίως κατά την κρατικοποίηση και των επιχειρήσεων ξένων συμφερόντων, οι αστικές δυνάμεις αποπειρώνται να οργανώσουν ανοιχτή σύγκρουση με το σοσιαλιστικό κράτος, με ηγέτη τον καρδινάλιο Μιντσέντι (Mindszenty) και με τη συμμετοχή σημαινόντων καπιταλιστών, όπως ο κόμης Εστερχάζι, ο μεγαλύτερος μετά την εκκλησία γαιοκτήμονας της χώρας. Η απόπειρα ξεσκεπάστηκε έγκαιρα από τις κρατικές υπηρεσίες.
Φαίνεται ότι από τότε ο διεθνής ιμπεριαλισμός προσανατολίζεται και στην πολύμορφη αξιοποίηση της ρήξης της Γιουγκοσλαβίας με τις υπόλοιπες σοσιαλιστικές χώρες.
Ο Ιμρε Νάγκι, στα τέλη του 1947 αντιτάχθηκε στην προοπτική της δικτατορίας του προλεταριάτου, εμμένοντας ότι άμεσος στόχος του Κόμματος πρέπει να είναι η διαχείριση ενός «κρατικού καπιταλισμού» (υπό κρατικό έλεγχο). Θεωρούσε πρωτεύον την ανάπτυξη της εμπορευματικής αγροτικής παραγωγής και όχι την κολεκτιβοποίηση. Το Σεπτέμβρη του 1949, η ΚΕ τον καθαιρεί από μέλος του ΠΓ και ο ίδιος, όχι μόνο αποδέχεται την απόφαση, αλλά και ασκεί «δριμύτατη» αυτοκριτική. Το 1951 ο Νάγκι ξαναμπαίνει στο ΠΓ και το 1952 γίνεται και Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης.
Το 1953 ο οπορτουνισμός ενισχύεται κυρίως από τις αλλαγές στους προσανατολισμούς της ηγεσίας του ΚΚΣΕ, μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτη του ίδιου έτους. Με επίφαση πλέον την καταπολέμηση του «δογματισμού» και του «σεχταρισμού», «η ηγεσία του ΚΚΣΕ άσκησε συντροφική κριτική στην πολιτική του ΚΟυΕ. Αυτή η κριτική έγινε αποδεκτή από την ΚΕ του Κόμματος των Ούγγρων Εργαζομένων και λήφθηκε υπόψη στην κατάληξη των αποφάσεων»3. Ως αποτέλεσμα αυτής της «συντροφικής κριτικής», τον Ιούνη του 1953, η ΚΕ αποφασίζει να απαλλάξει τον Ράκοσι από τη θέση του Προέδρου της κυβέρνησης και στη θέση του να προτείνει τον Νάγκι.
Είναι ακριβώς η στιγμή που και η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα αρχίζει να εξυμνεί τον «εθνικό κομμουνιστή ηγέτη» Νάγκι, δίνοντας το σύνθημα για τη στήριξή του από τους Ούγγρους αστούς. Η εσωκομματική διαπάλη, που γίνεται μόνο μέσα στις γραμμές της ΚΕ, χωρίς ανάπτυξη αντίστοιχης ιδεολογικής δουλειάς στις γραμμές του Κόμματος, θα επιφέρει άλλη μια απομάκρυνση του Νάγκι από τις θέσεις που κατείχε (Απρίλης 1955) και τη διαγραφή του από το Κόμμα, το φθινόπωρο του ίδιου έτους.
Στον απόηχο του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης '56) και της άμεσα ακολουθούμενης υστερίας για «εγκλήματα και παραβιάσεις» της περιόδου της «προσωπολατρίας», οι δεξιές δυνάμεις εντός της ηγεσίας του ΚΟυΕ περνάνε στην επίθεση με τη σημαία του «αντισταλινισμού» και της «αποκατάστασης της νομιμότητας». Τον Ιούλη η ΚΕ «απαλλάσσει για λόγους υγείας» τον Ράκοσι από ΓΓ και αποφασίζει τη διεύρυνσή της, κυρίως με μέλη που πρόσφατα είχαν αποφυλακιστεί και αποκατασταθεί. Ελέγχοντας πλήρως τα κομματικά όργανα και έντυπα, η αντεπανάσταση «από τα μέσα» μπορεί πλέον όχι μόνο να εκμηδενίζει τη δράση των επαναστατικών οργάνων, αλλά και να μπλοκάρει κάθε διάθεση αντίδρασης της κομματικής βάσης.
Η τρίτη πλέον «αποκατάσταση» του Νάγκι στα κομματικά και κυβερνητικά όργανα (13 Οκτώβρη), με την ανοχή αν όχι προτροπή της σοβιετικής και γιουγκοσλαβικής ηγεσίας, 10 μόλις μέρες πριν το ξέσπασμα της αντεπαναστατικής εξέγερσης, ήρθε ως επιστέγασμα της δράσης των «εθνικών δυνάμεων» εντός και εκτός Κόμματος.
Στις 23 Οκτώβρη, όταν (κατά σύμπτωση;) η ουγγρική κομματική ηγεσία επιστρέφει από το ταξίδι της στη Γιουγκοσλαβία, η αντεπανάσταση βρίσκεται πλέον στους δρόμους.
1. Βλ. Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, εκδόσεις «Ακάδημος», Αθήνα 1981, τ. 26, σελ. 66.
2. Ινστιτούτο για την κομματική ιστορία στην ΚΕ του Ουγγρικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, «Ιστορία του ουγγρικού επαναστατικού εργατικού κινήματος από τις αρχές του έως το 1962», (γερμανική έκδοση) Βερολίνο 1983, σελ. 588. (Στα ουγγρικά εκδόθηκε το 1976).
3. Στο ίδιο σελ. 597.
Ο Μαρξ, ο Ενγκελς και ο Λένιν για την αντεπανάσταση
Ολοι οι μεγάλοι επαναστάτες είχαν συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο της αντεπανάστασης. Στο κέντρο της διαμάχης ανάμεσα στις διάφορες τάσεις των αστών και των μικροαστών (π.χ. Ιακωβίνοι και Γιρονδίνοι), στη διάρκεια της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης μετά το 1789, βρισκόταν κύρια αυτό το πρόβλημα. Αλλά όταν το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό - που δεν έθιγε την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, ούτε την εκμετάλλευση, ούτε το διαχωρισμό της κοινωνίας σε τάξεις, αλλά έφερνε μια άλλη τάξη εκμεταλλευτών στην εξουσία - προκάλεσε την πιο λυσσαλέα επίθεση της αντεπανάστασης, πόσο οξύτερα ήταν φυσικό να τεθεί το πρόβλημα της αντεπανάστασης, όταν με την εργατική τάξη έμπαινε στον παγκόσμιο ιστορικό στίβο εκείνη η δύναμη που είχε σα στόχο την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εξάλειψη κάθε είδους εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο. Η ίδια η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα σφυρηλατηθεί με κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί. Κι όμως υπήρχαν κιόλας τόσο πολλές εμπειρίες, ώστε ο Μαρξ και ο Ενγκελς αναγκάστηκαν να γράψουν στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» ότι «όλες οι δυνάμεις της γηραιάς Ευρώπης» ενώθηκαν για να κηρύξουν «έναν ιερό πόλεμο» κατά του κομμουνισμού. Η αντεπαναστατική λύσσα ενάντια στην εργατική τάξη άρχισε δηλαδή πολύ πριν ολοκληρωθεί η διαμόρφωσή της και μάλιστα προτού κατακτήσει κάπου την εξουσία.
Οι κλασικοί του επιστημονικού σοσιαλισμού αφιέρωσαν πολύ χρόνο και κόπο στη μελέτη της πείρας όλων των προηγούμενων επαναστάσεων με σκοπό να αντλήσουν διδάγματα για τους δικούς τους αγώνες ενάντια στην αντεπανάσταση. Πολλές από τις βασικές τους θέσεις για την επανάσταση και την αντεπανάσταση έχουν τέτοια γενική ισχύ για την ταξική πάλη, ώστε εδώ μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για νομοτέλειες. Καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία των διδαγμάτων της επανάστασης και της αντεπανάστασης έπαιξε η πρώτη προλεταριακή επανάσταση στον κόσμο, ο ηρωικός αγώνας των Κομμουνάρων του Παρισιού. Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 έδειξε - πράγμα που επιβεβαίωσαν μεταγενέστερες επαναστάσεις - ότι η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της μπορούν να πάρουν την εξουσία γρήγορα, σχετικά αναίμακτα και με ελάχιστα θύματα, μόνο στην περίπτωση που η δράση τους είναι αποφασιστική και ενιαία και η αντίσταση της αστικής τάξης τσακίζεται με συνέπεια.
Απ' αυτήν ακριβώς την άποψη τα λάθη, ιδιαίτερα της Παρισινής Κομμούνας, είναι διδακτικά. Χρειάστηκε να πληρωθούν ακριβά με τη δολοφονία 30.000 οπαδών της Κομμούνας από την αντεπανάσταση. «Δύο λάθη κατέστρεψαν... τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο έμεινε στα μισά του δρόμου. Αντί να προχωρήσει στην "απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών", βαυκαλίστηκε με το όνειρο ότι η ύψιστη δικαιοσύνη θα γινόταν πραγματικότητα στην ενωμένη με το πανεθνικό καθήκον χώρα. Δεν εθνικοποιήθηκαν τέτοια ιδρύματα όπως, για παράδειγμα, η τράπεζα, ενώ μεταξύ των σοσιαλιστών κυριαρχούσαν ακόμα οι προυντονιστικές θεωρίες της "δίκαιης ανταλλαγής" κλπ. Το δεύτερο λάθος ήταν η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: Επρεπε να είχε εξοντώσει τους εχθρούς του, αντί γι' αυτό, όμως, προσπαθούσε να τους επηρεάσει ηθικά. Υποτίμησε τη σημασία της καθαρά στρατιωτικής δράσης στον εμφύλιο πόλεμο και αντί να στέψει τη νίκη του στο Παρίσι με μια αποφασιστική επίθεση στις Βερσαλλίες, αμφιταλαντεύτηκε κι έδωσε έτσι καιρό στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών, να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του σκότους και να τις εξοπλίσει για τη ματωμένη βδομάδα του Μάη» (Β.Ι.Λένιν: «Για την Παρισινή Κομμούνα», έκδοση «Μαρξίστισε Μπλέτερ», Φραγκφούρτη 1971, σελ. 11).
Η Παρισινή Κομμούνα έδειξε ολοκάθαρα: Η αστική τάξη δεν ανέχθηκε ποτέ κοντά στη δική της εξουσία και μια εργατική εξουσία. Για την «... αστική τάξη ο αφοπλισμός των εργατών ήταν λοιπόν πρώτη επιταγή» (Β.Ι.Λένιν: Απαντα, γερμ. εκδ. τομ. 28, σελ. 248). Αυτό είναι ένα δίδαγμα, που ισχύει ανάλογα και για την εργατική τάξη. Δεν μπορεί να επιτρέψει, να δημιουργηθεί μέσα στο σοσιαλισμό ένα δεύτερο και μάλιστα εξοπλισμένο κέντρο εξουσίας. Η αστική τάξη ποτέ δε συμβιβάζεται με τη μοίρα της, όταν έχει διωχτεί από την εξουσία. Ηταν και είναι πάντα έτοιμη, να χρησιμοποιήσει την αντεπανάσταση και την αιματηρή τρομοκρατία. Αν δεν τσακιστεί λοιπόν αποφασιστικά η αντίσταση της αστικής τάξης, τότε αυτή θα χρησιμοποιήσει την αντεπανάσταση, και μ' αυτήν ακριβώς την έννοια μια μισοτελειωμένη επανάσταση προκαλεί κατά κανόνα μια ολοκληρωμένη αντεπανάσταση. Γι' αυτό ο ασυμβίβαστος αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια σε κάθε προσπάθεια αντεπαναστατικής δραστηριότητας, είναι προϋπόθεση κάθε επιτυχημένης σοσιαλιστικής επανάστασης.
Αυτό επιβεβαιώνει η συντριβή της Παρισινής Κομμούνας από τη διεθνή αντεπανάσταση όπως και η νικηφόρα Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία και όλες οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις που ακολούθησαν. Η νικηφόρα εργατική τάξη πρέπει να οικοδομεί την πολιτική εξουσία της σε συμμαχία με τους υπόλοιπους εργαζόμενους, τόσο για να περάσουν όλα τα βασικά μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία για την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, όσο και να υπερασπίσει αποφασιστικά τα επιτεύγματα του σοσιαλισμού ενάντια στην αστική τάξη. Αυτή, όσο ακόμα υπάρχει, θα προσπαθεί να επανακτήσει τη χαμένη εξουσία της, τα προνόμιά της. Αυτή την αλήθεια υπογράμμιζαν πάντα ο Μαρξ, ο Ενγκελς και ο Λένιν.
«Η ιστορική... αλήθεια συνίσταται στο ότι κανόνας κάθε βαθιάς επανάστασης είναι η μακρόχρονη, επίμονη, απεγνωσμένη αντίσταση των εκμεταλλευτών, που διατηρούν για πολλά χρόνια μεγάλα και ουσιαστικά πλεονεκτήματα απέναντι στους εκμεταλλευόμενους. Ποτέ - έξω από τη γλυκανάλατη φαντασία του γλυκανάλατου κουτεντέ Κάουτσκι - οι εκμεταλλευτές δε θα υποταχθούν στην απόφαση της πλειοψηφίας των εκμεταλλευομένων, χωρίς να δοκιμάσουν σε μια σειρά μάχες, σε μια τελευταία, απεγνωσμένη μάχη, τα πλεονεκτήματά τους... Και ύστερα από την πρώτη σοβαρή ήττα, οι εκμεταλλευτές που ανατράπηκαν, μα δεν περίμεναν την ανατροπή τους, δεν πίστευαν σε κάτι τέτοιο και δε δέχονταν ούτε σκέψη γι' αυτό, ρίχνονταν στη μάχη με δεκαπλασιασμένη ενεργητικότητα, με έξαλλο πάθος, με εκατονταπλάσιο μίσος, για να πάρουν πίσω το χαμένο "παράδεισο"... Και... πίσω από τους εκμεταλλευτές - καπιταλιστές σέρνεται η μεγάλη μάζα της μικροαστικής τάξης, που, όπως δείχνουν δεκάδες χρόνια ιστορικής πείρας σε όλες τις χώρες, διστάζει και ταλαντεύεται, σήμερα πάει με το προλεταριάτο, αύριο τη φοβίζουν οι δυσκολίες της επανάστασης, πανικοβάλλεται από την πρώτη ήττα ή μισο-ήττα των εργατών, εκνευρίζεται, παραδέρνει, μυξοκλαίει, μεταπηδά από το ένα στρατόπεδο στο άλλο...» (Β.Ι.Λένιν: Απαντα, ελλ. έκδ., «Σύγχρονη Εποχή», τομ. 37, σελ. 264-265).
Από την πάλη για την κατάκτηση των μαζών εξαρτάται τελικά η «τύχη» της επανάστασης ή της αντεπανάστασης. Η αντεπανάσταση αρχίζει αναντίρρητα με το γενικό σύνθημα: «πολιτική ελευθερία», «λαϊκά συμφέροντα». Ο Ενγκελς έγραφε σχετικά το 1884 στον Μπέμπελ: «Σε κάθε περίπτωση ο μοναδικός μας αντίπαλος τη μέρα της κρίσης και την επόμενη, είναι η συνολική αντίδραση που συσπειρώνεται γύρω από την καθαρή δημοκρατία»(Μαρξ - Ενγκελς: Εργα, γερμ. Εκδ., τομ.36, σελ. 253).
Αυτό το πρόβλημα είναι συνδεδεμένο με τη λύση πολλών δύσκολων προβλημάτων. Γιατί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού απαιτεί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, «γιατί η νέα οργάνωση της παραγωγής είναι μια δύσκολη υπόθεση ακόμα και γιατί οι ριζικές αλλαγές σ' όλα τα επίπεδα της ζωής χρειάζονται χρόνο και τελικά γιατί η πανίσχυρη δύναμη της συνήθειας στη μικροαστική και αστική οικονομία μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με μακρόχρονο επίμονο αγώνα... Σ' ολόκληρο αυτό το διάστημα θα προβάλλουν αντίσταση τόσο οι καπιταλιστές και ταυτόχρονα οι πολυάριθμοι υπηρέτες τους από την αστική διανόηση που είναι συνειδητά αντίθετοι, όσο και η τεράστια μάζα των εργαζομένων που είναι βραχυκυκλωμένοι σε μικροαστικές συνήθειες και παραδόσεις, συμπεριλαμβανομένων και των αγροτών, και που γενικά αντιτίθενται όχι συνειδητά. Οι αμφιταλαντεύσεις είναι αναπόφευκτες σ' αυτά τα στρώματα» (Β.Ι. Λένιν: Απαντα, γερμ. εκδ., τομ. 29, σελ. 377, κ.ε.).
Ο Λένιν λέει παρακάτω ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού «είναι το έργο μιας μακρόχρονης, δύσκολης, σκληρής, ταξικής πάλης, που δε σταματά μετά την πτώση της εξουσίας του κεφαλαίου, μετά την καταστροφή του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου (όπως το φαντάζονται μερικοί χοντροκέφαλοι από τον παλιό σοσιαλισμό και την παλιά σοσιαλδημοκρατία), αλλά αλλάζει μορφές και μάλιστα από πολλές απόψεις γίνεται σκληρότερη. Στον ταξικό αγώνα ενάντια στην αντίσταση της αστικής τάξης, ενάντια στην αδράνεια, τον κομφορμισμό, την αναποφασιστικότητα και τις αμφιταλαντεύσεις των μικροαστών, το προλεταριάτο πρέπει να υπερασπίζει την εξουσία του, να εντείνει την οργανωτική του επιρροή, να πετυχαίνει την "ουδετερότητα" εκείνων των στρωμάτων, που φοβούνται να εγκαταλείψουν την αστική τάξη και ακολουθούν το προλεταριάτο πολύ διστακτικά» (Β.Ι. Λένιν, Απαντα, γερμ. Εκδ., τομ. 29, σελ. 378).
«Εδώ όμως προσπαθεί να στηριχτεί η αντεπανάσταση. Για να πετύχει τους στόχους της, εκμεταλλεύεται τη μια ή την άλλη κρίση στην εργατική εξουσία, τα πολιτικά λάθη που γίνονται και που αφήνουν να δημιουργηθεί μια ρωγμή, από την οποία θα μπορούσε να περάσει η δυσαρέσκεια των μαζών. Αυτό σημαίνει, ότι για μια πραγματική αντεπανάσταση δεν αρκεί μόνο η επιθυμία της αστικής τάξης, αλλά και να κάνουν λάθη οι επαναστάτες. Και όχι μόνο αυτό: Για να πετύχει η αντεπανάσταση το σκοπό της, συμμαχεί στην ανάγκη, χωρίς να διστάσει ούτε μια στιγμή, με τον εχθρό ολόκληρου του έθνους» (Β.Ι. Λένιν: Εργα, γερμ. Εκδ., τομ. 15, σελ. 28).
Αυτό αποδείχτηκε με κλασικό τρόπο στη συμπεριφορά της γαλλικής αστικής τάξης το 1871, όταν για να μπορέσει να χτυπήσει την Παρισινή Κομμούνα συνθηκολόγησε με την Πρωσική Γερμανία του Μπίσμπαρκ, του οποίου οι στρατιές πολιορκούσαν την πρωτεύουσα.
Αν η Παρισινή Κομμούνα ήταν ένα ηρωικό παράδειγμα, που άφησε βαθιά ίχνη στη σκέψη και τη δράση της διεθνούς εργατικής τάξης κι έδωσε επανειλημμένα στους κλασικούς του μαρξισμού αφορμή για αναλύσεις, αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Οχτωβριανή Επανάσταση. Εδώ έσπασε για πρώτη φορά η αλυσίδα του καπιταλισμού στο ένα έκτο της Γης. Και αν η Παρισινή Κομμούνα στάθηκε αιτία για τη σύμπραξη της αστικής τάξης, των «εθνικών εχθρών» Γαλλίας και Γερμανίας κατά της εργατικής τάξης του Παρισιού, ενώ από την άλλη μεριά οι επαναστατικές δυνάμεις ολόκληρου του κόσμου συμπαραστέκονταν στην Παρισινή Κομμούνα, η Οχτωβριανή Επανάσταση οδήγησε σε μια διεθνή συμμαχία ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κατά της νεαρής σοβιετικής εξουσίας, που έγινε ιδιαίτερα εμφανής στον επεμβατικό πόλεμο 14 ιμπεριαλιστικών κρατών, που άρχισε το καλοκαίρι του 1918.
Και η αστική τάξη δεν κουράστηκε από τότε, να οργανώνει συνεχώς νέα στρατιωτικά σύμφωνα, νέες συμμαχίες, νέες μηχανορραφίες κατά του νικηφόρου σοσιαλισμού μέχρι και τη μεγάλη γενοκτονία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Προσπάθησε επανειλημμένα, να οργανώσει κι άλλες μορφές αντεπανάστασης, όπως η απόπειρα να ανατρέψει το σοσιαλισμό στη ΓΛΔ τον Ιούνη του 1953, να κάνει το ίδιο πράγμα το φθινόπωρο του 1956 στην Ουγγαρία και μετά πάλι το 1968 στην Τσεχοσλοβακία.

Πρόβλεψη επερχόμενων σημείων καμπής οικοσυστημάτων


Πρόβλεψη επερχόμενων σημείων καμπής οικοσυστημάτων
Η υπεραλίευση καρχαριών στα ανοιχτά των ανατολικών ακτών των ΗΠΑ (γαλάζιο) επέτρεψε στους μέσου επιπέδου θηρευτές (πράσινο) να αυξηθούν σε αριθμό. Η αύξησή τους είχε ως συνέπεια τη μεγάλη μείωση του αριθμού των οστρακοειδών (κίτρινο).
Τις τελευταίες δεκαετίες, τροφικές αλυσίδες σε όλο τον κόσμο - και ιδιαίτερα στη θάλασσα - μεταβάλλονται απότομα ως αποτέλεσμα πιέσεων στα οικοσυστήματα από την άμεση ανθρώπινη δραστηριότητα (π.χ. υπεραλίευση) και τις κλιματολογικές αλλαγές. Κορυφαίοι θηρευτές δίνουν τα σκήπτρα σε άλλους και οι πληθυσμοί των ειδών που αποτελούν τροφή για άλλα είδη μεταβάλλονται ριζικά. Σήμερα στα νερά της Ναμίμπια κυριαρχούν οι μέδουσες, μύκητες και πεινασμένα σαλιγκάρια κατατρώνε τους βάλτους της Βόρειας Καρολίνας, ενώ στο βορειοδυτικό Ατλαντικό ευδοκιμούν οι αστακοί, την ώρα που ο πληθυσμός των μπακαλιάρων έχει καταρρεύσει. Οι επιστήμονες περιμένουν πολλές ακόμα ανατροπές στις τροφικές αλυσίδες μέσα στα επόμενα χρόνια, όμως η πρόβλεψή τους, ώστε να ληφθούν μέτρα αποτροπής, δεν είναι εύκολη, λόγω της πολυπλοκότητας των τροφικών πλεγμάτων.
Περίπλοκες αλληλεξαρτήσεις
Αξιοποιώντας τριάντα χρόνια έρευνας και πειραματισμού σε οικοσυστήματα μικρών λιμνών, ο Σ. Κάρπεντερ, του Πανεπιστημίου του Γουισκόνσιν, και οι συνάδελφοί του πέτυχαν να αναπτύξουν μαθηματικά μοντέλα των οικολογικών δικτύων, που τους επιτρέπουν να εντοπίσουν έγκαιρα (τις περισσότερες φορές) τα σημάδια επερχόμενων σημείων καμπής. Με αυτά τα μοντέλα αρχίζουν να αποκρυπτογραφούν μερικούς από τους νόμους που καθορίζουν αν ένα τροφικό πλέγμα θα παραμείνει σταθερό ή περνώντας ένα κατώφλι θα μεταβληθεί ριζικά. Ενα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να γίνουν επεμβάσεις, ή να σταματήσουν οι επεμβάσεις σε οικοσυστήματα, με στόχο την επαναφορά τους στην προηγούμενη ισορροπία. Η πρόληψη είναι το κλειδί, επειδή, όπως αποδεικνύεται, όταν ένα οικοσύστημα περάσει το σημείο καμπής, συχνά είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει. Ενα τέτοιο σύστημα θα μπορέσει να εφαρμοστεί με συνέπεια και αποτέλεσμα μόνο όταν πάψει να είναι κίνητρο της οικονομικής δραστηριότητας το κέρδος, που εξαντλεί τα οικοσυστήματα και τους ανθρώπους που δουλεύουν και ζουν μέσα σ' αυτά.
Η εξάλειψη των λύκων από το πάρκο Γελοουστόουν οδήγησε σε εκρηκτική αύξηση του αριθμού των μεγάλων ελαφιών, που τρέφονται με φύλλα λεύκης, με τελικό αποτέλεσμα το θάνατο πολλών νεαρών δέντρων.
Η δουλειά της ομάδας του Κάρπεντερ βασίζεται σε έναν αιώνα βασικής έρευνας για να απαντηθούν απλές ερωτήσεις: Γιατί ο πληθυσμός κάθε είδους είναι αυτός που είναι; Για παράδειγμα, γιατί υπάρχουν τόσες πολλές μύγες και τόσο λίγοι λύκοι; Γιατί οι πληθυσμοί των μυγών παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις από χρόνο σε χρόνο; Για να απαντήσουν, οι επιστήμονες άρχισαν να κατασκευάζουν διαγράμματα τροφικών δικτύων, καταγράφοντας ποιο είδος έχει τροφή, ποιο και πόσα θηράματα τρώει κάθε θηρευτής. Τέτοια δίκτυα μπορεί να αποτελούνται από δεκάδες, εκατοντάδες, ακόμα και χιλιάδες είδη. Η περιπλοκότητα των διαγραμμάτων τα έκανε πρακτικά άχρηστα κουβάρια.
Για να λύσουν τα κουβάρια οι επιστήμονες μετέτρεψαν τα τροφικά δίκτυα σε μαθηματικά μοντέλα. Εγραψαν μια εξίσωση για την ανάπτυξη κάθε είδους, συνδέοντας το ρυθμό αναπαραγωγής του με το πόση τροφή μπορεί να έχει διαθέσιμη και πόσο συχνά τρώγεται από άλλα είδη. Λόγω του μεγάλου αριθμού των μεταβλητών, ακόμα και για μικρά δίκτυα, η επίλυση των εξισώσεων είναι δύσκολη. Η ανάπτυξη γρήγορων και φτηνών σε σχέση με το παρελθόν υπολογιστών έδωσε λύση στο πρόβλημα και επέτρεψε τα τελευταία χρόνια την προσομοίωση πολλών διαφορετικών ειδών οικοσυστημάτων.
Σημαντικότερη από το νήμα η ύφανση
Από αυτή τη δουλειά, οι επιστήμονες ανακάλυψαν μερικές βασικές αρχές. Τα περισσότερα τροφικά δίκτυα αποτελούνται από πολλούς ασθενείς δεσμούς, παρά από λίγους ισχυρούς. Δύο είδη είναι ισχυρά συνδεδεμένα, αν αλληλεπιδρούν πολύ, όπως ο θηρευτής που καταβροχθίζει μεγάλους αριθμούς ατόμων ενός συγκεκριμένου είδους. Είδη που είναι ασθενώς συνδεδεμένα, αλληλεπιδρούν σπάνια, όπως ο θηρευτής που τρώει πότε το ένα και πότε το άλλο είδος θηράματος και σε μικρή ποσότητα. Τα τροφικά δίκτυα κυριαρχούνται από πολλούς ασθενείς δεσμούς, επειδή έτσι είναι πιο σταθερά. Αν ένας θηρευτής τρέφεται με πολλά διαφορετικά είδη, μπορεί να επιβιώσει αν εξαφανιστεί ένα από αυτά. Και αν ένας θηρευτής μπορεί να τραφεί με ένα άλλο είδος επειδή κάποιο είδος θηράματος άρχισε να σπανίζει, τότε το είδος σε κίνδυνο έχει την ευκαιρία να ανακάμψει. Οι ασθενείς δεσμοί επιτρέπουν στα είδη να μην οδηγούν το ένα το άλλο στην εξαφάνιση.
Τα μαθηματικά μοντέλα αποκάλυψαν και ευάλωτα σημεία στα τροφικά δίκτυα, όπου μικρές αλλαγές μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες ανατροπές ολόκληρα οικοσυστήματα. Τη δεκαετία του 1960, διατυπώθηκε η θεωρία ότι οι κορυφαίοι θηρευτές μπορούν να ασκήσουν μεγάλη επίδραση στους πληθυσμούς άλλων ειδών, ακόμα και εκείνων στα οποία δεν επιτίθενται. Η θεωρία αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό, καθώς ο τρόπος που μπορούσε να συμβαίνει αυτό δεν ήταν γνωστός.
Μέσα από τις παρεμβάσεις σε οικοσυστήματα που έγιναν τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν ότι η θεωρία για την καθοριστική επίδραση των θηρευτών που βρίσκονται στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας πράγματι ισχύει. Για παράδειγμα, η υπεραλίευση των καρχαριών στις ανατολικές ακτές των ΗΠΑ είχε το απρόσμενο αποτέλεσμα να μειωθούν κατακόρυφα οι πληθυσμοί στρειδιών και χτενιών. Οταν μειώθηκε ο αριθμός των κορυφαίων θηρευτών, αυξήθηκαν οι μέσοι θηρευτές, που τρέφονται με οστρακοειδή... Οταν εξαλείφθηκαν οι λύκοι από το πάρκο Γελοουστόουν, αυξήθηκαν τα μεγάλα ελάφια, που τρέφονται με φύλλα λεύκης, με αποτέλεσμα την καταστροφή των περισσότερων νεαρών δέντρων στα δάση του πάρκου.
Διακυμάνσεις και ανισορροπίες
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κατέρρευσε ο πληθυσμός των μπακαλιάρων στο βορειοδυτικό Ατλαντικό. Οι μπακαλιάροι είναι αχόρταγοι θηρευτές και η μείωσή τους στο 3 - 4% του προηγούμενου πληθυσμού είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των θηραμάτων τους. Μετά την καταστροφή, η αλιευτική βιομηχανία των ΗΠΑ και του Καναδά αποφάσισε να επιτρέψει στους μπακαλιάρους να ανακάμψουν σταματώντας την αλίευση για μερικά χρόνια. Το μοντέλο που χρησιμοποίησε η επιστημονική ομάδα που προσέλαβαν έπαιρνε υπόψη μόνο το μεγάλο αριθμό των αυγών που γεννά κάθε φορά ένας μπακαλιάρος. Ομως, 6 χρόνια μετά ο πληθυσμός παρέμενε στα ίδια επίπεδα. Ο λόγος ήταν ότι τα θηράματα που ήταν τώρα πολλά τρέφονταν μεταξύ άλλων και με τα αυγά των μπακαλιάρων... Τελικά και ενώ είχε μείνει μόνο το 1% του αρχικού πληθυσμού, τα θηράματα πλήθυναν τόσο πολύ που ξέμειναν από τροφή, με αποτέλεσμα να αρχίσει να καταρρέει ο δικός τους πληθυσμός και οι μπακαλιάροι να ανέβουν στο 30%.
Σε άλλες περιπτώσεις, όταν η πλάστιγγα γείρει προς την άλλη μεριά, είναι πολύ δύσκολο να επανέλθει. Αυτό συμβαίνει με τα λεοντόψαρα του Ειρηνικού Ωκεανού, που εισήχθησαν ως κατοικίδια και όταν οι ιδιοκτήτες τους τα βαρέθηκαν τα πέταξαν στον Ατλαντικό. Είναι τόσο ακόρεστη η όρεξή τους για τα μικρά ψάρια, που κινδυνεύουν ακόμα και οι καρχαρίες της Καραϊβικής να μη βρίσκουν τροφή.
Η ομάδα του Κάρπεντερ διαπίστωσε ότι ένα - δύο κύκλους πριν την κατάρρευση ενός πληθυσμού, εμφανίζεται χαρακτηριστική και αυξανόμενη καθυστέρηση στην επαναφορά του συστήματος από διακυμάνσεις εξαιτίας μικρών περιβαλλοντικών επιδράσεων.

Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»

TOP READ