11 Ιουλ 2018

ΕΠΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΙΔΙΑ



Στα καθ’ ημάς, λεκτικές αντιπαραθέσεις και κατηγορίες, χωρίς διαφοροποίηση επί της ουσίας, μεταξύ πρωθυπουργού και αρχηγού αξιωματικής αντιπολίτευσης στη βουλή για την οικονομία, με τον υπουργό Οικονομικών να επαναλαμβάνει τις υποσχέσεις για αύξηση του κατώτατου μισθού, την επαναφορά των ΣΣΕ, όσα «μας δίνουν την εμπιστοσύνη για δίκαιη ανάπτυξη», κατάθεση νομοσχεδίου στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής για καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας με μείωση των προστίμων εφόσον προσληφθεί ο εργαζόμενος για τρεις έως 12 μήνες, στην Αυστρία, έγκριση της 12ωρης ημερήσιας εργασίας  από την κυβέρνηση συνασπισμού Λαϊκού Κόμματος και του ακροδεξιού εθνικιστικού κόμματος με ψήφους και  του νεοφιλελεύθερου κόμματος της αντιπολίτευσης. Κάποιες ειδήσεις  που η ερμηνεία τους δεν είναι ζήτημα περίπλοκης διαδικασίας για την εξαγωγή συμπεράσματος, αλλά απλώς ανανεώνουν τις  σταθερές ενέργειες των κυβερνώντων στο πολιτικά προσδιορισμένο περιβάλλον των καπιταλιστικών συμφερόντων και κάνουν διάφανους του στόχους τους.
               Όλα αυτά τα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης η  ασκούμενη πολιτική προσπαθούσε  να πείσει πως τα συνεχή οικονομικά μέτρα εις βάρος των εργαζομένων ήταν  απαραίτητα για ν’ αποφευχθεί η άτακτη χρεωκοπία της χώρας που θα επέφερε πλήρη εξαθλίωση, τώρα όμως πρέπει να ανακαλύψει κι άλλες δικαιολογίες, γιατί αποδεικνύεται πως αυτά  κάθε άλλο παρά  εξαντλούνται σ’ αυτόν τον στόχο, αλλά περικλείουν καθεαυτά, από τη στιγμή που εξαγγέλλονται και κυρίως με την εφαρμογή τους, και πολλές άλλες δυναμικές και δυνατότητες εις βάρος πάντα των εργαζομένων.
Γι’ αυτό και οι βαθυστόχαστες και περίπλοκες οικονομικές αναλύσεις αναλαμβάνουν να καλύψουν και να δικαιολογήσουν όλες τις πτυχές των οικονομικών μέτρων και των ενεργειών των μηχανισμών στήριξης, ενώ όλος ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυρίαρχης εξουσίας  επιστρατεύεται για τη δημιουργία του  μύθου της αναγκαιότητας αυτών των μέτρων και μηχανισμών για να εκχωρηθούν εξουσίες μέσω μάλιστα και της λαϊκής ετυμηγορίας για καλύτερη εξυπηρέτηση των καπιταλιστικών συμφερόντων. Οι μηχανισμοί στήριξης με τους τεχνοκράτες τους, τα πλάνα ανάπτυξης, τους δημοσιονομικούς ελέγχους, τις επιλογές κατανομής πόρων, τους ελέγχους της εργατικής δύναμης και των δημοσίων επενδύσεων, υπαγορεύουν τους νόμους και λειτουργούν μέσα σε πλήρη αδιαφάνεια υπεράνω κοινοβουλευτικών και άλλων κοινωνικών ελέγχων του αστικού κράτους.
Κι αν κάτι διαπιστώνεται είναι πως η οικονομική κρίση δεν συνδυάζεται με λιγότερο κράτος όπως υποδεικνύουν οι θεωρητικοί της οικονομίας της αγοράς που δήθεν απαιτούν το ξεσκάλωμα των κοινωνικών διαδικασιών από τον κρατικό εναγκαλισμό. Αντίθετα, στο πλαίσιο της κρίσης αποδεσμεύονται ολοένα και περισσότερο μηχανισμοί ανεξέλεγκτης  παρέμβασης, μηχανισμοί στενά συνδεδεμένοι με ισχυρά καπιταλιστικά συμφέροντα που χρησιμοποιούν την ισχύ του αστικού κράτους για να επιβληθούν. Το εύπεπτο σύνθημα για λιγότερο κράτος αν τελικά κάτι σημαίνει  είναι η αποσυσχέτιση των πολιτικών αποφάσεων της εξουσίας από τον όποιο κοινωνικό έλεγχο, η μετάλλαξη  των διαδικασιών της αντιπροσώπευσης σε αυθαίρετες πράξεις της εκτελεστικής εξουσίας, που πραγματώνουν αποφάσεις  της κυρίαρχης τάξης στο πεδίο της διοικητικής διαδικασίας, όπου είναι ο προνομιακός χώρος υπεράσπισης των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, χωρίς τη χρήση κατασταλτικού μηχανισμού. Το κράτος είναι ένα εργαλείο στα χέρια του μονοπωλιακού καπιταλισμού,  επεμβαίνει για να διατηρεί και να αναπαράγει την εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο, ώστε να δημιουργούνται συνθήκες ευνοϊκές για κερδοφορία του κεφαλαίου αναλόγως του συσχετισμού δύναμης κεφαλαίου και εργασίας.  
Κι επειδή οι εργαζόμενοι, στους   οποίους κατά τον κυρίαρχο λόγο αποδίδεται η κρίση,  θεωρούνται  εμπόδιο στην έξοδο από αυτή με την επιμονή τους για διατήρηση όποιων δικαιωμάτων  με αγώνες είχαν αποκτήσει, το κράτος ανέλαβε να τα περιορίσει ύπουλα και μεθοδευμένα, χρησιμοποιώντας  εύηχους όρους όπως ευλυγισία ωραρίου, ατομική πρωτοβουλία, ευελιξία εργασίας,  ελαστικότητα εργασιακών σχέσεων κλπ, επιδιώκοντας το μέγιστο δυνατό επιχειρηματικό κέρδος από τις δυνάμεις του κεφαλαίου στις σύγχρονες συνθήκες. Γι’ αυτό αμφισβητούνται οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, καταργούνται οι διατάξεις που παρέχουν στοιχειώδη προστασία στους εργαζομένους, νομοθετούνται αναδιαρθρώσεις του χρόνου εργασίας με στόχο την κατάργηση του οκταώρου, προσαρμόζονται οι μισθοί διαμέσου των μηχανισμών της αγοράς σε σύνδεση με τα κέρδη των επιχειρήσεων. 
   Η επιδίωξη των δυνάμεων του κεφαλαίου για «ευλυγισία» και «ελαστικότητα» στο χρόνο εργασίας και συνολικά στην αγορά εργασίας, σε συνδυασμό με την αμφισβήτηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και την αντικατάσταση τους με «συμφωνίες παραγωγικότητας» ή με ατομικές συμφωνίες, καθώς και η προσπάθεια τους για εκσυγχρονισμό και ορθολογικοποίηση της οργάνωσης της εργασίας, έχουν να κάνουν με την συνολική στρατηγική τους για διέξοδο από τις οικονομικές κρίσεις σε βάρος των εργαζομένων. Εν ολίγοις, η έξοδος από την οικονομική κρίση συνίσταται στη δημιουργία πιο ευνοϊκών, από τους υπάρχοντες,  όρων για το κεφάλαιο και δυσμενέστερων για τον κόσμο της εργασίας. Μόνο που αυτό εξαρτάται από την τροπή που θα πάρει στο μέλλον η ταξική πάλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ