10 Οκτ 2015

Η ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΚΚΕ

  Η ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΟΥ ΚΚΕ



 Το ΚΚΕ, συμπληρώνοντας 95 χρόνια ύπαρξης και δράσης, μπαίνει στην τελευταία πενταετία για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων, το Νοέμβρη του 2018.
Στην πενταετία που προηγήθηκε το Κόμμα μας είχε σημαντικά ιδεολογικά-πολιτικά επιτεύγματα: Την Απόφαση του 18ου Συνεδρίου (Φλεβάρης 2009) «Εκτιμήσεις και Συμπεράσματα από τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό». Το εγκεκριμένο από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη (Ιούλης 2011) «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄ 1949-1968». Το «Πρόγραμμα του ΚΚΕ», όπως διαμορφώθηκε στο 19ο Συνέδριό του (Απρίλης 2013).
Ενα από τα καθήκοντα της επόμενης πενταετίας είναι να ολοκληρώσει την ιστορική μελέτη της δράσης του για την περίοδο από την ίδρυσή του έως την κρίση του 1991, αλλά και να μελετήσει την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), τμήμα της οποίας υπήρξε μέχρι την αυτοδιάλυσή της.

Οπως έχουμε ήδη σημειώσει και στον Πρόλογο του Β΄ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, «η επανεκτίμηση θέσεων και πολιτικών επιλογών, που προκύπτει από την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, δε συνιστά λαθολογία, δεν ανοίγει δρόμο στον αναθεωρητισμό και οπορτουνισμό. Οδηγεί σε επαναστατικού χαρακτήρα διόρθωση λαθών. Μηδενισμό και απογοήτευση παράγει η λαθολογία, δηλαδή η χρησιμοποίηση των λαθών για άρνηση της ηρωικής ιστορίας της ταξικής πάλης στην Ελλάδα με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, για εγκατάλειψη ιδεολογικών αρχών, για αιτιολόγηση οπορτουνιστικών επιλογών»1.
Είναι φυσικό ότι η παραπάνω εκτίμηση δεν αφορά μόνο την περίοδο 1949-1968, αλλά και την προηγούμενη, καθώς και την επόμενη. Αναμφίβολα η ιστορία θ’ αναδείξει αδυναμίες και ανεπάρκειες και της τελευταίας περιόδου, αυτής που ξεκίνησε το 1991. Αυτό δε σημαίνει ότι θα χάσουν την ισχύ τους τα συμπεράσματα που βγήκαν ως καταστάλαγμα της ιστορικής έρευνας και μελέτης προηγούμενων περιόδων, όπως αυτά που αφορούσαν τη στρατηγική του Κόμματός μας, πολλών ΚΚ, της ίδιας της ΚΔ, τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, στο ζήτημα της κυβέρνησης χωρίς επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας.
Εδώ κι ενάμισι χρόνο, αναπτύσσεται μία επίθεση η οποία, ανεξάρτητα από πού προέρχεται, έχει ως στόχο να πετύχει ό,τι δεν κατάφερε ο οπορτουνισμός το 1968 και το 1991: Να μετατραπεί το ΚΚΕ σε συνιστώσα της οπορτουνιστικής και ρεφορμιστικής Αριστεράς. Να είναι το Κόμμα εγκλωβισμένο σε περίπτωση που ξεσπάσει κάποια μορφή κοινωνικής εξέγερσης. Ετσι, από ένα ευρύ φάσμα οπορτουνιστικών, σοσιαλδημοκρατικών, αστικορεφορμιστικών δυνάμεων βάλλεται η άρνηση του Κόμματός μας να συμπράξει ή να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την ανάδειξη μιας «αριστερής», «αντιμνημονιακής», «αντιφασιστικής» κυβέρνησης.
Στην αρχή ο ΣΥΡΙΖΑ (όσο ακόμα ήταν πιο διακριτά συγκροτημένες οι οπορτουνιστικές δυνάμεις ως ξεχωριστά κόμματα στο συμμαχικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ), στη συνέχεια τμήμα αυτού, αλλά και ανώνυμοι εκ των έσω διαφωνούντες με τη στρατηγική του ΚΚΕ, άδραξαν την ευκαιρία του εκλογικού αποτελέσματος για να ξεμπερδέψουν με το Κόμμα, αλλά για μια ακόμη φορά δεν τα κατάφεραν, παρά τις σοβαρές πολιτικές εκλογικές απώλειές του. Τροφοδότησαν και τροφοδοτούν την αυταπάτη αριστερού «αρώματος», ότι μέσω της αντιμνημονιακής πολιτικής και αστικών εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων θ’ ανακοπεί η επιδείνωση της θέσης του λαού, θα πραγματοποιηθεί παραγωγική ανάπτυξη προς όφελος του λαού, ακόμα και ότι μπορεί ν’ ανοίξει ο δρόμος για το σοσιαλισμό, σιγά-σιγά, εξελικτικά, «με το μαλακό». Βεβαίως ο σοσιαλισμός που επαγγέλλονται δεν είναι τίποτε άλλο παρά ατόφιος καπιταλισμός με αριστερό αστικό κυβερνητικό σχήμα. Ομως είναι γνωστό ότι το κοινωνικοοικονομικό σύστημα δε χαρακτηρίζεται από το κόμμα που είναι στην εξουσία, αλλά από τον τρόπο παραγωγής που κυριαρχεί, από τις σχέσεις ιδιοκτησίας που προστατεύονται συνολικά από την πολιτική εξουσία (απ’ όλη τη νομοθεσία και τους μηχανισμούς της, αναπόσπαστο μέρος των οποίων είναι και η κυβέρνηση). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, με το Κομμουνιστικό Κόμμα στην εξουσία, αλλά με οικονομία αναπτυσσόμενη καπιταλιστική που την έχει φέρει μάλιστα στη δεύτερη θέση κατάταξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ οι μισθοί είναι από τους χαμηλότερους διεθνώς.
Αλλά υπάρχουν και πολλά άλλα αρνητικά παραδείγματα συμμετοχής ή στήριξης αστικών κυβερνήσεων από ΚΚ (π.χ. το Χιλιανό, το ΚΚ Γερμανίας το 1923, του δικού μας Κόμματος το 1944 με την απελευθέρωση) που τελικά αυτή η συμμετοχή λειτούργησε σε βάρος του εργατικού κινήματος στο συσχετισμό της πάλης του με την αστική εξουσία.
Εχει, λοιπόν, σημασία να θυμηθούμε διαχρονικά την τακτική του οπορτουνισμού, μέσα κι έξω από το Κόμμα, στην πολεμική που άσκησε στο ΚΚΕ, στην πλειοψηφία της ΚΕ σε κρίσιμες στιγμές της διαπάλης, πράγμα που αποδεικνύει τους τυχοδιωκτικούς ελιγμούς που κάνει για να πετύχει τον σταθερό κι απαρέγκλιτο σκοπό του.
Το 1968 και μετά (περίοδος άνθησης του ευρωκομουνισμού, όταν η μεταπολεμική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της καπιταλιστικής Ευρώπης χρειάστηκε την κεϊνσιανή διαχείριση κι επομένως επέτρεπε ορισμένες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, εν μέρει και ως μέσο ενσωμάτωσης-ανάσχεσης της ελκτικής επιρροής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) κατηγορούσαν το ΚΚΕ ως δογματικό κόμμα που δεν έβλεπε την ανάγκη «αναθεώρησης» του μαρξισμού-λενινισμού στο ζήτημα του κράτους και της πολιτικής εξουσίας, στο ρόλο των μεταρρυθμίσεων κλπ.
Στο αποκορύφωμα της διαπάλης την περίοδο 1989-1991 πολεμούσαν το ΚΚΕ γιατί δεν εγκατέλειπε τον μαρξισμό-λενινισμό αντικαθιστώντας τον μ’ ένα εκλεκτικό χαρμάνι από ιδέες του διαφωτισμού, διάφορων οπορτουνιστικών ρευμάτων μαζί με ορισμένες ιδέες του Μαρξ, κυρίως από τα πρώτα χρόνια ενασχόλησής του με τη διαμόρφωση της νέας επαναστατικής θεωρίας, όταν υποχρεωτικά στηρίχτηκε σε ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας που υιοθετούσαν τη διαλεκτική μέθοδο, αλλά όχι το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Η οπορτουνιστική πολιτική έριχνε «στο πυρ το εξώτερον» τον Λένιν, τη λενινιστική ανάπτυξη του μαρξισμού πριν απ’ όλα στο ζήτημα του εργατικού - σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, της δικτατορίας του προλεταριάτου, τη θέση για τον αδύνατο κρίκο σε σχέση με την επαναστατική κατάσταση και τη σοσιαλιστική επανάσταση σε μια χώρα, τον επαναστατικό εργατικό χαρακτήρα του Κόμματος.
Το 2012-2013 (περίοδο των εκλογικών αναμετρήσεων και προσυνεδριακή του 19ου Συνεδρίου) κατηγορούσαν το ΚΚΕ για παρέκκλιση, παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος του 15ου Συνεδρίου, ανευθυνότητα, αδιαφορία κι ανοχή για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης με κορμό τη ΝΔ. Το άλλοθι για μια τέτοια επίθεση βρέθηκε κυρίως σε μια φράση του Προγράμματος του 15ου, σύμφωνα με την οποία αντιμετωπιζόταν όχι ως επιδίωξη, αλλά ως πιθανότητα ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετά από εκλογική διαδικασία.
Βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι διάφοροι οπορτουνιστές που πολέμησαν το Κόμμα, ανάμεσά τους μερικοί κρυμμένοι στην ανωνυμία, αλλοίωσαν το πραγματικό νόημα αυτής της θέσης, την κυβέρνηση που περιέγραφε την ταύτισαν με την αντιμνημονιακή κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ. Τακτική τους είναι να χρησιμοποιούν ορισμένη ορολογία από την ιστορία του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος για να στηρίξουν ότι μέσα από μεταρρυθμίσεις στο αστικό κράτος και με τη στήριξη του λαϊκού κινήματος μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση, ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και πέρασμα στο σοσιαλισμό, ένα σοσιαλισμό που κάθε τάση, ομάδα, τον αντιλαμβάνεται όπως την βολεύει.
Η προσυνεδριακή περίοδος γέμισε από άρθρα και σχόλια ακόμα και στον αστικό Τύπο ότι το ΚΚΕ μεταλλάχτηκε, απομακρύνθηκε από το μαρξισμό-λενινισμό, δεν είναι πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, υιοθετεί τον τροτσκισμό, ξεχνώντας ότι κατά την προσυνεδριακή περίοδο προς το 18ο Συνέδριο αποκαλούσαν το ΚΚΕ «νεοσταλινικό» κόμμα. Πρόκειται για ύπουλη και υποκριτική πολεμική, κρυμμένη πίσω από την ψευτο-υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι διαχρονικά ο ταξικός αντίπαλος και ο οπορτουνισμός αξιοποίησαν δικά μας ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα και παρεκκλίσεις. Αξιοποίησαν, δηλαδή, αδυναμίες, ελλείψεις και καθυστερήσεις στην ιστορική διαδρομή του Κόμματος ως προς τον ολοκληρωμένο τρόπο στην πορεία αποκατάστασης του χαρακτήρα του, ή τι άφηνε ως ένα βαθμό μέσα στο Κόμμα και γύρω του η διαπάλη με τον οπορτουνισμό, που οδήγησε δύο φορές, το 1968 και το 1989-1991, στην απόσχιση ενός τμήματος στελεχών και μελών του Κόμματος, στο σχηματισμό αντιΚΚΕ φορέα.
Η διαπάλη με τον οπορτουνισμό στις συγκεκριμένες συνθήκες είναι δυνατό ν’ αφήσει αποτυπώματα μέσα στο Κόμμα -ως ένα είδος διαβρωτικής υγρασίας- όταν η αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του Κόμματος δεν είναι πλήρης ή πλήρως επεξεργασμένη, όταν διατηρούνται ή αναπαράγονται λαθεμένες προσεγγίσεις κι επιλογές στο Πρόγραμμά του, σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας.
Αναφερόμαστε, δηλαδή, σε παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά στην πορεία ανασυγκρότησης του Κόμματος, οι οποίοι κάτω και από την επίδραση αντικειμενικών συνθηκών φορτώνουν το Κόμμα μ’ ευάλωτα στοιχεία, που περικλείουν δυνατότητα να δημιουργήσουν εστίες αντικομματικής δουλειάς, δημιουργούν προϋποθέσεις νέας κρίσης, την οποία βεβαίως δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε με όρους νομοτέλειας. Τέτοιοι παράγοντες επέδρασαν στην έκταση και στο βάθος της κρίσης της περιόδου 1989-1991. Το γεγονός ότι ο οπορτουνισμός ως υποπροϊόν της αστικής ιδεολογίας έχει κοινωνική βάση στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού δε συνεπάγεται ότι νομοτελειακά μπορεί να κυριαρχήσει μέσα στο Κόμμα.
Στοιχείο ισχυροποίησης του Κόμματος στην πάλη του απέναντι στον οπορτουνισμό είναι ο τρόπος διόρθωσης των λαθών του. Δεν αρκεί το Κόμμα ν’ αλλάξει μια εκτίμηση ή και ολόκληρο το Πρόγραμμα, πρέπει, έστω μετά από ένα όσο γίνεται πιο σύντομο χρονικό διάστημα, να δίνεται απάντηση γιατί και κάτω από ποιους παράγοντες, υποκειμενικούς κι αντικειμενικούς, εσωτερικούς κι εξωτερικούς έφτασε το Κόμμα σε κρίση. Τότε μπορούμε να προλαμβάνουμε επανάληψη λαθών σε απότομες στροφές, να έχουμε πρόγνωση, διορατικότητα, αποφασιστικότητα.
Δεν αρκούν τα κομμουνιστικά αντανακλαστικά, δεν αρκεί η αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του Κόμματος, δηλαδή του χαρακτήρα του, των αρχών και κανόνων συγκρότησης και λειτουργίας του, η αναγνώριση ως θεωρίας - καθοδήγησης του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτές τις θεμελιακές αρχές τις κράτησε το Κόμμα σε όλη την πορεία του, πλην του 13ου Συνεδρίου (1991), όμως δεν ήταν δυνατός αυτός ο θώρακας, αφού στα περισσότερα προγράμματά του διατύπωνε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη λαθεμένη στρατηγική των σταδίων, υπό την καθοδήγηση και της ΚΔ. Στην πορεία επίσης έπαιξε ρόλο το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς για το αντιφασιστικό μέτωπο, οι εκτιμήσεις για τους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη νίκη της σοσιαλιστικής εξουσίας στις 8 χώρες της Κεντρικής κι Ανατολικής Ευρώπης, που υποτιμούσαν τον καθοριστικό ρόλο του Κόκκινου Στρατού που στήριξε τα λαϊκά κινήματα. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η δεξιά οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΣΕ το 1956.
Από τη στιγμή που εμφανίζονται μεθοδολογικά προβλήματα στην εκτίμηση της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα και στη σχέση της αστικής τάξης με τον ξένο παράγοντα (ΕΟΚ, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κλπ.), δε γίνεται ή αδύναμα γίνεται αντικειμενική εκτίμηση των πολιτικών εξελίξεων, του αστικού πολιτικού συστήματος, των αντιφάσεων, των αντιθέσεων εντός της αστικής τάξης και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Επηρεάζεται επίσης αρνητικά η ιδεολογικοπολιτική δράση του Κόμματος, η οργανωτική του πολιτική, η ποιότητα της σχέσης του με το εργατικό και λαϊκό κίνημα, η στοχοπροσήλωση στην εργατική σύνθεση και η κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση.
Οταν διορθώνονται λαθεμένες θέσεις με αλλαγές στα ντοκουμέντα, όσο σωστές να είναι, όταν δε δίνεται συγκεκριμένη απάντηση πού βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος, ποιοι αντικειμενικοί και κυρίως υποκειμενικοί παράγοντες οδήγησαν στην παρέκκλιση, τότε τα λάθη δε συνειδητοποιούνται βαθιά, δε βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα.
Με βάση επίσημα συλλογικά ντοκουμέντα του Κόμματος, αλλά και την εμπειρία που ζήσαμε, κατανοούμε ότι υπάρχουν ζητήματα, και μάλιστα κρίσιμα και καθοριστικά, που η διαπάλη με τον οπορτουνισμό το 1968 και στη συνέχεια άφησε στο Κόμμα, ενώ βαρίδια παρέμειναν και μετά από το 1991.
Η αποσαφήνιση του χαρακτήρα της εποχής μας ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η θέση ότι η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική ανεξάρτητα από το συσχετισμό δυνάμεων, ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, άρα είναι θέμα αρχής η μη συμμετοχή του Κόμματος σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, είναι θέματα που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία του προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το συνολικό ζήτημα, πώς το Κόμμα αντιπάλεψε τον οπορτουνισμό και τη διαλυτική δουλειά του, πώς αντιμετώπισε την αποκατάσταση του επαναστατικού του χαρακτήρα, θα φωτιστεί συλλογικά κι ολοκληρωμένα με τη μελέτη πλούσιου αρχειακού υλικού, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του Δοκιμίου της Ιστορίας του ΚΚΕ της περιόδου 1968-1991, που έθεσε ως καθήκον το 19ο Συνέδριο. Ακόμα πιο ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα δώσει η νέα επεξεργασία του πρώτου τόμου του Δοκιμίου της περιόδου 1918-1949, που επίσης συνιστά απόφαση του πρόσφατου Συνεδρίου.
Ωστόσο έχουμε και σήμερα σημαντικά εργαλεία στα χέρια μας ώστε να δώσουμε ώθηση στην κατεύθυνση της μελέτης, στον προβληματισμό, αλλά και κάποιες πρώτες απαντήσεις. Τέτοια εργαλεία είναι οι αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου, του 18ου Συνεδρίου όσον αφορά την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968», συζητημένα στο Κόμμα, τα οποία επιτρέπουν να προβληματιστούμε και τώρα για τις αντιφάσεις κι επιβιώσεις που σημάδεψαν τη μάχη με τον οπορτουνισμό.

 

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ-ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1968 ΕΩΣ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1991

Στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968» αναφέρεται ότι η 12η Ολομέλεια αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία του Κόμματος γιατί υπερασπίστηκε τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, άφησε κομμουνιστικά αντανακλαστικά παρά τις σοβαρές αντιφάσεις που περιείχε η στρατηγική. Το Πρόγραμμα που επεξεργάστηκε το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1973) διατηρεί σοβαρά προβλήματα στρατηγικής, εξαιτίας και των αρνητικών επιπτώσεων του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ στην πολιτική γραμμή του Κόμματος και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Τα βασικά προβλήματα εστιάζονται: Στα δύο στάδια της επαναστατικής διαδικασίας, στην αντίληψη ότι μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού μ’ ένα «μεταβατικό πρόγραμμα» μπορεί ν’ ανοίξει την επαναστατική διαδικασία, να διαπαιδαγωγήσει επαναστατικά την εργατική τάξη. Στην εκτίμηση για το χαρακτήρα της διαπλοκής και της συνεργασίας του εγχώριου και ξένου κεφαλαίου, για το επίπεδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού και τη θέση του στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αυτά τα προβλήματα θεωρητικού χαρακτήρα, με επιπτώσεις όμως στη χάραξη της στρατηγικής και στη διαμόρφωση του Προγράμματος, έλκουν την καταγωγή τους από την περίοδο πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφορούν το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τις αποφάσεις της Γ΄ Διεθνούς, όπως έχουμε εκτιμήσει στο 18ο Συνέδριο, στο Δοκίμιο, στη Διακήρυξη της ΚΕ για τον αντιφασιστικό αγώνα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κλπ.
Το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968» στη σελίδα 26 αναφέρεται στα μεθοδολογικά προβλήματα που υπάρχουν στην ιστορική συγκρότηση του αστικού κράτους, στην ανάλυση του ελληνικού καπιταλισμού και στις διάφορες φάσεις της, με αφετηρία τις απαρχές συγκρότησης του ελληνικού κράτους, «που από τη γέννησή του είχε πολύ περιορισμένη έκταση και κυρίως περιορισμένο πληθυσμό, περιορισμένη εσωτερική αγορά, που ήταν παράγοντας καθυστέρησης της εσωτερικής κεφαλαιακής συσσώρευσης».
Η λαθεμένη, από την πλευρά του ΚΚΕ, εκτίμηση της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού επηρεάζεται επίσης από τις μεταπολεμικές ενδοαστικές αντιθέσεις, την αντιπαράθεση τμήματος αστικών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα με τις ΗΠΑ σε σχέση με το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης και της αποτελεσματικότερης αξιοποίησης των αμερικανικών εισροών, για τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τη στέρεη ενσωμάτωσή της στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.2
Το ίδιο επέδρασαν οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν από τμήμα των αστικών δυνάμεων την περίοδο που ξεκίνησε η συζήτηση για την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ με πυρήνα της αντιπαράθεσης το αν η Ελλάδα ήταν έτοιμη από την άποψη της οικονομικής και πολιτικής ανάπτυξης να πετύχει «ισότιμη» συμμετοχή σε δικαιώματα και υποχρεώσεις ή θα μετατρεπόταν σε «απλή αποικία». Η διαμάχη επεκτάθηκε, ανάλογα με τα επιμέρους καπιταλιστικά συμφέροντα, με αντικείμενο «αν η Ελλάδα θα έδινε βάρος στον αγροτικό χαρακτήρα της οικονομίας -που πίστευαν ότι είχε πλεονεκτήματα στο πλαίσιο της ΕΟΚ- ή θα είχε πλήγματα η πορεία εκβιομηχάνισης που ήταν ασθενής και μη ανταγωνιστική»3.
Εχει σημασία το ζήτημα της αντανάκλασης των ενδοαστικών αντιθέσεων στο πολιτικό σύστημα και της διείσδυσής τους στις επεξεργασίες του Κόμματος, καθώς και σήμερα υπάρχουν αντιθέσεις συμφερόντων στους κόλπους της αστικής τάξης όσον αφορά λ.χ. το ευρώ ή τη δραχμή, στην περιοριστική ή επεκτατική διαχειριστική συνταγή, στις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, στο ποιοι κλάδοι-τομείς της οικονομίας αποτελούν «ατμομηχανή» της παραγωγικής ανάκαμψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ λ.χ. δε χρησιμοποιεί τις αντιθέσεις αυτές μόνο για λόγους εκλογικής πολιτικής τακτικής, αλλά ως πολιτική γραμμή εναλλακτικής λύσης, με τη μια συνταγή διαχείρισης απέναντι στην άλλη και με ταλαντεύσεις στοιχίζεται περισσότερο ή λιγότερο με τον έναν ιμπεριαλιστικό πόλο σε αντίθεση με τον άλλο.
Στις αναλύσεις-εκτιμήσεις του Κόμματός μας, η συγκριτική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού εμφανίζεται ως ιδιομορφία, αποδίδεται στους ληστρικούς προσανατολισμούς του ξένου κεφαλαίου, στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων της χώρας ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ. Παράλληλα παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η μεταπολεμική καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα στηρίχτηκε κυρίως στην εσωτερική συσσώρευση και λιγότερο στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων. Παραγνωρίζεται η σύμφυτη με την καπιταλιστική ανάπτυξη ανισομετρία κι ενδοκλαδική δυσαναλογία αντίστοιχα σε διακρατικό και εθνικό επίπεδο. Υποβαθμίζεται το γενικό ταξικό κριτήριο στην επιλογή ένταξης στην ΕΟΚ, δηλαδή της ενίσχυσης της συνεργασίας με καπιταλιστικά κράτη. Κατηγορείται η αστική τάξη για υποτέλεια, διαχωρίζεται σ’ εθνική και ξενόδουλη, σε μονοπωλιακή και μη μονοπωλιακή εθνική αστική τάξη.
Επιδιώκεται η ανάδειξη κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών πολιτικών δυνάμεων, η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει και τη συγκατάθεση ή ανοχή-ουδετερότητα της μη μονοπωλιακής αστικής τάξης. Επιδιώκεται κυβέρνηση που με λαϊκή στήριξη θα προχωρήσει σε αλλαγές θεσμών που αφορούν το αστικό κράτος και το αστικό πολιτικό σύστημα, την καπιταλιστική οικονομία, και μέσω αυτής να ξετυλιχτεί η επαναστατική διαδικασία των δύο σταδίων. Το ζήτημα λοιπόν της εκτίμησης του χαρακτήρα του κράτους είναι βασικό και δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίζεται μόνο με πολιτικούς όρους, ως κράτος που ταυτίζεται κάθε φορά με το ποιο κόμμα ή ποιος συνασπισμός κομμάτων κυβερνά, ή με ποια μορφή πολιτεύματος.
Και όλ’ αυτά ενώ και το 9ο (1973) και το 10ο (Μάης 1978) Συνέδριο, που ήταν προγραμματικά, δέχονταν -και σωστά- ότι στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός. Ταυτόχρονα επισημαινόταν στις Θέσεις για το 10ο Συνέδριο (Θέση 52, σελίδα 62) ότι, παράλληλα με την ύπαρξη των βασικών αντικειμενικών προϋποθέσεων του σοσιαλισμού στη χώρα μας, εξακολουθούσαν να παραμένουν άλυτα «δημοκρατικά προβλήματα, και μάλιστα τα σπουδαιότερα απ’ αυτά, το πρόβλημα της εθνικής ανεξαρτησίας, το πρόβλημα της κυριαρχίας των μονοπωλίων και το πρόβλημα των δημοκρατικών ελευθεριών οξύνονται».
Πρόκειται για ιδεολογική αδυναμία να θεωρείται η κυριαρχία των μονοπωλίων πρόβλημα δημοκρατικό ή να θεωρείται ότι η σχέση εξάρτησης στο πλαίσιο του ιμπεριαλισμού συνιστά καπιταλιστική ιδιομορφία και παρέκκλιση σ’ εθνικό επίπεδο. Ουσιαστικά παραγνωρίζεται ότι πρόκειται για φαινόμενα σύμφυτα με την ανάπτυξη του καπιταλισμού, της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.
Προβληματικός υπήρξε και ο διαχωρισμός στο στόχο κοινωνικοποίησης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής διαχωρίζοντάς τα σε μονοπώλια «στρατηγικής σημασίας» ή στο πρώτο στάδιο εθνικοποίησης μονοπωλίων «εθνικής σημασίας». Στη ρεφορμιστική αστική και στην οπορτουνιστική αντίληψη, στρατηγικής σημασίας θεωρούνται τα ιδιωτικά μονοπώλια στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, στα μεγάλα λιμάνια κι αεροδρόμια, ο τομέας της αμυντικής βιομηχανίας, τα μονοπώλια εξόρυξης, επεξεργασίας κι εμπορίας ορυκτού πλούτου, ο τομέας της ύδρευσης κλπ. Αυτά τα μονοπώλια, ακόμα και όταν είναι αποκλειστικά κρατικά, δεν παύουν να εξυπηρετούν την αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, την ιδιοποίηση της υπεραξίας, την εκμετάλλευση του εργατικού δυναμικού. Πολύ περισσότερο που στρατηγικής σημασίας είναι κι άλλα μονοπώλια στην παραγωγή εργαλείων και μηχανών, στη μεταποίηση, στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στον τουρισμό κλπ. Για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης και την οικοδόμηση σημασία έχουν όλα τα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και βεβαίως ο τομέας του εμπορίου, των κοινωνικών υπηρεσιών, της παιδείας, της πρόνοιας-υγείας, των κατασκευών κλπ.
Από αυτά τα θεωρητικά-ιδεολογικά λάθη πηγάζουν και τα πολιτικά που χαρακτηρίζουν ως φιλομονοπωλιακή την πολιτική μιας κυβέρνησης φιλελεύθερων αστικών κομμάτων, ή τη δοκιμασμένη κυβερνητική πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, και ως αντιμονοπωλιακή την πολιτική μιας κυβέρνησης συνεργασίας νέων σοσιλαδημοκρατικών, οπορτουνιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων που εκπροσωπούν μικροαστικές κι εργατικές δυνάμεις, χαρακτηρίζοντάς τες και ως πρώτο στάδιο της επαναστατικής διαδικασίας.
Η πρόταξη της «αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής δημοκρατικής αλλαγής» στηρίχτηκε στην αντίληψη ότι οι υποκειμενικές της προϋποθέσεις μπορούν να ωριμάσουν με γρηγορότερους ρυθμούς από τις υποκειμενικές προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής αλλαγής. Στην προκειμένη περίπτωση ο χαρακτήρας της επανάστασης προσδιορίζεται από το συσχετισμό δυνάμεων κι όχι από το χαρακτήρα της εποχής, επομένως ποια επανάσταση μπορεί να λύσει και τη συγκεκριμένη αντίθεση στο ερώτημα «με τα μονοπώλια ή το λαό». Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία, πέραν της οπορτουνιστικής επίδρασης, να διαχωρίζεται η στρατηγική σε στρατηγική για την κατάργηση της ξενοκρατίας και σε στρατηγική για την ανατροπή του καπιταλισμού. Ούτε η λογική περί αλληλοδιαπλεκόμενων σταδίων και φάσεων μπορεί να δικαιολογήσει ένα τέτοιο «σχήμα».
Ανάμεσα στις άλλες αρνητικές συνέπειες της εκτίμησης για καθυστερημένο ελληνικό καπιταλισμό που οφείλεται κύρια και αποκλειστικά στην εξάρτηση, είναι και ότι δεν παίρνεται υπόψη στη διαμόρφωση της στρατηγικής των συμμαχιών η διεύρυνση των ενδιάμεσων κοινωνικών στρωμάτων που συνοδεύουν την καπιταλιστική ανάπτυξη που συντελέστηκε τη μεταπολεμική περίοδο. Παραγνωρίζει την εμφάνιση νέων μεσαίων στρωμάτων δυναμικά αναπτυσσόμενων, καθώς και την ισχυροποίηση της εργατικής αριστοκρατίας, τη δημιουργία δηλαδή των κοινωνικοοικονομικών όρων για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα και την ισχυροποίηση του ρεφορμισμού-οπορτουνισμού, αφού διευρύνθηκε η κοινωνική τους βάση.
Τα μεσαία στρώματα -χωρίς να παίρνεται υπόψη η εσωτερική τους διαστρωμάτωση, τα αντιδιαμετρικά συμφέροντα ενός σημαντικού τμήματός τους με την εργατική τάξη- συλλήβδην θεωρούνταν σύμμαχός της, επιπλέον θεωρούνταν ρεαλιστικό στην κοινωνική συμμαχία να προσχωρήσουν και τμήματα της «μη μονοπωλιακής» αστικής τάξης ή να μείνουν σε γραμμή ουδετερότητας.
Διαχέεται η αντίληψη, με πολλούς τρόπους, ότι είναι δυνατόν η πολιτική συμμαχία με την πρόοδο της ταξικής πάλης και της συνεργασίας των κοινωνικών δυνάμεων να οδηγήσει -στις συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων- σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα διαφοροποιήσει το αστικό κράτος και την οικονομία, ώστε να γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Πρόκειται για μεταρρυθμιστική αντίληψη που αποσπά το χαρακτήρα της πολιτικής από το χαρακτήρα της οικονομίας.
Το θέμα είναι ότι, σε περιόδους που ωριμάζει ουσιαστική αλλαγή στο συσχετισμό μεταξύ των δύο αντίπαλων τάξεων, δεν αρκεί η γενικά ανεβασμένη πολιτική δραστηριότητα των μαζών ή η έκφραση της ταξικής πάλης με τις πιο οξυμένες μορφές πάλης. Η πολιτική δραστηριότητα των λαϊκών μαζών με την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και την καθοδήγηση του ΚΚΕ αποκτά προτεραιότητα σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης και όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της είναι αποφασισμένη να ριχτεί στην πάλη για να πάρει στα χέρια της την πολιτική εξουσία, με πρώτη πράξη να καταργήσει την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και να τσακίσει το αστικό κράτος και όχι ν’ αλλάξει κάποιους αστικούς θεσμούς μετασχηματίζοντάς τους σε εργατικούς, σοσιαλιστικούς. Η επικράτησή της βέβαια θα κριθεί από την αποτελεσματική αντιμετώπιση της οργανωμένης αντίδρασης της αστικής τάξης, των μηχανισμών της, από την απόκρουση της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, ζήτημα που θα κριθεί και με όρους προλεταριακού διεθνισμού, εργατικής λαϊκής αλληλεγγύης στον περίγυρό της και σε διεθνές επίπεδο.
Το 9ο και το 10ο Συνέδριο είναι επηρεασμένα από τη γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, στην οποία αποφασιστικά επέδρασε το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Σ’ αυτήν τη βάση προβάλλουν την εκτίμηση ότι έχουν αυξηθεί σε διεθνή κλίμακα οι δυνατότητες του ειρηνικού περάσματος της εξουσίας στις επαναστατικές δυνάμεις σε σύγκριση με το παρελθόν όπως αναφέρεται στη Θέση 64 στη σελίδα 73 των Θέσεων για το 10ο Συνέδριο. Η λογική της θέσης αυτής στηριζόταν στην εκτίμηση ότι ήταν δυνατός ο ειρηνικός δρόμος με απαραίτητη προϋπόθεση τη διαμόρφωση ενός τέτοιου πολιτικού κλίματος και προπαντός την ύπαρξη μιας τέτοιας υπεροχής των λαϊκών επαναστατικών δυνάμεων, που θα παρέλυαν την Αντίδραση, θα την υποχρέωναν να εγκαταλείψει κάθε σκέψη ένοπλης αντίστασης στη θέληση του λαού.
Οπως έχουμε εκτιμήσει, παρά τα όποια γλιστρήματα που κατά καιρούς είχε το Κόμμα μας με δική του ευθύνη και κάτω και από τις επιδράσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αφού ήταν αναπόσπαστο τμήμα του, δεν εξελίχτηκε σ’ ένα διαμορφωμένο οπορτουνιστικό κόμμα, δεν έγινε ποτέ ευρωκομμουνιστικό κόμμα, δεν πέρασε σε εχθρικό στρατόπεδο απέναντι στη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Αν είχε εξελιχτεί σε οπορτουνιστικό κόμμα, θα είχε χάσει τη δυνατότητα της πάλης για την αποκατάσταση του χαρακτήρα και του προγράμματός του. Αυτό το συνειδητοποιήσαμε και το εκτιμήσαμε την περίοδο του 1989-1991.
Ας δούμε λοιπόν τα βαρίδια που παρέμειναν στο Κόμμα μετά από το 1968 και το 1974, όταν το Κόμμα μας κατέκτησε με το σπαθί του τη νομιμότητα. Βαρίδια που παραμένουν κι αναπαράγονται στη συνείδηση, στη μνήμη, στις επιλογές ακόμα και φίλων, οπαδών του Κόμματος, κομμουνιστών για πολλά χρόνια, με απόψεις για ΚΚΕ «κόμμα κυβερνητικό» στις συνθήκες του καπιταλισμού, για συνεργασία γύρω από ένα «μίνιμουμ πρόγραμμα», για διαχωρισμό μεταξύ συνεργασιών τακτικής και συνεργασιών στρατηγικής, για την «ενότητα της Αριστεράς», δηλαδή συνεργασία με τους οπορτουνιστές ή και σοσιαλδημοκράτες. Ζητήματα δηλαδή που δεν τ’ αντιμετωπίσαμε με ολοκληρωμένη ιδεολογικοπολιτική δουλειά με άξονα το Πρόγραμμα του Κόμματος και μετά από το 1991.

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1973-1991

Το 9ο Συνέδριο (1973) διατηρεί τη λογική της στρατηγικής των σταδίων του 8ου Συνεδρίου (1961), λογική που επίσης διατηρείται αλώβητη, με ορισμένες επιμέρους τροποποιήσεις που δεν αλλάζουν την ουσία, και στο 10ο Συνέδριο το 1978. Στην ίδια βάση με ορισμένους εκσυγχρονισμούς διαμορφώνεται η στρατηγική του Κόμματος ως και το 12ο Συνέδριο το 1987, αν και τυπικά δε φαίνονται καθαρά τα δύο στάδια στον όρο «αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό», καθώς προβάλλεται ο όρος ενιαία επαναστατική διαδικασία που αναιρείται με τη λογική της στήριξης κυβερνήσεων στο έδαφος του καπιταλισμού. Το 13ο Συνέδριο το 1991 ήταν συνέδριο της διάσπασης, καταργήθηκε πολύ γρήγορα με το 14ο Συνέδριο το ίδιο έτος και αφού είχε συντελεστεί η διάσπαση του Κόμματος· από την άποψη αυτή, δε χρειάζεται ειδική ενασχόληση στο πλαίσιο του άρθρου.
Στο Πρόγραμμα του 10ου Συνεδρίου αναφέρονται δύο αλληλοσυνδεόμενα μεταξύ τους στάδια επαναστατικών μετασχηματισμών με διακριτές διαφορές μεταξύ τους: Το επαναστατικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό, που ως πολιτικό καθεστώς αποκαλείται δημοκρατία του λαού, και το σοσιαλιστικό. Η δημοκρατία του λαού έχει ως αποστολή της να καταργήσει την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού από τα δεσμά της ξενοκρατίας, να πετύχει -όπως σημειώνει- την πτώση του ενός μετά από το άλλο οχυρού της ολιγαρχίας, μ’ επιστέγασμα τη σοσιαλιστική επανάσταση. Παραδέχεται ότι η δημοκρατία του λαού θα δρα στο έδαφος της κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ενώ η κυβέρνηση θα εθνικοποιήσει ξένα και ντόπια μονοπώλια εθνικής σημασίας, θα περιορίσει τη δράση των υπόλοιπων μονοπωλίων με δημοκρατικό έλεγχο και θα ενισχύσει κοινοπραξίες μικρών βιομηχανικών επιχειρήσεων.
Η αντίληψη για την αναπτυξιακή κατεύθυνση υποτιμούσε κάτι το αδιαμφισβήτητο από τη θεωρία μας και την πείρα, ότι δεν υπάρχει ανάπτυξη χωρίς ταξικό χαρακτήρα, θα είναι καπιταλιστική ή σοσιαλιστική. Επομένως η παραγωγική διαδικασία και η παραγωγική ανασυγκρότηση που υπάρχει στα κομματικά ντοκουμέντα δεν είναι ζήτημα αριθμητικών και στατιστικών δεικτών, εκφράζει παραγωγικές σχέσεις και στην προκειμένη περίπτωση, αφού «πατάει» στο έδαφος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, αφορά την καπιταλιστική ανάπτυξη και μόνο. Το επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων είναι που καθορίζει ότι στην Ελλάδα προ πολλού έχουν διαμορφωθεί οι αντικειμενικοί υλικοί όροι για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και όχι οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ κλπ.
Στο ίδιο Συνέδριο δεν αποκλείεται η πιθανότητα, πριν την έναρξη της επαναστατικής πορείας του πρώτου σταδίου, να υπάρξει ενδιάμεση φάση που εκτιμάται ως τακτικός στόχος, που δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν: Αφορά τη συγκρότηση κυβέρνησης, η επιλογή της οποίας θα καθορίζεται από τα υπεύθυνα καθοδηγητικά όργανα ή άλλο συνέδριο του Κόμματος. Επεξηγούσε ότι η κατάργηση του τακτικού στόχου της «Νέας Δημοκρατίας» ως φάσης μέσα στην επαναστατική διαδικασία του πρώτου σταδίου που ανέφερε το 9ο Συνέδριο, γίνεται όχι γιατί δεν υπήρχε η λογική μιας τέτοιας φάσης, αλλά γιατί εξέλειπε η ανάγκη ανατροπής της Χούντας και γιατί ο όρος «Νέα Δημοκρατία» χρησιμοποιήθηκε από το κόμμα που ίδρυσε ο Κ. Καραμανλής.
Δεν προτεινόταν κάποια συγκεκριμένη μορφή συμπαράταξης των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών πολιτικών δυνάμεων, αλλά τονιζόταν ότι μπορούσε ν’ αξιοποιηθεί η πείρα του Λαϊκού Μετώπου, του ΕΑΜ, της ΕΔΑ και μερικότερων συνεργασιών στην προδικτατορική περίοδο. Πρόκειται στην ουσία για σχήματα πολιτικής συνεργασίας που καταργούν την ιδεολογική και πολιτική αυτοτέλεια του Κόμματος, όπως άλλωστε συνέβη με την περίπτωση της ΕΔΑ και της ίδρυσης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου». Είναι φανερό ότι δεν είχε εκτιμηθεί αντικειμενικά η πείρα της ΕΔΑ και πάνω και σ’ αυτήν την αδυναμία έγινε παρέκκλιση με την ίδρυση του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου».
Το 10ο Συνέδριο το 1978 ξεκαθάριζε ότι η συγκρότηση του μετώπου θα εξαρτιόταν από την εργατική τάξη και από τη στάση της στα αιτήματα των εργαζομένων, επισημαίνοντας ότι οι διαφορές συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζομένων δεν αφορούν θεμελιακά ζητήματα, έχουν προσωρινό μη ανταγωνιστικό χαρακτήρα.
Προσδιορίζονταν ως πολιτικές δυνάμεις που μπορούσαν να ενταχτούν στο μέτωπο της «δημοκρατίας του λαού» το ΠΑΣΟΚ (που το χαρακτηρίζαμε ως μικροαστικό κόμμα), λόγω των τότε αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών συνθημάτων του και της δήλωσής του ότι διαφωνούσε με τη δυτικοευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, επίσης το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας, ενώ για τη συγκρότηση της συμμαχίας γινόταν η εκτίμηση ότι θα έπαιζε ρόλο η ενότητα των αριστερών δυνάμεων, δηλαδή του κόμματος και των οπορτουνιστών, με τον όρο της κατάργησης του τίτλου τους ως «ΚΚΕ εσωτερικού». Πέραν των άλλων, παραγνωριζόταν ότι ο οπορτουνιστικός χαρακτήρας αυτών των δυνάμεων που αποσχίστηκαν από το Κόμμα δεν καθοριζόταν κυρίως από τον τίτλο, αλλά από τη στάση τους απέναντι σε θεμελιακές κομμουνιστικές θέσεις κι αρχές, επομένως κι απέναντι στο Κόμμα. Με αυτήν την έννοια ήταν δύναμη αντικομμουνιστική ύστερα από την απόσχιση, την οποία αξιοποίησαν οι αστικές δυνάμεις για να πλήξουν το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, διαχωρίζοντάς το σε «ανανεωτικό» και «δογματικό». Μάλιστα, ο οργανωμένος οπορτουνισμός ενισχύθηκε παραπέρα από την εργατική αριστοκρατία, τη μικροαστική διανόηση, την κρατική υπαλληλία που αναπτύσσεται στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού. Νέα ενίσχυση του οργανωμένου οπορτουνισμού εκδηλώθηκε από το 2012 λόγω πλήγματος της θέσης αυτών των στρωμάτων.
Παράλληλα με τη συμμαχία των αντιιμπεριαλιστικών και αντιμονοπωλιακών δυνάμεων επιδιωκόταν η συνεργασία και κατά συνέπεια η κυβέρνηση των δημοκρατικών δυνάμεων για την άμεση λύση δημοκρατικών προβλημάτων όπως: Η αντίθεση με το κράτος και παρακράτος της Δεξιάς, η φασιστική δράση, το αυταρχικό καθεστώς, και μια σειρά άλλες πλευρές της ΝΔ. Προτεινόταν συνεργασία για την αφαίρεση της εξουσίας από τη Δεξιά στη βάση ενός προγράμματος που προωθούσε, στο βαθμό που αυτό ήταν δυνατό, την εφαρμογή ανεξάρτητης εθνικής πολιτικής ειρήνης και συνεργασίας με κράτη και λαούς, τη διάλυση του παρακράτους και την αποφασιστική αντιμετώπιση της φασιστικής δράσης, τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας ζωής, τον περιορισμό της ασυδοσίας των μονοπωλίων ντόπιων και ξένων και τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων.
Είναι φανερό ότι δεν είναι δυνατόν αστικές δυνάμεις έστω να εγγυηθούν την πάλη με τον ξένο παράγοντα, την κατάργηση της ασυδοσίας των μονοπωλίων, άλλωστε πουθενά, σε καμία χώρα δε συνέβη κάτι τέτοιο.
Σημειωνόταν ταυτόχρονα ότι η δημοκρατική συνεργασία δεν έπρεπε να υποκαταστήσει το κύριο μέτωπο που ήταν η συμμαχία των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Η λογική ήταν να μην αναβάλλεται ό,τι μπορούσε ο λαός να κερδίσει στο πλαίσιο του αστικού καθεστώτος, δηλαδή κέρδη αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα, θέση που τελικά παραπέμπει στην άποψη ότι το εργατικό κίνημα και οι σύμμαχοί του οφείλουν ν’ αναλάβουν κυβερνητική ευθύνη στο έδαφος του καπιταλισμού για την επίλυση προβλημάτων που η ίδια η αστική τάξη είχε κάποτε στις σημαίες της και τ’ απέβαλε, αντιδραστικοποιήθηκε μόλις έγινε κυρίαρχη τάξη.
Το γεγονός ότι σε πολλές χώρες, αν όχι παντού ή σχεδόν παντού, έκανε συμβιβασμούς με την απερχόμενη κυρίαρχη τάξη του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής ή ενέταξε προγενέστερους θεσμούς όπως η βασιλεία στο αστικό πολιτικό σύστημα, εξηγείται και μόνο από ένα αντικειμενικό στοιχείο: Η αστική επανάσταση οδήγησε πάλι σ’ εκμεταλλευτικό σύστημα (το τελευταίο), επομένως εξηγούνται τόσο οι συμβιβασμοί όσο και η διατήρηση σε αρκετά νέα καπιταλιστικά κράτη υπολειμμάτων προγενέστερων τρόπων παραγωγής, χωρίς βεβαίως αυτοί να παίζουν καθοριστικό ρόλο στην καπιταλιστική ανάπτυξη. Αντίθετα με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που ως νέος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, ο σοσιαλισμός δεν αναπτύσσεται στους κόλπους της καπιταλιστικής οικονομίας. Η βάση του δημιουργείται για πρώτη φορά στις συνθήκες της επαναστατικής εργατικής, της σοσιαλιστικής εξουσίας. Το αστικό κράτος δε μετασχηματίζεται σε σοσιαλιστικό, ανατρέπεται και τσακίζεται, στη θέση του διαμορφώνεται εξαρχής το εποικοδόμημα του σοσιαλισμού, τα όργανα της εργατικής εξουσίας με βάση την παραγωγική μονάδα, τον κλάδο, την επικράτεια, με άμεση κι έμμεση αντιπροσωπευτική εκλογή από τα κάτω προς τα πάνω, όπως συγκεκριμένα περιλαμβάνει το Πρόγραμμα του Κόμματος που επεξεργάστηκε το 19ο Συνέδριο (Απρίλης 2013).
Στην Ελλάδα για μια σειρά λόγους, που ξεφεύγουν από το θέμα του παρόντος κειμένου, καθυστέρησαν ορισμένοι αστικοί εκσυγχρονισμοί που προχώρησαν στην καπιταλιστική Ευρώπη, ιδιαίτερα στο δυτικό και βόρειο τμήμα της. Δεν αποτελεί όμως το γεγονός αυτό ζήτημα για πολιτική συνεργασία, για κυβερνητικό πρόγραμμα γύρω από αστικοδημοκρατικά αιτήματα κι αστικούς εκσυγχρονισμούς που καθυστέρησαν στην Ελλάδα. Είναι άλλο θέμα, ζητήματα που έχουν σχέση με την αντιμετώπιση του αυταρχισμού, νόμων που δεν επιτρέπουν ή βάζουν τεράστια εμπόδια στις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας να γίνονται στόχοι πάλης στο επίπεδο του κινήματος, και άλλο θέμα το κίνημα να βάζει μπροστά του ένα φράγμα στην αντιμονοπωλιακή-αντικαπιταλιστική συσπείρωση, δίνοντας προτεραιότητα στην υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και μάλιστα ως ζήτημα κυβερνητικής συνεργασίας. Αλλωστε η αστική τάξη, ανάλογα με τις ανάγκες της και την πρόοδο της ταξικής πάλης, χρησιμοποιεί και τις δύο τακτικές: Εκείνη του «καρότου» κι εκείνη του «μαστίγιου».
Πριν το 11ο Συνέδριο και συγκεκριμένα το 1980, στη βάση του Προγράμματος του 10ου Συνεδρίου, το ΚΚΕ έθεσε το στόχο οι εκλογές να οδηγήσουν στην απομάκρυνση της Δεξιάς από την κυβερνητική εξουσία, την ανάδειξη δημοκρατικής κυβέρνησης για την προώθηση του προγράμματος της «πραγματικής αλλαγής», που κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορούσε να γίνει φάση περάσματος στους αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς μετασχηματισμούς της δημοκρατίας του λαού, στην ενιαία επαναστατική διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό.
Το Κόμμα έκανε κριτική στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με κριτήριο τους στόχους αλλαγής, ενώ ταυτόχρονα το έκρινε γιατί δεν ήθελε τη συνεργασία με το ΚΚΕ στο κυβερνητικό επίπεδο και την σαμπόταρε στο μαζικό κίνημα. Εγκαλούσε το ΠΑΣΟΚ για το ότι ως κυβέρνηση πολιτευόταν με μέτρα που δεν έφευγαν από την πολιτική εκσυγχρονισμένης διαχείρισης του συστήματος, αναζητούσε ανοχή στην πολιτική του από τμήματα της αστικής τάξης, ακολουθούσε γενικά τις μεταρρυθμίσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Η βασική επιλογή του Κόμματος ήταν ανάπτυξη του κινήματος, η προώθηση συνεργασίας προοδευτικών δυνάμεων, η αντιμετώπιση ρεφορμιστικών τάσεων ώστε να προωθούνταν δημοκρατικές κατακτήσεις, ν’ αφαιρούνταν θέσεις - στηρίγματα της Δεξιάς και να εξουδετερώνονταν τάσεις πισωγυρίσματος, δηλαδή η επιστροφή της ΝΔ στην κυβέρνηση, η επιστροφή του λεγόμενου καθεστώτος της Δεξιάς. Η εθνική ανεξαρτησία, η αντιμονοπωλιακή ανάπτυξη, ο ουσιαστικός εκδημοκρατισμός αναφέρονταν ως βασικά χαρακτηριστικά της κυβέρνησης της «πραγματικής αλλαγής».
Επίσης αναφέρονταν ως στοιχείο της αντιμονοπωλιακής ανάπτυξης του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού η κατάργηση προνομιακών νόμων για τα ξένα και ντόπια μονοπώλια, μ’ εγκαθίδρυση καθεστώτος ελέγχου των τιμών, προγράμματος εθνικοποιήσεων, διεύρυνσης του δημόσιου τομέα με νέες παραγωγικές επενδύσεις, εξυγίανσης του δημόσιου τομέα, ενίσχυσης δημοτικών και συνεταιριστικών επιχειρήσεων, αυστηρών ελέγχων σε εκροές - εισροές, αποδέσμευση από την ΕΟΚ.
Στο 12ο Συνέδριο (1987) κεντρικό ζήτημα αποτελούν οι δύο δρόμοι ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας: Ο δρόμος της παράδοσης στις αυθόρμητες δυνάμεις της καπιταλιστικής αγοράς και της προσαρμογής στις απαιτήσεις του ξένου κεφαλαίου και των υπερεθνικών οργάνων της ΕΟΚ ή η «ανάπτυξη νέου τύπου» με την αμετάκλητη ρήξη του καθεστώτος της εξάρτησης και της μονοπωλιακής ασυδοσίας.
Στη βάση αυτή αναδιατυπώνεται το Πρόγραμμα του Κόμματος, αν και το 12ο δεν ήταν προγραμματικό, ως «αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό», επισημαίνοντας ότι βαθαίνει ο αντιιμπεριαλιστικός αντιμονοπωλιακός της χαρακτήρας. Επαναλαμβανόταν ότι η αλλαγή μπορεί να τύχει της συγκατάθεσης ή της ουδετερότητας των μη μονοπωλιακών αστικών τμημάτων.
Εθετε ως προϋπόθεση την οικοδόμηση ενός συνασπισμού των αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων στη βάση ενός κοινού προγράμματος. Η νέα λαϊκή πλειοψηφία θ’ αναδείκνυε την κυβέρνηση της αλλαγής.
Στα ντοκουμέντα του Συνεδρίου (σελίδα 44-45) αναφέρεται ότι η «αλλαγή δεν αποτελεί μια νομοτέλεια για το πέρασμα στην επαναστατική διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό. [...] Δίνει όμως άμεση πολιτική απάντηση στις αγωνίες και τους πόθους του λαού, προσφέρει την εναλλακτική λύση ενάντια στο δικομματισμό, διευκολύνει την παραπέρα συσπείρωση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της ίδιας της αλλαγής και του σοσιαλισμού. Μπορεί να αποτελέσει το πέρασμα στην ενιαία επαναστατική διαδικασία μετάβασης στο σοσιαλισμό. [...] Ο αγώνας των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της αλλαγής, με μοχλό την κυβέρνηση της Αριστεράς, πρέπει να κατευθύνεται στην κατάκτηση του συνόλου της εξουσίας από τις αντιιμπεριαλιστικές, αντιμονοπωλιακές δυνάμεις, δηλαδή της εξουσίας της Δημοκρατίας του Λαού, πρώτου σταδίου της επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης στο σοσιαλισμό».
Το πρόγραμμα της αλλαγής, όπως χαρακτηριστικά δηλωνόταν, «κινείται σε αντίθεση με τον εξαρτημένο ΚΜΚ, προωθεί μια εθνικά ανεξάρτητη θέση της Ελλάδας στο σύγχρονο κόσμο, ξεκινά τη δημιουργία νέων θεσμών σε βασικούς τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, δημόσιας ζωής με κριτήριο να βρίσκονται σε ανταγωνιστική αντίθεση με τη μονοπωλιακή ολιγαρχία, τον ιμπεριαλισμό, να προωθούν την κοινωνική και πολιτική αποδυνάμωσή τους, να διευκολύνουν την ουδετερότητα και την προσέλκυση δυνάμεων του μη μονοπωλιακού επιχειρηματικού κόσμου».
Η «ανάπτυξη νέου τύπου» που θα υλοποιούσε ως κατεύθυνση η κυβέρνηση της αλλαγής, σύμφωνα με το 12ο Συνέδριο, είναι στην ίδια κατεύθυνση με τα προηγούμενα συνέδρια, με ορισμένους εκσυγχρονισμούς και περισσότερες λεπτομέρειες. Για πρώτη φορά προβάλλεται στην προσυνεδριακή συζήτηση το ΚΚΕ ως κόμμα διακυβέρνησης στις συνθήκες του καπιταλισμού. Αναφέρεται ότι οι λύσεις προς όφελος του λαού, για να είναι βιώσιμες, πρέπει να εντάσσονται σ’ ένα μακρόχρονο αναπτυξιακό πρόγραμμα, σε ανταγωνιστική αντίθεση με τα κριτήρια και τη λογική του εξαρτημένου κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού με κύριο μοχλό το δημόσιο τομέα, με δημοκρατικό αντιμονοπωλιακό εκσυγχρονισμό του πιστωτικού συστήματος και των άλλων οικονομικών μηχανισμών του κράτους στο πλαίσιο του δημοκρατικού προγραμματισμού, δηλαδή ο μοχλός είναι οι μεταρρυθμίσεις στο αστικό κράτος με αιχμή το δημόσιο τομέα, δηλαδή τον κρατικό καπιταλιστικό τομέα.
Η πρόταση του ΚΚΕ για συνεργασία και κυβέρνηση της Αριστεράς απευθυνόταν με κάλεσμα για τη δημιουργία κοινού μετώπου με αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις που βρίσκονταν ακόμα στο χώρο επιρροής του ΠΑΣΟΚ, που ήταν δικό τους ζήτημα να βρουν δικό τους τρόπο πολιτικής έκφρασης (όπως αναφέρεται στη σελίδα 47 των ντοκουμέντων), με πολιτικές δυνάμεις και κινήσεις που προήλθαν από το χώρο του ΠΑΣΟΚ, ενώ θα παρακολουθούσε τις εξελίξεις και στον υπόλοιπο χώρο της Αριστεράς και της προόδου. Εκφραζόταν η κατανόηση στο γεγονός ότι μια σειρά δυνάμεις έριχναν το βάρος των προσπαθειών τους στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας τους (είναι η περίοδος που ο οπορτουνισμός με τον τίτλο «ΚΚΕ εσωτερικού» ξεκινά με διαπάλη εσωτερικό διάλογο στο ερώτημα αν έπρεπε να αποκομμουνιστικοποιηθεί ο τίτλος του ή να παραμείνει, ανάλογα ποια τακτική και μέθοδος βόλευε να παίζει το ρόλο του αναχώματος ή του συνεταίρου στο ΚΚΕ, ή να πλαγιοκοπούσε τους απογοητευμένους της αλλαγής του ΠΑΣΟΚ κλπ.).
Το 12ο Συνέδριο άφηνε ανοιχτό με ποιες δυνάμεις από το χώρο του οπορτουνισμού μπορούσε να γίνει συνεργασία, ανάλογα με τις τότε εξελίξεις γύρω από τον τίτλο του «ΚΚΕ εσωτερικού».
Η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Μάη του 1988, ένα χρόνο μετά από το 12ο Συνέδριο, υπογράμμιζε (σελίδα 106 της έκδοσης «Από το 12ο ως το 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ») ότι το Κόμμα έπρεπε «να βάλει στο κέντρο της τακτικής του την ανάγκη ν’ αποκλειστούν οι αυτοδύναμες λύσεις τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, να έχει στόχο του ν’ αναδειχτεί πιο ισχυρό το ΚΚΕ και, ευρύτερα, πιο ισχυρή συνασπισμένη Αριστερά». Αναφερόταν στην ίδια Ολομέλεια ότι «ένα ισχυρό ΚΚΕ και μια συνασπισμένη Αριστερά αποτελούν τη μόνη διέξοδο για τα συμφέροντα του λαού και της χώρας και ως δύναμη μάχης και ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης και ως δύναμη που μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση, στη βάση προγράμματος, ακόμα και κυβερνητικών λύσεων, που θα ξεπερνάνε τα πλαίσια του δικομματισμού».
Η απόφαση της Ολομέλειας της ΚΕ του Δεκέμβρη του 1988 επικύρωσε το πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ, το εκτίμησε ως μια πρώτη προσέγγιση ανάμεσα στα δύο κόμματα σε βασικά θέματα, με συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Εκτιμούσε ότι μπορούσε να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας προγραμματικής διακήρυξης των δυνάμεων της Αριστεράς και της προόδου, που θα έβαζε τις βάσεις ενός συνασπισμού μακράς πνοής, αποτελούσε επίσης κείμενο προετοιμασίας του εκλογικού προγράμματος, με τη συμβολή των απόψεων και των ιδεών όλων των δυνάμεων που θα έπαιρναν μέρος σ’ αυτόν (σελίδα 147 των ντοκουμέντων «Από το 12ο στο 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ»).
Σημειωνόταν επίσης ότι το κοινό πόρισμα της ομάδας εργασίας ΚΚΕ-ΕΑΡ διέρρευσε από την επιτροπή που το επεξεργαζόταν πριν να έλθει στο ΠΓ και στη συνέχεια στην ΚΕ για συζήτηση κι απόφαση. Αποτελεί και αυτό ένα δείγμα, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, για το πώς οι οπορτουνιστές μέσα κι έξω από το Κόμμα προσπαθούσαν να το φέρουν προ τετελεσμένων γεγονότων. Δεν είναι βέβαια ζήτημα του παρόντος κειμένου η συζήτηση για τα γενικά και ειδικά προβλήματα που συνδέθηκαν και με τη διαδικασία συγκρότησης του «Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου».
Κάτω από το παραπάνω πρίσμα, στις εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-1991 το Κόμμα δεν κατέβηκε αυτοτελώς στις εκλογές, αλλά ως «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου»· πήρε μάλιστα στην πλάτη του την ευθύνη να πριμοδοτήσει και βουλευτές που ανήκαν στις άλλες δυνάμεις του φορέα, πριν απ’ όλα της οπορτουνιστικής ΕΑΡ ή πρώην «ΚΚΕ εσωτερικού». Στο ίδιο πλαίσιο έγινε ενιαία κοινοβουλευτική ομάδα, αναστάλθηκε μέρος της δραστηριότητας της ΚΝΕ, όπως το Φεστιβάλ, που διοργανώθηκε ως του «Συνασπισμού».
Το 1989 το ΚΚΕ, με απόφαση της ΚΕ και του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ, προχώρησε στη συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας μεταβατικής-υπηρεσιακής και όχι κανονικής προγραμματικής, αρχικά με τη ΝΔ και στη συνέχεια και με τη συμμετοχή του ΠΑΣΟΚ. Οι λόγοι σχηματισμού της πρώτης κυβέρνησης, με τη ΝΔ, είναι γνωστοί, να κερδηθεί ο απαιτούμενος χρόνος μέχρι τις επόμενες εκλογές ώστε να μην παραγραφεί το σκάνδαλο Κοσκωτά, το οποίο από σκοπιμότητα, πριν απ’ όλα από την πλευρά της ΝΔ, μετατράπηκε σε μείζον πολιτικό πρόβλημα ώστε να διευκολυνθεί η επιστροφή της στη διακυβέρνηση ύστερα από 8 χρόνια ΠΑΣΟΚικής θητείας. Η δεύτερη κυβέρνηση με τη συμμετοχή και του ΠΑΣΟΚ έγινε με στόχο ν’ αποκλειστούν οι αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις σε μια περίοδο που το πρώτο κόμμα δεν είχε την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να διαμορφώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Δεν είναι της πρόθεσης του κειμένου να προχωρήσει σε μια πιο λεπτομερειακή ανάλυση της περιόδου εκείνης, που σίγουρα η επιλογή της συγκυβέρνησης όξυνε την κρίση που υπέβοσκε στο Κόμμα και η οποία με ευθύνη των δεξιών κι «αριστερών» οπορτουνιστών είχε μεταφερθεί μελετημένα και μέσα στην ΚΝΕ. Και οι δύο ομαδοποιήσεις, που δρούσαν καθαρά ως φράξιες, αλληλεπικαλύπτονταν και αλληλοσυνεργάζονταν, δεν ασκούσε κριτική η μια στην άλλη, ενώ εμφανίζονταν με εκ διαμέτρου διαφορετικές απόψεις. Στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο: Είχαν πλήρη σύμπνοια μεταξύ τους όσον αφορά την πολεμική κατά της πλειοψηφίας της ΚΕ με στόχο την αλλοίωση του επαναστατικού χαρακτήρα του Κόμματος, την ανοιχτή απομάκρυνσή του από το μαρξισμό-λενινισμό.
Δε θα σταθούμε επίσης στη στάση των περίφημων συμμάχων των οπορτουνιστών στο πλαίσιο του τότε ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ που, μόλις ξέσπασε ανοιχτά η κρίση στο Κόμμα, έπαιρναν αποστάσεις -οι περισσότεροι- στο σχηματισμό των δύο κυβερνήσεων για να στριμώξουν το Κόμμα στη γωνία και ν’ ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με το ΠΑΣΟΚ.

ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ

1. Η συμμετοχή και στήριξη των δύο κυβερνήσεων του 1989-1990 από τυπική πλευρά δεν αποτελεί παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος, δεδομένου ότι στη γενικότητά της ήταν ενταγμένη στη λογική συνεργασίας και με αστικές πολιτικές δυνάμεις. Εκφραζόταν ακόμα και η αντίληψη ότι, όταν το αστικό πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να εξασφαλίσει σταθερή αστική κυβέρνηση κι επομένως εμφανίζεται ένα είδος αστάθειας, που έχουν διαπαιδαγωγήσει το λαό να την φοβάται αντί να την αξιοποιεί, τότε δεν είναι θέμα αρχής το Κόμμα να μετέχει ή να στηρίζει κυβέρνηση για τη σταθεροποίηση, που θα εξασφάλιζε βελτίωση της θέσης του.
Για πολλά χρόνια μετά από το 1974, κεντρικό πολιτικό αίτημα αποτέλεσε η διεκδίκηση της απλής αναλογικής όχι μόνο ως εκλογικό σύστημα που εξισώνει για όλα τα κόμματα τις προϋποθέσεις για την εκλογή βουλευτή, αλλά και ως σύστημα που μπορούσε να στερήσει από την αστική τάξη τη δυνατότητα μονοκομματικής κυβέρνησης, ως κλειδί για πολιτική συνεργασία, για την ανάδειξη του ΚΚΕ σε ρυθμιστή στο σχηματισμό κυβέρνησης.
2. Η συμμετοχή του Κόμματος σε τέτοιες κυβερνήσεις φούντωσε μέσα στο Κόμμα τον οπορτουνισμό, που σήκωσε ανοιχτά κεφάλι μ’ επικεφαλής μέλη της ΚΕ και τον τότε ΓΓ της ΚΕ Γρηγόρη Φαράκο.
3. Ως επακόλουθο των αναλύσεών μας για το τι πραγματικά σήμαινε κρίση του πολιτικού συστήματος (που βεβαίως δεν ταυτίζεται με αδυναμία για ένα διάστημα να εξασφαλίσει σταθερή κυβέρνηση) ήταν η εκτίμηση ότι το σκάνδαλο Κοσκωτά και η διάψευση ελπίδων από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ μπορούσε να οδηγήσει στη μεγάλη αποδυνάμωσή του κι έτσι ν’ απελευθερωθούν οι εργατικές λαϊκές δυνάμεις που ήταν εγκλωβισμένες, να δυναμώσει ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ πολιτικά και κοινοβουλευτικά ή να σχηματιστεί μια νέα αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή σοσιαλδημοκρατία που θα ευνοούσε τη συνεργασία και νέο κυβερνητικό συνασπισμό στο πλαίσιο του αστικού κράτους, στο έδαφος του καπιταλισμού. Να έσπαγε δηλαδή η συσκευασία που έκλεινε μέσα το «καλό» και το «κακό» ΠΑΣΟΚ. Η άποψη για την «καλή» και «κακή» σοσιαλδημοκρατία κυριαρχούσε σε όλο τον 20ό αιώνα, σε πείσμα των πραγματικών εξελίξεων και των χιλιάδων αποδείξεων από την εποχή ακόμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κυρίως από το διάστημα του Μεσοπόλεμου.
4. Η αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος μπορεί να συντελείται σταδιακά ή και με γρήγορους ρυθμούς ανάλογα με την όξυνση των εσωτερικών αντιφάσεών του και την αντανάκλασή της στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο και σ’ επίπεδο διακρατικών συμμαχιών. Βέβαια πρόκειται για διαδικασία που επιδρά στις διαθέσεις της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, στην πρόοδο της πολιτικής συνειδητοποίησης, τον απεγκλωβισμό σε κάποια έκταση και βάθος από τη στρατηγική της καπιταλιστικής ανάπτυξης, και όχι γενικά γιατί υπάρχει δυσαρέσκεια εξαιτίας οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων σε θέματα ηθικής, δημοκρατίας, διαχείρισης απέναντι στα αστικά κόμματα.
Οι εξελίξεις κατά το 2012, συμπεριλαμβανομένων και των εκλογών, προσφέρουν ισχυρή απόδειξη για το γεγονός ότι η κρίση για μεγάλα αστικά κυβερνητικά κόμματα δεν ταυτίζεται με την πραγματική αστική πολιτική κρίση. Ουσιαστική αποδυνάμωση του αστικού πολιτικού συστήματος δεν υπήρξε, όπως προέκυψε και από τις εκλογές του Ιούνη, όπου η παλιά διαχωριστική γραμμή «Δεξιά-αντιΔεξιά» πήρε τη μορφή «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο».
Τα επίσημα κόμματα της αστικής τάξης καταποντίστηκαν -ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- κι όμως το αστικό πολιτικό σύστημα, όσο κι αν δεν μπορεί να διαχειρίζεται τη λαϊκή δυσαρέσκεια με την ίδια ευκολία, όσο κι αν δεν μπορεί να υπηρετείται από μονοκομματικές κυβερνήσεις, έχει σημαντικές εφεδρείες, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζουσα θέση κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ.
 

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ ΑΠΟ ΤΟ 1991

Το 14ο Συνέδριο αποτελεί τομή με την έννοια ότι προετοίμασε ιδεολογικά και πολιτικά την πορεία επαναστατικής ανασυγκρότησης του ΚΚΕ, κυρίως προετοίμασε τα επόμενα χρόνια το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου. Το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και συστηματικής μελέτης των εξελίξεων, στη βάση των επεξεργασιών εκτίμησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, της μελέτης της ιστορίας του Κόμματος, δηλαδή της στρατηγικής του την περίοδο 1949-1968, αντικαταστάθηκε με νέο Πρόγραμμα στο 19ο Συνέδριο.
Στο 15ο Συνέδριο το 1996 έμεινε ως παλιό, ανεδαφικό, αποπροσανατολιστικό αποτύπωμα στο νέο τότε Πρόγραμμα του Κόμματος μια φράση που συνιστούσε εκτίμηση πιθανότητας ανάδειξης, μέσω κοινοβουλίου, κυβέρνησης αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών κοινωνικών δυνάμεων που, κάτω από προϋποθέσεις και στο βαθμό που έπαιρνε ριζικά μέτρα, μπορεί ν’ άνοιγε την επαναστατική διαδικασία. Στο Πρόγραμμα δεν ήταν σαφής (ως συνέπεια του επιπέδου της ωριμότητας, άρα και της ικανότητας ν’ απαλλαγούμε από λαθεμένες κληρονομημένες αντιλήψεις) η σχέση του Κόμματος με το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο, η στάση του Κόμματος απέναντι στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης που θα εξέφραζε συμφέροντα αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Δεν υπήρχε ρητή αναφορά ότι το ΚΚΕ δεν έχει θέση σε καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, ζήτημα που ξεκαθάρισε το 19ο Συνέδριο και ως αποτέλεσμα μελέτης της πείρας του 20ού αιώνα, τόσο του Κόμματος όσο και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Με το τότε επίσης επίπεδο ωρίμανσης του Κόμματος, αλλά και τις περιορισμένες από τα ίδια τα πράγματα τότε δυνατότητες επεξεργασιών, οι προγραμματικές κατευθύνσεις αποτελούσαν περισσότερο μέτωπα πάλης και λιγότερο συνεκτικό και συμπυκνωμένο πρόγραμμα.
Το 15ο Συνέδριο ξεκαθάριζε ότι η συμμαχία δε συμπεριλαμβάνει όλα τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, ούτε βεβαίως τμήματα της αστικής τάξης. Οι ελλείψεις στο Πρόγραμμα του Κόμματος, ορισμένες αμφισημίες δεν μπορεί να υποσκελίσουν τη μεγάλη σημασία του Προγράμματος του 15ου, που έλυσε το πιο βασικό ζήτημα, την κατάργηση των σταδίων, το σαφή προσδιορισμό του χαρακτήρα της επανάστασης ως σοσιαλιστικού, ζήτημα που δεν εξαρτάται από το συσχετισμό δυνάμεων, αλλά το χαρακτήρα της εποχής.
Εχει ενδιαφέρον για το ζήτημα που διαπραγματεύεται το άρθρο αυτό ένα σημείο των Θέσεων της ΚΕ για το 14ο Συνέδριο, στη Θέση 38, στο οποίο δινόταν μια πλευρά στο ερώτημα: Αν η ένταση της κρίσης θα ήταν μικρότερη σε σύγκριση με την έκταση και το βάθος που πήρε. Συγκεκριμένα αναφερόταν:
«Η ένταση και έκταση της κρίσης στο Κόμμα θα ήταν πολύ μικρότερη αν η προηγούμενη ΚΕ εξασφάλιζε τη σωστή προετοιμασία του 13ου Συνεδρίου και διαμόρφωνε όρους συζήτησης των διαφορετικών απόψεων, στην ουσία διαφορών, με βάση τις αρχές και τους κανόνες λειτουργίας του Κόμματος [...] Η προσπάθεια που έκανε η πλειοψηφία της ΚΕ να συντεθούν οι διαφορετικές απόψεις ξεκινούσε από τη θέληση να αποτραπεί η ρήξη και διάσπαση. Η όλη μετασυνεδριακή πορεία απόδειξε ότι η σύνθεση μπορεί να γίνει μόνο στο βαθμό που υπάρχει κοινή ιδεολογική αφετηρία, ενιαία ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική δομή. Οι διαφορές όμως ήταν βαθύτατες και σε τελευταία ανάλυση αφορούσαν την αναγκαιότητα ύπαρξης Κομμουνιστικού Κόμματος και κομμουνιστικού κινήματος στην εποχή μας. Γι’ αυτό και η κρίση δεν μπόρεσε να αποφευχθεί».
Εξάγεται λοιπόν ένα πολύτιμο, στην ουσία αυτονόητο συμπέρασμα: Σε περιόδους που για διάφορους λόγους ο οπορτουνισμός απειλεί το Κόμμα από τα μέσα ή δυσκολεύει ακόμα την αποτελεσματικότητά του, διαβρώνει την ιδεολογικοπολιτική του ενότητα, η ΚΕ έχει την ευθύνη να θέσει μπροστά στα μέλη του Κόμματος τις διαφορές και τα μέλη του Κόμματος μετά λόγου γνώσης κι ευθύνης να δώσουν λύση από τα κάτω προς τα πάνω. Σύνθεση διαφορών σε ιδεολογικό και προγραμματικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει, και, αν γίνει, τότε το Κόμμα μετατρέπεται σε οπορτουνιστικό και μόνο, γιατί εκφράζει συμβιβασμό ανάμεσα σε αντιδιαμετρικές απόψεις. Η λεγόμενη «ενότητα μέσ’ από τη διαφορετικότητα», η σύνθεση διαφορετικών απόψεων σε θέματα ιδεολογίας και προγράμματος, στο όνομα να μη γίνει διάσπαση, λειτουργεί ως ο πιο ασφαλής δρόμος για τη μετάλλαξη του Κόμματος ή για την αυτοπεριθωριοποίησή του, ακόμα και την αυτοδιάλυση που την γνωρίσαμε ως εξέλιξη σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα μετά από το 1991.
Το ΚΚΕ μετά από το 19ο Συνέδριο είναι πιο δυνατό γιατί διαθέτει επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική που είναι προϊόν και της καθοδηγητικής μας κοσμοθεωρίας, του μαρξισμού-λενινισμού, αλλά και της συστηματικής μελέτης των εξελίξεων που συμβάλλουν στην ανάπτυξή της. Είναι πιο δυνατό γιατί είναι στην πρώτη γραμμή της συσπείρωσης και πάλης στα καθημερινά οξυμένα προβλήματα των εργαζομένων, γιατί με ουσιαστικό τρόπο παλεύει τη στρατηγική με τακτική ευέλικτη, αλλά και με συνείδηση ότι τα όρια της ευελιξίας της προσδιορίζονται από τη στρατηγική.
Ο,τι κατάφερε το Κόμμα από το 1991, χρονιά της κρίσης και ολοκλήρωσης της νίκης της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ, οφείλεται στο γεγονός ότι πάντα ήταν στενά δεμένο με την πάλη της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, ότι πάλεψε σθεναρά άλλοτε μ’ επιτυχία, άλλοτε με λάθη και αντιφάσεις τον οπορτουνισμό, ότι δε μετατράπηκε σε οπορτουνιστικό κόμμα, ότι είχε και έχει το σθένος να μελετάει κριτικά κι αυτοκριτικά την πορεία του, ν’ αναγνωρίζει λάθη και αδυναμίες δημόσια. Από την άποψη αυτή αξίζει να επαναλάβουμε την τελευταία φράση στην εισαγωγή του Β΄ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος: «Ασπίδα του Κόμματός μας είναι η ίδια η εργατική τάξη, οι πρωτοπόροι νέοι και νέες εργατικής και λαϊκής καταγωγής, οι συνειδητοί επιστήμονες και επιστημόνισσες, γιατί επιστήμη είναι αλήθεια, γιατί αλήθεια για την κοινωνική πρόοδο σημαίνει σοσιαλιστική κομμουνιστική προοπτική»4.

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 15.
2. Αναλυτικότερα για το συγκεκριμένο θέμα γίνεται λόγος στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 117-123.
3. Αναλυτικότερα στο «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 145-150.


4. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β΄, 1949-1968», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011, σελ. 30.

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ Μετέφερε στη Βουλή τις ... ανησυχίες του κεφαλαίου

ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ
Μετέφερε στη Βουλή τις ... ανησυχίες του κεφαλαίου


Οι ...προτεραιότητες της εγχώριας αστικής τάξης αποτυπώθηκαν ανάγλυφες στην ομιλία του αρχηγού της ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης Χρυσής Αυγής, Ν. Μιχαλολιάκου, την περασμένη Τετάρτη, στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης. Η κριτική του Ν. Μιχαλολιάκου δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την οργάνωση - μαντρόσκυλο της εργοδοσίας να αναφερθεί συγκεκριμένα στα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων, ούτε στη φοροεπιδρομή σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων, πέρα από κάτι γενικόλογα για το λαό που υποφέρει και για το «καλάθι της νοικοκυράς».
Αντίθετα, δείχνοντας ότι η ΧΑ είναι γνήσιο κόμμα του κεφαλαίου - άλλωστε έχει αποδείξει ότι μπορεί και να «σπάσει κεφάλια» για τα συμφέροντα των αφεντικών του - εξέφρασε την ...ανησυχία του στο πώς θα διαχειριστεί η κυβέρνηση το χρέος, δηλαδή αν θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαραίτητη ρευστότητα στους επιχειρηματικούς ομίλους συνεχίζοντας να ματώνει το λαό, αν θα μπορέσει να «θέσει σε ισχύ» τους εφαρμοστικούς νόμους που θα φέρει για να αποφευχθεί ο ...κίνδυνος του grexit, να διαμορφώσει τη «φορολογική σταθερότητα» που έχει ανάγκη το κεφάλαιο και πάει λέγοντας.
***
Συγκεκριμένα, η κριτική του αρχηγού της ναζιστικής οργάνωσης επικεντρώθηκε στα εξής: «Είπε ο κύριος πρωθυπουργός ότι στο τέλος της τετραετίας θα έχουμε οριστική έξοδο από την κρίση. Αυτό είναι αδύνατον να επιτευχθεί με τη γλώσσα των αριθμών, εκτός εάν καταγγελθεί το χρέος, αν καταγγελθεί και όχι εάν απομειωθεί». «Είπε επίσης ότι έχουμε εξασφαλίσει ότι η χώρα διέφυγε από τον κίνδυνο του grexit. Μακάρι να έχει δίκιο. Αυτό θα το δούμε στη συνέχεια, εάν ισχύει ή όχι και εάν μπορέσουν να ισχύσουν αυτά τα οποία θα προτείνετε και θα εφαρμόσετε ως νόμους». Πέρα από το γεγονός ότι πάνε περίπατο τα περί ...«εθνικού νομίσματος» που διατυμπάνιζε η ΧΑ, τώρα ο αρχηγός της εκφράζει και την ανησυχία της αστικής τάξης μήπως και η κυβέρνηση δεν καταφέρει να εφαρμόσει τα αντιλαϊκά της μέτρα, όπως αυτά προβλέπονται από το μνημόνιο που κατά τ' άλλα η ΧΑ ...καταγγέλλει.
«Ο κύριος πρωθυπουργός - συνέχισε ο Ν. Μιχαλολιάκος - μίλησε για πρόσβαση στις αγορές. Τα ίδια έλεγε και ο κ. Σαμαράς» αλλά, κατά τον Μιχαλολιάκο, δεν τα κατάφερε.
***
Ο αρχηγός του ναζιστικού μορφώματος μετέφερε ξεκάθαρη την αξίωση των επιχειρηματικών ομίλων και για το φορολογικό σύστημα. Είπε χαρακτηριστικά ότι ο πρωθυπουργός «μίλησε για φορολογικό σύστημα. Και είναι παράξενο να μιλάει για φορολογικό σύστημα την ίδια στιγμή που αλλάζει το φορολογικό σύστημα, ενώ είναι προαπαιτούμενο για μια ανάπτυξη της οικονομίας να υπάρχει ένα σταθερό φορολογικό σύστημα». Το «σταθερό φορολογικό σύστημα» για τη ΧΑ - όπως έχει ξεκαθαριστεί από τον Ν. Μιχαλολιάκο σε προηγούμενες δηλώσεις του, αλλά και τον εκπρόσωπο Τύπου της ΧΑ, Ηλ. Κασιδιάρη - σημαίνει φορολογική αμνηστία «στους Ελληνες του εξωτερικού που είναι πάρα πολύ πλούσιοι» για να «φέρουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα να επενδύσουν» και μείωση στο μισό των φορολογικών συντελεστών των επιχειρηματικών ομίλων για 50 χρόνια...
***
Πρόσθεσε πως η ΧΑ θα περιμένει να δει αν η κυβέρνηση θα υλοποιήσει τη δέσμευσή της «για δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα. Πότε θα τη δούμε αυτή την τράπεζα, η οποία θα ανήκει πραγματικά στο ελληνικό έθνος και θα βοηθήσει στην ανάπτυξη του ελληνικού λαού; Επιτέλους, είναι ένα πράγμα άμεσης προτεραιότητος στο οποίο πρέπει να προχωρήσει η κυβέρνηση». Είναι σαφές ότι με τα περί «ανάπτυξης του ελληνικού λαού» ο Ν. Μιχαλολιάκος εννοεί τα συμφέροντα και την εξασφάλιση ρευστού για τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Α. Ζ.

Στρατηγική σύμπλευση

Στρατηγική σύμπλευση


Οι τρεις μέρες της συζήτησης στη Βουλή επί των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης έδωσαν πολλά διδάγματα και χρήσιμα συμπεράσματα. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε το «σχέδιο» της κυβέρνησης. Ραχοκοκαλιά αυτού του σχεδίου είναι η εφαρμογή αντιλαϊκών μέτρων που θα χειροτερεύσουν ακόμα περισσότερο το επίπεδο ζωής των εργατικών - λαϊκών νοικοκυριών, κάτι που αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου, την αναζήτηση νέων πεδίων για την κερδοφορία του. Αυτό το σχέδιο περιγράφηκε με λεπτομέρειες και τέθηκε σε συζήτηση.
Στο πλαίσιο αυτής της συζήτησης, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά η κοινή στρατηγική σύμπλευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ με τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, την Ενωση Κεντρώων, τα φασιστοειδή της Χρυσής Αυγής. Παρά τους ανούσιους καβγάδες, παρά τις όποιες - ακόμα και μεγάλες - διαφορές σχετικά με το μείγμα της πολιτικής που εκπροσωπεί από την πλευρά του κάθε ένα από αυτά τα αστικά κόμματα, η πολιτική ουσία είναι ότι: Σε αυτό που λέγεται εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλιακών ομίλων με τσάκισμα του λαού βάζουν όλοι τους από ένα λιθαράκι, για να στηρίξουν τη σαπίλα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας που κατατρώγει τις σάρκες των εργατικών - λαϊκών οικογενειών στα αστικά κέντρα και την ύπαιθρο.
Αν δει κανείς προσεκτικά τις κινήσεις της κυβέρνησης αλλά και των άλλων αστικών κομμάτων από το Γενάρη μέχρι σήμερα, πώς θα διαπιστώσει αυτή τη στρατηγική σύμπλευση;
Στις εκλογές του Γενάρη, το δίλημμα «μνημόνιο - αντιμνημόνιο» έκρυβε ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ και τα υπόλοιπα κόμματα, στις προγραμματικές τους θέσεις, συνέπλεαν στο στόχο της καπιταλιστικής ανάκαμψης, εντός της ΕΕ και της Ευρωζώνης και της τήρησης των δεσμεύσεων που απορρέουν από αυτή τη συμμετοχή.
Στο δημοψήφισμα του Ιούλη, το ερώτημα «Ναι ή Οχι στο μνημόνιο Γιούνκερ» έκρυβε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε καταθέσει δικές του προτάσεις για ένα νέο μνημόνιο, ζητώντας νέο δάνειο. Η ΝΔ, μάλιστα, διαμαρτυρόταν ότι το δημοψήφισμα δεν έχει νόημα.
Στις εκλογές του Σεπτέμβρη, το δίλημμα «Νέο ή Παλιό» έκρυβε ότι το «νέο» είχε ήδη ψηφίσει μέτρα ίδια με όσα είχε επιβάλλει το «παλιό» και - τι σύμπτωση! - αυτά τα μέτρα ήταν το φίλτρο για να γιατρέψει όλες τις ανάγκες του κεφαλαίου μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, ήταν μέρος της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που υλοποιείται σε όλες τις ευρωπαϊκές καπιταλιστικές χώρες, είτε είναι στο ευρώ είτε όχι.
Η γραμμή που διαπερνά όλη αυτήν την περίοδο από το Γενάρη μέχρι σήμερα, είναι η εξής: Ολα τα αστικά κόμματα ξεκαθάριζαν ότι κοινός τους στόχος είναι η ανάκαμψη των κερδών του κεφαλαίου, η δυνατότητα της ελληνικής αστικής τάξης να παίζει ρόλο στα διάφορα γεωστρατηγικά παιχνίδια στην περιοχή μας, αναβαθμίζοντας τη θέση της. Συμφώνησαν, στη συζήτηση για τις προγραμματικές δηλώσεις, ότι κοινός τους στόχος είναι οι καπιταλιστικές επενδύσεις, η αναζήτηση τρόπων για να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για τους επιχειρηματικούς ομίλους. Ολα αυτά φέρνουν αντικειμενικά νέα αντιλαϊκά μέτρα. Αυτούς τους στόχους υπηρετούν τα μνημόνια.
Απέναντι σε αυτή την κοινή στρατηγική υπάρχει ελπίδα για το λαό; Υπάρχει, εγκαταλείποντας τη στάση ανοχής και αναμονής. Με οργάνωση της πάλης του ενάντια στα μέτρα - «καρμανιόλα», με αγώνα για τη διεκδίκηση της κάλυψης των απωλειών του, της κάλυψης των αναγκών του. Απαιτείται χειραφέτηση των εργαζομένων, του λαού από την αστική πολιτική και όλα τα κόμματα που την υπηρετούν, πάλη ενάντια στο κεφάλαιο, στην ΕΕ, στην εξουσία τους.

ΓΑΛΛΙΑ Η εργοδοσία κλιμακώνει την αντεργατική επίθεση

ΓΑΛΛΙΑ
Η εργοδοσία κλιμακώνει την αντεργατική επίθεση
Εργατικές κινητοποιήσεις σε Παρίσι και άλλες πόλεις



ΠΑΡΙΣΙ.--
Μέρα απεργιακών και άλλων αγωνιστικών κινητοποιήσεων ήταν η προχτεσινή στη Γαλλία, με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις CGT, «Solidaires» και FSU και τις φοιτητικές UNEF και UNL να καλούν σε διαδηλώσεις σε Παρίσι, Λιλ, Μονπελιέ, Στρασβούργο κ.τ.λ. Στις κινητοποιήσεις πήραν μέρος χιλιάδες εργαζόμενοι, αλλά και συνταξιούχοι, νέοι, ειδικά από χώρους όπου η επίθεση κλιμακώνεται το τελευταίο διάστημα (όπως η «Air France» που ανακοίνωσε πριν μερικές μέρες 3.000 απολύσεις).
Κυριάρχησαν συνθήματα για την αύξηση των μισθών και τη μείωση της ανεργίας, ωστόσο οι συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες καλλιεργούν αυταπάτες και θολώνουν τον ταξικό χαρακτήρα της κυβερνητικής πολιτικής, εμποδίζοντας την ανάπτυξη της εργατικής πάλης σε σωστή κατεύθυνση. Χαρακτηριστικά, στελέχη της CGT επέκριναν γενικόλογα τους αντεργατικούς νόμους ως «νόμους κοινωνικής οπισθοδρόμησης».
Η ανάγκη για οργάνωση των εργατών σε ταξική κατεύθυνση επιβεβαιώνεται και από τη σχεδιασμένη όξυνση της εργοδοτικής επίθεσης. Για παράδειγμα, σε εργοστάσιο όπου φτιάχνεται το γνωστό μοντέλο αυτοκινήτου «Smart», η διοίκηση οργάνωσε «δημοψήφισμα» για να δεχτούν αύξηση των ωρών εργασίας αλλά με μικρότερη αμοιβή (θα δουλεύουν 39 ώρες, αλλά θα πληρώνονται για 37). Ως ...αντάλλαγμα, σύμφωνα με τη «Λιμπερασιόν», η εργοδοσία συμφώνησε να «εγγυηθεί» τις θέσεις εργασίας μέχρι το 2020 και να καλύψει 50 άτομα ως ενοικιαζόμενα. Δηλαδή, να μπάσει μοντέλα ελαστικής και προσωρινής απασχόλησης με την έγκριση του προσωπικού και να μοιράσει ακάλυπτες επιταγές περί προστασίας από την ανεργία, που καμιά εταιρεία δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν θα μπορέσει να τηρήσει, δεδομένης της όξυνσης της ανταγωνιστικότητας και των μεγάλων δυσκολιών ανάκαμψης της κερδοφορίας. Γι' αυτό άλλωστε και επανειλημμένα μια σειρά τέτοιες υποσχέσεις εργοδοτών πολύ γρήγορα «αθετούνται».
Πάντως, στο συγκεκριμένο εργοστάσιο, στην περιοχή Μοσέλ της βόρειας Γαλλίας, η εργοδοτική πρόταση εγκρίθηκε με 56,1%. Θυμίζουμε ότι το «Smart» είναι ένα από τα μοντέλα που βγάζει ο γερμανικός κολοσσός «Daimler».

9 Οκτ 2015

Κέρκυρα: Στο πλευρό των εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ

Κέρκυρα: Στο πλευρό των εργαζομένων του Γενικού Νοσοκομείου οι δυνάμεις του ΠΑΜΕ 

Τα ταξικά σωματεία που ανήκουν στη δύναμη του ΠΑΜΕ στήριξαν και με τη παρουσία τους στο νοσοκομείο τη Δευτέρα 5/10, τον αγώνα των εργαζομένων στο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας, που την ημέρα αυτή είχαν προκηρύξει στάση εργασίας, διαμαρτυρόμενοι για την εκρηκτική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει το νοσοκομείο και οι παροχές υγείας.
Τα τεράστια κενά σε ιατρικό, νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό, η έλλειψη υλικών, αναλώσιμων αλλά και αντιδραστηρίων για βασικές εργαστηριακές εξετάσεις, η επισφαλής καθαριότητα με μόλις 15 καθαρίστριες για ολόκληρο το νοσοκομείο, ο κίνδυνος να κλείσουν τμήματα και κλινικές με πιο οξυμένο το πρόβλημα στην παιδιατρική κλινική που υπάρχουν μόλις δύο ειδικευμένοι γιατροί σε σύνολο επτά θέσεων, η εντατικοποίηση της δουλειάς και οι εξουθενωτικές βάρδιες, αποτελούν τη καθημερινότητα που αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν το προσωπικό και οι ασθενείς.
Σε σχετική ανακοίνωση του ΠΑΜΕ σημειώνεται:
«Τα οξυμένα προβλήματα στην Υγεία-Πρόνοια δεν ήρθαν από το πουθενά, υπάρχουν ευθύνες που έχουν και όνομα και χρώμα. Η υποχρηματοδότηση των δομών υγείας, η μετατροπή των νοσοκομείων σε επιχειρήσεις με κλειστούς προϋπολογισμούς, η επιχειρηματική δράση στην υγεία,το ολοένα και μεγαλύτερο χαράτσωμα των ασθενών για εξετάσεις, φάρμακα, εισφορές αποτελούν πολιτική της Ε.Ε. Την οποία ακολουθούν πιστά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που μαζί με τα υπόλοιπα κόμματα (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ), ψήφισε το 3ο Μνημόνιο, με το οποίο θα φέρει άμεσα νέα μέτρα για τους εργαζόμενους και το λαό, που έρχονται να προστεθούν στα δύο προηγούμενα Μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους!
Καμία αναμονή, κανένας συμβιβασμός!
Οι δημόσιες δωρεάν αναβαθμισμένες και ποιοτικές παροχές υγείας για όλους τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τους συνταξιούχους, τους μαθητές, τους φοιτητές, τους ανασφάλιστους, αποτελούν δικαίωμα και όχι πολυτέλεια!
Το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα απαιτεί:
  • ΤΩΡΑ μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού πλήρους και αποκλειστικής εργασίας όλων των ειδικοτήτων. Να μην κλείσει κανένα τμήμα.Μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων με ελαστικές σχέσεις εργασίας.
  • Να καταργηθούν οι πληρωμές των ασθενών στις εξετάσεις, φάρμακο, συνταγογράφηση, κλπ. Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για τους άνεργους-ανασφάλιστους και τις οικογένειές τους.
  • Άμεση πρόσθετη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.»

Όλοι οι αστοί κρεμασμένοι

 Όλοι οι αστοί κρεμασμένοι

-Ταξικό χιπ-χοπ σημαίνει;
(...;)
-Ρεμπέλιον κονέξιον σημαίνει;
(Ο Άρης δεν πεθαίνει; -Όχι).
-Όλοι οι αστοί κρεμασμένοι!
Τι έγινε ρε παιδιά; Πότε το αγκαλιάσαμε έτσι ασφυκτικά το καινούριο στη μορφή και μου ξέφυγε εμένα;

Την πρώτη μέρα στο Φεστιβάλ πρέπει να πας από νωρίς για αναγνώριση, να το γυρίσεις με την άνεσή σου, να τσεκάρεις πως όλα είναι όπως τα είχες αφήσει, να τα μαρκάρεις ξανά για του χρόνου, να αναλογιστείς τι έχει αλλάξει μες στο χρόνο που πέρασε.
Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα πεντέμισι μένουν.
Μα τότε τι ψηφίζουν όλοι αυτοί που συρρέουν κατά χιλιάδες κάθε χρόνο στο Φεστιβάλ;
-Γεια σου ρε Βασίλη, ζήτω η αναρχία! Φωνάζει πίσω μας ένας σουρωμένος πενηντάρης στη συναυλία του Παπακωνσταντίνου.
Ό,τι πεις μεγάλε, αλλά να σε δούμε κι από βδομάδα στο δρόμο, ε;

Ξέρω κάτι επαναστάτες που δε δούλεψαν ποτέ
Κι αν τους ρωτήσεις τι φταίει, θα σου πουν: το Κουκουέ

Φαντάσου δηλ να βλέπαμε σε κάθε πορεία ή έστω την άλλη βδομάδα τόσο κόσμο και στους δρόμους (κι ας μη μας ψηφίζει). Και δε σου λέω για την τρίτη μέρα, που γίνεται ο απόλυτος πανικός, αλλά για τον κόσμο της πρώτης (που λιγοστό, μια φορά, δεν το λες). Που μπορείς ακόμα να βρεις σήμα, καρέκλες, μικρές ουρές στα ταμεία, να κινηθείς με σχετική άνεση απ’ τη μία σκηνή στην άλλη. Κάτσε τώρα που μπορείς, γιατί αύριο θα το αναζητάς και δε θα το ‘χεις...

Πρώτα τελείωσαν τα σουβλάκια. Δε μίλησες, γιατί ήσουν μπουκωμένος με ένα κεμπάπ στο στόμα. Ύστερα μας τελείωσαν οι καρέκλες. Δε μίλησες, ούτε τότε, γιατί χτυπιόσουν στους Ρεμπέλιον Κονέξιον. Κι όταν βρήκες την παρέα σου και είπατε να καθίσετε και να τα πείτε, δεν είχε μείνει καμία καρέκλα και κανένα σουβλάκι να σε παρηγορήσει.
Παρεμπιπτόντως, το Φεστιβάλ είναι από τα λίγα μέρη στην Αθήνα, όπου το σουβλάκι είναι σουβλάκι, το καλαμάκι πουρουφάν, και δε χρειάεται διερμηνέας για την παραγγελία.

Κι ας λένε πως το χιπ-χοπ δεν έχει ιδεολογία
Έχουμε όμως εμείς και τελειώνει η ιστορία

Την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ πρέπει να πας από νωρίς, για να σταμπάρεις τι καινούριο παίζει φέτος, σε σχέση με άλλες φορές. Έχουμε και λέμε:
-ότι η νεανική σκηνή γύρισε ανάποδα, για να μην σκοντάφτουν οι νότες της στους ήχους της κεντρικής, κι αντίστροφα.
-ο στρατηγικός ελιγμός των ταξικών λουκουμάδων της οργάνωσης, που έστησε και δεύτερο πάγκο στην είσοδο της λαϊκής, απ’ όπου μπαίνει κι ο κύριος όγκος των επισκεπτών Από τη λεωφόρο Δημοκρατίας, σε μια πολιτεία-μικρογραφία του σοσιαλισμού. Ειδυλλιακό σαν τη θεωρία των σταδίων.


-Τα κόκκινα, ταξικά καπελάκια που φορούσαν οι ζαχαροπλάστες σύντροφοι.
-Τα panoladas, κάτι σαν καουμπόικα μαντίλια, και το λεύκωμα για τα εκατό χρόνια του Κκε που πωλούνταν στους πάγκους της οργάνωσης.
-Το παιχνίδι γνώσεων (Quizdom) που στήθηκε στο μαθητικό στέκι, όπου η ηττημένη ομάδα έπρεπε για τιμωρία να βγάλει σέλφι με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου να λέει: τι είπατε;
Παράδειγμα: Κατηγορία celebrities.
Πού τραγούδησε φέτος ο Νότης Σφακιανάκης;
Α. Στο φεστιβάλ της Χρυσής Αυγής;
Β. Στο κλαμπ Δύο Τρομάρες;   Γ. Στο Χλωρό κλαρί;
Η σωστή απάντηση ήταν το Βήτα.

-Η υποβλητική έκθεση (που είχε κι ένα διαδραστικό τμήμα, δίπλα στη νεανική σκηνή) για τους ήρωες της ταξικής πάλης και του ΚΚΕ, την αυτοθυσία και την αυταπάρνησή τους, τις αντοχές τους στους τόπους εξορίας και βασανιστηρίων. Δεν ήταν ένας μα χιλιάδες.
Ξεχώρισα ένα γραπτό απόσπασμα από έργο του Κ. Μπόση για ένα μελλοθάνατο που δε θα υπέγραφε καμία δήλωση, γιατί: τι θα παραλάβει ο χάρος; Αγωνιστή ή πτώμα;
-Κάποια άλλα αξιοσημείωτα, από το χώρο της Διεθνούπολης, θα χωρέσουν στην αυριανή ανάρτηση.

Αν κάνεις αφαίρεση, η πρώτη μέρα του Φεστιβάλ είναι ίσως η λιγότερο ενδιαφέρουσα, κάτι σαν ζέσταμα για τις υπόλοιπες, γι’ αυτό μπαίνει συνήθως ο Παπακωνσταντίνου, να τραβήξει μαζί και τους πιστούς του. Αλλά η πρώτη μέρα έχει πάντα το δέος και τον ενθουσιασμό της πρώτης φοράς (αριστερά), σαν την πρώτη μέρα στο σχολείο. Γι’ αυτό πρέπει να πας νωρίς, να προμηθευτείς τα βιβλία σου από τη Σύγχρονη Εποχή ή να σημειώσεις απουσίες, σαν το σπασιλάκι της τάξης. Και δεν είναι τυχαίο που το Φεστιβάλ γίνεται συνήθως το Σεπτέμβρη, που ανοίγουν τα σχολεία και τα παιδιά είναι (ακόμα) ενθουσιασμένα. Εκτός από κάποιους 30άρηδες βετεράνους της ταξικής πάλης και της Σπουδάζουσας, που κάνουν προσκλητήριο στην κλάση τους και βγαίνουν κάθε χρόνο και λιγότεροι, αν και το Φεστιβάλ είναι κάτι σαν ετήσια συνάντηση παλιών συμμαθητών, για τους πιο πολλούς. Δε θέλουμε θλιμμένους στο Φεστιβάλ μας, χρειάζεται όμως μια συγκρατημένη μελαγχολία για να αντισταθμίσουμε τον παιδικό ενθουσιασμό κάποιων συντρόφων στο τουίτερ, που έφεραν το #festival_kne μέχρι την κορυφή των θεμάτων προς συζήτηση (λες να ‘χουμε μηχανισμό και να μην το ξέρουμε;) με ατάκες του τύπου: «πω-πω, πρόγραμμα! Πού θα πρωτοπάμε...!»

Εμείς λοιπόν πήγαμε πρώτα στον Παφίλη και τη συζήτηση “who is the world?” –«εμείς είμαστε οι εργάτες, φτιάχνουμε εμείς τη λευτεριά»- από την οποία κράτησα τα σχόλια για την όξυνση των ανταγωνισμών στη Συρία, όπου οι Ρώσοι έχουν το τελευταίο πέρασμα στη Μεσόγειο και οι Αμερικάνοι (που ελέγχουν ήδη τα πετρέλαια του Ιράκ) θέλουν να βάλουν στο χέρι τα κοιτάσματα της Συρίας και να εξασφαλίσουν αποθέματα για μερικές δεκαετίες· την αποστροφή για τον καπιταλισμό που δεν μπορεί να δώσει λύσεις, γιατί δεν είναι απλά άρρωστος, αλλά σάπιος· και για τη γενική κατάσταση που θυμίζει αρκετά την εικόνα που επικρατούσε λίγο πριν το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.
-Έτσι δεν είναι Ελισαίο; Ρώτησε και το Βαγενά, που ήταν στο ακροατήριο.
Το μόνο κακό είναι πως οι συζητήσεις πέφτουν όλες μαζί την ίδια ώρα. Έτσι ήταν αδύνατο να ακούσουμε τι έλεγε την ίδια ώρα στο εργατικό στέκι η Κροκίδου για την οργάνωση της αλληλεγγύης στους μετανάστες.

Κάναμε ένα σύντομο πέρασμα από τους String Demons στην κεντρική, που ήταν ίσως η πιο ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική πρόταση της βραδιάς, και φύγαμε για τη νεανική, για να δούμε τους Ρεμπέλιον Κονέξιον και τη συναυλία τους, που είχε ως πιο καλτ στιγμή, τα ποζεράδικα καπονογόνα σε ένα τραγούδι που μιλούσε για τους καπνούς στα προάστια και ως καλύτερη στιγμή το κλείσιμο, με το τραγούδι για τον Παύλο Φύσσα.
Ο Παύλος ζει, τσακίστε τους ναζί.



Το κλείσιμο της βραδιάς δεν περιελάμβανε νησιώτικα στη Λαϊκή αλλά ένα φόρο τιμής στον Παπακωνσταντίνου και τα τραγούδια που μας ανέθρεψαν σαν το μητρικό γάλα. Ένα στάδιο που άλλοι το ξεπέρασαν και τώρα το βλέπουν αφ’ υψηλού, σαν νεανικό τους σφάλμα, ενώ άλλοι μένουν κολλημένοι χρόνια στα ίδια τα λάθη και νιώθουν πως ο Βασίλης ακόμα «έχει τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων τους». Ό,τι πιο κοντινό στον Ελ Σιντ, που ακόμα και καρφωμένος σε ένα στύλο, σαν σκιάχτρο του εαυτού του, όσο κι αν σπάσει η φωνή του, θα μαζεύει πάντα ένα ποτάμι φανατικών οπαδών του. Και ίσως πρέπει το 18’, στα εκατό χρόνια του ΚΚΕ, να (του) κάνουμε μια αποχαιρετιστήρια συναυλία με τον Κροκίδη κι ύστερα να το βαλσαμώσουμε.

Σπάνε οι (φωνητικές) χορδές μου, σπάνε σα γυαλί
Μου χαρακώνουν ετούτη τη μπαλάντα.
Να, στη χαρίζω, θα ‘ναι η αμοιβή
Κάθε φορά που θα ερωτεύεσαι για πάντα

Κι αυτό το «για πάντα» χαρακτηρίζει μια σχέση έρωτα-ξενέρωτα, μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε, με το Βασίλη να πηγαίνει πχ στη συγκέντρωση του ΟΧΙ πριν από το δημοψήφισμα, αλλά να λέει «Όχι σε όλα τα μνημόνια» κι όχι πχ πως αγαπάει τον Τσίπρα, όπως η Βιτάλη. Γιατί είναι η ζωντανή ιστορία του Φεστιβάλ, και το Φεστιβάλ είναι γι’ αυτόν πια η καλύτερη σκηνή στην οποία μπορεί να παίξει, η πιο δροσερή και νεανική.

Όσο για το Θηβαίο, υπήρχε μια ισχυρή πιθανότητα να είναι ο πρώτος (;) καλλιτέχνης που θα αποδοκιμαζόταν στο Φεστιβάλ, αλλά πέρασε τελικά απαρατήρητος, ως τη στιγμή που μας αποχαιρέτησε: γεια σας σύντροφοι. Ε όχι και σφοι, Χρήστο, από πού κι ως πού σφοι;

Άλλοι νομίζανε πως ήμουνα μεγάλος

Κι από σπουργίτι θα γινόμουνα αετός

TOP READ