10 Νοε 2014

Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

   Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Τα κόμματα αυτά είχαν υιοθετήσει θέσεις και πολιτική που αντικειμενικά ενίσχυαν τις αντεπαναστατικές δυνάμεις, τη διαδικασία ατομικού πλουτισμού, σφετερισμού μέρους του κοινωνικού προϊόντος, για να διεκδικήσουν στη συνέχεια ανοιχτά την καθιέρωση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Βέβαια, μέρος των δυνάμεων αυτών των ΚΚ, οι πραγματικοί μη εκφυλισμένοι κομμουνιστές, αλλού περισσότερο κι αλλού λιγότερο, έδωσαν το δικό τους αγώνα, που όμως δεν ήταν σε θέση ν’ ανατρέψει την αντεπαναστατική πορεία.
Η καπιταλιστική παλινόρθωση δεν ήταν μονόπρακτο έργο. Στη διαδικασία αυτή πήραν μέρος και κόμματα που διαμορφώθηκαν στην πορεία της, με κομμουνιστικό ή σοσιαλιστικό χαρακτηρισμό στην ταυτότητά τους. Είχαν την αυταπάτη ότι μπορούσαν να ελέγξουν την εξέλιξή της, δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι η ανατροπή δεν αφορούσε τα λάθη και τις αδυναμίες της σοσιαλιστικής εξουσίας και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αλλά τον επαναστατικό πυρήνα της.
Σε αυτήν τη φάση, που οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν ήταν ακόμα αποτελεσματικά συγκροτημένες σε αστικά πολιτικά κόμματα και αντίστοιχους θεσμούς, που ήταν ταχύτατη η φθορά των πολιτικών δυνάμεων της αντεπανάστασης, αξιοποιήθηκαν όλα τα οργανωτικά σχήματα του οπορτουνισμού τα οποία είχαν επιρροή στις μάζες.
Άλλωστε η αντεπανάσταση αναπτύχθηκε με τα απατηλά συνθήματα «για περισσότερο, καλύτερο, δημοκρατικότερο σοσιαλισμό» που υιοθετήθηκαν και από ΚΚ στις καπιταλιστικές χώρες, ενώ στη συνέχεια η διαμόρφωση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες σήκωνε τη σημαία της αντίθεσής της με τον «άγριο», «πλιατσικοκαπιταλισμό», αξιοποιώντας πραγματικά γεγονότα.
Μετά από την ολοκλήρωση της αντεπανάστασης, η βαθιά κρίση του κομμουνιστικού κινήματος εκφράστηκε με πολλά κομματικά σχήματα, που άλλα προσχωρούσαν ανοιχτά στη σοσιαλδημοκρατία, άλλα κρατούσαν αποστάσεις, διαφοροποιούνταν και στον τίτλο τους, όμως όχι πάντα στην ουσία, άλλα επιχείρησαν να εμφανιστούν ως κόμματα της κομμουνιστικής ανασυγκρότησης, χωρίς πάντοτε να μπορούν να διαχωριστούν από τον οπορτουνισμό.
Παράλληλα, στο κομμουνιστικό κίνημα των καπιταλιστικών χωρών, σε πολλές περιπτώσεις η χρόνια οπορτουνιστική διάβρωση είχε οδηγήσει σε πλήρη εκφυλισμό κομμουνιστικά κόμματα όπως το Γαλλικό ΚΚ, το ΚΚ Ισπανίας, το Ιταλικό ΚΚ που αυτοδιαλύθηκε κ.ά. Ο οπορτουνισμός του «ευρωκομμουνισμού» για «σοσιαλισμό με εθνικά χρώματα» οδήγησε στην άρνηση της ταξικής πάλης κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, στην αταξική προσέγγιση περί «σταλινικής τρομοκρατίας», στη μη καταδίκη της αντεπανάστασης.
Κύριο χαρακτηριστικό όλων των παραπάνω οπορτουνιστικών δυνάμεων, ανεξάρτητα από την όποια κατοπινή πολιτική επιλογή ένταξής τους, ήταν ότι χαιρέτισαν την ανατροπή του σοσιαλισμού, χειροκρότησαν την αντεπανάσταση, συνέβαλαν πολύμορφα στην επικράτησή της. Αποτέλεσαν βασικούς φορείς της προπαγάνδας περί «τέλους του ολοκληρωτισμού του σοσιαλισμού» και χαιρέτισαν πανηγυρικά την «επικράτηση των δυνάμεων της ελευθερίας και της δημοκρατίας», όπως τότε χαρακτήριζαν τη νίκη της αστικής τάξης. Πολλές από αυτές τις δυνάμεις εμφανίστηκαν ως νεοαριστερές, δημιουργώντας νέα απατηλά διλήμματα με νέα φορεσιά.
Ένα βασικό πρώτο συμπέρασμα που απορρέει από τα παραπάνω είναι ότι η βαθιά κρίση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος εκφραζόταν και στο γεγονός της αδυναμίας του να διακρίνει τους εσωτερικούς εχθρούς του, ανεξάρτητα από τον τίτλο τους, να ανοίξει έγκαιρα ουσιαστικό μέτωπο στις λεγόμενες δυνάμεις της νεοαριστεράς.

ΟΙ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΕΣ ΤΗΣ «ΝΕΟΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» ΚΑΙ Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

Η κρίση του κομμουνιστικού κινήματος των αρχών της δεκαετίας του ’90 εκφράζεται, όπως είναι φυσικό, και στις σημερινές συγχύσεις για τη στάση του απέναντι στον οπορτουνισμό. Στις γραμμές του υπήρχαν -και δυστυχώς συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα- ισχυρές επιβιώσεις που αντιλαμβάνονταν τους οπορτουνιστές ως πρώτους τη τάξει εν δυνάμει συμμάχους των κομμουνιστών, ως όμορο χώρο με τον οποίο υπήρχαν μεν «ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες, αλλά στο επίπεδο του κινήματος υπήρχε περιθώριο συνεργασίας». Χρησιμοποιώντας λαθεμένα κριτήρια και πολιτική συμμαχιών δίχως αρχές, βασισμένη στη λεγόμενη «ενότητα της Αριστεράς», κομμουνιστικά κόμματα θεωρούσαν τη νεοαριστερά, τη δύναμη δηλαδή που στέγασε τους αρνητές του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, ως συμμαχική δύναμη. Κάτω από την ιδεολογικοπολιτική ασάφεια της έννοιας «Αριστερά» η οποία εδώ και πολλά χρόνια αποκρύπτει την ταξική ουσία πολιτικών σχηματισμών που έχουν προσχωρήσει στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, ο διεθνής οπορτουνισμός συνέχισε τη διαβρωτική του δουλειά και κατάφερε σ’ ένα βαθμό την πολιτική συνεργασία, ακόμα και τη συστέγαση με τους κομμουνιστές.
Αξιοποίησε επίσης το ότι οι στρατηγικές επεξεργασίες των κομμουνιστών βασίζονταν στη βάση μιας κεκτημένης ταχύτητας από την προηγούμενη περίοδο, σε λαθεμένες θεωρητικές θέσεις και πολιτική πρακτική που οδηγούσε στην αναζήτηση συμμάχων προσβλέποντας σε οπορτουνιστικές πολιτικές δυνάμεις ή σε δυνάμεις που παραπλανητικά προσδιορίζονταν ως η «Αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας», παραγνωρίζοντας την ανάγκη της συγκρότησης κοινωνικής συμμαχίας ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων που έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων.
Αυτό που προσπάθησαν να εξασφαλίσουν οι οπορτουνιστικές δυνάμεις εκείνη την κρίσιμη περίοδο ήταν να καταγραφούν ως η δύναμη που θα αντικαθιστούσε το κομμουνιστικό κίνημα. Ιδεολογικά κινήθηκαν στη γραμμή ότι ήταν ξεπερασμένη η ύπαρξη των κομμουνιστικών κομμάτων, η εργατική τάξη, η ταξική πάλη, η πάλη για το σοσιαλισμό. Προσπάθησαν να παρουσιάσουν την προσωρινή υποχώρηση του σοσιαλισμού ως νομοτελειακή και την επικράτηση του καπιταλισμού ως αιώνια. Επιχείρησαν να καθιερώσουν ως δήθεν μονόδρομο τη διάλυση των ΚΚ (τα οποία είχαν δημιουργηθεί σε ρήξη με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που είχαν προδώσει το εργατικό κίνημα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και τη μετάλλαξή τους σε κόμματα της νεοαριστεράς, κόμματα που θα παλεύουν για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό.
Για να πετύχουν αυτούς τους στόχους αξιοποίησαν κάθε δυνατή παρέμβαση στο εσωτερικό των ΚΚ. Αξιοποίησαν συστηματικά θύλακες που δεν είχαν αποχωρήσει από τα ΚΚ την περίοδο των ανατροπών και παρέμεναν στις γραμμές τους με τη στόχευση να επιβάλουν οπορτουνιστική γραμμή, με διατήρηση ως επικάλυψη μιας κομμουνιστικής επιγραφής που δε θα έχει καμιά σχέση με τον πραγματικό χαρακτήρα τους, το περιεχόμενο των αρχών και της στρατηγικής τους.
Κατά την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, το οπορτουνιστικό ρεύμα στην Ευρώπη αυτοπροσδιοριζόταν κύρια ως η μετανοημένη πρώην κομμουνιστική πολιτική δύναμη που έχει αποδεχτεί τον καπιταλισμό παλεύοντας να διορθώσει τις «υπερβολές» του, ακολουθώντας γραμμή σύμπλευσης και στήριξης της ΕΕ.
Ωστόσο, στη δεκαετία του 1990 και κάποια χρόνια από τη δεκαετία του 2000, η σοσιαλδημοκρατία περνούσε έντονα τη δική της κρίση, αφού πολιτικά δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να διαχωριστεί από τον αστικό φιλελευθερισμό, το άνοιγμα των αγορών, την άρση των εθνοκρατικών προστατευτισμών, τη συγκρότηση διακρατικών οικονομικοπολιτικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων, με πιο προωθημένη μορφή την ΕΕ.
Αυτή η γενική τάση, με χρονική διαφοροποίηση στην εκδήλωσή της από χώρα σε χώρα, έφερνε σταδιακά τον κλυδωνισμό της εκλογικής βάσης της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία όλο και πιο ανοικτά υποχρεωνόταν να διαχειριστεί τη φιλελεύθερη πολιτική (ιδιωτικοποιήσεις, περιορισμό της κρατικής υπαλληλίας, περιορισμό κρατικών κοινωνικών υπηρεσιών, ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις).
Η γενικευμένη οικονομική κρίση του 2008, που ξεκίνησε το 2007 στις ΗΠΑ, και οι αντιλαϊκές συνέπειές της, λόγω της δυσαρέσκειας που προκάλεσε και της ταυτόχρονης εκλογικής φθοράς αστικών φιλελεύθερων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, καλλιέργησε το έδαφος για ανάπτυξη των σοσιαλδημοκρατικών, ρεφορμιστικών και ουτοπικών αντιλήψεων για τη διαχείριση του καπιταλισμού, μέσα από νέα κομματικά σχήματα που προέκυψαν ως «νέα Αριστερά».

ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΥ

Μια προγονική μορφή του ΚΕΑ σε ευρωπαϊκό επίπεδο συγκροτήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τις ανατροπές, το 1991, και ήταν το λεγόμενο «Φόρουμ της Νέας Ευρωπαϊκής Αριστεράς» (ΝELF). Η ιδρυτική του συνάντηση έγινε το 1991 στη Μαδρίτη με πρωτοβουλία του «Κόμματος Δημοκρατικής Αριστεράς» Ιταλίας (προήλθε από το διαλυμένο Ιταλικό ΚΚ), της «Ενωμένης Αριστεράς» Ισπανίας (συμμετείχε το ΚΚ Ισπανίας) και του «Συνασπισμού» από την Ελλάδα. Σε αυτό συμμετείχαν το Γαλλικό ΚΚ και η «Επανίδρυση» (Ιταλία) όταν συγκροτήθηκε αργότερα, αφού το ιδρυτικό μέλος ΚΟΔΗΣΟ Ιταλίας αποχώρησε και σύντομα προσχώρησε στη Σοσιαλιστική Διεθνή. Σε αυτό το σχήμα συνέπραξαν και διάφορα κόμματα της νεοαριστεράς, της λεγόμενης Βόρειας - Πράσινης Αριστεράς, το Σιν Φέιν της Ιρλανδίας, το Κόμμα Σοσιαλιστικής Αριστεράς Νορβηγίας που συμμετείχε επίσης σε αστικές κυβερνήσεις κ.ά. Το NELF διατηρήθηκε ως σχήμα, αν και υποβαθμισμένο λόγω ΚΕΑ, μέχρι και το 2009, ενώ το καθεστώς των «μόνιμα προσκαλεσμένων του NELF» από το 2005 είχαν το Πορτογαλικό ΚΚ και το ΑΚΕΛ.
Το NELF συγκροτήθηκε, όπως ομολογούν οι εμπνευστές του, ως «μια απάντηση στη γενική κρίση της Αριστεράς μετά από την άνοδο των δημοκρατικών κινημάτων στην Ανατολική Ευρώπη και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης», που αντιπροσώπευσε «μια ρήξη με τις διεθνείς αριστερές οργανώσεις που ιδρύθηκαν και ελέγχονταν από την ΕΣΣΔ». H λογική του είναι, «αντίθετα με τις παλιές, σοβιετικού τύπου ενώσεις κομμάτων, το NELF να λειτουργεί με ανοιχτό και χαλαρό τρόπο, με στόχο την προώθηση του διαλόγου και της συζήτησης μεταξύ της ευρωπαϊκής Αριστεράς. Δεν έχει επίσημο πρόγραμμα. Δεν επιχειρεί να συντονίσει ή να ελέγξει τη δραστηριότητα ή την πολιτική θέση των κομμάτων που το απαρτίζουν. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα είδος κέντρου ανταλλαγής ιδεών για το ότι τα μέλη του πιστεύουν ότι θα βοηθήσει στη διαδικασία της αναζωογόνησης της ευρωπαϊκής Αριστεράς».1
Ο μετέπειτα οργανωτής αντικομμουνιστικών εκθέσεων στο Ευρωκοινοβούλιο, νυν ευρωβουλευτής του «Die Linke» και τότε υπεύθυνος Διεθνών Σχέσεων του Γερμανικού ΚΟΔΗΣΟ, H. Scholz, ανέφερε για το τι υπαγόρευσε τη γέννηση του NELF: «Το 1991 μια σειρά από αναμορφωμένα κομμουνιστικά, αριστερά και σοσιαλιστικά, κοκκινο-πράσινα κόμματα ίδρυσαν το NELF. Οι εμπνευστές αυτού του δικτύου είχαν ως κοινή βάση τη ρήξη με το σταλινισμό και με το μοντέλο του λεγόμενου “Κόμματος Νέου Τύπου”, την κριτική επανεκτίμηση του παρελθόντος τους, την εσωτερική πολυφωνία στο κόμμα και το στόχο του δημοκρατικού σοσιαλισμού…»2.
Οι παραπάνω διακηρύξεις των πρωτεργατών του NELF εξηγούν επαρκώς γιατί τα μεταλλαγμένα ΚΚ που πρωτοστάτησαν στη συγκρότηση του NELF (Γαλλικό, Ισπανικό ΚΚ και «Επανίδρυση») καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90 αρνούνταν την οργάνωση διακριτής συνάντησης ΚΚ σε ετήσια βάση, με τη δικαιολογία ότι έτσι δυσκολευόταν «η προώθηση ευρύτερων αντιιμπεριαλιστικών συσπειρώσεων και μετώπων». Το ΚΚΕ, ενάντια σε αυτά τα σχέδια και αξιοποιώντας προσπάθειες κι άλλων ΚΚ στην ίδια κατεύθυνση εκείνη την εποχή, με αφορμή τα 150 χρόνια του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» και τα 80 χρόνια από την ίδρυση του Κόμματος, το Μάη του 1998 παίρνει για πρώτη φορά την πρωτοβουλία και διοργανώνει διακριτή διεθνή συνάντηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, με θέμα «Τα ΚΚ στις σύγχρονες συνθήκες».
Τα ΚΚ των μεγάλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης όπως το Γαλλικό, το Ισπανικό και η Επανίδρυση, που έχουν από εκείνα τα χρόνια διαπιστωμένα πλέον άλλες προτεραιότητες, συμμετέχουν τυπικά και με υποβαθμισμένες αντιπροσωπίες στις Διεθνείς Συναντήσεις των ΚΚ, ενώ μια χρονιά πριν τη συγκρότηση του ΚΕΑ, το 2003, στη Διεθνή Συνάντηση της Αθήνας, τα ίδια κόμματα μπλοκάρουν την υπογραφή Κοινής Ανακοίνωσης και κάθε ντοκουμέντου, επιδιώκοντας να επιβάλουν τη γραμμή συμβιβασμού με τον καπιταλισμό, εκδηλώνοντας ξεκάθαρα τις προθέσεις τους.

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΙΑΧΥΣΗΣ ΤΩΝ ΚΚ ΣΤΑ ΦΟΡΟΥΜ

Την επιδίωξη του οπορτουνισμού μέσα από την παρέμβασή του να μπολιάσει την εργατική τάξη με κριτήρια ξένα προς τα συμφέροντά της αυτά τα πρώτα χρόνια μετά από τις ανατροπές ακολούθησε η περίπτωση της συγκρότησης των «φόρουμ» ιδιαίτερα την τριετία 2000-2002. Τα φόρουμ αποτελούσαν προνομιακό πεδίο άνθισης των οπορτουνιστικών απόψεων μέσα από δράσεις κινηματικής μορφής. Κυρίως καταδίκαζαν την οργανωμένη παρέμβαση των κομμάτων, σε μια σαφή προσπάθεια αποκλεισμού και περιθωριοποίησης των ΚΚ. Θεωρούσαν ξεπερασμένη και περιττή την οργανωμένη παρέμβαση των συνδικάτων, επιδιώκοντας να υποβαθμίσουν στην πράξη τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης. Επιστρατεύοντας ένα πλαίσιο θολών και αταξικών αιτημάτων σε γραμμή ακίνδυνη για τα μονοπώλια, αποπροσανατόλιζαν υποτιμώντας το εθνικό επίπεδο της ταξικής πάλης στο όνομα της «παγκοσμιοποίησής» της και ζυμώνοντας θέσεις «εξανθρωπισμού» των ιμπεριαλιστικών ενώσεων, όπως της ΕΕ. Την ίδια στιγμή συνταυτίζονταν με αστικές δυνάμεις μέσα στο πλαίσιο διαπάλης τους για τη θέση των καπιταλιστικών κρατών στις διεθνείς οργανώσεις τους (π.χ. στον ΠΟΕ, στο ΔΝΤ κλπ.), ενώ παρέπεμπαν στις καλένδες και συσκότιζαν την επίλυση του βασικού πολιτικού προβλήματος, αυτού της εξουσίας.
Τα «κοινωνικά φόρουμ» εκείνη την περίοδο επιχείρησαν να προσδώσουν ένα «αγωνιστικό προσωπείο» στη διεθνή σοσιαλδημοκρατία που την ίδια στιγμή επιτάχυνε την προσπάθειά της για την προώθηση αντεργατικών αναδιαρθρώσεων. Ταυτόχρονα σηματοδότησαν επίσης και την προσπάθεια του διεθνούς οπορτουνισμού να ολοκληρώσει στο κίνημα ό,τι δεν είχε πετύχει πλήρως την περίοδο των ανατροπών, την εξώθηση δηλαδή των ΚΚ σε ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική απομόνωση ή σε διάχυση σε αταξικά «κινήματα» με στόχο έναν «εφικτό κόσμο κερδών που οι λαϊκές ανάγκες θα προτάσσονταν», δηλαδή έναν «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το σύντομο ξεφούσκωμα των φόρουμ, μετά από τις εκλάμψεις μαζικότητας των διαδηλώσεων του Σιάτλ το 2000 και της Γένοβα τον αμέσως επόμενο χρόνο, επανέφερε εκ νέου στους κόλπους της νεοαριστεράς και των μεταλλαγμένων κομμουνιστικών κομμάτων πολιτικούς σχεδιασμούς που είχαν δουλέψει την προηγούμενη περίοδο.

Η ΕΕ, ΤΑ ΕΥΡΩΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΑ

Ώθηση στα σχέδια ευρωπαϊκής οργανωτικής συγκρότησης του οπορτουνισμού έδωσε η ίδια η ΕΕ. Με τη διάταξη 2004/2003 του Ευρωκοινοβουλίου και τη διάταξη του Συμβουλίου της ΕΕ της 4ης Νοέμβρη 2003 για τους κανονισμούς για τα πολιτικά κόμματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη χρηματοδότησή τους, άνοιξε ο δρόμος για τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά κόμματα». Το ΚΕΑ είναι ένα από τα «ευρωπαϊκά», δηλαδή ευρωενωσιακά, κόμματα που συγκροτήθηκαν από την αρχή με την παρότρυνση, καθοδήγηση, χρηματοδότηση της ίδιας της ΕΕ και με όρο τη ρητή αποδοχή των στόχων και των «αρχών» της ΕΕ. Αυτό, όπως για κάθε κόμμα που συγκροτείται στη βάση αυτών των κανονισμών, σημαίνει ότι «ιδιαίτερα στο πρόγραμμά του και στη δραστηριότητά του τηρεί τις αρχές στις οποίες βασίζεται η ΕΕ» (άρθρο 3c). Ομοίως και με τη χρηματοδότηση: Τα κόμματα της ΕΕ λαμβάνουν χρηματοδότηση από το συνολικό προϋπολογισμό της ΕΕ όταν καταθέσουν το αντίστοιχο αίτημα και αν αυτό εγκριθεί. Ταυτόχρονα το πολιτικό πρόγραμμα και το καταστατικό του εξετάζονται σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια και με βάση περαιτέρω νομικά κριτήρια και κριτήρια οικονομικής διαφάνειας. Το ΚΕΑ με βάση τα παραπάνω οφείλει να υπακούει και αποδέχεται το πλαίσιο και το βασικό προσανατολισμό της ΕΕ. Αν και η συμφωνία του είναι πολιτικά δεδομένη, τυπικά, αν δεν αποδεχτεί τους κανονισμούς, χάνει το καθεστώς του ευρωενωσιακού κόμματος, όπως και τις ανάλογες οικονομικές ενισχύσεις της ΕΕ που αποτελούν περίπου το 75% του προϋπολογισμού του ΚΕΑ.
Στη βάση αυτή με πρωτοβουλία του ΣΥΝ, προγόνου του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ, πραγματοποιήθηκε το 2003 μια διάσκεψη προπομπός της ίδρυσης του ΚΕΑ στην Αθήνα, στην οποία συμμετείχε επίσης μεταξύ άλλων το γερμανικό ΚΟΔΗΣΟ, σημερινό «Die Linke». Στο σκληρό πυρήνα αυτής της πρωτοβουλίας συμμετείχαν με δραστήριο ρόλο επίσης το μεταλλαγμένο Γαλλικό ΚΚ και η Ιταλική Επανίδρυση.

Η ΠΟΡΕΙΑ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΚΕΑ

Το ΚΕΑ στην πορεία των 4 συνεδρίων του έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο τοποθετήσεων που επιτρέπει να βγουν γενικότερα συμπεράσματα. Το 4ο Συνέδριό του το Δεκέμβρη του 2013 δε συνιστά κάποιου είδους νέα εξέλιξη στις βασικές τοποθετήσεις που διατηρούσε μέχρι σήμερα για τον καπιταλισμό, την ΕΕ, την καπιταλιστική κρίση. Κινείται κατά βάση στην πεπατημένη των προηγούμενων συνεδριακών του τοποθετήσεων.
Συνοπτικά σημειώνουμε ότι η τοποθέτησή του φροντίζει σε τελική ανάλυση να παίρνει υπό την προστασία του τον καπιταλισμό και πασχίζει να τεκμηριώσει την αιωνιότητά του. Επιστρατεύει μια άσφαιρη κριτική στο εκμεταλλευτικό σύστημα, διαστρεβλώνοντας την ουσία ορισμένων γνωρισμάτων του και προτείνοντας μια πληθώρα παραλλαγών αστικής διαχείρισης που καλούνται ματαίως να εκλογικεύσουν, να τιθασεύσουν τις πιο οξείες πλευρές του. Ουσιαστικά οι θέσεις του στοχεύουν στη διάσωση του καπιταλιστικού συστήματος και γι’ αυτό δρουν αντικειμενικά ως ανάχωμα στην άνοδο του ταξικού ριζοσπαστισμού. Προβάλλει ως στόχο την ανάκτηση της «δημοκρατίας» προπαγανδίζοντας στην ουσία την «αστική δημοκρατία» και την καπιταλιστική εκμετάλλευση που είναι η οικονομική της βάση.
Παράλληλα, μόνιμη επιδίωξή του είναι τόσο πριν την εκδήλωση της καπιταλιστικής κρίσης όσο και μετά από αυτή να εμφανίζει μια κάθε φορά επικαιροποιημένη δέσμη μέτρων που να καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί η καπιταλιστική βαρβαρότητα να διορθωθεί.
Αντιμετωπίζει την ΕΕ ως μια κατάκτηση των λαών, αποδεχόμενο την ουσία της στρατηγική της και τον ίδιο τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης στον οποίο και το ίδιο κινείται και ζητά την επανίδρυσή της σηκώνοντας στην ουσία τη σημαία «της πάλης» για τη μεταρρύθμιση της3. Καλλιεργεί την αντίληψη ότι με μια αλλαγή θεσμών και με ορισμένες μεταρρυθμίσεις θα μετατραπούν σε φιλολαϊκά τα βασικά εργαλεία της ΕΕ, όπως το Ευρωκοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά και ο διακρατικός ιμπεριαλιστικός οργανισμός, η ΕΕ στο σύνολό της. Ισχυρίζεται ότι θα γίνει προστάτης των λαϊκών συμφερόντων επιβάλλοντας μια άλλη μορφή διαχείρισης του καπιταλισμού.
Διεκδικώντας το ρόλο του αυθεντικού υπερασπιστή της ιμπεριαλιστικής ένωσης, απορρίπτει τις αστικές εθνικιστικές θέσεις για έξοδο από την ευρωζώνη, τη ρητορική του ευρωσκεπτικισμού4 που είναι επίσης αποπροσανατολιστικές για τους λαούς.
Το ΚΕΑ παρουσιάζει την ΕΕ να ασφυκτιά κάτω από την κηδεμονία του ΝΑΤΟ5, του οποίου ζητά ως ευχή τη διάλυση χωρίς να θέτει ζήτημα πάλης για την αποδέσμευση. Το περί κηδεμονίας της ΕΕ από το ΝΑΤΟ αποτελεί μια ακόμα προκλητική αθώωση της ΕΕ, τη στιγμή μάλιστα που με τις πρόσφατες αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής του Δεκέμβρη ενισχύεται η επιχειρησιακή αυτοτελή της ικανότητα για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο μέσα από την αναβάθμιση της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνάς της. Ο στόχος που θέτει το ΚΕΑ για πιο ισχυρή ΕΕ συγκριτικά με το ΝΑΤΟ αποσιωπά ότι οι αλληλοδιαπλεκόμενες σχέσεις αυτών των ιμπεριαλιστικών διακρατικών ενώσεων περιλαμβάνουν τόσο τη συνεργασία όσο και τον ανταγωνισμό.
Η κριτική που ασκεί το ΚΕΑ στην ΕΕ περιορίζεται στην εφαρμογή «ενός λαθεμένου νεοφιλελεύθερου μίγματος» αστικής διαχείρισης το οποίο την έχει δήθεν εκτρέψει από τη φιλολαϊκή πορεία και τις αρχές της δημοκρατίας. Στα κείμενά του κάνει αναφορές στο «χρηματιστικοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα» ως αποτέλεσμα των «νεοφιλελεύθερων δογμάτων που επικρατούν στην ΕΕ». Με αυτές τις θέσεις και τη δράση του, το ΚΕΑ εμποδίζει την εργατική πολιτική χειραφέτηση και τη λαϊκή αντιμονοπωλιακή - αντικαπιταλιστική συμμαχία που χρειάζεται για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, για το σοσιαλισμό. Επιδιώκει να σύρει το εργατικό και λαϊκό κίνημα στην παραπλανητική γραμμή πάλης ενάντια στη «χρηματιστικοποίηση της οικονομίας», στο «ακραίο φιλελεύθερο μοντέλο υπό την επιτήρηση των χρηματιστικών αγορών», στα οποία ψευδεπίγραφα αποδίδει την καπιταλιστική οικονομική κρίση.
Πρόκειται για την παμπάλαια αλλά επικίνδυνη οπορτουνιστική άποψη που παρουσιάζει ως εκτροπή από τον υγιή ανταγωνισμό φαινόμενα τα οποία βρίσκονται στη φύση της ίδιας της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η σύμφυση του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο, ο παρασιτισμός του χρηματιστικού κεφαλαίου. Αλλοιώνουν την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που δεν είναι άλλη από την καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την επακόλουθη παραγωγή με κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος. Στην ουσία εξαπατούν ταυτίζοντας τον όρο «καπιταλιστικό σύστημα» με ένα συγκεκριμένο μίγμα διαχείρισής του, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν ένα άλλο μίγμα διαχείρισης του καπιταλισμού ως σοσιαλισμό, και πιο συγκεκριμένα ως σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, για να διαχωριστούν από την πρώτη προσπάθεια οικοδόμησης του σοσιαλισμού - κομμουνισμού η οποία βασιζόταν στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και την ένταξή τους στον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό.
Ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα που επικαλείται το ΚΕΑ δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χίμαιρα ενός καπιταλισμού στον οποίο καπιταλιστές και εργάτες θα ζουν αρμονικά σε καθεστώς «ισότητας», στη βάση ενός ρυθμιζόμενου διαμοιρασμού της εξουσίας και των κερδών των καπιταλιστών με τους εργάτες.
Αυτή η προκλητική και με παραμορφωτικούς φακούς παρουσίαση της εκδοχής του ΚΕΑ για τον καπιταλισμό συγκρούεται με την ίδια την πραγματικότητα που βιώνει η εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που πρέπει συνολικά να απορρίψουν το ΚΕΑ, τη γραμμή συμβιβασμού και ενσωμάτωσης στα καπιταλιστικά συμφέροντα. Όσο για τα κλαψουρίσματα του λεγόμενου «Αριστερού Ρεύματος» στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ για τη φιλοευρωπαϊκή γραμμή στην οποία κατέληξε το Συνέδριο του ΚΕΑ, αυτά δεν ξεφεύγουν από μια απαίτηση να ενισχυθεί απλά η δόση της ανέξοδης άσφαιρης κριτικής στην ΕΕ, με ορισμένες απειλές για έξοδο από την Ευρωζώνη, που αφήνει βεβαίως ανέγγιχτη την καπιταλιστική εξουσία και εντάσσεται σ’ ένα έστω ασθενέστερο ενδεχόμενο αναδιάταξης των συμμαχιών μεταξύ των ισχυρότερων καπιταλιστικών κρατών στην Ευρώπη.
Επιπρόσθετα, το ΚΕΑ εμφανίζει μια διαχρονική αντικομμουνιστική δραστηριότητα με άξονα την αντισταλινολογία. Κόμματα-μέλη του, όπως το «Die Linke», έχουν πρωτοστατήσει σε αντικομμουνιστικές εκδηλώσεις, όπως η πρόσφατη αντικομμουνιστική έκθεση στο Ευρωκοινοβούλιο του βουλευτή της Η. Scholz, ανέγερση αντικομμουνιστικών μνημείων κ.ά.
Ταυτόχρονα, ιδιαίτερη έφεση δείχνουν στελέχη του ΚΕΑ σε δηλώσεις ωμού αντικομμουνισμού, όπως αυτές του μέλους του προεδρείου του ΚΕΑ, εκπροσώπου του «Die Linke», Ντ Ντεμ, ο οποίος δήλωσε προκλητικά ότι «η σύγκριση Στάλιν και Χίτλερ είναι όμοια με αυτή της χολέρας με την πανούκλα». Αλλά και η πρόεδρος των Κοκκινοπράσινων της Δανίας, Γιοχάνα Νίλσεν, είχε δηλώσει: «Το κόμμα μας δεν έχει τίποτα το κοινό με τη δικτατορία της ΕΣΣΔ. Μας χωρίζει τεράστια απόσταση με τις δικτατορίες του ανατολικού μπλοκ, την οποία δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε».
Η αντικομμουνιστική αυτή δραστηριότητα, οι εμετικές δηλώσεις του ΚΕΑ και των κομμάτων του που επιχειρούν ν’ αμαυρώσουν τις ιστορικές κατακτήσεις, τα επιτεύγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, τον καθοριστικό ρόλο της ΕΣΣΔ στην ήττα του ναζισμού, καθώς και η πρόταση στο πρόσφατο συνέδριο για καταδίκη της Κούβας στο όνομα της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που ψηφίστηκε από το 20% του συνεδρίου, διδάσκει όχι μόνο τους εργαζομένους, αλλά και τα ΚΚ, ότι το ΚΕΑ είναι εχθρική, δυσφημιστική δύναμη για τους στόχους τους, αντίπαλη με τα λαϊκά συμφέροντα, που εναρμονίζεται με τους απολογητές του καπιταλισμού.
Πυρήνας των θέσεών τους για τις ευρωεκλογές είναι το «νέο μοντέλο κοινωνικής και οικολογικής ανάπτυξης» το οποίο αποτελεί άλλο ένα «μοντέλο» καπιταλιστικής ανάπτυξης, αφού προφανώς στηρίζεται στην καπιταλιστική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και την ανταγωνιστικότητα, οι οποίες δεν αμφισβητούνται σε κανένα κείμενο του ΚΕΑ. Βασικό στοιχείο αυτού του μοντέλου είναι η «αποκέντρωση και μετατροπή της βιομηχανικής παραγωγής στην Ευρώπη αναπτύσσοντας μικρούς κύκλους παραγωγής και κατανάλωσης». Πρόκειται για μια διατύπωση η οποία κλείνει το μάτι σε αυταπάτες περί δυνατότητας μαζικής αναβίωσης της μικρής εμπορευματικής παραγωγής στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, στο οποίο κυριαρχεί το καπιταλιστικό μονοπώλιο. Φυσικά, η παραπάνω διατύπωση είναι συνειδητά διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να μη λέει ρητά κάτι τέτοιο και να μη φαίνεται αν πρόκειται για συνειδητή διασπορά αυταπατών ή για πρόταση προς τα μονοπώλια για την καλύτερη διαχείριση των πόρων τους. Το ίδιο παραπλανητικές είναι οι θέσεις του ΚΕΑ για μια Ευρώπη ειρήνης, για δίκαιο εμπόριο.
Την ίδια οπορτουνιστική στρέβλωση επιχειρεί το ΚΕΑ σε σχέση με το χαρακτήρα θέσεων όπως «η εξουσία στο λαό», την οποία παρουσιάζει ως «επανάκτηση της εξουσίας έναντι του χρηματοπιστωτικού συστήματος» και «διευκόλυνση της συμμετοχής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ». Δηλαδή με συμμετοχή στους αστικούς θεσμούς, στους θεσμούς της ΕΕ, το ΚΕΑ ισχυρίζεται ότι θα επιτευχθεί η λαϊκή εξουσία. Πρόκειται για έναν ακόμη εξωραϊσμό των αστικών θεσμών, που βασίζεται στην απόκρυψη του γεγονότος ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους λαϊκή εξουσία στο έδαφος της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Αυτή η ιδιοκτησία καθιστά κυρίαρχη στην κοινωνία την αστική τάξη, η οποία οικοδομεί την εξουσία της με ένα ολόκληρο πλέγμα αστικών θεσμών, μεταξύ των οποίων και η κυβέρνηση.

Η ΑΝΑΘΕΣΗ ΡΟΛΟΥ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Τα στοιχεία που εκθέσαμε πιο πάνω αποτελούν προγραμματικά χαρακτηριστικά του ΚΕΑ. Ωστόσο, εκείνο το στοιχείο που ενισχύεται στο τελευταίο συνέδριό του, με ανάλογη προσαρμογή της συνθηματολογίας του, είναι η πιο σαφής επιδίωξή του να αναλάβει το πηδάλιο του διαχειριστή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Το ΚΕΑ θεωρεί την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ ως «ραγδαία πρόοδο»6 λόγω της απότομης ανόδου της κοινοβουλευτικής του δύναμης, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα μαζικής μετακίνησης σοσιαλδημοκρατικών δυνάμεων σε αυτόν με ταυτόχρονη διατήρηση του οπορτουνιστικού πυρήνα του. Στην ουσία ο οπορτουνισμός αυτοπροβάλλεται στους κύκλους της αστικής τάξης μέσω των λεγόμενων «αριστερών κυβερνήσεων» ως ο πλέον ικανός να προωθήσει αντιλαϊκές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις με τους λιγότερους κλυδωνισμούς και τη μεγαλύτερη δυνατή εξασφάλιση μιας περιόδου ανοχής στο όνομα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εμφανίζεται ως αντικαταστάτης της σοσιαλδημοκρατίας και το «αντίπαλο δέος» στο φιλελεύθερο πόλο των αστικών δυνάμεων, αλλά και διατεθειμένος να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, χρησιμοποιώντας ως φόβητρο την άνοδο φασιστικών δυνάμεων, καλώντας σε αντιφασιστικά μέτωπα για την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, επαναλαμβάνει με άλλους τίτλους και πολιτικό σχήμα το ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας που αλλεπάλληλα διέσωσε το καπιταλιστικό σύστημα.
Σήμερα, την πορεία σοσιαλδημοκρατικοποίησης του χώρου αυτού σηματοδοτεί το ίδιο το κόμμα-πρόεδρος του ΚΕΑ, το Γαλλικό ΚΚ. Η σύμπραξή του με τους σοσιαλιστές του Ολάντ στις επερχόμενες τοπικές εκλογές είναι ενδεικτική, παρότι έχει αποκαλυφθεί πλατιά η υλοποίηση μιας βάρβαρης αντεργατικής πολιτικής στη Γαλλία. Η πρόσφατη αποχώρηση του γαλλικού «Κόμματος της Αριστεράς» του Μελανσόν από το ΚΕΑ συνιστά ευκαιριακή προσπάθεια του Μελανσόν να επωφεληθεί της λαϊκής δυσαρέσκειας που τροφοδοτεί η πολιτική της κυβέρνησης Ολάντ και επιχειρεί να διαχωριστεί και από τους συνοδοιπόρους του, το Γαλλικό ΚΚ, εκφράζοντας ταυτόχρονα και αντιθέσεις με ομάδες του τελευταίου.
Όλες αυτές οι επιλογές του ΚΕΑ και των κομμάτων του αποδεικνύουν ότι δεν έχουν καμιά βάση οι δημαγωγικές ανακοινώσεις της ΝΔ περί «ακραίων κομμάτων του ΚΕΑ», φανερώνοντας ότι με αυτές επιδιώκεται η συντήρηση της διπολικής αντιπαράθεσης, που αποκρύπτει τη στρατηγική σύμπλευση ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ παρά τις διαφορές τους.

ΤΑ ΔΙΑΠΙΣΤΕΥΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΙΟΝ

Επιπρόσθετα με τα παραπάνω, η επιλογή του ΚΕΑ και του ΣΥΡΙΖΑ να καταθέσουν υποψηφιότητα για την προεδρία της Κομισιόν, αποκαλύπτει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο την αφοσίωσή τους στην υπόθεση της στήριξης της ευρωένωσης του κεφαλαίου. Είναι υποκριτική η τοποθέτησή τους ότι θέλουν να αποτελέσουν την εναλλακτική φωνή ανάμεσα στα «μεγάλα κόμματα». Η προεδρία της Κομισιόν δεν μπορεί να έχει φιλολαϊκό περιεχόμενο. Αποτελεί εργαλείο και μηχανισμό που λειτουργεί σε βάρος των λαών για την προώθηση και τον έλεγχο εφαρμογής αντεργατικών μέτρων και φιλομονοπωλιακών ρυθμίσεων. Η υποψηφιότητα Τσίπρα μαρτυρά τη διαθεσιμότητα του ΚΕΑ και του ΣΥΡΙΖΑ να αναλάβουν από θέση πρώτης ευθύνης την εξυπηρέτηση των στόχων του κεφαλαίου, διαβεβαιώνει την αστική τάξη ότι κάθε άλλο παρά επικίνδυνοι είναι για το καπιταλιστικό σύστημα.
Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του ΚΕΑ, Α. Τσίπρας, με ομιλία του -που δε δημοσιεύτηκε ποτέ στα ελληνικά από το ΣΥΡΙΖΑ- χαιρέτισε σε εκδήλωση προς τιμήν του Αυστριακού σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου, Μπρούνο Κράισκι, που έγινε το Σεπτέμβρη του 2013 στη Βιέννη. Η ομιλία αυτή δημοσιεύτηκε στην έκδοση του θεωρητικού περιοδικού του ΚΕΑ, «Τρανσφόρμ», το Δεκέμβρη του 2013. Είναι αποκαλυπτικό το παρακάτω απόσπασμα:
«Ο διάλογος και οι πολιτικές συμμαχίες είναι στην καρδιά της κουλτούρας, του DNA του κόμματός μου, του ΣΥΡΙΖΑ, ως σημαντικό μέρος του δημοκρατικού δρόμου προς το σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία […] Ωστόσο, δεν μπορώ να κρύψω την έκπληξη και την απογοήτευσή μου για την πολιτική στροφή που έχουν κάνει τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα τα τελευταία χρόνια […] Όλοι μας πρέπει να αντλήσουμε διδάγματα από την κρίση, αλλά ιδιαίτερα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα […] Αν οι σοσιαλδημοκράτες είχαν ακολουθήσει την παρακαταθήκη πολιτικών όπως ο Bruno Kreisky, ο Willy Brandt ή ο Olaf Palme, η Ευρώπη δε θα είχε μετατραπεί σε αυτήν τη νεοφιλελεύθερη έρημο. […] Η απουσία των σοσιαλδημοκρατών στην παράδοση του Bruno Kreisky δημιούργησε τον πολιτικό χώρο για τις πολιτικές ενάντια στην κρίση που δημιούργησαν ένα νέο και αόρατο οικονομικό τείχος ανάμεσα στους πιστωτές, τις πλεονασματικές χώρες του Βορρά, και τους οφειλέτες, τις ελλειμματικές χώρες του Νότου […] Δεν προσπαθώ να υποστηρίξω ότι η Ελλάδα δε χρειάζεται μεταρρυθμίσεις ή ότι δεν έχει αδυναμίες […] Μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα απλώσει το χέρι στους σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης, στους ελεύθερα σκεπτόμενους φιλελεύθερους, σε όλους τους Ευρωπαίους που δε θέλουν η Ευρώπη να κατρακυλήσει στον εφιάλτη. Αυτά είναι τα ελάχιστα αιτήματα μιας μελλοντικής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να ικανοποιηθούν σήμερα: Χωρίς αλλαγές σε συνθήκες […] Η μόνη εναλλακτική είναι να αποδεχτώ τον αργό θάνατο του έθνους μου και την αργή διάλυση της Ευρωζώνης, που θα καταστρέψει την ίδια την ΕΕ»7.
Κοντολογίς, κατά το ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς σύγκρουση με τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, χωρίς καν αλλαγές σε συνθήκες, με ορισμένες μεταρρυθμίσεις, με διαπραγματεύσεις «κυρίων», μπορεί να υπάρξει επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση περασμένων δεκαετιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΕΑ επιδιώκουν να γίνουν σοσιαλδημοκράτες στη θέση των σοσιαλδημοκρατών. Ανάλογες δηλώσεις έχει επιστρατεύσει επίσης στο περιοδικό του ΚΕΑ και ο πρόεδρός του και εθνικός γραμματέας του Γαλλικού ΚΚ, Π. Λοράν, αναφέροντας πως το ΚΕΑ «θα παλέψει για την αλλαγή των κανόνων του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού»8.
Στην ίδια κατεύθυνση, στο πλαίσιο της δημιουργίας των κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε τα κόμματα του ΚΕΑ να πάρουν την απαιτούμενη έγκριση από την αστική τάξη των χωρών τους για να παίξουν ανάλογο κυβερνητικό ρόλο, δρομολογούν την πιο ουσιαστική πρόσδεση των φιλοεργοδοτικών συνδικαλιστικών ενώσεων στην επιρροή τους. Η προσπάθεια μετεξέλιξης των φόρουμ σε «εναλλακτικές συνόδους» που θα αποτελούν χειροκροτητές των λεγόμενων αριστερών κυβερνήσεων και των προτάσεων αστικής διαχείρισης φιλοδοξούν να εμπλέξουν και τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες που αντιλαμβάνονται ότι η κλασική σοσιαλδημοκρατία χάνει έδαφος και αναζητούν εναλλακτικά στηρίγματα. Η παρουσία για πρώτη φορά των Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ΕTUC) στην «Εναλλακτική Σύνοδο» - μια νέα εκδοχή των φόρουμ με ενίσχυση της λογικής προβολής των «υπεύθυνων προτάσεων» για την αστική διακυβέρνηση - αλλά και της προέδρου τους για πρώτη φορά στο Συνέδριο του ΚΕΑ στη Μαδρίτη, σηματοδοτεί αυτές τις διεργασίες. Αυτή η γραμμή καταγράφεται στο συνέδριό του, στην απόφαση συνέχισης των «εναλλακτικών συνόδων» με ιδιαίτερη στόχευση τα συνδικάτα, το φθινόπωρο του 2014.
Την ίδια στιγμή το ΚΕΑ αξιοποιεί ένα ευρύ δίκτυο ΜΚΟ, δεξαμενών σκέψης με ομπρέλα το δικό του ίδρυμα Τρανσφόρμ και συνεργαζόμενα ιδρύματα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ αποτελεί την ατμομηχανή αυτού του πολυπλόκαμου μηχανισμού ιδεολογικής πολιτικής χειραγώγησης και μετάλλαξης ΚΚ και κάθε είδους χρηματοδοτικής και άλλης στήριξης που ενισχύει με κρατικό κι ευρωενωσιακό χρήμα κάθε κίνηση που υπόσχεται αναστήλωση του καπιταλισμού και της ΕΕ.
To οπορτουνιστικό γερμανικό αυτό ίδρυμα αποτελεί τη μετεξέλιξη ενός συλλόγου που ιδρύθηκε το 1989 για τη στήριξη της δράσης του τότε ΚΟΔΗΣΟ (PDS). To 1996 αναγνωρίστηκε επίσημα από το συνέδριο του PDS και το 1999 ξεκίνησε η χρηματοδότησή του από το υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας. Το 2000 μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ και πλέον ανήκει στο «Die Linke». Διατηρεί γραφεία σε Βέλγιο, Πολωνία, Ρωσία, Σερβία, Εκουαδόρ, Μεξικό, Βραζιλία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Νότια Αφρική, Σενεγάλη, Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ και παρεμβαίνει ιδεολογικοπολιτικά με διάφορα προγράμματα και υποτροφίες που χρηματοδοτεί. Η διεύρυνση της παρέμβασής του σε άλλες ηπείρους συνοδεύεται με την ενίσχυση και συνεργασία του ΚΕΑ με αντίστοιχα δίκτυα περιφερειακού συντονισμού (το Φόρουμ της Αραβικής Αριστεράς, το Φόρουμ του Σάο Πάολο, το Αφρικανικό Δίκτυο της Αριστεράς), κατά βάση οπορτουνιστικών δυνάμεων που επιδιώκουν να ενσωματώσουν ΚΚ και συνδικάτα.
Από το 2013 επίσης λειτουργεί γραφείο του Ρόζα Λούξεμπουργκ και στην Αθήνα, με σαφή στόχευση τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ και τη συστηματική οπορτουνιστική διαβρωτική δουλειά, με κύριο στόχο το ΚΚΕ και το ταξικό εργατικό κίνημα.

Η ΠΕΙΡΑ ΑΠΟ ΤΙΣ «ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ»

Απέναντι στο συγκροτημένο αυτό φορέα του οπορτουνισμού που αυτοπροβάλλεται ως ικανός και πρόθυμος διαχειριστής αστικής διακυβέρνησης, αντιπαρατίθεται η ιδιαίτερα αρνητική πείρα κι όσα υπέστησαν οι εργαζόμενοι όπου γνώρισαν «κυβερνήσεις της Αριστεράς»: Η σύμπραξη των μεταλλαγμένων ΚΚ στις αστικές κυβερνήσεις (το μεν Γαλλικό ΚΚ στην κυβέρνηση Ζοσπέν, η δε Ιταλική Κομμουνιστική Επανίδρυση στις κυβερνήσεις Ντ’ Αλέμα και Πρόντι), οι οποίες αποφάσιζαν τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, ενώ ως «αριστερά» και «κομμουνιστικά» κόμματα διαδήλωναν υποκριτικά «ενάντια στον πόλεμο». Παράλληλα, επέβαλαν αυξήσεις των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης και αύξησαν τους φόρους στο λαό. Καθόλου τυχαία, και τις δύο φορές την «κυβερνώσα Αριστερά» στην Ιταλία την διαδέχτηκε κυβέρνηση Μπερλουσκόνι.
Όμως και πιο σύγχρονα παραδείγματα κομμάτων - μελών του ΚΕΑ είναι εξόχως διδακτικά για το πώς εννοούν την «αριστερή διακυβέρνηση». Για παράδειγμα στο Βερολίνο, στην κρατιδιακή κυβέρνηση που συγκρότησαν οι σοσιαλδημοκράτες από κοινού με το «Die Linke», από το 2006 ως το 2011 έκοψαν τη χρηματοδότηση στεγαστικού προγράμματος, ιδιωτικοποίησαν τη δημοτική επιχείρηση κατοικιών, με αποτέλεσμα 65.700 διαμερίσματα και επαγγελματικοί χώροι να πουληθούν στην «Goldman Sachs», κάνοντας μαζικές εξώσεις σε εργατικές και λαϊκές οικογένειες. Επίσης ιδιωτικοποίησαν τη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και πετσόκοψαν κονδύλια για την Πρόνοια, ενώ η γερμανική «κυβερνώσα Αριστερά» επέβαλε και χαράτσι 100 ευρώ για τα σχολικά βιβλία.
Αλλά και στην Ισπανία αυτές τις μέρες, η κρατιδιακή κυβέρνηση της Ανδαλουσίας (συνεργασία Σοσιαλιστικού Κόμματος και Ενωμένης Αριστεράς) επέλεξε το μέτρο της ανταποδοτικότητας για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο του σπιτιού τους. Η υπουργός Οικονομίας και Κατοικίας Έλενα Κόρτες είναι στέλεχος της Ενωμένης Αριστεράς και όπως δήλωσε πρόσφατα: «Η τοπική κυβέρνηση της Ανδαλουσίας (με πληθυσμό 8 εκατομμύρια) θέλει να στείλει ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο, ότι το Δημόσιο δεν είναι δωρεάν […] Έχει ένα κόστος που το καταβάλλει όλη η κοινωνία»9. Έτσι, η «κυβερνώσα Αριστερά» καλεί όσους δεν μπορούν να πληρώνουν το ενοίκιο ή το ρεύμα προς την τοπική κυβέρνηση να δουλεύουν για την ανακαίνιση, ανοικοδόμηση κατοικιών, προκειμένου να ξεπληρώσουν τα χρέη τους, υιοθετώντας στην ουσία της τη λογική της ανταποδοτικότητας. Η λογική της ανταποδοτικότητας, είτε στις σχέσεις των εργαζομένων με το κράτος είτε στην ικανοποίηση των αναγκών τους μέσω της αγοράς εμπορευμάτων, βρίσκεται στην ίδια την ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Όσον αφορά το συγκεκριμένο παράδειγμα της κατοικίας για παράδειγμα, μόνο με μια εξουσία στα χέρια της εργατικής τάξης, στην οποία η κατοικία δε θα είναι εμπόρευμα, μπορεί να εξασφαλίζεται η φθηνή λαϊκή και αναβαθμισμένη στέγη για όλους.
Ανάλογη πείρα προκύπτει και από τη Δανία, όπου το προηγούμενο διάστημα η Κοκκινοπράσινη Συμμαχία Δανίας, μέλος του ΚΕΑ, στήριξε την κυβέρνηση των σοσιαλδημοκρατών που επέβαλε φόρους, περικοπές 2 δισ. ευρώ σε συντάξεις, επιδόματα ανεργίας, αναπηρίας, φοιτητών κ.ά.

ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΣ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΕΝΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΤΟΝ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΑ

Το Διεθνές ΚΚ στη συντριπτική πλειοψηφία του παρουσιάστηκε απροετοίμαστο να απαντήσει και να συγκρουστεί με το ΚΕΑ ως σύγχρονο φορέα της διάβρωσης και της οπορτουνιστικής μετάλλαξης ΚΚ που πρωτοστάτησαν στη διαμόρφωσή του. Η κρίση του ΔΚΚ μάλιστα ήταν -και παραμένει μέχρι σήμερα- τέτοια, που δεν κατόρθωσε να απομονώσει τους πρωτεργάτες του ΚΕΑ οι οποίοι το 2004 καλούσαν τα ΚΚ που έμειναν πιστά στο μαρξισμό-λενινισμό και στην πάλη για το σοσιαλισμό να δώσουν εξηγήσεις γιατί δεν έμπαιναν στο ΚΕΑ.
Το ΚΚΕ ανέλαβε τότε τη σοβαρή ευθύνη να ανοίξει ένα ολοκληρωμένο ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο ενάντια στο ΚΕΑ, στο χαρακτήρα του ως κόμματος της ΕΕ, στη συμμετοχή των ΚΚ σε αυτό, στις θέσεις και τις συνεδριακές αποφάσεις του, στις εχθρικές στοχεύσεις του σε βάρος των ΚΚ που υπερασπίζονται το μαρξισμό-λενινισμό και τιμούν τον κομμουνιστικό τίτλο τους. Κάλεσε ανοιχτά τα άλλα ΚΚ να ανοίξουν ανάλογο μέτωπο πάλης με το ΚΕΑ.
Η προσπάθεια αυτή του ΚΚΕ εξυπηρετούσε την ανάγκη να αποκτήσει το ΔΚΚ τη δική του αυτοτελή ιδεολογική, πολιτική και μαζική πάλη, να επεξεργαστεί ενιαία επαναστατική στρατηγική, απαλλασσόμενο από τις οπορτουνιστικές πιέσεις και το διαλυτικό ρόλο του ΚΕΑ και των δυνάμεων που πρωτοστατούν σε αυτό.
Όμως για να εξυπηρετηθεί αυτή η ζωτική ανάγκη και προκειμένου να ανοίξει αυτή η ουσιαστική συζήτηση, το ΚΚΕ αντιλήφθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση το να σπάσει με την παρέμβασή του στην πράξη μια χρόνια επιζήμια πρακτική διπλωματικής - τυπικής στάσης των ΚΚ στις μεταξύ τους σχέσεις. Η ευρωκομμουνιστική αντίληψη που κυριάρχησε με το πέρασμα των χρόνων στο ΔΚΚ θεωρούσε ως «παρέμβαση στο εσωτερικό άλλων κομμάτων», ως «κίνηση διασπαστική που υποσκάπτει την ενότητα του ΔΚΚ», κάθε άσκηση κριτικής του ενός ΚΚ στο άλλο για ιδεολογικά και πολιτικά θέματα. Στην πράξη, η κομμουνιστική αρχή της κριτικής και αυτοκριτικής όχι μόνο είχε αποδυναμωθεί, αλλά πρακτικά «απαγορευόταν» στις διεθνείς σχέσεις ανάμεσα στα ΚΚ.
Το ΚΚΕ έχει βγάλει ιστορικά συμπεράσματα από τον επιζήμιο ρόλο που έπαιξε αυτή η αντίληψη και πρακτική, η οποία συνοδεύεται από τη θέση που θεωρεί ότι τα ΚΚ συνεννοούνται «στη βάση αυτών που συμφωνούν». Τέτοιες λογικές στοχεύουν να βάλουν εμπόδια στην ουσιαστική συζήτηση για τα κρίσιμα και στρατηγικής σημασίας ζητήματα στα οποία υπάρχουν διαφωνίες ανάμεσα στα ΚΚ. Επιδιώκουν να αποκρύψουν από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα, επιστρατεύοντας στρογγυλευμένες διατυπώσεις σε αντιφατικά και θολά κείμενα που σπέρνουν τη σύγχυση και προκαλούν καθυστέρηση στη διαμόρφωση του ταξικού κριτηρίου. Αυτή η λαθεμένη αντίληψη αφήνει ανοιχτό το πεδίο στον οπορτουνισμό να δρα ανεμπόδιστα μέσα στο Διεθνές ΚΚ, αφήνει ανενόχλητα εκείνα τα ΚΚ που έχουν εγκαταλείψει το μαρξισμό-λενινισμό να δρουν μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Χρόνο με το χρόνο αυτή η αντίληψη απονευρώνει αντικειμενικά την ανάλυση και υπονομεύει τη σωστά προσανατολισμένη δράση των κομμουνιστών, ανεξαρτήτως από τις προθέσεις τους.
Μπροστά στις ολοένα και πιο σύνθετες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, τα ΚΚ καλούνται να ισχυροποιήσουν το μέτωπο ενάντια στα ΚΚ που μεταλλάχτηκαν σε νεοαριστερές δυνάμεις. Η αντεπανάσταση και η χρόνια οπορτουνιστική διάβρωση του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα στον πυρήνα του διεθνούς καπιταλισμού, κάνουν επιτακτική την ανάγκη τα ΚΚ να επικεντρωθούν απερίσπαστα στην ουσιαστική συζήτηση για να εντοπιστούν αδυναμίες, να ξεπεραστούν λαθεμένες στρατηγικές που επιβιώνουν μέχρι σήμερα ενώ κρίθηκαν από τη ζωή και εμπόδισαν την επίλυση του ζητήματος της εξουσίας σε συνθήκες επαναστατικές, γιατί δεν είχαν προετοιμαστεί γι’ αυτήν την προοπτική, έχοντας στον προσανατολισμό τους ένα μεταβατικό στάδιο εξουσίας. Στο βαθμό που θα υποχωρεί και τελικά χρεοκοπήσει η αντίληψη ανάμεσα στα ΚΚ ότι μπορεί να υπάρξει ένας «ανθρώπινος καπιταλισμός», ως στάδιο-προπομπός του σοσιαλισμού, θα συνειδητοποιείται ότι οι οπορτουνιστικές δυνάμεις της νεοαριστεράς δεν είναι δυνάμει σύμμαχοι, αλλά διαπιστωμένοι αντίπαλοι των κομμουνιστών και της ταξικής πάλης, των ίδιων των συμφερόντων της εργατικής τάξης.
Έχοντας ως εφόδιο τα παραπάνω συμπεράσματα, το ΚΚΕ επιχειρεί την τεκμηριωμένη κριτική από θέσεις κομμουνιστικές. Το Δεκέμβρη του 2011, με δημόσια επιστολή-απάντησή του προς το ΚΚ Ισπανίας, τεκμηρίωνε με συγκεκριμένα αποσπάσματα από το ίδιο το εκλογικό πρόγραμμα της «Ενωμένης Αριστεράς Ισπανίας» γιατί ο «Ριζοσπάστης» σε άρθρο του για τις τότε ισπανικές εκλογές εκτιμούσε ότι αυτό το πρόγραμμα εγκλώβιζε τους εργαζομένους σε αυταπάτες περί μιας καλύτερης διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος. Η παρέμβαση αυτή προκάλεσε συζήτηση και ενέτεινε τις διεργασίες που ευνοούν την ουσιαστική συζήτηση στο ΔΚΚ.
Ανάλογα παρενέβη το ΚΚΕ μαζί με άλλα 18 Κόμματα το Φλεβάρη του 2013 αντιδρώντας στο ενδεχόμενο το ΚΚ Ισπανίας, ένα κόμμα που βρίσκεται στο προεδρείο του οπορτουνιστικού κέντρου στην Ευρώπη, του ΚΕΑ, να φιλοξενήσει τη Διεθνή Συνάντηση των ΚΚ. Στην ανακοίνωση των ΚΚ τονιζόταν ξεκάθαρα ότι το ΚΕΑ «αποτελεί εργαλείο της ΕΕ για την αποκομμουνιστικοποίηση των ΚΚ και σε καμία περίπτωση δε θα συναινέσουμε με τη διεξαγωγή της συνάντησης από ένα κόμμα - μέλος του προεδρείου του».
Λίγα μόλις 24ωρα αργότερα από τη δημοσίευση αυτής της επιστολής που σημάδευε και αποκάλυπτε το ρόλο των μεταλλαγμένων ΚΚ που έχουν αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στο ΚΕΑ, το Γαλλικό ΚΚ στο συνέδριό του ανακοίνωνε και την αποκήρυξη του σφυροδρέπανου…
Αλλά και μόλις πρόσφατα, στην τελευταία Διεθνή Συνάντηση Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων της Λισαβόνας, το ΚΚΕ, επιδιώκοντας να ανοίξει ουσιαστική συζήτηση, τεκμηρίωσε συγκεκριμένα ότι το σχέδιο κοινής ανακοίνωσης που εισηγήθηκε το Πορτογαλικό ΚΚ δίνει λαθεμένη κατεύθυνση στην πάλη, διαπνέεται από την πάλη για μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οδηγεί σε ενσωμάτωση στο σύστημα και παραπέμπει την πάλη για το σοσιαλισμό στη «Δευτέρα Παρουσία», εμποδίζοντας τον προσανατολισμό της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος στις ανάγκες της ταξικής πάλης για το σοσιαλισμό. Την τοποθέτηση αυτή του ΚΚΕ συμμερίστηκαν αξιοσημείωτος επίσης αριθμός ΚΚ, που με ευθύνη τοποθετήθηκαν ενάντια στο σχέδιο ανακοίνωσης, το οποίο, αντίθετα, στήριξαν κόμματα του ΚΕΑ.

ΚΑΙΡΙΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

Το ΚΚΕ στην ίδια κατεύθυνση παίρνει όλα αυτά τα χρόνια ανάλογες πρωτοβουλίες που στοχεύουν να ενισχύσουν την κοινή οργανωμένη έκφραση, την από κοινού τοποθέτηση και συσπείρωση των ΚΚ σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε κατεύθυνση επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού, της πάλης για το σοσιαλισμό.
Στις παραμονές των ευρωεκλογών του 2009, το ΚΚΕ εναντιώθηκε σε οργανωμένη προσπάθεια του ΚΕΑ να συμπαρασύρει ΚΚ να υπογράψουν την εκλογική διακήρυξή του που αποτελούσε άλλοθι για τον καπιταλισμό και αποενοχοποιούσε την ΕΕ. Ανέλαβε πρωτοβουλία και κάλεσε τα ΚΚ και Εργατικά Κόμματα της ΕΕ σε υπογραφή κοινής εκλογικής διακήρυξης για τις ευρωεκλογές, η οποία υπογράμμιζε το δικαίωμα των λαών στην αποδέσμευση από την ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλιστικής επιλογής, την οποία συνυπέγραψαν τελικά 21 κόμματα. Συμβολή σημαντική σε αυτήν τη διαπάλη αποτέλεσε και η δημόσια ανακοίνωση του Ουγγρικού Κομμουνιστικού Εργατικού Κόμματος τον Απρίλη του 2009 ότι αποχωρούσε από το ΚΕΑ.
Τις παραμονές του 3ου Συνεδρίου του ΚΕΑ, το Δεκέμβρη του 2010, το ΚΚΕ εκ νέου απηύθυνε κάλεσμα αποχώρησης των κομμουνιστικών κομμάτων από το ΚΕΑ. Το κάλεσμα αυτό είχε σημαντική απήχηση και όξυνε τη συζήτηση ανάμεσα στους κομμουνιστές, δίνοντας κουράγιο και ώθηση στην πάλη κομμουνιστικών δυνάμεων σε αντίξοες συνθήκες, ιδιαίτερα στις χώρες των κομμάτων που συμμετέχουν στο προεδρείο του ΚΕΑ (Γαλλικό ΚΚ - ΚΚ Ισπανίας). Η συζήτηση και η αντιπαράθεση οξύνεται και φωτίζει την αναγκαιότητα να απεγκλωβιστούν οι κομμουνιστικές δυνάμεις, όπως επίσης και πλατιά η ίδια η εργατική τάξη, από κάθε είδους προσμονή ότι μπορεί δήθεν να υπάρξει δρόμος επιστροφής για τα μεταλλαγμένα ΚΚ όπως το Γαλλικό, το Ισπανικό, η (ιταλική) Επανίδρυση.
Το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια πραγματοποιούσε ετησίως στις Βρυξέλλες Συναντήσεις των Ευρωπαϊκών ΚΚ σε διάφορα επίκαιρα ζητήματα, που καθιερώθηκε ως «Ευρωπαϊκή Κομμουνιστική Συνάντηση» και έπαιρνε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες δράσης. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά το γεγονός ότι σε αυτές τις συναντήσεις για πρώτη φορά δεν προσκαλούνταν κόμματα- μέλη του προεδρείου του ΚΕΑ.

ΒΗΜΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Ως ώριμη ανάγκη μέσα από αυτήν την ανταλλαγή πείρας και συμπερασμάτων, καθώς και κοινής δράσης, προέκυψε τον Οκτώβρη του 2013 η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων της Ευρώπης για τη μελέτη και επεξεργασία ευρωπαϊκών ζητημάτων και το συντονισμό της δράσης τους». Η Κομμουνιστική αυτή Πρωτοβουλία συνιστά μια μορφή συνεργασίας, μια κίνηση Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων που στηρίζονται στις αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού και τους ενώνει το όραμα μιας κοινωνίας δίχως εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, δίχως φτώχεια, κοινωνική αδικία και ιμπεριαλιστικούς πολέμους.
Η «Πρωτοβουλία» απευθύνεται πρωτίστως στα Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των χωρών της ΕΕ, είναι επίσης ανοιχτή σε Κομμουνιστικά και Εργατικά Κόμματα των χωρών που δεν είναι μέλη ή είναι συνδεδεμένα μέλη της ΕΕ. Η «Πρωτοβουλία» δεν αποτελεί κόμμα, ούτε είναι ένα από τα λεγόμενα «ευρωπαϊκά κόμματα», τα οποία όχι μόνο δεν αποδέχεται, αλλά πολεμά.
Στόχος της «Πρωτοβουλίας» είναι να συμβάλει στην έρευνα και τη μελέτη ζητημάτων της Ευρώπης, ιδιαίτερα σχετικά με την ΕΕ, της πολιτικής που χαράσσεται στο πλαίσιό της και έχει επίδραση στη ζωή των εργαζομένων, καθώς και να βοηθήσει στην επεξεργασία κοινών θέσεων των κομμάτων και στο συντονισμό της αλληλεγγύης και άλλων δραστηριοτήτων τους.
Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» ήρθε σε μια περίοδο που το μεγάλο κεφάλαιο οξύνει την επίθεσή του απέναντι στην εργατική τάξη και επιταχύνει τις αντεργατικές αναδιαρθρώσεις του προς όφελος των μονοπωλίων. Αυτή η κίνηση υπηρετεί την ανάγκη ενότητας και διακριτής δράσης του κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρώπη και την ενίσχυση της πάλης των κομμουνιστικών κομμάτων για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, της νεολαίας, των γυναικών από τα φτωχά λαϊκά στρώματα. Η «Πρωτοβουλία» υπηρετεί τη συγκέντρωση δυνάμεων και τη σχεδιασμένη δράση κατά της ΕΕ, της ένωσης του κεφαλαίου. Αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, που βεβαίως από μόνο του δεν μπορεί να επιλύσει τα σοβαρά προβλήματα του Διεθνούς ΚΚ και τη συνεχιζόμενη κρίση από την οποία δοκιμάζεται.
Η «Πρωτοβουλία» υπηρετεί την κοινή πάλη των Κομμουνιστικών κι Εργατικών Κομμάτων τόσο στη μάχη των Ευρωεκλογών, αλλά και στις άλλες πολιτικές μάχες που αυτά δίνουν, με κριτήριο τις λαϊκές ανάγκες, τα λαϊκά συμφέροντα ενάντια στην ΕΕ και τη στρατηγική της, ενάντια στα αστικά, φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου, ενάντια στις δυνάμεις του οπορτουνισμού που κινούνται στη γραμμή της διαχείρισης του καπιταλισμού.
Με την Ιδρυτική Διακήρυξη της «Πρωτοβουλίας» έχουν συμφωνήσει μέχρι σήμερα 29 Κομμουνιστικά και Εργατικά κόμματα.
Η «Πρωτοβουλία» συνειδητά δεν απηύθυνε καμιά πρόσκληση συμμετοχής στα κόμματα που αποτελούν ηγετικές δυνάμεις του ΚΕΑ, σε κόμματα που είναι στηρίγματά του όλα αυτά τα χρόνια, όπως το Γαλλικό και το Ισπανικό ΚΚ, η Επανίδρυση. Αυτά τα κόμματα συγκρότησαν το 2004, μαζί με οπορτουνιστικές δυνάμεις τύπου ΣΥΡΙΖΑ και Λίνκε, μια αντίπαλη στο κομμουνιστικό κίνημα δύναμη, ένα μηχανισμό μετάλλαξης ΚΚ. Έχουν εδώ και χρόνια διαλέξει άλλο δρόμο σε αντίθετη κατεύθυνση από τα λαϊκά συμφέροντα. Η συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» μια δεκαετία αργότερα δίνει μια πρώτη απάντηση στο πώς με μια συγκροτημένη μορφή συνεργασίας τα Κομμουνιστικά κι Εργατικά Κόμματα της Ευρώπης ανοίγουν δυνατότητες να αναπτύξουν τις επεξεργασίες και τη δράση τους ενάντια στην ΕΕ του κεφαλαίου, αποκαλύπτοντας τον επικίνδυνο ρόλο του οπορτουνισμού, αλλά και προβάλλοντας την προοπτική ρήξης με τα μονοπώλια και τον καπιταλισμό, για το σοσιαλισμό, προοπτική που περιλαμβάνει την αποδέσμευση από την ΕΕ.
Οι πρώτες αντιδράσεις στη συγκρότηση της «Πρωτοβουλίας» είναι ιδιαίτερα θετικές. Κομμουνιστικά Κόμματα που ενημερώθηκαν και γνωρίζουν καλύτερα την «Πρωτοβουλία» απευθύνονται σε αυτήν και ζητούν να έχουν κοινή δράση μαζί της ή και να λάβουν μέρος σε αυτήν. Επίσης συνεχίζεται η συζήτηση με μια σειρά ΚΚ που ακόμα δεν έχουν λάβει μέρος στην «Πρωτοβουλία», αλλά εξετάζουν σοβαρά τη συμμετοχή τους.
Παράλληλα, μια πλούσια δραστηριότητα της «Πρωτοβουλίας» βρίσκεται σε εξέλιξη για τους επόμενους μήνες με επίκαιρες παρεμβάσεις, όπως αυτή ενάντια στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) που εξετάστηκε στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, το Δεκέμβρη, ενάντια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, με παρεμβάσεις ενάντια στον αντικομμουνισμό. Ιδιαίτερη δραστηριότητα με Διακήρυξη της «Πρωτοβουλίας» θα αναπτυχθεί μπροστά στη σημαντική πολιτική αναμέτρηση των ευρωεκλογών. Τα κόμματα της «Πρωτοβουλίας» θα οργανώσουν πολύμορφες εκδηλώσεις για την πλατύτερη προβολή της σε πολλές χώρες, ενώ ήδη λειτουργεί η ιστοσελίδα της.
Το ΚΚΕ θα συμβάλει με τις δυνάμεις του, έτσι ώστε ο δρόμος που άνοιξε για την αποκάλυψη του ρόλου της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού ως δυνάμεων αντίπαλων με τα λαϊκά συμφέροντα να ριζώσει στην εργατική συνείδηση ως ένα από τα βασικά συμπεράσματα και προϋποθέσεις για την επιτυχημένη έκβαση της ταξικής πάλης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Κώστας Παπαδάκης είναι μέλος της Γραμματείας της ΚΕ του ΚΚΕ και του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων.
1. Από άρθρο του Eoin O’ Broin στο περιοδικό του Sinn Fein «An Phoblacht», 23 Iούνη 2005.
2. Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ - Άρθρο του Helmut Ettinger «Για την ίδρυση του ΚΕΑ».
3. «Η σημερινή μάχη για την επανίδρυση της ΕΕ πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της διεθνούς διάστασης του αγώνα μας» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 9).
4. «Ωστόσο, το ΚΕΑ δε διεκδικεί αποχώρηση από το ευρώ […] ο μετασχηματισμός της Ευρωζώνης πρέπει να κατευθύνει την τεράστια δυναμική της δημιουργίας χρήματος στην Ευρώπη, για τη μείωση των ανισοτήτων...», ζητώντας «δημοκρατικό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας» και εθνικές τράπεζες που θα δίνουν «χρήμα που δε θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται για την κερδοσκοπία, αλλά για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, δημόσιων υπηρεσιών» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 15).
5. «…η ΕΕ βρισκόμενη υπό την κηδεμονία του ΝΑΤΟ…» (Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 9).
6. Πολιτικό Ντοκουμέντο 4ου Συνεδρίου ΚΕΑ - Ενωμένοι για μια αριστερή εναλλακτική στην Ευρώπη, σελ. 13.
7. Άρθρο του Αλ.Τσίπρα «Τι θα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη», περιοδικό «Transform», τ. 13/2013.
8. Άρθρο του Π. Λοράν «Για τα Εναλλακτικά Μέτωπα», περιοδικό «Transform», τ. 12/2013.

9. Συνέντευξη της Έλενα Κόρτες, υπουργού Οικονομίας και Κατοικίας της Ανδαλουσίας, εφημερίδα «Αυγή», 8 Δεκέμβρη 2013.

Δομικός αλληθωρισμός: 1948, 1977, 1979, 1990

 Δομικός αλληθωρισμός: 1948, 1977, 1979, 1990

To 1948, λίγο μετά την επίσημη έναρξη του Ψυχρού Πολέμου ελέω "δόγματος" Χάρι Τρούμαν (το οποίο βεβαίως αφορούσε συγκεκριμένα την ανάγκη "σωτηρίας της Ελλάδας" από το "χάος και τον εξτρεμισμό" του ΔΣΕ), ο βρετανός Τζορτζ Όργουελ δημοσίευε το 1984, ένα δυστοπικό μυθιστόρημα το οποίο εξελισσόταν μεν στην μελλοντική Αγγλία, κάτω από τη μπότα ενός "ολοκληρωτικού" μελλοντικού σοσιαλισμού (IngSoc), αλλά το οποίο δεν υπήρξε κανείς που να μην διάβασε ως αλληγορία της "σταλινικής" Σοβιετικής Ένωσης, όπως άλλωστε ήταν και η Φάρμα των ζώων.

Αλλά με δεδομένο ότι δεν διαφαινόταν καμία απολύτως πιθανότητα το 1947 η Αγγλία, απασχολημένη ακόμα με την συντριβή των κομμουνιστών στην Ελλάδα, να γίνει ΕΣΣΔ (έστω μια ΕΣΣΔ εφιαλτική, όπως την ήθελε ο ίδιος), τι ακριβώς ήθελε να προλάβει ο Τζορτζ Όργουελ; Ποιον ήθελε να καταδώσει καταδίδοντας μελλοντικούς κι αγένητους καταδότες; Αν το 1984 ήταν "προειδοποιητικό", όπως κυριάρχησε να λέγεται, ποιον προειδοποιούσε και εναντίον ποίου πράγματος; Με μια προσεκτικότερη ματιά, η υποτιθέμενη "αμεσότητα" (αν θελήσει κανείς να χαρακτηρίσει έτσι το φτηνό sensationalism) του μυθιστορήματος αποκαλύπτεται ως επικάλυμμα για την ερεβώδη σκοτεινότητα των "αλληγορικών" προθέσεών του. Πριν πεθάνει, ο Όργουελ αποκάλυψε δια των πράξεών του τι ήταν στην πραγματικότητα το 1984. Επιθετική κίνηση, όχι τόσο κατά του "σταλινισμού" (η ανάγκη αυτή είχε ήδη καλυφθεί από άλλους) όσο κατά κάθε Άγγλου που ήταν "ύποπτος" σοσιαλιστικών συμπαθειών. Μια αστυνομική επιχείρηση που μασκαρευόταν ως αγωνιώδης προειδοποίηση για απίθανα (και απραγματοποίητα) δεινά· μια αγκιτάτσια υπέρ των "εκκαθαρίσεων" των Άγγλων "φιλοαριστερών" διανοουμένων της εποχής.

To 1977, ο --δεδηλωμένα "αντισταλινικός"-- Άγγλος κριτικός λογοτεχνίας Raymond Williams, σε ερώτηση για το πώς ένιωθε για το έργο του Όργουελ αρκετά χρόνια μετά την συγγραφή του βιβλίου του γι αυτό, απάντησε:
"Πρέπει να πω ότι ένα σημαντικό του μέρος δεν το αντέχω πλέον. Αν έπρεπε να πω ποια απ' τα γραπτά του έκαναν τη μεγαλύτερη καταστροφή, θα ήταν τα λεγόμενα σοσιαλπατριωτικά, αυτά τα φριχτά πράγματα που έγραφε απ' την αρχή του πολέμου, ότι η Αγγλία είναι μια οικογένεια της οποίας ηγούνται τα λάθος μέλη, οι γεροθειές κι οι γεροθείοι που σέρνονται και τους οποίους θα μπορούσαμε αρκετά ανώδυνα να ξεφορτωθούμε. [...]Όσο για το 1984, το ότι προβάλλει το μίσος και την ασχήμια, συχνά εντελώς αυθαίρετα και χωρίς συνοχή, πάνω στις δυσκολίες της επανάστασης ή της πολιτικής αλλαγής, μοιάζει να μας εισάγει σε ένα πραγματικά παρακμιακό είδος αστικής γραφής, όπου όλο το ζήτημα του στάτους των ανθρώπινων όντων συντρίβεται."
Το 1979, και με βασική έμπνευση τον κόσμο που περιέγραψε ως Αγγλία του μέλλοντος (αλλά ταυτόχρονα ως ΕΣΣΔ του παρόντος) ο Όργουελ, το ροκ συγκρότημα Pink Floyd ηχογραφεί ένα διπλό άλμπουμ που αφενός μοιάζει να κάνει αναφορές στον (νεο;)φασισμό και να κριτικάρει τον αγγλικό σωβινισμό, όπως και την αλλοτριωμένη εξαθλίωση της αστικής ζωής, αφετέρου όμως αναγάγει σε κεντρική εικόνα του "το τείχος" και την ανάγκη "να γκρεμιστεί το τείχος" ("tear down the wall"). Όπως και το 1984, το "The Wall" αναδεικνύει έναν δομικό αλληθωρισμό: είναι αδύνατο βάσει του περιεχομένου του να κατανοήσει κανείς για ποιο πράγμα είναι διαμαρτυρία ή προειδοποίηση τελικά.

Η απάντηση, ήρθε, όπως και στην περίπτωση του Όργουελ, απ' την πράξη. Το 1990, οι Pink Floyd (ή μάλλον ο Roger Waters με διάφορους άλλους τυχοδιώκτες) δίνουν μια τεράστια (350.000 κοινό) και επικερδέστατη συναυλία στο Βερολίνο, συμμετέχοντας στην "γιορτή", μεταξύ άλλων, της κοινωνίας που υποτίθεται ότι αποδομούσαν, για το γκρέμισμα "του τείχους" του "σοβιετικού Άλλου". Η "νεολαιίστικη μουσική" με την οποία χιλιάδες έφηβοι φαντασιώθηκαν "την προσωπική τους επανάσταση" στις καπιταλιστικές χώρες ξαναπαίχθηκε --κι έτσι σφραγίστηκε από τους δημιουργούς της το νόημά της-- ως θριαμβευτικός θούριος του καπιταλισμού για τη νίκη του στον Ψυχρό Πόλεμο. Στη διαδικασία, ο φασισμός και ο κομμουνισμός είχαν επισήμως εξισωθεί.

Ο Όργουελ θα ήταν περήφανος.

Πηγή: Lenin reloaded
Βλέπε ακόμη:

Μελετάμε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι το μέλλον!

Μελετάμε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός είναι το μέλλον!



Ο «Ριζοσπάστης», με αφορμή τα 97 χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση, υπενθυμίζει μια σειρά εκδόσεις που φωτίζουν θέματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ και της μελέτης των αιτιών που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού.

Η ανατροπή του σοσιαλισμού, η επικράτηση της αντεπανάστασης, ήρθε, όπως επισημαίνει το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ, από τα μέσα και από τα πάνω, την τελική πράξη των ανατροπών υπέγραψε η πλειοψηφία της ηγεσίας του ΚΚΣΕ που τις στήριξε. Σε μια πορεία δεκαετιών, το κόμμα που ηγήθηκε στην επανάσταση του 1917, μετά από πολλές μεταλλάξεις και την «ολοκλήρωση του οπορτουνισμού σε αντεπαναστατική δύναμη», «ηγήθηκε» στην επικράτηση της αντεπανάστασης στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Είναι φανερό πως αυτή η πορεία του ΚΚΣΕ δεν ήταν έργο μιας πράξης. Οι αλλαγές συντελέστηκαν στην ίδια την οικονομική βάση της ΕΣΣΔ, δηλαδή στις σχέσεις παραγωγής, δυσκόλεψαν την ολόπλευρη αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων με σκοπό ένα ανώτερο επίπεδο ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών. Αλλά οι αλλαγές στην οικονομία, δηλαδή η οπισθοχώρηση των κομμουνιστικών - σοσιαλιστικών σχέσεων, η μακρόχρονη παραμονή των εμπορευματικών σχέσεων, το αδυνάτισμα του κεντρικού σχεδιασμού, ενίσχυσαν κοινωνικά στρώματα που είχαν συμφέρον από την ανατροπή του σοσιαλισμού, από την παλινόρθωση των καπιταλιστικών σχέσεων.
Πλευρές της μελέτης των αιτών που οδήγησαν στην ανατροπή του σοσιαλισμού αφορούν και το εποικοδόμημα: Τις λειτουργίες του κράτους, την άσκηση της εργατικής εξουσίας, τις λειτουργίες του κόμματος της εργατικής τάξης, καθώς και τη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος.
Τα βασικά συμπεράσματα για τις αιτίες των ανατροπών, που έχουν εξαχθεί στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ και ενσωματώθηκαν στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ που ψήφισε το 19ο Συνέδριο, συνιστούν απαραίτητη αφετηρία, όχι μόνο για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ αλλά για την υπεράσπιση του πιο μεγάλου δικαιώματος της εργατικής τάξης, της πάλης για την ανατροπή του σάπιου καπιταλισμού, για τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα. Η μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα αναδεικνύει με στέρεο τρόπο πως δεν ήταν μοιραία η πορεία που οδήγησε στην ανατροπή του σοσιαλισμού (ανώριμου κομμουνισμού). Ταυτόχρονα, εξοπλίζει με θεωρητικά συμπεράσματα που αναζωογονούν την προοπτική του σοσιαλισμού - κομμουνισμού, που αναδεικνύουν ότι είναι προσωρινό το ιστορικό πισωγύρισμα, εξοπλίζουν με ταξικότητα και επιστημονικότητα τους κομμουνιστές για τη γνώση του παρελθόντος και για την οικοδόμηση του κομμουνιστικού μέλλοντος.
«Απόφαση του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό: Εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στον 20ό αιώνα με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το σοσιαλισμό»

Η απόφαση του 18ου Συνεδρίου συμβάλλει με ουσιαστικούς όρους στην κατανόηση της προσφοράς του σοσιαλιστικού συστήματος, στη μελέτη των αιτιών της αντεπανάστασης αλλά και στη βαθύτερη κατανόηση της επαναστατικής στρατηγικής του ΚΚΕ, του Προγράμματος που ψήφισε το 19ο Συνέδριο.
Β. Ι. Λένιν: «Για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση»
Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει 28 κείμενα που γράφτηκαν στην περίοδο από την επικράτηση της επανάστασης έως την αρχή του 1923. Τα κείμενα αποτελούν κείμενα μάχης, εισηγήσεις σε κομματικά και κρατικά όργανα, πραγματεύονται την επίλυση ζητημάτων «ζωής ή θανάτου» για τη νεαρή Σοβιετική Εξουσία. Ο μεγαλύτερος όγκος τους αφορά την οικονομία και την οικονομική πολιτική, τη σχέση οικονομίας - πολιτικής, το ρόλο της εργατικής εξουσίας ως οικονομικού παράγοντα. Τα περισσότερα κείμενα, αν και πραγματεύονται «τρέχοντα θέματα», επεκτείνονται σε θεωρητικά ζητήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Παρά την αναγκαστική και πρόσκαιρη αντιμετώπιση ορισμένων ζητημάτων στις ειδικές συνθήκες της περιόδου πρόσφατης εξόδου από τον εμφύλιο πόλεμο, θέτει ταυτόχρονα τις κατευθύνσεις που πρέπει να κινηθεί η σοσιαλιστική οικοδόμηση.
«Συζήτηση για θέματα Πολιτικής Οικονομίας στα τέλη της πρώτης δεκαετίας της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ»
Η θεωρητική συζήτηση για το νόμο της αξίας, καθώς και για κατηγορίες της Πολιτικής Οικονομίας υπήρξε έντονη στα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Η συζήτηση αυτή, αν και ορισμένες φορές έπαιρνε ακαδημαϊκό χαρακτήρα, στην πραγματικότητα, αντανακλούσε την αντιπαράθεση της πορείας των εμπορευματικών σχέσεων και του χρήματος στο σοσιαλισμό. Ετσι, η συζήτηση επεκτείνεται σε προτάσεις για τη λειτουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας, για την κατάργηση του χρήματος κ.ά. Η ίδια η καταγραφή των απόψεων στα κείμενα της συλλογής και η υψηλού επιπέδου συζήτηση αποτελούν μια αντανάκλαση των νέων προβλημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει η νέα κοινωνία, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με τα παλιά εργαλεία, με τις κατηγορίες που χρησιμοποιεί η Πολιτική Οικονομία για τη μελέτη του καπιταλισμού (χρήμα, μισθός εργασίας κλπ.).
Ιωσήφ Στάλιν: «Η δεξιά παρέκκλιση στο ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ»
Το κείμενο με τίτλο «Για τη Δεξιά Παρέκκλιση στο ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ» αποτελεί ομιλία του Ιωσήφ Στάλιν στην Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής και της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής του ΚΚ (μπ) της ΕΣΣΔ στις 22 Απρίλη 1929.
Το κείμενο αποτυπώνει την ανάγκη έγκαιρου περιορισμού των οικονομικών καταλοίπων της παλιάς κοινωνίας. Αναφέρεται σε μια περίοδο που το ΚΚ (μπ) προσανατολίζεται στο ξεπέρασμα της ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική) και στην ανάπτυξη του κινήματος της κολεκτιβοποίησης στη γη, της εκβιομηχάνισής της και της εξάλειψης των κουλάκων (καπιταλιστών γης) ως τάξης, την άνοδο της σοσιαλιστικής εκβιομηχάνισης της χώρας μέσα από το σχεδιασμό του Πρώτου Πεντάχρονου Πλάνου, πολιτική που χαρακτηρίστηκε ως «πολιτική επίθεσης του σοσιαλισμού στον καπιταλισμό». Σχετική απόφαση είχε παρθεί από το 15ο Συνέδριο του ΚΚ (μπ) το 1927, που εξάγγειλε την κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας.
Η «πολιτική επίθεσης του σοσιαλισμού» συνάντησε τη λυσσαλέα αντίδραση των καπιταλιστών που ωφελήθηκαν από τη ΝΕΠ, κυρίως των κουλάκων, και την αντίδραση μεσαίων και καθυστερημένων φτωχών αγροτών που επηρεάζονταν από αυτούς. Αυτή η κοινωνική αντίδραση εκφράστηκε και μέσα στις γραμμές του ΚΚ (μπ), στην Κεντρική Επιτροπή του και στο Πολιτικό του Γραφείο, μέλη του οποίου ήταν οι Μπουχάριν, Τόμσκι και Ρίκοφ, που συγκρότησαν οπορτουνιστική φράξια που υποστήριζε τη συνέχιση της πολιτικής της ΝΕΠ επ' αόριστον. Η έκδοση περιλαμβάνει και πλευρές της συζήτησης των εξελίξεων στο καπιταλιστικό σύστημα, καθώς και της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Ιωσήφ Στάλιν: «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ»
Το έργο γράφτηκε το 1952, σε μια κρίσιμη περίοδο για τα παραπέρα βήματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην ΕΣΣΔ. Αποτυπώνει τη συζήτηση που διεξάγονταν εκείνη την εποχή στην ΕΣΣΔ -κυρίως στα οικονομικά ινστιτούτα- και περιλαμβάνει πλευρές της θεωρητικής προσέγγισης στο ζήτημα του «νόμου της αξίας» αλλά και στα πολιτικά μέτρα για το προχώρημα της ένταξης της συνεταιριστικής παραγωγής στη μεγάλη κοινωνική παραγωγή. Η εργασία αυτή του Στάλιν, αν και δεν υιοθετεί ως άμεσα εφαρμόσιμες τις προτάσεις των «αντιαγοραίων οικονομολόγων», στρέφει το κύριο μέτωπο στους «αγοραίους οικονομολόγους». Πέρα από την προσέγγιση της θεωρητικής συζήτησης, η μελέτη της εργασίας αυτής κάνει κατανοητή την αλλαγή, τη στροφή προς την «ενίσχυση της αγοράς», που επήλθε στα επόμενα χρόνια μετά το θάνατο του Στάλιν και ιδιαίτερα μετά το 20ό Συνέδριο του 1956 και τις «Μεταρρυθμίσεις Κοσίγκιν» στη δεκαετία του 1960.

Για τα θύματα του τείχους

Για τα θύματα του τείχους



Τι ισχύει όμως γι' αυτούς που προσπάθησαν να περάσουν στην ΟΔΓ παράνομα μέσω του τείχους; Οπως ήδη είδαμε, οι Δυτικοί ιεραρχούσαν την «προσέλκυση» ανθρώπινου δυναμικού από τη ΓΛΔ με σκοπό την πρόκληση ρήγματος στο εσωτερικό της, αλλά και με πιο άμεσο στόχο την παρεμπόδιση της οικονομικής της ανάπτυξης. Στόχευαν σε συγκεκριμένα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία ήταν τα πιο εξειδικευμένα και φυσικά τα λιγότερο πειθαρχημένα και μαχητικοποιημένα στην υπόθεση του σοσιαλισμού. Οι αστοί ξέρουν πολύ καλά να παίζουν με τη διάθεση πλουτισμού και τις προσωπικές φιλοδοξίες. Ξέρουν πολύ καλά να εκμεταλλεύονται προς όφελός τους την αστική, τη μη κομμουνιστική στάση απέναντι στην εργασία. Οι Δυτικογερμανοί πλήρωναν πολλές φορές μισθούς καλύτερους απ' ό,τι στους δικούς τους πολίτες για να προκαλέσουν ρήγμα στη ΓΛΔ. Επίσης, πολύ μεγάλες ήταν οι φοροαπαλλαγές γι' αυτούς που πήγαιναν στην ΟΔΓ. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις, όπου Ανατολικογερμανοί, ενώ σπούδαζαν εντελώς δωρεάν στα πολύ υψηλής ποιότητας πανεπιστήμια της ΓΛΔ, έχοντας στη διάθεσή τους δωρεάν κατοικία και ό,τι άλλο χρειαζόταν για τις σπουδές τους, εξασφάλιζαν υψηλές αμοιβές στα δυτικογερμανικά μονοπώλια όταν τελείωναν τις σπουδές τους και μετακόμιζαν (μέχρι να χτιστεί το τείχος το 1961) στην ΟΔΓ. Αυτό είχε ένα τεράστιο κόστος για τη ΓΛΔ. Από τη μία η ΓΛΔ χρηματοδοτούσε κάτι παραπάνω από αδρά τις εντελώς δωρεάν σπουδές και όλες τις άλλες κοινωνικές υπηρεσίες προς τους Ανατολικογερμανούς και από την άλλη έχανε στη συνέχεια την εργασία τους. Οι οικονομικές απώλειες μέχρι το 1961 έχουν υπολογιστεί από τον Δυτικογερμανό οικονομολόγο Fritz Baade σε 100 έως 130 εκατομμύρια μάρκα. Για ένα σχετικά μικρό γεωγραφικά και πληθυσμιακά κράτος, όπως η ΓΛΔ, το κόστος ήταν δυσβάσταχτο.


Ο πιο σημαντικός όμως παράγοντας είναι άλλος. Η αναδιοργάνωση της οικονομίας σε σοσιαλιστική βάση έχει ως αποτέλεσμα να θιγεί όχι μόνο η καπιταλιστική ιδιοκτησία αλλά και ανώτερα μεσαία στρώματα. Στη σοσιαλιστική ΓΛΔ, όπως και σε κάθε διαδικασία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, οξύνθηκε η ταξική πάλη, η οποία εκφραζόταν όπως πάντα σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, ιδεολογικό, πολιτικό). Με δεδομένα τα παραπάνω, αλλά και τα οικονομικά δεδομένα που αναφέρθηκαν σε άλλες παραγράφους, συν τα πολύ σημαντικά στοιχεία της κοινής εθνικής ρίζας αλλά και των οικογενειακών, φιλικών δεσμών, συν την ελεύθερη για 12 χρόνια μετακίνηση προσώπων και την αντίστοιχη οικοδόμηση κάθε είδους ανθρώπινων σχέσεων, δημιουργήθηκε πράγματι ένα μεταναστευτικό ρεύμα προς την ΟΔΓ, το οποίο σαφώς και ενισχύθηκε και από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στη ΓΛΔ που ισχυροποιούσαν στοιχεία της αγοράς σε βάρος του κεντρικού σχεδιασμού και βεβαίως συνέβαλαν και στην άμβλυνση της κομμουνιστικής συνείδησης.

Μεταξύ αυτών που προσπαθούσαν να περάσουν παράνομα στην ΟΔΓ ήταν και τα πρώην στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος με τις οικογένειές τους. Ηξεραν πολύ καλά ότι στη ΓΛΔ τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα γι' αυτούς, ενώ στην ΟΔΓ θα επιβραβεύονταν με την τοποθέτησή τους σε μια σειρά αξιώματα. Αυτή η μάζα ανθρώπων δεν ήταν καθόλου αμελητέα.
Για όλους τους παραπάνω λόγους κάποιοι είχαν - όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Μπρεχτ - το «διαβατήριο στην τσέπη». Σύμφωνα με τις στατιστικές της ΓΛΔ, περίπου 2 εκατομμύρια πολίτες της πήγαν στην ΟΔΓ μεταξύ 1949 και 1989, περίπου το 12% του πληθυσμού της. Αυτό το κομμάτι αποτελούνταν κυρίως από νέους σε ηλικία και συνήθως μορφωμένους και ειδικευμένους εργαζόμενους, το πιο παραγωγικό δηλαδή εργατικό δυναμικό της ΓΛΔ.

Ενα ξεχωριστό κεφάλαιο ιμπεριαλιστικής σπέκουλας είναι ο αριθμός των νεκρών στα κρατικά σύνορα μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου. Εδώ οι αριθμητικοί υπολογισμοί θυμίζουν λίγο από τα «θύματα στα γκούλαγκ». Κάθε χρόνο από το 1992 και κυρίως κάθε Αύγουστο, στην επέτειο δηλαδή ανέγερσης του προστατευτικού τείχους, οι εκτιμήσεις αυτές εκτοξεύονται, υπηρετώντας και αυτές τη δηλωμένη προσπάθεια «απονομιμοποίησης της ΓΛΔ». Ετσι, τα δικαστήρια της ΟΔΓ το 1992 έκαναν λόγο για 224 νεκρούς, το 1996 για 490, το 1997 για 1.065 νεκρούς. Στους «νεκρούς του τείχους» κατά καιρούς περιλαμβάνονταν δολοφονημένοι, πνιγμένοι στη Βαλτική Θάλασσα και ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους. Οι επίσημες ωστόσο στατιστικές για τους θανάτους σε επεισόδια στο τείχος, τόσο στις κρατικές υπηρεσίες της ΟΔΓ όσο και στη διεθνή αρθρογραφία κυμαίνονται από 86 μέχρι 200 θανάτους στις πιο ακραίες περιπτώσεις.

Ας δούμε όμως και τις ένοπλες επιθέσεις από την πλευρά του Δυτικού Βερολίνου, οι οποίες δεν είναι γνωστές. Το 1975 δημοσιεύθηκε η περίπτωση της δολοφονίας 2 συνοριακών φρουρών της ΓΛΔ από το Δυτικό Βερολίνο. Το παράξενο δεν είναι αυτό. Οι επιθέσεις και οι προβοκάτσιες από το Δυτικό Βερολίνο δεν ήταν καθόλου σπάνιες, έτσι κι αλλιώς. Το σημαντικό είναι πώς χειρίστηκε την περίπτωση το κράτος της ΟΔΓ. Στο δικαστήριο, αντί οποιασδήποτε ποινής, προσφέρθηκε στον εκτελεστή μία ανθοδέσμη. Μετά από προσωπική παρέμβαση του Προέδρου της ΓΛΔ, Ερικ Χόνεκερ, στον καγκελάριο Σμιτ της ΟΔΓ και τη διεθνή γνωστοποίηση του ζητήματος, ένα άλλο δικαστήριο της ΟΔΓ καταδίκασε τον εκτελεστή, έστω και με εντελώς συμβολική τιμωρία. Το μήνυμα της ΟΔΓ ήταν καθαρό. Οι δολοφονίες και οι πυροβολισμοί από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο όχι μόνο δε θα τιμωρούνταν αλλά θα επιβραβεύονταν.
Μιλάμε λοιπόν για έναν ανοιχτό πόλεμο. Αν ακολουθήσουμε τη δική τους τακτική της αριθμολογίας μπορούμε να σημειώσουμε τα εξής: Από το 1991 μέχρι το 2006 στο τείχος μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού έχουν χάσει τη ζωή τους πάνω από 5.600 άνθρωποι. Για να μην πούμε για το διαβόητο ιμπεριαλιστικό «τείχος του Σαρόν» που χωρίζει τους Ισραηλινούς από τους Παλαιστίνιους και τα καθημερινά θανατηφόρα επεισόδια.

Φιλολαϊκή τράπεζα όπως λέμε... ξύλινο σίδερο

Φιλολαϊκή τράπεζα όπως λέμε... ξύλινο σίδερο



Η συζήτηση περί επιτυχίας των «stress test» συσκοτίζει την πραγματικότητα που ετοιμάζουν για τα λαϊκά στρώματα...
Με αφορμή τα αποτελέσματα των περιβόητων «stress test», ξέσπασε ανάμεσα στη συγκυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ μια νέα ψευτοαντιπαράθεση σχετικά με την επόμενη μέρα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Οι πανηγυρισμοί της κυβέρνησης για την επιτυχία των τραπεζών στα «stress test» ακολουθήθηκαν από μια τάχα σκληρή αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ για την αξιοποίηση του «μαξιλαριού» των 11 δισ. ευρώ του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ).
Το περιεχόμενο των «stress test»
Τα «stress test» των τραπεζών πρακτικά εξετάζουν αν οι τράπεζες έχουν επαρκές κεφάλαιο σε σχέση με το ύψος των δανείων που έχουν, λαμβάνοντας υπόψη και πιθανές αρνητικές μεταβολές στη διεθνή οικονομία στο μέλλον. Οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες πέρασαν τυπικά με επιτυχία τα «stress test». Η ΕΚΤ που τα διεξήγαγε αποφάσισε πως έχουν αρκετά ισχυρή κεφαλαιακή βάση και συνεπώς πως μπορούν να προχωρήσουν σε αύξηση του δανεισμού τους προς την υπόλοιπη οικονομία.
Οι πανηγυρισμοί της άρχουσας τάξης και του πολιτικού προσωπικού της για τα «stress test» των ελληνικών τραπεζών κρίνονται συνεπώς δικαιολογημένοι. Μια αποτυχία των τραπεζών στα «stress test» θα οδηγούσε σε μεγαλύτερο κόστος δανεισμού για τους εγχώριους ομίλους.
Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος.
Η συζήτηση για την επιτυχία συγκαλύπτει τους όρους με τους οποίους προέκυψε. Οι τράπεζες έχουν ήδη «χρεώσει» τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή τις πλάτες των εργαζόμενων, με περισσότερα από 40 δισ. ευρώ για να γίνει η ανακεφαλαιοποίησή τους. Συγχρόνως οι τράπεζες ενισχύονται άμεσα απ' τον κρατικό προϋπολογισμό με τη μέθοδο του «αναβαλλόμενου φόρου», με το συνολικό ύψος αυτής της ενίσχυσης να ξεπερνά ήδη τα 13 δισ. ευρώ.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση περί επιτυχίας συσκοτίζει τη πραγματικότητα που ετοιμάζουν για τα λαϊκά στρώματα. Δίνεται η εντύπωση πως το ισχυρό τραπεζικό σύστημα μεταφράζεται σε διευκόλυνση και σε φτηνό δανεισμό για τα υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά, για τους αυτοαπασχολούμενους για τους μικρούς ΕΒΕ. Ωστόσο, στον πυρήνα των «stress test» βρίσκεται η υπόθεση πως τα σημερινά δάνεια των τραπεζών θα συνεχίσουν να αποπληρώνονται σε μεγάλο βαθμό. Με απλά λόγια, η ισχυρή κεφαλαιακή βάση των τραπεζών προϋποθέτει πως τα υπερχρεωμένα λαϊκά νοικοκυριά, οι αυτοαπασχολούμενοι που έχουν καταστραφεί απ' την κρίση και την κρατική πολιτική, οι οικογένειες το εισόδημα των οποίων συρρικνώθηκε δραματικά και δεν μπορούν να πληρώνουν τις δόσεις των στεγαστικών δανείων, όσοι κατέφυγαν στον φτηνό δανεισμό της προηγούμενης περιόδου για να καλύψουν τις ανάγκες τους θα πρέπει να αναγκαστούν να αποπληρώσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα των δανείων που έχουν.
Τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν κανέναν απολύτως λόγο να πανηγυρίζουν για τις ισχυρές τράπεζες. Η «ισχύς» των τραπεζών φορτώνεται στις πλάτες των εργαζόμενων διπλά. Τόσο ως κρατικό χρέος και φοροαπαλλαγές προς τις τράπεζες που πληρώνονται με τα ματωμένα πρωτογενή πλεονάσματα, όσο και με τα υπέρογκα δάνεια που χρωστά ο λαός στις τράπεζες για τα οποία η άρχουσα τάξη, οι μεγαλομέτοχοι των ομίλων, οι τραπεζίτες, οι πολιτικοί υπηρέτες τους στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση ψάχνουν τον καλύτερο τρόπο για να τα αρμέξουν από το υστέρημα των εργαζόμενων.
Η ψευδεπίγραφη αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ
Το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να βρει μια θαυματουργή λύση που, όπως ισχυρίζεται, λύνει τα προβλήματα με έναν τρόπο, «με την πίτα ολάκερη και το σκύλο χορτάτο». Με έναν τρόπο με τον οποίο τράπεζες και υγιείς επιχειρήσεις έχουν κοινά συμφέροντα με τα λαϊκά στρώματα.
Η κεντρική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, εκ στόματος Αλ. Τσίπρα, συμπυκνώνεται ως ακολούθως: Τα θετικά αποτελέσματα των «stress test» πρέπει να οδηγήσουν τις τράπεζες στο να «ανταποδώσουν τη στήριξη με ρευστότητα στην πραγματική οικονομία», που ωστόσο προϋποθέτει να «αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των κόκκινων δανείων». Λίγο παρακάτω σημείωνε πως το πρόβλημα των κόκκινων δανείων «εντείνει τις υφεσιακές τάσεις και αποτρέπει δυνάμει οικονομικά υγιείς επιχειρήσεις, καθώς και την ελληνική οικονομία στο σύνολό της, να ακολουθήσουν το δρόμο της ανάπτυξης για την έξοδο από την κρίση, μειώνοντας έτσι το επίπεδο του χρέους ως προς το εισόδημα». Ως λύση για το πρόβλημα προτείνεται η αξιοποίηση των 11.5 δισ. ευρώ του ΤΧΣ για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των κόκκινων δανείων.
Το συνέδριο που συνδιοργανώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, και μάλιστα το λεγόμενο «αριστερό» ρεύμα του, με το ινστιτούτο RMF του πανεπιστημίου SOAS, που, όπως αναφέρουν πολλαπλές πηγές, αποτελεί «κέντρο εκπαίδευσης» υπαλλήλων του βρετανικού ιμπεριαλισμού, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κινείται επίσης στην ίδια γενική λογική.
Ο ισχυρισμός του ΣΥΡΙΖΑ για την ανάγκη αξιοποίησης των περίπου 11,5 δισ. του ΤΧΣ έχει πολλαπλούς αποδέκτες. Απ' τη μια, απευθύνεται στα λαϊκά στρώματα και υπόσχεται πως με τα 11.5 δισ. ευρώ του ΤΧΣ θα «τακτοποιηθούν» τα κόκκινα δάνεια και, από την άλλη, απευθύνεται στις «υγιείς επιχειρήσεις» και ισχυρίζεται πως με τον τρόπο αυτόν αντιμετωπίζεται η καπιταλιστική κρίση. Οι ισχυρισμοί του είναι παραπλανητικοί.
Καταρχάς τα 11.5 δισ. ευρώ είναι το 1/7 των συνολικών «κόκκινων» δανείων που σήμερα υπερβαίνουν τα 80 δισ. ευρώ. Ακόμα και αν χρησιμοποιηθεί το σύνολο του ποσού για τα «κόκκινα» δάνεια, καλύπτεται μόλις ένα μικρό τμήμα τους. Από αυτήν την άποψη, η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ελαφρώς διαφοροποιημένη εκδοχή της κυβερνητικής πρότασης για τα «κόκκινα» δάνεια, με τον ΣΥΡΙΖΑ να δίνει λίγο παραπάνω τυράκι... Ωστόσο η φάκα παραμένει, δηλαδή η υποχρέωση των δανειοληπτών να αποπληρώσουν το υπόλοιπο ποσό. Συγχρόνως αυτά τα 11,5 δισ. δεν πέφτουν απ' τον ουρανό. Πρόκειται για νέο κρατικό χρέος που θα αυξήσει τα βάρη που θα πρέπει να πληρώσουν και πάλι τα λαϊκά στρώματα το επόμενο διάστημα μέσα από τη φορολογία.
Τα «κόκκινα» δάνεια δεν είναι ένα λογιστικό πρόβλημα που μπορούμε να το «απαλείψουμε». Αντανακλούν την απαξίωση κεφαλαίου λόγω της εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης. Η κρίση οδηγεί σε επιχειρήσεις που κλείνουν, σε μείωση εσόδων και τζίρου, σε φτηνή εργατική δύναμη που ρίχνει τα ενοίκια και την αξία της κατοικίας. Αντίστοιχα και οι υπερχρεωμένες χώρες αντανακλούν το ίδιο πρόβλημα. Κεφάλαιο που επενδύθηκε, έμμεσα ή άμεσα, στην καπιταλιστική οικονομία και τώρα δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Αυτή η καταστροφή κεφαλαίου είναι ο μοναδικός τρόπος που διαθέτει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής να βγει από το τέλμα της κρίσης.
Το κεφάλαιο χάθηκε και κάποιος πρέπει να πληρώσει. Γι' αυτό, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να «εξαφανίσουμε» αυτές τις απώλειες. Πολύ απλά γιατί αυτό δε γίνεται. Το πραγματικό ερώτημα που συγκαλύπτει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ποιος θα τις πληρώσει. Ο λαός ή οι μονοπωλιακοί όμιλοι;
Το επιχείρημα αυτό δένεται και με τη γνωστή θέση του ΣΥΡΙΖΑ για δημόσιο έλεγχο των τραπεζών και την, σε πρώτη ανάγνωση, αφελή διατύπωση για ανάγκη να «ανταποδώσουν» οι τράπεζες με ρευστότητα προς την πραγματική οικονομία. Η θεώρηση αυτή τελικά υπόσχεται πως με κάποιο τρόπο, με το δημόσιο έλεγχο των τραπεζών ή με κάποια άλλη κρατική ρύθμιση, οι τράπεζες θα χρηματοδοτήσουν την οικονομία με «κριτήρια αναπτυξιακά και κοινωνικά», όπως δήλωνε μόλις ένα χρόνο νωρίτερα ο Γ. Δραγασάκης. Η θέση αυτή συγκαλύπτει πως στον καπιταλισμό οι τράπεζες επενδύουν αναγκαστικά με γνώμονα το ποσοστό κέρδους, ειδάλλως κλείνουν, άσχετα με τη φύση και τις ειδικές πεποιθήσεις του ιδιοκτήτη τους. Αν τα δάνεια της τράπεζας δε δίνουν αρκετό τόκο, τότε η τράπεζα δεν μπορεί να συγκρατήσει τις καταθέσεις και κλείνει. Γι' αυτό μια υποθετική τράπεζα που θα δανειοδοτούσε με άλλα κριτήρια απλά δε θα έβγαινε και θα έκλεινε.
Οι τράπεζες έχουν αντικειμενικό συμφέρον από την αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων. Το κέρδος των τραπεζών είναι τελικά τμήμα της συνολικά παραγόμενης υπεραξίας και έχουν συμφέρον να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη. Συγχρόνως, ο καπιταλισμός είναι συνυφασμένος με τις τράπεζες. Τόσο γιατί η κίνηση των προσωρινά διαθέσιμων κεφαλαίων απαιτεί τέτοιες δομές όσο και γιατί στο σύγχρονο, μονοπωλιακό καπιταλισμό των τελευταίων 100 ετών είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεχωρίσεις τις τράπεζες από τη βιομηχανία σε επίπεδο ιδιοκτητών για να τους φέρεις σε αντιπαράθεση. Ουσιαστικά, οι τράπεζες είναι άρρηκτα δεμένες με τον ίδιο το χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Γι΄ αυτό και η ιδέα της «φιλολαϊκής τράπεζας» θυμίζει πολύ την «ειλικρινή διπλωματία»...
Η αγωνία της ρευστότητας
Την ίδια στιγμή, το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ για «επίταση της κρίσης» λόγω των «κόκκινων» δανείων αναποδογυρίζει την αιτία με το αποτέλεσμα. Δεν έφερε την κρίση η χαμηλή ρευστότητα στην οικονομία. Αντίθετα, η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την απαξίωση κεφαλαίου και τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις σήμερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2008-2009 η κρίση εκδηλώθηκε στην ελληνική οικονομία όταν η συνολική δανειοδότηση προς τις επιχειρήσεις ξεπερνούσε τα 133 δισ. ευρώ, σχεδόν 30 δισ. ευρώ παραπάνω από σήμερα.
Σήμερα, παρά τις μεγάλες εξαγωγές χρηματικού κεφαλαίου την περίοδο της κρίσης, που εκτιμώνται σε πάνω από 70 δισ. ευρώ, οι καταθέσεις στις ελληνικές τράπεζες υπερβαίνουν το 90% του ΑΕΠ της χώρας, με τη σχετική αναλογία να είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη αναλογία στις ΗΠΑ. Τα επενδυμένα κεφάλαια των πλουσιότερων Ελλήνων στο εξωτερικό εκτιμώνται σε πάνω από 150 δισ. ευρώ, σημαντικό τμήμα εκ των οποίων αφορά βραχυπρόθεσμα καταθετικά προϊόντα. Είναι φανερό ότι το πρόβλημα δεν είναι γενικά η «έλλειψη ρευστότητας». Υπάρχουν σημαντικά διαθέσιμα χρηματικά κεφάλαια και το πραγματικό πρόβλημα είναι η αδυναμία τοποθέτησης τους στην ελληνική οικονομία με ικανοποιητικό ποσοστό κέρδους. Πρόκειται για μια ουσιαστική πλευρά της καπιταλιστικής κρίσης ως κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.
Η τοποθέτηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλεται φυσικά σε άγνοια της λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας. Αντίθετα, οφείλεται σε συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης των λαϊκών στρωμάτων. Η προσπάθεια συγκάλυψης του καπιταλισμού ως της γενεσιουργού αιτίας της κρίσης και της εξαθλίωσης των λαϊκών στρωμάτων συνδυάζεται με τη μετατόπιση της ευθύνης στην «ασυδοσία» του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, στον «ακραίο νεοφιλελευθερισμό» της Μέρκελ και των υποτελών της ή «στην αρπακτικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού», όπως υποστηρίζει ο Γ. Δραγασάκης. Τελικά, συνδυάζεται με την υπόσχεση ενός άλλου φιλολαϊκού καπιταλισμού, όπου η ανάπτυξη των «υγιών επιχειρήσεων» θα συνδυάζεται με την κοινωνική ευημερία και για την οποία, φυσικά, αρκεί η αλλαγή της κυβέρνησης.
Ο δρόμος της λαϊκής αντεπίθεσης
Αυτός ο άλλος φιλολαϊκός, μη αρπακτικός καπιταλισμός, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν υπάρχει. Η αρπακτικότητα του καπιταλισμού, οι πόλεμοι που παράγει, η εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων, ο παρασιτισμός του είναι εγγενή χαρακτηριστικά του. Ο καπιταλισμός έχασε εδώ και 150 χρόνια τα προοδευτικά του χαρακτηριστικά.
Η απλή πραγματικότητα είναι πως όσο τα κλειδιά της οικονομίας βρίσκονται στα χέρια των μονοπωλιακών ομίλων, αυτοί θα παίρνουν όλες τις οικονομικές αποφάσεις. Πότε και αν θα επενδύσουν, τι θα παράγουν, πότε θα κάνουν προσλήψεις και πότε απολύσεις, με γνώμονα το κέρδος τους. Και το κέρδος σημαίνει αρπαγή της υπεραξίας, αρπαγή του μόχθου του λαού, κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία. Γι' αυτό και ο καπιταλισμός είναι γενικά αρπακτικός, αντιδραστικός, άδικος. Τα δικαιώματα και οι ανάγκες των λαϊκών στρωμάτων θα θυσιάζονται στο βωμό της ανταγωνιστικότητάς τους, με κρίση ή με ανάπτυξη. Αυτή είναι η τάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
Το εργατικό - λαϊκό κίνημα σήμερα δεν έχει τίποτα να κερδίσει από μια τέτοια στάση αναμονής μιας άλλης αστικής κυβέρνησης, που το μόνο που μπορεί να δώσει είναι ορισμένα ψίχουλα, μια αναδιανομή της φτώχειας ανάμεσα στα λαϊκά στρώματα. Μονόδρομός του είναι η συγκέντρωση δυνάμεων, η οργάνωση της πάλης για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος που θα απαιτεί ανάκτηση των απωλειών της κρίσης, θα απαιτεί να πληρώσουν την κρίση οι μονοπωλιακοί όμιλοι, θα ανοίγει το δρόμο για την ικανοποίηση των αναγκών των εργαζόμενων, για την εργατική - λαϊκή εξουσία.

του Γρηγόρη ΛΙΟΝΗ*
*Ο Γρηγόρης Λιονής είναι μέλος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ

Στις αξιώσεις του κεφαλαίου απαντάμε με απεργία

Στις αξιώσεις του κεφαλαίου απαντάμε με απεργία

Από παλιότερη κινητοποίηση
Συναγερμός για την πανεργατική, πανελλαδική απεργία στις 27 Νοέμβρη! Αυτό είναι το σύνθημα που έριξαν ήδη οι δυνάμεις του Πανεργατικού Αγωνιστικού Μετώπου, την ίδια μέρα του μεγάλου πανελλαδικού συλλαλητηρίου στο Σύνταγμα, την 1η του Νοέμβρη. Αυτή την ανάγκη πρέπει να υπηρετεί τις επόμενες μέρες η δράση κάθε συνδικάτου, κάθε συνδικαλιστή στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα.
Σε αυτό το προσκλητήριο μάχης, για την οργάνωση και την επιτυχία της πανεργατικής απεργίας, έχουν θέση όλοι. Η απεργία, μπορεί και πρέπει να γίνει υπόθεση κάθε εργατικού συνδικάτου, κάθε Λαϊκής Επιτροπής, Επιτροπής Αγώνα, μαζικού φορέα. Να γίνει υπόθεση όχι μόνο των εργατών, αλλά και των αυτοαπασχολούμενων, των αγροτών, των συνταξιούχων, των νέων και των γυναικών. Με δουλειά από τα κάτω, με αξιοποίηση της πλατιάς συσπείρωσης και της παρακαταθήκης που άφησε το πανελλαδικό συλλαλητήριο.
Είναι ώρα για κλιμάκωση και ισχυροποίηση της πάλης του λαϊκού κινήματος, καθώς κυβέρνηση και τρόικα ακονίζουν τα μαχαίρια για να εφορμήσουν και πάλι στα λαϊκά δικαιώματα. Τα μαντάτα από το τελευταίο Γιούρογκρουπ επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτήν την εξέλιξη. Κυρίως, όμως, το επιβεβαιώνει ο ίδιος ο ΣΕΒ, βιομήχανοι και τραπεζίτες, με το νέο αντεργατικό μανιφέστο που παρουσίασαν την περασμένη βδομάδα. Το μανιφέστο αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αναμονή, ούτε για αυταπάτες.
Οι αξιώσεις του κεφαλαίου δεν είναι μόνο προκλητικές. Δείχνουν επιπλέον ότι η επίθεση στους εργαζόμενους και στο λαό δεν έχει ημερομηνία λήξης. Οτι απέναντι στο λαό δε στέκεται μόνο η εκάστοτε κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά και η τάξη που κατέχει την πραγματική εξουσία, την οικονομική δύναμη που εξασφαλίζει από την κατοχή των μεγάλων, συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής.
Τα «θέλω» του ΣΕΒ είναι το μενού που έχει ήδη τεθεί στη «διαπραγμάτευση» κυβέρνησης - τρόικας, η οποία αναμένεται ν' αρχίσει μέσα στη βδομάδα. Η ταύτιση της κυβερνητικής και ευρωενωσιακής ατζέντας με τις απαιτήσεις των βιομηχάνων «βγάζει μάτι». Αποδεικνύει περίτρανα ότι πίσω από όλη τη ρητορική περί μνημονίων, δημόσιου χρέους, «αναδιαρθρώσεων» κ.λπ. στέκονται τα συμφέροντα των καπιταλιστών. Αυτά είναι η κινητήρια δύναμη των ανατροπών. Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνούν ούτε λεπτό οι εργαζόμενοι.
Ιδού τι ζήτησε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θ. Φέσσας, μιλώντας την περασμένη Δευτέρα, στο Γενικό Συμβούλιο του ΣΕΒ: Νέες ανατροπές στο ασφαλιστικό σύστημα, παραπέρα μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», «θωράκιση» του νέου συστήματος απελευθέρωσης των απολύσεων μέσω του ΑΣΕΠ, ανατροπές στο συνδικαλιστικό νόμο, οριστικό παραμερισμό του ΟΜΕΔ, αναβάθμιση του «κοινωνικού διαλόγου» και παραπέρα επέκταση της «μαθητείας». Κάθε μία απ' αυτές τις αξιώσεις είναι και ένα καρφί στο σταυρό του μαρτυρίου για το λαό μας.
Μόνιμος στόχος οι συντάξεις
Ειδικότερα για το Ασφαλιστικό, ο πρόεδρος του ΣΕΒ ισχυρίστηκε πως «επιβάλλεται να μειωθεί περαιτέρω το μη μισθολογικό κόστος, με το δραστικό περιορισμό της εισφοροδιαφυγής, αλλά και την αναγκαία μεταρρύθμιση του σημερινού ασφαλιστικού συστήματος. Η ανάπτυξη του 2ου και 3ου πυλώνα είναι πλέον απαραίτητη για ένα ολοκληρωμένο σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης όπως ισχύει σε όλες τις προηγμένες οικονομίες».
Δηλαδή, ο ΣΕΒ απαιτεί νέες μειώσεις στις εργοδοτικές εισφορές, καθώς φαίνεται ότι δεν του αρκεί η μείωση κατά πέντε ολόκληρες μονάδες που ήδη έγινε και που εξασφάλισε στις επιχειρήσεις, σε ετήσια βάση, πάνω από 1 δισ. ευρώ σε βάρος του ΙΚΑ. Ομως, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών θα φέρει με μαθηματική ακρίβεια νέες ανατροπές στην Κοινωνική Ασφάλιση, μειώσεις συντάξεων και παροχών. Παράλληλα, ο ΣΕΒ απαιτεί νέα πεδία κερδοφορίας, με την ανάπτυξη των Επαγγελματικών Ταμείων και της ιδιωτικής ασφάλισης.
Η παρέμβαση των βιομηχάνων υπηρετεί την ίδια κι απαράλλαχτη στρατηγική, που ούτε νέα είναι, ούτε αφορά μόνο στη χώρα μας και στα μνημόνια. Η στρατηγική αυτή έχει χαραχτεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση και προβλέπει την απόσυρση των επιχειρήσεων και του κράτους από τη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, τη μεταφορά της ευθύνης και του κόστους αποκλειστικά στις πλάτες των εργαζομένων.
Σε αυτή τη βάση, ο δραστικός περιορισμός των δημόσιων συστημάτων Ασφάλισης και συντάξεων, είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη των ιδιωτικών συστημάτων, είτε με τη μορφή των Επαγγελματικών Ταμείων (2ος πυλώνας), είτε με την αμιγώς ιδιωτική ασφάλιση (3ος πυλώνας). Αλλωστε, και η νομοθεσία για την Επικουρική Ασφάλιση ήδη κινείται στην ίδια κατεύθυνση, αφού δεν υπάρχει πλέον καμία κρατική εγγύηση για τις συντάξεις των Επικουρικών, ενώ εξοβελίζεται και ο όποιος κοινωνικός χαρακτήρας είχαν μέχρι τώρα, όπως και το στοιχείο της αλληλεγγύης μεταξύ των ασφαλισμένων.
Ευρωενωσιακή η συνταγή
Ηδη από το 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την «Πράσινη Βίβλο» για τις συντάξεις, καθόριζε την πολιτική αυτή ως γενική στρατηγική όλης της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αποφασίζοντας πως: «Τα συνταξιοδοτικά συστήματα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των χρηματοοικονομικών αγορών και ο σχεδιασμός τους μπορεί να προωθήσει ή να παρακωλύσει την ελεύθερη κυκλοφορία του εργατικού δυναμικού ή του κεφαλαίου».
Ετσι, για την ΕΕ, όπως ακριβώς και για τον ΣΕΒ, οι συντάξεις πρέπει να είναι τμήμα, και μάλιστα αναπόσπαστο, των χρηματαγορών, μοχλός μεγέθυνσης του τραπεζικού και χρηματιστικού κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να υπηρετούνται οι τέσσερις βασικές ελευθερίες του Μάαστριχτ και κυρίως η ελεύθερη διακίνηση της εργατικής δύναμης και του κεφαλαίου. Που σημαίνει ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα των εργαζομένων πρέπει να υποταχθούν στην απρόσκοπτη δράση των μονοπωλίων, στην επιδίωξή τους για όσο γίνεται μεγαλύτερο κέρδος.
Στο πλαίσιο αυτό, οι νέες «συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις», σε όλα τα κράτη - μέλη (και όχι μόνο για την Ελλάδα, που έχει μνημόνια) θα έπρεπε να «συμμορφωθούν» και με τη «στρατηγική "Ευρώπη 2020"». Από εδώ προκύπτει η «ανάγκη» να μειωθούν δραστικά οι συντάξεις της δημόσιας Κοινωνικής Ασφάλισης.
Μάλιστα, η Τράπεζα της Ελλάδος, σε έκθεσή της το Μάη το 2013, αξιολογώντας τη νομοθέτηση των αντιασφαλιστικών νόμων και ειδικότερα των νόμων 3863 και 3865 του 2010, οι οποίοι θα τεθούν σε άμεση εφαρμογή από την 1/1/2015, ζητούσε ακριβώς τα ίδια: «Να ολοκληρωθεί στην πράξη η ασφαλιστική μεταρρύθμιση με την αξιοποίηση της επαγγελματικής και της ιδιωτικής ασφάλισης, που υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να συμβάλει στην αναπλήρωση των απωλειών στις κύριες συντάξεις. Αυτό απαιτεί άρση των εμποδίων και αγκυλώσεων που υπάρχουν σήμερα».
Αναγνώριζε, μάλιστα, πως με το νέο ασφαλιστικό σύστημα που ψηφίστηκε το 2010, «το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης εκτιμάται ότι θα περιοριστεί κατά μέσο όρο σε 48,5% την περίοδο 2020 - 2060, έναντι 95,7% πριν από την ασφαλιστική μεταρρύθμιση»! Αν, μάλιστα, σε αυτήν τη μείωση συμπεριληφθεί η κατάργηση της 13ης και 14ης σύνταξης που επιβλήθηκε το 2012, τότε οι πραγματικές απώλειες στις συντάξεις φτάνουν στο 63%. Ανέρχονται δηλαδή στα 2/3 του συνολικού εισοδήματος ενός μελλοντικού συνταξιούχου σε σχέση με τις γενιές που συνταξιοδοτήθηκαν πριν το 2010.
Κατά συνέπεια, η επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα όλων των ασφαλισμένων, οι μειώσεις συντάξεων και παροχών, η προώθηση των ιδιωτικών συστημάτων και σε αυτό τον τομέα, υπαγορεύονται από τα μακροχρόνια συμφέροντα του κεφαλαίου και υπακούουν σε μια ενιαία στρατηγική της ΕΕ. Γι' αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει, όποιο μείγμα διαχείρισης και αν ακολουθηθεί, όντας μέσα στο «μαντρί» της καπιταλιστικής ΕΕ, με τα μονοπώλια να κάνουν κουμάντο στην οικονομία.
Μάλιστα, προκύπτει ότι και χωρίς τις πρόσθετες ανατροπές που έχουν ήδη μπει στο τραπέζι, η εφαρμογή των ήδη ψηφισμένων νόμων τα επόμενα χρόνια θα μετατρέψουν τις συντάξεις σε προνοιακά επιδόματα.
Επίθεση σε όλα τα μέτωπα
Βαθιά επικίνδυνες για τους εργαζόμενους είναι οι προτεραιότητες που έθεσε ο ΣΕΒ και στα υπόλοιπα «μέτωπα», για τα οποία απαίτησε ανοιχτά:
  • Ανατροπές στο συνδικαλιστικό νόμο, δηλαδή νέα εμπόδια στο δικαίωμα στην απεργία και τη δράση των συνδικάτων.
  • Θεμελίωση της πλήρους απελευθέρωσης των ομαδικών απολύσεων με τη «θωράκιση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας».
  • Οριστική κατάργηση της υποχρεωτικής διαιτησίας (ΟΜΕΔ), δηλαδή η πλήρης κατοχύρωση της άρνησης των εργοδοτών ακόμα και να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις για την υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων.
  • Επέκταση της «μαθητείας» και άρα η δυνατότητα των επιχειρήσεων να αποκτούν φθηνό εργατικό δυναμικό.
  • Αναβάθμιση του «κοινωνικού διαλόγου», δηλαδή των μηχανισμών χειραγώγησης και υποταγής των εργαζομένων στις επιδιώξεις του κεφαλαίου.
Κάθε ένα από τα παραπάνω μέτρα σημαίνει νέα βάσανα για τους εργαζόμενους, νέο χτύπημα στους μισθούς και στα εργατικά εισοδήματα, αλλά και στις Συλλογικές Συμβάσεις. Σημαίνει παραπέρα απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων.
Την ίδια στιγμή, οι βιομήχανοι χαράσσουν μια «διπλή γραμμή» απέναντι στο συνδικαλιστικό κίνημα: Με την πολιτική του μαστιγίου, απέναντι στη δράση των συνδικάτων, την ώρα που, σε συνεργασία με τον εργοδοτικό και κυβερνητικό συνδικαλισμό, επιχειρούν να αναβαθμίσουν το λεγόμενο «κοινωνικό διάλογο» και να παγιδεύσουν τα συνδικάτα στη γραμμή της «εργασιακής ειρήνης». Της υποταγής, δηλαδή, της εργατικής τάξης στους στόχους του κεφαλαίου, που καμουφλάρονται με το μανδύα των «εθνικών» στόχων.

Για να πάρει ανάσα ο λαός...

Για να πάρει ανάσα ο λαός...



ΜΑΚΡΙΝΑ ΜΑΤΑ
Το αίτημα των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων να πάρουν μια ανάσα, μια στοιχειώδη ανακούφιση, μετά από μια πενταετία σφοδρής επίθεσης στα εργασιακά, ασφαλιστικά δικαιώματά τους, στα εισοδήματά τους είναι πέρα για πέρα δίκαιο.

Γύρω από αυτήν την απαίτηση διεξάγεται ένα πραγματικό εμπόριο ελπίδας, που έχει ως στόχο να στρατεύσει το λαό πίσω από τη μια ή την άλλη πολιτική διαχείρισης, πίσω από τη μια ή την άλλη κυβερνητική λύση, με το μάτι, βεβαίως, στραμμένο προς τις ερχόμενες εκλογές.
Η συγκυβέρνηση καλλιεργεί το μύθο ότι προϋπόθεση για την περιβόητη ανακούφιση είναι να ολοκληρωθεί το «πρόγραμμα», ώστε να μπορέσουμε να βγούμε απ' το μνημόνιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ σπέρνει αυταπάτες ότι προϋπόθεση για το ίδιο πράγμα είναι να υπάρξει διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση του χρέους με «κούρεμα» μέρους του. Και οι δύο θέτουν ως κύριο στόχο την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου, την οποία προβάλλουν ως όρο και για τη λαϊκή ανακούφιση. Και οι δύο, όταν λένε ανακούφιση, δε μιλάνε για ουσιαστική αποκατάσταση των απωλειών που είχαν τα εργατικά - λαϊκά εισοδήματα αυτήν την 5ετία αλλά για ορισμένα ψίχουλα διαχείρισης της ακραίας φτώχειας, ψίχουλα που ακόμα και αυτά δε θα πιάσουν τόπο, γιατί θα εξανεμιστούν πάνω στο έδαφος της συνολικής αντιλαϊκής επίθεσης, μέσα στο συνολικό αντιλαϊκό πλαίσιο που κυριαρχεί.
Η αντιλαϊκή επίθεση κρατάει χρόνια
Οι βάσεις για τη διαρκή υπονόμευση του λαϊκού εισοδήματος και των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων είχαν τεθεί πολύ πριν την εκδήλωση της πρόσφατης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης.
Ηδη από την δεκαετία του 1990 η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, των απελευθερώσεων τομέων που μέχρι τότε βρίσκονταν υπό κρατικό έλεγχο, των περικοπών σε τομείς Υγείας, Πρόνοιας, Παιδείας, οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, η επίθεση στα ασφαλιστικά δικαιώματα, όλα αυτά συνέθεταν ένα πλαίσιο υπονόμευσης όσων είχαν κατακτηθεί τα προηγούμενα χρόνια.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ούτε προσωρινή, ούτε συγκυριακή, σηματοδοτούσε το πέρασμα του καπιταλισμού σε μια νέα φάση της ανάπτυξής του, που «άφηνε πίσω» τη μακρόχρονη -σχεδόν τριαντάχρονη- αστική διαχείριση που ακολουθήθηκε μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που στηριζόταν στους μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης και, βεβαίως, έπαιρνε υπόψη της την ύπαρξη της ΕΣΣΔ και των σοσιαλιστικών κρατών στην Ευρώπη, της διεθνούς ταξικής πάλης.
Η ανάγκη γι' αυτήν τη στροφή είχε σηματοδοτηθεί ήδη από την καπιταλιστική οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970 («πετρελαϊκή κρίση»). Η αλλαγή αυτή προχώρησε με διαφορετικούς ρυθμούς στα καπιταλιστικά κράτη της Ευρώπης εξαιτίας της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης.
Στην Ελλάδα, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, προωθούνται μια σειρά αναδιαρθρώσεις. Οι αναδιαρθρώσεις αυτές παίρνουν τη μορφή μιας γενικευμένης πολιτικής μετά την συγκρότηση της ΕΕ και στην προοπτική ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ.
Οι πολιτικές αυτές, που χαρακτηρίστηκαν ως «νεοφιλελεύθερες», δεν είναι αποτέλεσμα μιας ιδεοληψίας ορισμένων πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξης, απόδειξη γι' αυτό είναι ότι την εφάρμοσαν όλοι, ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις τους. Στη διαμόρφωσή της επέδρασε η ανάγκη αντιμετώπισης προβλημάτων της καπιταλιστικής αναπαραγωγής σε συνθήκες ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών με ΗΠΑ και Ιαπωνία, ενώ στη συνέχεια επέδρασε το γεγονός της δυναμικής εισόδου στη διεθνή καπιταλιστική αγορά γιγάντων όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία και η Βραζιλία, εντείνοντας τις ανταγωνιστικές πιέσεις.
Μέχρι το 2009, σταθερός προβληματισμός και κριτική από αστικά επιτελεία ήταν ότι δεν προχωράνε οι μεταρρυθμίσεις με την ταχύτητα που πρέπει, ότι οι κυβερνήσεις φοβούνται το πολιτικό κόστος.
Οι αξιώσεις του κεφαλαίου
Οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την καπιταλιστική οικονομική κρίση, τα μνημόνια, τις δανειακές συμβάσεις και κυρίως η ανάγκη μαζικής απαξίωσης της εργατικής δύναμης (βασικός όρος για έξοδο από την κρίση προς όφελος του κεφαλαίου) επιτάχυναν την εφαρμογή αυτών των πολιτικών.
Σε αυτήν την πενταετία το αντιλαϊκό νομικό οπλοστάσιο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, με μια σειρά αποφάσεις που καταδικάζουν το λαό στον κατήφορο.
Ολα αυτά, που αποτελούν προϋποθέσεις για την περιβόητη ανάκαμψη αλλά και βάση για να μπορέσει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στο μέλλον, προβάλλονται και ως το «φάρμακο» για την αντιμετώπιση του ενδεχομένου μελλοντικών κρίσεων.
Αυτή η πολιτική ήρθε για να μείνει, μάλιστα συνοδεύεται από το επιχείρημα ότι αν όλα αυτά είχαν εφαρμοστεί μέχρι το 2009 ίσως η κρίση να αντιμετωπιζόταν καλύτερα. Αυτό άλλωστε ομολογούν τόσο οι απαιτήσεις του ΣΕΒ, που επαναδιατυπώθηκαν πρόσφατα, για αλλαγές σε Ασφαλιστικό, ομαδικές απολύσεις όσο και οι διαβεβαιώσεις της ΕΕ ότι οι «μεταρρυθμίσεις» (έτσι ονομάζουν τα αντιλαϊκά μέτρα) θα συνεχιστούν και με το πέρας των μνημονίων.
Βεβαίως, το πέρασμα σε μια φάση ανάκαμψης ενδεχομένως να συνδυαστεί με ορισμένα μέτρα που θα έχουν ως στόχο να αντιμετωπίσουν τα πιο ακραία φαινόμενα που γεννά η εφαρμογή αυτής της πολιτικής, να γίνει διαχειρίσιμο το πρόβλημα της μεγάλης ανεργίας, ιδιαίτερα στις νέες ηλικίες, να εξασφαλιστεί και ένα μίνιμουμ πλαίσιο ενσωμάτωσης και χειραγώγησης δια μέσου ορισμένων παροχών.
Ολα αυτά, βεβαίως, θα εξαρτηθούν από την πορεία της ανάκαμψης και το ενδεχόμενο εκδήλωσης μιας νέας κρίσης. Σε κάθε, όμως, περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος ούτε για αποκατάσταση εισοδημάτων, ούτε για ουσιαστική ανακούφιση των εργαζόμενων λαϊκών στρωμάτων. Πολύ δε περισσότερο που στο μεταξύ έχει διευρυνθεί η ψαλίδα ανάμεσα στις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες και την ικανοποίησή τους, έχει μεγαλώσει ο βαθμός εκμετάλλευσης, δηλαδή η απόσταση ανάμεσα στην καπιταλιστική κερδοφορία και στο μέρος του κοινωνικού πλούτου που πάει για την κάλυψη της επιβίωσης των εργαζομένων, ακόμα και σε χώρους και κλάδους που οι μισθοί δε μειώθηκαν δραματικά ή ακόμα και αυξήθηκαν.
Σύγκρουση με την αντιλαϊκή στρατηγική
Απ' όλα αυτά είναι καθαρό ότι ακόμα και στοιχειώδη μέτρα για την ανακούφιση των εργαζομένων έρχονται σε αντιπαράθεση με τη συνολική αστική στρατηγική. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος αντιμετώπισης από την πλευρά της συγκυβέρνησης όλων των προτάσεων νόμου και τροπολογιών που κατέθεσε το ΚΚΕ, υποστηρίζοντας διεκδικήσεις του συνδικαλιστικού κινήματος. Ολες απορρίπτονται ως ασύμφορες δημοσιονομικά.
Ομως είναι χαρακτηριστική και η στάση του ΣΥΡΙΖΑ, που, ενώ στα λόγια μιλάει για τη «σωτηρία του λαού», δε δεσμεύεται σε μέτρα που αφορούν την ουσιαστική ανακούφιση των εργαζομένων, π.χ., επαναφορά 13ου και 14ου μισθού και αντίστοιχα σύνταξης κλπ., ούτε βεβαίως για την κατάργηση όλου του αντιλαϊκού νομοθετικού πλαισίου, των συνθηκών της ελαστικής εργασίας κλπ.
Στο αντίθετο, μάλιστα, συνηγορούν οι διαβεβαιώσεις για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, για τήρηση των αντοχών της οικονομίας κλπ. Αυτή η στάση των δυνάμεων που ανταγωνίζονται για την αστική διαχείριση επιβεβαιώνει ότι το συνολικό αντιλαϊκό πλαίσιο, που έχει χτιστεί και χτίζεται μέρα με τη μέρα και συνιστά μια εντελώς διαφορετική κατάσταση για το μέλλον των νέων γενιών των εργαζομένων, πολύ διαφορετική απ' αυτήν που έζησαν οι παλιότερες, δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί από κανέναν.
Είναι, λοιπόν, καθαρό ότι η εργατική - λαϊκή ανακούφιση προϋποθέτει το ξήλωμα όλου του αντιλαϊκού νομικού πλαισίου, όλης της αντιλαϊκής αντεργατικής πρακτικής της εργοδοσίας, του κεφαλαίου, της φορομπηξίας του αστικού κράτους, των προϋπολογισμών περικοπών, των ιδιωτικοποιήσεων κλπ. Σημαίνει, στην πραγματικότητα, αντιπαράθεση με όλο το σύγχρονο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντείνεται η καπιταλιστική εκμετάλλευση. Χρειάζεται, συνεπώς, σύγκρουση συνολικά με τη στρατηγική του κεφαλαίου και της ΕΕ, συνολική αντιπαράθεση όχι μόνο με τα μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις αλλά με τα αντιλαϊκά μνημόνια διαρκείας που θα υπάρχουν και μετά από την περίφημη έξοδο απ' το μνημόνιο και τη ρύθμιση του χρέους. Προϋποθέτει, επίσης, τη μη αποδοχή ως λύσης της ζωής με ψίχουλα στην οποία προσπαθούν να μας εκπαιδεύσουν να συνηθίσουμε, τόσο η συγκυβέρνηση όσο και η αξιωματική αντιπολίτευση. Δεν υπάρχει αστική κυβέρνηση, όπως και να αυτοαποκαλείται, κυβέρνηση που θα στηρίζεται στους αντιλαϊκούς θεσμούς της σημερινής εξουσίας των μονοπωλίων, που θέτει ως κύριο στόχο της την ανάκαμψη και την παραγωγική ανασυγκρότηση της καπιταλιστικής οικονομίας, που δίνει εγγυήσεις πως θα είναι πιστή στις δεσμεύσεις της ΕΕ και διαβεβαιώνει πως το «κράτος έχει συνέχεια», που να μπορεί να εφαρμόσει μια τέτοια πολιτική.
Η πραγματική διέξοδος
Μόνη άμεση διέξοδος είναι αυτό που μπορούν να πετύχουν οι εργαζόμενοι με την πάλη τους, τους αγώνες τους, τις απεργίες, την αντιπαράθεση με τη συγκυβέρνηση, την εργοδοσία, την πολιτική της ΕΕ σε όλη τη γραμμή. Αλλη λύση δεν υπάρχει.
Οσο θα δυναμώνει το κίνημα σε γραμμή αμφισβήτησης της πολιτικής των μονοπωλίων, όσο θα συσπειρώνονται νέες εργατικές - λαϊκές δυνάμεις, θα αναζωογονούνται τα συνδικάτα, οι γενικές συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς, θα γίνονται οι Λαϊκές Επιτροπές κυψέλες πάλης στις γειτονιές, θα προωθείται ο συντονισμός και η κοινή δράση εργαζομένων, αυταπασχολουμένων, φτωχών αγροτών.
Οσο θα δυναμώνει η προοπτική της πάλης για συνολική αλλαγή συσχετισμών υπέρ των εργαζομένων, θα ενισχύεται η πεποίθηση ότι χρειάζεται συνολική αντιπαράθεση με το κεφάλαιο, την εξουσία, τις κυβερνήσεις του, την ΕΕ.
Οσο θα αλλάζουν οι συσχετισμοί υπέρ των ταξικών, αγωνιστικών δυνάμεων στα σωματεία και τους φορείς.
Οσο θα ενισχύεται με κάθε τρόπο το ΚΚΕ.
Τόσο θα διαμορφώνεται η δυνατότητα η εργατική - λαϊκή πάλη να βάζει εμπόδια, να καθυστερεί την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων, να αποσπά ορισμένες παραχωρήσεις που θα δίνουν ανάσες στους εργαζόμενους.
Το δρόμο τον έδειξε το Πανελλαδικό Συλλαλητήριο την 1/11, συνέχεια πρέπει να δοθεί με την επιτυχία της πανελλαδικής πανεργατικής απεργίας στις 27/11, ως ένας ακόμα σταθμός σε αυτήν την κατεύθυνση. Πρέπει να πούμε όχι στη ζωή με ψίχουλα, να μη δεχτούμε τις απαιτήσεις του κεφαλαίου.
Μέσα απ' αυτήν τη διαδικασία μπορεί να ωριμάζει στη σκέψη ευρύτερων εργατικών - λαϊκών μαζών, να μπολιάζεται η αυτοπεποίθηση και η διάθεση για αγώνα με τη θέση ότι: Η ουσιαστική ανακούφιση, αποκατάσταση απωλειών, η κατάργηση των αντιλαϊκών νόμων προϋποθέτει οι εργαζόμενοι να πάρουν την εξουσία, να στηριχτούν σε εργατικούς - λαϊκούς θεσμούς βγαλμένους μέσα στην πάλη, να επιβάλουν τη θέλησή τους. Προϋποθέτει να ανοίξει ο δρόμος με την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων για την αλλαγή της οργάνωσης της παραγωγής, κάνοντας ο λαός, οι εργαζόμενοι ιδιοκτησία τους όλο τον κοινωνικό πλούτο, σχεδιάζοντας την παραγωγή με κριτήριο τις εργατικές - λαϊκές ανάγκες. Βγάζοντας απ' τη μέση το κριτήριο της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η «σωτηρία του λαού» συνδέεται άμεσα με το ζήτημα ποιος έχει την εξουσία, ποιος κάνει κουμάντο στην οικονομία.
Και μιας και είναι οι μέρες που συμπληρώθηκαν 97 χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση θυμίζουμε ότι στη θέση: «Μας απειλεί οικονομική καταστροφή. Γι' αυτό είναι λάθος το να βγάλει κανείς από τη μέση την αστική τάξη», ο Λένιν αντέτεινε: «Αυτό είναι αστικό συμπέρασμα, όσο πιο κοντά είναι η καταστροφή τόσο επιτακτικότερη γίνεται η ανάγκη της απομάκρυνσης της αστικής τάξης».

TOP READ