21 Ιαν 2014

2η ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ» ΣΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ…

   2η ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ» ΣΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ…

Οπορτουνισμός σημαίνει υποταγή του εργατικού κινήματος στην αστική πολιτική. Δεν έχουν σημασία ούτε τα συνθήματα που χρησιμοποιούνται, ούτε οι αναφορές σε «στρατηγικούς στόχους». Σημασία έχει αν η πολιτική γραμμή συμβάλλει στο υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα, την πολιτική - ιδεολογική - οργανωτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης από κάθε πτέρυγα της αστικής πολιτικής ή αν, αντίθετα, συγκροτείται ως «αριστερή» πτέρυγά της.

ΠΟΣΟ ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΥΛΟΠΟΙΗΣΕΙ;

Κεντρικό στοιχείο των θέσεων της Κεντρικής Συντονιστικής Επιτροπής (ΚΣΕ) για τη 2η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη, του διαλόγου που αναπτύχθηκε, καθώς και της πολιτικής απόφασης που καταλήχτηκε από τις εργασίες της συνδιάσκεψης αποτελεί το λεγόμενο «αναγκαίο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα πάλης». Μέσα από αυτό, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σκόπιμα μπερδεύει στόχους και αιτήματα συσπείρωσης στο επίπεδο του κινήματος με το πρόγραμμά της ως πολιτικού φορέα.
Εχει σημασία να δούμε το περιεχόμενο του προγράμματος αυτού, καθώς ο προσδιορισμός του ως «αντικαπιταλιστικού» ανταποκρίνεται μόνο στη χρησιμοποίηση μιας ριζοσπαστικής φρασεολογίας χωρίς να είναι η ουσία του τέτοια. Αναφέρεται στην πολιτική απόφαση:
«Κεντρικός πολιτικός στόχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, για την ιστορική περίοδο που βρισκόμαστε, είναι η αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, των κυβερνήσεών του, της ΕΕ και του ΔΝΤ, με το αναγκαίο αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα. […] Οι βασικοί άξονες πάλης αυτού του προγράμματος είναι:
- Η μονομερής καταγγελία των μνημονίων για την άμεση βελτίωση της θέσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, με κρίκο την κατάργηση όλων των μνημονιακών νόμων που αφορούν εισόδημα, συντάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας και με προοπτική την παραπέρα βελτίωση.
- Η ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ και κάθε κυβέρνησης που εφαρμόζει τα μνημόνια και διαχειρίζεται την επίθεση του κεφαλαίου.
- Η εκδίωξη της τρόικας ΕΚΤ-ΕΕ-ΔΝΤ και όλων των παραμηχανισμών της ΕΕ, η κατάκτηση και διεύρυνση της εργατικής λαϊκής κυριαρχίας και του δικαιώματος του λαού να αποφασίζει για τις τύχες του.
- Η διαγραφή του χρέους με άμεση στάση πληρωμών στους πιστωτές.
- Η εθνικοποίηση των τραπεζών και των μεγάλων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που κλείνουν και απολύουν, με εργατικό - λαϊκό έλεγχο και χωρίς αποζημίωση.
- Η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ, την οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προωθεί ως αίτημα αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα για μια νέα διεθνιστική πορεία.
- Η ανατροπή της αντιδημοκρατικής πολιτικής της βίας, της καταστολής και του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης με δημοκρατικές κατακτήσεις υπέρ των εργαζομένων και του λαού.
- Η πάλη κατά της φασιστικής απειλής και του ρατσισμού για την υπεράσπιση, νομιμοποίηση, απόδοση της ιθαγένειας στα παιδιά τους και κατοχύρωση των δικαιωμάτων των μεταναστών ως αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης.
- Η έξοδος από το ΝΑΤΟ, το κλείσιμο των βάσεων, η καταδίκη και άρνηση συμμετοχής στις ιμπεριαλιστικές εκστρατείες σε όλο τον κόσμο και, άμεσα, στη Συρία. Η αποτροπή της απειλής ιμπεριαλιστικού πολέμου στην περιοχή μας, η διάλυση του άξονα Ελλάδας - Ισραήλ.
- Η υπεράσπιση των συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων γα να μείνουν ανοιχτές επιχειρήσεις και εργοστάσια με εργατικό έλεγχο, για να καλλιεργηθεί η γη από την μικρή και φτωχή αγροτιά και για να ζήσουν τα αυτοαπασχολούμενα λαϊκά στρώματα με τους συνεταιρισμούς τους.
- Η υπεράσπιση και διεύρυνση των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών και όλων των ανθρώπων που υφίστανται διακρίσεις λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού τους.
- Η υπεράσπιση της φύσης και του περιβάλλοντος από τη ληστρική επιδρομή του κεφαλαίου»1.
Το συμπέρασμα πως το μεταβατικό πρόγραμμα είναι μόνο κατ’ όνομα αντικαπιταλιστικό συνάγεται και από την παντελή απουσία αναφοράς στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Ετσι προτείνουν ένα πρόγραμμα «αντικαπιταλιστικό» στο πλαίσιο του καπιταλισμού, καθώς -όπως υποστηρίζουν- είναι μεταβατικό προς την επανάσταση (άρα για πριν την επανάσταση).
Η παραπομπή του ζητήματος της εξουσίας και της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε δεύτερο χρόνο δεν προετοιμάζει την εργατική τάξη για την κατάκτησή της. Η εργατική τάξη πρέπει να ξέρει προς τα πού πρέπει να πάει, την κατεύθυνση της πάλης της σε μη επαναστατικές συνθήκες, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στο ρόλο της σε επαναστατικές συνθήκες.
Από μόνα τους σήμερα, ένα ή περισσότερα αιτήματα, δεν είναι ριζοσπαστικά όταν δε συνδέονται με το κύριο, την κατεύθυνση της πάλης, το ζήτημα της εξουσίας. Ο ριζοσπαστισμός, η αντικαπιταλιστική κατεύθυνση αποκτούν τέτοιο χαρακτήρα και δυναμική μόνο όταν συνδέονται με το ζήτημα της εξουσίας, το μόνο φιλολαϊκό δρόμο ανάπτυξης, το σοσιαλιστικό. Η εκδήλωση της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης φέρνει στο προσκήνιο με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση τον ιστορικά ξεπερασμένο χαρακτήρα του καπιταλιστικού συστήματος, την επικαιρότητα και αναγκαιότητα του σοσιαλισμού ως μόνης ρεαλιστικής προοπτικής για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Η γραμμή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία με παραλλαγές σε διάφορες εκδοχές εκφράζεται από ένα πολύ μεγάλο φάσμα πολιτικών δυνάμεων, δε συμβάλλει, αντίθετα συσκοτίζει το γεγονός ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση εξουσία ανάμεσα στην αστική και την εργατική.
Σε αυτή τη βάση θα πρέπει να κρίνουμε τους στόχους του μεταβατικού προγράμματος:
• Ως υπ’ αριθμόν ένα στόχος τίθεται η καταγγελία των μνημονίων. Σήμερα όμως τη χρησιμότητα των μνημονίων την αμφισβητούν και σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης. Εξάλλου τα αντιλαϊκά μέτρα δεν έχουν την αιτία τους στα μνημόνια, αλλά υπηρετούν γενικότερα την ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Γι’ αυτό το λόγο σε μια σειρά χώρες υλοποιούνται αντεργατικά μέτρα χωρίς μνημόνια.
• Ο στόχος για διαγραφή του χρέους με άμεση στάση πληρωμών στους πιστωτές χωρίς ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας αποτελεί τη «ριζοσπαστική» εκδοχή ενός νέου «κουρέματος» του χρέους, από το οποίο ωφελημένοι βγαίνουν οι καπιταλιστές, καθώς συνοδεύεται και με αντίστοιχα μέτρα. Η πείρα (π.χ. της Αργεντινής, της Ρωσίας) έχει δείξει ότι δεν οδηγεί σε βελτίωση της κατάστασης της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, αντίθετα μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση με ταχύτερο ρυθμό, λόγω της μεγάλης εσωτερικής υποτίμησης του νομίσματος.
• Ο στόχος για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, όσο και αν αναφέρεται ως «αίτημα αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα», στην ουσία ενσωματώνεται στο πλαίσιο που προβάλλουν αστικές δυνάμεις του λεγόμενου ευρωσκεπτικισμού που αμφισβητούν τη σημερινή πορεία της ΕΕ και την πρωτοκαθεδρία της Γερμανίας. Το ενδεχόμενο εξόδου από την ΕΕ μπορεί να προκύψει αντικειμενικά ως εξέλιξη αποχώρησης μιας ή περισσότερων χωρών ή διάλυσης της Ευρωζώνης. Ο στόχος λοιπόν για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ, ακόμα και η υιοθέτηση του στόχου της αποδέσμευσης, αποσπασμένος από το κύριο ζήτημα, δηλαδή αυτό της ιδιοκτησίας στα συγκεντρωμένα μέσα παραγωγής και της πολιτικής εξουσίας, δεν έχει αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο.
• Η θέση για εθνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών τομέων (μεγάλων επιχειρήσεων) της οικονομίας αποτελεί συνταγή που γενικευμένα εφαρμόστηκε σε μια άλλη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού μετά από τις μεγάλες καταστροφές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην Ευρώπη. Αν και τα σημερινά μεγέθη των καπιταλιστικών ομίλων και ο βαθμός διεθνοποίησης της καπιταλιστικής αγοράς κάνουν κυρίαρχη την τάση απελευθέρωσης των αγορών, η αξιοποίηση τέτοιων «νεοκεϊνσιανών» μέτρων δεν μπορεί ν’ αποκλειστεί τουλάχιστον με τη μορφή του «κρατικού» ή «δημόσιου ελέγχου» αν αυτό συμφέρει το κεφάλαιο, όπως προτείνει άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. ο «δημόσιος έλεγχος» του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Αγγλία κλπ.). Αυτή η θέση τους συγκαλύπτει τον ταξικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους, ο ρόλος του οποίου -είτε με εθνικοποιήσεις είτε με ιδιωτικοποιήσεις- βρίσκεται στην εξυπηρέτηση των μονοπωλιακών ομίλων και όχι των δικαιωμάτων των εργατικών λαϊκών στρωμάτων.
• Η θέση για υπεράσπιση των «συλλογικών παραγωγικών δυνατοτήτων για να μείνουν ανοιχτές επιχειρήσεις και εργοστάσια με εργατικό έλεγχο» σκόπιμα καλλιεργεί αυταπάτες για τις δυνατότητες της «αυτοδιαχείρισης» επιχειρήσεων από τους εργαζομένους μέσα στο περιβάλλον του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Σκόπιμα κρύβει ότι αυτές οι επιχειρήσεις «εγκαταλείπονται», «κλείνουν» από τους ιδιοκτήτες τους, όταν πλέον δεν αντέχουν στην καπιταλιστική αγορά (γιατί έχουν δημιουργήσει πολλά χρέη ή γιατί έχουν απαξιωθεί τα μέσα παραγωγής ή γιατί έχουν χάσει μερίδια της αγοράς κλπ.). Και το καπιταλιστικό κράτος, όταν τις κρατικοποιεί, αναλαμβάνει την εξυγίανσή τους σε βάρος της φορολογίας του λαού. Ετσι έγινε και με τις «προβληματικές επιχειρήσεις» που κρατικοποίησε το ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι φράσεις περί εργατικού-λαϊκού ελέγχου είναι κενές περιεχομένου όταν κυριαρχεί η καπιταλιστική ιδιοκτησία.
• Ο στόχος για ανατροπή της «αντιδημοκρατικής πολιτικής της βίας» και για «δημοκρατικές εργατικές-λαϊκές κατακτήσεις» ουσιαστικά αντιμετωπίζει το ζήτημα της δημοκρατίας έξω από το ταξικό της περιεχόμενο, συσκοτίζει τον ταξικό χαρακτήρα της βίας που ασκείται και της έντασης της καταστολής, ότι δηλαδή δεν είναι χαρακτηριστικό μιας κυβέρνησης, αλλά της ίδιας της αστικής εξουσίας. Ετσι συντάσσεται με τη συζήτηση περί υπεράσπισης της δημοκρατίας που σηκώνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα καλλιεργεί αυταπάτες ότι είναι δυνατό να υπάρξουν «δημοκρατικές κατακτήσεις» για τα εργατικά-λαϊκά στρώματα σε συνθήκες που είναι στρατηγική επιλογή των μονοπωλίων, του κεφαλαίου, να κάνουν πιο φτηνή την εργατική δύναμη, να επιταχύνουν τη συγκέντρωση του κεφαλαίου. Αυτή η στρατηγική προκαλεί τη λαϊκή αντίδραση, αλλά και την ένταση της βίας απέναντι στις λαϊκές αντιδράσεις.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην πραγματικότητα υποτιμά τη δυνατότητα διεξόδου από την κρίση, τη δυνατότητα έστω και αναιμικής ανάκαμψης (αν και υπάρχει μια μονολεκτική αναφορά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην Απόφαση της 2ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης), απολυτοποιώντας τη σημερινή κρίση ως αδιέξοδη για τον καπιταλισμό. Υποτιμά την πλευρά της ανασύνταξης του καπιταλισμού που επιχειρείται και με αλλαγές στις προτεραιότητες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ζήτημα γύρω από το οποίο διεξάγεται διαπάλη στους κόλπους της αστικής τάξης. Κατηγορεί μάλιστα το ΚΚΕ ότι δε βλέπει το «συστημικό χαρακτήρα» της σημερινής κρίσης. Βεβαίως, σημειώνουμε ότι το ΚΚΕ από την πρώτη στιγμή αναφέρθηκε στο βάθος, το διεθνή συγχρονισμό και τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Αυτό που δεν έκανε το ΚΚΕ είναι να δει σε αυτή την κρίση το «τέλος του καπιταλισμού» ή τη νομοτελειακή εκδήλωση επαναστατικής κατάστασης. Πολύ περισσότερο να αναγορεύσει σε στοιχεία «αστάθειας» και «ρωγμών» στην αστική εξουσία τις διεργασίες αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος με την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση. Αντίθετα, το ΚΚΕ ανέδειξε ότι σε συνθήκες κρίσης μπορεί να υπάρχουν θετικά βήματα ριζοσπαστικοποίησης, μπορεί όμως να εκδηλωθεί και υποχώρηση.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ «δε βλέπει» ότι δεν υπάρχει μόνο μία πολιτική διαχείρισης της κρίσης και διεξόδου από αυτή, ότι αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί με διαφορετικά μίγματα, παρόλο που οι μεταξύ τους διαφορές είναι μικρές. Ετσι εστιάζει την αντίθεσή της στα μνημόνια, την ίδια μάλιστα στιγμή που αυτά έχουν αμφισβητηθεί ανοιχτά από την ίδια την αστική τάξη. Δεν τοποθετείται για την αστική διαπάλη για αναπροσανατολισμό συμμαχιών σε σχέση με τη Γερμανία, για τους αστικούς προβληματισμούς σχετικά με το μέλλον της Ευρωζώνης και της ΕΕ και την πιθανότητα εξόδου από αυτή, την ίδια μάλιστα στιγμή -και αυτό είναι το βασικότερο- που τέτοιοι προβληματισμοί αναπτύσσονται μέσα στους κόλπους ηγετικών κρατών της ΕΕ.
Με βάση αυτά τα ερμηνευτικά σχήματα που υιοθετεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ οι στόχοι που εντάσσονται σε ένα άλλο μίγμα διαχείρισης της κρίσης (π.χ. εθνικοποιήσεις), μέχρι και η ίδια η καπιταλιστική ανάκαμψη (βλέπε: στόχος «παραγωγικής ανασυγκρότησης») μπορούν να θεωρηθούν ως «αντικαπιταλιστικοί κρίκοι».
Για την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος, κυριαρχούσα και συμφωνημένη άποψη μέσα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ αποτέλεσε αυτή των Θέσεων της ΚΣΕ που αποτυπώθηκε και στην πολιτική απόφαση. Συμπυκνώνεται στη θέση πως το μεταβατικό πρόγραμμα θα το υλοποιήσει «ο συσχετισμός δύναμης», δηλαδή θα εφαρμοστεί σε συνθήκες αδυναμίας των πάνω και με την προϋπόθεση δημιουργίας και δράσης «λαϊκών αντιθεσμών» σε συνθήκες «δυαδικής εξουσίας». Η άποψη αυτή στηρίζεται βασικά από το ΝΑΡ. Διαβάζουμε στις Θέσεις της ΚΣΕ: «Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα αφορά πάνω από όλα το σήμερα. Είναι ένα σύνολο αιτημάτων και πολιτικών στόχων που παλεύουμε να επιβληθεί από σήμερα, παρά το γεγονός ότι σε συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας μόνο εν μέρει και όχι σταθερά μπορεί να υπάρξουν κατακτήσεις, και δεν είναι ένα πρόγραμμα που θα υλοποιήσει είτε μια “κυβέρνηση της αριστεράς” εντός της αστικής νομιμότητας ή η εξίσου μακρινή και απροσδιόριστη “λαϊκή εξουσία”…». Διευκρινίζεται ότι το μεταβατικό πρόγραμμα απευθύνεται στο «μαζικό κίνημα»: «Η πάλη για την εφαρμογή αυτού του προγράμματος θα δείξει ότι η οριστική απαλλαγή από την εκμετάλλευση και την καταπίεση δεν μπορεί να έρθει παρά μόνο μέσα από την επαναστατική διαδικασία και την εξουσία των ίδιων των εργαζομένων. Αυτό ορίζει με σαφήνεια ότι είναι πρόγραμμα “μεταβατικό” προς την επανάσταση, το σοσιαλισμό και τελικά τον κομμουνισμό. Πρόγραμμα συγκέντρωσης δυνάμεων, γεφύρωσης του σήμερα με το αύριο του κινήματος…» και υπογραμμίζει: «Το πρόγραμμα αυτό θα υλοποιηθεί από ένα αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής με καρδιά το ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα και ένα μαζικό μέτωπο της αντικαπιταλιστικής ανατρεπτικής Αριστεράς».2
Η πολιτική απόφαση αναφέρει: «Η διεκδίκηση της εξουσίας των εργαζομένων απαιτεί: Πρώτο, ένα μεταβατικό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα […] Δεύτερον, πραγματική σύγκρουση με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και την εξουσία του κεφαλαίου, με συνδυασμό εξωκοινοβουλευτικών και κοινοβουλευτικών μορφών πάλης. Τρίτον, απαιτεί ρωμαλέο λαϊκό κίνημα, με αντιθεσμούς λαϊκής εξουσίας, με μορφές λαϊκής αλληλεγγύης, αυτοοργάνωσης και άμυνας […] Για αυτό και επιμένουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα επαναστατικής ανατροπής και πραγματικής εργατικής διεξόδου περνάει από τη συγκρότηση αυτοτελών μορφών πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος…»3.
Ομως τέτοιοι θεσμοί μπορούν να δημιουργηθούν μόνο σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, δηλαδή σε σύγκρουση-ρήξη με τους καπιταλιστικούς θεσμούς και τα όργανα εξουσίας, μεταξύ αυτών και της κυβέρνησης. Σε συνθήκες δηλαδή που οι αντιθέσεις του συστήματος φτάνουν σε τέτοιο σημείο που κλονίζεται η αστική εξουσία, σημαίνει ότι οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί την όξυνση της ταξικής πάλης που έχει ως υπόβαθρό της την απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν τις μάζες σε πρωτοφανέρωτη δράση και στη δημιουργία νέων λαογέννητων θεσμών που η επικράτησή τους κρίνεται από την ικανότητα του ΚΚ και του επαναστατικού κινήματος να οδηγήσει την πάλη μέχρι την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Σε αυτές τις συνθήκες δεν κρίνεται η υλοποίηση ενός τέτοιου ή άλλου προγράμματος στόχων πάλης, αλλά η κατάκτηση της εξουσίας. Σε αυτές τις συνθήκες δεν έρχεται η «αριστερή κυβέρνηση» ως πυροσβεστήρας της επαναστατικής ανόδου.
Οι εγγενείς αντιφάσεις της θέσης που αποτυπώθηκε στην Πολιτική Απόφαση εκφράστηκαν στη διαπάλη που αναπτύχτηκε στο διάλογο που προηγήθηκε της πανελλαδικής συνδιάσκεψης. Ο αντίλογος στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αξιοποιεί αυτή τη θέση και ασκεί κριτική για ασάφεια και αντιφάσεις, λέει πως το μεταβατικό πρόγραμμα συγχωνεύεται με την κατάκτηση της εξουσίας, για να καταλήξουν ότι, αν δε μιλάς τώρα για κυβέρνηση, καταστρατηγείς το μεταβατικό. Σε αυτή την κατεύθυνση καταγράφηκαν οι παρακάτω βασικές τάσεις-απόψεις:
1. Η άποψη ότι θα το υλοποιήσει μια κυβέρνηση που θα ανοίξει το δρόμο για την επαναστατική διαδικασία. Είναι χαρακτηριστικές οι παρεμβάσεις του Ρούση σε δυο άρθρα, ένα από τα οποία το υπογράφει μαζί με τους Μαυρουδέα, Ραχιώτη, Θερμογιάννη.
Το άρθρο αυτό προκάλεσε την απάντηση του Γ. Ελαφρού, ο οποίος έγραψε στην εφημερίδα «Πριν», στις 26 Μάη 2013: «Ανεξάρτητα από διαφορετικές προσεγγίσεις, η προβολή σήμερα ενός κοινοβουλευτικού-κυβερνητικού στόχου οδηγεί την αντικαπιταλιστική Αριστερά, άσχετα από προθέσεις, σε ρόλο παραπληρωματικό του ΣΥΡΙΖΑ». Η δεύτερη παρέμβαση του Ρούση αποτέλεσε απάντηση στον Ελαφρό. Ανάλογη άποψη έχουν και άλλες δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως η ΑΡΑΝ, η ΑΡΑΣ, η Κομμουνιστική Ανανέωση. Είναι χαρακτηριστική η εξής τοποθέτηση της ΑΡΑΣ: «Το αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής θα θέσει ζήτημα ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας με βάση το πρόγραμμά του, με στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού και όχι διαχείρισης, γνωρίζοντας βέβαια ότι για να συμβεί κάτι τέτοιο αυτό το πρόγραμμα και αυτή η στρατηγική πρέπει να αποτελέσει σημαία των εργατικών και λαϊκών αγώνων και να στηριχτεί στη δύναμη του οργανωμένου αγωνιζόμενου λαού και των οργάνων της δικής του εξουσίας»4.
2. Η άποψη που υποστηρίζει την κριτική στήριξη ή ανοχή σε μια κυβέρνηση «αριστερών δυνάμεων» στο έδαφος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Την άποψη αυτή εξέφρασαν σε άρθρο5 τους οι Σπ. Αλεξίου και Β. Γάτσιος (ανένταχτοι, μέλη της ΚΣΕ). Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος διαβάζουμε στο κείμενο συμβολής της «Αριστερής Συσπείρωσης» στη 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Επίσης, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για μία κυβέρνηση “από την αριστερά της αριστεράς έως την αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας”, είναι ένα ανταγωνιστικό σχέδιο με το πολιτικό σχέδιο του μεταβατικού προγράμματος της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. χωρίς να την εξομοιώνουμε με τις τελευταίες κυβερνήσεις των μνημονίων όπως κάνει το ΚΚΕ, είμαστε απέναντι της, συνεχίζοντας την πάλη για την εξουσία των εκμεταλλευόμενων πάνω στους εκμεταλλευτές…»6. Σε αυτό το πλαίσιο εκφράστηκε και μια πιο συγκεκριμένη άποψη από τον Γ. Χριστόπουλο (μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του Κεντρικού Συντονιστικού της Αριστερής Συσπείρωσης): «Το μεταβατικό πρόγραμμα δεν υλοποιείται από μια κυβέρνηση μεταβατική, που κατά πως λέγεται θα στηρίζεται από το εργατικό και λαϊκό κίνημα […] αλλά από μια κυβέρνηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, όπου τον πρωταγωνιστικό ρόλο θα έχει η εργατική τάξη […] Μα θα αναρωτηθεί κάποιος τι το θέλουμε το μεταβατικό πρόγραμμα και δε μιλάμε για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, όπως τάχα κάνει το ΚΚΕ […] Το ερώτημα είναι πλαστό και αποκαλύπτεται πώς βλέπουν το μεταβατικό πρόγραμμα όσοι το θέτουν. Αποκαλύπτεται ότι βλέπουν το μεταβατικό πρόγραμμα, σαν αυτοτελή στρατηγικό στόχο και όχι σαν τακτικό επαναστατικό εργαλείο, βλέπουν ότι μέσα από την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος (αλήθεια ποιου;) θα βελτιωθεί η θέση των εργαζομένων και του λαού και σταδιακά θα επέλθει ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Τέτοιες απόψεις είναι σε σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, είναι στην κατεύθυνση των κοινωνικών συμβιβασμών και της ταξικής συνεργασίας»7.
Πρόκειται για λεκτικούς ακροβατισμούς! Η μεταβατικότητα δεν μπορεί να αφορά τη σύγκρουση με το κεφάλαιο, από την οποία μπορεί να προκύψει μόνο επαναστατική εργατική κυβέρνηση, ως προϊόν της επαναστατικής ανατροπής στο συσχετισμό των δύο αντιπάλων τάξεων, της εργατικής και αστικής τάξης.
Παρά τις όποιες παραλλαγές, η λογική του μεταβατικού προγράμματος οδηγεί αντικειμενικά στο ερώτημα ποια κυβέρνηση θα το υλοποιήσει. Γι’ αυτό όλες οδηγούνται στη λογική ότι μπορεί μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού ν’ αποτελέσει κρίκο για την επανάσταση.
Τόσο οι απόψεις που πιο επιθετικά βάζουν ζήτημα ανάληψης κυβερνητικής ευθύνης στο έδαφος του καπιταλισμού όσο και αυτές που αναφέρονται σε στάση ανοχής ή κριτικής στήριξης μιας κυβέρνησης σπέρνουν αυταπάτες ότι τα μονοπώλια θα επιτρέψουν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης βγαλμένης από το αστικό κοινοβούλιο που θα αμφισβητήσει την εξουσία τους. Διαστρεβλώνεται ο αντικειμενικός χαρακτήρας της επαναστατικής κατάστασης, η οποία εκδηλώνεται πάνω στο έδαφος της όξυνσης των αντιφάσεων του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και που δεν την προκαλεί η θέληση κανενός κόμματος, τάξης ή κυβέρνησης. Πουθενά και ποτέ στην ιστορία δεν επιβεβαιώθηκε μια τέτοια εξέλιξη. Καμιά κυβέρνηση στον καπιταλισμό δεν οδήγησε στην επαναστατική ανατροπή του συστήματος. Κομμουνιστικά κόμματα που συμμετείχαν σε τέτοιου είδους κυβερνήσεις, ανεξάρτητα μάλιστα από προθέσεις, το μόνο που πέτυχαν ήταν να εγκλωβιστούν στον κοινοβουλευτισμό ή να ανατραπούν βίαια.
Εξαιτίας αυτών των αντιφάσεων και διχογνωμιών στην Απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης κατέληξαν να παραπέμψουν για μελέτη «το ζήτημα της σχέσης κράτους, επανάστασης, εξουσίας και κυβέρνησης στη νέα εποχή της ταξικής πάλης». Δηλαδή δεν τοποθετήθηκαν στο πιο σημαντικό ζήτημα για την πολιτική ενός κόμματος που θέλει να είναι επαναστατικό, το ζήτημα της στάσης απέναντι σε μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού και μάλιστα σε συνθήκες που διαμορφώνονται δυνατότητες για την λεγόμενη «κυβέρνηση της Αριστεράς».
Αναμφίβολα η ρίζα του προβλήματος είναι βαθιά μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα, όμως σήμερα πλέον υπάρχει πολύ συσσωρευμένη αρνητική εμπειρία που επιβάλλει την αναγκαία μελέτη και τη διεξαγωγή συμπερασμάτων προς όφελος της επαναστατικής εργατικής πάλης για το σοσιαλισμό.

ΤΟ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η ΓΡΑΜΜΗ ΠΑΛΗΣ ΣΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Σύμφωνα με την Απόφαση της Συνδιάσκεψης, μέσω του μεταβατικού προγράμματος πάλης επιδιώκεται η «γεφύρωση του σήμερα με το αύριο του κινήματος». Στην πραγματικότητα αποσπώνται οι στόχοι βελτίωσης της οικονομικής και πολιτικής θέσης της εργατικής τάξης από την πάλη ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία, βλέποντας μια κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» ως σύμμαχο του κινήματος.
Αυτή η αντίληψη αποδυναμώνει και αποπροσανατολίζει το κίνημα, γιατί αντικειμενικά εγκλωβίζει την πολιτικοποίησή του στο ζήτημα της εναλλαγής κυβέρνησης πάνω στο καπιταλιστικό οικονομικό και θεσμικό έδαφος. Ετσι το κίνημα χάνει και τη δυναμική αυτοτέλειά του απέναντι στο κεφάλαιο σε ζητήματα διαπραγμάτευσης (μισθοί, ωράρια, ΣΣΕ κλπ.), την όποια δυνατότητα απόσπασης ορισμένων θετικών μέτρων ή της παρεμπόδισης να προχωρήσουν νέα αντιλαϊκά μέτρα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά την κριτική της στο ΣΥΡΙΖΑ, παρεμβαίνει στο συνδικαλιστικό εργατικό κίνημα με στόχο την αλλαγή κυβέρνησης, την ανάδειξη «αριστερής» κυβέρνησης και συντάσσεται με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή τη γραμμή. Στην πράξη δε διαχωρίζεται από αυτές τις δυνάμεις -και του ΣΥΡΙΖΑ- που πρωτοστάτησαν στην υπογραφή επιχειρησιακών συμβάσεων για μείωση των μισθών κλπ. Δεν είναι τυχαίο που δε διαχωρίζονται με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ ή και της «αριστερής σοσιαλδημοκρατίας» (το «καλό ΠΑΣΟΚ») που λένε «ναι» στην κήρυξη απεργίας από ΑΔΕΔΥ, ΓΣΕΕ, ΟΛΜΕ κλπ., αλλά όχι στην πρακτική στήριξή της, στην περιφρούρησή της, σε μέτωπο των εργαζόμενων ενάντια στην εργοδοτική και κρατική βία κατά της απεργίας.
Ως απόρροια της στάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο ζήτημα διακυβέρνησης-εξουσίας, η γραμμή που προωθεί στο κίνημα είναι ουσιαστικά γραμμή άμυνας, η οποία όλο και οπισθοχωρεί στο όνομα της επιδίωξης κοινής δράσης με δυνάμεις που μπορεί οι θέσεις τους να συμπίπτουν με συγκεκριμένους στόχους. Αποσπώνται ορισμένα προβλήματα-αιτήματα και προβάλλονται ως «αιχμές», μέσα από τις οποίες επιδιώκονται κινητοποιήσεις με ανεβασμένες μορφές πάλης για να οδηγήσουν σε συγκρουσιακές καταστάσεις. Η μηχανιστική προσέγγιση της ταξικής πάλης μέσα από «επαναστατικά εξεγερτικά στιγμιότυπα» οδηγεί σε αναμονή μεγάλων γεγονότων, υποτιμώντας την πάλη σε συνθήκες υποχώρησης του κινήματος και αρνητικού συσχετισμού, τη δράση που προετοιμάζει το κίνημα να ανταποκριθεί σε καμπές της ταξικής πάλης, δράση που απαιτεί σχέδιο, κλιμάκωση, εναλλαγή μορφών και κατεύθυνση για την κατάκτηση της εξουσίας της εργατικής τάξης. Η γραμμή που προωθεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο κίνημα κρίνεται και εκ του αποτελέσματος. Η παράθεση ορισμένων αιτημάτων σε συνδυασμό με μορφές πάλης που δεν έχουν ως κριτήριο να επιτευχτεί η μεγαλύτερη δυνατή μαζικότητα, ν’ ανέβει το επίπεδο της οργάνωσης, να οικοδομείται η συμμαχία της εργατικής τάξης με τα φτωχά λαϊκά στρώματα, οδηγούν σε τυχοδιωκτισμούς (βλ. απεργία διαρκείας ΟΛΜΕ), συμβάλλουν στην ενίσχυση του ρεύματος της απογοήτευσης και της λογικής της αναποτελεσματικότητας των αγώνων.
Η σύμπτωση σε σχέση με τη στήριξη ενός αγώνα, σε ορισμένα αιτήματα, σε μια απεργία για την υπεράσπιση των ΣΣΕ, δε συνιστά πολιτική συμμαχία, δεν προϋποθέτει καμιά πολιτική προγραμματική συμφωνία, ούτε κοινή δράση. Πολύ περισσότερο που το ζήτημα δεν είναι εάν, π.χ. όλοι είμαστε ενάντια στις απολύσεις στην ΕΡΤ, ενάντια στην ιδιωτικοποίηση μιας κρατικής επιχείρησης ή και στην κατάργηση μιας κρατικής υπηρεσίας, αλλά σε ποια κατεύθυνση θέλουμε να αναπτυχτεί το κίνημα, με τι χαρακτηριστικά, με ποιους στόχους πάλης. Πώς θα αξιοποιηθεί η πάλη για ένα επιμέρους ζήτημα, ώστε να συμβάλει στη συνολική κατεύθυνση του κινήματος. Γύρω από αυτά τα ζητήματα διεξάγεται έντονη ιδεολογικοπολιτική διαπάλη.
Η ενότητα σε ένα επιμέρους αμυντικό αίτημα, η διαμόρφωση κοινής δράσης με βάση αυτό, στην πραγματικότητα οδηγεί στον εγκλωβισμό στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής. Ετσι, π.χ. η αντίδραση στις αναδιαρθρώσεις μπορεί να γίνεται από τη σκοπιά της υπεράσπισης της σημερινής κατάστασης και όχι από τη σκοπιά της υπεράσπισης των σύγχρονων εργατικών-λαϊκών αναγκών.
Ταυτόχρονα υποτιμιέται η δυνατότητα σε φάση ανάκαμψης -έστω και προσωρινής, αναιμικής- να αμβλυνθούν ορισμένα οξυμένα λαϊκά προβλήματα, υποτιμιέται η δυνατότητα που υπάρχει στις σημερινές συνθήκες η αστική εξουσία να διαχειριστεί ορισμένα προβλήματα αξιοποιώντας ένα πολύμορφο δίκτυο κρατικών υπηρεσιών, ΜΚΟ κλπ.
Ετσι αναγορεύονται ως «νίκες» ελιγμοί που κάνει η ίδια η αστική εξουσία για να εξασφαλίσει την ενσωμάτωση. Απότοκος αυτής της λογικής είναι το γεγονός ότι μια σειρά τέτοιες δυνάμεις είδαν ως νίκη του κινήματος την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ΕΡΤ.
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι αν το κίνημα θα προβάλλει άμεσες διεκδικήσεις -αυτό αντικειμενικά γίνεται- αλλά με ποια πολιτική γραμμή δίνεται απάντηση στα φλέγοντα και συσσωρευμένα προβλήματα του λαού. Τέτοια γραμμή είναι μόνο αυτή που προωθεί το ΚΚΕ, η αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή γραμμή, η προβολή συνεκτικών ριζοσπαστικών στόχων πάλης που συγκρούονται με τη στρατηγική του κεφαλαίου, με συνολική γραμμή πάλης που διαπαιδαγωγεί στη σύγκρουση, συμβάλλει στην οργάνωση στον τόπο δουλειάς, στη γειτονιά, δεν ενσωματώνεται στις διάφορες αστικές επιδιώξεις.
Το ΚΚΕ παλεύει στο έδαφος των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων να φωτίζεται ο δρόμος για την ικανοποίηση των διευρυνόμενων λαϊκών αναγκών, που δεν είναι άλλος από την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, τη συγκρότηση της Λαϊκής Συμμαχίας με στόχο τη σύγκρουση με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις τους, τις κυβερνήσεις τους, σε τελευταία ανάλυση με την εξουσία τους, που είναι η πηγή των δεινών του λαού. Ο δρόμος αυτός δεν περνά μέσα από τις διάφορες εκδοχές του μεταβατικού προγράμματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είτε αυτό προσδιορίζεται ως κυβερνητικός στόχος είτε ως κρίκος για τη συγκέντρωση δυνάμεων είτε ως πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί από μια κυβέρνηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης και της δράσης δεν επιτυγχάνεται με την προβολή μίνιμουμ-ενδιάμεσων στόχων που σε τελευταία ανάλυση οδηγούν στο χαμήλωμα των απαιτήσεων και στον εξωραϊσμό του καπιταλιστικού συστήματος.
Στις σημερινές συνθήκες ο κρίκος για την ανασύνταξη του εργατικού-λαϊκού κινήματος, τη συγκρότηση ισχυρής Λαϊκής Συμμαχίας δεν μπορεί να είναι η πάλη κατά του Μνημονίου, το «κούρεμα» και η επιμήκυνση του χρέους, η διεύρυνση του κρατικού παρεμβατισμού, η παραγωγική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού. Κρίκος δεν είναι ούτε οι στόχοι για έξοδο από την Ευρωζώνη και την ΕΕ αποσπασμένοι από το ζήτημα της εξουσίας, ούτε μια κεϊνσιανή διαχείριση του συστήματος. Σήμερα κρίκο για την οργάνωση της εργατικής-λαϊκής αντεπίθεσης αποτελεί η πάλη κατά των συνεπειών της κρίσης, η αποτροπή της μεγαλύτερης χρεοκοπίας του λαού, του κινδύνου άμεσης εμπλοκής του σε ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Σε αυτά τα καθήκοντα κρίνεται κάθε πολιτική δύναμη που μιλάει εξ ονόματος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.

Η ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ

Οπως συμβαίνει άλλωστε με κάθε οπορτουνιστικό μόρφωμα, η έννοια του οπορτουνισμού δεν υπάρχει στις αναλύσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Διαχωρίζονται από το ΚΚΕ σε σχέση με τη θέση του για τις αντεπαναστάσεις στην ΕΣΣΔ και στα άλλα κράτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ταυτόχρονα χαρακτηρίζει τη γραμμή του ΚΚΕ ως σεχταριστική, ως πολιτική κομματικής περιχαράκωσης, γιατί αρνείται τα διάφορων τύπων αριστερά μέτωπα.
Στην πολιτική απόφαση της Συνδιάσκεψης γίνεται λόγος για «Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής», «πόλο της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής ανατρεπτικής Αριστεράς», «μετωπική πολιτική συμπόρευση για την ανατροπή των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής, αντι-ΕΕ, αντιιμπεριαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς», «άμεση κοινή πολιτική παρέμβαση πάνω σε ορισμένα μέτωπα».
Σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ διαχωρίζονται σε χοντρές γραμμές από την επίσημη διαχειριστική γραμμή, επιδιώκοντας σχέσεις με τμήματά του.
Ως άξονας πάλης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προβάλλεται η ανατροπή της συγκυβέρνησης και κάθε κυβέρνησης που εφαρμόζει τα μνημόνια και διαχειρίζεται την επίθεση του κεφαλαίου. Στις πρόσφατες εξελίξεις με αφορμή την ΕΡΤ βλέπει ότι έχει επέλθει «τεράστιος κλονισμός της κυβέρνησης Σαμαρά» και «ρήγματα στο εσωτερικό της» και προβάλλει ως κεντρικό σύνθημα «μπορούμε να τους ρίξουμε». Τα συνθήματα αυτά αντικειμενικά υποβοηθούν το πλαίσιο της κυβερνητικής μεταμφίεσης, αφού -ανεξάρτητα από το κυβερνητικό σχήμα- το κράτος του κεφαλαίου χρειάζεται προσαρμογές (λιγότερο δαπανηρούς κρατικούς οργανισμούς, μεταφορά στο ιδιωτικό κεφάλαιο ακόμα και δικτύων, όπως των ψηφιακών συχνοτήτων κλπ.). Δηλαδή, σε μια περίοδο που εξελίσσεται η αναμόρφωση καπιταλιστικών δομών και του αστικού πολιτικού συστήματος, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βλέπει ως «αστάθεια του πολιτικού συστήματος» που «θα συνεχιστεί και θα οξυνθεί» μόνο το λεγόμενο «κεντροδεξιό» πόλο (ΝΔ - κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ) και ουσιαστικά υποστηρίζει τον «αριστερό», κάνοντας κριτική στις προσαρμογές του ΣΥΡΙΖΑ εν αναμονή της ανάδειξης διακυβέρνησης.
Αντικειμενικά η οριοθέτηση ως άμεσου πολιτικού στόχου της ανατροπής της κυβέρνησης δίνει αέρα στα πανιά του ΣΥΡΙΖΑ στην προοπτική ανάδειξής του σε κυβέρνηση, καθιστώντας την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δορυφόρο του ενός πόλου. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται και εκτιμήσεις που, ενώ απ’ τη μια κάνουν προσπάθεια να διαχωριστούν από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη τον θεωρούν κομμάτι της «Αριστεράς», μέσα στην οποία επιδιώκουν την αλλαγή του συσχετισμού, αναγνωρίζοντας πως υπάρχουν τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ που διαφοροποιούνται από τη «δεξιόστροφη» πορεία της ηγεσίας του. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεωρεί πως το εκλογικό αποτέλεσμα του Μάη - Ιούνη 2012 αποτέλεσε βήμα στην πολιτικοποίηση του κινήματος και πως σηματοδότησε αριστερόστροφη δυναμική, αγνοώντας το ρεύμα των αυταπατών που κυριάρχησε σε εργατικές λαϊκές μάζες. Βλέπει την ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ ως αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων των τελευταίων χρόνων, παρακάμπτοντας την οργανωμένη μετακίνηση στελεχών του ΠΑΣΟΚ κλπ. Οι Θέσεις της ΚΣΕ αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Μετά την ανατροπή της κυβέρνησης πρότυπο του τραπεζίτη Παπαδήμου η άρχουσα τάξη ξεκίνησε μια λυσσαλέα επίθεση στην Αριστερά προσπαθώντας να ανακόψει την πολιτικοποίηση του κινήματος. Δεν τα κατάφερε […] Η μαζική εκλογική στροφή προς τα αριστερά ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης κινηματικής έξαρσης, των εργατικών αγώνων, των εξεγερσιακών καταστάσεων και του παρατεταμένου λαϊκού αγώνα. Το γεγονός όμως ότι μέσα στην Αριστερά κυριάρχησε εκλογικά το ρεφορμιστικό διαχειριστικό κομμάτι που εκφράστηκε με το ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζει αυτή η αριστερόστροφη δυναμική να συνδεθεί πολύ περισσότερο με μια προγραμματική κατεύθυνση ρήξης με το ευρώ, την ΕΕ και την πολιτική του κεφαλαίου, με ανώτερες μορφές οργάνωσης και αγώνων του λαού, με έναν άλλο επαναστατικό δρόμο προσέγγισης και κατάκτησης της εξουσίας»8.
Η επιχειρούμενη αυτοκριτική που κάνει σχετικά με τη στάση της στις εκλογές του 20129 («έλλειψη έγκαιρης κριτικής τοποθέτησης γύρω από το ζήτημα της αριστερής κυβέρνησης»), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σαφής διαχωρισμός τόσο από το ΣΥΡΙΖΑ όσο και από το ενδεχόμενο μιας αριστερής κυβέρνησης (ακόμα και με τη μη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ), καθώς στην πολιτική απόφαση διαβάζουμε: «…προετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα πιέζοντας την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για την πλήρη ενσωμάτωσή του στο σύστημα με στόχο τη συνέχιση της ίδιας πολιτικής έστω και σε ηπιότερη εκδοχή, την οριστική μετατροπή του σε “υπεύθυνη” δύναμη και ανοίγοντας διαύλους διαλόγου, αναγνωρίζοντάς τον ως “συνομιλητή”. Την τάση αυτή ενισχύει και η επιλογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, για μια διαχειριστική αντιμετώπιση της κρίσης μέσα στα όρια των πολιτικών της ΕΕ και του κεφαλαίου». Ουσιαστικά συνειδητά παραβλέπει την κύρια αιτία της «δεξιάς» μετατόπισης του ΣΥΡΙΖΑ: τη συναλλαγή με τους καπιταλιστές και τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα. Ολα τ’ άλλα είναι αναμενόμενες αντιφάσεις, από τις οποίες προκύπτει και η αντιφατική γραμμή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ν’ αναγνωρίζει στην εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ την τάση αριστερής ριζοσπαστικοποίησης, αλλά να θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να εγγυηθεί την υλοποίηση του μεταβατικού προγράμματος, γιατί δεν έχει καθαρή γραμμή αποδέσμευσης από την Ευρωζώνη.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η «αντικαπιταλιστική», «επαναστατική» ρητορική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός πως το «μεταβατικό πολιτικό της πρόγραμμα» καλλιεργεί -όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ- τις αυταπάτες του κοινοβουλευτικού-κυβερνητικού κρίκου. Συμβάλλει έτσι από τη δική της πλευρά στην ενσωμάτωση της λαϊκής διαμαρτυρίας και εργατικών-λαϊκών δυνάμεων που τείνουν να ριζοσπαστικοποιηθούν σε μια εναλλακτική αστική πολιτική διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος.
Οι αντιφάσεις που υπάρχουν είναι αποτέλεσμα ότι, ενώ στα λόγια, σε επίπεδο διακηρύξεων προσδιορίζεται ως στόχος η «επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού», στην πράξη υιοθετείται μια τέτοια πολιτική γραμμή που καθιστά την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ουρά του ενός πόλου του αστικού πολιτικού συστήματος που συγκροτείται με πυρήνα το ΣΥΡΙΖΑ, ως δύναμη δορυφορική στη λεγόμενη «αριστερή πτέρυγά» του.
Ανεξάρτητα από τις εξελίξεις σχετικά με τη συγκρότηση του «τρίτου πόλου», δεν μπορεί να μας διαφεύγει ο ειδικός ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην προσπάθεια πλαγιοκόπησης του ΚΚΕ, εμφανιζόμενη ως «η πιο συγγενική δύναμη στο ΚΚΕ». Η επιδίωξη αυτή είναι σύμφυτη με τη φυσιογνωμία του οπορτουνισμού που δεν πρόκειται να παραιτηθεί από το στόχο μετάλλαξης ή διάλυσης του ΚΚΕ. Η διατήρηση της επαναστατικής φυσιογνωμίας του ΚΚΕ προϋποθέτει ανοιχτό μέτωπο πολεμικής με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ο Μάκης Μακρής είναι μέλος του Γραφείου Περιοχής της ΚΟ Αν. Στερεάς - Εύβοιας του ΚΚΕ και της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ.
1. http://www.antarsya.gr/node/1442
2. http://antarsya.gr/node/1152
3. Πολιτική Απόφαση http://antarsya.gr/node/1442
4. http://www.antarsya.gr/node/1394
5. http://antarsya.gr/node/1315
6. http://antarsya.gr/node/1395 (σ.σ. η υπογράμμιση δική μας).
7. http://www.aristerisispeirosi.gr/menu-vima-dialogou/36-2013-06-04-13-05-45
8. http://www.antarsya.gr/node/1152

9. Θυμίζουμε: συμμετοχή στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών με τη συνάντηση που έκανε με το ΣΥΡΙΖΑ, δυνάμεις της που ανοιχτά έβαζαν το ζήτημα συμμετοχής σε αριστερή κυβέρνηση (π.χ. Κομμουνιστική Ανανέωση, ΑΡΑΝ κ.ά.).

Οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία

Οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Τσε Γκεβάρα για την ατομική τρομοκρατία


Η ατομική τρομοκρατία ποτέ δεν είχε σχέση με το μαζικό εργατικό-λαϊκό κίνημα
Η ατομική τρομοκρατία ποτέ δεν είχε σχέση με το μαζικό εργατικό-λαϊκό κίνημα
*
Οι Μαρξ-Ενγκελς, έχουν δώσει πλήθος στοιχείων ως προς τη δράση των Μπακούνιν και Νετσάγιεφ και την πρακτόρικη-προβοκατόρικη ταχτική τους. Πρόσφατα, δημοσιογράφος απογευματινής εφημερίδας παρουσίασε το Νετσάγιεφ ως μαρξιστή, τον οποίο μάλιστα είχαν ως πρότυπό τους οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» στην Ιταλία αποδίδοντας έτσι στο μαρξισμό την «ιδεολογία της τρομοκρατίας». Ο Νετσάγιεφ βεβαίως ήταν πράκτορας της «Οχράνας» του Τσάρου της Ρωσίας και μαζί με τον Μπακούνιν είχαν ιδρύσει τη «Μυστική Συμμαχία», η οποία σκοπό της έχει την είσοδο μελών της στη «Διεθνή Ενωση Εργατών», με σκοπό την υπονόμευση και διάλυσή της. Ενώ ταυτόχρονα δρούσαν αυτοτελώς με μορφές πάλης την ατομική τρομοκρατία, τις δολοφονίες πολιτικών, τη διάπραξη άλλων εγκλημάτων του κοινού ποινικού δικαίου.
 *
Τα κείμενα που τους αποκαλύπτουν γράφτηκαν από τους Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς με τη συνεργασία του Π. Λαφάργκ. Ολη η εργασία τους τυπώθηκε σε φυλλάδιο στο Λονδίνο και το Αμβούργο τον Αύγουστο του 1873.
 *
Να λοιπόν τι γράφουν σχετικά μ’ αυτή την υπόθεση:
 *
«Αυτή η ένωση εκπορεύεται απ’ την πεποίθηση ότι ποτέ οι επαναστάσεις δεν πραγματοποιούνται ούτε από προσωπικότητες, ούτε από μυστικούς Συνδέσμους. Πραγματοποιούνται σαν από μόνες τους, προκαλούμενες από τη δύναμη των πραγμάτων, από την πορεία των γεγονότων και των περιστάσεων. Προετοιμάζονται μακροχρόνια βαθιά μέσα στην ενστικτώδη συνείδηση των λαϊκών μαζών και κατόπιν ξεσπούν… Ο,τι μπορεί να κάνει ένας μυστικός Σύνδεσμος καλά οργανωμένος, είναι, πρώτα απ’ όλα, να υποβοηθήσει τη γέννηση της επανάστασης, διαδίδοντας στις μάζες τις ιδέες, που να ανταποκρίνονται στα ένστικτα των μαζών και να οργανώσει όχι το στρατό της επανάστασης – στρατός πρέπει να είναι πάντα ο λαός (κρέας για τα κανόνια), – αλλά το επαναστατικό επιτελείο, που θα αποτελούν άνθρωποι αφοσιωμένοι, δραστήριοι, έξυπνοι και, το κυριότερο, ειλικρινείς,- και όχι ιδιοτελείς και ματαιόδοξοι,- φίλοι του λαού, ικανοί να γίνουν οι μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας» (και μονοπωλητές της) «και των λαϊκών ενστίκτων». Από κείμενα της «Μυστικής Συμμαχίας»
 *
Η πραγματική επαναστατική πραχτική
 *
Απέναντι σ’ αυτή τη λογική οι Μαρξ-Ενγκελς απαντούν:
 *
«Για να διασφαλιστεί η επιτυχία της επανάστασης, χρειάζεται να υπάρχει ενότητα σκέψης και δράσης. Τα μέλη της Διεθνούς πασχίζουν να δημιουργήσουν αυτή την ενότητα με την προπαγάνδα, τη συζήτηση και την ανοιχτή οργάνωση του προλεταριάτου, ενώ ο Μπακούνιν χρειάζεται μόνο μια μυστική οργάνωση εκατό ανθρώπων, προνομιούχων εκπροσώπων της επαναστατικής ιδέας, ένα αυτοδιορισμένο γενικό επιτελείο που βρίσκεται στην εφεδρεία και υπό τις διαταγές του μόνιμου “πολίτη Μπ” (σ.σ. Μπακούνιν). Ενότητα σκέψης και δράσης δε σημαίνει τίποτα άλλο παρά δογματισμό και τυφλή υποταγή. Perinde ac cadaver. (Σαν ένα πτώμα). Εχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό Τάγμα ιησουιτών.
 *
Το να λέει κανείς ότι οι εκατό διεθνείς αδελφοί πρέπει “να γίνουν μεσάζοντες μεταξύ της επαναστατικής ιδέας και των λαϊκών ενστίκτων”, είναι σα ν’ ανοίγει μιαν άβυσσο ανάμεσα στην επαναστατική ιδέα της Συμμαχίας και στις μάζες των προλετάριων, είναι σαν να ομολογεί την αδυναμία του να στρατολογήσει αυτούς τους εκατό φρουρούς κάπου αλλού, εκτός από τις προνομιούχες τάξεις».
 *
Γι’ αυτό και καταλήγουν ως εξής:
 *
«Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια εταιρία, που, κάτω απ’ τη μάσκα του πιο ακραίου αναρχισμού, δε στρέφει τα χτυπήματά της ενάντια στις υπάρχουσες κυβερνήσεις… Για να επιτύχει τους σκοπούς της, η εταιρία αυτή δε διστάζει να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο και κάθε δολιότητα. Το ψέμα, η συκοφαντία, οι εκφοβισμοί, οι τραμπουκισμοί, είναι χαρακτηριστικά της γνωρίσματα. Τέλος, στη Ρωσία η εταιρία αυτή αντιποιείται κατάφωρα τον τίτλο της Διεθνούς και, καλυπτόμενη πίσω από την επωνυμία της Διεθνούς, διαπράττει ποινικά αδικήματα, απάτες, μια δολοφονία, ενώ για όλα αυτά ο κυβερνητικός και ο αστικός Τύπος επιρρίπτει την ευθύνη στην Ενωσή μας (…) Ας φωνασκούν οι ηγέτες της Συμμαχίας περί προδοσίας. Εμείς τους παραδίδουμε στην περιφρόνηση των εργατών και στην εύνοια των κυβερνήσεων, στις οποίες πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες, αποδιοργανώνοντας το εργατικό κίνημα.Η εφημερίδα της Ζυρίχης “Tagwacht” είχε απόλυτο δίκιο όταν, απαντώντας στον Μπακούνιν, έλεγε:
 *
Αν δεν είσθε πληρωμένος πράκτορας, τότε, όπως και νά ‘χει, ένα είναι φανερό: κανένας πληρωμένος πράκτορας δε θα μπορούσε να προξενήσει μεγαλύτερη ζημιά απ’ ό,τι προξενήσατε εσείς“».
*
Δράση που βολεύει το σύστημα
 *
Οι Μαρξ, Ενγκελς και Λένιν, αντιμετώπισαν ως έναν από τους βασικούς εχθρούς του εργατικού κινήματος, ομάδες και πρόσωπα, που είχαν αιχμή της δράσης τους την ατομική τρομοκρατία, στο κίνημα των αναρχικών, αλλά και των ναρόντνικων, (αγροτικό δημοκρατικό κίνημα στα μέσα του 19ου αιώνα στη Ρωσία). Αλλά και στη συνέχεια, αρχές του 20ού αιώνα, ο Λένιν το αντιμετώπισε στη δράση των εσέρων (σοσιαλιστές – επαναστάτες).
 *
Σχετικά με τη δράση τέτοιων ομάδων και προσώπων γράφει ο Ενγκελς σε επιστολή του προς τον Πάμπλο Ιγκλέσιας στη Μαδρίτη:
 *
«(…) Οσο για τους αναρχικούς, αυτοί φαίνεται δεν απέχουν πολύ απ’ την αυτοκτονία. Τούτη η παθιασμένη πυρετώδης φούρια, τούτο το πυροτέχνημα των δολοφονιών, που δεν έχουν κανένα νόημα, και, αν το καλοκοιτάξεις, είναι πληρωμένες και μονταρισμένες απ’ την αστυνομία, δεν μπορεί να μην ανοίξει τα μάτια ακόμα και του αστισμού για τον αληθινό χαρακτήρα αυτής της προπαγάνδας των φρενοβλαβών και βαλτών πρακτόρων(…).
 *
Κι αν τώρα διακινδυνεύουμε κι εμείς να δεινοπαθήσουμε απ’ την αστική αντίδραση, τελικά θα βγούμε κερδισμένοι, διότι αυτή τη φορά θα μπορέσουμε ν’ αποδείξουμε σε όλους ότι εμάς και τους αναρχικούς μας χωρίζει άβυσσος».(Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 39, σελ. 223).
 *
Μετά το ματοβαμμένο τσάκισμα της «Κομμούνας του Παρισιού», οι αναρχικοί επιτέθηκαν στη «Διεθνή Ενωση Εργατών», επίθεση συνδυασμένη με την επίθεση των αστικών κυβερνήσεων.
 *
Ο Ενγκελς, σε επιστολή του από το Λονδίνο, στις 24 Γενάρη του 1872, ένα χρόνο μετά την Κομμούνα, προς τον Τέοντορ Κούνο στο Μιλάνο αναφέρεται σ’ αυτό ως εξής:
 *
«(…)Αν αναλογιστεί κανείς σε ποια στιγμή -τώρα ακριβώς που όλα τα σκυλιά έχουν ξαμοληθεί καταπάνω στη Διεθνή- οι άνθρωποι αυτοί οργανώνουν τη συνωμοσία τους, τότε δεν μπορεί να μην περάσει απ’ το μυαλό του πως οι κύριοι της διεθνούς αστυνομίας έχουν βάλει το χέρι τους στην υπόθεση. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει. Στο Μπεζιέ, οι μπακουνικοί της Γενεύης έχουν σαν εκπρόσωπό τους τον διευθυντή της αστυνομίας! (…) Ως ποιο βαθμό είναι ανακατεμένη στην υπόθεση η ρωσική αστυνομία είναι κάτι που το αφήνω ανοιχτό για την ώρα, αλλά ο Μπακούνιν ήταν χωμένος ως τα μπούνια στην υπόθεση “Νετσάγιεφ” (βέβαια, το διαψεύδει, αλλά εμείς εδώ έχουμε τα πρωτότυπα των ρωσικών κειμένων κι επειδή και ο Μαρξ και εγώ καταλαβαίνουμε τα ρωσικά, δεν μπορεί να μας ρίξει στάχτη στα μάτια). Κι ο Νετσάγιεφ, είτε είναι agent provocateur (πράκτορας) των Ρώσων, είτε οπωσδήποτε έδρασε ως τέτοιος. Πέρα απ’ αυτό, ανάμεσα στους Ρώσους φίλους του Μπακούνιν υπάρχουν κάθε λογής ύποπτα άτομα (…). (Κ. ΜΑΡΞ – Φ. ΕΝΓΚΕΛΣ, Απαντα, τόμ. 33, σελ. 388 – 392).
*
Η υπόθεση Νετσάγιεφ
Η εξέγερση των «Δεκεμβριστών» στις 14 του Δεκέμβρη 1825 στη Ρωσία
*
Η υπόθεση Νετσάγιεφ, με αφορμή μια δίκη που έγινε στη Ρωσία το 1871, αποκάλυψε το ρόλο του ως πράκτορα, με διάφορα περιστατικά ανθρώπων, οι οποίοι έχοντας σχέση μαζί του συνελήφθησαν από το τσαρικό καθεστώς, με επαναστατικό υλικό στην κατοχή τους. Τα κείμενα των Μαρξ – Ενγκελς γι’ αυτή την υπόθεση, αποκαλύπτουν τον προβοκατόρικο ρόλο αυτού, που ως επαναστατική μορφή πάλης είχε την ατομική τρομοκρατία. Ας αφήσουμε τα κείμενα των κλασικών του μαρξισμού να μιλήσουν γι’ αυτόν.
 *
Η δίκη Νετσάγιεφ
*
«Πληροφορηθήκαμε, γράφουν οι Μαρξ – Ενγκελς, για τη δράση της Συμμαχίας στη Ρωσία από την πολιτική δίκη, γνωστή ως υπόθεση Νετσάγιεφ, που έγινε τον Ιούλιο του 1871 στο δικαστήριο της Πετρούπολης. Για πρώτη φορά στη Ρωσία μια πολιτική δίκη έγινε μπροστά σε ορκωτό δικαστήριο και δημόσια. Ολοι οι δικαζόμενοι, πάνω από ογδόντα άτομα, άνδρες και γυναίκες, ανήκαν, εκτός από λίγες εξαιρέσεις, στη σπουδάζουσα νεολαίαΕίχαν μείνει προφυλακισμένοι από το Νοέμβριο του 1869 ως τον Ιούλιο του 1871 στα μπουντρούμια του φρουρίου του Πετροπαβλίφσκ, με αποτέλεσμα δυο απ’ αυτούς να πεθάνουν και μερικοί άλλοι να παραφρονήσουν. Βγήκαν από τα μπουντρούμια απλώς για να ακούσουν την απόφαση, που τους καταδίκαζε σε καταναγκαστικά έργα στα ορυχεία της Σιβηρίας, σε ειρκτή και σε φυλάκιση δεκαπέντε, δώδεκα, δέκα, εφτά και δύο χρόνων(…) Το έγκλημά τους ήταν πως ανήκαν σε μια μυστική εταιρία, η οποία είχε σφετερισθεί το όνομα της Διεθνούς Ενωσης Εργατών και στην οποία στρατολογήθηκαν από απεσταλμένο της διεθνούς επαναστατικής επιτροπής, που διέθετε πληρεξούσια δήθεν με τη σφραγίδα της Διεθνούς. Αυτός ο απεσταλμένος τους έβαλε να διαπράξουν μια σειρά απάτες και ανάγκασε μερικούς απ’ αυτούς να γίνουν συνεργοί του στη διάπραξη μιας δολοφονίας. Αυτή η δολοφονία ήταν που οδήγησε την αστυνομία στα ίχνη της μυστικής εταιρίας, αλλά, όπως συμβαίνει συνήθως, ο ίδιος ο απεσταλμένος είχε ήδη εξαφανιστεί. Σ’ όλη αυτή την υπόθεση ο ρόλος του απεσταλμένου ήταν πολύ ύποπτος. Ο απεσταλμένος αυτός ήταν ο Νετσάγιεφ (…)
 *
Το 1861, απαντώντας στα φορολογικά μέτρα, που αποσκοπούσαν στο να μην μπορούν οι άποροι νέοι να πλησιάσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, και στα δικαστικά μέτρα, που απέβλεπαν στο να τους υποτάξουν στην αστυνομική αυθαιρεσία, οι φοιτητές εξέφρασαν έντονη και ομόφωνη διαμαρτυρία, που από τις συνελεύσεις την κατέβασαν στους δρόμους και τη μετέτρεψαν σε εντυπωσιακές διαδηλώσεις (…) Οι συνελεύσεις (…) έδιναν ταυτόχρονα τη δυνατότητα να συζητούνται πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Η ρωσική σπουδάζουσα νεολαία, που στο μεγαλύτερο μέρος της την αποτελούσαν παιδιά αγροτών και άλλων φτωχών ανθρώπων, είχε διαποτιστεί σε τέτοιο βαθμό απ’ τις σοσιαλιστικές ιδέες, ώστε ονειρευόταν κιόλας την άμεση υλοποίησή τους (…) Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση έκανε την εμφάνισή του ό Νετσάγιεφ, που, εκμεταλλευόμενος το κύρος της Διεθνούς και τον ενθουσιασμό αυτής της νεολαίας, επιχείρησε να πείσει τους φοιτητές ότι δεν είναι καιρός να ασχολούνται με τέτοια μικροπράγματα, τη στιγμή που υπάρχει μέσα στη Διεθνή μια τεράστια μυστική εταιρία, που ανάβει τη φωτιά της παγκόσμιας επανάστασης και είναι έτοιμη για άμεσες ενέργειες στη Ρωσία. Ο Νετσάγιεφ κατάφερε να εξαπατήσει μερικούς νέους ανθρώπους και να τους παρασύρει σε εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου, που έδωσαν την ευκαιρία στην αστυνομία να τσακίσει αυτό το κίνημα των σπουδαστών, τόσο επικίνδυνο για την επίσημη Ρωσία.
 *
Η ύποπτη φυγή στη Γενεύη
*
Το Μάρτιο του 1869 έφτασε στη Γενεύη ένας νεαρός Ρώσος, που προσπάθησε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη όλων των Ρώσων εμιγκρέδων, παριστάνοντας τον αντιπρόσωπο των φοιτητών της Πετρούπολης. Εμφανιζόταν με διάφορα ονόματα. Μερικοί εμιγκρέδες γνώριζαν από αξιόπιστες πηγές πως από την Πετρούπολη δεν είχε σταλεί κανένας αντιπρόσωπος. Αλλοι, ύστερα από συζήτηση με τον δήθεν αντιπρόσωπο, τον πέρασαν για χαφιέ. Στο τέλος, είπε το πραγματικό του όνομα: Νετσάγιεφ. Ελεγε ότι είχε αποδράσει απ’ το φρούριο της Πετρούπολης, όπου ήταν έγκλειστος σαν πρωτεργάτης των ταραχών που ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1869 στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της πρωτεύουσας. Μερικοί εμιγκρέδες, που είχαν μείνει για καιρό έγκλειστοι σ’ αυτό το φρούριο, γνώριζαν από προσωπική εμπειρία ότι από κει είναι αδύνατο να ξεφύγει κανείς. Γι’ αυτό κατάλαβαν ότι εδώ ο Νετσάγιεφ λέει ψέματα. Εξάλλου, επειδή στις εφημερίδες και τα γράμματα που έπαιρναν μνημονεύονταν τα ονόματα των διωκόμενων φοιτητών και πουθενά δε γινόταν λόγος περί Νετσάγιεφ, θεώρησαν ότι τα όσα αραδιάζει για τη δήθεν επαναστατική δράση του είναι παραμύθια. Ο Μπακούνιν, όμως, έπαιρνε φανερά το μέρος του Νετσάγιεφ. Διαλαλούσε παντού πως ο Νετσάγιεφ είναι “έκτακτος απεσταλμένος της μεγάλης μυστικής οργάνωσης που υπάρχει και δρα στη Ρωσία”(…) Σε μια συζήτηση που είχε ο Νετσάγιεφ με έναν εμιγκρέ, αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι δεν τον έστειλε αντιπρόσωπο καμία μυστική οργάνωση(…)
 *
Και όμως έπεφταν στα χέρια του Τσάρου
*
Από τον Απρίλιο του 1869 οι Μπακούνιν και Νετσάγιεφ άρχισαν να προετοιμάζουν το έδαφος για επανάσταση στη Ρωσία. Από τη Γενεύη έστελναν επιστολές, εκκλήσεις και τηλεγραφήματα στην Πετρούπολη, στο Κίεβο και σε άλλες πόλεις. Ωστόσο, γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να φτάσουν στη Ρωσία επιστολές, εκκλήσεις και ιδίως τηλεγραφήματα, δίχως να το μάθει το “III Γραφείο”, (σ.σ.το 3ο Γραφείο της καγκελαρίας του Τσάρου, που ήταν η διεύθυνση της μυστικής αστυνομίας στη Ρωσία), (η μυστική αστυνομία). Ολα αυτά μπορούσαν να έχουν ένα και μόνο σκοπό: να εκθέσουν ανθρώπους. Αυτές οι ανέντιμες μέθοδοι, ανθρώπων που δε ριψοκινδύνευαν τίποτα στην καλοστεκούμενη Γενεύη, οδήγησαν σε πολυάριθμες συλλήψεις στη Ρωσία. Τους είχαν, μάλιστα, προειδοποιήσει ότι δημιουργούν κινδύνους. Εχουμε αποδείξεις πως γνωστοποίησαν στον Μπακούνιν την ακόλουθη περικοπή μιας επιστολής απ’ τη Ρωσία.
 *
Για όνομα του Θεού, πέστε στον Μπακούνιν να πάψει, αν έχει έστω και κάτι ιερό μέσα του για την επανάσταση, να στέλνει τις εξωφρενικές προκηρύξεις του, που οδηγούν σε έρευνες σε πολλές πόλεις, σε συλλήψεις και παραλύουν κάθε σοβαρή δουλιά“(…)
 *
Στις 7 Απριλίου 1869, ο Νετσάγιεφ γράφει στην Κα Τομίλοβα, σύζυγο συνταγματάρχη, ο όποιος αργότερα πέθανε απ’ τον καημό για τη σύλληψη της γυναίκας του, ότι “στη Γενεύη πνίγονται στις δουλιές” και την προτρέπει να στείλει εκεί έναν σίγουρο άνθρωπο για να μιλήσει μαζί του. “Η υπόθεση, για την οποία πρέπει να κουβεντιάσουμε, δεν άφορα μόνο το δικό μας εμπόριο, αλλά και το πανευρωπαϊκό. Εδώ το πράγμα βράζει. Μαγειρεύεται μια τέτοια σούπα, που δε θα μπορέσει ούτε όλη η Ευρώπη να την αποτελειώσει. Βιαστείτε, λοιπόν”. Ακολουθεί σύσταση της Γενεύης. Αυτή η επιστολή δεν έφτασε στον παραλήπτη. Την έπιασε στο ταχυδρομείο η μυστική αστυνομία, με επακόλουθο τη σύλληψη της Κας Τομίλοβα, που πρωτοείδε την επιστολή μόνο κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων (“Εφημερίδα της Πετρούπολης”, αρ. φύλ. 187, 1871)(…)
 *
Και η περίπτωση της Αλεξαντρόφσκαγια
*
Η Κα Αλεξανδρόφσκαγια ήταν πολύ εκτεθειμένη στην περίοδο των ταραχών του 1861-1862. Κάθισε μάλιστα και στη φυλακή, όπου η στάση της δεν ήταν και τόσο σωστή. Σε μια κρίση ειλικρίνειας έγραψε μια εξομολόγηση προς τους δικαστές της και η εξομολόγηση αυτή ενοχοποίησε πολλούς ανθρώπους(…) Είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο ο Νετσάγιεφ χρειάστηκε έναν συνεπιβάτη,(σ.σ. για ταξίδι από τη Ρωσία στη Γενεύη), του οποίου και μόνο η παρουσία θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει τη σύλληψή του στα σύνορα: Μολαταύτα, ο Νετσάγιεφ, συνοδευόμενος από την Κα Αλεξανδρόφσκαγια, έφθασε αισίως στη Γενεύη και, ενώ τους άμοιρους ανθρώπους που εξαπάτησε τους έριχναν στη φυλακή, αυτός μαζί με τον Μπακούνιν καταπιάστηκε με τη σύνταξη του δεύτερου τεύχους της “Λαϊκής Τιμωρίας”. Ο Μπακούνιν, απέραντα υπερήφανος διότι η “Journal de Geneve” γράφει για τη συνωμοσία Νετσάγιεφ και του αποδίδει (του Μπακούνιν) καθοδηγητικό ρόλο σ’ αυτήν, ξέχασε πως η “Λαϊκή Τιμωρία” του τυπώνεται δήθεν στη Μόσχα και αναδημοσίευσε σ’ αυτήν μια ολόκληρη σελίδα απ’ το άρθρο της “Journal de Geneve”, γραμμένο στα γαλλικά. Μόλις ετοιμάστηκε το περιοδικό, ανέθεσαν στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια να το μεταφέρει μαζί με άλλες προκηρύξεις στη Ρωσία. Στα σύνορα, ένας πράκτορας του ΙΙΙ Γραφείου, που είχε στήσει καρτέρι στην Κα Αλεξανδρόφσκαγια, της πήρε το πακέτο. Μετά τη σύλληψή της, παρέδωσε στον πράκτορα έναν κατάλογο ονομάτων, που μόνο ο Μπακούνιν μπορούσε να τα γνωρίζει. Ενας από τους κατηγορούμενους στην υπόθεση Νετσάγιεφ, αλλά και από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι “θεωρούσε προηγούμενα τον Μπακούνιν έντιμο άνθρωπο και δεν καταλαβαίνει πως αυτός, μαζί με τους άλλους, μπόρεσε τόσο ύπουλα να εκθέσει αυτή τη γυναίκα στον κίνδυνο της σύλληψης“».
 *
Αυτός λοιπόν ήταν ο Νετσάγιεφ, ένας κοινός προβοκάτορας, που είχε σχέση ή χρησιμοποιήθηκε από τις τσαρικές αρχές ενάντια στους επαναστάτες.
 *
Τα κείμενα των Μαρξ – Ενγκελς είναι από το βιβλίο «Κ.Μαρξ – Φ.Ενγκελς, για τον αναρχισμό, εκδόσεις «Καζάντζα».
*
Ο Λένιν
*
Ο Λένιν ήταν επίσης φανατικός πολέμιος της ατομικής τρομοκρατίας ως μορφής πάλης. Είναι χαρακτηριστική αυτή η πολεμική του στους σοσιαλιστές επαναστάτες, που δρούσαν με τις μορφές των πολιτικών δολοφονιών. Στο έργο του «Επαναστατικός τυχοδιωκτισμός», αποσπάσματα του οποίου παρουσιάζουμε, αναφέρει:
 *
«Ας περάσουμε στο δεύτερο σημείο, στο ζήτημα της τρομοκρατίας.
Υπερασπίζοντας την τρομοκρατία, που η ακαταλληλότητά της έχει αποδειχθεί τόσο καθαρά από την πείρα του ρωσικού επαναστατικού κινήματος, οι σοσιαλιστές – επαναστάτες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους και δηλώνουν πως αναγνωρίζουν μόνον την τρομοκρατία που συνδυάζεται με τη δουλειά στις μάζες και γι’ αυτόν το λόγο δεν τους αφορούν τα επιχειρήματα, με τα οποία οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες αναιρούσαν (και αναίρεσαν για πολύ καιρό) τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεθόδου πάλης.(…)
 *
Εμείς δεν επαναλαμβάνουμε τα λάθη των τρομοκρατών, δεν αποσπούμε κανέναν από τη δουλειά στις μάζες, βεβαιώνουν οι σοσιαλιστές – επαναστάτες, και ταυτόχρονα συνιστούν θερμά στο κόμμα πράξεις σαν τη δολοφονία του Σιπιάγκιν από τον Μπαλμασόφ, αν και ο καθένας ξέρει θαυμάσια και βλέπει πως η πράξη αυτή δεν έχει καμιά σχέση με τις μάζες, ούτε και μπορούσε να έχει…
 *
“Ποιον να χτυπάμε;” – ρωτάει το κόμμα των σοσιαλιστών – επαναστατών και απαντά: Τους υπουργούς και όχι τον τσάρο, γιατί “ο τσάρος δε θα εξωθήσει τα πράγματα στα άκρα” (!! από πού το έμαθαν;;), κι έπειτα “αυτό είναι και πιο εύκολο” (έτσι επί λέξει!): “Κανένας υπουργός δεν μπορεί να κλειστεί στο παλάτι, σαν σε φρούριο”. Και η επιχειρηματολογία αυτή τελειώνει με τον ακόλουθο συλλογισμό, που αξίζει ν’ απαθανατιστεί, σαν πρότυπο “θεωρίας” των σοσιαλιστών – επαναστατών. “Ενάντια στον όχλο, ο απολυταρχισμός έχει τους φαντάρους, ενάντια στις επαναστατικές οργανώσεις τη μυστική και φανερή αστυνομία, τι θα τον σώσει, όμως…” (ποιον, την απολυταρχία; Ο συντάχτης, χωρίς να το καταλάβει, συνταύτισε πια την απολυταρχία με τον υπουργό, που είναι ευκολότερο να χτυπηθεί!) “… από τα μεμονωμένα άτομα ή τους μικρούς ομίλους που ασταμάτητα και εν αγνοία μάλιστα του ενός από τον άλλο (!!) ετοιμάζονται για επίθεση και επιτίθενται; Καμιά δύναμη δε θα βοηθήσει απέναντι στο ασύλληπτο. Συνεπώς, το καθήκον μας είναι καθαρό: Να βγάζουμε από τη μέση κάθε αυταρχικό σατράπη της απολυταρχίας με το μοναδικό μέσο που μας άφησε (!) η απολυταρχία – το θάνατο”.
 *
Να καλείς σε μια τέτοια τρομοκρατία, όπως είναι η διοργάνωση αποπειρών δολοφονίας ενάντια σε υπουργούς από μεμονωμένα άτομα και από άγνωστους μεταξύ τους ομίλους, τη στιγμή που οι επαναστάτες δεν έχουν αρκετές δυνάμεις και μέσα για την καθοδήγηση της μάζας, που ήδη ξεσηκώνεται, – σημαίνει ότι όχι μόνο διακόπτεις μ’ αυτόν τον τρόπο τη δουλειά μέσα στις μάζες, αλλά και προκαλείς άμεσα την αποδιοργάνωση της δουλειάς.
 *
Εμείς, οι επαναστάτες (…) Πρέπει να δρούμε όλοι μαζί πιο ενεργητικά, πιο θαρραλέα και πιο οργανωμένα. Ενώ οι σοσιαλιστές – επαναστάτες συμπεραίνουν: “Πυροβόλα, ασύλληπτο άτομο, γιατί, αλίμονο, η μάζα θα αργήσει ακόμα, και γιατί ενάντια στη μάζα υπάρχουν φαντάροι”. Αυτό πια είναι τελείως ανόητο, κύριοι!» (Β. Ι. ΛΕΝΙΝ: «Απαντα», τ. 6, σελ. 381 – 385, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).
*
Οι επαναστάτες για τους “επαναστάτες”
*
«Το συνέδριο αποκρούει κατηγορηματικά την τρομοκρατία, δηλαδή το σύστημα των πολιτικών εκτελέσεων μεμονωμένων προσώπων σαν μέθοδο πολιτικής πάλης τελείως ακατάλληλη… (γιατί) καλλιεργεί και στους ίδιους τους επαναστάτες και στον πληθυσμό γενικά τις πιο στραβές αντιλήψεις για τα καθήκοντα και τις μεθόδους πάλης ενάντια στην απολυταρχία».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα τ. 7, σελ. 249).
 *
«(…) Οι μεμονωμένες απόπειρες δολοφονίας, σαν επαναστατική τακτική, είναι άσκοπες και επιζήμιες. Μόνο το μαζικό κίνημα μπορεί να θεωρηθεί σαν πραγματική πολιτική πάλη (…)».
(ΛΕΝΙΝ, Απαντα, τ. 40, σελ. 312).
*
«Είμαστε ειλικρινά πεπεισμένοι ότι η τρομοκρατία είναι ένα αρνητικό όπλο, που δεν προσφέρει απολύτως ποτέ τα αναμενόμενα αποτελέσματα κι ότι μπορεί να απομακρύνει το λαό από ένα επαναστατικό κίνημα, αφού συνδέεται ολοκληρωτικά με αυτούς που επιδιώκουν ανθρώπινες απώλειες χωρίς προοπτική για τα προσδοκώμενα αποτελέσματα».
(Τσε Γκεβάρα, «Ο Ανταρτοπόλεμος», σελ. 127, εκδόσεις «Καρανάση», Αθήνα, 1982).
 *
«Η δολοφονία και ο τυφλός τερορισμός (τρομοκρατία) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι προτιμότερο να γίνεται μαζική δουλειά, να εντυπώνεται το επαναστατικό ιδανικό, και να το κάνει να ωριμάσει για να μπορούν, στη δοσμένη στιγμή, να κινητοποιήσουν αυτές τις μάζες υποστηριζόμενες από τον επαναστατικό στρατό και να κάνουν να κλίνει η πλάστιγγα προς την πλευρά της Επανάστασης».
(Τσε Γκεβάρα, στο ίδιο, σελ. 118-119).
*
Πηγή: Lenin Reloaded

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ

 ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΜΟΝΑΧΩΝ ΣΤΟΝ ΧΙΤΛΕΡ


Έτσι… για να θυμόμαστε που και που… και το ρόλο κάποιων…
Συγχαρητήρια επιστολή μοναχών του Αγίου Όρους
στον Χίτλερ, για τις «νίκες» του κατά των Σοβιετικών.

Ανοικτή Επιστολή Ιεράς Επιστασίας, προς την Αυτού Εξοχότητα
Αρχηγόν του Γ΄ Ράϊχ, Αδόλφον Χίτλερ.


«Ημείς οι 20 εκλεγόμενοι αντιπρόσωποι των ισάριθμων
ιερών μονών των αποτελουσών την Μοναστικήν
Πολιτείαν του Αγιωνύμου Όρους Άθω δημοσιεύομεν
εις επήκοον πάντων την ανοικτήν ταύτην επιστολήν
διά τάς κατά των Σοβιετικών νίκας σας. Καί αγαλλόμενοι
κραυγάζομεν εν θαυμασμώ : Έπεσεν τό Ζιτομίρ καί
εσώθη η Χριστιανοσύνη. Κύριος ο Θεός κρατύνη τήν
υμετέραν εξουσίαν εις έτη πλείστα». 


https://www.facebook.com/TriaKokkinaGrammata

“Κάθε βελανίδι μπορεί να σκέπτεται ότι θα γίνει βελανιδιά”

 “Κάθε βελανίδι μπορεί να σκέπτεται ότι θα γίνει βελανιδιά”






Η επαναστατική διαδικασία είναι μια ενιαία πορεία, μια πορεία με καμπές και υφέσεις, με πισωγυρίσματα, με νίκες και ήττες. Με αυτή την έννοια δεν είναι , ποτέ δεν ήταν μια γραμμική διαδικασία, με γνωστούς ενδιάμεσους σταθμούς και γνωστό “τερματικό σταθμό”. Δεν υπάρχει “γη της επαγγελίας”, αν και πολλές φορές θα καταστεί αναγκαίο, σε αυτή την μακρά ιστορική πορεία να πέσουν τα “τείχη της Ιεριχούς”, ξανά και ξανά... Η εναγώνια αναζήτηση αλχημιστή, με ειδίκευση στην κατασκευή επαναστάσεων, μια συγκεκριμένη στιγμή, ύστερα από μια συγκεκριμένη αλληλουχία πολιτικών και οικονομικών προϋποθέσεων, δεν είναι παρά ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή στην άβυσσο της μεταφυσικής.

Η ιδεαλιστική θεώρηση, που κατανοεί την Ιστορία, ως απρόσωπη άυλη Ιδέα, όπου οι ζωντανοί άνθρωποι, δεν είναι παρά άβουλα υποχείρια ενός ουράνιου σχεδίου που βαίνει ασθμαίνοντας προς την τελική του πραγμάτωση, οδηγεί στην κατανόηση της επαναστατικής διαδικασίας των κοινωνιών ως μια ¨σκυταλοδρομία¨ όπου το προηγούμενο ιστορικό στάδιο παραδίδει το φορτίο του στο επόμενο, σε μια διαρκή , γαλήνια εξελικτική πορεία. Η παραδοξότητα ενός τόσο κραυγαλέα ορθόδοξου συλλογισμού, καταλήγει σε μια στωική αναμονή του τελικού Συμβάντος, που θα επέλθει έτσι και αλλιώς. Μια αντίληψη και μια θεώρηση της ιστορίας που με εξαιρετικό τρόπο ειρωνεύεται ο Γκράμσι στα Τετράδια της φυλακής γράφοντας χαρακτηριστικά : “Θα μπορούσαμε να θέσουμε το ερώτημα ως εξής : κάθε “βελανίδι” μπορεί να σκέπτεται ότι θα γίνει βελανιδιά. Αν τα ¨βελανίδια” είχαν ιδεολογία, θα ήταν ακριβώς η ιδεολογία που θα τα ωθούσε να αισθάνονται γκαστρωμένα και έτοιμα να γεννήσουν βελανιδιές. Στην πραγματικότητα όμως τα 999 στα 1000 βελανίδια χρησιμεύουν ως τροφή για τα γουρούνια συμβάλλοντας, το πολύ πολύ, στην παραγωγή σαλαμιών και μορταδέλας”.



Με αυτόν τον λιτό, και ευφυή τρόπο ο Γκράμσι γελοιοποιεί τον χυδαίο, ιδεαλιστικά πρωτόγονο, εξελικτικισμό που πολλές φορές και από πολλούς αδαείς αποδίδεται στον Μαρξ και στον μαρξισμό. Στην σκέψη του Μαρξ, η ανθρώπινη ιστορία ποτέ δεν ήταν ένα γαλήνιο ποτάμι, αλλά μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, όπου ο επαναστατικός μετασχηματισμός των κοινωνιών ποτέ δεν αφορούσε με την ίδια ένταση, τον ίδιο τρόπο, όλα τα πολιτικά, οικονομικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά στοιχεία που σε κάθε φάση τις συγκροτούν. Ακριβώς για αυτό δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ απόλυτη χρονική -με την έννοια του ιστορικού χρόνου-σύμπτωση των αντικειμενικών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που μπορούν δυνάμει να ανοίξουν μια επαναστατική περίοδο, και του επαναστατικού υποκειμένου που τάχα -σαν έτοιμο από καιρό- αναμένει να αδράξει την ιστορική στιγμή.

Δεν υπάρχουν βεβαιότητες για τους επαναστάτες. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές νίκης , δοσμένες ως κοινωνική δωρεά απαντήσεις, στην απόπειρα έκφρασης της επαναστατικής στρατηγικής. Για τους επαναστάτες υπάρχουν μόνο αναγκαιότητες. Κυρίαρχα υπάρχει μια αναγκαιότητα , αυτής της κατανόησης της κομμουνιστικής στρατηγικής ως “παρόν σε εκκρεμότητα”, που μόνο από τα σπλάχνα αυτού είναι ιστορικά δυνατόν να εκβάλλει το κομμουνιστικό μέλλον. Δεν υφίσταται καμία βεβαιότητα ότι η εργατική τάξη τελικά θα επιτελέσει τον σκοπό της. Δεν υφίσταται καμία βεβαιότητα ότι ένα συνεχές οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξαθλίωσης της εργατικής τάξης οδηγεί στην απελευθέρωση της ίδιας και ολόκληρης της κοινωνίας από τον καπιταλισμό.

Χωρίς επαναστατική στρατηγική, παρούσα σε κάθε βήμα, σε κάθε αγώνα του κόσμου της εργασίας, οι όποιες βεβαιότητες καταρρέουν στα άδεια κεφάλια των οιωνοσκόπων της επερχόμενης επανάστασης. Η ίδια η επαναστατική πράξη στην πολιτική, στην οικονομία, στον πολιτισμό , στην ιδεολογία , είναι που δημιουργεί τους όρους της επανάστασης, γκρεμίζοντας την καπιταλιστική εξουσία από τον θώκο της αιωνιότητας, όχι ως φυσικό αποτέλεσμα της σήψης της, αλλά ως βίαιη απόρροια ενός επαναστατικού υποκειμένου που μετατρέπει σε κάθε του δρασκελιά την επαναστατική περίοδο, σε επαναστατική κατάσταση και την τελευταία, σε ολοκληρωτική επικράτηση.

Η φτωχή διαλεκτική που κατανοεί με συμμετρική γραμμικότητα την διαλεκτική όσμωση αντικειμενικών συνθηκών και επαναστατικού υποκειμένου, αδυνατεί να εγκολπώσει την καθοριστική ικανότητα του υποκειμένου να επιδράσει στο μείγμα των αντικειμενικών συνθηκών καθιστώντας το εκρηκτικό, όπλο στην διάθεση του υποκειμένου που οδηγείται και οδηγεί, μια ολόκληρη κοινωνία στην τελική σύγκρουση.

Ο αιώνας που περπατάμε είναι ο αιώνας των επαναστάσεων. Είναι ο αιώνας του κομμουνισμού ως τέλους της προϊστορίας και ως απαρχή της ανθρώπινης ιστορίας. Αρκεί οι κομμουνιστές να αφήσουν τα θυμιατά, να αποκαθηλώσουν τα κονίσματα και να αρχινήσουν την επαναστατική αφήγηση , πράττοντας κομμουνισμό.

Αλλιώτικα “τα βελανίδια δεν θα γίνουν ποτέ βελανιδιές” ...  

«ΑΓΟΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» Λύνουν και δένουν οι εφοπλιστές

«ΑΓΟΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ»
Λύνουν και δένουν οι εφοπλιστές
Αποθρασυμένοι από την «απελευθέρωση» των θαλάσσιων συγκοινωνιών, εκβιάζουν για μεγαλύτερες επιδοτήσεις



Οι επιβάτες του «ΘΕΟΦΙΛΟΣ» έχουν πικρή εμπειρία από το υπερήλικο και υποσυντήρητο πλοίο, με τελευταίο κρούσμα ένα ταξίδι - εφιάλτη στις αρχές Δεκέμβρη
Τα σαπάκια που δρομολογούν οι εφοπλιστές στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες, όπως το «EUROPEAN EXPRESS» με σημαία Κύπρου, αυξάνουν τους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή στη θάλασσα, αλλά και τα εμπόδια στη θαλάσσια επικοινωνία των νησιών.
Σε επιθεώρηση που έγινε την περασμένη Παρασκευή στο συγκεκριμένο 40χρονο πλοίο, σύμφωνα με ανακοίνωση του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, «διαπιστώθηκαν σημαντικές ελλείψεις στους τομείς της ασφάλειας ανθρώπινης ζωής στη θάλασσα (ΔΣ SOLAS) και της μη συμμόρφωσης με τον κώδικα ασφαλούς διαχείρισης (ISMCODE)».
Ο απόπλους του πλοίου απαγορεύτηκε και περίπου 150 επιβάτες για Σύρο - Εύδηλο - Αγιο Κήρυκο - Φούρνους - Καρλόβασι - Βαθύ έμειναν αμανάτι στον Πειραιά. Μέχρι και χτες, που δρομολογήθηκε το άλλο σαράβαλο της ΝΕΛ, το πλοίο «ΘΕΟΦΙΛΟΣ», τα νησιά Ικαρία, Φούρνοι, Σάμος ήταν χωρίς καράβι από την περασμένη Τετάρτη!
Θυμίζουμε ότι η ΝΕΛ άφησε χωρίς καράβι τους κατοίκους των τριών νησιών για έξι μέρες μέσα στις γιορτές, ενώ συνδικάτα και επιβάτες έχουν καταγγείλει κατά καιρούς τον εφιάλτη που ζουν, ταξιδεύοντας με τα υπέργηρα πλοία της γραμμής.
Οσον αφορά το 39χρονο «ΘΕΟΦΙΛΟΣ», θα καλύπτει τη γραμμή με μόλις δύο δρομολόγια τη βδομάδα, αφού το ίδιο καράβι εκτελεί και το δρομολόγιο στην άγονη γραμμή Χίο - Μυτιλήνη - Λήμνο - Καβάλα. Να σημειωθεί ότι δεν περνάει βδομάδα που το πλοίο αυτό να μην παρουσιάσει κάποιο μηχανικό πρόβλημα.
Σε ανακοίνωσή της, η Γραμματεία Ικαρίας - Φούρνων του ΠΑΜΕ καταγγέλλει «την εταιρεία ΝΕΛ, το υπουργείο "Ναυτιλίας και Αιγαίου" και τη συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, για την απαράδεκτη κατάσταση των συγκοινωνιών στο νομό μας». Απαιτεί από την κυβέρνηση «να εξασφαλίσει με επάρκεια και φθηνό εισιτήριο, άμεσα - τώρα την ακτοπλοϊκή σύνδεση των νησιών μας», με καθημερινά δρομολόγια από και προς Πειραιά, χειμώνα - καλοκαίρι. Τέλος, καλεί τα σωματεία εργαζομένων, τις λαϊκές επιτροπές, τους τοπικούς συλλόγους και τους φορείς «σε διαρκή ετοιμότητα για κινητοποιήσεις το αμέσως επόμενο διάστημα».
Σε Κύθηρα - Αντικύθηρα
«Στο πόδι» έχουν σηκωθεί και οι κάτοικοι των Κυθήρων και Αντικυθήρων, οι οποίοι κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς ακτοπλοϊκή σύνδεση με τον Πειραιά. Η εταιρεία ΛΑΝΕ (θυγατρική της ΑΝΕΚ), «δεν ενδιαφέρεται», όπως ανέφερε σε δηλώσεις του ο υπουργός Ναυτιλίας, να συνεχίσει τη δρομολόγηση πλοίου στη γραμμή.
Πρόκειται για το 38χρονο και υποσυντήρητο πλοίο «Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ», για το οποίο η ΛΑΝΕ έχει ήδη εισπράξει 6.046.293,24 ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως επιδότηση για τη συγκεκριμένη «άγονη» γραμμή. Ο ίδιος ο υπουργός χαρακτήρισε την επιδότηση ως την ακριβότερη, σε σχέση με τις άλλες γραμμές.
Προκειμένου να αποσπάσει μεγαλύτερη επιδότηση - κάτι που επιβεβαίωσε και ο Μ. Βαρβιτσιώτης - η ΛΑΝΕ απειλεί να βγάλει το καράβι από τη γραμμή. Το πλοίο από την 1η Νοέμβρη βρίσκεται δεμένο για ετήσια επιθεώρηση, διαδικασία που θα έπρεπε να ολοκληρωθεί στο τέλος Δεκέμβρη. Ωστόσο, η εταιρεία ζήτησε παράταση μέχρι τις 28 Γενάρη.
Η απελευθέρωση των ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών και το ειδικό πρόβλημα στη γραμμή Πειραιάς - Κύθηρα - Αντικύθηρα απασχόλησαν τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Αττικής. Η εκλεγμένη σύμβουλος του ΚΚΕ Αλεξάνδρα Μπαλού, στάθηκε στην αύξηση κατά 300% των τιμών των εισιτηρίων τα τελευταία χρόνια, «την ώρα που οι επιδοτήσεις για τις άγονες γραμμές, από 12 εκ. το 2002 πήγαν στα 125 εκ. το 2012».

Η ... Πυθεία και η προσήλωση στην καπιταλιστική ανάκαμψη

Η ... Πυθεία και η προσήλωση στην 

καπιταλιστική ανάκαμψη
Η συνέντευξη του Γ. Δραγασάκη στην «Αυγή της Κυριακής» χρήζει μετάφρασης τόσο για όσα είπε όσο και για όσα παρέλειψε. Επιβεβαιώνοντας τους βασικούς άξονες της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, που συγκλίνουν στο στόχο η καπιταλιστική οικονομία να περάσει στη φάση της ανάκαμψης μέσω μιας «παραγωγικής ανασυγκρότησης», διαμηνύει στους καπιταλιστές πως ο ΣΥΡΙΖΑ «θα κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι του», προκειμένου να αποτρέψει την «οικονομική κατάρρευση» μεγάλων επιχειρήσεων, για τη «χρηματοδότηση και δημιουργία ρευστότητας και στο κράτος και στην ιδιωτική οικονομία». Ταυτόχρονα, έκανε προσπάθεια να θολώσει τα νερά ακόμα και με αμφίσημες διατυπώσεις, που θυμίζουν περισσότερο την ...Πυθεία παρά προγραμματικό πολιτικό λόγο.
***
Σύμφωνα με τον Γ. Δραγασάκη, ο λαός «θα πρέπει να είναι ενήμερος των πραγματικών δυνατοτήτων των δυσκολιών και κυρίως της λογικής της στρατηγικής που εισηγούμαστε».
Πώς θα μπορούσε, άραγε, αυτή η διατύπωση να ερμηνευτεί εκτός από προσπάθεια να προετοιμαστούν οι εργαζόμενοι, ώστε να μην έχουν «παράλογες απαιτήσεις», να μην προσδοκούν πράγματα ανέφικτα, να είναι έτοιμοι ακόμα και για νέες θυσίες που υποτίθεται ότι θα υπηρετούν μια μακροπρόθεσμη φιλολαϊκή στρατηγική; Ο πήχης των απαιτήσεων και των προσδοκιών πρέπει να μπει πολύ χαμηλά, όσον αφορά στις εργατικές - λαϊκές ανάγκες, να είναι «ρεαλιστικός». Λογικό, άλλωστε, για μια πολιτική δύναμη που δεν αμφισβητεί τη στρατηγική του κεφαλαίου, την ΕΕ, αλλά υπόσχεται τη φιλολαϊκή διαχείρισή τους.
***
Επίσης, αντικείμενο πολλών ερμηνειών είναι η διατύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να πάρει ακόμα και μέτρα «έξω απ' το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο», διεκδικώντας την «εκ των υστέρων νομιμοποίησή τους», προκειμένου να αποφευχθεί μια καταστροφή. Σε τι αναφέρεται, άραγε; Αν κρίνουμε, πάντως, από τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί κατανοούμε περί ποιας «σύγκρουσης» με το κανονιστικό πλαίσιο πρόκειται: «Για παράδειγμα, το τύπωμα χρήματος ενέχει κινδύνους, όμως η FED καταφεύγει σ' αυτό διότι φοβάται την ύφεση» και «Το καταστατικό της ΕΚΤ απαγορεύει τη διάσωση κράτους. Σε πείσμα όμως όλων των απαγορεύσεων ο διοικητής της ΕΚΤ κ. Ντράγκι δήλωσε πέρυσι ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην αποκλεισθούν Ισπανία και Ιταλία από τις αγορές».
***
Το νεφελώδες «κύμα ρήξεων και μεταρρυθμίσεων», μπορεί να σημαίνει τα πάντα. Είτε ο Δραγασάκης συνειδητά καλλιεργεί αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξουν φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις στο έδαφος του καπιταλισμού και μάλιστα στη συγκεκριμένη φάση ανάπτυξής του, είτε εννοεί στην πραγματικότητα την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που διευκολύνουν την καπιταλιστική ανάκαμψη, μεταρρυθμίσεις - αναδιαρθρώσεις, που άλλωστε στη μια ή άλλη μορφή προωθεί και η κυβέρνηση.
Προφανώς, σε συνέχεια των αντιλαϊκών επιλογών που εφαρμόζει η σημερινή κυβέρνηση, «κούρεμα του χρέους, ρήτρα ανάπτυξης, εξασφάλιση αναπτυξιακής, μη δανειακής χρηματοδότησης», ζεστό χρήμα, δηλαδή, για τους καπιταλιστές και την τροφοδότηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Για τον ίδιο σκοπό, δεσμεύεται για τη δημιουργία φορέα που θα τακτοποιήσει τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρηματικών ομίλων «με κριτήρια όχι εισπρακτικά αλλά αναπτυξιακά» και μιας «αναπτυξιακής, επενδυτικής τράπεζας δημοσίου συμφέροντος», προκειμένου να αποφευχθεί ο σκόπελος της αδυναμίας των τραπεζών να παράσχουν ρευστότητα στις επιχειρήσεις. «Η παραγωγική ανασυγκρότηση είναι στόχος μακράς πνοής, αλλά πρέπει κι εδώ να αρχίσουμε αμέσως, γιατί έχουμε μια κατάσταση στην οικονομία όπου πάρα πολλές επιχειρήσεις, ακόμη και μεγάλες, μπορεί να καταρρεύσουν αν δεν υπάρξει κεντρικός σχεδιασμός», δηλώνει χαρακτηριστικά.
***
Το γεγονός ότι μέτρα για την καπιταλιστική ανάπτυξη δε συμβαδίζουν με μέτρα υπέρ των λαϊκών συμφερόντων ομολογεί εμμέσως, πλην σαφώς, και ο ίδιος, περιοριζόμενος να δηλώσει «την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής καταστροφής ας μην τη φανταστούμε μόνο ως ένα σύνολο κρατικών πολιτικών από τα πάνω, πρέπει να υπάρξει κινητοποίηση της κοινωνίας». Δηλαδή, κάτι σαν αυτό που ήδη συμβαίνει με ΜΚΟ, δομές της Εκκλησίας ακόμα και του αστικού κράτους να προσπαθούν να συμμαζέψουν με δίχτυα φιλανθρωπίας την ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, διατηρώντας την σε επίπεδα ασφαλείας για την αστική εξουσία και το κράτος της.
***
Τέλος, αυτό που υπόσχεται ο Γ. Δραγασάκης είναι «εμπέδωση κλίματος δικαιοσύνης και ικανοποίηση του περί δικαίου αισθήματος του λαού (...) ένα νέο δημοκρατικό και κοινωνικό ήθος. Η εμπέδωση του οποίου είναι προϋπόθεση για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στη δημοκρατία και την πολιτική». Εννοώντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να παίξει καλύτερα από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ το χαρτί της στήριξης της καπιταλιστικής ανάκαμψης, εξασφαλίζοντας τη λεγόμενη «κοινωνική συνοχή», τη χειραγώγηση, δηλαδή, του λαού στους στόχους του κεφαλαίου.

ΒΡΕΤΑΝΙΑ «Μαχαίρι» στο επίδομα στέγασης για μετανάστες από την ΕΕ

ΒΡΕΤΑΝΙΑ
«Μαχαίρι» στο επίδομα στέγασης για μετανάστες από την ΕΕ
ΛΟΝΔΙΝΟ.--
Πέφτουν στη Βρετανία και οι τελευταίες μάσκες περί ισότητας και αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών της ΕΕ, καθώς η συντηρητική κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, σε μια προσπάθεια να ικανοποιήσει τα χαμηλότερα ένστικτα δυσαρεστημένων ψηφοφόρων αποφάσισε να σταματήσει, από τον ερχόμενο Απρίλη, την παροχή του επιδόματος ανεργίας και στέγασης σε όλους τους άνεργους μετανάστες που ζουν στη Βρετανία και προέρχονται από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Μάλιστα, οι υπουργοί Εργασίας και Συντάξεων Ιαν Ντάνκαν Σμιθ και Εσωτερικών Τερίσα Μέι συνέγραψαν άρθρο στην εφημερίδα «Ντέιλι Μέιλ», με τίτλο «Αυτή η Αισχρή Προδοσία», ισχυριζόμενοι ότι οι Βρετανοί εργαζόμενοι προδίδονται από ένα σύστημα, το οποίο τους περιθωριοποιεί, την ώρα που δίνει σε ξένους θέσεις εργασίας.
Ως γνωστόν, μετά την άρση των περιορισμών στη μετακίνηση και την αναζήτηση εργασίας για τους Ρουμάνους και τους Βούλγαρους υπηκόους από την 1η του μήνα τρέχοντος έτους, ο Κάμερον είχε ανακοινώσει νέα μέτρα που προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι οι μετανάστες από την ΕΕ δε θα δικαιούνται επιδόματα της Πρόνοιας αμέσως μόλις φτάσουν στη χώρα, αλλά μόνον εφόσον περάσουν τουλάχιστον τρεις μήνες.
Η στάση της κυβέρνησης Κάμερον προκαλεί αρνητικές αντιδράσεις εντός ΕΕ, καθώς το τελευταίο διάστημα, διάφοροι ευρωενωσιακοί αξιωματούχοι επικρίνουν το Λονδίνο όχι μόνον για την αντιμεταναστευτική πολιτική εντός ΕΕ, αλλά και για τη γενικότερη προσπάθεια της Βρετανίας για «επαναδιαπραγμάτευση» των όρων συμμετοχής της στην ΕΕ.

TOP READ