14 Μαΐ 2014

Περί οπορτουνισμού

 Περί οπορτουνισμού

Δύο χρόνια μετά τους δύο γύρους κοινοβουλευτικών εκλογών και ενώ άλλοι δυο γύροι εκλογών πλησιάζουν γοργά, ο νέος εκφραστής της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή του σοσιαλφασισμού, της ‘κοινωνικής ανάπτυξης’, δηλαδή της ταξικής συνεργασίας και της πολιτικής ενσωμάτωσης και εγκλωβισμού της εργατικής τάξης, ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα αναρωτιέται τους λόγους που οδήγησαν το ΚΚΕ να αρνηθεί ακόμα και συνάντηση με τον ΣΥΡΙΖΑ για να συζητηθεί το ενδεχόμενο προγραμματικής συμφωνίας για κυβέρνηση της Aριστεράς. Το ‘ερώτημα’ αυτό τέθηκε και πριν λίγους μήνες εξίσου προβοκατόρικα σε σχέση με τις δημοτικές εκλογές και το ενδεχόμενο στο δεύτερο γύρω να είναι αντιμέτωποι ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ και ο υποψήφιος της ΧΑ. Επειδή προβλέπεται οι προβοκάτσιες, οι φιλικές προτροπές, οι κατηγορίες για σεχταρισμό, για δογματισμό, ακόμα και για αριστερό οπορτουνισμό, να πολλαπλασιαστούν, σε αυτήν εδώ την ανάρτηση θα αναφερθούμε στο φαινόμενο του οπορτουνισμού, σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσουν ορισμένες έννοιες.


Τι είναι ο οπορτουνισμός; Στο λεξικό διαβάζουμε πως είναι ‘τρόπος ενέργειας σύμφωνα με τον οποίο ο δράστης του κινητοποιείται από συμφεροντολογικά ελατήρια κι όχι από το χρέος προς μια πάγια αρχή’. Σε αντίστοιχη ανάρτηση του γλόμπινγκ γίνεται αναφορά στην ετυμολογική ρίζα της λέξης που βγαίνει απ' το αγγλικό ‘opportunity’ που σημαίνει ‘ευκαιρία, περίσταση’. Opportunism σημαίνει καιροσκοπία, καιροσκοπισμός. Όσο χρήσιμη και αν είναι όμως η ετυμολογική ανάλυση για την κατανόηση μιας έννοιας τόσο κεντρικής στην ιδεολογική διαπάλη πρέπει να αναφερθούμε σε συγκεκριμένες αναλύσεις του περιεχομένου της έννοιας του οπορτουνισμού.

Στην ίδια ανάρτηση του γλόμπινγκ αναφέρεται ο ορισμός του οπορτουνισμού που έχει δώσει ο Κύριλλος Παπασταύρου, μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ, μέλος του ιδεολογικού τμήματος της κεντρικής επιτροπής: ‘Οπορτουνισμός είναι η διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα’. Η αφηρημένη έννοια του καιροσκοπισμού γίνεται τώρα πιο συγκεκριμένη. Σε σχέση με τη μαρξιστική θεωρία, ιδωμένος υπό το πρίσμα της πάλης των τάξεων, και πιο συγκεκριμένα της ιδεολογικής πάλης των τάξεων, οπορτουνισμός είναι η ίδια η εγκατάλειψη της ταξικής ανάλυσης, η εγκατάλειψη των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού από μερίδα της εργατικής τάξης.

Σε τι συνίσταται όμως η αστική ιδεολογία που διεισδύει στο εργατικό κίνημα; Μεταξύ άλλων στην καλλιέργεια της ψευδαίσθησης ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να αλλάξει μέσω μεταρρυθμίσεων, ότι δεν είναι αναγκαία η πολιτική ρήξης, ότι δεν είναι απαραίτητο οι εργάτες να συντρίψουν το αστικό κράτος και να το αντικαταστήσουν με προλεταριακό. Καλλιεργείται η αντίληψη ότι το καπιταλιστικό σύστημα μπορεί να είναι δίκαιο, ότι μπορεί να υπάρξει ‘δίκαια αναδιανομή του πλούτου’ εντός του καπιταλισμού.

Συσκοτίζεται με αυτό τον τρόπο η ο χαρακτήρας εκμετάλλευσης του καπιταλισμού που δεν επιδέχεται κρίσεις περί δικαίου και αδίκου, αφού αντικειμενικά στηρίζεται στην εκμετάλλευση της μίας τάξης, της εργατικής, από την άλλη, των κεφαλαιοκρατών. Η αποκήρυξη της αναγκαιότητας της οργάνωσης της εργατικής τάξης γύρω από την πρωτοπορία και το κομμουνιστικό κόμμα της, η αποκήρυξη του επαναστατικού δρόμου της ολικής ρήξης και ανατροπής, έχει άμεση συνέπεια την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης. Δεν μπορεί να υπάρξει εργατικό κίνημα που να αναλώνεται σε στείρο οικονομισμό, να ζητά ‘δίκαιη αναδιανομή του πλούτου’, να ζητά μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη και επενδύσεις. Εργατικό κίνημα που δεν βάζει ζήτημα συντριβής της αστικής εξουσίας είναι ενσωματωμένο κίνημα στα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Η ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος, που εκφράζεται σήμερα στη λογική του ευρωμονόδρομου, δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στην κοινωνικο-οικονομική ρίζα του οπορτουνισμού. Ο οπορτουνισμός ως διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα εμφανίζεται σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, του ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, και συνδέεται άμεσα με το κοινωνικό φαινόμενο που ο Λένιν ανέλυσε στο ομώνυμο έργο, δηλαδή την εμφάνιση της εργατικής αριστοκρατίας. Σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, μέρος της υπεραξίας που τα μονοπώλια αποσπούν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης διοχετεύεται στην εξαγορά ενός τμήματος αυτής. Δημιουργείται με αυτό τον τρόπο η εργατική αριστοκρατία, ένα στρώμα αστοποιημένων εργατών που γίνεται το κοινωνικό στήριγμα του ιμπεριαλισμού.

Όπως έγραφε ο Λούκατς στο έργο ‘Η σκέψη του Λένιν και η επικαιρότητα της επανάστασης’, ο μανδύας των ‘διαφορών σε θεωρητικά ζητήματα’, των ‘τακτικών διαφοροποιήσεων’ χρησιμοποιείται για να καλύψει το χάσμα ανάμεσα στα συμφέροντα  της εργατικής αριστοκρατίας, η οποία έχει μάθει στους τρόπους και τα προνόμια της αστικής τάξης, και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, η οποία είναι αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, το οποίο είναι αγεφύρωτο. Ως εκ τούτου, οι δημαγωγοί της εργατικής αριστοκρατίας επιδίδονται σε συσκότιση της ταξικής συνείδησης λόγω της αντικειμενική αυτής διαφοράς των συμφερόντων τους από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Γι αυτό και σήμερα στο συνδικαλιστικό κίνημα βλέπουμε συνεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ με την ΔΑΚΕ και την ΠΑΣΚΕ αλλά και με τη Χρυσή Αυγή για ενιαίο ψηφοδέλτιο. Η εργατική αριστοκρατία, ο κορμός του εργοδοτικού-κυβερνητικού συνδικαλισμού και της ταξικής συνεργασίας, έχει μεταφερθεί από το ΠΑΣΟΚ στο ΣΥΡΙΖΑ και έχει το θράσος να μιλά και για υποβάθμιση της ταξικής πάλης.

Αλλά η παραποίηση των εννοιών και των έργων των θεωρητικών του μαρξισμού-λενινισμού είναι κύριο χαρακτηριστικό του οπορτουνισμού. Τρανό παράδειγμα στις μέρες μας είναι η χρήση τσιτάτων από το έργο του Λένιν ‘Ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού’ από τους εκφραστές της ταξικής συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ για να κατηγορήσουν το ΚΚΕ για ‘αριστερισμό’. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο ‘κριτικής’ στο ΚΚΕ για ‘μεγάλα κούφια λόγια’ και ‘υπερεπαναστατική φρασεολογία’, διαβάζουμε το εξής:

Τα επαναστατικά προλεταριακά Κόμματα δεν φαίνονται από τα σύμβολα και τα κόκκινα σημαιάκια με το σφυροδρέπανο, αλλά από την πρωτοπόρα δράση τους μέσα στις μάζες, από την ικανότητα τους να χρησιμοποιούν τις πολιτικές συγκυρίες, τις οικονομικές εξελίξεις και τις κοινωνικές διεργασίες προς όφελος της Κομμουνιστικής προοπτικής.
  
Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί σαφή αναφορά στο απόσπασμα από τον ‘Αριστερισμό’ του Λένιν που έχουν ξεχειλώσει και χρησιμοποιήσει κατά κόρον οι οπορτουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ για να δικαιολογήσουν, ‘κινήσεις τακτικής’ και ‘επιδέξιους ελιγμούς’, όπως η υποψηφιότητα Βουδούρη, η συνεργασία με ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ κλπ. Το απόσπασμα από τον ‘Αριστερισμό’ είναι το εξής:

Μπορείς να νικήσεις έναν πιο ισχυρό αντίπαλο μόνο εκτείνοντας στο έπακρο τις δυνάμεις σου και χρησιμοποιώντας υποχρεωτικά με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα, κάθε, έστω και την ελάχιστη ‘ρωγμή’ ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στην αστική τάξη των διαφόρων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας -όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό. Όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από τον μαρξισμό και από τον επιστημονικό, σύγχρονο, σοσιαλισμό γενικά.
  
Οι ‘προασπιστές του Λένιν’, λοιπόν, τον πιάνουν στο στόμα τους για να κατηγορήσουν το ΚΚΕ για αριστερό οπορτουνισμό και δογματισμό, πως τάχα δεν μπορεί να συλλάβει την ουσία της επαναστατικής σκέψης του Λένιν. Και χρησιμοποιούν το παραπάνω απόσπασμα από το κεφάλαιο ‘περί συμβιβασμών’ από το έργο του Λένιν για να θεμελιώσουν τις ανυπόστατες θέσεις τους. Ας δούμε, όμως, τι λέει ο Λένιν και σε άλλα σημεία του ίδιου κεφαλαίου, τα οποία σκόπιμα αποσιωπούνται από τους οπορτουνιστές ‘διανοουμένους’ του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την προσφιλή τους τακτική. Παραθέτουμε δύο παραγράφους που βρίσκονται πριν το παραπάνω απόσπασμα:

Α) Ο κάθε προλετάριος, χάρη στις συνθήκες της μαζικής πάλης και της βαθιάς όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων (αντιφάσεων) μέσα στις όποιες ζει, παρατηρεί τη διαφορά ανάμεσα στο συμβιβασμό που επιβάλλεται από τις αντικειμενικές συνθήκες (το απεργιακό ταμείο είναι φτωχό, οι απεργοί δεν παίρνουν βοήθεια απ’ έξω, έχουν πεινάσει και βασανιστεί ως εκεί που δεν παίρνει) –που δεν μειώνει καθόλου την επαναστατική αφοσίωση και τη θέληση για παραπέρα αγώνα των εργατών που έκλεισαν έναν τέτοιο συμβιβασμό– και από το άλλο μέρος, το συμβιβασμό των προδοτών που φορτώνουν στις αντικειμενικές συνθήκες το φιλοτομαρισμό τους (και οι απεργοσπάστες κλείνουν «συμβιβασμούς»!), τη δειλία τους, την επιθυμία τους να εξυπηρετήσουν τους καπιταλιστές, την υποχωρητικότητά τους απέναντι στους εκφοβισμούς, κάποτε απέναντι στις νουθεσίες, κάποτε απέναντι στις ελεημοσύνες και κάποτε απέναντι στις κολακείες των καπιταλιστών […].

Β) Στα πρακτικά ζητήματα της πολιτικής σε κάθε χωριστή ή ειδική ιστορική στιγμή το σπουδαίο είναι να ξέρεις να ξεχωρίζεις τα ζητήματα στα όποια εκδηλώνεται η κυριότερη μορφή των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, προδοτικοί, που ενσαρκώνουν τον ολέθριο για την επαναστατική τάξη οπορτουνισμό και να κατευθύνεις όλες σου τις προσπάθειες στο ξεσκέπασμά τους και στην καταπολέμησή τους.

Και παρακάτω:

Γ) Από το 1905 υποστήριζαν συστηματικά τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά ενάντια στη φιλελεύθερη αστική τάξη και τον τσαρισμό, χωρίς ταυτόχρονα να παραιτούνται ποτέ από την υποστήριξη της αστικής τάξης ενάντια στον τσαρισμό (λόγου χάρη στο δεύτερο στάδιο των εκλογών ή στις επαναληπτικές εκλογές) και χωρίς να σταματήσουν τον πιο ανειρήνευτο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα ενάντια στο αστικο-επαναστατικό αγροτικό Κόμμα των ‘σοσιαλιστών-επαναστατών’, ξεσκεπάζοντας τους σαν μικροαστούς δημοκράτες, που υποκριτικά κατάτασσαν τον εαυτό τους στους σοσιαλιστές. Το 1907 οι μπολσεβίκοι έκλεισαν για ένα μικρό χρονικό διάστημα έναν επίσημο πολιτικό συνασπισμό με τους ‘σοσιαλ-επαναστάτες’ στις εκλογές της Δούμας. Στην περίοδο 1903-1912 για κάμποσα χρόνια ανήκαμε τυπικά μαζί με τους μενσεβίκους στο ενιαίο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, ποτέ όμως δεν σταματήσαμε τον πολιτικό και ιδεολογικό αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους, σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές.

Είναι ηλίου φαεινότερο από τα παραπάνω πως ο Λένιν αν και εναντιώνεται στην απόρριψη για λόγους αρχής συνολικά κάθε συμβιβασμού, από την άλλη δεν καθαγιάζει κάθε συμβιβασμό και ελιγμό απλά και μόνο επειδή είναι συμβιβασμός. Τουναντίον. Όπως βλέπουμε στις παραγράφους Α και Β ο Λένιν διαχωρίζει μεταξύ συμβιβασμών που επιβάλλονται από τις αντικειμενικές συνθήκες και δεν μειώνουν καθόλου την επαναστατική αφοσίωση και τη θέληση για παραπέρα αγώνα, και προδοτικών συμβιβασμών που επικαλούνται ψευδώς τις αντικειμενικές συνθήκες για να εξυπηρετήσουν τους καπιταλιστές. Σε σχέση με αυτούς τους προδοτικούς συμβιβασμούς, μάλιστα, ο Λένιν μας προτρέπει να κατευθύνουμε όλες μας τις προσπάθειες στο ξεσκέπασμα και την καταπολέμησή τους. Υπό το πρίσμα αυτής της προτροπής πρέπει να αναλύεται ο αγώνας των κομμουνιστικών κομμάτων εναντίον του οπορτουνισμού, αγώνας που διεξάγεται από το ΚΚΕ σε κάθε επίπεδο, και στο εσωτερικό ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ και την ψευδαίσθηση της ‘κυβέρνησης αριστεράς’, και στο εξωτερικό, μέσω της ‘Πρωτοβουλίας Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων’ ενάντια στον ευρωμονόδρομο και το ΚΕΑ.

Για να επανέλθουμε στο απόσπασμα που αναλύουμε, ο Λένιν αναφέρεται στους συμβιβασμούς στους οποίους προέβησαν οι μπολσεβίκοι στο διάστημα 1903-1912. Οι εν λόγω συμβιβασμοί, όμως, με μία προσεκτικότερη ανάλυση, φαίνονται αναγκαίοι στην συγκεκριμένη περίσταση της Ρωσίας στη μετάβαση από το τσαρικό καθεστώς στο σοβιετικό. Ο Λένιν αναφέρει πως ενάντια στον κοινό ταξικό εχθρό που προσωποποιούσε το τσαρικό καθεστώς οι δυνάμεις της εργατικής τάξης (και των μπολσεβίκων) θα μπορούσαν να υποστηρίξουν την αστική τάξη. Η επικαιρότητα της επανάστασης, όμως, σημαίνει ακριβώς πως η αστική τάξη έχει πάψει να είναι το υποκείμενο της επανάστασης, και μόνο αντιδραστικό ρόλο μπορεί να επιτελέσει. Γι αυτό και ο Λένιν αναφέρει πως ουδέποτε σταμάτησε ‘ο πιο ανειρήνευτος ιδεολογικός και πολιτικός αγώνα ενάντια στο αστικο-επαναστατικό αγροτικό Κόμμα των ‘σοσιαλιστών-επαναστατών’, πως ‘ποτέ δεν σταμάτησε ο πολιτικός και ιδεολογικός αγώνα ενάντια στους μενσεβίκους, σαν φορείς της αστικής επιρροής μέσα στο προλεταριάτο και οπορτουνιστές’. 

Εδώ γίνεται φανερή η βασική αρχή του επιστημονικού κομμουνισμού, δηλαδή η συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, που αποτελεί και το γενικότερο βασικό δίδαγμα της πολιτικής του Λένιν. Η αρχή  αυτή του διαλεκτικού υλισμού την οποία επεξεργάζεται ο Λένιν και στο έργο του ‘Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός’ στηρίζεται στην παραδοχή της ύπαρξης της αντικειμενικής αλήθειας συνοδευόμενης από την παραδοχή πως τα όρια της προσέγγισης της γνώσης αυτής της αλήθειας είναι ιστορικά καθορισμένα. Αυτή η αρχή έχει ως αποτέλεσμα την ανάγκη συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, την ανάγκη, στην ένωση θεωρίας-πράξης που εκπροσωπεί το κομμουνιστικό κόμμα-η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, να διδασκόμαστε από την πορεία της πάλης των τάξεων, την ιστορική και διεθνή πείρα.

‘Η θεωρία μας δεν είναι δόγμα, μα καθοδήγηση για δράση, έλεγαν ο Μαρξ και ο Έγκελς’, και αυτή τη φράση χρησιμοποιεί ο Λένιν στον ‘Αριστερισμό’. Ο μαρξισμός-λενινισμός δεν είναι δόγμα αλλά επιστήμη. Επιστήμη που αναζητά τη διαλεκτική αλήθεια μέσω της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης. Μέσα από τα διδάγματα από την πείρα της ταξικής πάλης προσφέρει καθοδήγηση για δράση με βάση επιστημονική ανάλυση, ταξική ανάλυση. Καθοδήγηση για δράση σημαίνει ξεσκέπασμα των ιδεολογημάτων της αστικής τάξης, συμπεριλαμβανομένων των οπορτουνιστικών θέσεων που προαναφέραμε, με βάση συγκεκριμένες αρχές, όπως η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

Η αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, στην οποία θα αναφερθούμε πιο διεξοδικά σε επόμενη ανάρτηση, είναι βασική για την ενότητα θεωρίας-πράξης. Για να γίνει μια επιστημονική ανάλυση πρέπει να υπάρχει γνώση των βασικών επιστημονικών εργαλείων, παραδοχή βασικών επιστημονικών αρχών, ώστε αυτοί που συμμετέχουν στην ανάλυση να μιλάνε την ίδια γλώσσα. Η επιστημονική ανάλυση δεν μπορεί να είναι ‘μπάτε σκύλοι, αλέστε’. Και η αμφισβήτηση των πορισμάτων μιας επιστημονικής ανάλυσης δεν μπορεί να γίνει παρά υπό το φως της ανακάλυψης μιας άγνωστης μέχρι τότε επιστημονικής αλήθειας, και όχι στο όνομα της ‘προσωπική άποψης’ του καθενός. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, πως αυτοί που νιώθουν εγκλωβισμένοι από την αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού είναι οι ίδιοι που έχουν εγκαταλείψει κάθε ταξική ανάλυση και επαναστατικό προσανατολισμό.

Συνοψίζοντας την ανάλυσή μας, όπως γράφει ο Λούκατς στο έργο του ‘Η σκέψη του Λένιν και η επικαιρότητα της επανάστασης’, ‘ο συμβιβασμός στον Λένιν είναι δυνατός μονάχα στη διαλεκτική αλληλεπίδραση με την εμμονή στις αρχές και τη μέθοδο του μαρξισμού’. Για να το πούμε με άλλα λόγια, στο διαλεκτικό ζεύγος στρατηγικής-τακτικής καθοριστικός είναι ο στρατηγικός στόχος της εργατικής επανάστασης, της συντριβής της δικτατορίας της αστικής τάξης και της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Δήθεν επιδέξιοι τακτικοί ελιγμοί που ακυρώνουν αυτό το στρατηγικό στόχο, εντάσσονται στο προαναφερθέν πλαίσιο των προδοτικών συμβιβασμών με την αστική τάξη, συσκοτίζουν την ταξική συνείδηση, εγκλωβίζουν το εργατικό κίνημα, και πρέπει να ξεσκεπάζονται και να καταπολεμούνται.

Η ανάλυση του Λένιν είναι επιστημονική ανάλυση, είναι ανάλυση ταξική. Είναι ανάλυση της επαναστατικής κατάστασης. Βασισμένος στην ανάλυση αυτή ο Λένιν στηρίζει την τακτική της συμμαχίας εργατών και αγροτών, όπως αυτή εκφράζεται στην ταξική έννοια του λαού. Αναφερθήκαμε παλιότερα στην ταξική έννοια του λαού που βρίσκεται στην επαναστατική θεωρία του Λένιν στο πλαίσιο της επικαιρότητας της επανάστασης. Η ταξική, επαναστατική έννοια του λαού, δηλαδή της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, είναι  έννοια που βρίσκει αντιστοιχία στην έννοια του λαού την οποία προβάλλει το πρόταγμα της Λαϊκής Συμμαχίας.

Το ΚΚΕ σε συνθήκες οπισθοχώρησης του εργατικού κινήματος εδώ και είκοσι χρόνια είναι από τα λίγα παγκοσμίως κομμουνιστικά κόμματα που εξακολουθούν να εφαρμόζουν τις αρχές του επιστημονικού κομμουνισμού, τη διαλεκτική ενότητα θεωρίας-πράξης, στη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης συνθήκης.

Γι αυτό ενοχλεί που το ΚΚΕ διδάσκεται από τη διεθνή πείρα και απορρίπτει τη θεωρία των σταδίων και τις αυταπάτες περί προοδευτικών, ‘αριστερών’ κυβερνήσεων σε συνθήκες δικτατορίας της αστικής τάξης. Όπως διαβάζουμε στο έργο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ, ‘Θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ’:

Η διεθνής πείρα έδειξε ότι παρά τις όποιες προθέσεις των ΚΚ καμία κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού δεν μπόρεσε να γίνει εφαλτήριο για την άνοδο του επαναστατικού κινήματος, αντίθετα συνέβαλε να ενισχυθούν οι κοινοβουλευτικές αυταπάτες, η παραίτηση από την επαναστατική γραμμή.
  
Η δυνατότητα μιας προσωρινής κυβέρνησης εργατών-αγροτών, στην οποία  αναφέρεται ο Λένιν στο παραπάνω απόσπασμα που αναλύσαμε, διατυπωνόταν σε συνθήκες που ακόμη δεν είχε ανατραπεί η τσαρική εξουσία. Στις σημερινές συνθήκες, σε συνθήκες εγκαθιδρυμένης αστικής εξουσίας και με οργανωμένο αστικό κράτος ο στόχος μιας τέτοιας μεταβατικής κυβέρνησης, ουσιαστικά σημαίνει συνεργασία με δυνάμεις της αστικής τάξης, εγκλωβισμό του εργατικού κινήματος.

Οι πρώτες ‘αριστερές’ κυβερνήσεις προέκυψαν ως ελιγμοί της αστικής εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικής ανόδου, με στόχο την εκτόνωση της διογκούμενης δυσαρέσκειας. Αυτό συνέβη και με την κυβέρνηση Κερένσκι στη Ρωσία πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση και με την κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία του μεσοπολέμου. Η ιστορία της ταξικής πάλης έχει δείξει πως το ιστορικό καθήκον των ‘αριστερών κυβερνήσεων’ σε συνθήκες μονοπωλιακού καπιταλισμού, το ιστορικό καθήκον του σοσιαλφασισμού σε συνθήκες δικτατορίας της αστική τάξης, είναι η παράλυση της επαναστατικής δραστηριότητας της εργατικής τάξης, ο εγκλωβισμός της για τα καλά στο καπιταλιστικό κράτος.

Η στάση του Κόμματος απόρριψης της συμμετοχής σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης αποτελεί σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον, για την ιδεολογική-πολιτική χειραφέτηση της εργατικής τάξης, και γι αυτό το λόγο ενοχλεί τις αστικές δυνάμεις και τα μονοπώλια που εξυπηρετούνται από συσκοτιστικές και παραπλανητικές για το εργατικό κίνημα θέσεις για ‘αριστερή κυβέρνηση’. Η ‘αριστερή κυβέρνηση’ σε συνθήκες δικτατορίας της αστικής τάξης μπορεί να υπάρξει μόνο με στήριξη των μονοπωλίων και μόνο εάν εξυπηρετεί τα μονοπώλια. Εξ ου και η σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ και ΣΕΒ.

Για τον ίδιο λόγο ενοχλεί που η Λαϊκή Συμμαχία έχει περιεχόμενο ταξικό με κινηματικά χαρακτηριστικά, με γραμμή ρήξης και ανατροπής, που είναι κοινωνική συμμαχία και όχι ένα οπορτουνιστικό πολιτικό σχήμα. Διαβάζουμε στα ‘Θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ’:

Η γραμμή της Λαϊκής Συμμαχίας δίνει απάντηση σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να προσανατολίζεται η ανάπτυξη της κοινής δράσης της εργατικής τάξης με τα λαϊκά στρώματα ώστε να μπορέσει από σήμερα να υπηρετήσει τη συγκρότηση του επαναστατικού μετώπου σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης, να συμβάλει στην αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων, να εμποδίσει τον εγκλωβισμό της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων σε διάφορες εκδοχές της αστικής πολιτικής (βλέπε: ‘ενότητα στο πρόβλημα’, αντι-νεοφιλελεύθερη συσπείρωση, αντι-μνημονιακή συμμαχία κλπ.), να συμβάλει στην ωρίμανση της ανάγκης για ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Τα αστικά συμφέροντα που οι οπορτουνιστικές θέσεις και σχήματα εξυπηρετούν πολύ θα ανακουφίζονταν αν το ΚΚΕ εγκατέλειπε την άτεγκτη στρατηγική του θέση και τον ταξικό του προσανατολισμό, αν το ΠΑΜΕ εκπροσωπούσε τον ενσωματωμένο συνδικαλισμό και δεν πρότασσε το σύνθημα για ανασύνταξη του εργατικού κινήματος και πολιτική ρήξης, αν δεν έθετε το ζήτημα της συντριβής της αστικής τάξης και της εργατικής εξουσίας.

Αλλά από τα παραπάνω προκύπτει πως το ΚΚΕ είναι το μόνο κόμμα που δεν έχει απεμπολήσει το καθοριστικό χαρακτηριστικό ενός κομμουνιστικού κόμματος: τον ταξικό, επαναστατικό του χαρακτήρα, την ταξική ανάλυση με βάση τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, του επιστημονικού κομμουνισμού. Είναι ο στρατηγικός στόχος της επαναστατικής ρήξης, που προϋποθέτει την ανασυγκρότηση του ταξικού εργατικού κινήματος, που προϋποθέτει δουλειά και μαχητικότητα από τον καθένα μας στον τόπο εργασίας του, είναι αυτός ο στρατηγικός στόχος που καθορίζει οποιαδήποτε τακτική επιλογή.

Φτάνουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα πως στον ΣΥΡΙΖΑ ισχύει το αντίστροφο; Πως οι τακτικές επιλογές έχουν προτεραιότητα έναντι του στρατηγικού στόχου του; Μα και το να μιλά κανείς για στρατηγικό στόχο του ΣΥΡΙΖΑ είναι αστείο. Αριστερά δεκανίκια για ψηφοθηρία, τακτικές κωλοτούμπες με μοναδικό στόχο την πολιτική αποχαύνωση, τη συσκότιση εργατικών συνειδήσεων, τον εγκλωβισμό του εργατικού κινήματος. Ένα κόμμα αστικής διαχείρισης, ο ορισμός του οπορτουνισμού.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ