4 Νοε 2015

Απάτη...

Απάτη...


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ πήγε το λαό στις εκλογές με ψηφισμένο το αντιλαϊκό μνημόνιο και με τη ...δέσμευση ότι θα ψάξει να βρει «ισοδύναμα», για να ανακουφίσει τα λαϊκά νοικοκυριά από τα μέτρα που ήδη είχε συμφωνήσει με τους εκπροσώπους των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών και είχε ψηφίσει στη Βουλή, μαζί με ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι. Το ότι αυτό ήταν ένα ακόμα μεγάλο ψέμα, ήταν γνωστό.
Εσυραν, λοιπόν, το λαό σε μια αποπροσανατολιστική συζήτηση για το ποια θα είναι τα «ισοδύναμα» μέτρα, πώς θα εφαρμοστούν, πόσο θα ανακουφίσουν. Βέβαια, κάθε «ισοδύναμο» που εμφανιζόταν, ήταν το ίδιο ή και χειρότερο μέτρο σε βάρος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων. Είτε αυτό λέγεται ΦΠΑ 23% στην ιδιωτική εκπαίδευση, είτε αυτό λέγεται αύξηση των τελών κυκλοφορίας στα αυτοκίνητα, είτε αύξηση του φόρου στο βοδινό κρέας...
Τα ψέματα φαίνεται πως τέλειωσαν και έτσι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ λέει τώρα: «ΙΣΟΔΥΝΑΜΑ ΤΕΛΟΣ». Ολη αυτή η προπαγάνδα είχε στόχο να αποκοιμίσει, να εφησυχάσει, να δημιουργήσει μια φαντασιακή εικόνα του τύπου «διαπραγματευόμαστε σκληρά για να διορθώσουμε τις αδικίες του μνημονίου που ψηφίσαμε». Και τώρα αποκαλύπτεται πως δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα ακόμα επεισόδιο στο σίριαλ της πολιτικής εξαπάτησης ενός λαού που υποφέρει εδώ και χρόνια. Και ο ΣΥΡΙΖΑ ξέρει να παίζει αυτό τον πρωταγωνιστικό ρόλο άψογα...
Ας δούμε τι λένε τώρα:
«Τα περιθώρια της διαπραγμάτευσης είναι ασφυκτικά μικρά, με τους δανειστές να έχουν το πεπόνι και το μαχαίρι, με την κυβέρνηση να έχει δεσμευτεί ότι θα υλοποιήσει το πρόγραμμα και με τους πολίτες να το έχουν υπόψη τους όταν την ψήφισαν» («Κυριακάτικη Αυγή», 1 Νοέμβρη). Τουτέστιν: Ας προσέχατε τι ψηφίζατε, τώρα αντέξτε τα αντιλαϊκά μέτρα για να την βγάλει καθαρή το μεγάλο κεφάλαιο. Και συνεχίζουν: «Σε ό,τι αφορά τα περίφημα ισοδύναμα, νομίζω ότι σε αυτό το θέμα θα πρέπει να ξεκαθαριστεί ότι απαιτείται φειδώς. Ο πληθωρισμός περί ισοδυνάμων δεν ωφελεί (...) δεν μπορείς να αναζητήσεις ισοδύναμα σε πενήντα θέματα (...) Δηλώσεις, πολύ περισσότερο αναρμοδίων, γύρω από ιδέες δεν ωφελούν» (Δ. Παπαδημούλης προχτές σε ραδιοφωνικό σταθμό). Τουτέστιν, ξεχάστε τα ισοδύναμα που υποτίθεται πως θα ωφελήσουν τους εργαζόμενους, γιατί τέτοιο πράγμα δεν πρόκειται να γίνει. Ας μην ξαφνιαστεί κανείς εάν τελικά υλοποιηθούν και αυτά που προβλέπονται στο μνημόνιο και αυτά που έχουν εμφανιστεί ως ισοδύναμα αντιλαϊκά μέτρα!
Το πραγματικό τους πρόσωπο έχει αποκαλυφθεί. Η πολιτική τους οδηγεί το λαό στη φτώχεια και βοηθά τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους να ξελασπώσουν. Κόβουν συντάξεις, μοιράζουν εκατομμύρια σε μονοπώλια οπλικών συστημάτων. Επιβάλλουν φόρους στα λαϊκά νοικοκυριά, απαλλάσσουν από φόρους και πρόστιμα τα μονοπώλια. Αυξάνουν τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης, «τρέχουν» την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών για να μοιράσουν κρατικό χρήμα στους τραπεζικούς ομίλους που θα το επιβαρυνθούν τα λαϊκά στρώματα. Σχεδιάζουν να πετάξουν έξω από τα σπίτια τους φτωχούς ανθρώπους και παραδίδουν κρατική γη για να υλοποιηθούν επενδυτικά σχέδια από καπιταλιστές.
Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση, ο λαός πρέπει να πάρει την υπόθεση στα χέρια του. Η συμμετοχή στην απεργία στις 12 Νοέμβρη και στις απεργιακές συγκεντρώσεις του ΠΑΜΕ θα αποτελέσει ξεκάθαρο μήνυμα στην κατεύθυνση της οργάνωσης της πάλης σήμερα, για να αποκρούσει όλα όσα τού καταστρέφουν τη ζωή.

Χωρίς όριο η κυβερνητική πρόκληση στους αγρότες

Χωρίς όριο η κυβερνητική πρόκληση στους αγρότες
Προσπαθεί να πλαγιοκοπήσει τον αγώνα, που κλιμακώνεται από αύριο με συγκεντρώσεις σε Καρδίτσα, Αγρίνιο, Χανιά και Ηράκλειο



Τα γνωστά άθλια μέσα των προκατόχων της επιστρατεύει η κυβέρνηση για να συκοφαντήσει τον αγώνα των αγροτών
Τα γνωστά άθλια μέσα των προκατόχων της επιστρατεύει η κυβέρνηση για να συκοφαντήσει τον αγώνα των αγροτών
Phasma
Με προκλητικά επιχειρήματα και στοχευμένη προπαγάνδα, η κυβέρνηση επιτίθεται στους αγρότες, την ίδια ώρα που στα χωριά μεγαλώνει η αγανάκτηση για τα μέτρα σε βάρος τους και τα τρακτέρ ετοιμάζονται να βγουν στο δρόμο.
Ο στόχος της κυβέρνησης είναι καθαρός: Να συκοφαντήσει τους αγώνες της μικρομεσαίας αγροτιάς τώρα που πάνε για κλιμάκωση, να διεγείρει τον «κοινωνικό αυτοματισμό», να πλήξει την αλληλεγγύη που εκφράστηκε και σε παλιότερες κινητοποιήσεις στους αγροτικούς αγώνες από τους εργαζόμενους και τα άλλα λαϊκά στρώματα.
Αυτή τη στόχευση υπηρετούν και τα αποσπασματικά στοιχεία για τα δηλωθέντα αγροτικά εισοδήματα, που διοχετεύτηκαν τη Δευτέρα από κυβερνητικές πηγές. Χτες, η κυβερνητική εκπρόσωπος, Ολγα Γεροβασίλη, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, έδειξε τα δόντια της κυβέρνησης στη μικρομεσαία αγροτιά.
Οπως είπε, «η φορολόγηση των αγροτών θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί και χωρίς τη συμφωνία (σ.σ. μνημόνιο) (...) Πρέπει να γίνει ο διαχωρισμός των κατ' επάγγελμα αγροτών, έπρεπε να τον κάνουμε μόνοι μας και το δεύτερο είναι η φορολόγηση αντιστοίχως πια. Αλλο ο μικρός, άλλο ο μεσαίος και άλλο ο επιχειρηματίας με αγροτικές επιχειρήσεις».
Εξοντώνουν τους «μικρούς»
Αυτό που δεν είπε η κυβερνητική εκπρόσωπος είναι ότι ο νέος τρόπος φορολόγησης δεν θα έχει τις ίδιες συνέπειες για όλους, καθώς οι μικροί θα εξαϋλωθούν κυριολεκτικά, ενώ οι μεγαλοαγρότες θα αναπληρώσουν τις όποιες απώλειες από τα φοροπρονόμια που αναζητά η κυβέρνηση και από την αναδιανομή των επιδοτήσεων και των άλλων ενισχύσεων.
Η ίδια επιβεβαίωσε την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης να επιβάλει τους νέους εξοντωτικούς φορολογικούς συντελεστές και αναμάσησε τα στοιχεία για τα δηλωθέντα εισοδήματα του 2014, λέγοντας ότι «περίπου το 85% των αγροτών, το εισόδημα για το οποίο φορολογούνται είναι το πολύ μέχρι 5.000 το χρόνο».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Βαγγέλης Αποστόλου, κούνησε με θράσος το δάχτυλο στους μικρομεσαίους αγρότες και είπε σε συνέντευξη: «Πρέπει οι αγρότες να καταλάβουν τη γενικότερη ασφυκτική πίεση της κοινωνίας, που έχει οδηγήσει σε απώλεια των εισοδημάτων όλων των τάξεων. Να το αντιλαμβάνονται και να κατανοήσουν ότι κι αυτοί δεν μπορεί παρά να έχουν κάποια φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση».
Παράλληλα, επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση ψάχνει φοροαπαλλαγές για τους «κατ' επάγγελμα αγρότες» και ότι «ως τις 15 Νοεμβρίου θα πρέπει να κλείσει το σχετικό νομοσχέδιο».
Αύριο το συλλαλητήριο στην Καρδίτσα
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, η μικρομεσαία αγροτιά, με οργανωτή τους κατά τόπους Συλλόγους και τις Ομοσπονδίες που συσπειρώνονται στην ΠΑΣΥ, βγαίνει με τρακτέρ στις πλατείες των χωριών και ετοιμάζεται για τον πανελλαδικό συντονισμό στα τέλη Νοέμβρη - αρχές Δεκέμβρη.
Στη Θεσσαλία, πρώτοι στο «χορό» των κινητοποιήσεων μπαίνουν οι αγρότες της Καρδίτσας με το παν-καρδιτσιώτικο συλλαλητήριο που οργανώνει η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων του νομού, αύριο, Πέμπτη, στις 11 το πρωί, στην πόλη της Καρδίτσας.
Ακολουθούν οι αγρότες του Νομού Λάρισας, ανταποκρινόμενοι στο αγωνιστικό κάλεσμα της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Λάρισας, καθώς και Αγροτικών Συλλόγων που δρουν στις επαρχίες και τα χωριά του νομού. Συλλαλητήριο θα γίνει το Σάββατο 7 Νοέμβρη, στις 11 το πρωί, στην κεντρική πλατεία του Τυρνάβου και θα ακολουθήσουν τις επόμενες μέρες κινητοποιήσεις σε Ελασσόνα, Αγιά και Πλατύκαμπο, ενώ για τις 2 Δεκέμβρη έχει αποφασιστεί συλλαλητήριο στην πλατεία των Φαρσάλων.
Μεθαύριο, Παρασκευή, θα συνεδριάσει η διοίκηση της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Τρικάλων «Η Ανοιξη», για να πάρει αποφάσεις για κινητοποιήσεις που θα γίνουν στο νομό, ενώ, το βράδυ της ίδιας μέρας, θα γίνει αγροτική σύσκεψη στη Φαρκαδόνα. Ανάλογες αποφάσεις για κινητοποιήσεις αναμένεται να πάρουν Αγροτικοί Σύλλογοι του Νομού Μαγνησίας.
Σε άλλες πόλεις
Στην υπόλοιπη χώρα προγραμματίζονται ακόμα οι εξής αγωνιστικές πρωτοβουλίες:
  • Αύριο, Πέμπτη, παναιτωλοακαρνανικό συλλαλητήριο στο Αγρίνιο. Από τις 11 π.μ. θα υπάρξει μηχανοκίνητη πορεία στους δρόμους της πόλης, με κατάληξη τον κόμβο Αγ. Δημητρίου.
  • Επίσης αύριο, συλλαλητήριο στις 11 π.μ., στην πλατεία Δημοτικής Αγοράς των Χανίων. Καλούν ο Σύλλογος Κτηνοτρόφων Χανίων, η Ενωτική Ομοσπονδία Αγροτικών Συλλόγων Νομού Χανίων, οι Αγροτικοί Σύλλογοι πρώην Δήμου Αρμένων, πρώην Δήμου Μύθημνας, Μεσκλών, Παλαιών Ρουμάτων, Κάινας, Γαβαλοχωρίου και Αμυγδαλοκεφαλίου.
  • Αύριο, Πέμπτη, στο Ηράκλειο, στις 11 π.μ., ο Αγροτικός Σύλλογος Αρχάνων και Αστερουσίων οργανώνει παράσταση διαμαρτυρίας στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση και ταυτόχρονα καλεί στις 12 Νοέμβρη σε συμμετοχή στην απεργιακή συγκέντρωση του ΠΑΜΕ, στην πλατεία Ελευθερίας.

Ξέπλυμα χρήματος με τη βούλα του νόμου

Ξέπλυμα χρήματος με τη βούλα του νόμου

Το έδαφος για τις «ελκυστικές διατάξεις» υπέρ του κεφαλαίου, που θα προωθήσει στο σχετικό νομοσχέδιο, καλλιεργεί η συγκυβέρνηση


Στη νομιμοποίηση αδήλωτων κεφαλαίων, είτε αυτά έχουν φυγαδευτεί στο εξωτερικό είτε βρίσκονται στην Ελλάδα (σε καταθέσεις, θυρίδες κ.ά.), σχεδιάζει να προχωρήσει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Επί της ουσίας, επαναφέρουν τον πυρήνα των διατάξεων σχετικού νομοσχεδίου που είχε δοθεί σε «δημόσια διαβούλευση» από την προηγούμενη διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, χωρίς ωστόσο να κατατεθεί στη Βουλή.
Χαρακτηριστικά, από το βήμα της Βουλής, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Τρ. Αλεξιάδης, τόνισε τη Δευτέρα 2/11 ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου πρέπει να είναι ελκυστικές, ώστε να αποφέρουν αποτέλεσμα και να δηλωθούν τα χρήματα. Επιχειρώντας, βέβαια, να αμβλύνει τις εντυπώσεις για την κυβερνητική επιχείρηση νομιμοποίησης και ξεπλύματος μαύρου χρήματος της πλουτοκρατίας με ευνοϊκούς όρους, την ίδια ώρα που εντείνεται η αντιλαϊκή επίθεση, ο Τρ. Αλεξιάδης ισχυρίστηκε ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου θα πρέπει παράλληλα να μην είναι χαριστικές, ώστε να προσλάβουν το χαρακτήρα ξεπλύματος ή μιας ευνοϊκής περαίωσης. «Θέλουμε τα κίνητρα να μην είναι προκλητικά. Αν είναι χρήματα που προέρχονται από εμπόριο ναρκωτικών, όπλων κ.ά. δεν θα νομιμοποιηθούν ακόμη κι αν δηλωθούν», σημείωσε, όταν είναι βέβαιο ότι ακόμα και αν υπάρχουν χρήματα από τέτοιες δραστηριότητες, δεν υπάρχει περίπτωση να δηλωθούν ως τέτοια...
Το ποιο είναι το περιεχόμενο των «ελκυστικών διατάξεων» που επεξεργάζεται η συγκυβέρνηση για την ενίσχυση του κεφαλαίου γίνεται κατανοητό και από τις προβλέψεις του σχετικού νομοσχεδίου που είχε δώσει σε «δημόσια διαβούλευση», η «πρώτη φορά αριστερά»: Σε αυτό σχεδίαζε την επιβολή συμβολικού φόρου επί των αδήλωτων εισοδημάτων, πλήρη διαγραφή προστίμων και προσαυξήσεων, καθώς επίσης και φορολογική ασυλία ακόμη και για υποθέσεις για τις οποίες ήδη διενεργούνται έλεγχοι, όπως, για παράδειγμα, οι περιβόητες «λίστες Λαγκάρντ».
Σύμφωνα με τον Τρ. Αλεξιάδη, το νομοσχέδιο θα κατατεθεί εντός δύο μηνών και θα δίνει μια «τελευταία ευκαιρία» σε όσους έχουν χρήματα στο εξωτερικό ή το εσωτερικό και δεν δικαιολογούνται από τις φορολογικές τους δηλώσεις.
«Ελκυστικοί όροι» και για τις αδειοδοτήσεις των επενδύσεων του κεφαλαίου
Την ίδια ώρα, ο υφυπουργός Εξωτερικών, Δ. Μάρδας, μιλώντας στο «Mega», και αναφερόμενος στις ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα, τόνισε ότι «δουλειά μας είναι να προσελκύσουμε ένα σύνολο ξένων επενδυτών που θα τοποθετήσουν τα χρήματά τους στη χώρα», συμπληρώνοντας πως το εύκολο κομμάτι είναι η προσέλκυση των επενδύσεων αλλά το δύσκολο είναι ο τρόπος απλούστευσης του συστήματος αδειοδότησης μιας ξένης επένδυσης. Οπως είπε, η διαδικασία αυτή διαρκεί δύο και τρία χρόνια, γεγονός το οποίο χαρακτήρισε ανεπίτρεπτο, τονίζοντας πως στόχος της κυβέρνησης είναι να μειώσει αυτούς τους χρόνους στους τρεις έως έξι μήνες...
Σχετικά δε με την πορεία ιδιωτικοποίησης και επιχειρηματικής αξιοποίησης στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «τα στρέμματα του Ελληνικού πρέπει να παράγουν πλούτο σε αυτήν τη χώρα»...

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ;*

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ. ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ;*

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 «Το KKE ηττήθηκε στον αγώνα του (σ.σ. τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο) λόγω των λαθών του, ένα από τα οποία είναι βεβαίως ότι ο Ζαχαριάδης εμπιστεύτηκε τους Στάλιν και Τίτο, οι οποίοι προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα για δικούς τους λόγους. Το ΚΚΕ επέλεξε να γίνει πλήρως εξαρτημένο και αρνήθηκε να δει την αλήθεια έως ότου ήταν πάρα πολύ αργά»1.
«Εκείνοι οι “διανοητές”, οι οποίοι με μεγάλη εμπιστοσύνη πιστεύουν ότι το “αλάνθαστο ρολόι” που κρέμεται στο κεντρικό κτίριο του ΚΚΣΕ καθορίζει τι είναι ιστορικά σωστό και τι λάθος, προφανώς δεν μπορούν να φροντίσουν ούτε το σοσιαλισμό ούτε τα προβλήματά του. Ακόμα κι αν όλα εκτός από αυτή την ιδεολογική τοποθέτηση αλλάξουν, αυτό θα σήμαινε μετά βίας μια αλλαγή σε αυτή την πλευρά»2.
Εχουμε επιλέξει αυτά τα δύο εδάφια ως παραδείγματα, προκειμένου να γίνει φανερή η ομοιότητα στην πίεση που ασκήθηκε στα κομμουνιστικά -ή με άλλα λόγια σοβιετικά- κόμματα και κινήματα στα χρόνια της αποσύνθεσης του σοσιαλιστικού μπλοκ και τελικά της διάλυσης της Σοβιετικής Ενωσης. Συγχρόνως θα θέλαμε να αναδείξουμε μια πονηρή «προσφορά» που είχε τεθεί μπροστά στα αριστερά κινήματα από μια περίοδο πριν την Οκτωβριανή επανάσταση και αναδιατυπώθηκε εκείνες τις ημέρες. Η «προσφορά» ήταν και είναι να εγκαταλειφθούν οι βασικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού (ο ιστορικός ρόλος των τάξεων, η επαναστατική δυνατότητα του προλεταριάτου, ο ρόλος πρωτοπορίας του κομμουνιστικού κόμματος, η πάλη των κομμουνιστών για τη σοσιαλιστική εξουσία, για την κοινωνική ισότητα κλπ.).
Το πρώτο και πλέον σημαντικό απτό σήμα της αποδοχής αυτής της «προσφοράς» εκδηλώθηκε ως καταδίκη της Σοβιετικής Ενωσης, του αποκρυσταλλώματος του μαρξισμού-λενινισμού. Οπως φαίνεται και σε αυτά τα αυθαίρετα επιλεγμένα εδάφια, αυτό που απαιτήθηκε από τα κομμουνιστικά κόμματα σε αυτή την ανήθικη συμφωνία, ήταν να καταδικάσουν τη σοσιαλιστική προσπάθεια που διαρκούσε περισσότερο από εβδομήντα χρόνια, γεγονός που απέδειξε φυσικά τη δυνατότητα πραγματοποίησής της και τη ρεαλιστικότητα μιας ισχυρής εναλλακτικής λύσης απέναντι στο ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό σύστημα. Μέχρι την αυγή της Οκτωβριανής επανάστασης, το βασικό επιχείρημα ενάντια στη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση είχε εστιάσει στο αδύνατο του εφικτού σοσιαλισμού.
Οι Μαρξ και Ενγκελς αρκετές φορές αναγκάστηκαν να υπερασπιστούν τον κομμουνισμό ενάντια σε τέτοια επιχειρήματα. Στην πραγματικότητα η επιλογή να αποκαλούν το σύστημά τους ως «επιστημονικό σοσιαλισμό» οφειλόταν σε αυτό το γεγονός. Επρεπε να υπογραμμίσουν την επιστημονική δυνατότητα πραγματοποίησης του συστήματός τους σε αντίθεση με το σοσιαλιστικό οραματισμό των ουτοπιστών. Μέχρι το 1917, αν και το κίνημα της εργατικής τάξης στην Ευρώπη ήταν πολύ δυνατό, δεν υπήρξε καμία πρακτική πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής οργάνωσης της κοινωνίας ή με άλλα λόγια της σοσιαλιστικής εξουσίας, εάν εξαιρέσουμε τη βραχύβια Κομμούνα του Παρισιού. Αυτό το θέμα θα ερευνηθεί κατωτέρω. Ας γυρίσουμε πίσω στα δύο παραδείγματα που ήδη αναφέραμε παραπάνω.
Τι άλλο αποδεικνύουν αυτά τα δύο παραδείγματα; Ενα ακόμα κοινό στοιχείο τους είναι ότι αντιμετωπίζουν την προσπάθεια για τη σοσιαλιστική εξουσία και τις ιστορικές προϋποθέσεις αυτής της προσπάθειας ως τεράστια λάθη, γραμμένα στο βιβλίο απολογισμού του κομμουνιστικού κινήματος. Επομένως αυτό που πρέπει να γίνει από τους κομμουνιστές είναι απλά «να ομολογήσουν» και να αποκηρύξουν την ιστορία τους και στην πραγματικότητα τον εαυτό τους. Σε αυτή την αντίληψη το προπατορικό αμάρτημα, όπως και με τη χριστιανική θρησκεία, ανήκει πάντα στη σοβιετική ηγεσία και σίγουρα αυτή η «αμαρτία» σχετίζεται με τη διακυβέρνηση του Στάλιν.
Επιπλέον μπορούμε να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση με τη χρησιμοποίηση αυτών των παραδειγμάτων.
Δε χρειάζεται να αναφέρουμε τίποτα από τον Ρίγκαν ή τη Θάτσερ. Ολοι ξέρουμε πολύ καλά τα ψυχροπολεμικά τους επιχειρήματα. Παρόλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέρον ότι μια αστική ακαδημαϊκή αξιολόγηση σχετικά με τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα και μια πολιτική ανάλυση σχετικά με την αριστερή πολιτική στην Τουρκία από ένα αυτοαποκαλούμενο αριστερό κίνημα, χρησιμοποιούν τα ίδια με την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα επιχειρήματα ή μερικά παράγωγα αυτών των επιχειρημάτων, με λίγο πιο ραφιναρισμένους τρόπους. Η σύγκλιση των επιχειρημάτων των αριστερών του ακαδημαϊκού κόσμου και των ιμπεριαλιστικών κέντρων αποδεικνύει ένα γνωστό ρητό στους σοβιετικούς κύκλους της Τουρκίας: Ο αντισοβιετισμός είναι αντικομμουνισμός. Μοιάζει αυτό απλουστευτικό;
Ας θυμηθούμε τους τροτσκιστές που αγωνίστηκαν μαζί με αντιδραστικούς αναθρεμμένους από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ενάντια στα σοβιετικά στρατεύματα που προσκλήθηκαν από την προοδευτική αφγανική κυβέρνηση. Θα διαπιστώσουμε και πώς αυτό το ρητό απεικονίζει την πραγματικότητα, συνοψίζοντας τις περισσότερες περίπλοκες θεωρητικές συζητήσεις σε ένα ενιαίο πρόβλημα: η υπεράσπιση της σοσιαλιστικής εξουσίας είναι η υπεράσπιση της αναγκαιότητας της πάλης για το σοσιαλισμό του κάθε κομμουνιστή στη χώρα του. Δε χρειάζεται να διαφοροποιήσουμε τον αντισοβιετισμό, προερχόμενο από τις δεξιές «δεξαμενές σκέψης», από τον αντισοβιετισμό που προέρχεται από τις αυτοαποκαλούμενες αριστερές ομάδες.
Τα επιχειρήματά τους έχουν συγχωνευτεί, έτσι ώστε τώρα είναι αδύνατη η ξεχωριστή ανάλυσή τους. Αυτές είναι οι θέσεις των «αριστερών» αντισοβιετικών και των αρχιτεκτόνων του ψυχρού πολέμου.
Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το αντισοβιετικό πλαίσιο δεν έχει αλλάξει ακόμα μετά από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Σε αυτό το κείμενο προσπαθούμε να αποκαλύψουμε τα βασικά ζητήματα του αντισοβιετισμού. Στο πρώτο μέρος του κειμένου θα συνοψίσουμε τα βασικά αντισοβιετικά επιχειρήματα και τις ιστορικές ρίζες τους. Στο δεύτερο μέρος θα καθορίσουμε τις τρέχουσες επιδράσεις αυτών των επιχειρημάτων και θα προσπαθήσουμε να εκθέσουμε τη σημασία της πάλης ενάντια στον αντισοβιετισμό σήμερα.

 ΙΙ. ΔΥΟ ΒΑΣΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟΥ

 Σε αυτό το μέρος, θα εστιάσουμε σε δύο τύπους αντισοβιετικών επιχειρημάτων και στις ιστορικές ρίζες τους.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

 Οι μπολσεβίκοι κατηγορήθηκαν για την ύπαρξη αντιδημοκρατισμού στην οργανωτική δομή τους, στις μορφές της πολιτικής τους δράσης, ακόμη και στην επιχειρηματολογία τους. Στην πολύ βασική αντιπαράθεση μεταξύ Μάρτοφ και Λένιν για τον καθορισμό της ιδιότητας του μέλους του κόμματος το 1903, ο Μάρτοφ υπεράσπισε το επιχείρημά του ως εξής:
«Στο σχέδιό μας τα μέλη του κόμματος έχουν το δικαίωμα να ενημερώνουν το κέντρο για τις απαιτήσεις και τις σκέψεις τους».
Από αυτό το σημείο είναι φανερό ότι η γενική κριτική των Μενσεβίκων στους Μπολσεβίκους αφορούσε το ζήτημα της δημοκρατίας. Ο Τρότσκι, που δεν είχε συνειδητοποιήσει την ιστορική σημασία της διάσπασης στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα στη Ρωσία και αναζητούσε ένα τρίτο δρόμο ανάμεσα στους Μενσεβίκους και τους Μπολσεβίκους, παρομοίασε την έμφαση του Λένιν στο συγκεντρωτισμό στην οργάνωση κομμάτων με «μια επιθυμία για μια σιδερένια πυγμή πάνω στα μέλη του κόμματος».
Λίγο-πολύ όλες οι πολιτικές γραμμές στη Ρωσία -δηλαδή οι αναρχικοί, οι εσέροι, οι καντέτοι- κατηγόρησαν αργά ή γρήγορα τους μπολσεβίκους ως αντιδημοκρατικούς. Καθώς η μπολσεβίκικη επανάσταση έφτασε και το μπολσεβίκικο πρόγραμμα έγινε ευδιάκριτο, ο Κάουτσκι, που ήταν σύντροφος και επίσης ένας από τους δασκάλους του Λένιν, επέκρινε την μπολσεβίκικη θέση για την εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου. Σύμφωνα με τον Κάουτσκι «ο σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία είναι αδύνατος» και προκειμένου να αποδείξει τις θέσεις του, αναφερόμενος στις εξελίξεις στη Ρωσία, μίλησε για «τα μεσσιανικά συμπλέγματα ηγετών και τις δικτατορικές συνήθειές τους». Στην ίδια πηγή, ο Κάουτσκι, που χαρακτηρίστηκε ως αποστάτης από το Λένιν, συνέχισε την κριτική του χαρακτηρίζοντας τη σοβιετική εξουσία ως «την αντικατάσταση της δημοκρατίας με τη δικτατορία». Δεδομένου ότι τα βασικά επιχειρήματα του Λένιν για τη φύση του σοσιαλιστικού κράτους προέκυψαν από τα κείμενα του Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού, ο Κάουτσκι, ένας πολύ πεπειραμένος συνεργάτης του Μαρξ και του Ενγκελς, υποστήριξε ότι υπήρξε μια απόκλιση μεταξύ της Κομμούνας του Παρισιού και της ρωσικής περίπτωσης. Σύμφωνα με Κάουτσκι, η Κομμούνα του Παρισιού ήταν αποτέλεσμα της δράσης όλου του προλεταριάτου και κανένα από τα σοσιαλιστικά ρεύματα δεν αποκλείστηκε από αυτή την προσπάθεια. Εντούτοις, για αυτόν η κατάσταση στη Ρωσία ήταν ακριβώς το αντίθετο. Οι Μπολσεβίκοι κατέκτησαν την κρατική εξουσία με τον αποκλεισμό όλων των άλλων σοσιαλιστικών ρευμάτων.
Με την κατάρρευση των αστικών δημοκρατικών θεσμών στη Δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της εποχής του μεσοπολέμου, το πρόβλημα της δημοκρατίας στη Σοβιετική Ενωση εκδηλώθηκε ως μέρος της εσωκομματικής διαπάλης ανάμεσα σε ορισμένες φράξιες στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ενωσης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι εάν κάποιος ερευνά λεπτομερώς, μπορεί πάντα να βρει συντάκτες φανταστικών ιστοριών. Νομίζω ότι ο Πάνεκοκ είναι ένας από εκείνους τους συντάκτες. Για τον Πάνεκοκ, που θεώρησε ότι η ρωσική επανάσταση ήταν ο θρίαμβος των μεσαίων τάξεων, οι πολιτικές μέθοδοι της Κομιντέρν ήταν τόσο αντιδημοκρατικές που το ΚΚ της Σοβιετικής Ενωσης χρησιμοποίησε τις πηγές χρημάτων του για να κατασιγάσει τα αντίπαλα κομμουνιστικά κόμματα στη Δυτική Ευρώπη και ως συνέπεια αυτής της προπαγάνδας οι μικρές κομμουνιστικές ομάδες, που δεν είχαν οικονομικούς πόρους, εξαφανίστηκαν.
Εντούτοις, όπως αναφέρεται, δεν πρέπει να πάρουμε αυτά τα φανταστικά επιχειρήματα σοβαρά. Ενας άλλος φανταστικός συγγραφέας εκείνης της περιόδου ήταν για άλλη μια φορά ο Κάουτσκι. Με την αποφασιστική νίκη της σοσιαλιστικής εξουσίας στη Σοβιετική Ενωση, ο Κάουτσκυ έχασε την παλαιά δημοτικότητά του στους μαρξιστικούς κύκλους. Ομως ο αντισοβιετισμός είναι μια τέτοια ασθένεια που μόλις μολυνθεί κάποιος με αυτήν, η θεραπεία της είναι πολύ δύσκολη. Το 1937, χρονιά που η ανθρωπότητα βρίσκονταν μπροστά στο αβυσσαλέο χάσμα του φασισμού, προτίμησε να επικρίνει το Σύνταγμα του Στάλιν από τη σκοπιά της συμβατότητάς του με τους αστικούς δημοκρατικούς θεσμούς, που είχαν σβήσει σε ολόκληρη την Ευρώπη από τα αιματηρά χέρια της αστικής τάξης και των πολιτικών πρακτόρων της.
«Εάν εκείνοι που έχουν την εξουσία (σ.σ. ο Κάουτσκι εννοεί το ΚΚ της Σοβιετικής Ενωσης) είχαν συμφωνήσει με τη Γερμανία και την Ιαπωνία, θα μπορούσε ακόμη και να ειπωθεί ότι ο κομμουνισμός θα συγκροτούσε μια ένωση υποστήριξης με το φασισμό. Τα δημοκρατικά κόμματα και κράτη του κόσμου τότε θα διεξήγαγαν έναν τρομακτικό πόλεμο με μια αντιδημοκρατική ένωση που συγκροτείται από τις δυνάμεις του “κακού”».
Με αυτές τις λέξεις αποδεικνύεται το πολύ βασικό σύμπτωμα αυτής της ασθένειας, δηλαδή ο αντικομμουνισμός. Στη αντίληψη του Κάουτσκι, η Σοβιετική Ενωση ήταν μέρος των δυνάμεων του κακού, ενώ οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν οι δημοκρατικές δυνάμεις.
Το ζήτημα της δημοκρατίας αναβίωσε μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή τη φορά οι κριτικές βασικά προέρχονταν από στελέχη του Ψυχρού Πολέμου και των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Είναι πολύ γνωστό ότι ο κύριος στόχος του ψυχρού πολέμου ήταν η «συγκράτηση του σοσιαλισμού». Κατά συνέπεια, τα οικονομικά και στρατιωτικά μέσα δεν ήταν αρκετά για αυτό το σκοπό. Αυτά τα μέσα έπρεπε να υποστηριχθούν με ιδεολογικά εργαλεία.
Οπως αναφέρεται στη διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του KKE«Και από τα δύο τμήματα του Κομμουνιστικού Κινήματος, εξουσίας και μη, δεν εκτιμήθηκε σωστά ο παγκόσμιος συσχετισμός των δυνάμεων, ενώ υποτιμήθηκε η δυναμική της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού». Το ζήτημα της δημοκρατίας ήταν ένα από αυτά τα εργαλεία. «Οι αιματηρές μπότες του Στάλιν», κυριολεκτικά, εφευρέθηκαν στη μεταπολεμική εποχή. Αυτό ήταν αναγκαστικό για τους ιμπεριαλιστές, από τη στιγμή που το γόητρο της ΕΣΣΔ και ιδιαίτερα του Στάλιν -ο «θείος Τζο», που απελευθέρωσε την Ευρώπη- για την αντίληψη των λαών της Ευρώπης και ως εκ τούτου των Κομμουνιστικών Κομμάτων στην Ευρώπη ήταν τόσο μεγάλο, όπως υπογραμμίζουν πολλές πηγές της εποχής.
Αυτό το σκηνικό στην Ευρώπη δημιούργησε πάνω από έναν λόγους για την επιτάχυνση της επίθεσης του ιμπεριαλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό. Το τέλος ενός παγκοσμίου πολέμου ξεκίνησε έναν άλλον, μια πολεμική ιστορία που δεν είχε υπάρξει ποτέ πριν.
Ο μύθος που δημιουργήθηκε από τη δεξιά και αριστερή, τροτσκιστική και μπουχαρινική αντιπολίτευση για την κατάσταση στη Ρωσία, αξιοποιήθηκε στην εκστρατεία δυσφήμησης των αμερικανικών «δεξαμενών σκέψης». Αυτές οι παραποιήσεις χρησιμοποιήθηκαν ως καταλύτης στη διαμόρφωση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον «ελεύθερο κόσμο» και το «σιδηρούν παραπέτασμα», οι οποίες δεν παρέμειναν μόνο στη φιλολογία των διεθνών σχέσεων, αλλά και στα μυαλά των μέσων Δυτικοευρωπαίων και Αμερικανών.
Αυτό το τελευταίο γεγονός αποτέλεσε μια από τις πιο αξιοσημείωτες επιτυχίες του αμερικανικού ιμπεριαλισμού κατά τη διεξαγωγή του ψυχρού πολέμου. Και πρέπει να σημειώσουμε ότι χωρίς το λήθαργο της σοβιετικής ηγεσίας μετά τη μεγάλη νίκη ενάντια στο φασισμό, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δε θα είχε κατορθώσει να καλλιεργήσει αυτή την αντιπαράθεση. Ενα επιπλέον συμπέρασμα είναι ότι η σοβιετική ηγεσία δεν κατανόησε τις απαιτήσεις της νέας εποχής, ειδικά αυτές που αφορούσαν την ιδεολογία.
Υπάρχουν ορισμένες εξηγήσεις σε σχέση με τις προσδοκίες της σοβιετικής ηγεσίας για «σταθερότητα». Η σημαντικότερη «δικαιολογία» ήταν ότι η Σοβιετική Ενωση έχασε εκατομμύρια των παιδιών της κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού πολέμου. Εντούτοις, ο ιμπεριαλισμός έκανε την επίθεσή του φορώντας το ένδυμα του αμυνόμενου. Βεβαίως τα όργανα της Σοβιετικής Ενωσης δεν ήταν αρκετά ισχυρά για να αναχαιτίσουν αυτή την επίθεση, δεδομένου ότι ο ιμπεριαλισμός διεκδικούσε περισσότερα και όχι μόνο «ειρηνική συνύπαρξη». Παρά τις επανειλημμένα ειρηνόφιλες δηλώσεις της σοβιετικής ηγεσίας, ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός περικύκλωσε τη Σοβιετική Ενωση με τους διεθνείς στρατιωτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς του οργανισμούς.
Μετά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο η συζήτηση από την πλευρά του ιμπεριαλισμού περί «ριζοσπαστικής δημοκρατίας» έγινε το αντίδοτο του σοσιαλισμού. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός νομιμοποίησε τη δράση του γύρω από αυτή τη συζήτηση, ενώ οι πιο αιματηρές ενέργειες των ιμπεριαλιστικών κέντρων στηρίχθηκαν επάνω στις «δυτικές αξίες», στην πρώτη γραμμή των οποίων βρίσκεται η δημοκρατία. Και η επικράτηση της δημοκρατικής αυτής ρητορικής στην αριστερά κέρδισε το προβάδισμα εκείνη την περίοδο. Ηταν τόσο μεγάλη η επίδραση, ώστε υπήρξαν μερικοί διανοούμενοι και αυτοαποκαλούμενοι σοσιαλιστές και κομμουνιστές που εξέφρασαν με σθένος το θαυμασμό τους στις αντεπαναστάσεις στις σοσιαλιστικές χώρες στην Ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ενωση. Χαιρέτισαν αυτές τις αντεπαναστάσεις ως «επαναστάσεις της εργατικής τάξης» ενάντια στις γραφειοκρατικές κρατικιστικές ηγεσίες.
Ορισμένοι από τους αποκαλούμενους ως διανοούμενους άξιζαν μόνο για τη δυνατότητά τους να καταγγέλλουν τη σοβιετική οικοδόμηση. Με τη διάλυση του σοβιετικού σοσιαλισμού μοιράστηκαν την ίδια μοίρα με τη Σοβιετική Ενωση. Υπάρχει κανένας σήμερα που να θυμάται το όνομα Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, ο οποίος κάποτε θεωρήθηκε ως ο Ντοστογιέφσκι των χρόνων μας; Μερικοί άλλοι διανοούμενοι, όπως η Σούζαν Σόνταγκ, έφτασαν να δικαιολογήσουν την επίθεση του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία. Σήμερα υπάρχει μια μεγάλη βιβλιογραφία για τα εγκλήματα που διαπράττονται από τον ιμπεριαλισμό στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και την αφαίρεση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στην καθημερινή ζωή και ειδικά στην εργασία κατά τη διάρκεια της «μετα-κομμουνιστικής» περιόδου.
Το πώς θα ολοκληρωθεί η σοσιαλιστική δημοκρατία και τα όργανά της στις διαδικασίες της μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι μια αποφασιστικά σημαντική ερώτηση. Εντούτοις, αυτή η ερώτηση πρέπει να απαντηθεί χωρίς να χαθεί η ενότητα των μέσων και των τελικών σκοπών. Η βελτίωση των μηχανισμών συμμετοχής, η πάλη ενάντια στη γραφειοκρατικοποίηση, καθώς και η τελευταία φάση μετασχηματισμού του κράτους στη μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό μπορούν να συζητηθούν εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με την επαναστατική αποστολή του προλεταριάτου και το ρόλο του ηγετικού κόμματός του.
Οσον αφορά το σήμερα, η «ριζοσπαστική δημοκρατία» ή η «βελτίωση των δημοκρατικών θεσμών» δεν μπορεί να είναι ούτε στόχος ούτε πολιτικό εργαλείο για τους κομμουνιστές. Η αποστολή των κομμουνιστών στη διάρκεια του καπιταλισμού δεν είναι να βελτιώσουν τη συμμετοχή της εργατικής τάξης στα αστικά δημοκρατικά παιχνίδια, αλλά να την οργανώσουν γύρω από την επαναστατική γραμμή που εκφράζει το κομμουνιστικό κόμμα. Αξιώνοντας μια ανάλογη σχέση μεταξύ της συνείδησης των εργαζόμενων μαζών και του επιπέδου των αστικών δημοκρατικών θεσμών, έχουμε στην καλύτερη περίπτωση, μια λανθασμένη ερμηνεία του «Τι να κάνουμε;» και στην πραγματικότητα μια γυμνή άρνηση των λενινιστικών αρχών. Εάν δεν εγκαταλειφθεί αυτή η άποψη, δεν μπορεί να κατανοηθεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Προσπαθούμε να θίξουμε αυτό το ζήτημα στο επόμενο μέρος.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

 Ποια είναι η βασική σπουδαιότητα της Σοβιετικής Ενωσης; Μπορούμε να εξετάσουμε πραγματικά τον μποσλεβικισμό κατά τρόπο ουδέτερο;
Φυσικά δεν μπορούμε και πράγματι δεν πρέπει να είμαστε ουδέτεροι. Ομως για να αποφευχθεί η άποψη ότι υπερβάλλουμε τον ιστορικό ρόλο της Οκτωβριανής Επανάστασης και της θεμελίωσης του σοσιαλισμού στη σοβιετική πατρίδα και αργότερα στην Ανατολική Ευρώπη, παίρνουμε το ρίσκο να αναφερθούμε σε ένα πρόσωπο «απαλλαγμένο από κάθε πολιτική προκατάληψη», όπως ο Ludwig von Mises, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του φιλελευθερισμού στον 20ό αιώνα, ο οποίος συνοψίζει την επιτυχία του σοσιαλισμού σε τέσσερις όρους:
1. Είτε πιστεύουμε στη σημασία του είτε όχι, ο ρωσικός μποσλεβικισμός έχει ολοκληρώσει ένα πράγμα που πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα κρισιμότερα γεγονότα στην παγκόσμια ιστορία λόγω του πελώριου προγράμματός του. Το μέγεθος της επιτυχίας είναι μοναδικό.
2. Σήμερα κανένα από τα ισχυρά κόμματα δεν έχει τη δύναμη να αφιερωθεί ατάραχο στην υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Οι υπερασπιστές της ατομικής ιδιοκτησίας είναι η μειοψηφία.
3. Η λέξη «καπιταλισμός» είναι η συνισταμένη όλων των κακών στην εποχή μας. Ο σοσιαλισμός καθιέρωσε την κυριαρχία του ακόμη και πάνω στους αντιπάλους του.
4. Σε όλο τον κόσμο υπάρχει μια τάση προς τον μπολσεβικισμό.
Ο Von Mises, ένας ορκισμένος αντίπαλος του σοσιαλισμού, τεκμηρίωσε την κοσμοϊστορική σημασία της μπολσεβίκικης επανάστασης με τις παραπάνω δηλώσεις. Τα τελευταία τρία από τα σημεία που έθιξε αφορούν το γεγονός ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αμφισβητήθηκε σοβαρά με την αυγή της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στην πραγματικότητα η συζήτηση σχετικά με το αδύνατο του σοσιαλισμού αντιστράφηκε ξαφνικά από τους μπολσεβίκους, ειδικά μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου και της «χαοτικής» περιόδου. Τα σταθερά βήματα που πραγματοποιήθηκαν στην εποχή του Στάλιν ενίσχυσαν το γόητρο του σοσιαλισμού στον κόσμο. Επιπλέον, εκείνη τη στιγμή η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία δοκίμαζε μια από τις πιο καταστρεπτικές κρίσεις της.
Οπως o Von Mises βεβαίωσε, η συζήτηση δεν αφορούσε τη σοσιαλιστική οικονομία, αλλά τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Η υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας, η βάση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, ήταν ντροπή και η λέξη καπιταλισμός ήταν βλασφημία. Εντούτοις, η συζήτηση δεν έχει τελειώσει οριστικά. Ειδικά μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης έχει αναβιώσει και είναι ακόμα ζωντανή.
Υπάρχουν εκατοντάδες των παραλλαγών αυτού του επιχειρήματος. Θα εξετάσουμε δύο σημαντικές ομάδες επιχειρημάτων στα πλαίσια της συζήτησης, οι οποίες θεωρούμε ότι σχετίζονται άμεσα με τον αντισοβιετισμό. Η πρώτη από αυτές υποστηρίζει ότι η σοσιαλιστικά σχεδιασμένη οικονομία είναι ανεπαρκής, δεδομένου ότι παραβλέπει τη σημασία της αγοράς, ως συνέπεια αυτής της παράβλεψης το σοσιαλιστικό σύστημα θα είναι πάντα αδύναμο. Η δεύτερη υποστηρίζει ότι ο σοσιαλισμός απαιτεί ορισμένους όρους και αν αυτοί οι όροι δεν ικανοποιούνται, ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος. Για να επεξηγηθεί αυτό, μπορεί να δοθεί ως παράδειγμα αυτού του «επιχειρήματος του υπό όρους σοσιαλισμού» η τροτσκιστική θεωρία της «διαρκούς επανάστασης». Για τον Τρότσκι, ο σοσιαλισμός στη Ρωσία ήταν μόνο ένα όνειρο παρά μόνο αν άρχιζε η επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γερμανία, εξαιτίας όμως της έλλειψης μιας τέτοιας επανάστασης στην Ευρώπη, η γραφειοκρατικοποίηση του ΚΚ στη Σοβιετική Ενωση ήταν αναπόφευκτη.
Ας αναλύσουμε αυτές τις δύο ομάδες επιχειρημάτων.
Η αξιολόγηση του ζητήματος της σχεδιασμένης οικονομίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η επιτυχία της σχεδιασμένης οικονομίας είχε τόσο βαθιά επιδράσει στα καπιταλιστικά κράτη ώστε μερικές καπιταλιστικές χώρες, ειδικά εκείνες που ήταν υπανάπτυκτες, είχαν προσπαθήσει «να σχεδιάσουν» την καπιταλιστική αναρχία για αρκετές δεκαετίες. Δεδομένου ότι με τη δημιουργία ενός βιομηχανικού γίγαντα από μια αγροτική οικονομία η Σοβιετική Ενωση απέδειξε ότι ο μόνος δρόμος ανάπτυξης ήταν η σχεδιασμένη οικονομία.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (ή όπως έχουμε αναφέρει παραπάνω, με την έναρξη του ιδεολογικού παγκοσμίου πολέμου) ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια να δυσφημήσει τον κεντρικό σχεδιασμό. Οπως είναι γνωστό, η μετάβαση της ηγεμονίας στο καπιταλιστικό σύστημα από τη Μεγάλη Βρετανία στις ΗΠΑ σήμανε επίσης τη μετάβαση από το «ελεύθερο εμπόριο» στην «ελεύθερη επιχείρηση». Η κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία έπρεπε να δυσφημιστεί χάριν «της ελεύθερης επιχείρησης». Ποια μέτρα θα έπρεπε να ληφθούν προκειμένου να υπάρξει αντίσταση σε αυτή την επίθεση;
Βεβαίως η βασική αποτυχία ήταν ότι το ΚΚΣΕ δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει την προηγούμενη βαθιά γνώση του στο να συνδυάζει τους πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες στην καθοδήγηση της εργατικής τάξης και της κοινωνίας. Αν εξετάσουμε τα παραδείγματα κολεκτιβοποίησης και εκβιομηχάνισης, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα ποια ήταν η σημασία τους. Η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι αν η κολεκτιβοποίηση και η εκβιομηχάνιση ήταν μόνο οικονομικά εργαλεία. Η απάντηση αυτής της ερώτησης είναι τόσο σημαντική, που μερικές αντισοβιετικές θέσεις αξιοποιούν την καταφατική απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Εάν η φύση της μετάβασης στην σχεδιασμένη οικονομία, η κολεκτιβοποίηση στη γεωργία και η εκβιομηχάνιση δε γίνουν κατανοητές, η διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης θα αποδίδεται πιθανώς στις οικονομικές ιδεοληψίες της σοβιετικής ηγεσίας και στην ανεπάρκεια της προγραμματισμένης οικονομίας.
Οι μελετητές στα δυτικά πανεπιστήμια γενικά υποστηρίζουν ότι η σοβιετική ηγεσία υιοθετούσε τον οικονομικό ντετερμινισμό και ότι το ΚΚ θεώρησε ότι με τη δημιουργία ορισμένων οικονομικών όρων -όπως οι αυξήσεις της συγκομιδής στη γεωργική παραγωγή, το προβάδισμα σε σχέση με τις καπιταλιστικές χώρες στο επίπεδο παραγωγής χάλυβα κλπ.- ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να οικοδομηθεί. Αυτές οι απόψεις είναι μακριά από την κατανόηση των προθέσεων της σοβιετικής ηγεσίας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920 και της δεκαετίας του 1930. Τα φαινομενικά ως οικονομικά μέτρα αυτών των ετών αναπτύχθηκαν και εφαρμόστηκαν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και για να ξεπαστρέψουν τις καπιταλιστικές σχέσεις και την αστική τάξη στη σοβιετική πατρίδα. Επομένως αυτά ήταν όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά βήματα που επέτρεψαν στην ηγεσία του ΚΚ να ενεργοποιήσει και να οδηγήσει τις εργαζόμενες τάξεις της χώρας στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.
Πώς μπορεί μια ισοπεδωτική προσέγγιση, χαρακτηρίζοντας αυτά τα βήματα ως οικονομισμό, να κατανοήσει την άνοδο και τη σημασία του Σταχανοφισμού στη δεκαετία του 1930; Λόγω της ισοπεδωτικής προσέγγισής τους υποστηρίζουν ότι ο Σταχανοφισμός ήταν μια έκδοση του «επιστημονικού» ελέγχου του εργατικού δυναμικού εκείνης της περιόδου στον καπιταλισμό, όπως ο Τεϋλορισμός.
Πρέπει να είμαστε βέβαιοι για το ότι αυτοί οι στενά σκεπτόμενοι αξιολογητές της σοβιετικής οικονομίας και η πολιτική τους αντίληψη δεν περιορίζεται στα δυτικά πανεπιστήμια.
Π.χ. ο Τόνυ Κλιφ, που ήταν στέλεχος ενός πολιτικού ρεύματος που είχε ιστορικά προβλήματα με τη Σοβιετική Ενωση, αξιολογεί τις οικονομικές κινήσεις της σοβιετικής ηγεσίας τόσο αυθαίρετα, ώστε μια από τις πιο συγκεκριμένες εκφράσεις της ταξικής πάλης στη σοβιετική ύπαιθρο, δηλαδή η κολεκτιβοποίηση, παρουσιάζεται μόνο ως τακτικός ελιγμός στο κλείσιμο της ψαλίδας ανάμεσα στις αγροτικές και αστικές περιοχές. Εάν μια φορά κάνετε τον αναγνώστη να πιστέψει ως τέτοια την οικονομική ουσία αυτών των κινήσεων, κατόπιν δίνοντας μερικές στατιστικές είναι πολύ εύκολο να κατηγορηθεί ο Στάλιν ως εκφραστής των κουλάκων στη διαδικασία της κολεκτιβοποίησης.
Πρέπει αποφασιστικά να αντιπαρατεθούμε στα επιχειρήματα που ερμηνεύουν τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης στην οικονομική χρεοκοπία του σοσιαλισμού. Δεδομένου ότι αυτά τα επιχειρήματα φτάνουν τελικά στο συμπέρασμα ότι με οικονομικούς όρους η οικονομία της αγοράς είναι ανώτερη από τον κεντρικό σχεδιασμό και το σύστημα της αγοράς είναι καταλληλότερο στην «ανθρώπινη φύση» και «την πραγματικότητα των καιρών μας» από ότι η σοσιαλιστική οργάνωση της οικονομίας.
Δεν ήταν αυτά τα προβλήματα του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση. Το πρόβλημα ήταν ότι η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν ικανή να χρησιμοποιήσει την προηγμένη δυνατότητά της σχετικά με την κινητοποίηση του λαού γύρω από συγκεκριμένους στόχους. Το πρόβλημα ήταν ότι η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν ικανή να χρησιμοποιήσει τον κεντρικό σχεδιασμό ως εργαλείο για μια πιο οργανωμένη και πιο πολιτική κοινωνία. Μετά από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η σοβιετική ηγεσία δε χρησιμοποίησε τον κεντρικό σχεδιασμό ως εργαλείο στην ταξική πάλη που συνεχιζόταν σε διεθνές και εθνικό επίπεδο. Το πρόβλημα ήταν ότι η σοβιετική ηγεσία δεν ήταν ικανή να λύσει τα προβλήματα στην οικονομική σφαίρα σε άμεση σχέση με την πολιτική σφαίρα, όπως ήταν ο νόμος της αξίας στο σοσιαλισμό, «η ψαλίδα» αμοιβών, τιμών και καταμερισμού της εργασίας μεταξύ της πόλης και του χωριού. Αντί να στραφούν σε «μνημονευμένες» προτάσεις, οι σοβιετικοί κομμουνιστές (επιστήμονες, πολιτικοί) έπρεπε να είχαν προωθήσει νέες απαντήσεις στα πλαίσια του σοσιαλισμού. Επρεπε να είχαν δοθεί απαντήσεις, καθοδηγώντας τις μάζες στην προσπάθεια της βελτίωσης του σοσιαλισμού και της υπεράσπισης των προόδων του. Ελλείψει τέτοιων απαντήσεων, η τάση για έναν «καλύτερο σοσιαλισμό» στην κοινωνία ενσωματώθηκε σε αστικά ιδεολογήματα. Αντίθετα προς την κοινή προπαγάνδα των ιμπεριαλιστικών κέντρων, το πρόβλημα στην ΕΣΣΔ δεν ήταν η ένδεια, αλλά η ευημερία η οποία δεν υποστηρίχτηκε με συγκεκριμένα πολιτικά μέσα.
Μια αναφορά της περιόδου Μπρέζνιεφ επισήμανε ότι: «Η νέα γενιά, που είχε μεγαλώσει κατά τη διάρκεια των ετών σταθερότητας, ήταν πιο μορφωμένη και απαιτητική. Ενας ασυμβίβαστος εκσυγχρονισμός του τρόπου ζωής έχει παραγάγει νέες απαιτήσεις και, στο τέλος, μια νέα δυσαρέσκεια». Αν και δε συμφωνούμε με τη γενική αξιολόγηση του συντάκτη αυτής της αναφοράς, μας προσφέρει ορισμένες χρήσιμες ενδείξεις. Ο«ασυμβίβαστος εκσυγχρονισμός» έπρεπε να είναι στην ημερήσια διάταξη του ΚΚΣΕ. Ικανοποιώντας τις υλικές ανάγκες της κοινωνίας σε αυξανόμενη ποιότητα και ποσότητα, ολόκληρη η κοινωνία έπρεπε να αντιλαμβάνεται ότι αυτές οι βελτιώσεις ήταν το αποτέλεσμα της σταθερότητας στο σοσιαλισμό. Σήμερα είναι προφανέστερο ότι η σοσιαλιστική οικονομία πρόσφερε τις πιο ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας για ολόκληρη την κοινωνία, τις οποίες οποιαδήποτε καπιταλιστική οικονομία δε θα μπορούσε ούτε μπορεί να διαμορφώσει. Εντούτοις, είναι πάρα πολύ αργά για τους σοβιετικούς λαούς. Ενας δάσκαλος απ’ το Καζαχστάν αναφέρει:
«Στους παλαιούς χρόνους είχαμε έναν γενικό γραμματέα… Αν και τα είχαμε όλα, παραπονιόμαστε ότι δεν είχαμε τίποτα... Τελικά τώρα έχουμε τα πάντα Snickers, Finlandia, Smirnov, Absolut, φούστες, σορτς, αλλά πραγματικά δεν έχουμε τίποτα. Ενώ όταν είχαμε τα πάντα, παραπονιόμαστε για την έλλειψη. Τώρα στην αγορά υπάρχουν πολλά αγαθά, αλλά δεν διαθέτουμε τα οικονομικά μέσα... Τα καταστήματα είναι πλήρη, αλλά έχουμε χάσει τον τρόπο ζωής μας. Στους σοβιετικούς χρόνους είχαμε τα χρήματα, την εξουσία και την ελπίδα. Τώρα δεν έχουμε τίποτα, κινούμαστε ακριβώς σαν νεκρά σώματα».
Η δεύτερη ομάδα των προαναφερθέντων επιχειρημάτων θεωρεί γενικά την μπολσεβίκικη επανάσταση ως λάθος στην Ιστορία, μια λανθασμένη προσπάθεια από μερικούς πεισματάρηδες επαναστάτες. Οι πιο διαδεδομένες εξηγήσεις για «μετά το 1989» βασίστηκαν σε αυτό το επιχείρημα. Οι περισσότεροι από τους αριστερούς διανοούμενους, τους μελετητές και τους πολιτικούς σχετικά με τα γεγονότα στις σοσιαλιστικές χώρες, επέλεξαν τον εύκολο δρόμο και υιοθέτησαν τις ταυτολογικές τροτσκιστικές θέσεις ή τις αντιμαρξιστικές θέσεις του Wittfogel περί ασιατικού - ανατολίτικου δεσποτισμού.
Σύντομα μετά την αντεπανάσταση τα ιδεολογήματα που προήλθαν από αυτές τις θέσεις αποδείχτηκαν ότι είναι μακριά από την εξήγηση των γεγονότων πίσω από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης. Για παράδειγμα αποδεικνύεται ότι δεν ήταν η γραφειοκρατία από την οποία προέκυψε η νέα καπιταλιστική τάξη. Στην πραγματικότητα ήταν εκείνοι οι οποίοι ωφελήθηκαν από την πρωταρχική συσσώρευση, ως αποτέλεσμα της διασπάθισης των δημόσιων περιουσιών στο όνομα της ιδιωτικοποίησης. Μερικοί γραφειοκράτες αποκόμισαν προσωπικό όφελος από αυτή τη διαδικασία. Εντούτοις, οι περισσότεροι από αυτούς καταστράφηκαν μαζί με τις μάζες. Θα μπορούσε κανείς να δει ότι η γραφειοκρατία μετά βίας είχε διαμορφωθεί σε «μια ενιαία τάξη».
Οπωσδήποτε δε χρειάζονται εμπειρικά δεδομένα για να απορρίψουμε αυτή τη συζήτηση, αφού στηρίζεται σε ψεύτικη βάση. Θα επανέλθουμε στην περίπτωση της Σοβιετικής Ενωσης αργότερα, αλλά πρώτα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ένα σημείο: το επιχείρημα των θεωρητικών «εξορκισμών», όπου το προλεταριάτο και η οργάνωση της πρωτοπορίας του (το ΚΚ) παρουσιάζονται σαν να βρίσκονται σε δομικό ανταγωνισμό μεταξύ τους. Πρέπει να αντιπαρατεθούμε σε αυτή τη θέση. Αν αυτή γίνει αποδεκτή ως σημείο αναφοράς, τότε ο εκφυλισμός των σοβιετικών θεσμών γίνεται αναπόφευκτος. Αυτός ο ισχυρισμός ενσωματώνει την άποψη που λέει ότι ο σοσιαλισμός οντολογικά στερείται εσωτερικών δυνάμεων ανανέωσης της ενεργητικότητάς του και των ηθικών αξιών που δημιουργούνται σε επαναστατική κατάσταση.
Κάτι ακόμα μπορούμε να προσθέσουμε για τη φύση αυτού του προβλήματος. Το πρόβλημα σχετίζεται με την ιστορική απόκλιση μεταξύ της πολιτικής και των κομμουνιστικών ιδανικών. Η πολιτική, είτε εκούσια είτε ακούσια, δημιουργεί τη διάκριση μεταξύ των κυβερνώντων υποκειμένων και των κυβερνημένων αντικειμένων. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί τη βασική απόκλιση μεταξύ του κομμουνισμού και της πολιτικής και το πρόβλημα στο οποίο αναφερόμαστε προκύπτει από αυτό ακριβώς το ζήτημα. Ομως εάν υιοθετηθεί αυτή η απόκλιση έτσι ακριβώς, η κομμουνιστική πολιτική χάνει το έδαφός της και γίνεται εντελώς αναποτελεσματική και κενή. Η λενινιστική θεωρία της οργάνωσης είναι ο διαλύτης αυτής της ρήξης στο ιστορικό έδαφος. Στην προσπάθεια της κατάργησης των τάξεων και του κράτους η εργατική τάξη χρειάζεται την πολιτική περισσότερο από όσο τη χρειάζεται η αστική τάξη για να διατηρήσει την ηγεμονία της.
Ως εκ τούτου το πρόβλημα στη Σοβιετική Ενωση δεν ήταν οι μαρξιστικές-λενινιστικές αρχές, αλλά μερικές ατέλειες και αποτυχίες στην πρακτική εφαρμογή αυτών των αρχών. Το πρόβλημα δεν ήταν η γραφειοκρατία που παρουσιάζεται ως «παντοδύναμη και πανταχού παρούσα» στις αντισοβιετικές θέσεις, αλλά η αποτυχία στη λειτουργία των γραφειοκρατικών μηχανισμών με πιο επαναστατικό τρόπο. Για μας το πρόβλημα ante omnia του σοβιετικού σοσιαλισμού δεν ήταν η άνοδος της ανεξέλεγκτης γραφειοκρατικής τάξης, αλλά το στρατηγικό λάθος σε σχέση με την κατανόηση της μεταπολεμικής οργάνωσης του καπιταλισμού και των προτεραιοτήτων του σοσιαλισμού στο διεθνή χώρο. Εάν αυτό είχε προβλεφθεί με έναν κατάλληλο τρόπο, η γραφειοκρατία στη Σοβιετική Ενωση θα είχε εξυπηρετήσει την εργατική τάξη κατά τη διάρκεια της ταξικής πάλης σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο.
  

ΙΙΙ. ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ Ή ΟΧΙ ΤΟΝ ΑΝΤΙΣΟΒΙΕΤΙΣΜΟ;

 Το πλαίσιο σχετικά με την οικοδόμηση και τη διάλυση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ενωση που περιγράφεται από αυτές τις απόψεις πρέπει να απορριφθεί. Δεδομένων αυτών που αναφέραμε παραπάνω, από το ξεκίνημα αυτών των αντιπαραθέσεων εκείνοι που επέκριναν τη Σοβιετική Ενωση από τα αριστερά, μένοντας σε αυτό το πλαίσιο, κατέληξαν εκεί όπου ανήκαν πραγματικά. Δεν προκαλεί έκπληξη που αυτό το πλαίσιο αφήνει ορθάνοιχτες τις πόρτες στον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό.
Οι χθεσινοί Τροτσκιστές έχουν γίνει σύμβουλοι του ιμπεριαλισμού, υποστηρικτές του ιδρύματος Σόρος. Οι χθεσινοί «σοσιαλιστές της αγοράς» έχουν γίνει οι υποστηρικτές των εταιριών και των μονοπωλίων που κυριαρχούν στην ανθρωπότητα. Οι χθεσινοί ακτιβιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων έχουν γίνει χειροκροτητές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Οι χθεσινοί υπερ-αριστεροί ακαδημαϊκοί που επικρίνουν το μαρξισμό και τη Σοβιετική Ενωση έχουν γίνει τα ενεργά στελέχη των Δημοκρατικών στις αμερικανικές εκλογές για να γιατρέψουν τις πληγές του κόσμου. Και όσο για τους χθεσινούς υπεροπτικούς και σοφούς κυρίους που δεν ενέκριναν τη σοβιετική εξωτερική πολιτική και έβλεπαν τους Σοβιετικούς ως την κύρια αιτία της έντασης στις διεθνείς σχέσεις, άραγε προσέχουν τις ειδήσεις; Διαβάζουν τις εφημερίδες; Σε αυτή την περίπτωση, γιατί περιμένουν και δεν απολογούνται στα εκατομμύρια των Σοβιετικών πολιτών και των στρατιωτών που πέθαναν χάριν της παγκόσμιας ειρήνης;
Θίξαμε παραπάνω τα βασικά αντισοβιετικά επιχειρήματα. Εντούτοις υπάρχει μια πραγματικότητα που στέκεται μπροστά μας: Η Σοβιετική Ενωση και ο σοσιαλισμός στην Ανατολική Ευρώπη έχουν διαλυθεί. Τώρα η κρίσιμη ερώτηση είναι η ακόλουθη: Θα έπρεπε να υπερασπίσουμε ακόμα τις προόδους του σοβιετικού σοσιαλισμού; Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση πρέπει να είναι «σίγουρα ναι». Ιστορικά αποδεικνύεται ότι ο αντισοβιετισμός που προέρχεται είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά λειτουργεί μόνο ως ένα εργαλείο αφοπλισμού των αριστερών και τους κομμουνιστών. Ο αντισοβιετισμός, όπως έχουμε αναφέρει, δε σημαίνει με κανέναν τρόπο νέες πολιτικές δυνατότητες για την αριστερά, αλλά μόνο αντικομμουνισμό. Δυστυχώς μερικοί από τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές έχουν χρησιμοποιήσει αυτό το όπλο του ιμπεριαλισμού ανελέητα και μερικοί συνεχίζουν ακόμα.
Η σημερινή επιθετικότητα ενάντια στους κομμουνιστές μπορεί να εξηγηθεί μόνο με το έδαφος που έχει στρωθεί για τον αντισοβιετισμό. Εάν υπάρχει πολιτική και φυσική καταπίεση πάνω στους Ούγγρους συντρόφους μας, εάν η οργάνωση KSM («Κομμουνιστική Νεολαία Τσεχίας») απαγορεύθηκε για την αντίθεσή της στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και εάν σε διάφορες χώρες τα κομμουνιστικά κόμματα απαγορεύονται ή αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα στις πολιτικές και οργανωτικές δραστηριότητές τους, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι «ο κόσμος που φεύγει» δεν είναι αρκετά θαρραλέος να υπερασπίσει το παρελθόν του. Το 2005 οι ΗΠΑ και η ΕΕ προσπάθησαν να αντιστρέψουν την ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τόλμησαν να σφετεριστούν το δώρο της Σοβιετικής Ενωσης στην ανθρωπότητα. Το 2006 υπήρξε μια προσπάθεια στο Συμβούλιο της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής συνέλευσης «για τη διεθνή καταδίκη των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων». Η αστική τάξη τολμάει να παίρνει αυτά τα μέτρα, τολμάει να διαστρεβλώνει την Ιστορία, δεδομένου ότι οι σοσιαλιστές και οι κομμουνιστές έχουν υποχωρήσει. Η παρούσα επιθετικότητα ενάντια στον κομμουνισμό στηρίζεται σε αυτή την υποχώρηση και τον αντισοβιετσμό που έχει σημαδέψει τις μάζες και την αριστερά. Χωρίς αυτά δε θα μπορούσαν να τολμήσουν μια τέτοια επίθεση.
Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι καπιταλιστές τολμούν να παρεμβάλλουν την απεριόριστη κυριαρχία της αγοράς στα συντάγματά τους που συνοδεύουν την επιθετικότητά τους ενάντια στους κομμουνιστές, επειδή εάν υπάρχουν οι κομμουνιστές και η προβολή της εναλλακτική εξουσίας τους, θα είναι σχεδόν αδύνατο να εφαρμοστούν τα περαιτέρω σχέδια. Σήμερα, χωρίς υπεράσπιση των προόδων του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο επαναστατικός οραματισμός θα ήταν αδύνατος, δεδομένου ότι η εμμονή στις προόδους της Σοβιετικής Ενωσης σημαίνει την εμμονή στην ιστορική νομοτέλεια και τη διαλεκτική της Ιστορίας. Η αυτοαποκαλούμενη αριστερά που δε διεκδικεί την εξουσία, που εγκαταλείπει την ιδέα της επαναστατικής αλλαγής, που καταγγέλλει το σοσιαλιστικό σχεδιασμό, δεν αποτελεί στόχο αυτής της καταπιεστικής λειτουργίας. Ως εκ τούτου χωρίς αυτά τα στοιχεία «η αριστερά» δεν είναι απειλή για την αστική τάξη. Και ξέρουμε ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν η ενσαρκωμένη μορφή αυτών των πολιτικών και θεωρητικών στοιχείων. Ετσι, όσο πιο μακριά βρίσκεται κάποιος από τη Σοβιετική Ενωση και τις προόδους του υπαρκτού σοσιαλισμού, τόσο πιο κοντά είναι στην αστική τάξη. Για πάνω από 70 χρόνια, οι καπιταλιστές επιτίθονταν στον υπαρκτό σοσιαλισμό σε κάθε στιγμή, το πεδίο μάχης ήταν η Σοβιετική Ενωση.
Μια μάχη δεν μπορεί να κερδηθεί με τη φυγή από το πεδίο μάχης. Επιπλέον δεν υπάρχει κανένα όριο για τους λιποτάκτες. Μετά από την ΕΣΣΔ τι; Τι γίνεται με τη σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κούβας ή τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κορέας;
Φυσικά κάθε κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να στοχεύσει σε πιο ανεπτυγμένες μορφές του σοσιαλισμού από αυτόν που πραγματοποιήθηκε τον 20ό αιώνα. Φυσικά πρέπει να επικρίνουμε τις ατέλειες και τις αποτυχίες της Σοβιετικής Ενωσης. Αυτά όμως δεν είναι εφικτά χωρίς να λογαριαστούμε με το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα. Και εάν τολμάμε να λογαριαστούμε με την κεφαλαιοκρατία, καταρχάς πρέπει να υπερασπίσουμε τη Σοβιετική Ενωση.
Δε χρειαζόμαστε τον «Οκτώβρη» μόνο στους νοσταλγικούς εορτασμούς. Περισσότερο χρειαζόμαστε τον «Οκτώβρη» πέρα από την ανάγκη των ιστορικών αναφορών μας. Χρειαζόμαστε τον «Οκτώβρη» για την τρέχουσα πάλη μας με το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα. Χρειαζόμαστε τον «Οκτώβρη» για την πιο βελτιωμένη προοπτική του σοσιαλισμού. Ως εκ τούτου ο «Οκτώβρης» είναι όχι μόνο το παρελθόν μας, είναι το παρόν μας και το μέλλον μας. Επομένως, επαναστάτης είναι -ακόμα- αυτός που υπερασπίζεται τη Σοβιετική Ενωση, όπως γράφτηκε σε μια αφίσα της Κομιντέρν χρόνια πριν.


ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Γραπτή εισήγηση του του Αϊτέκ Σονέρ Αλπάν στο διήμερο θεωρητικό συμπόσιο της ΚΟΜΕΠ που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2007, με θέμα: «Ζητήματα της έρευνας σχετικά με τις αιτίες της νίκης της αντεπανάστασης και καπιταλιστικής παλινόρθωσης με επίκεντρο την ΕΣΣΔ».
 ** Ο Αϊτέκ Σονέρ Αλπάν είναι εκπρόσωπος του θεωρητικού περιοδικού του Τουρκικού ΚΚ, «Gelenek».
1. O. L. Smith (1993), «The Greek Communist Party, 1945-9», The Greek Civil War (ed. David Close), London: Routledge, p.150.
2. «Birikim» («Οικοδόμηση»), Νέο-αριστερό περιοδικό που εκδίδεται στην Τουρκία, Δεκέμβριος 1989, σελ . 11.

Υπόθεση Μαξ Μέρτεν (1)

 Υπόθεση Μαξ Μέρτεν (1)


Ομολογώ ότι με παραξένεψε ο ξαφνικός μπουχός που σηκώθηκε αυτές τις ημέρες χάρη σε κάποιο έγγραφο της CIA, σύμφωνα με το οποίο ο "εθνάρχης" Καραμανλής ήταν συνεργάτης των ναζί κατά την διάρκεια της κατοχής. Παραξενεύτηκα γιατί όσα αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο (και πολύ περισσότερα ακόμη) είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες. Πού ήσαν τόσον καιρό όλοι αυτοί που σήμερα έπεσαν από τα σύννεφα; Πώς και δεν είχαν ακούσει ποτέ για την πολύκροτη υπόθεση Μαξιμίλιαν Μέρτεν; Έλα ντε!

Επειδή, λοιπόν, κάθε ιστολόγιο που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να βρίσκεται συντονισμένο με την επικαιρότητα, ας προσπαθήσουμε να βάλουμε τα πράγματα στην σειρά, προκειμένου να σχηματίσουμε μια σωστή και ολοκληρωμένη άποψη για τα πραγματικά γεγονότα. Και σ' αυτή την προσπάθεια δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερη εισαγωγή από το παρακάτω απόσπασμα (παρά τις ανακρίβειες που περιέχει), το οποίο προέρχεται από το βιβλίο "Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους" του Βασίλη Ραφαηλίδη:
Ο Μαξ Μέρτεν, ανώτερος Γερμανός αξιωματικός, ήταν αυτός που εξόντωσε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης στη διάρκεια της κατοχής. Μετά τον πόλεμο τον βρίσκουμε ανώτερο υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης (!) στην κυβέρνηση της Βόννης. Καλυμμένος, λοιπόν, με την ιδιότητα του κρατικού λειτουργού ξεθαρρεύει και λέει να επισκεφτεί τον τόπο του εγκλήματος, τη Θεσσαλονίκη. Κι έτσι, τον Σεπτέμβρη του 1960 έρχεται στη συμπρωτεύουσα για διακοπές, γνωρίζοντας πως έχει δικαστεί και καταδικαστεί ερήμην από ελληνικό δικαστήριο ως εγκληματίας πολέμου.

Ένα χρόνο πριν, το 1959, ο Καραμανλής διά νόμου έχει αποφανθεί πως οι Γερμανοί εγκληματίες πολέμου που έδρασαν εγκληματικά στην Ελλάδα δεν πρέπει να δικάζονται στην Ελλάδα αλλά στη Γερμανία. Που έχει σταματήσει προ πολλού να δικάζει τα άξια της γερμανικής πατρίδας τέκνα με το επιχείρημα ότι δεν υπηρέτησαν τον Χίτλερ τότε αλλά την πατρίδα.

Σου λέει, λοιπόν, ο Μέρτεν, αφού είμαστε πλέον φίλοι με τους Έλληνες, θα επιστρέψω στον τόπο του εγκλήματος ως φίλος. Ναι, αλλά είχε δικαστεί και καταδικαστεί από την ελληνική δικαιοσύνη πριν απ' τον κατ' ουσίαν αμνηστεύοντα τους Γερμανούς εγκληματίες πολέμου νόμο του 1959. Κι έτσι, βάσει του δεδικασμένου, ο πανέντιμος αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ανδρέας Τούσης διατάσσει την συλληψή του τουρίστα Μέρτεν, αδιαφορώντας για την ιδιότητα του ως ανωτέρου υπαλλήλου του γερμανικού κράτους. Του Καραμανλή, του κόβονται τα ποδάρια. Και λέει υποθέτω μέσα του: να γιατί η ελληνική δικαιοσύνη δεν πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Ανεξάρτητη δικαιοσύνη σ' ενα κράτος εξαρτημένο από χίλιες μεριές δεν νοείται.

Η βασίλισσα Φρειδερίκη, εγγονή του τελευταιου Γερμανού Κάϊζερ και μέλος της νεολαίας του Χίτλερ στα νιάτα της, τρώει τα σίδερα και τελικά πείθει τον Καραμανλή να εκδώσει νομοθετικό διάταγμα δια του οποίου ο Μέρτεν, στις αρχές του 1960 στέλνεται στη Γερμανία να δικαστεί εκεί. Για να σωθούν τα προσχήματα, οι Γερμανοί στήνουν ένα δικαστήριο-οπερέτα, αλλά ο Μέρτεν δεν είναι απ' αυτούς που θα μπορούσε να ανεχτεί την διαπόμπευση, να δικάζεται όψιμα, το 1960, σαν εγκληματίας πολέμου, όντας ανώτερος υπάλληλος της γερμανικής κυβέρνησης.

Κι έτσι, εκεί που ο Καραμανλής νόμιζε πως ξέμπλεξε με τον Μέρτεν, μπλέκει χειρότερα. Γιατί ο Μέρτεν κατονομάζει σα συνεργάτες του στην κατεχόμενη Ελλάδα τον πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, τον υπουργό Εσωτερικών Δημήτρη Μακρή, τη συζυγό του Δοξούλα Λεοντίδου και τον υπουργό Εθνικής Αμύνης Γεώργιο Θέμελη. Ο Μέρτεν λέει πως έχει φωτογραφίες που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του. Αλλά ύστερα από ταχύτατες ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας, οι φωτογραφίες εξαφανίζονται και ο Μέρτεν απαλλάσσεται των κατηγοριών, χάρη στον θρασύτατο εκβιασμό. Ποτέ κανείς δεν είδε τις φωτογραφίες του Μέρτεν...
1957: Ο Άλφρεντ Κρουπ, από τους βασικώτερους στυλοβάτες τού ναζιστικού κόμματος, επισκέπτεται την Ελλάδα.
Εδώ συνομιλεί "για δουλειές" με τον Κ. Καραμανλή υπό το βλέμμα τού Πρόδρομου Αθανασιάδη-Μποδοσάκη.

Ας γυρίσουμε, όμως, πίσω στον χρόνο για να δούμε μερικές λεπτομέρειες. Τον Σεπτέμβριο του 1958, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο υπουργός εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ ταξιδεύουν για επίσημη επίσκεψη στην Δυτική Γερμανία, με στόχους αφ' ενός μεν την εξασφάλιση πιστώσεων για έργα υποδομής και βιομηχανικές επενδύσεις αφ' ετέρου δε την μεσολάβηση του καγκελλάριου Κόνραντ Αντενάουερ για την επίλυση του κυπριακού. Εξασφαλίζουν 200 εκατομμύρια μάρκα με επιτόκιο 6% (κάθε άλλο παρά χαμηλό) και την διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου (π.χ. Siemens) στην ελληνική αγορά.

Όμως, η γερμανική πλευρά ζητάει ανταλλάγματα. Η κύρια απαίτησή της είναι να σταματήσει κάθε δίωξη εναντίον των ναζί εγκληματιών πολέμου, καθώς δεκάδες τέτοιοι εγκληματίες έχουν πλέον ενταχθεί στο σύστημα και στελεχώνουν την κρατική μηχανή τής Ομοσπονδιακής Γερμανίας. Έτσι, το 1959 η κυβέρνηση Καραμανλή αναστέλλει την λειτουργία του Ελληνικού Γραφείου Εγκληματιών Πολέμου (με προϊστάμενο τον εισαγγελέα Τούσση) και στέλνει τους 800 (!) φακέλλους στην "δικαιοσύνη" τής Ομοσπονδιακής Γερμανίας.

Παρένθεση. Προκειμένου να πάρουν τους φακέλλους, οι γερμανοί υπόσχονται ότι θα ασκήσουν οι ίδιοι τις απαραίτητες διώξεις. Όμως, στην συνέχεια, απαλλάσσουν όλους τους διωκόμενους (κι όταν λέμε "όλους", ακριβολογούμε) με το νομικό επιχείρημα ότι όλα τα εξεταζόμενα εγκλήματα συνιστούσαν "νόμιμα αντίποινα" για την δράση των ανταρτών. Προφανώς, η γερμανική δικαιοσύνη θεώρησε ως "νόμιμα αντίποινα" και τις -συνηθισμένες- εκτελέσεις 50 ή 100 αθώων για κάθε γερμανό στρατιώτη που σκότωναν οι αντάρτες στην μάχη. Κλείνει η παρένθεση.

Για να καταλάβουμε το τι σημαίνει να κλείνει από το 1959 το Ελληνικό Γραφείο Εγκληματιών Πολέμου και να σταματά η δίωξη εγκληματιών πολέμου στην Ελλάδα, θα πρέπει να το συγκρίνουμε με το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, 70 χρόνια μετά την λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λειτουργούν ακόμα τα αντίστοιχα γραφεία στις ΗΠΑ, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Αυστραλία κλπ και, όποτε εντοπίζουν κάποιον τότε ναζί, τον δικάζουν έστω και αν είναι σήμερα ένα χούφταλο 90-100 ετών, διότι, σύμφωνα με τις διακηρύξεις του ΟΗΕ, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δεν παραγράφονται. Εκείνοι 70 χρόνια και συνεχίζουν αλλά ο Καραμανλής έκλεισε το ελληνικό γραφείο μόλις 14 χρόνια μετά την λήξη τού πολέμου. Τα σχόλια περιττεύουν.

Ντοκουμέντο: Θεσσαλονίκη, πλατεία Ελευθερίας, 11/7/1942. Με εντολή Μέρτεν, μαζεύονται οι εβραίοι 18-45 ετών.
Μέχρι το βράδυ, σχεδόν 5.000 άτομα θα έχουν καταγραφεί και θα έχουν αναχωρήσει σιδηροδρομικώς για Γερμανία.

Πριν συνεχίσουμε, ας διορθώσουμε λίγο τον Ραφαηλίδη. Ο Μέρτεν ήρθε στην Ελλάδα το 1957 (όχι το 1960), πιστεύοντας ότι δεν κινδυνεύει επειδή ήταν ήδη υψηλόβαθμος κρατικός υπάλληλος στην χώρα του (γενικός γραμματέας τού υπουργείου δικαιοσύνης!). Και δεν ήρθε ως τουρίστας αλλά ως μάρτυρας υπεράσπισης στην δίκη ενός άλλου εγκληματία πολέμου, του Άρθουρ Μάισνερ (*). Για κακή του τύχη, κάποιος δικαστικός ήξερε τι σήμαινε το όνομα Μέρτεν και έσπευσε να ειδοποιήσει τον αντεισαγγελέα Τούση. Ο Τούσης διέταξε την σύλληψη του Μέρτεν, την προφυλάκισή του και την παραπομπή του σε δίκη. Τελικά, ύστερα από δικαστικές έρευνες 20 μηνών και καταθεσεις διακοσίων και πλέον μαρτύρων, η δίκη τού Μέρτεν άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 1959. Λίγες μέρες νωρίτερα, η κυβέρνηση Καραμανλή έφερνε στην βουλή για ψήφιση το νομοσχέδιο "περί αναστολής διώξεων εγκληματιών πολέμου".

Στο σημείο αυτό θα κάνουμε μια στάση γιατί αξίζει τον κόπο να δούμε το παρασκήνιο της ψήφισης αυτού του νόμου. Όπως αξίζει τον κόπο να δούμε και το παρασκήνιο της δίκης τού Μέρτεν, ειδικά δε το ποιους πρότεινε ως μάρτυρες υπεράσπισης. Λίγη υπομονή ως αύριο.

----------------------------------------
(*) Την πληροφορία παραθέτει ο Μαρκ Μαζάουερ στο βιβλίο του "Θεσσαλονίκη: πόλη των φαντασμάτων - χριστιανοί, μουσουλμάνοι και εβραίοι, 1430-1950", εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2006. Στην κατοχή, ο Μάισνερ ήταν ο διερμηνέας τού Μέρτεν. Αξίζει να σημειώσουμε ότι, βοηθούντος του τύπου της εποχής, είχε διαδοθεί η φήμη ότι ο Μέρτεν ήρθε στην Ελλάδα προκειμένου να πάρει τον θησαυρό που είχε φτιάξει ληστεύοντας τους εβραίους και είχε κρύψει (σε άγνωστο, φυσικά, μέρος) πριν φύγει από την Ελλάδα στο τέλος τής κατοχής.

Τα νέα τζάκια

 Τα νέα τζάκια

Τελικά η πολυδιαφημισμένη αμερικανιά 1101 του Βαρουφάκη και των φίλων του δεν ήταν κάποιο κόμμα, αλλά ένα κανάλι. Εξάλλου αυτά τα δύο για τον αστικό κόσμο δε χωρίζονται από σινικά τείχη –κάθε άλλο. Κάθε αστικό κόμμα λειτουργεί με επικοινωνιακούς, τηλεοπτικούς όρους, και κάθε κανάλι πανελλαδικής εμβέλειας επιχειρεί να ελέγξει το πολιτικό παιχνίδι, τα κόμματα και συγκεκριμένα στελέχη-πουλέν του, από το καθένα πολιτικό φορέα (πχ ο Βορίδης που έχει πιάσει στασίδι στο Μέγκα).

Ο Σύριζα φαίνεται να είναι το πρώτο κόμμα στη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα μετά το 90’ και την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης –που σηματοδοτεί κάτι σαν την τηλεοπτική μεταπολίτευση, με το τέλος της κανονικής- που φτάνει στην κυβέρνηση, χωρίς να έχει θεωρητικά τη στήριξη των κυρίαρχων καναλιών. Το διατυπώνω έτσι, αφενός γιατί στην πράξη ο Σύριζα είχε τη διακριτική, συγκαλυμμένη στήριξη του Άλφα και του Χατζηνικολάου, παράλληλα με κριτική-πίεση, για να πάρουν κι αυτοί με τη σειρά τους αυτό που θέλουν, κι αφετέρου γιατί με την ίδια λογική κι ο Καραμανλής ο νεότερος βρέθηκε στο στόχαστρο των εθνικών νταβατζήδων, λόγω του βασικού μετόχου, που έμεινε στα χαρτιά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό τον καθιστούσε επικίνδυνο για το σύστημα. Και τώρα ο Σύριζα, που δεν είχε προνομιακή σχέση με κάποιο από τα ήδη υπάρχοντα κανάλια, προσπαθεί να ελέγξει αυτός με τη σειρά του το τηλεοπτικό παιχνίδι και να ξαναμοιράσει την τράπουλα.

Παρακάτω καταγράφω μερικά δεδομένα και κάποιες χοντροκομμένες εκτιμήσεις, για να ανοίξει η συζήτηση.
Το νομοσχέδιο (ή μάλλον ήδη ψηφισμένος νόμος) προβλέπει τη χορήγηση τεσσάρων αδειών πανελλαδικής εμβέλειας, σε σταθμούς που θα πληρούν ορισμένα κριτήρια και προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει πρακτικά πως αναμένεται να γίνει μεγάλη σφαγή για την εξασφάλισή τους, ώστε να προκύψει η τελική τετράδα των σταθμών που θα πλαισιώνει τα κανάλια της ΕΡΤ. Στα πλαίσια αυτά γίνονται κάποιες ενδιαφέρουσες, παρασκηνιακές και μη κινήσεις. Πχ το (όχι ακριβώς μυστικό) δείπνο που είχαν οι δύο Όλγες, η Τρέμη του Μέγκα και η Γεροβασίλη της κυβέρνησης, που δε συναντήθηκαν προφανώς για να πουν τα νέα τους. Ο φίλα προσκείμενος στην κυβέρνηση και με αρκετά υψηλά ποσοστά, Άλφα είναι το επικρατέστερο φαβορί, για να εξασφαλίσει μία άδεια, σε αντίθεση με τον αντιπολιτευόμενο σε βαθμό γραφικότητας Αντ-1, που ούτως ή άλλως αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, προχωρά σε περικοπές και περαιτέρω αποδυνάμωση του πολιτικού-ειδησεογραφικού του τμήματος (έχοντας ανακαλύψει εδώ και πολύ καιρό το… infotainment), και δίνει το μήνυμα: άσε με να ζήσω, έτσι και αλλιώς είμαι ακίνδυνος και δε θα σε χτυπήσω. Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι η επιλογή του Αλαφούζου του Σκάι να αποπληρώσει κάποια χρέη του σταθμού από το 93’ (καθώς η συχνότητα δεν του ανήκει, αλλά παραχωρείται από το δημόσιο). Κι ενώ είναι ζήτημα τι μέλλει γενέσθαι με το Σταρ του Βαρδινογιάννη και το Έψιλον του Μαρινάκη, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το «ενιαίο μέτωπο» των καναλαρχών με την κοινή διαφήμιση για τα 25χρονα της ιδιωτικής τηλεόρασης κι ό,τι τυχόν σηματοδοτεί αυτή η κίνηση.

Κι ενώ η συγκυβέρνηση Σανελ θεσπίζει θεωρητικά κάποια (πιο) αυστηρά κριτήρια για τις συχνότητες πανελλαδικής εμβέλειας (προσέχοντας να μην πέσει στους σκόπελους που αντιμετώπισε ο βασικός μέτοχος, πάντα στο όνομα της κοινοτικής νομοθεσίας, αυτής της μεγάλης δημοκρατικής κοιτίδας) αφήνει λάσκα τα λουριά για τους τοπικούς σταθμούς. Αν βέβαια εκπέμπει από την Αττική ένας σταθμός, τον βλέπει αυτομάτως η μισή Ελλάδα, και με τη συνεργασία δυο-τριών περιφερειακών σταθμών εκπέμπει αυτομάτως σε όλη σχεδόν την ελληνική επικράτεια το βασικό μέρος του προγράμματός του, όπως κάνει ο Real με το ραδιόφωνο.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί η συγκυρία και το επικοινωνιακό (τηλεοπτικό) περιτύλιγμα της ψήφισης του νόμου. Ανεβαίνει δηλ η παράσταση «ο Σύριζα κατατροπώνει τους μιντιάρχες και το κατεστημένο τους», για να σκεπάσει λίγο τον αντιλαϊκό απόηχο από την ψήφιση των προαπαιτούμενων του τρίτου (και μακρύτερου) μνημονίου.

Στην πραγματικότητα πάντως, για να βρούμε κι ένα συνδετικό νήμα του Σύριζα (δηλ της καινούριας ΝΔ) με το παλιό Πασοκ του 81’, αυτό που συντελείται δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ανάδειξη νέων τζακιών, όπως τα λέγαμε στα χρόνια της Αλλαγής. Δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Βαρουφάκης και το «κίνημά» του (έλεος) θα βρουν κάποια θέση, και μάλιστα προνομιακή (δηλ πανελλαδικής εμβέλειας) στο νέο τηλεοπτικό τοπίο, αλλά το ανακάτεμα της τράπουλας τους αφήνει κάποια περιθώρια στην ελπίδα –που έρχεται για τα νέα τζάκια. Και το ενδιαφέρον στο τραπέζι, όπου πλακώνονται τα βουβάλια χτυπάει κόκκινο.


Μπορείτε επίσης να δείτε σχετικά με το θέμα κάποια παλιότερα τουί, από αστική σκοπιά αλλά αρκετά έντιμα και σοβαρά, στον παρακάτω σύνδεσμο (πρέπει όμως να ανατρέξετε στα παλιότερα τιτιβίσματα, τις ημέρες που ψηφιζόταν το νομοσχέδιο). Ενώ το σημερινό κείμενο θα μπορούσε να κλείσει με κάποιο απόσπασμα από το συμπόσιο του κόμματος, στη δεκαετία με τις βάτες, για μια δημόσια, δημοκρατική ραδιοτηλεόραση, που περιέχει πολλές κι ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις, για να γίνουν συγκρίσεις με το σύγχρονο τοπίο, επικαιροποιήσεις, εκτιμήσεις, κτλ. Αλλά επιφυλάσσομαι για μια συνολική αξιοποίηση της μπροσούρας αυτής με τα πρακτικά, στο απώτερο μέλλον.


TOP READ