13 Ιαν 2013

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ B/


ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ
Σήμερα στο ένθετο του «Ριζοσπάστη» «Ιστορία» δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος του σημαντικού άρθρου του Τσε Γκουεβάρα με κριτικές παρατηρήσεις στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, συνέχεια του πρώτου μέρους που δημοσιεύσαμε την περασμένη Κυριακή.
Το άρθρο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον προβληματισμό για ζητήματα οικονομίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο Τσε Γκουεβάρα ως ηγετικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας, υπουργός Βιομηχανίας (1961), είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην επεξεργασία πολιτικών κατευθύνσεων που αφορούν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην Κούβα τη δεκαετία του 1960. Η μαρξιστική - λενινιστική του κατάρτιση του επέτρεψε να προσεγγίσει - με εργαλείο την επαναστατική θεωρία - σημαντικά και κρίσιμα προβλήματα που αφορούν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και ιδιαίτερα της σοσιαλιστικής οικονομίας.
Ως επικεφαλής κουβανέζικης οικονομικής αντιπροσωπείας, επισκέφθηκε μια σειρά σοσιαλιστικές χώρες, ανάμεσά τους την ΕΣΣΔ, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας, τη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας και με αυτήν την ιδιότητα μελέτησε ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Σε αυτά τα πλαίσια, αντιμετώπισε με κριτικό πνεύμα μεταρρυθμίσεις και πολιτικές που ακολουθούνταν τη δεκαετία του 1960 στην ΕΣΣΔ και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Το συγκεκριμένο άρθρο - που αποτελεί μόνο ένα μέρος από άρθρα και ομιλίες του γύρω από το ζήτημα της σοσιαλιστικής οικονομίας - εστιάζει σε θέματα ή προβλήματα του κεντρικού σχεδιασμού της σοσιαλιστικής οικονομίας, καθώς και σε αυτά που αφορούν τη λειτουργία των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Η βιομηχανία μας, Οικονομική Επιθεώρηση», τεύχος No 5 του Φεβρουαρίου του 1964 και μεταφράστηκε από τα ισπανικά από την ιστοσελίδα του «Κέντρου Μελετών Τσε Γκουεβάρα» της Κούβας (http://chegueva ra.cubasi.cu).
***
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ
Υπάρχει μια βαθιά διαφωνία (τουλάχιστον στην αυστηρότητα των χρησιμοποιούμενων όρων) ανάμεσα στην αντίληψη του νόμου της αξίας και τη δυνατότητα της συνειδητής χρήσης του, έτσι όπως τη θέτουν οι υπερασπιστές του οικονομικού ελέγχου και στην αντίληψη που έχουμε εμείς.
Το Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας λέει:
«Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στον καπιταλισμό, όπου ο νόμος της αξίας λειτουργεί σαν δύναμη τυφλή και αυθόρμητη, που επιβάλλεται στους ανθρώπους, η σοσιαλιστική οικονομία έχει συνείδηση του νόμου της αξίας, το κράτος τον λαβαίνει υπ' όψη του και τον χρησιμοποιεί στην πράξη της σχεδιοποιημένης διεύθυνσης της οικονομίας».
«Η γνώση της δράσης του νόμου της αξίας και η σωστή χρησιμοποίησή του βοηθούν αναγκαστικά τους καθοδηγητές της οικονομίας στην ορθολογική διοχέτευση της παραγωγής, στη συστηματική βελτίωση των μεθόδων εργασίας και στη χρησιμοποίηση των μη εμφανών εφεδρειών για καλύτερη και περισσότερη παραγωγή».
Οι υπογραμμισμένες από εμάς λέξεις δείχνουν το πνεύμα των παραγράφων.
Ο νόμος της αξίας θα λειτουργεί σαν τυφλή, αλλά γνωστή δύναμη και ως εκ τούτου χειραγωγήσιμη ή χρησιμοποιήσιμη από τον άνθρωπο.
Ο νόμος όμως αυτός έχει ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:
1. Καθορίζεται από την ύπαρξη μιας εμπορευματικής κοινωνίας.
2. Τα αποτελέσματά του δεν μπορούν να μετρηθούν από τα πριν, αλλά αντανακλούν στην αγορά, όπου παραγωγοί και καταναλωτές ανταλλάσσουν.
3. Εχει συνοχή σ' ένα σύνολο που περιλαμβάνει τις παγκόσμιες αγορές και οι αλλαγές και οι διαστρεβλώσεις σε ορισμένους κλάδους της παραγωγής αντανακλώνται στο συνολικό αποτέλεσμα.
4. Με την ιδιότητά του ως οικονομικού νόμου δρα ουσιαστικά σαν τάση και, στις μεταβατικές περιόδους, θα πρέπει λογικά να τείνει προς την εξαφάνιση.
Μερικές παραγράφους πιο κάτω το εγχειρίδιο τονίζει:
«Το σοσιαλιστικό κράτος χρησιμοποιεί το νόμο της αξίας πραγματοποιώντας τον έλεγχο στην παραγωγή και την κατανομή του κοινωνικού προϊόντος μέσω του οικονομικού και πιστωτικού συστήματος».
«Ο έλεγχος πάνω στο νόμο της αξίας και η χρησιμοποίησή του σε συμφωνία με ένα σχέδιο αποτελούν τεράστιο πλεονέκτημα του σοσιαλισμού πάνω στον καπιταλισμό. Χάρη στον έλεγχο πάνω στο νόμο της αξίας η δράση του στη σοσιαλιστική οικονομία δε συμβαδίζει με την κατασπατάληση της κοινωνικής εργασίας που είναι σύμφυτο φαινόμενο με την αναρχία της παραγωγής, συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού».
«Ο νόμος της αξίας και οι κατηγορίες που σχετίζονται με αυτόν - το χρήμα, η τιμή, το εμπόριο, η πίστη, τα οικονομικά - χρησιμοποιούνται με επιτυχία στην ΕΣΣΔ και τις λαϊκές δημοκρατίες προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, στη διαδικασία της σχεδιασμένης διεύθυνσης της εθνικής οικονομίας».
Αυτό μπορούμε να το θεωρήσουμε ακριβές, μόνο συσχετίζοντάς το με τη συνολική ποσότητα αξιών που παράγονται για την άμεση χρήση από τον πληθυσμό και τα αντίστοιχα διαθέσιμα αποθέματα για την απόκτησή τους, πράγμα που θα μπορούσε να το κάνει ο οποιοσδήποτε καπιταλιστής υπουργός Οικονομικών με κάποια σχετικά ισορροπημένα κονδύλια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όλες οι επιμέρους διαστρεβλώσεις του νόμου είναι δυνατές.
Παρακάτω:
«Η εμπορευματική παραγωγή, ο νόμος της αξίας και το χρήμα δεν θα εξαφανιστούν παρά μόνο όταν φτάσει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Αλλά για να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα κάνουν δυνατή την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας στην ανώτερη φάση του κομμουνισμού, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε και να χρησιμοποιήσουμε το νόμο της αξίας και τις εμπορευματονομισματικές σχέσεις στη διάρκεια της οικοδόμησης της κομμουνιστικής κοινωνίας».
Γιατί να «αναπτύξουμε»;
Κατανοούμε ότι για ένα χρονικό διάστημα οι κατηγορίες του καπιταλισμού διατηρούνται και ότι το διάστημα αυτό δεν μπορεί να καθοριστεί από πριν. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όμως της μεταβατικής περιόδου είναι αυτά μιας κοινωνίας που σπάει τα παλιά δεσμά της, για να μπει γρήγορα στο καινούργιο στάδιο. Η τάση πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη μας, η εξάλειψη όσο το δυνατό πιο σθεναρά των παλιών κατηγοριών, όπως η αγορά, το χρήμα και ως εκ τούτου ο μοχλός του υλικού κινήτρου ή - για να το πούμε καλύτερα - οι συνθήκες που προκαλούν την ύπαρξή του. Το αντίθετο θα σήμαινε ότι το καθήκον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη κοινωνία είναι ένα είδος ιστορικού ατυχήματος και ότι οι ηγέτες, για να επανορθώσουν το σφάλμα, πρέπει να αφιερωθούν στην εμπέδωση όλων των κατηγοριών που ενυπάρχουν στην ενδιάμεση κοινωνία, αφήνοντας μονάχα σαν βάσεις της καινούργιας κοινωνίας την κατανομή των εσόδων ανάλογα με την εργασία και την τάση εξάλειψης της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί, σαν παράγοντας της ανάπτυξης της γιγάντιας συνειδησιακής αλλαγής που είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε το μεταβατικό στάδιο, αλλαγής που θα πρέπει να συντελείται με την πολύμορφη δράση όλων των καινούργιων σχέσεων, τη διαπαιδαγώγηση και τη σοσιαλιστική ηθική, όταν λάβουμε υπόψη μας την ατομικιστική νοοτροπία που το άμεσο υλικό κίνητρο δημιουργεί στη συνείδηση, φρενάροντας την ανάπτυξη του ανθρώπου σαν κοινωνικού όντος.
Για να συνοψίσουμε τις διαφωνίες μας:
Θεωρούμε το νόμο της αξίας σαν μερικά υπαρκτό, εξαιτίας των υπολειμμάτων της εμπορευματικής κοινωνίας που παραμένουν και που αντανακλώνται στον τύπο ανταλλαγής που πραγματοποιείται ανάμεσα στο κράτος - προμηθευτή και τον καταναλωτή. Πιστεύουμε ότι ειδικά σε μια κοινωνία με πολύ ανεπτυγμένο εξωτερικό εμπόριο, όπως η δική μας, ο νόμος της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να αναγνωριστεί σαν ένα γεγονός που κυριαρχεί στις εμπορικές σχέσεις, ακόμα και στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και αναγνωρίζουμε την ανάγκη να περάσει αυτό το εμπόριο σε μορφές πιο αναπτυγμένες στις χώρες της καινούργιας κοινωνίας, εμποδίζοντας να γίνουν βαθύτερες οι διαφορές ανάμεσα στις αναπτυγμένες χώρες και τις πιο καθυστερημένες με την εμπορική ανταλλαγή. Με άλλα λόγια, πρέπει να βρούμε εμπορικούς τύπους που να επιτρέπουν τη χρηματοδότηση βιομηχανικών επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμα και αν έρθουμε σε αντίθεση με τα συστήματα τιμών που υπάρχουν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, πράγμα που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό περισσότερο ισόμετρη πρόοδο ολόκληρου του σοσιαλιστικού στρατοπέδου με φυσικές συνέπειες τον περιορισμό των ανωμαλιών και την πρόσδοση μιας συνοχής στο πνεύμα του προλεταριακού διεθνισμού. (Η πρόσφατη συμφωνία ανάμεσα στην Κούβα και την ΕΣΣΔ είναι ένα δείγμα για το τι μπορεί να γίνει προς αυτή την κατεύθυνση). Αρνιόμαστε τη δυνατότητα της συνειδητής χρησιμοποίησης του νόμου της αξίας, στηριζόμενοι στη μη ύπαρξη μιας ελεύθερης αγοράς που να εκφράζει αυτόματα την αντίθεση ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, αρνιόμαστε την ύπαρξη κατηγορίας εμπορευμάτων στη σχέση ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και θεωρούμε όλους τους οργανισμούς τμήμα της ενιαίας μεγάλης επιχείρησης που είναι το κράτος (παρόλο που στην πράξη δε συμβαίνει ακόμη αυτό στη χώρα μας). Ο νόμος της αξίας και το πλάνο είναι δύο όροι που συνδέονται από μιαν αντίθεση και τη λύση της. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι ο συγκεντρωτικός σχεδιασμός είναι ο τρόπος ύπαρξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας, η κατηγορία που την ορίζει και το σημείο όπου η συνείδηση του ανθρώπου κατορθώνει επιτέλους να συνθέσει και να κατευθύνει την οικονομία προς το στόχο της, την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπινου όντος μέσα στα πλαίσια της κομμουνιστικής κοινωνίας.
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ
Στη θεωρία της διαμόρφωσης των τιμών έχουμε πάλι σοβαρές διαφωνίες. Στην αυτοδιαχείριση οι τιμές διαμορφώνονται «λαβαίνοντας υπόψη το νόμο της αξίας», αλλά δε μας εξηγούν (απ' όσο ξέρουμε τουλάχιστον) ποια έκφραση του νόμου της αξίας εφαρμόζεται. Ξεκινούν από την κοινωνικά αναγκαία εργασία για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, αλλά παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι η κοινωνικά αναγκαία εργασία είναι μια οικονομικοϊστορική και άρα μεταβλητή έννοια, όχι μονάχα σε τοπικό επίπεδο (ή εθνικό), αλλά και σε παγκόσμιους ακόμη όρους. Οι συνεχείς πρόοδοι της τεχνολογίας, συνέπεια του ανταγωνισμού στον καπιταλιστικό κόσμο, περιορίζουν το κόστος της αναγκαίας εργασίας και ως εκ τούτου την αξία του προϊόντος. Μια κλειστή κοινωνία μπορεί να αγνοεί τις αλλαγές για ένα ορισμένο διάστημα, αλλά είναι υποχρεωμένη πάντα να επιστρέφει σε αυτές τις διεθνείς σχέσεις για να συγκρίνει την αξία της. Αν μια δοσμένη κοινωνία τις αγνοήσει για μακρόχρονο διάστημα, χωρίς να αναπτύξει καινούργιες και σωστές μορφές που θα τις αντικαταστήσουν, θα δημιουργήσει εσώτερες αλληλεπιδράσεις που θα εκφράσουν το δικό της σχήμα αξίας που θα έχει συνέπεια με τον εαυτό του, αλλά θα είναι αντίθετο με τις τάσεις της πιο αναπτυγμένης τεχνικής (όπως το ατσάλι και τα πλαστικά είδη). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αρκετά σημαντικές σχετικές καθυστερήσεις και -όπως και να 'χει το πράγμα- τέτοιες διαστρεβλώσεις του νόμου της αξίας σε διεθνή κλίμακα που δε θα μπορούν πια οι οικονομίες να συγκριθούν μεταξύ τους.
Ο φόρος κυκλοφορίας είναι μια μετρήσιμη εικονικότητα που επιτρέπει στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν καθορισμένα επίπεδα αποδοτικότητας, υψώνοντας την τιμή του προϊόντος για τον καταναλωτή με τέτοιο τρόπο, ώστε η προσφορά προϊόντος και η ποσότητα της φερέγγυας ζήτησης να εξισωθούν. Πιστεύουμε ότι αυτό επιβάλλεται από το σύστημα, αλλά δεν αποτελεί απόλυτη αναγκαιότητα και εργαζόμαστε με φόρμουλες που λαμβάνουν υπόψη τους όλες αυτές τις πλευρές.
Πιστεύουμε ότι μια συνολική σταθεροποίηση του εμπορικού αποθέματος και της φερέγγυας ζήτησης είναι απαραίτητη: το υπουργείο Εσωτερικού Εμπορίου θα επιφορτιζόταν με την εξίσωση της αγοραστικής ικανότητας του πληθυσμού και των τιμών των προσφερόμενων εμπορευμάτων, θεωρώντας πάντοτε ότι μια ολόκληρη κατηγορία βασικών προϊόντων για τη ζωή του ανθρώπου πρέπει να προσφέρεται σε χαμηλές τιμές, ακόμη κι αν για άλλα προϊόντα λιγότερο σημαντικά θα υψώσουμε την τιμή με μια έκδηλη περιφρόνηση του νόμου της αξίας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
Εδώ μπαίνει ένα μεγάλο πρόβλημα:
Ποια θα είναι η βάση διαμόρφωσης των πραγματικών τιμών που η οικονομία θα πρέπει να δεχτεί για την ανάλυση των σχέσεων παραγωγής; Αυτό θα μπορούσε να είναι η ανάλυση της αναγκαίας εργασίας με κουβανικούς όρους, πράγμα που θα έφερνε άμεσες παραμορφώσεις και με τις αυτόματες σχέσεις που θα δημιουργούνταν, αναγκαστικά θα χάναμε από τα μάτια μας τα παγκόσμια προβλήματα. Θα μπορούσαμε να πάρουμε, αντίθετα, την παγκόσμια τιμή, αλλά τότε θα χάναμε από τα μάτια μας τα εθνικά προβλήματα γιατί σε κανένα σχεδόν κλάδο η παραγωγικότητα της εργασίας μας δεν είναι ικανοποιητική παίρνοντας υπόψη τους διεθνείς όρους.
Προτείνουμε σαν πρώτη προσέγγιση του προβλήματος τη δημιουργία δεικτών τιμών πάνω στις ακόλουθες βάσεις:
Ολες οι εισαγόμενες πρώτες ύλες θα έχουν μια πάγια, μια σταθερή τιμή, βασισμένη πάνω σε μια μέση τιμή της διεθνούς αγοράς, συν κάτι παραπάνω για τα έξοδα μεταφοράς και του μηχανισμού του εξωτερικού εμπορίου. Ολες οι κουβανικές πρώτες ύλες θα έχουν την τιμή του πραγματικού κόστους παραγωγής τους σε όρους νομισματικούς. Και στα δύο θα προσθέτονταν τα σχεδιασμένα έξοδα εργασίας συν τη φθορά των βασικών μέσων για την επεξεργασία των πρώτων υλών. Αυτή θα ήταν η τιμή των προϊόντων που ανταλλάσσονται ανάμεσα σε επιχειρήσεις και το εξωτερικό εμπόριο. Ωστόσο θα επηρεάζονταν συνεχώς από δείκτες που αντανακλούν την τιμή αυτών των εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά συν το κόστος μεταφοράς και του εξωτερικού εμπορίου. Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σύμφωνα με το καθεστώς της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό θα εργάζονταν πάνω στη βάση των προγραμματισμένων τους τιμών και δε θα είχαν έσοδα, θα πήγαιναν όλα στο MINCIN (Υπουργείο Εσωτερικού Εμπορίου). (Φυσικά πρόκειται εδώ για το τμήμα του κοινωνικού προϊόντος που πραγματώνεται σαν εμπόρευμα και είναι το βασικό καταναλωτικό απόθεμα). Οι δείκτες θα μας λένε συνεχώς (στον κεντρικό μηχανισμό και στην επιχείρηση) ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητές μας και θα αποφεύγουμε έτσι τη λήψη λαθεμένων αποφάσεων. Ο πληθυσμός δε θα υποφέρει καθόλου απ' όλες αυτές τις αλλαγές, μια και οι τιμές του εμπορεύματος που αγοράζει καθορίζονται με ανεξάρτητο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη τη ζήτηση και τη ζωτική ανάγκη που υπάρχει για κάθε προϊόν.
Για παράδειγμα, για να υπολογίσουμε το ύψος μιας επένδυσης, θα κάνουμε τον υπολογισμό των άμεσα εισαγόμενων πρώτων υλών και εξοπλισμών, το κόστος κατασκευής και συναρμολόγησης, το κόστος των προγραμματισμένων μισθών, αφού λάβουμε υπόψη μας τις πραγματικές δυνατότητες και ένα κάποιο περιθώριο δαπανών για το μηχανικό εξοπλισμό.
Στο τέλος της επένδυσης θα μπορέσουμε να έχουμε έτσι τρεις αριθμούς.
1. Το πραγματικό κόστος σε χρήμα του έργου.
2. Το κόστος του έργου σύμφωνα με τον προγραμματισμό μας.
3. Το κόστος του έργου σε επίπεδο παγκόσμιας παραγωγικότητας.
Η διαφορά ανάμεσα στον πρώτο και το δεύτερο αριθμό θα δείχνει την ανεπάρκεια του μηχανικού μας εξοπλισμού, η διαφορά ανάμεσα στο δεύτερο και στον τρίτο θα είναι ο δείκτης της καθυστέρησής μας στο συγκεκριμένο τομέα.
Εχουμε έτσι τη δυνατότητα να παίρνουμε θεμελιακές αποφάσεις πάνω στην εναλλασσόμενη χρήση τέτοιων υλικών, όπως το τσιμέντο, ο σίδηρος, τα πλαστικά είδη, το αμιαντοτσιμέντο, το αλουμίνιο ή ο τσίγκος, οι σωλήνες από σίδηρο, μόλυβδο ή χαλκό, η χρησιμοποίηση ξύλινων, σιδερένιων ή αλουμινένιων παράθυρων κ.λπ.
Ολες οι αποφάσεις μπορούν να αποκλίνουν από τον καλύτερο μαθηματικό, λαμβάνοντας υπόψη πολιτικούς λόγους, εξωτερικό εμπόριο κ.λπ., αλλά θα 'χουμε πάντοτε τον καθρέφτη αυτού που συμβαίνει πραγματικά στον κόσμο αντιμετωπίζοντας τη δουλειά μας. Οι τιμές δε θα αποσυνδέονται ποτέ από την παγκόσμια εικόνα τους, που θα ποικίλλει μερικά χρόνια ανάλογα με τις προόδους της τεχνολογίας και όπου η σοσιαλιστική αγορά και ο διεθνής καταμερισμός της εργασίας θα κυριαρχούν ολοένα και περισσότερο, όταν θα φτάσουμε σε ένα παγκόσμιο σοσιαλιστικό σύστημα τιμών λογικότερο από το σημερινό.
Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε ακόμα πολύ πάνω σε αυτό το εξαιρετικού ενδιαφέροντος θέμα, αλλά είναι προτιμότερο ν' αφήσουμε εδώ μερικές πρωταρχικές γενικές ιδέες, διευκρινίζοντας ότι όλα αυτά χρειάζεται να τα επεξεργαστούμε αργότερα.
ΤΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΠΡΙΜ
Σχετικά με τα συλλογικά πριμ στη διαχείριση της επιχείρησης θα αναφερθούμε πρώτα πρώτα στις εμπειρίες που εκτέθηκαν από τον Φικριάτ Ταμπέγιεφ, «Οικονομική έρευνα και διεύθυνση της οικονομίας», στη «Διεθνή Επιθεώρηση», στο τεύχος αριθμ. 11, 1963, όπου λέει:
«Ποιος πρέπει να είναι λοιπόν ο βασικός και αποφασιστικός δείκτης για να κρίνουμε τη δουλειά των επιχειρήσεων; Οι οικονομικές έρευνες οδήγησαν σε διάφορες προτάσεις.
Μερικοί οικονομολόγοι προτείνουν σαν κύριο δείκτη το κριτήριο της συσσώρευσης, άλλοι το κόστος εργασίας κλπ. Στο σοβιετικό Τύπο κατέλαβε σημαντικό χώρο η μεγάλη συζήτηση που προκλήθηκε από ένα άρθρο του καθηγητή Λίμπερμαν που πρότεινε σαν βασικό δείκτη εργασίας της επιχείρησης το βαθμό αποδοτικότητας, τη συσσώρευση και τα έσοδα.
Πιστεύουμε ότι για να κρίνουμε τη λειτουργία μιας επιχείρησης πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πριν απ' όλα τη συμβολή του προσωπικού της στο συγκεκριμένο τύπο παραγωγής. Αυτό, που σε τελευταία ανάλυση δεν έρχεται σε σύγκρουση με την πάλη για μια αρκετά αναπτυγμένη αποδοτικότητα της παραγωγής, επιτρέπει την καλύτερη συγκέντρωση των προσπαθειών του προσωπικού της επιχείρησης για την τελειοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας. Οι κοινωνικές οργανώσεις της Ταρταρίας πρότειναν να χρησιμοποιηθεί σαν κύριος δείκτης το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας κάθε κομματιού. Ενα οικονομικό πείραμα πραγματοποιήθηκε για να δοκιμαστεί η δυνατότητα εφαρμογής στην πράξη αυτής της πρότασης.
Στα 1962 καθορίστηκαν και εγκρίθηκαν τα κριτήρια αξίας της επεξεργασίας για την παραγωγή όλων των βιομηχανικών κλάδων της Ταρταρίας. Ο χρόνος αυτός ήταν μια μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας ο καινούριος δείκτης χρησιμοποιήθηκε στο σχεδιασμό παράλληλα με το συνολικό δείκτη της παραγωγής. Ο βασισμένος πάνω στο κριτήριο αξίας της επεξεργασίας δείκτης εκφράζει τις από τεχνική άποψη δικαιολογημένες δαπάνες που περικλείουν το μισθό και τα έξτρα που δίνονται στους εργάτες συν τις δαπάνες εργαστηρίων και ολόκληρου του εργοστάσιου για την παραγωγή κάθε προϊόντος».
«Σημειώνουμε ότι η εφαρμογή αυτού του δείκτη δεν έχει καμιά σχέση με τα συστήματα "κόλασης", με τα οποία υπολογίζουμε την εργασία στις καπιταλιστικές χώρες. Προσανατολιζόμαστε με ένα συνεπή τρόπο προς την ορθολογιστική οργάνωση της εργασίας και όχι προς την αχαλίνωτη εντατικοποίησή της. Ολες οι προσπάθειες που έγιναν για τον καθορισμό των ορίων εργασίας πραγματοποιούνται με την άμεση συμμετοχή του προσωπικού των επιχειρήσεων και των κοινωνικών οργανώσεων ιδιαίτερα των συνδικάτων.
Αντίθετα με το συνολικό δείκτη παραγωγής, το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας δεν περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειοψηφία των υλικών δαπανών - προηγούμενη εργασία που έχει γίνει από άλλες επιχειρήσεις - ούτε το εισόδημα, δηλαδή τις συνιστώσες της αξίας της συνολικής και εμπορευματικής παραγωγής που διαστρεβλώνουν τον πραγματικό όγκο της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης. Αντανακλώντας με περισσότερη ακρίβεια την επενδυμένη στην κατασκευή κάθε προϊόντος εργασία, ο δείκτης που εκφράζει το κριτήριο αξίας της επεξεργασίας επιτρέπει να καθοριστούν με γνησιότερο τρόπο τα σχετικά με την ανύψωση της απόδοσης καθήκοντα, καθώς και τα καθήκοντα σχετικά με τη μείωση του κόστους και την αποδοτικότητα του συγκεκριμένου τύπου παραγωγής. Είναι ακόμη ο καταλληλότερος από την άποψη του εσωτερικού σχεδιασμού του εργοστασίου, αλλά και για την οργάνωση του οικονομικού υπολογισμού στο εσωτερικό της επιχείρησης. Επιτρέπει ακόμα να συγκρίνουμε την παραγωγικότητα της εργασίας σε παρόμοιες επιχειρήσεις».
Η σοβιετική αυτή έρευνα νομίζουμε ότι αξίζει να μελετηθεί και ότι συμπίπτει, σε κάποιες πλευρές, με τη θέση μας.
ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ
ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ
Για να συνοψίσουμε τις ιδέες μας πάνω στο σύστημα χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό, πρέπει ν' αρχίσουμε με τη διευκρίνιση ότι είναι ένας γενικός όρος, δηλαδή ότι η αντικειμενική του δράση ασκείται εφόσον συμμετέχει σε όλους τους τομείς της οικονομίας, μέσα σε ένα ενιαίο σύνολο που, ξεκινώντας από τις πολιτικές αποφάσεις και περνώντας από την JUCEPLAN (Κεντρικός Οργανισμός Σχεδιασμού), θα φτάσει στις επιχειρήσεις και στις μονάδες μέσα από τα κανάλια του υπουργείου και εκεί θα συγχωνευθεί με τον πληθυσμό, για να επιστρέψει πάλι στο όργανο των πολιτικών αποφάσεων, σχηματίζοντας ένα γιγαντιαίο τροχό καλά λαδωμένο, όπου ορισμένοι ρυθμοί θα μπορούν ν' αλλάξουν περισσότερο ή λιγότερο αυτόματα, μια και ο έλεγχος της παραγωγής θα το επιτρέπει. Τα υπουργεία θα έχουν την ειδική υπευθυνότητα της πραγματοποίησης και του ελέγχου των σχεδίων, πράγμα που θα κάνουν οι επιχειρήσεις και οι μονάδες, σε συμφωνία με τις κλίμακες αποφάσεων που θα μπορούν να είναι λιγότερο ή περισσότερο ελαστικοί, ανάλογα με το βαθμό οργάνωσης που έχει επιτευχθεί, τον τύπο παραγωγής ή τη συγκεκριμένη στιγμή. Η JUCEPLAN θα επιφορτιστεί τους συνολικούς και κεντρικούς ελέγχους της οικονομίας και θα έχει στη δράση της τη συμπαράσταση του υπουργείου Οικονομικών στον οικονομικό έλεγχο και του υπουργείου Εργασίας στο σχεδιασμό της εργατικής δύναμης.
Καθώς όμως όλα αυτά δε συμβαίνουν έτσι, θα περιγράψουμε την τωρινή πραγματικότητά μας, με όλους τους περιορισμούς της, τους μικροθριάμβους της, τις ελλείψεις και τις αποτυχίες της, άλλες από αυτές δικαιολογημένες ή δικαιολογήσιμες σαν αποτέλεσμα της απειρίας μας και άλλες που ήταν χονδροειδέστατα λάθη.
Η JUCEPLAN δε δίνει παρά τις γενικές γραμμές του σχεδίου και τους αριθμούς ελέγχου των λεγόμενων βασικών προϊόντων, καθώς και εκείνων που λίγο πολύ ελέγχει. Οι κεντρικοί οργανισμοί, στους οποίους βάζουμε και το υπουργείο Βιομηχανίας, έχουν τον έλεγχο των προϊόντων που καθορίζονται με συμφωνία ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Μόλις έχει εγκατασταθεί και εναρμονιστεί το σχέδιο, υπογράφονται οι συμφωνίες - καμιά φορά αυτό γίνεται και από πριν - και η δουλειά αρχίζει.
Ο κεντρικός μηχανισμός του υπουργείου αναλαμβάνει να εξασφαλίσει η παραγωγή να συντελείται στο επίπεδο της επιχείρησης και η επιχείρηση πρέπει να φροντίσει η παραγωγή να γίνεται στο επίπεδο της μονάδας. Βασικό είναι η λογιστική δουλειά να εμπεδώνεται στα δύο αυτά σημεία, στην επιχείρηση και στο υπουργείο. Τα βασικά μέσα και οι απογραφές πρέπει να ελέγχονται στο κεντρικό επίπεδο, έτσι ώστε οι πόροι που για τον α' ή β' λόγο παραμένουν ακινητοποιημένοι σε μερικές μονάδες να μπορούν να μετατοπίζονται εύκολα σε ολόκληρο το σύνολο των μονάδων, από τη μια μονάδα στην άλλη. Το υπουργείο έχει επίσης το δικαίωμα να μετατοπίσει τα βασικά μέσα ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις. Τα αποθέματα δεν έχουν χαρακτήρα αγοράς. Χρησιμοποιείται απλά το σύστημα των αντίστοιχων εγγραφών στα βιβλία, αυξάνοντας το ένα μέρος και μειώνοντας το άλλο. Ενα τμήμα της παραγωγής παραδίνεται άμεσα στον πληθυσμό από το MINCIN, ενώ το υπόλοιπο δίνεται στις παραγωγικές μονάδες άλλου τύπου για τις οποίες τα προϊόντα μας είναι ενδιάμεσα προϊόντα.
Η βασική μας ιδέα είναι ότι σε ολόκληρη αυτή τη διαδικασία το προϊόν παίρνει αξία από την εργασία που ασκείται πάνω του, αλλά ότι δε χρειαζόμαστε την ύπαρξη σχέσεων αγοράς ανάμεσα στις επιχειρήσεις. Οι συμβάσεις προμηθειών και οι αντίστοιχες παραγγελίες ή η απόδειξη που δίνεται σε όποια στιγμή χρειαστεί, σημαίνουν ότι το καθήκον της παραγωγής και της προμήθειας αυτού ή του άλλου προϊόντος εκπληρώθηκε. Η αποδοχή ενός προϊόντος από μέρους μιας επιχείρησης θα σημαίνει (αυτή τη στιγμή είναι κάπως ιδεατό αυτό, πρέπει να το παραδεχθούμε) και αποδοχή της ποιότητας του προϊόντος. Αυτό γίνεται εμπόρευμα, αλλάζοντας νομικά κάτοχο και μπαίνοντας στην ατομική κατανάλωση. Τα μέσα παραγωγής για άλλες επιχειρήσεις δεν αποτελούν εμπορεύματα, αλλά πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τους δείκτες που προτείναμε παραπάνω, σε σχέση με την αναγκαία εργασία και το κριτήριο που προορίζεται για την κατανάλωση για να μπορέσουμε να δώσουμε μια τιμή στο βασικό μέσο παραγωγής ή τη συγκεκριμένη πρώτη ύλη.
Ποιότητα, ποσότητα και επιλογή πρέπει να ακολουθούν τριμηνιαία πλάνα. Στη μονάδα είναι η μονάδα που θα πληρώνει άμεσα στους εργάτες το μισθό τους σύμφωνα με τα κριτήρια παραγωγής. Μένει ένα πρόβλημα με το οποίο δεν ασχοληθήκαμε ακόμα: Η μορφή της αμοιβής του συνόλου μιας παραγωγικής μονάδας με δράση ιδιαίτερα λαμπρή ή πιο λαμπρή από το μέσο όρο, στο σύνολο της οικονομίας και το πρόβλημα αν πρέπει ή όχι να τιμωρήσουμε εκείνα τα εργοστάσια που δε στάθηκαν ικανά να παίξουν σωστά το ρόλο τους.
Η ΤΡΕΧΟΥΣΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ
Τι συμβαίνει σήμερα; Πρώτ' απ' όλα το εργοστάσιο ποτέ δεν είναι σίγουρο για το ότι οι προμήθειες που θα του γίνουν θα είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις όσον αφορά τη μορφή και το χρόνο. Ετσι δεν μπορεί να πιάσει τα πλάνα παραγωγής του. Χειρότερο όμως είναι ότι δέχεται σε πολλές περιπτώσεις πρώτες ύλες που αντιστοιχούν σε μια διαφορετική τεχνολογία και έτσι υποχρεώνεται να κάνει τεχνολογικές αλλαγές. Αυτό επηρεάζει το άμεσο κόστος παραγωγής, την ποσότητα εργασίας, σε ορισμένες περιπτώσεις και τις επενδύσεις και συχνά αυτό διαλύει όλο το σχέδιο, έτσι ώστε να είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε συχνές αλλαγές.
Μέχρι τώρα σε υπουργικό επίπεδο δεν μπορούσαμε παρά να είμαστε απλώς παρατηρητές όλων αυτών των ανωμαλιών, τις καταγράφαμε, αλλά τώρα μπαίνουμε στη φάση όπου θα μπορούμε να επιδράσουμε πάνω σε συγκεκριμένες κατηγορίες του πλάνου ή τουλάχιστον θα μπορούμε να απαιτούμε την πρόβλεψη της κάθε διαστρέβλωσης με λογιστική ή μαθηματική μορφή, ώστε να μπορέσουμε σε συνέχεια να την ελέγξουμε. Οι αυτόματοι μηχανισμοί που είναι απαραίτητοι για τη γρήγορη διεκπεραίωση όλων των ελέγχων και για την ανάλυση των δεικτών δεν υπάρχουν ακόμη, ούτε μια επαρκής ικανότητα ανάλυσης ούτε η επαρκής ικανότητα συγκέντρωσης δεικτών ή σωστών στοιχείων για να τα ερμηνεύουμε.
Οι επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με τις βιομηχανικές μονάδες τους, άλλοτε με τηλέφωνα ή με τηλέγραφο και άλλοτε με επαρχιακό εκπρόσωπο. Σε άλλες περιπτώσεις τον έλεγχο ασκούν αντιπροσωπείες του υπουργείου. Στις κοινότητες ή στα οικονομικοπολιτικά κέντρα του τύπου αυτού λειτουργούν τα λεγόμενα CILOS που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια σύσκεψη διοικητών μονάδων, που βρίσκονται κοντά η μία στην άλλη και που έχουν την ευθύνη να αναλύουν τα προβλήματά τους και να παίρνουν αποφάσεις σχετικά με μικρές αμοιβαίες βοήθειες, που η γραφειοκρατική διαδικασία μέσα από όλα τα κανάλια θα έπαιρνε πολύ χρόνο. Σε μερικές περιπτώσεις έχουν τη δυνατότητα να δανείζουν βασικά μέσα, αλλά πάντα αφού συμβουλευτούν την αντίστοιχη επιχείρηση πριν από κάθε οριστική μετατόπιση.
Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, το υπουργείο παραλαμβάνει τις στατιστικές παραγωγής. Αναλύονται στο υψηλότερο επίπεδο και παίρνονται βασικά μέτρα για τη διόρθωση των σφαλμάτων. Τις μέρες που ακολουθούν φτάνουν ακόμη περισσότερο επεξεργασμένες στατιστικές που επιτρέπουν πάλι να παρθούν, σε διάφορα επίπεδα, συγκεκριμένα μέτρα για την επίλυση των προβλημάτων.
Ποιες είναι οι βασικές αδυναμίες του συστήματος; Πιστεύουμε ότι πάνω απ' όλες είναι η έλλειψη ωριμότητας. Υστερα έρχεται η έλλειψη πραγματικά κατάλληλων στελεχών σε όλα τα επίπεδα. Επειτα η απουσία μιας ολοκληρωμένης πληροφόρησης πάνω σε ολόκληρο το σύστημα και τους μηχανισμούς του που θα επέτρεπε στους ανθρώπους να το κατανοήσουν καλύτερα. Πρέπει να αναφέρουμε ακόμη και την απουσία ενός κεντρικού μηχανισμού σχεδιασμού που να λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και με μια απόλυτη ιεραρχία, πράγμα που θα διευκόλυνε την εργασία. Θα σημειώσουμε ακόμα την ανεπάρκεια υλικού, την ανεπάρκεια μεταφορικών μέσων που μας υποχρεώνουν σε μερικές περιπτώσεις να συσσωρεύουμε προϊόντα και σε άλλες μας εμποδίζουν να παράγουμε. Την ανεπάρκεια ακόμη σε ολόκληρο το μηχανισμό ελέγχου ποιότητας και στις σχέσεις με τους οργανισμούς διανομής (που θα έπρεπε να είναι στενότατες, αρμονικότατες και πολύ ξεκάθαρες), ιδιαίτερα με την MINCΙΝ, καθώς και στις σχέσεις με κάποιους διοικητικούς οργανισμούς, ιδιαίτερα τη ΜΙΝCEX (Υπουργείο Εξωτερικού Εμπορίου) και την INRA (Ινστιτούτο Αγροτικής Μεταρρύθμισης). Είναι δύσκολο ακόμα να εξακριβώσουμε ποιες ελλείψεις οφείλονται σε εγγενείς αδυναμίες του συστήματος και ποιες οφείλονται ουσιαστικά στο τωρινό οργανωτικό μας επίπεδο.
Σήμερα ούτε στο εργοστάσιο ούτε στην επιχείρηση υπάρχει υλικό κίνητρο συλλογικού τύπου. Η έλλειψη αυτή δεν οφείλεται σε μια κεντρική αντίληψη ολόκληρου του σχήματος, αλλά στο γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμα φτάσει στο απαιτούμενο οργανωτικό επίπεδο για να μπορέσουμε να το εφαρμόσουμε πάνω σε βάσεις που δε θα είναι πια η απλή εκπλήρωση ή υπερεκπλήρωση των κυριότερων πλάνων της επιχείρησης, για τους λόγους που ήδη υποδείξαμε παραπάνω.
Υποστηρίζεται ότι υπάρχει στο σύστημα μια τάση προς το γραφειοκρατισμό. Ενα από τα σημεία στα οποία θα πρέπει σταθερά να επιμένουμε είναι η ορθολογικοποίηση ολόκληρου του διοικητικού μηχανισμού, ώστε να είναι όσο το δυνατό μικρότερος. Από τη σκοπιά της αντικειμενικής ανάλυσης είναι φανερό ότι όσο περισσότερο θα συγκεντροποιούνται οι λειτουργίες καταγραφής και ελέγχου των επιχειρήσεων ή των παραγωγικών μονάδων, τόσο λιγότερη γραφειοκρατία θα υπάρχει, έτσι ώστε αν όλες οι επιχειρήσεις μπορούσαν να έχουν τους διοικητικούς τομείς τους συγκεντροποιημένους, ο μηχανισμός τους θα περιοριζόταν στο μικρό διευθυντικό πυρήνα της μονάδας και σε αυτόν που θα είχε την αποστολή της συλλογής των πληροφοριών και της μετάδοσής τους στο κέντρο.
Αυτή τη στιγμή αυτό είναι αδύνατο, αλλά πρέπει να πάμε στη δημιουργία μονάδων του καλύτερου δυνατού μεγέθους, πράγμα που διευκολύνεται πολύ από το σύστημα με την καθιέρωση της νόρμας εργασίας και με ένα μονάχα τύπο καθορισμού του μισθού, ώστε να σταματήσουν οι στενές ιδέες σχετικά με την επιχείρηση σαν κέντρο δράσης του ατόμου και πάμε περισσότερο προς την κοινωνία στο σύνολό της.
ΓΕΝΙΚΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Κατά τη γνώμη μας, αυτό το σύστημα παρουσιάζει τα ακόλουθα πλεονεκτήματα:
1. Προσαρμοζόμενο προς τη συγκεντροποίηση, τείνει ταυτόχρονα προς μια ορθολογικότερη χρησιμοποίηση των εθνικού χαρακτήρα αποθεμάτων.
2. Τείνει προς μια μεγαλύτερη ορθολογικοποίηση ολόκληρου του κρατικού διοικητικού μηχανισμού.
3. Η ίδια αυτή τάση προς τη συγκεντροποίηση υποχρεώνει στη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων, μέσα στα κατάλληλα όρια, με αποτέλεσμα την εξοικονόμηση εργατικής δύναμης και την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων.
4. Ενσωματωμένο σε έναν ενιαίο μηχανισμό με νόρμες, μετατρέπει ολόκληρο το υπουργείο στη μία περίπτωση και όλα τα υπουργεία - αν είναι δυνατό - σε μία και μόνη μεγάλη κρατική επιχείρηση, όπου μπορούμε να περνάμε από το ένα μέρος στο άλλο και ν' ανεβαίνουμε σε χώρους και σε τομείς διαφορετικούς χωρίς να υπάρχουν προβλήματα μισθών, αλλά απλώς εκπληρώνοντας μια κλίμακα εθνικού τύπου.
5. Με οργανισμούς που παίρνουν κονδύλια από τον προϋπολογισμό μπορούμε να απλοποιήσουμε πολύ τον έλεγχο των επενδύσεων, που τη συγκεκριμένη εποπτεία τους θα την αναλάβει ο συμβαλλόμενος επενδυτής μαζί με το Υπουργείο Οικονομικών, δηλαδή η οικονομική εποπτεία του.
Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι έτσι δημιουργείται στον εργάτη σιγά - σιγά η γενική ιδέα της συνεργασίας ανάμεσα σε όλους, η ιδέα ότι ανήκει σε ένα μεγάλο σύνολο, το σύνολο του πληθυσμού της χώρας και η ανάπτυξη της συνείδησής του ότι έχει ένα κοινωνικό χρέος, παίρνει μια ώθηση.
Το ακόλουθο απόσπασμα του Μαρξ εκθέτει τη διαδικασία διαμόρφωσης των παραδόσεων εργασίας. Αν αφαιρέσουμε τους όρους που αφορούν το καπιταλιστικό καθεστώς μπορεί να μας χρησιμεύσει σαν σημείο αναφοράς για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
«Δεν φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δεν φτάνει επίσης που εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η οργάνωση του διαμορφωμένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, η διαρκής δημιουργία ενός σχετικού υπερπληθυσμού κρατάει σε μια τροχιά, που ανταποκρίνεται στις ανάγκες αξιοποίησης του κεφαλαίου, το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης εργασίας, επομένως και το μισθό εργασίας, ο βουβός εξαναγκασμός των οικονομικών σχέσεων επισφραγίζει την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη. Είναι αλήθεια πως εξακολουθεί να χρησιμοποιείται εξωοικονομική άμεση βία, μόνο όμως σαν εξαίρεση. Για τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ο εργάτης μπορεί ν' αφεθεί στην επενέργεια των "φυσικών νόμων της παραγωγής", δηλαδή στην εξάρτησή του από το κεφάλαιο, εξάρτηση που ξεπηδάει από τους ίδιους τους όρους της παραγωγής που την εγγυούνται και τη διαιωνίζουν»10.
Οι παραγωγικές δυνάμεις αναπτύσσονται και οι σχέσεις παραγωγής αλλάζουν. Τα πάντα περιμένουν την άμεση δράση του εργατικού κράτους πάνω στη συνείδηση.
Σχετικά με το υλικό συμφέρον, αυτό που θέλουμε να πετύχουμε με το σύστημα αυτό είναι ο μοχλός να μη μετατραπεί σε κάτι που να υποχρεώνει το άτομο, σαν τέτοιο ή ένα σύνολο ατόμων, να ανταγωνίζεται απελπισμένα άλλους για την εξασφάλιση καθορισμένων συνθηκών παραγωγής ή διανομής που να το τοποθετούν σε μια προνομιούχα θέση. Θέλουμε να διαμορφώσουμε έτσι τα πράγματα ώστε το κοινωνικό χρέος να είναι το βασικό σημείο στο οποίο στηρίζεται όλη η εργασιακή προσπάθεια του εργάτη. Πρέπει όμως να εποπτεύουμε την εργασία, έχοντας συνείδηση των αδυναμιών της, να ανταμείβουμε ή να τιμωρούμε εφαρμόζοντας υλικά κίνητρα ή φρένα ατομικού ή συλλογικού τύπου, ανάλογα με το αν ο εργάτης ή η παραγωγική μονάδα είναι ικανοί ή όχι να εκπληρώσουν το κοινωνικό τους καθήκον. Εξάλλου, η επαγγελματική ικανότητα που είναι απαραίτητη για την άνοδο, αν μπορεί να εφαρμοστεί σε εθνική κλίμακα, προκαλεί μια γενική ροπή προς τη μελέτη σε ολόκληρη τη μάζα των εργαζομένων της χώρας. Μια τέτοια ικανότητα δε θα φρενάρεται από κανέναν ιδιαίτερο τοπικό περιορισμό, μια και ο χώρος εργασίας είναι ολόκληρη η χώρα και θα προκαλέσει με τη σειρά της μια πολύ ισχυρή τάση προς την τεχνική εμβάθυνση.
Πρέπει να θεωρήσουμε ακόμη ότι μπορούμε εύκολα να τραβήξουμε, μέσα από μια πολιτική επιχορηγήσεων, εργάτες - φοιτητές που ειδικεύονται για να περάσουν σε άλλες θέσεις εργασίας και να εξαλείψουμε σιγά - σιγά τις ζώνες εκείνες όπου η χειρωνακτική εργασία είναι μεγαλύτερη, για να δημιουργήσουμε εργοστάσια παραγωγικότερου τύπου, δηλαδή πιο πολύ σύμφωνα με την κεντρική ιδέα του περάσματος στον κομμουνισμό, στην κοινωνία της μεγάλης παραγωγής και της ικανοποίησης των βασικών αναγκών του ανθρώπου.
Μένει ακόμα να υπογραμμίσουμε το διαπαιδαγωγητικό ρόλο που θα πρέπει να παίξει το Κόμμα, ώστε το κέντρο εργασίας να μετατραπεί σε συλλογική έκφραση των επιθυμιών και των ανησυχιών των εργαζομένων και να γίνει ο χώρος όπου θα παίρνει σάρκα και οστά ο πόθος τους να υπηρετήσουν την κοινωνία.
Μπορούμε να φανταστούμε το κέντρο εργασίας να αποτελεί τη βάση του πολιτικού πυρήνα της μελλοντικής κοινωνίας, που με τις υποδείξεις της, περνώντας τις σε πολυπλοκότερους πολιτικούς οργανισμούς, θα δίνει στο Κόμμα και στην κυβέρνηση την ευκαιρία να παίρνουν βασικές αποφάσεις για την οικονομία και για την πνευματική ζωή του ατόμου.
10. Καρλ Μαρξ: «Το Κεφάλαιο», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», 1978, τόμος 1, σελ. 762.

ΤΡΟΦΙΚΕΣ ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ Στη σταδιακή έκθεση η θεραπεία;


ΤΡΟΦΙΚΕΣ ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ
Στη σταδιακή έκθεση η θεραπεία;
Περίπου 8% των παιδιών στις λεγόμενες αναπτυγμένες χώρες υποφέρουν από τροφικές αλλεργίες, ποσοστό που αυξήθηκε 15-20% την τελευταία δεκαετία. Αν και μερικά παιδιά ξεπερνούν τις αλλεργικές αντιδράσεις σε τροφές πριν ενηλικιωθούν, πολλοί άνθρωποι ταλαιπωρούνται απ' αυτές σε ολόκληρη τη ζωή τους, με συμπτώματα από ελαφριά ενόχληση, κνησμό στο στόμα, μέχρι μερική απόφραξη των αεραγωγών ακόμα και δυνάμει θανατηφόρα πτώση της πίεσης του αίματος.
Ως τώρα, ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης των τροφικών αλλεργικών αντιδράσεων ήταν η αποφυγή των τροφών που τις προκαλούν, πράγμα δύσκολο στη σημερινή εποχή, καθώς ίχνη ξηρών καρπών, αλευριού και γαλακτοκομικών υπάρχουν σε πολλά προϊόντα. Μια νέα μελέτη προσφέρει τις καλύτερες ενδείξεις ως τώρα ότι το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή η σταδιακή έκθεση των πασχόντων σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις κάποιου τροφικού αλλεργιογόνου, μπορεί να βοηθήσει αρκετούς να ξεπεράσουν την ευαισθησία τους σ' αυτά.
Στη μεγαλύτερη επιστημονικά ελεγχόμενη έρευνα του είδους, ο καθηγητής παιδιατρικής του Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνα Γουέσλι Μπερκς και οι συνάδελφοί του έδωσαν σε 40 παιδιά με αλλεργία στα αυγά, σταδιακά αυξανόμενες ποσότητες σκόνης ασπραδιού, ξεκινώντας από ένα δεκάκις χιλιοστό της ποσότητας που υπάρχει σε ένα αυγό. Μετά από 22 μήνες σταδιακής αύξησης της ποσότητας, που ακολουθήθηκε από δίμηνη διακοπή της θεραπείας, διαπιστώθηκε ότι 28% των παιδιών μπορούσαν να φάνε το ισοδύναμο 2,5 αυγών, χωρίς να εμφανίσουν αλλεργική αντίδραση. Ενα έτος μετά την έναρξη της θεραπείας, το 100% αυτών των παιδιών συνέχισαν να τρώνε αυγά χωρίς πρόβλημα. Αυτή η θεραπευτική προσέγγιση, που ονομάζεται στοματική ανοσοθεραπεία, ακολουθεί τις ίδιες αρχές όπως οι ενέσεις για τα αλλεργιογόνα που μεταφέρονται μέσω του αέρα, αν και οι ενέσεις μπορεί να είναι λιγότερο ασφαλείς για τον πάσχοντα, όταν πρόκειται για τροφικές αλλεργίες.
Οι ερευνητές θεωρούν ότι η θεραπεία αυτή, που ελέγχθηκε με επιτυχία και για τις περιπτώσεις αλλεργιών οφειλόμενων σε φιστίκια και σε γάλα, εκπαιδεύει τον οργανισμό να ανέχεται αυτό που κάποτε απέρριπτε. Αναλύσεις αίματος στα παιδιά που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία δείχνουν μειωμένα επίπεδα του αντισώματος IgE, που πυροδοτεί την αντίδραση του ανοσοποιητικού, και αυξημένα επίπεδα αντισωμάτων IgG4, που καταστέλλουν τις φλεγμονές. Οσα παιδιά δεν ανταποκρίθηκαν, ίσως χρειάζονται πιο μακρόχρονη θεραπεία, ή ο οργανισμός τους είναι πολύ ευαίσθητος για να δεχτεί αυτής της μορφής την αντιμετώπιση.
Ενα συνθετικό αντίσωμα ίσως βοηθήσει τους πάσχοντες με τον υπερευαίσθητο οργανισμό, δεσμεύοντας (εξουδετερώνοντας) τα ελεύθερα αντισώματα IgE μέσα στο αίμα. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα έχουν βρει θεραπεία για το θέμα των τροφικών αλλεργιών μέσα στα επόμενα χρόνια.

Επιμέλεια:
Σταύρος ΞΕΝΙΚΟΥΔΑΚΗΣ
Πηγή: «Scientific American»

Λίμνες στον πάγο
Ετσι θα ήταν μια φωτογραφία της επιφάνειας του δορυφόρου του Δία, Ευρώπη, αν πράγματι υπάρχει ωκεανός κάτω από τους πάγους και το νερό έβρισκε με κάποιο τρόπο διέξοδο προς την επιφάνεια. Ομως η φωτογραφία δεν είναι από μακριά. Προέρχεται από τον πλανήτη Γη και συγκεκριμένα από την παγωμένη Γροιλανδία.
Κάθε καλοκαίρι (του βόρειου ημισφαιρίου), το ασθενικό μεν, αλλά αδιάλειπτο μέρα - νύχτα ηλιακό φως, λούζει επί μήνες την επιφάνεια αυτής της περιοχής. Το πολικό κρύο υποχωρεί και μέρος των πάγων, ιδιαίτερα εκείνων που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο, αρχίζει να λιώνει. Το νερό ρέει μέσα στα ρήγματα του παγετώνα, καταλήγοντας σε βαθυγάλανες λιμνούλες και λίμνες, όπως αυτή στη φωτογραφία. Σε αντίθεση με τις συνηθισμένες λίμνες, οι λίμνες πάνω στον παγετώνα μπορούν να εξαφανιστούν μέσα σε λίγες ώρες, αν δημιουργηθεί κάποια διαδρομή για το νερό μέσα στον πάγο ή ως κάτω απ' αυτόν.
Ερευνητές «χτένισαν» την επιφάνεια της Γροιλανδίας για να μελετήσουν τις λεπτομέρειες του τρόπου που μπορούν οι λίμνες να επηρεάσουν το παγοκάλυμμα της περιοχής και προοπτικά την άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Από πρόσφατες μελέτες ήξεραν ότι όταν οι λίμνες εξαφανιστούν απότομα μπορούν να στείλουν μεγάλες ποσότητες νερού ως το έδαφος, όπου προσωρινά λιπαίνει την επιφάνεια επαφής με τον παγετώνα, επιταχύνοντας την κίνησή του προς τη θάλασσα. Αυτή η πιο γρήγορη κίνηση θρυμματίζει τον παγετώνα αυξάνοντας παραπέρα το ρυθμό με τον οποίο λιώνει και καταλήγει στη θάλασσα. Επειδή ο παγετώνας της Γροιλανδίας βρίσκεται πάνω στη στεριά, αντί να επιπλέει όπως οι αιώνιοι (;) πάγοι του Βόρειου Πόλου (άρα δεν εκτοπίζει ήδη ποσότητα νερού), όσο τμήμα του λιώνει προστίθεται στο νερό που υπάρχει στους ωκεανούς.
Οι λίμνες και τα ρυάκια στην επιφάνεια του παγετώνα, επειδή είναι πιο σκούρα απ' αυτόν και απορροφούν περισσότερο φως, επιταχύνουν έως και διπλασιάζουν το ρυθμό με τον οποίο λιώνει ο πάγος από κάτω τους (το πρωταρχικό φαινόμενο της αλυσίδας που προκαλεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας στη Γροιλανδία). Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τηλεκατευθυνόμενες βάρκες για να μετρήσουν το βάθος των λιμνών αυτών σε κάθε σημείο και να το συσχετίσουν με δορυφορικές φωτογραφίες, ώστε να βρουν την ακριβή σχέση βάθους της λίμνης και βάθους χρώματος. Ετσι θα μπορέσουν να κάνουν πιο ακριβή τα μαθηματικά μοντέλα με τα οποία προσπαθούν να προβλέψουν το ρυθμό που θα λιώνουν οι πάγοι της Γροιλανδίας. Αλλοι ερευνητές, υπολογίζουν τις ροές των ρυακιών και μικρών ποταμιών από λιωμένο νερό, για να διαπιστώσουν ενδεχόμενες αποκλίσεις από το αναμενόμενο. Αυτές θα αποτελούν ένδειξη υπόγειων διαδρομών του νερού, που επιταχύνουν παραπέρα το λιώσιμο του παγετώνα.

«Απεγκλωβισμός του αθλητισμού από τα επιχειρηματικά συμφέροντα»


«Απεγκλωβισμός του αθλητισμού από τα επιχειρηματικά συμφέροντα»
Μιλάει στο «Ρ» ο υπεύθυνος του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της ΚΕ του ΚΚΕ Θ. Λιάππης
Η κατάργηση των επιχειρηματικών συμφερόντων είναι η λύση για ένα πραγματικό αθλητισμό επισημαίνει στο «Ρ» ο Θ. Λιάππης
Associated Press
Η καπιταλιστική κρίση αποτέλεσε ιδανική αφορμή για την άρχουσα τάξη να προωθήσει πολύ πιο γρήγορα τους σχεδιασμούς της και στο πεδίο του αθλητισμού. Η κυβερνητική προπαγάνδα -στο επικοινωνιακό τέμπο που ακολουθείται και στα υπόλοιπα πεδία- επικαλείται δύσκολες συγκυρίες, διόρθωση λαθών του παρελθόντος (σπατάλες κ.ά.) κλπ. Η ουσία είναι ότι αποτραβιέται ακόμα περισσότερο από τον αθλητισμό, «κλείνει την κάνουλα» της οικονομικής στήριξης και τ' αποτελέσματα φαίνονται πλέον και στον αθλητισμό υψηλών επιδόσεων.
Η τακτική και της τρικομματικής συγκυβέρνησης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) εξυπηρετεί τη στρατηγική επιλογή παραπέρα παράδοσης (και) του δικαιώματος της σωματικής άσκησης και του αθλητισμού στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Τα σωματεία και οι ομοσπονδίες σπρώχνονται ακόμα πιο στυγνά στην αναζήτηση χορηγού ή σπόνσορα για την επιβίωσή τους. Αναπτύσσεται δηλαδή η επιχειρηματική δραστηριότητα με ανταλλάγματα. Και διαμορφώνεται και αντίστοιχη συνείδηση στους ανθρώπους του χώρου, από μέλη διοικήσεων μέχρι αθλητές και γονείς. Αν στο παζλ αυτό προστεθούν και σύμφυτα με το σύστημα φαινόμενα σήψης, τότε υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα για το αθλητικό γίγνεσθαι (και) στη χώρα μας.
Για τα συγκεκριμένα ζητήματα σήμερα ο «Ρ» συνομιλεί με τον Θοδωρή Λιάππη, υπεύθυνο του Τμήματος Φυσικής Αγωγής και αθλητισμού της ΚΕ του ΚΚΕ.
«Κόκκινη κάρτα στους επιχειρηματίες»
-- Κάθε μέρα που περνάει ο αθλητισμός αντιμετωπίζει όλο και μεγαλύτερα προβλήματα, αδιέξοδα. Είναι ενδεικτική η κατάσταση στο λαοφιλέστερο των αθλημάτων το ποδόσφαιρο. Ποια είναι λοιπόν η πραγματική εικόνα;
-- Oι τελευταίες εξελίξεις στη χώρα μας στο χώρο του αθλητισμού, και ιδιαίτερα των πιο δημοφιλών αθλημάτων όπως το ποδόσφαιρο, επιβεβαιώνουν τη θέση του ΚΚΕ ότι η κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης σε όλο το φάσμα της αθλητικής δραστηριότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αλλάξει ριζικά η κατάσταση στον ελληνικό αθλητισμό που οδεύει σταθερά στην αποσύνθεση.
Η κρίση έφερε αναταράξεις στο όλο σύστημα με ακόμα πιο ορατές τις συνέπειες ιδιαιτέρα στα αθλήματα που έχουν μαζικότητα. Η κατακόρυφη πτώση των εισιτηρίων κάθε Κυριακή, οι απλήρωτοι χωρίς μέλλον και ασφάλιση παίκτες, ιδιαίτερα των μικρών κατηγοριών, το χαμηλό επενδυτικό ενδιαφέρον -άλλοι περιμένουν τους Κινέζους, άλλοι τους Αραβες και κ.ά.- συνθέτουν την εικόνα σε περίοδο κρίσης στη χώρα μας. Γενικότερα, η επένδυση στο εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο αποτελεί αντανάκλαση των επιχειρηματικών σχεδίων και των ανταγωνισμών μεταξύ των εμπλεκομένων.
Γεγονός όμως, παρ' όλα αυτά, είναι ότι το κράτος στήριζε όλα αυτά τα χρόνια την επιχειρηματική δραστηριότητα παραχωρώντας της σταδιακά τις δομές του αθλητισμού, ενώ ταυτόχρονα της εξασφάλιζε ευνοϊκό περιβάλλον για να δρα με φοροαπαλλαγές, χάρισμα χρεών με νομοθετήματα κ.ά.
Αποδείχθηκε ότι κράτος και επιχειρηματίες λειτουργούν σαν επικοινωνούντα δοχεία προκειμένου, απ' τη μια να διασφαλίζονται οικονομικά, πολιτικά οφέλη και, απ' την άλλη, να χειραγωγείται ο λαός, να στοιχίζεται πίσω από ξένα γι' αυτόν συμφέροντα, να μετατρέπεται σε πελάτη της εξέδρας.
Ολα εξαρτώνται από το κέρδος. Αυτό φανερώνει η μαρτυρία του προέδρου του ΣΕΓΑΣ ότι ο κλασσικός μαραθώνιος που στηρίζετε από χορηγούς έχει περισσότερα κέρδη από μια ολόκληρη ετήσια επιχορήγηση του κλασικού αθλητισμού ή ακόμα και μερικών ομοσπονδιών. Το βασικό συμπέρασμα, αξιολογώντας την πραγματικότητα, είναι ότι όσο δε σταματάει ο καρκίνος της επιχειρηματικότητας τόσο τα φαινόμενα σήψης αλλά και υποβάθμισης θα προχωράνε.
Σάπιο προϊόν
-- Φαινόμενα σήψης τα οποία πολλαπλασιάζονται
-- Το πιο σημαντικό είναι ότι εντείνει τα φαινόμενα παρασιτισμού. Εδώ απ' όπου και να το πιάσεις, τα χέρια σου θα λερώσεις. Νέα αλισβερίσια και ανταλλάγματα για τον ΟΠΑΠ και τη χορηγία, ο ένας παράγοντας να βγάζει στη φόρα τα άπλυτα του άλλου προκειμένου να κατοχυρώσει θέση στην κατηγορία και στα τηλεοπτικά δικαιώματα, οι επιχειρηματίες να ζητάνε κρατική παρέμβαση για νέα ρύθμιση χρεών, ο τζόγος, τα στοιχήματα, τα στημένα να βασιλεύουν μεγαλώνοντας τον τζίρο, κλέβοντας το λαό που υποφέρει. Αυξάνουν τα παραδείγματα ανθρώπων που καταφεύγουν ως τελευταία ελπίδα στην αγκαλιά του τζόγου, σε αθλητικά γεγονότα, πνιγμένοι από χρέη και χαράτσια.
Τρανή απόδειξη της σαπίλας ενός συστήματος που δεν παίρνει γιατρειά, είναι και το γεγονός ότι λίστες σαν της Λαγκαρντ εμφανίζονται κάθε τόσο στο ποδόσφαιρο, μόνο που εμφανίζονται για να κρύβουν τη σαπίλα του, να κρύβουν τη μήτρα που γεννά αυτές τις λίστες, την επιχειρηματική δράση που απλώνεται παντού στον καπιταλισμό και σκορπά κέρδη για τους λίγους, καταστροφή για τους πολλούς. Ερωτήματα συνεχίζουν να υπάρχουν. Τι γίνεται με τους φακέλους που έχει στα χέρια της η κυβέρνηση; Τι γίνεται με τις εταιρείες στοιχημάτων που συνεχίζουν να θησαυρίζουν από τα «νόμιμα» και «παράνομα» στοιχήματα; Τι θα γίνουν οι εκατοντάδες εργαζόμενοι - παίκτες στις ομάδες και οι οικογένειές τους που μένουν στον αέρα και στο έλεος των ΠΑΕ;
- Ποια η θέση σας για τις καλούμενες εταιρείες λαϊκής βάσης και το διαχωρισμό ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού;
- Σήμερα τελειώνουν και οι αυταπάτες που σκόπιμα καλλιεργούσαν διάφοροι «ανανεωτές» της αθλητικής ιδέας από το 1980 στη χώρα μας κάνοντας λόγω για συνύπαρξη ερασιτεχνικού και επαγγελματικού αθλητισμού. Βλέποντας πια ορατά τα αποτελέσματα αυτής της συνύπαρξης (στημένα, τζόγος, άγριες περικοπές στον αθλητισμό, στα σωματεία, στους δήμους, στη Φ.Α. στο σχολείο) κάνουν λόγω για διαχωρισμό (ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ) νομιμοποιώντας τον αθλητισμό - επιχείρηση. Προτείνουν τη λύση της εταιρείας λαϊκής βάσης, σκορπώντας φρούδες ελπίδες ότι στο τιμόνι της ομάδας θα κάθεται ο λαός και όχι επιχειρηματίες και ότι έτσι θα τελειώσουν τα φαινόμενα σήψης και σαπίλας. Παρουσιάζουν ως πρότυπο την Μπαρτσελόνα. Ποιος διαχειρίζεται και εκεί και στα αντίστοιχα μοντέλα τα πακέτα, τις μετεγγραφές; Ποιος κερδίζει απ' αυτές, ποιος κερδίζει απ' τις διαφημίσεις; Οπως λειτουργεί και μέσα στο πλαίσιο που αυτό γίνεται, δεν είναι επιχείρηση; Τι είναι λαϊκός αθλητισμός;
Η πραγματικότητα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τους διαψεύδει. Οπου επιχειρήθηκε να στηθούν τέτοιου είδους εταιρείες λαϊκής βάσης και όχι μόνο στον αθλητισμό -είναι πρόσφατο το παράδειγμα της ΑΝΕΚ στη χώρα μας- αργά ή γρήγορα πέρασαν στα χέρια επιχειρηματιών που αξιοποιούσαν την τσέπη του λαού για τις ορέξεις τους.
Η θέση του ΚΚΕ
-- Λύση άμεση υπάρχει; Τι προτείνει το ΚΚΕ;
-- Κατάργηση κάθε επιχειρηματικής δράσης στον αθλητισμό. Κατάργηση του "επαγγελματικού" αθλητισμού (ΠΑΕ-ΚΑΕ) που βασίζεται στους επιχειρηματίες και δήθεν χορηγούς. Να καταργηθεί το στοίχημα και ο τζόγος στη χώρα μας. Είναι δυο βασικά ζητήματα χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλα σημαντικά, όπως τα δικαιώματα των παικτών, οι δαπάνες κ.ά. Χωρίς αυτά λύση δεν υπάρχει. Και αυτό γιατί τα φαινόμενα σήψης, ντόπινγκ, στημένα κ.λπ. είναι γέννημα θρέμμα της επιχειρηματικής δράσης που κυνηγά το γρήγορο κέρδος πάση θυσία. Δεν πρόκειται να σταματήσουν. Μόνο έτσι θ' απαλλαγεί οριστικά ο αθλητισμός από την αρρώστια και τη σαπίλα. Θα σταματήσει το ποδόσφαιρο να είναι μπίζνες και θα ξαναγίνει ένα παιχνίδι, μέσο ψυχαγωγίας αλλά κυρίως μέσο για τη θωράκιση της υγείας και τη διαμόρφωση της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων. Μόνο έτσι ο αθλητισμός θα σταματήσει να αφορά τους λίγους στο γήπεδο και τους πολλούς στην εξέδρα ή στο σπίτι τους. Θα αποκτήσει διαφορετική οργάνωση και στόχους, θα αρχίσει η πλειοψηφία της νεολαίας ν' ασκείται συστηματικά, να συμμετέχει σε δραστηριότητες με οργανωμένο τρόπο.
Βασική προϋπόθεση βέβαια γι' αυτό είναι το κράτος να διασφαλίζει την υποδομή, δηλαδή τη χρηματοδότηση, το επιστημονικό δυναμικό και τις εγκαταστάσεις στο δήμο, στα σωματεία και στην εκπαίδευση χωρίς να βάζει το χέρι στη τσέπη της οικογένειας.
Χρειάζεται αγώνας ώστε το δικαίωμα στον αθλητισμό, η κατάργηση της επιχειρηματικής δράσης να μπει στην ημερήσια διάταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος στη δουλειά και στη γειτονιά, στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο. Και βέβαια, οι αθλητές, οι προπονητές με τους φορείς τους, τα σωματεία να δείξουν την ίδια αγωνιστικότητα, επιμονή και θέληση και έξω απ' τις γραμμές του γηπέδου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ Μεγάλη και μοναδική η προσφορά του


ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ
Μεγάλη και μοναδική η προσφορά του
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται, την Παρασκευή, από το θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη (18/1/1983). Η φυσική του απουσία δεν κατάφερε να τον στερήσει από καμιά παρέα, από κανένα γλέντι και γιορτή, γιατί «ζει και βασιλεύει» στην καθημερινότητά μας, με τα τραγούδια του να μας συντροφεύουν πάντα στη θλίψη, στον καημό, στον πόνο και στο άχτι μας, αλλά και στον έρωτα, στο κέφι, στη χαρά μας.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ο δημιουργός που έδωσε συνέχεια στο ρεμπέτικο τραγούδι, δίνοντας το δικό του χρώμα και στίγμα. Συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής, άνοιξε νέους ορίζοντες στο λαϊκό τραγούδι, αναδεικνύοντας μέσα από τα τραγούδια του τη ζωή του λαού μας. «Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι κι αυτό το θεωρούσα χρέος. Εγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο. Και πού δε φτερούγισε η φαντασία μου όλα αυτά τα χρόνια...», έλεγε ο ίδιος.
Ανοιξε νέους ορίζοντες
Χτίζοντας νότα τη νότα στην καρδιά της ρωμιοσύνης την απέραντη μουσική του, κατέθεσε ένα πλουσιότατο έργο σε μέγεθος και ποιότητα. Δημιουργώντας με το τεράστιο ταλέντο του τραγούδια σαν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», τον «εθνικό ύμνο» του λαϊκού μας τραγουδιού, που γράφτηκε μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής. Ενα τραγούδι εμπνευσμένο από «τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις». Ανάμεσα στις δεκάδες επιτυχίες του τα τραγούδια: «Αρχόντισσα», «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Απόψε στις ακρογιαλιές», «Της Γερακίνας γιος» κ.ά. Ο Β. Τσιτσάνης υπήρξε ο δάσκαλος για τις γενιές των καλλιτεχνών που ακολούθησαν. Για μισό αιώνα, σκυμμένος πάνω σε τρεις διπλές χορδές, συνταίριαζε την αγωνία, τη λαχτάρα, την αγάπη του λαού μας. Αυτού του λαού, που τον αγάπησε και τον τοποθέτησε δίπλα στον Μάρκο Βαμβακάρη, στο πάνθεο των Αθανάτων.
Τα πρώτα του τραγούδια τα γράφει σε ηλικία 15 χρόνων. Στα τέλη του 1936 φεύγει από τα Τρίκαλα για την Αθήνα με σκοπό να σπουδάσει νομικά. Για να συμπληρώσει τα έσοδά του δουλεύει παράλληλα σε ταβέρνες. Σε μια απ' αυτές γνωρίζει τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πηγαίνει σε μια δισκογραφική εταιρεία. Ηχογραφεί για πρώτη φορά το 1937, αλλά το κύριο μέρος των προπολεμικών δίσκων του πραγματοποιείται τα επόμενα χρόνια. Η «Αρχόντισσα» είναι το πιο γνωστό τραγούδι που ηχογραφεί τότε αλλά μαζί μ' αυτό βρίσκουν θέση στη δισκογραφία τραγούδια όπως τα «Να γιατί γυρνώ», «Γι' αυτά τα μαύρα μάτια σου» και πολλά άλλα που ερμηνεύουν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κερομύτης αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης. Με αυτά τα τραγούδια ο Τσιτσάνης δίνει δημιουργική συνέχεια στο λαϊκό τραγούδι και το φέρνει σε πλατύτερο κοινό. Μ' αυτά απαντά στη λογοκρισία της Μεταξικής δικτατορίας, η οποία απαγορεύει τόσο τα προϋπάρχοντα τραγούδια του ρεμπέτικου όσο και τις εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες. Τα χρόνια της Κατοχής τα περνά στη Θεσσαλονίκη, όπου δουλεύει σε διάφορα μαγαζιά. Αυτά τα χρόνια γράφει πολλά από τα τραγούδια που ηχογραφεί μετά τον πόλεμο, όταν άνοιξαν ξανά τα εργοστάσια δίσκων. «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα» και βέβαια τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Το 1946 εγκαθίσταται ξανά στην Αθήνα και αρχίζει πάλι να ηχογραφεί. Η δεκαετία 1945 - 1955 είναι ίσως η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι' αυτόν. Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του: Την Μαρίκα Νίνου, την Σωτηρία Μπέλλου, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη. «Είμαστε αλάνια», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Τρελός Τσιγγάνος», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Ομορφη Θεσσαλονίκη», «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Φάμπρικες», «Πέφτεις σε λάθη», «Καβουράκια», «Κάθε βράδυ λυπημένη», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Ελα όπως είσαι», είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια του γι' αυτή την περίοδο.
Μια διατριβή για το έργο του
Αποτελεί η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη από μόνη της ένα ξεχωριστό είδος; Τι μπορεί να αποκαλύψει η ανάλυση της συνθετικής τεχνοτροπίας του σχετικά με τα «σύνορα» του ρεμπέτικου και του νεότερου λαϊκού τραγουδιού; Ποιες οι ουσιαστικές συνθετικές διαφορές μεταξύ των τραγουδιών του και των ρεμπέτικων τραγουδιών πριν από αυτόν; Ποια τα κύρια στοιχεία του στίγματος του Τσιτσάνη;
Ποιος θα το πίστευε ότι το ενδιαφέρον για τέτοιου είδους απαντήσεις θα ερχόταν από το Λιντς της Βρετανίας; Η έκπληξη του νέου μουσικού, απόφοιτου του Τμήματος Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Νίκου Ορδουλίδη, που έκανε το μεταπτυχιακό του, ήταν μεγάλη ακούγοντας τους καθηγητές του εκεί να του μιλούν για την Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη. Η έκπληξη του Νίκου Ορδουλίδη ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν οι συνομιλητές του του πρότειναν να κάνει στο εκεί πανεπιστήμιο τη διατριβή του με θέμα τον Βασίλη Τσιτσάνη.
«Δυστυχώς έξω ενδιαφέρονται, όπως αποδείχθηκε, περισσότερο γι' αυτά τα θέματα», λέει ο Νίκος Ορδουλίδης, ο οποίος πριν από λίγα χρόνια άρχισε μια έρευνα που όχι μόνο θα βοηθήσει τον ίδιο ως επιστήμονα, αλλά και θα βάλει τις βάσεις ενός αρχείου πολλαπλά πολύτιμου.
Τίτλος Διδακτορικού: «Η Δισκογραφική Καριέρα του Βασίλη Τσιτσάνη (1936 - 1983). Ανάλυση της Μουσικής του και τα Προβλήματα της Ερευνας στην Ελληνική Λαϊκή Μουσική».
«Ο Βασίλης Τσιτσάνης - λέει ο Ν. Ορδουλίδης - είναι μία φυσιογνωμία - κλειδί στην ιστορία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Ο Τσιτσάνης ως μουσικός και ως συνθέτης ήταν καινοτόμος και ανακαινιστής. Οι ρίζες της μουσικής του βρίσκονται στο ρεμπέτικο είδος. Αλλάζοντας τις ρίζες αυτές, δημιούργησε, διαμόρφωσε και καθιέρωσε το ελληνικό λαϊκό είδος μουσικής. Μια προκαταρκτική ανάλυση των ηχογραφημένων τραγουδιών του Τσιτσάνη φανερώνει τη μοναδική και ξεχωριστή του συνεισφορά ως εκτελεστή και συνθέτη. Η ανάλυση επίσης φανερώνει το πόσο μεγάλο ρόλο και αντίκτυπο είχε η μουσική του Τσιτσάνη στην εξέλιξη και γενικά στην ιστορία της ελληνικής λαϊκής μουσικής».
Μια φυσιογνωμία - κλειδί
Πολλά από τα βασικά συστατικά της συνθετικής τεχνοτροπίας του Τσιτσάνη αντλούνται από τις παραδοσιακές φόρμες που απαντώνται στο ρεμπέτικο, πριν από αυτόν.
«Υπάρχει, όμως, ένα αρκετά ξεχωριστό χαρακτηριστικό», επισημαίνει στο διδακτορικό του ο Ν. Ορδουλίδης, «εξαιτίας της μεγάλης σε διάρκεια δισκογραφικής του καριέρας (1936 - 1983), η τεχνοτροπία του παρουσιάζει αλλαγές από περίοδο σε περίοδο. Οι συγκρίσεις μεταξύ του πριν με το μετά φανερώνουν τις διαφορές, τις ομοιότητες και γενικώς τις σχέσεις - συνδέσεις των διαφόρων περιόδων. Σχέσεις οι οποίες και γεννούν πολλά ερωτήματα: Με ποιο τρόπο επηρέασε ο Τσιτσάνης την επόμενη γενιά του λαϊκού τραγουδιού; Ακολουθεί "κάτι", ή είναι αυτός το "κάτι" που ακολουθείται; Αν δεχτούμε το δεύτερο, συμβαίνει όλο αυτό εν γνώσει του ιδίου; Γνωρίζει τις διαστάσεις και τις επιδράσεις των αλλαγών που εισάγει στο είδος; Δημιουργεί, με άλλα λόγια, μουσική συνειδητά ή όχι; Κυρίως από προφορικές πηγές καταλαβαίνουμε πως ήταν ικανός να αντιληφθεί και να αξιολογήσει τις εξελίξεις, όπως για παράδειγμα τις ανάγκες της αγοράς, τις προτιμήσεις του κοινού και γενικά τη μόδα την οποία η μουσική βιομηχανία κάθε φορά προωθούσε. Ακρως σημαντικά είναι τα νέα στοιχεία που εισήγαγε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου (1946) και την επαναλειτουργία του εργοστασίου της Columbia. Τις προθέσεις του γύρω από τα νέα αυτά στοιχεία έδειξε από το προπολεμικό του κιόλας έργο (παράδειγμα τα τραγούδια του που ο ίδιος αποκαλούσε καντάδες). Από δικές του συνεντεύξεις, καθώς και από μαρτυρίες, πληροφορούμαστε πως ετοίμασε ένα ολοκαίνουριο, σημαντικού όγκου ρεπερτόριο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στη Θεσσαλονίκη, όπου και έζησε. Με την επιστροφή του στη δισκογραφία, ήταν έτοιμος να ηχογραφήσει το ρεπερτόριο αυτό, το οποίο φαίνεται πως αποτελεί τη βάση του (νέου) λαϊκού τραγουδιού. Γενική παραδοχή αποτελεί το γεγονός πως η περίοδος μεταξύ του 1940 και του 1950 υπήρξε μία περίοδος γεμάτη μεγάλες αλλαγές για το ελληνικό τραγούδι, πολλές από τις οποίες "χρεώνονται" στον Τσιτσάνη».

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ

ΠΑΛΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ Προς κατεδάφιση;


ΠΑΛΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ
Προς κατεδάφιση;
Πλευρές της μη κήρυξης του παλιού μουσείο της Ακρόπολης ως μνημείου
Το παλιό Μουσείο λίγα χρόνια πριν το κλείσιμό του
Για να καταλάβει ένας επισκέπτης την ύπαρξη του παλιού μουσείου της Ακρόπολης, πρέπει σχεδόν... να πέσει πάνω του. Για τόσο λιτό και σεμνό αρχιτεκτόνημα πρόκειται κι ας βρίσκεται ακριβώς πάνω στον Ιερό Βράχο, ακριβώς δίπλα στον Παρθενώνα. Πώς το κατάφερε αυτό ο αρχιτέκτονάς του, Παναγής Κάλκος και μάλιστα στα μέσα του 19ου αιώνα είναι από αυτά τα «μαγικά» «μυστήρια» της αρχιτεκτονικής που δεν έχουν τελικά σημασία για μας, τους αμύητους. Αυτό που έχει όμως σημασία για όλους είναι ότι για να λειτουργήσει αυτή η «μαγεία» προϋποθέτει το σεβασμό του αρχιτέκτονα για το ιστορικό και καλλιτεχνικό μέγεθος των μνημείων της Ακρόπολης. Ισως αυτός ο σεβασμός να είναι και το σπουδαιότερο «μάθημα» αυτού του κτιρίου για τους νεότερους.
Βέβαια, το να γίνεται λόγος για σεβασμό της Ακρόπολης με το πρώτο μουσείο της να είναι ακριβώς πάνω της ακούγεται οξύμωρο. Κι όμως, ενώ το παλιό μουσείο είναι ουσιαστικά «αθέατο» από τον επισκέπτη, το νέο Μουσείο της Ακρόπολης λειτουργεί με τον τρόπο ακριβώς που φοβούνταν οι αντιδρώντες στη χωροθέτησή του επί του οικοπέδου του Μακρυγιάννη: Ακρως ανταγωνιστικά και, εν τέλει, προσβλητικά, με τα μνημεία της Ακρόπολης κι ας μην βρίσκεται πάνω της, αλλά στους «πρόποδές» της. Εδώ έχουμε... «μαγεία» από την ανάποδη!

Βέβαια, όταν το νέο Μουσείο «πλασαρίστηκε» από το κράτος ως... «εθνικός στόχος» - συνδεόμενο με το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα - τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει το παλιό Μουσείο εκτός από το τέλος του. Ως πρώτο «βήμα» προς αυτήν την κατεύθυνση, δηλαδή για την κατεδάφισή του μπορεί να χαρακτηριστεί η, κατά πλειοψηφία, γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, τον περασμένο Δεκέμβρη για μη χαρακτηρισμό του ως μνημείου.
Αν και η συντριπτική πλειοψηφία της επιστημονικής κοινότητας - ανάμεσά της οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου και η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Ακρόπολης - δεν επιθυμούν την κατεδάφιση του παλιού μουσείου για πολλούς λόγους - όπως η ιστορικόητά του, ότι ο αρχιτέκτονας Παναγής Κάλκος σεβάστηκε απόλυτα τα αρχαία μνημεία, σχεδιάζοντας το μουσείο στο επίπεδο του εδάφους, έτσι που να μη γίνεται αντιληπτό παρότι είναι πάνω στην Ακρόπολη, σοβαροί λόγοι φύλαξης αρχαιοτήτων, απουσία αρχαιολογικού ενδιαφέροντος για το χώρο που καταλαμβάνει κ.λπ. - ωστόσο επικράτησε η αντίληψη ότι το κτίριο μπορεί να προστατευθεί χωρίς να κηρυχθεί μνημείο. Ετσι, 13 μέλη των δύο συμβουλίων ψήφισαν κατά της κήρυξης και 8 υπέρ.
Το παλιό Μουσείο της Ακρόπολης ξεκίνησε να κατασκευάζεται στα νοτιοανατολικά του Παρθενώνα στις 30 Δεκεμβρίου 1865 και ολοκληρώθηκε το 1874, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκου. Οι ανάγκες επέκτασης έγιναν φανερές πολύ σύντομα. Το 1888 κατασκευάστηκε ένα μικρότερο κτίριο στα ανατολικά του υπάρχοντος, ενώ, νέα επέκταση λαμβάνει χώρα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τις πρώτες νέες αίθουσες να ανοίγουν το 1956. Η συζήτηση για την κατασκευή νέου μουσείου ξεκίνησε ουσιαστικά στα μέσα της δεκαετίας του '70.
Εργασίες συντήρησης στο παλιό Μουσείο για τη μεταφορά των αρχαιοτήτων στο νέο
Eurokinissi
Φυσικά, όταν ακόμη και τα χαρακτηρισμένα ως μνημεία κινδυνεύουν ποικιλοτρόπως, είναι τουλάχιστον αφελές να νομίσει κάποιος ότι μπορεί να τη «γλιτώσει» το παλιό Μουσείο ενώ δε χαρακτηρίστηκε. Αλλωστε, ακόμη κι αν δεν κατεδαφιστεί - ή μέχρι τότε - «κυκλοφορεί» στον «αέρα» η προ λίγων χρόνων «πρόταση» για... αναψυκτήριο με τραπεζάκια στην «αυλή», κυριολεκτικά, του Παρθενώνα που περιλάμβανε η πρόταση για τη νέα χρήση του παλιού Μουσείου Ακρόπολης την οποία συζήτησε το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων το 2008. Αν και για τα τραπεζάκια έξω το ΚΣΝΜ είχε αποφύγει να αποφασίσει κάτι συγκεκριμένο, με δεδομένη την πολιτική εμπορευματοποίησης των πάντων τίποτα δεν είναι απίθανο. Αν και τουλάχιστον στην περίπτωση της Ακρόπολης ελπίζουμε να μπει κάποιο «φρένο». Αντίθετα, τότε το συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ του χαρακτήρα που θα έχει στο εξής το παλιό μουσείο, ως χώρου που θα παρουσιάζει την ιστορία της Ακρόπολης, των ανασκαφών και των αναστηλώσεων.
Εκτοτε δεν έγινε τίποτα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, μέχρι τη γνωμοδότηση του περασμένου Δεκέμβρη, η οποία, όπως είπαμε, ουσιαστικά ανοίγει το δρόμο ακόμη και για την κατεδάφισή του.
Ανεξάρτητα, πάντως, από το αν πρέπει ή όχι να διατηρηθεί έστω και ένα τέτοιο σεμνό και λιτό, αλλά σίγουρα νεότερο των μνημείων της Ακρόπολης, κτίριο ή έστω να γκρεμιστούν οι προσθήκες του της δεκαετίας του '50 και να παραμείνει το αρχικό αρχιτεκτόνημα δίπλα στον Παρθενώνα, σημασία έχει ότι η σύγκριση με το τσιμεντένιο και γυάλινο, γιγαντιαίο νέο Μουσείο που χτίστηκε πάνω στον αρχαιολογικό χώρο του Μακρυγιάννη είναι συντριπτική κατά του τελευταίου. Αποδεικνύοντας, για πολλοστή φορά, ότι το «διακύβευμα» είναι πάντα και κατά βάση πολιτικό και όχι αρχιτεκτονικό ή αισθητικό...

Η μεταφορά των εκθεμάτων από το παλιό στο νέο μουσείο το 2007
ICON

Γρηγόρης ΤΡΑΓΓΑΝΙΔΑ

12 Ιαν 2013

Ρεσιτάλ Παφίλη στη Βουλή


Ρεσιτάλ Παφίλη στη Βουλή


Και για να υπάρξει μια συμπλήρωση σχετικά με το σημείο που αναφέρεται στους εφοπλιστάς:
Τα στοιχεία που παρουσίασε ο πρόεδρος του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΝΕΕ) για τον αριθμό των πλοίων που «έκτισαν» οι ακτοπλόοι εφοπλιστές από την εποχή που ξεκίνησε η «απελευθέρωση» μέχρι τώρα, είναι πράγματι αποκαλυπτικά. Οπως είπε ο Γ. Γράτσος σε εκδήλωση του ΝΕΕ στο Ευγενίδιο Ιδρυμα «η ελληνική ακτοπλοΐα από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και ενόψει της εναρμόνισής της με την ευρωπαϊκή νομοθεσία παρήγγειλε τη ναυπήγηση 43 επιβατηγών πλοίων». Από αυτά, όπως ανέφερε, 10
κατασκευάστηκαν στη Γερμανία, 8 στην Κορέα, 6 στην Ιταλία, 5 στη Σουηδία/Νορβηγία, 4 στην Αυστραλία, 3 στην Ολλανδία, 3 στη Γαλλία και 2 στη Φινλανδία». Οπως ο ίδιος επισήμανε «έχουν δοθεί σε ναυπηγεία των Ιταλίας, Γερμανίας, Γαλλίας και Φινλανδίας παραγγελίες για παράδοση από το 2009 έως το 2018 για 54 κρουαζιερόπλοια 140.611 κλινών αξίας 34 δισεκατομμυρίων δολαρίων»(!). Και όλα αυτά ενώ τα προηγούμενα χρόνια οι ακτοπλόοι εφοπλιστές έχουν εισπράξει εκατοντάδες εκατομμύρια επιδοτήσεις από το κράτος, απολαμβάνουν φοροασυλίας και διαφόρων προνομίων. Οι εκπρόσωποι των εφοπλιστών εμφανίζονται πρόθυμοι να κατασκευάζουν τα πλοία τους στα ναυπηγεία που βρίσκονται στην Ελλάδα, αλλά θέτουν ως προϋπόθεση φτηνή εργατική δύναμη και εργαζόμενους σύγχρονους σκλάβους. Αυτό είναι το διά ταύτα των «επτά προτάσεων», που παρουσίασε ο ίδιος για την ανάκαμψη της ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, σημειώνουμε: «Αρση αντιπαραγωγικών και υπερβολικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας», «διασφάλιση του δικαιώματος της εργασίας όπως και της ελεύθερης επιλογής εργοδότη και εργαζόμενου», «εξορθολογισμός αμοιβών και ασφαλιστικού κόστους»... Αυτή είναι η ανάπτυξη των εφοπλιστών και του κεφαλαίου. Στον αντίποδα, ο δρόμος της ανάπτυξης που προτείνει το ΚΚΕ για ενιαίο - κρατικό φορέα που μπορεί να κατασκευάζει νέα αξιόπλοα πλοία, που θα καλύπτει τις συγκοινωνιακές ανάγκες των νησιών, της άμυνας της χώρας και συνολικά της λαϊκής οικονομίας.

TOP READ