29 Δεκ 2018

Το λαϊκό παραμύθι ως επιστημονικό αντικείμενο





Τον βασικό κορμό του τόμου «Το παραμύθι από τους αδελφούς Grimm στην εποχή μας. Διάδοση και Μελέτη» («Gutenberg», 2017) αποτελούν τα «Πρακτικά» του αντίστοιχου Διεθνούς Συνεδρίου που έλαβε χώρα στην Αθήνα το 2012, με αφορμή τον εορτασμό των 200 χρόνων από την έκδοση των παραμυθιών των Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ. Από τα «Πρακτικά», πάντως, έγινε μία αυστηρή επιλογή, στην οποία προστέθηκαν και άλλα κείμενα, ελληνικά και μεταφρασμένα (πληροφορούμαστε ότι όλοι οι εδώ παρουσιαζόμενοι ξένοι ειδικοί εμφανίζονται στην ελληνική βιβλιογραφία για πρώτη φορά), «με κριτήριο τον εισαγωγικό τους χαρακτήρα στις παραμυθολογικές σπουδές και τη διεθνική οπτική τους», προκειμένου ο εν λόγω τόμος να αποτελέσει «ένα εγχειρίδιο για τους μελετητές και φίλους των παραμυθιών». Βαρύνουσα θέση έχει εδώ «ως μελέτη - πλαίσιο» το συμπεριληφθέν ως «Επίλογος» κείμενο του καθηγητή Γερμανικής Λογοτεχνίας και συντάκτη της τρίτης αναθεωρημένης έκδοσης του Διεθνούς Καταλόγου των Παραμυθιών (ATU), Χανς - Γιοργκ Ούτερ, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα οφείλεται στη δραστηριοποίηση και το μόχθο ενός ευρέος φάσματος επιστημονικών και πολιτισμικών ειδικοτήτων, το οποίο λειτούργησε «ως ένα εργαστήρι συνεργασιών και ανθρώπινων σχέσεων, ακριβώς όπως τα ίδια τα παραμύθια».
Στο εισαγωγικό κείμενο του ομότιμου καθηγητή Μιχάλη Μερακλή (του οποίου η καθοδήγηση για τον θεωρητικό και ερευνητικό προσανατολισμό του τόμου, μαζί με εκείνη του Νταν Μπεν - Αμος, καθηγητή Λαογραφίας και Ασιατικών και Μεσανατολικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, υπήρξαν καθοριστικές) γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στην αρχαία ελληνική λέξη «σύμβολο» και στην πολύ συχνή χρήση της από τον Πυθαγόρα και τους μαθητές του. Εικάζει μάλιστα ο Μ. Μερακλής ότι για τις συμβολικές εκφράσεις του ο Πυθαγόρας αντλούσε από τις λαϊκές ρήσεις - δοξασίες (το ίδιο έκανε, γράφει, και ο Ηράκλειτος), καθώς έβλεπε ότι «η λαϊκή σκέψη μπορούσε να μπαίνει στην ουσία του κόσμου και της ζωής», και τις μετέτρεπε «σε γενικές αρχές συμπεριφοράς για κάθε ασκούμενο σε μιαν ηθική, στωική ζωή». Ο μελετητής θυμίζει εξάλλου την εν γένει αισιόδοξη προοπτική της λαϊκής λογοτεχνίας, σε αντίθεση με την απαισιόδοξη κατά κανόνα προσωπική λογοτεχνία.
Η ευτυχία που ονειρεύεται είναι αποκλειστικά γήινη

Με ένα σοφά επιλεγμένο απόσπασμα από βιβλίο του Μ. Μερακλή ξεκινά το «Προλογικό Σημείωμά» της και η Μαριάνθη Καπλάνογλου: «Επομένως, αν και το παραμύθι φιλοξενεί την ουτοπία, εντούτοις δεν τρέφει καμιά συμπάθεια στη μεταφυσική, η ευτυχία που ονειρεύεται και με τις ουτοπίες του πραγματοποιεί είναι αποκλειστικά εγκόσμια, γήινη, υλική, θρεμμένη με τα υλικά αγαθά αυτής εδώ της ζωής». Αφού αναφερθεί στην ιστοριογραφική αναγωγή των ιδεολογικών ριζών της Λαογραφίας στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, η Καπλάνογλου συνεχίζει με την αναφορά στην ένταξη των ίδιων των Γκριμ στο πνεύμα της παράδοσης του Χέρντερ, καθώς «αντιτέθηκαν στην κυρίαρχη, μεταξύ των λογίων, αντίληψη για το λαό ως χονδροειδή όχλο (vulgusin populo) και προσπάθησαν να γεφυρώσουν αυτήν την απόσταση προσφέροντας στην αστική τάξη της εποχής τους μια αποδεκτή μορφή του "κατώτερου" λαϊκού πολιτισμού». Το έργο των Γκριμ καλύπτει τόσες θεματικές και πεδία, γράφει η ερευνήτρια, ώστε διαφορετικές επιστήμες να το αναγνωρίζουν ως αφετηρία τους (να σημειωθεί εδώ ότι, επί παραδείγματι, η διατήρηση ή η εκ νέου πρόσληψη της ιδιωματικής - λαϊκότροπης γλώσσας και αντίστοιχων στοιχείων του ύφους σε ορισμένες παραλλαγές των παραμυθιών ήταν για την εποχή τους κάτι εντελώς καινούργιο). Από την άλλη, υπάρχουν συγκεκριμένες πρωτοποριακές αντιλήψεις τους για την αξία του λαϊκού πολιτισμού οι οποίες παρέμειναν τελικά στο περιθώριο των φιλολογικών επιστημών και δεν αξιοποιήθηκαν. Αυτό συνέβη, λ.χ., με την αντίληψη του Γιάκομπ Γκριμ ότι «σε κάθε γνωστικό πεδίο, η πηγή της γνώσης οφείλει να είναι όσο το δυνατόν πιο διευρυμένη και να περιλαμβάνει όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα μέσα διάδοσης και τις πολιτισμικές επιρροές, αντί να βασίζεται σε στενά οριζόμενες έννοιες επικεντρωμένες στη γραπτή πνευματική παραγωγή μιας συγκεκριμένης κοινωνικής τάξης». Οι Γκριμ, που απέφυγαν να χαρακτηρίσουν τα παραμύθια που συγκέντρωσαν «γερμανικά», αναγνωρίζοντας εμμέσως τον διεθνή τους χαρακτήρα, διέθεταν ένα ολόκληρο δίκτυο ανταποκριτών και αφηγητών ποικίλης κοινωνικής προέλευσης (άνδρες και γυναίκες, από τις μεσαίες ή τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις), ενώ τοποθετούνταν με σαφήνεια ως προς το ποιοι πίστευαν ότι ήταν οι θεματοφύλακες των παραμυθιών, της ποίησης του λαού (Volkspoesie): «Ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων, όπως οι βοσκοί, οι ψαράδες και οι μεταλλωρύχοι - αυτοί έχουν μια εντονότερη σύνδεση με αυτά τα παραμύθια (...) γενικά οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες και τα παιδιά» - «οι καλύτεροι, αν όχι οι μόνοι ρήτορες της εποχής μας», όπως είχε ήδη πει ο Χέρντερ για τα παιδιά και τις γυναίκες του λαού. Σε αυτό το πλαίσιο, η παιδικότητα, ταυτισμένη με τη φυσική κατάσταση, δεν παραπέμπει μόνο σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή κατηγορία αλλά στη μνήμη της παιδικής ηλικίας, που ενυπάρχει σε κάθε ενήλικο.
Με τους Γκριμ γεννιέται ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το παραμύθι για παιδιά
Με τις εκδόσεις των Γκριμ, βέβαια, γεννιέται ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το παραμύθι για παιδιά (παλαιότερα το κοινό των λαϊκών παραμυθιών ήταν κυρίως ενήλικοι), με τον επακόλουθο «κοινωνικοποιητικό» του ρόλο (ας μην ξεχνάμε, ως προς τα καθ' ημάς, και τις σχετικές διασκευές από τον Πέτρο Πικρό, ο οποίος, με αφορμή τη φτωχική αρχικά ζωή των παραμυθικών ηρώων των Γκριμ, ασκούσε έντονη κριτική εναντίον της κοινωνικής ανισότητας), γεγονός το οποίο, ωστόσο, σταδιακά (σύμφωνα με την Νικόλ Μπελμόν) μετάλλαξε τα παραμύθια, αναδεικνύοντας την επιφανειακή απλότητα και συσκοτίζοντας το κρυμμένο περιεχόμενό τους, και άρα μετατρέποντας την παιδικότητα σε επίφαση παιδικότητας. Παρ' όλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν - και ίσως μάλιστα να προκύπτουν και νέες - αντιστάσεις στην εργαλειοποίηση του παραμυθιού, δηλαδή στη μετατροπή του σε «αξιοπερίεργη γραφικότητα», στη μουμιοποίησή του, στις απομιμήσεις του, όπως η «ντισνεϊκή ετοιμοπαράδοτη μαγεία». Το παραμυθιακό είδος, γράφει η Καπλάνογλου, «παραμένει ένα παλλόμενο πεδίο έκφρασης της ουτοπίας, ευαίσθητο στις συλλογικές και ατομικές αναπαραστάσεις κάθε εποχής και κάθε κοινωνίας». Από την πλευρά της, η λαογραφική επιστήμη μελετά το παραμύθι ως ένα κράμα προφορικών και γραπτών παραδόσεων, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την ανεξαρτησία της προφορικής αφηγηματικής παράδοσης - την οποία εξακολουθεί να ερευνά και η οποία υπόκειται σε διαφορετικούς κανόνες - από τη γραπτή. Οσο για την ανησυχία που έχει προκληθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ό,τι αφορά τη διάλυση της ίδιας της έννοιας της συλλογικότητας, φαίνεται να αντισταθμίζεται από τα αποτελέσματα πρόσφατων ερευνών που ασχολούνται με την έννοια του λαού ως διαδραστικής συλλογικής ομάδας και οι οποίες εξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους νέες συλλογικότητες δημιουργούνται και παλαιές ανασυγκροτούνται, μέσα από πολιτισμικές συνέχειες, μνημονικές διαδικασίες, διαγενεακές μεταδόσεις και τραυματικές εμπειρίες.
Η προαναφερθείσα εδώ επιστημονική πολυφωνία απέναντι στο αντικείμενο «παραμύθι», για το οποίο, ούτως ή άλλως, η ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία είναι «θηριώδης», αντικατοπτρίζεται και στα 50 κείμενα - μελέτες του ογκώδους αυτού τόμου. Οσο για το λόγο για τον οποίο η Μ. Καπλάνογλου επέλεξε το προαναφερθέν εδώ απόσπασμα από το βιβλίο του Μ. Μερακλή, γίνεται φανερός από την ομοιότητα που το συγκεκριμένο απόσπασμα παρουσιάζει με το ακόλουθο χωρίο από τον Πρόλογο της συλλογής των Γκριμ: «Η απόδειξη κάθε αυθεντικής ποίησης είναι ότι δεν υφίσταται ποτέ χωρίς κάποια σχέση με την πραγματική ζωή και επιστρέφει σε αυτή, όπως ακριβώς τα σύννεφα επιστρέφουν στον τόπο της γέννησής τους αφού έχουν ποτίσει τη γη».

Σταυρούλα Γ. ΤΣΟΥΠΡΟΥ
Καθηγήτρια - σύμβουλος στο ΕΑΠ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

TOP READ