16 Οκτ 2017

Η κάλπικη αντιπαράθεση ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ πάνω στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού





Η κυβέρνηση, παρουσιάζοντας το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού (ΚΠ) για το 2018, το χαρακτήρισε ως το σχέδιο του ΚΠ που οδηγεί τη χώρα στην έξοδο από τα μνημόνια, στο δρόμο της «δίκαιης ανάπτυξης». Εναν ΚΠ «κοινωνικά ευαίσθητο», όπως τον χαρακτήρισε.
Το ίδιο όμως το περιεχόμενο του προσχεδίου διαψεύδει με παταγώδη τρόπο τους παραπάνω κυβερνητικούς ισχυρισμούς.
Καταρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι τα μεγέθη που προβλέπονται στο προσχέδιο έχουν προσωρινό χαρακτήρα, δεν είναι τα τελικά. Η οριστικοποίηση των μεγεθών εξαρτάται από την πορεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το 2017.
Στο προσχέδιο προβλέπονται επιπλέον βάρη για τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα, που ξεπερνούν τα 1,8 δισ. ευρώ και τα οποία έρχονται να επιβαρύνουν τα ήδη δοκιμαζόμενα λαϊκά νοικοκυριά.
Πιο συγκεκριμένα, τα φορολογικά έσοδα προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν στα 48,4 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά περίπου 1 δισ. ευρώ. Μία αύξηση η οποία θα προέλθει κυρίως από τους έμμεσους φόρους (αύξηση εσόδων κατά περίπου 600 εκατ. ευρώ). Σε αυτήν την αύξηση θα συμβάλει η κατάργηση σε 32 νησιά του Αιγαίου των μειωμένων συντελεστών του ΦΠΑ. Τα έσοδα από τους άμεσους φόρους θα αυξηθούν κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ, με νέες πηγές αύξησης των εσόδων από την κατάργηση της έκπτωσης 10% από το φόρο για τις ιατρικές δαπάνες και την κατάργηση της έκπτωσης 1,5% της παρακράτησης φόρους στους μισθωτούς και τους συνταξιούχους.
Για το 2018 προβλέπονται περαιτέρω μειώσεις κατά 500 εκατ. ευρώ των δαπανών που αφορούν στην ιατρική περίθαλψη και την κοινωνική προστασία. Οι νέες μειώσεις θα προέλθουν από τις μειώσεις του ΕΚΑΣ κατά 238 εκατ. ευρώ, τη μείωση του επιδόματος θέρμανσης κατά 47 εκατ. ευρώ, καθώς επίσης και από την κατάργηση των επιδομάτων από τους δικαιούχους του κοινωνικού επιδόματος αλληλεγγύης, πρόκειται για μια εξοικονόμηση ύψους 12 εκατ. ευρώ.
Μειωμένη επίσης προβλέπεται και η χρηματοδότηση από τον ΚΠ των νοσοκομείων κατά 350 εκατ. ευρώ. Μία μείωση που θα αντικατασταθεί από την αύξηση της χρηματοδότησης των νοσοκομείων από τα ασφαλιστικά ταμεία, δηλαδή θα μετακυλιστεί όλο και περισσότερο η χρηματοδότηση για τη λειτουργία των νοσοκομείων στις πλάτες των ασφαλισμένων.
Η συνολική επιβάρυνση της λαϊκής οικογένειας θα οδηγήσει στο πρωτογενές πλεόνασμα για το 2018, το οποίο η κυβέρνηση εκτιμά ότι θα ανέλθει στα 3,57%, οριακά πάνω από το στόχο που θέτει το μνημόνιο. Δηλαδή θα παρουσιάσει αύξηση σε σχέση με αυτό του 2017 κατά 1,36% και σε απόλυτα μεγέθη κατά 2,7 δισ. ευρώ. Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αλλάζει το μείγμα επίτευξης του πρωτογενούς πλεονάσματος σε σχέση με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2020. Μειώνεται σε σχέση με το ΜΠΔΣ κατά 500 εκατ. ευρώ ο στόχος για τα φορολογικά έσοδα και αντίθετα εκτινάσσεται το πλεόνασμα που θα παραχθεί από τα ασφαλιστικά ταμεία, από 128 εκατ. ευρώ σε 1,5 δισ. ευρώ. Αυτό αφενός αναδεικνύει τη δυσκολία για αύξηση των φορολογικών εσόδων και αφετέρου προβάλλει ως πηγή επίτευξης του πρωτογενούς πλεονάσματος τη μείωση των συντάξεων και των ασφαλιστικών παροχών και ενδεχομένως, μία αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών.
Η οριακή αυτή υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα όχι μόνο δεν αποκλείει, αντίθετα κάνει πιθανή τη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων μέσα στο 2018, είτε αυτά αφορούν την επίσπευση της υλοποίησης των μέτρων που έχουν προγραμματιστεί για το 2019, τη νέα μείωση των συντάξεων, αλλά και για το 2020, την εκμηδένιση ουσιαστικά του αφορολόγητου. Αλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση έχει ένα ακόμη εργαλείο στα χέρια της, σε περίπτωση απόκλισης των μεγεθών του προϋπολογισμού, το εργαλείο του «αυτόματου κόφτη», μέσα από τον οποίο μπορεί να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα, είτε και να μειώσει τις δαπάνες για μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές, αφήνοντας ανέγγιχτα τα κονδύλια που αφορούν τη στήριξη των μονοπωλιακών ομίλων.
Επιτάχυνση των αναδιαρθρώσεων
Στο προσχέδιο τονίζεται επίσης η προσήλωση της κυβέρνησης στην προώθηση των διαρθρωτικών «μεταρρυθμίσεων», οι οποίες συνοδεύουν το στόχο της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» εντάσσονται σε τρεις πυλώνες:
α) Της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, με ιδιαίτερο βάρος στο θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, την πώληση σε funds. Εξελίξεις που θα οδηγήσουν στην επίσπευση των πλειστηριασμών.
β) Της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επενδύσεων και της ανάπτυξης. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι «μεταρρυθμίσεις» στις αγορές προϊόντων και εργασίας, σύμφωνα με τις βέλτιστες πρακτικές της ΕΕ και τις συστάσεις της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ. Το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Η εξεύρεση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τη στήριξη των επενδύσεων. Η επιτάχυνση του ΕΣΠΑ και η αξιοποίηση του προγράμματος χρηματοδότησης Γιούνκερ, η δημιουργία της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Η ανάπτυξη των αντίστοιχων υποδομών.
γ) Του εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης.
Οι παραπάνω καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις αποτελούν παράγοντες βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και προσέλκυσης των επενδύσεων, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και θωράκισης της κερδοφορίας των μονοπωλιακών ομίλων.
Η υλοποίησή τους θα οδηγήσει, σύμφωνα με την κυβέρνηση, σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,8% για το 2017 και κατά 2,4% για το 2018. Στόχοι αρκετά αισιόδοξοι, δεδομένου ότι για το 2017, με βάση τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το πρώτο εξάμηνο το ΑΕΠ αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 0,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, για το δεύτερο εξάμηνο το ΑΕΠ πρέπει να αυξηθεί κατά 2,9%, για να έχουμε ετήσια αύξηση 1,8%.
Αντίστοιχα, για το 2018 βασικός συντελεστής της αύξησης του ΑΕΠ εκτιμά η κυβέρνηση ότι θα είναι η αύξηση των επενδύσεων, ο ρυθμός της οποίας προβλέπεται να τριπλασιαστεί σε σχέση με το 2017, καθώς από το 4,3% ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα ανέλθει στο 12,6%.
Η εκτίμησή μας περί αισιόδοξων στόχων δεν συνδέεται με τη βολική αντιπαράθεση που κάνουν τα άλλα κόμματα, για να δείξουν τη δημιουργική λογιστική της κυβερνητικής πολιτικής, αλλά με την ανάγκη εκτίμησης του ενδεχόμενου για λήψη νέων αντιλαϊκών μέτρων και την αντίστοιχη ανάγκη προετοιμασίας του κινήματος.
Η βολική αντιπολίτευση
Σε βασικό στυλοβάτη της κυβερνητικής πολιτικής αναδεικνύονται η ΝΔ και τα άλλα κόμματα του ευρωμονόδρομου, ασκώντας στην κυβέρνηση μια βολική για την ίδια αλλά και το σύστημα αντιπολιτευτική κριτική, όσο οξυμένη και αν αυτή εμφανίζεται.
Μιλούν για ένα άλλο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής, όπου η δημοσιονομική εξυγίανση θα προκύψει από τη μείωση των δαπανών και όχι από την αύξηση της φορολογίας. Οταν, όμως, μιλούν για μειώσεις της φορολογίας, εννοούν τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων. Η ΝΔ μιλάει για μειώσεις των φορολογικών συντελεστών από 29% σε 20% για τις επιχειρήσεις και για παροχή των δημόσιων, όπως τα αποκαλεί, αγαθών από τον ιδιωτικό τομέα, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη εμπορευματοποίηση στην Παιδεία, την Υγεία, την Πρόνοια. Η επιμονή τους στο άλλο μείγμα δεν αφορά το ποιος πληρώνει - ο λαός θα εξακολουθήσει να πληρώνει τη δημοσιονομική προσαρμογή - αλλά το πώς καλύτερα θα στηριχθούν τα συμφέροντα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
Αυτήν την αγωνία εκφράζουν και όταν καταγγέλλουν την κυβέρνηση για αναποτελεσματικότητα και ιδεοληψίες που δήθεν υπονομεύουν τις επενδύσεις. Με αυτόν τον τρόπο πιέζουν την κυβέρνηση να επιταχύνει την υλοποίηση των αναδιαρθρώσεων, να επιταχύνει τις διαδικασίες υλοποίησης των επενδύσεων σε βάρος των εργατικών δικαιωμάτων, της δημόσιας υγείας και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα παραδείγματα είναι πολλά, η επένδυση στις Σκουριές, στο Ελληνικό και τελευταία της «Black Rock» για τη δημιουργία εμπορικού κέντρου στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος.
Γίνεται φανερό ότι πρόκειται για έναν προϋπολογισμό που φορτώνει επιπλέον βάρη στις πλάτες των λαϊκών οικογενειών, επιβεβαιώνοντας ότι οι ΚΠ αποτελούν μέσο αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου προς όφελος του κεφαλαίου.
Πρόκειται για έναν κοινωνικά άδικο προϋπολογισμό. Η όποια κοινωνική ευαισθησία της κυβέρνησης εξαντλείται από το μέρος της υπερκάλυψης του ματοβαμμένου πρωτογενούς πλεονάσματος. Στην ουσία πρόκειται για μία αναδιανομή της φτώχειας, με τους λιγότερο φτωχούς να φροντίζουν για τους εξαθλιωμένους. Πρόκειται για μία αντιδραστική λογική, που οδηγεί τη λαϊκή συνείδηση σε μειωμένες απαιτήσεις και προσδοκίες.
Αναδεικνύει το ψευδεπίγραφο της «δίκαιης ανάπτυξης» που ισχυρίζονται τόσο η κυβέρνηση όσο και η ΝΔ. Τα αντιλαϊκά μέτρα χωρίς τελειωμό, που έχουν ήδη νομοθετηθεί μέχρι το 2020, στηρίζουν την επιστροφή σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Πρόκειται για μια ανάπτυξη που όχι μόνο δεν οδηγεί σε ανακούφιση, αλλά αντίθετα βασίζεται στη λήψη νέων αντεργατικών και αντιλαϊκών μέτρων. Αλλωστε, από την ίδια της τη φύση η καπιταλιστική ανάπτυξη οδηγεί σε όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσα από τη συγκέντρωση του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια.
Ανάξιος σοβαρής κριτικής είναι και ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι ο ΚΠ για το 2018 θα μας οδηγήσει στην έξοδο από τα μνημόνια, από τη στιγμή που κανένας μνημονιακός νόμος δεν έχει ακυρωθεί, αντίθετα έρχονται και νέοι στο πλαίσιο της τρίτης «αξιολόγησης». Από τη στιγμή που η εποπτεία και τα πρωτογενή πλεονάσματα πρέπει να φτάνουν μέχρι το 2060, στο όνομα της βιωσιμότητας του κρατικού χρέους. Αλλωστε, στην ίδια την ΕΕ υπάρχουν κανόνες και μηχανισμοί εποπτείας για όλα τα κράτη - μέλη στο πλαίσιο της Οικονομικής Διακυβέρνησης και του Συμφώνου Σταθερότητας. Υπάρχουν ο όρος για πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και το εργαλείο του «αυτόματου κόφτη» σε περίπτωση αποκλίσεων.
Απέναντι στην κλιμάκωση της επίθεσης του κεφαλαίου, κλιμακώνουμε τον αγώνα μας σύμφωνα με το πλαίσιο πάλης του ΠΑΜΕ, ενάντια στα αντιλαϊκά μέτρα και τα συμφέροντα του κεφαλαίου, για κάλυψη των απωλειών στο εισόδημα και τα δικαιώματα, για μια ανάπτυξη που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και όχι το καπιταλιστικό κέρδος.

Του
Νίκου ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥ*
* Ο Ν. Καραθανασόπουλος είναι μέλος της ΚΕ και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ